Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης * * * Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ός αιώνας)


Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης


Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ός αιώνας)
[Αθήνα 2016, σχ. 8ο (20 Χ 14), σσ. 176]


 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
                www.ret-anadromes.blogspot.com

Ο Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης, λαογράφος, τέως ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, από την ιστορική Κάντανο, της επαρχίας Σελίνου, Χανίων, ικανοποιώντας παράκληση Κιμωλίων φίλων του και, μάλιστα, του τ. Δημάρχου Κιμώλου και ιδρυτή της εφημερίδας «Κιμωλιακά Νέα», Θεοδώρου- Γερασίμου Μαγκανιώτη, κατέγραψε, πρόσφατα, και διέσωσε ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία γύρω από την οικονομική ζωή και τα επαγγέλματα των Κιμωλιατών από τα μέσα του 17ου έως τον 20ο αιώνα. Το βιβλίο αυτό με τίτλο: «Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ος αιώνας)» εκδόθηκε στη μνήμη του Εμμανουήλ Α. Σάρδη, με χορηγία της οικογένειάς του και εντάχθηκε στη σειρά των αυτοτελών εκδόσεων της παραπάνω εφημερίδας, οι οποίες, με την έκδοση αυτήν, συμπλήρωσαν αισίως τον αριθμό δέκα (10).   

Πρόκειται για μιαν εργασία καλογραμμένη, σε πολυτονικό σύστημα, ευσυνείδητη, ευσύνοπτη και κατανοητή, που, πραγματικά, σέβεται τον αναγνώστη της και την ελληνική γλώσσα. Εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ένα τόσο μικρό και φτωχό ελληνικό νησί (36, μόλις, τετρ. χλμ. και 900, περίπου, μόνιμων κατοίκων) του κυκλαδικού Πολύνησου, καίτοι παραμερισμένο και απομονωμένο από τα λοιπά νησιά των Κυκλάδων, που αποτέλεσαν το επίκεντρο της ιστορικής και κοινωνικής κονίστρας, όμως έχει να παρουσιάσει και αυτό τη δική του ιστορία στη μακρά διάρκεια του χρόνου. Και είναι αυτή ακριβώς η απομόνωση και αυτόνομη ιστορική κάθοδος τής Κιμώλου στην Ιστορία, που την κατέστησε, περαιτέρω, ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για την μελέτη της οικονομικοκοινωνικής ζωής τόσον της ιδίας όσο και του συμπλέγματος των νησιών των Κυκλάδων και του Αρχιπελάγους από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα. Η οικονομική και επαγγελματική δραστηριότητα των κατοίκων της Κιμώλου εξετάζεται στα πλαίσια της παραδοσιακής ζωής του νησιού, των καθημερινών ενασχολήσεων των κατοίκων και των επαγγελμάτων τους.

 Κίμωλος διά των αιώνων ακούγεται το όνομα του νησιού ή Κίμωλο (χωρίς το τελικό [ς]) ή Κίμουλο (από ρίζα κιμο= λευκός και κατάληξη - ωλός) για τον πωρόλιθο που εξορύσσεται άφθονος στο εν λόγω ηφαιστειογενές νησί, που εξ αιτίας του πετρώματος αυτού τα εδάφη του, από μακριά, φαίνονται λευκά στον χρωματισμό. Κατά τη Μυθολογία η νήσος ακουγόταν και ως Εχινούσα «διά το πλήθος των εχίνων κατά τα παράλια αυτής» (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία).

