Αναμνήσεις από τη δεκαετία του 1950 *** Τ ο μ α γ α ζ ί μ α ς *** Οδός Κωνσταντινουπόλεως 28 - Μεγάλη Πόρτα


Αναμνήσεις από τη δεκαετία του 1950

 

Τ ο  μ α γ α ζ ί  μ α ς

Οδός Κωνσταντινουπόλεως 28- Μεγάλη Πόρτα

 

   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ



Το μαγαζί του πατέρα μου, στη Μεγάλη Πόρτα, εκπροσωπούσε ένα τυπικό  λ α δ ά δ ι κ ο  του Ρεθέμνους της δεκαετίας του πενήντα, κι ακόμα πιο παλιά, δεδομένου ότι ο πατέρας μου πρωτάνοιξε το μαγαζί μας στις αρχές, ακόμα, της δεκαετίας του ’30. Τα λαδάδικα είχαν τότε τη μεγαλύτερη πέραση, ήταν τα πιο δοξασμένα κι αναγνωρίσιμα ανάμεσα στα μαγαζιά της εποχής, αφού σε μια περιοχή μεγάλης ελαιοπαραγωγής- όπως είναι ο τόπος μου- οι λαδάδες, όχι βέβαια όλοι, ήταν κάτι σαν τους σημερινούς τραπεζίτες, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

 Το μαγαζί μας βρισκόταν στο μέσο, περίπου, της οδού Κ ω ν σ τ α ν τ ι ν ο υ π ό λ ε ω ς, της ακόμα πιο παλιά Μεγάλης Ρούγας (και σήμερα οδού Εθνικής Αντιστάσεως), στο νούμερο 28, απέναντι ακριβώς από το «Ξενοδοχείο των Εμπόρων», του Διογένη Ζωνουδάκη, από το Δουμαεργειό (εικ.). Μιλάμε για την περιοχή της Μεγάλης Πόρτας, της Porta Guora των Βενετσιάνων, της κεντρικότερης από τις πύλες των τειχών, που κάποτε περικλείνανε την πόλη του Ρεθέμνους.

 
Το μαγαζί του πατέρα μου (κατά το 1950), όπως είναι σήμερα (φωτ. 1-8-2008). Από πάνω το πατρικό μου σπίτι (το 1950)

      Στη γλώσσα των Οθωμανών μπέηδων η Μεγάλη Πόρτα ακουγόταν ως  Ο ρ τ ά  Κ α π ή. Οι άλλες είσοδοι των τειχών της πόλης μου ήταν τσ’ Άμμος η Πόρτα ή Πόρτα Κουμ Καπί, στ’ ανατολικά, κι η Μαρμαρόπορτα ή Καινούρια Πόρτα ή Χανιόπορτα ή Πόρτα του Κισλά ή Πόρτα του Στρατώνα, στα δυτικά, στην θέση του σημερινού ΚΤΕΛ, στη συνοικία του Αγίου Νικολάου, με τον Φόρο, από τον οποίο όφειλαν να περάσουν και να καταβάλουν τον σχετικό φόρο (κάτι σαν τα σημερινά διόδια στις εθνικές οδούς της Χώρας) οι εισερχόμενοι από τα δυτικά χωριά στην πόλη του Ρεθύμνου. Η τελευταία ονομασία της Δυτικής εισόδου των τειχών (Πόρτα του Κισλά ή του Στρατώνα) όφειλε το όνομά της στον εκεί παρακείμενο στρατώνα των Ρώσων, που κτισμένος πολύ πριν από τη Ρωσική παρουσία στη πόλη μου, ονομάσθηκε έτσι, γιατί διέμειναν σ’ αυτόν οι Ρώσοι (1897- 1909), στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας (1896 – 1913).