Ενδιαφέροντα για μας, ειδικά, τους Κρητικούς στοιχεία του παρουσιαζόμενου βιβλίου ανευρίσκουμε αρκετά τόσο στον χώρο των κοινών κατακτητών και ιδιαίτερα της γνωστής μάστιγας της πειρατείας (του Χαϊρεντίν Μπαμπαρόσσα), που έπληξε αμφότερες της περιοχές, όσο και των κοινών περιηγητών (Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700- 1792), που τον καιρό της Τουρκοκρατίας αλώνιζαν την Κρήτη και τα νησιά του συμπλέγματος των Κυκλάδων. Αλλά και η παρουσία Κρητών παροίκων στο μελετώμενο νησί ήταν, φαίνεται, γενναία, από τη στιγμή που ανάμεσα σε τέσσερις παροίκους, στην απογραφή του 1929, οι τρεις προσδιορίζονταν με το πατριδωνυμικό «Κρης». Κοινό, επίσης, ανάμεσα Κρήτης (και, μάλιστα, Ρεθύμνου) και Κιμώλου και το οικογενειακό «Γαβαλάς», καθώς και η παράσταση του δελφινιού (κατά το υπόδειγμα της αρχαίας Ρίθυμνας) σε παραστάσεις χάλκινων νομισμάτων που ανευρέθηκαν στην τοποθεσία «Ελληνικά» (πανελλήνιο και αυτό, το τελευταίο, τοπωνύμιο, που δηλώνει την εκεί ύπαρξη αρχαιοτήτων). Κυρίως, όμως, η μεγάλη σχέση της Κρήτης με την Κίμωλο σημειώνεται με τη συνεισφορά της Κιμώλου στη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866- 69, οπότε τα τρία εμπορικά πλοία που εφοδίαζαν τους Κρητικούς με εθελοντές και πολεμοφόδια εύρισκαν, συχνά, ασφαλή κρησφύγετα στους στενούς όρμους του νησιού. Αλλά και τότε, με την Κρητική Επανάσταση, αλλά και αργότερα, πολλοί πρόσφυγες των κρητικών επαναστάσεων βρήκαν στην Κίμωλο και σε άλλα Κυκλαδονήσια το ασφαλές καταφύγιο που αναζητούσαν.

Όσον αφορά, τώρα, στην ειδικότερη του βιβλίου θεματολογία, την οικονομική ζωή και τα επαγγέλματα των Κιμωλιατών, αυτά, συχνά, εξετάζονται με αμιγώς λαογραφικές παραμέτρους, όπως από τα τοπωνύμια του νησιού, όσα από αυτά συνδέονται με αυστηρά οικονομικές δραστηριότητες (Αλώνια, Ελιώνας, Κλήμα, Μύλοι, Τσουκαλαρειά, Χειρόμυλοι κ.λπ.). Σημαντική, επίσης, στο σημείο αυτό, και η συνεισφορά των εκλογικών καταλόγων (του 1871), όπου μια προσεκτική αυτών μελέτη αποκαλύπτει ότι επί 427 ανδρών εκλογέων το μεγαλύτερο ποσοστό (33, 72%) δηλώνεται ως ασχολούμενο με τη γεωργία και ακολουθεί δεύτερο, αμέσως, στη σειρά, ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό (28, 57%), που δηλώνεται ασχολούμενο με επαγγέλματα της θάλασσας, ενώ μεταξύ των οικογενειακών ονομάτων παρατηρούνται και οικογενειακά, όπως Λογοθέτης, Παπαδάκης, Σαλβαράς, Χαλκιόπουλος κ.λπ.

Από τις παραπάνω δύο κυριότερες επαγγελματικές ενασχολήσεις των κατοίκων της Κιμώλου, η πρώτη, η «γεωργία», υπαγορεύεται από την, οπωσδήποτε, περιορισμένη ελαιοκομία του νησιού, ενώ η δεύτερη, η «ναυτιλία», αποτελούσε, ανέκαθεν, σημαντική πηγή εσόδων για το νησί και εξυπηρετούνταν από τους ντόπιους μικρούς πλοιοκτήτες, που όργωναν συστηματικά τους ναυτικούς δρόμους στα εκεί γύρω κοντινά νησιά, ενώ κάποτε εξακτινώνονταν και ακόμα μακρύτερα και μέχρι την Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα, εξυπηρετούντες τον μεσαίο εκ των τριών θαλασσίων δρόμων, από τη Δυτική, δηλαδή, και κεντρική Μεσόγειο προς την Κωνσταντινούπολη, που περνούσε από τη Μήλο και την Κίμωλο και συνέχιζε από την κεντρική αλυσίδα των αγαιοπελαγίτικων νησιών προς το βόρειο Αιγαίο και την Κωνσταντινούπολη.

Τέλος, πέραν των πληροφοριών αυτών που αποδεικνύουν την αξία του παρουσιαζόμενου βιβλίου και αναφέρονται στην οικονομική ζωή, στα επαγγέλματα και στις σχέσεις της Κιμώλου προς την Κρήτη, οφείλουμε, νομίζω, για το γενικότερο εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, να αναφερθούμε και στα δύο, εν πολλοίς, άγνωστα προϊόντα της Κιμώλου. στους πωρόλιθους (τα πώρια)  και στην κιμωλία γη των αρχαίων (στον σημερινό πηλό). Οι πρώτοι, οι πωρόλιθοι της Κιμώλου, χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στις οικοδομές ως ακρογωνιαίοι λίθοι (αγκωνάρια), των οποίων γίνεται σημαντική εξαγωγή και στα νεότερα χρόνια (19ος- 20ος αι.). Μεταφέρονταν με τα κιμωλιακά ιστιοφόρα προπαντός στην Ερμούπολη (ιδίως κατά την περίοδο της ακμής και ανοικοδόμησής της κατά τον 19ο αι.), αλλά και στον Πειραιά για τις οικοδομικές ανάγκες του ίδιου, αλλά και για τις ανάγκες της ελληνικής πρωτεύουσας.   

 Η εξόρυξη της δεύτερης, της κιμωλίας γης (πηλού) των αρχαίων, υπήρξε ήδη από την αρχαιότητα- οπότε χρησιμοποιούνταν στην ιατρική- μέχρι και τα νεότερα χρόνια ένα μικρό μεν αλλά διαρκές έσοδο για τους Κιμωλιάτες. Η Κίμωλος ήταν και είναι ονομαστή μεταξύ των Κυκλάδων για το προϊόν της αυτό, που στο παρελθόν χρησίμευε αντί σαπουνιού για τη λεύκανση και τον καθαρισμό τόσο των υφασμάτων και κυρίως των μαλλιών, όσο και του σώματος των λουομένων είτε σε γλυκά είτε σε θαλασσινά νερά. Το σαπουνόχωμα αυτό («πηλός» των ντόπιων), που στη λαϊκή γλώσσα λέγεται και τεμπεσίρι, είναι αργιλώδες, λευκόφαιο στο χρώμα και αφαιρεί από τα υφάσματα και το σώμα τις λιπαρές ουσίες. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε ανέκαθεν αντί σαπουνιού, από το οποίο και ονομάστηκε- όπως ήδη σημειώσαμε- τοπικά, σαπουνόχωμα για τις καθαρτικές ιδιότητες που έχει. Το σαπουνόχωμα της  Κιμώλου είχε βραβευθεί παλαιότερα και σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, ενώ λόγω και των κοιτασμάτων αργυρούχου βαρυτίνης και μπετονίτη που περιέχονται στο υπέδαφός της, η Κίμωλος σήμερα είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών «Natura 2000». Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στη Διεθνή Έκθεση του Λονδίνου (1851) εκτέθηκαν τέσσερα, κυρίως, προϊόντα από τις Κυκλάδες. σαπουνόχωμα Κιμώλου, σμύριδα Νάξου, θειάφι και μυλόπετρες Μήλου.

 Πρόκειται για ένα σύγγραμμα μεγάλης λαογραφικής αλλά και ιστορικής ευθύνης, τόσο για την Κίμωλο, όσο και για τις Κυκλάδες και τον ελληνικό, γενικότερα, χώρο. Απ’ όσο μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από τη βιβλιογραφία, η Κίμωλος δεν έχει, μέχρι σήμερα, να επιδείξει παρόμοιο ιστορικολαογραφικό έργο. Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό φίλο και δόκιμο συγγραφέα και λαογράφο κ. Παναγιώτη Καμηλάκη και του ευχόμαστε ο Θεός να του δίνει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του τόσο στον χώρο τής Λαογραφίας, όσο και των Ελληνικών Γραμμάτων, γενικότερα, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