Η Μεγάλη Πόρτα κι η Πόρτα της Άμμου άνοιγαν το ξημέρωμα κι έκλειναν το βράδυ, με τη δύση του ήλιου. Αυτό γινόταν για λόγους ασφάλειας και, πολλές φορές, άνθρωποι που δεν προλάβαιναν έγκαιρα να μπουν στην πόλη, αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν έξω απ’ αυτήν, σε κοντινά, εκεί γύρω, χωριά (1). Η Μαρμαρόπορτα, πάλι. άνοιγε κι έκλεινε μόνο για στρατιωτικούς λόγους. Τα θυρόφυλλα τους ήταν ξύλινα με μεταλλική εξωτερική επένδυση, όπως φτιάχνονταν, τον καιρό εκείνο, οι περισσότερες καστρόπορτες. 

Σαν κάνω να θυμηθώ το παλιό Ρέθεμνος ο δρόμος αυτός με την περήφανη Πόρτα του, εκεί στο έμπα του, από την κεντρική πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων, είναι που ανασταίνεται πάντα πρώτος στη θύμησή μου. Εκεί γέλασα στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα, έτρεξα, πήδησα, έπεσα, χτύπησα, μάτωσα τα γόνατά μου, έκλαψα, εκεί έπλασα τα πρώτα μου όνειρα…. Κάθε τοίχος του δρόμου αυτού, κάθε γωνιά του μού θυμίζουν χρόνια αξέχαστα, χρόνια μαλαματένια, όταν το Συντακτικό κι η Αριθμητική δεν είχαν πάρει ακόμα θέση στη ζωή μου.

 

Το μαγαζί του πατέρα μου

Το μαγαζί του πατέρα μου στη Μεγάλη Πόρτα- για να γυρίσω και πάλι στο θέμα μου- μπορεί, «βασικά», να εκπροσωπούσε ένα τυπικό  λ α- δ ά δ ι κ ο  της δεκαετίας του πενήντα, ήταν, όμως, επίσης, κι ένα κανονικό  μ π α κ ά λ ι κ ο  της ίδιας εποχής. Η επιγραφή με τα μεγάλα μαύρα γράμματα, πάνω από τη μεγάλη βαριά πόρτα, με τα γκρίζα σιδερένια ρολά, έγραφε: «ΗΛΙΑΣ ΜΙΧ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ- ΕΛΑΙΑ- ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ». Όμως, θυμάμαι που ο πατέρας μου συχνά έλεγε ότι το μπακάλικο δεν του απέδιδε και τόσο, όσο το λαδάδικο, που ήταν καρπερό και πλουτοφόρο και του άφηνε «χοντρά» λεφτά. Το λάδι, τον καιρό εκείνο, ήταν χρήμα που περνούσε καλύτερα κι απ’ το χρυσάφι και το εμπόριο του λαδιού, γι’ αυτόν τον λόγο, γινόταν με κάποια τάξη, πιότερο από τ’ άλλα προϊόντα. Και τα λαδάδικα, σ’ έναν τόπο πλούσιας ελαιοπαραγωγής- όπως είναι ο δικός μου- ήταν κάτι σαν τις Τράπεζες, από τα πρώτα μαγαζιά του τόπου κι οι κατέχοντες αυτά θεωρούνταν από τους πιο εύπορους κι ευκατάστατους πολίτες. Μόνο στη σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως υπήρχαν, τότε, μαζεμένα τέσσερα, ίσως και πέντε, τέτοια μαγαζιά! Θυμάμαι πρόχειρα τα λαδάδικα του Αναστασάκη, από τ’ Αγαλλιανού και των αδελφών Μπιρλιράκη στην οδό της Αγίας Βαρβάρας και του Μανιού του Δασκαλάκη- που πουλούσε και είδη κιγκαλερίας-  απέναντι από το δικό μας, στην Κωνσταντινουπόλεως (σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως).

Βέβαια, ο λαδάς ζούσε μόνιμα στον κόσμο της αβεβαιότητας και του φόβου κι αδιάκοπα ελλόχευε ο κίνδυνος γι’ αυτόν να φτάσει και στο αντίθετο άκρο και να χρεοκοπήσει, αν τα πράγματα, από κάποια στιγμή και πέρα, δεν πήγαιναν καλά, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης των διακυμάνσεων του Χρηματιστηρίου, εξαιτίας του πανικού που δημιουργείται στον χώρο της οικονομίας από διάφορα οικονομικά ή πολιτικά γεγονότα.