Α Ι Μ Ι Λ Ι Ο Υ Γ Α Σ Π Α Ρ Η * * * "Ορίζοντας"




Α Ι Μ Ι Λ Ι Ο Υ  Γ Α Σ Π Α Ρ Η

"Ορίζοντας"
Τοπία με την τεχνική τής υδατογραφίας εμπνευσμένα από το τοπίο της πόλης του Ρέθυμνου


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
             www.ret-anadromes.blogspot.com

   Η αντίληψη που θέλει τον εικαστικό χώρο αποκλειστικό προνόμιο των ειδικών βρίσκεται, θεωρώ, έξω από την πραγματικότητα. Η ζωγραφική ως καλλιτεχνική ενασχόληση έχει μεγάλη ευρύτητα και διαθέτει χώρους όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αποδώσει αξιόλογα, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα κινηθεί και θα δημιουργήσει σε συνθήκες ελευθερίας και ευγενούς εσωτερικής διάθεσης. Και η ζωγραφική για μένα είναι πρώτα απ’ όλα διάθεση. Αυτά και άλλα πολλά δήλωνε σε παλιότερη έκθεσή του ο φιλόλογος καλλιτέχνης και φίλος κ. Αιμίλιος Γάσπαρης, με θέμα το χωριό του, το παλιό Ατσιπόπουλο. Σήμερα ο φίλος καλλιτέχνης επανέρχεται με μια νέα έκθεσή του στο Κιμωλία ART CAFE, της Παλιάς Πόλης (πλατεία 25ης Μαρτίου), με μια σειρά νέων έργων του εμπνευσμένων, αυτή τη φορά, από το τοπίο της πόλης του Ρέθυμνου, σε σχέση, όμως, και πάλι με το Ατσιπόπουλο, αφού η πόλη θεάται από τα δυτικά, από τα ατσιπουλιανά, δηλαδή, μέρη. Η έκθεση θα διαρκέσει από τη Δευτέρα 28 Μαΐου ως το Σάββατο 30 Ιουνίου  2018, και θα λειτουργεί κατά τις ώρες 10:00- 21:00.

        Ο Αιμίλιος Γάσπαρης άρχισε πριν από χρόνια να ασχολείται με τα χρώματα και το σχέδιο, κάτι που, οπωσδήποτε, γι’ αυτόν έγινε πολύ  γοητευτικό και ευχάριστο. Το υλικό που χρησιμοποιεί είναι το χαρτί και ζωγραφίζει ακολουθώντας την τέχνη της υδατογραφίας (ακουαρέλας) μιας πολύ ενδιαφέρουσας και συναρπαστικής καλλιτεχνικής διαδικασίας. Είναι λίγο και σαν το παιγνίδι που δεν σου δημιουργεί επιπρόσθετες υποχρεώσεις. Αρκούν τα χρώματα, η ιδέα και το χαρτί και, πάνω απ’ όλα, εσωτερική διάθεση και φαντασία για μιαν όμορφη καλλιτεχνική δημιουργία!



     Με τον όρο υδατογραφία ή τον αντίστοιχο διεθνή (από την ιταλ. γλώσσα) ακουαρέλα, αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο είδος ζωγραφικής, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στους τοπιογράφους τού 18ου αιώνα. Και βλέπω να συμβαίνει κάτι παρόμοιο και με τον Αιμίλιο Γάσπαρη, που κι εκείνος τρέφει πραγματικά απεριόριστη λατρεία στα τοπία και, μάλιστα, σε αυτά του χωριού του και της πόλης του, του Ρεθύμνου. Ξεκίνησε, αρχικά, με κάποιες γωνιές από την πλούσια αρχιτεκτονική ιστορία τού χωριού του και, στη συνέχεια, επέλεξε και άλλες θεματικές στις οποίες εστίασε και τις επεξεργάστηκε εικαστικά. Και πιο συγκεκριμένα . επέλεξε και διέσωσε θέματα που σήμερα δεν υπάρχουν πια, έτσι όπως ήταν μέχρι τα μέσα τού 20ου αιώνα.
     Η ζωγραφική του Αιμίλιου Γάσπαρη εκφράζει και τη φορά αυτήν μιαν απεριόριστη νοσταλγία προς το παρελθόν και μιαν εσώτερη και ψυχικά έντονα φορτισμένη απόπειρα να ιχνηλατήσει και να ερμηνεύσει ζωγραφικά τους απόηχους τού τόπου από το σχετικά κοντινό παρελθόν ως τις μέρες μας. Και το βασικό αυτό μήνυμα εκπέμπεται δυναμικά μέσα από έναν υπέροχα διαγραφόμενον ο ρ ί ζ ο ν τ α  με το Ρέθυμνο να κυριαρχεί, μέσα από τον πολύτιμο ορίζοντα της ψυχής του καλλιτέχνη, γεμάτο χρώματα, αρώματα και μνήμες από τα πιότερο μακρινά παιδικά του χρόνια. Μια διαδρομή που φτάνει μέχρι σήμερα γοητευτική και μοναδική, από το χωριό του στην πόλη του, μια πορεία που, όσο κι αν άλλαξε με το πέρασμα του χρόνου, παραμένει, όμως, εξαιρετικά πλούσια πηγή σε περιεχόμενο και εμπνεύσεις.
      Πρόκειται για έργα μικρών διαστάσεων που φιλοτεχνήθηκαν τα  περισσότερα το έτος 2018 πάνω σε ξύλο και σε χαρτί, καθώς και μια σειρά έργων τυπωμένων μετά από ηλεκτρονική επεξεργασία και με χρώματα έντονα και δυναμικά, που εντείνουν τη σχέση του καλλιτέχνη με την πραγματικότητα, που απορρέει άμεσα από την καρδιά και διευρύνει τη σκέψη και τις αναμνήσεις, ορίζοντας έτσι και δίνοντας σάρκα και οστά στη δική του πρόταση και στην επίδραση που ο ίδιος έχει δεχτεί  από τον τόπο αυτόν.
     Το παρουσιαζόμενο τοπίο που περιλαμβάνει, όπως σημειώσαμε, την πόλη του Ρεθύμνου από τα δυτικά, από τον Κουμπέ και το στρατόπεδο μέχρι τους λόφους προς και γύρω από το Ατσιπόπουλο, υπήρξε και είναι για τον καλλιτέχνη μια από τις μεγαλύτερες σταθερές και εξαιτίας της ομορφιάς του και της δύναμης που εξέπεμπε αείποτε ο χώρος αυτός, αλλά και εξαιτίας της απίστευτης αλλοίωσης και καταστροφής που έχει στις μέρες μας από την επιθετικότητα του ανθρώπου υποστεί, κάτι που πληγώνει αφάνταστα τον καλλιτέχνη και δεν παύει, σε κάθε περίπτωση, να το εκφράζει, διαμαρτυρόμενος γι’ αυτό, είτε με την πένα του, είτε με τον χρωστήρα του. Είτε από  ψηλά, από το Άγιο Πνεύμα και τη Μαδαρή, είτε από τις ταράτσες των σπιτιών, είτε από τ’ αμπέλια στην Τζιανανή, το Κάστρο και η πόλη και τα βουνά και οι λόφοι ήταν η καθημερινή επαφή του καλλιτέχνη και η μόνιμη οπτική απόλαυσή του.



    Η κατάθεση αυτή με τους τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς και την εξαιρετική απεικόνιση του υπέροχου αυτού γενέθλιου τόπου, με έναν υπεύθυνο χειρισμό της γραμμής και του φωτός εντυπωσιάζει και εντυπώνεται στο κοινό. Δεν αποτελεί μόνο μιαν ελκυστική εικονογραφία του τόπου, μιαν απλή παραστατική ζωγραφική, αλλά και μια σύνδεση των αισθήσεων με τη νοσταλγία, τις αναμνήσεις και το συναίσθημα. Με τα εκρηκτικά χρώματα διαστέλλεται η φαντασία  και με το απλό και οικείο ύφος τονίζεται το γλυκό παιγνίδισμα  της διαδρομής από το χωριό στην πόλη, από το Ατσιπόπουλο στο Ρέθυμνο κάτω από τα γλυκόηχα τιτιβίσματα των πουλιών. Από το σήμερα σ’ ένα  παρελθόν που φαίνεται να είναι τόσο μακρινό και από την παιδική ηλικία σε μιαν ωριμότητα βυθισμένη στη βαρύτητα των χρωμάτων.

     Με τα συγκεκριμένα έργα του που παρουσιάζονται, τις μέρες αυτές, στην έκθεση ζωγραφικής του στο Κιμωλία ART CAFE, όπως επισήμανε εμφατικά και ο ίδιος ο καλλιτέχνης εκφράζεται πρώτα απ’ όλα αυτή η αγάπη του για το συγκεκριμένο τοπίο, αλλά και η τόσο σημαντική θέση που αυτό κατέχει στη ζωή του. Αποτελεί τον δικό του ορίζοντα, τον ορίζοντα του Ρεθέμνους από τα δυτικά, από τις παρυφές του χωριού του, του Ατσιπόπουλου, που μονίμως τον έχει μέσα του και τον κουβαλά όπου κι αν βρίσκεται και καθοριστικά τον ορίζει.
         Αξίζει να στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι η συγκεκριμένη ζωγραφική ενότητα αποτελεί τη συνέχεια αυτής που με τον τίτλο «Μνήμης  Έργα» αφορούσε στο Ατσιπόπουλο και παρουσιάστηκε πριν από πέντε χρόνια (2013) στο «Σπίτι του Πολιτισμού», στο Ρέθυμνο, αλλά και αυτής που ως θέμα της είχε τον Κόλπο του Αλμυρού και παρουσιάστηκε με τίτλο «Δοκιμές σ’ ένα  θέμα» στον Βάμο, το 2014.
     Μετά από όλα αυτά, συγχαίρουμε, και πάλι, τον φίλο Αιμίλιο Γάσπαρη μέσα από τη καρδιά μας για τις ευγενικές του αυτές ευαισθησίες, που μόνιμα είτε μέσα από την ποιήσή του είτε μέσα από τη ζωγραφικές του συνθέσεις κουβαλά στα τρίσβαθα της ψυχής του και προσδιορίζουν τον ίδιο και τις δημιουργίες του με τα πιο ευγενικά αισθήματα. Του ευχόμαστε να έχει καλή συνέχεια στις γόνιμες και δημιουργικές αυτές αναζητήσεις του στη ζωγραφική, που γίνονται όλες ανοίγματα φωτός, που αφήνουν από μέσα τους να περάσει και να διαχυθεί πλούσιο το φως των εναγώνιων αναζητήσεών και αναμνήσεών του, σε μίαν αληθινά σπάνια σε πλούτο χρωματική κλίμακα και λάμψη, που μεταγγίζεται και δίνει σε όλους μας δυναμικές διεξόδους σε ό,τι ευγενικό και ωραίο κουβαλά η ψυχή από τα παιδικά χρόνια .


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: "ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ"


                    
ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ.  ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

"ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ" *

Πολλοί είναι οι επιστήμονες που με τις εργασίες τους έχουν συμβάλει στη διάσωση και μελέτη της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η ευλογημένη γη της Κρήτης ευτύχησε να δει αντίστοιχα αξιόλογους ερευνητές που με τις σημαντικές και ρηξικέλευθες μελέτες τους έχουν αναδείξει μεγάλο αριθμό από τον εθνολογικό, γλωσσικό και ονοματολογικό της πλούτο. Ένας από αυτούς είναι, χωρίς αμφιβολία, ο κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης με το εν γένει πολύπτυχο φιλολογικό (ιστορικό, γλωσσολογικό, λαογραφικό) αλλά και ειδικότερα ονοματολογικό του έργο. Κορωνίδα αυτού είναι χωρίς αμφιβολία το μνημειώδες βιβλίο του "Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου" που εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 2011. Και μόνο από την έκδοση του τεράστιου αυτού τοπωνυμικού υλικού θα άξιζε ο συγγραφέας να μπει στο πάνθεον των μεγάλων Κρητών ερευνητών και μάλιστα ονοματολόγων.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό σε όγκο και ποιότητα έργο σε σχέση όχι μόνο με τα κρητικά και ειδικότερα τα ρεθυμνιώτικα τοπωνύμια αλλά και τις εν γένει τοπωνυμικές έρευνες συμβάλλοντας αποφασιστικά στον εμπλουτισμό της ονοματολογικής βιβλιογραφίας με αντίστοιχα εγχειρίδια αναφοράς. Περιέχει 8.000 περίπου τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια από την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου ομαδοποιημένα σε 39 μέρη που αντιστοιχούν στο σύνολο των ισάριθμων χωριών της παραπάνω επαρχίας. Ενδεικτικό εξάλλου αφενός της ερευνητικής δεινότητας και αφετέρου της μεγάλης αγάπης του κ Παπαδάκη τόσο για τα τοπωνύμια όσο και για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη, είναι η ακάματη μεθοδικότητα με την οποία κατάφερε να δαμάσει το τεράστιο αυτό ονοματολογικό corpus που ο ίδιος είχε αποθησαυρίσει και να το παρουσιάσει με τρόπο ονοματολογικά άρτιο για τον ειδικό ονοματολόγο επιστήμονα και εύληπτο για τον μέσο αναγνώστη. Τα τοπωνύμια καθενός από τα 39 χωριά παρουσιάζονται κατ' αλφαβητική σειρά, γεγονός που καθιστά εύκολη την αναζήτησή τους, ενώ δίνεται πλήθος χρήσιμων ονοματολογικών, ιστορικών, εθνολογικών πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες δημιουργίας του κάθε τοπωνυμίου.
Ακόμη, στην προσπάθειά του ο συγγραφέας να παραθέσει τις περισσότερες δυνατές πληροφορίες για το κάθε τοπωνύμιο δεν δίστασε -και ορθώς όπως μαρτυρά το αποτέλεσμα- να αναμετρηθεί με τον ιδιαίτερα ακανθώδη και δύσβατο χώρο της ετυμολογίας. Στην ευστοχία των περισσότερων ετυμολογικών του προτάσεων συνέβαλλαν ασφαλώς τόσο η στέρεη φιλολογική του κατάρτιση όσο και οι γνώσεις του αναφορικά με την κρητική και μάλιστα ρεθυμνιώτικη ντοπιολαλιά αλλά και οι πάμπολλες πληροφορίες που συνέλεξε από τη μακροχόνια επιτόπια έρευνα που, μη φειδόμενος κόπων, πραγματοποίησε. Τέλος, η πληρότητα της τοπωνυμικής βιβλιογραφίας που πλαισιώνει το παραπάνω έργο αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας δεν αρκέστηκε μόνο στην επιτόπια έρευνα και τη διατύπωση προσωπικών απόψεων αλλά εργάστηκε μεθοδικά συμβουλευόμενος ένα μεγάλο αριθμό ονοματολογικών εργασιών.
Ως γλωσσολόγος αλλά και Πρόεδρος της «Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας» αισθάνομαι την ανάγκη να συγχαρώ τον κ. Κωστή Ηλ.Παπαδάκη, λαμπρό μέλος της Εταιρείας μας, για το μνημειώδες αυτό βιβλίο που χάρισε στην επιστημονική κοινότητα και εύχομαι να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλους ερευνητές προκειμένου να συμβάλλουν στη διάσωση του ονοματολογικού πλούτου της χώρας και τη γενικότερη ανάδειξη της επιστήμης της Ονοματολογίας.

                                 Ξενοφών Τζαβάρας


* Την παρούσα κριτική στο βιβλίο του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη: "Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου" (Ρέθυμνο, 2011) απέστειλε και δημοσιεύθηκε στις τοπικές εφημερίδες ο κ. Ξενοφών Τζαβάρας, Δρ. Γλωσσολογίας και Πρόεδρος «Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας» Ελλάδος. Ευχαρίστως την αναδημοσιεύουμε και στο παρόν ιστολόγιό μας.