Ο παραγωγός έπαιρνε το λάδι από τον μύλο και το πήγαινε κατ’ ευθείαν στον έμπορο της εμπιστοσύνης του. Του το παρέδιδε παίρνοντας μιαν απόδειξη, που του ’δινε το δικαίωμα να ζητήσει το αντίτιμο της αξίας του λαδιού οποιαδήποτε στιγμή ήθελε και με την τιμή της ημέρας εκείνης. Με το χαρτί αυτό μπορούσες και την κόρη σου να παντρέψεις. ν’ αφήσεις, δηλαδή, το λάδι κι ένα και δυο και τρία χρόνια στον έμπορο και όταν βρισκόταν γαμπρός και σου χρειάζονταν χρήματα, πήγαινες και το «έκοβες» στην τρέχουσα τιμή. Με αυτόν τον τρόπο απέφευγες τα τραπεζικά δάνεια και δεν κρατούσες στα χέρια σου ρευστό, καθώς ο πληθωρισμός αύξανε υπερβολικά και, τις πιο πολλές φορές, αυτό γινόταν σε βάρος σου…

Για τον έμπορο, πάλι, ήταν ασύμφορο να κρατεί το λάδι χωρίς να το ρίχνει στην αγορά. Έτσι, οι τοπικές, εθνικές ή παγκόσμιες συγκυρίες μπορούσαν, οποιαδήποτε στιγμή, να τον καταστρέψουν, όπως έγινε με το οικονομικό «κραχ» του 1930 στην Αμερική, όταν οι λαδέμποροι του Ρεθύμνου στερήθηκαν τις αγορές που παραδοσιακά απορροφούσαν τ’ αποθέματά τους σε λάδι και πολλοί απ’ αυτούς είδαν τους κόπους τους κυριολεκτικά να εξανεμίζονται και να χάνονται και να οδηγούνται οι επιχειρήσεις τους σε ολική χρεοκοπία και καταστροφή. Από την κρίση αυτή γλίτωσαν μόνον οι φρόνιμοι και προσεκτικοί έμποροι, αυτοί που δεν επεδίωκαν μεγάλα κέρδη κι έπαιζαν με τις πενταροδεκάρες. Αλλά πάντα, όπως και να ’χει το πράγμα, «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» κι αν είναι να σου τρέξει ο παράς, έρχεται με το τσουβάλι.

Πρόθεσή μου, όμως- όπως έχω, ήδη, εξαρχής δηλώσει- είναι ν’ αφηγηθώ τις αναμνήσεις μου από το Ρέθεμνος των παιδικών μου χρόνων, με κέντρο κι αρχή αναφοράς μου το μαγαζί του πατέρα μου, το λαδάδικό μας, στη Μεγάλη Πόρτα. Όμως, χρέος μου το θεωρώ, με το αφήγημά μου αυτό, να δώσω, ταυτόχρονα, και την εικόνα ενός τυπικού μπακάλικου της ίδιας εποχής, αφού μπακάλικα- σαν κι αυτό του πατέρα μου, που λειτουργούσε στον ίδιο με το λαδάδικό μας χώρο- έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν στην αγορά του Ρεθύμνου αλλά και κάθε σύγχρονης πολιτείας (όμως, αυτό θα το κάνουμε με άλλο άρθρο μας σε αυτήν την ίδια εφημερίδα).

 


[1] Ο F.W.Sieber, Ταξιδεύοντας στη νήσο Κρήτη, Αθήνα 1994, 206, σημειώνει χαρακτηριστικά: «…Η πύλη είχε κλείσει, όταν έφτασα στο Ρέθυμνο κι έτσι πέρασα τη νύχτα μου στα Περιβόλια…» και σ. 282, όπου λέγει: «έφτασα στα Χανιά …το βράδυ, πριν κλείσουν τις πύλες».

Δεν υπάρχουν σχόλια: