ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, η Μητρόπολη των χριστιανικών εορτών



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
η Μητρόπολη των χριστιανικών εορτών

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
            www.ret-anadromes.blogspot.com
Το άρθρο μας αυτό ίσως φανεί για μερικούς ότι το ξεκινούμε κάπως «ανάποδα». ενώ, δηλαδή, μιλάμε για Χριστούγεννα, εμείς ξεκινούμε από την Ανάσταση και σ’ ένα μεγάλο μέρος αυτού συνεχίζουμε συμπορευόμενοι με το θείο γεγονός και τη θεολογία τής Αναστάσεως. Και αυτό προκειμένου, όλως οξυμώρως, να στηρίξουμε μιαν αποτελεσματικότερη επιχειρηματολογία γύρω από το βαθύτερο νόημα τής εορτής των Χριστουγέννων!.. Τόσο αλληλένδετα και αλληλοσυμπληρούμενα είναι τα δύο αυτά μέγιστα γεγονότα τού χριστιανισμού, τα Χριστούγεννα και η Ανάσταση.
Εάν, λοιπόν, λέγει ο απόστολος των Εθνών, Παύλος (Α΄ Κορ. 15, 19), ο Χριστός δεν ανέστη, εμείς οι χριστιανοί, οι οποίοι μόνη μας ελπίδα έχουμε Χριστόν Αναστημένο (που με την Ανάστασή Του, δηλαδή, θα μας επιβεβαίωνε ότι θα ακολουθήσει και η ανάσταση η δική μας), θα είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι, οι πιο ελεεινοί και εξαπατημένοι απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι, ο Παύλος χρίει, αυτομάτως, την Ανάσταση ως την υψίστη, τη μεγαλύτερη εορτή τής χριστιανοσύνης. Αλλά και αν ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα είχαμε, φυσικά, ποτέ την Ανάσταση και όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτήν, συμπληρώνει ο ιερός Χρυσόστομος και συνδέει, έτσι, αναπόσπαστα τη Γέννηση τού Σωτήρος με την Ανάστασή Του. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζει τα Χριστούγεννα ως τη “Μητρόπολη των εορτών” τής χριστιανικής πίστης και της ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέρα απ’ όλα αυτά, στη ζωή και στην παράδοση τής Εκκλησίας και οι δύο αυτές μεγάλες εορτές τής Χριστιανοσύνης έχουν μιαν όλως ιδιαίτερα μεγάλη και σπουδαία σημασία, γιατί έπαιξαν και οι δυο σημαντικό ρόλο στην υπόμνηση και διασφάλιση τού ορθοδόξου δόγματος: Όπως το Πάσχα υπογράφει και σφραγίζει το δόγμα τής θεότητας τού Κυρίου, έτσι και τα Χριστούγεννα σφραγίζουν και διασφαλίζουν το δόγμα τής ανθρωπότητάς Του. Στην Ανάσταση βλέπουμε τον άνθρωπο ως Θεό, στη Γέννηση βλέπουμε τον Θεό ως άνθρωπο μες στη φάτνη ανακείμενον.
Έτσι, με το γεγονός τής Βηθλεέμ δεν έχουμε, ουσιαστικά, ανύψωση τού Θεού αλλά ανύψωση και θέωση τού ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς οι άνθρωποι κατά χάρη «θεοί». Ο Θεός στη φάτνη φανερώνεται και γίνεται ως «εις εξ ημών», σαν ένας από εμάς τους κοινούς ανθρώπους. Γι' αυτό και η θεολογία τής σάρκωσης είναι, ουσιαστικά, «κενωτική» θεολογία. Ο Θεός «κατέρχεται», με τη σάρκωσή Του, στον κόσμο μας, «κενούται» (= «αδειάζει») από τη δόξα που είχε, για να υψώσει και «πληρώσει» τον άνθρωπο με τη «δόξα» Του, όπως την ύμνησαν οι άγγελοι την ιερή εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων, στο σπήλαιο τής Βηθλεέμ. Στη Βηθλεέμ, τότε, σαρκώθηκε ο Θεός και γεννήθηκε ο «νέος Άνθρωπος», ο «πνευματικός» Αδάμ. Ο Θεός, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση τής Θεότητας του με τη δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα με αυτήν και την έκανε ναό άγιο του. Έτσι, ο ποιητής τού Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως και τέλειος άνθρωπος. Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι τα Χριστούγεννα παρουσιάζονται πιο πολύ ως η εορτή τού ανθρώπου παρά του Θεού (όπως, αντίθετα, συμβαίνει με την Ανάσταση). Είναι η γενέθλια ημέρα τού Χριστού ως Ανθρώπου, αλλά και του καθενός  από μας  μέσα στην πίστη και την αγάπη τού Θεού. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, από παλιά, κατά των αιρετικών που αρνήθηκαν την ανθρώπινη φύση τού Ιησού (π.χ. των μονοφυσιτών), χρησιμοποίησε ως απόδειξη τη θεία ενσάρκωση και ενανθρώπισή του, ενώ εναντίον εκείνων που αρνήθηκαν και τυφλά ακόμη συνεχίζουν να αρνούνται τη θεία φύση τού Χριστού, τη θεότητά Του, χρησιμοποίησε ως απόδειξη τη θεία Του Ανάσταση. Είναι, λοιπόν, το Άγιον Πάσχα “εορτή εορτών και Πανήγυρις Πανηγύρεων”, αλλά και τα Χριστούγεννα, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, καθίστανται η Μητρόπολη, η Μητέρα και η ρίζα τού συνόλου των εορτών.
Η γέννηση τού Ιησού, ως ανθρώπου, παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία τής ανθρωπότητας και παρόμοια εκφράζονται γι’ αυτήν και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες και συγγραφείς κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Αυτή η σημαντική Δεσποτική εορτή τής κατά σάρκαν γεννήσεως τού Κυρίου είναι ξεχωριστή και, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα γενέθλια οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, αφού στα Γενέθλια αυτά τού Κυρίου εορτάζουμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός τής θείας Γέννησης, το γεγονός ότι "Θεός εφάνη εν ανθρώποις δια γεννήσεως". Τα Γενέθλια τού Σωτήρα, με την έννοια που τους δίνει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ως Θεοφάνια [(από Θεός+ φαίνομαι= θεολογικός όρος που δηλώνει την εμφάνιση, τη φανέρωση τού Θεού)], είναι γιορτή "αρχαιότατη", που- όπως, ίσως, γνωρίζουμε- μέχρι την Δ' εκατονταετία "συνεορταζόταν την 6η Ιανουαρίου, μαζί με τη μεγάλη εορτή τού Βαπτίσματος», με την καθολικότερη επίκληση Επιφάνια [αρχ. ρήμα επιφαίνω/-ομαι= εμφανίζομαι (προκειμένου περί θεού), παρουσιάζομαι αποκαλυπτικά].
Όταν αυτό είναι το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, μπορούμε πολύ καλά να κατανοήσουμε πόσο ανταποκρίνεται στις μέρες μας ο εορτασμός των περισσότερων ανθρώπων στη αληθινή σημασία των Χριστουγέννων. Σίγουρα τα Χριστούγεννα δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι μια εορτή ρουτίνας ή εθιμοτυπίας. Για τους χριστιανούς τής συνείδησης και του βαθύτερου ψυχικού βιώματος τα Χριστούγεννα είναι ένα μυστήριο απρόσιτο, άφατο και ανέκφραστο ακόμα και στον πιο μεγάλο σοφό. Τα Χριστούγεννα είναι πέλαγος και ωκεανός έμπρακτης και ενσάρκου αγάπης, επειδή ακριβώς ο Θεός από βαθιά, ακένωτη προς τον άνθρωπο αγάπη έγινε- διά της Γεννήσεως Του- ένσαρκη εικόνα του, τέλειος άνθρωπος, για να γεμίσει και ολοκληρώσει με τον ωκεανό τής αγάπης Του ολόκληρη την κτίση, λογική και άλογη. Μέσα στην Εκκλησία τα Χριστούγεννα είναι η εορτή που βοηθά τους πιστούς να βιώσουν την ενσάρκωση και ενανθρώπηση τού Χριστού όχι ως ένα αλλοτινό γεγονός, του καιρού εκείνου, αλλά ως μια ζώσα λυτρωτική  πραγματικότητα τού σήμερα. “Σήμερον γεννάται”, ψάλλει τις ημέρες αυτές η Εκκλησία μας και καταλύει τα χρονικά και τοπικά όρια τής ιστορικής πραγματικότητας, μεταφέροντας τους πιστούς σ’ ένα αδιάπαυστο και διαρκές λυτρωτικό παρόν, που εισάγει το θεϊκό μέσα στην ιστορική πραγματικότητα.
«Χρόνια Πολλά» σε όλους και κυρίως χριστοκεντρικά και ανυπόκριτα.

20. Κ Α Ρ Η Ν Ε Σ

ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



                  20. Κ Α Ρ Η Ν Ε Σ


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com

Γενικά στοιχεία για το χωριό- Κοινοτική αναγνώριση

Χωριό τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου και σήμερα δήμου Λάμπης, νομού Ρεθύμνου, κάτοικοι (απογρ. 2001) 218, υψόμ. 540 μ., 35 χλμ. από το Ρέθυμνο, διακλάδωση στο χωριό Μιξόρρουμα αριστερά, στο 26ο χλμ. τού δρόμου προς Σπήλι- Λαμπηνή- Καρήνες. Υπάρχει και άλλος δρόμος από την αρτηρία Αμαρίου. Βολιώνες- Παντάνασσα- Πατσός- Καρήνες.
Η αρχική αναγνώριση της κοινότητας Καρηνών έγινε με το Δ. 6-9-1925, ΦΕΚ Α 260/1925 και προήλθε από την κοινότητα Σπηλίου.
Οικισμοί που αρχικά απάρτισαν την κοινότητα: Καρήνες.
Οικισμοί που αποτελούν σήμερα το Δ. Δ. Καρηνών (κάτ. 218): Καρήνες (κάτ. 218).
Το 1890 οι Καρήνες, ανήκουν στον δήμο Μέρωνος ή Επάνω Δήμο, περιγράφονται δε από τον Εμμ. Λαμπρινάκη ως «κώμη ποιμενική, με ευφόρους γαίας, εξάγουσα ωραίους φασιόλους και άλλα είδη, διακρινομένη δε διά το εύανδρον των κατοίκων της» [1].
Το χωριό πανηγυρίζει στις 14 Σεπτεμβρίου την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όπου συρρέουν πολλοί προσκυνητές και από όλα τα γύρω χωριά. Άλλο πανηγύρι γίνεται στις 8 Σεπτεμβρίου στην Παναγία στην Πέτρα αλλά και στις 6 Αυγούστου στο Σωτήρα Χριστό, όπου λαμβάνουν χώρα και οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης για την Εθνική Αντίσταση και τον Καπετάν Λεμονιά (Νικόλαο Παπαδάκη).
• Πληθυσμιακά- Κτηματολογικά Στοιχεία

Το χωριό αναφέρεται στην πρώην επαρχία Αμαρίου το 1577 από τον Fr. Barozzi (fo27r) ως Carines, επίσης από τον Καστροφύλακα αναφέρονται δυο οικισμοί στον νομό Ρεθύμνου. (K174) ως Carines, με 312 κατoίκους και Carrines με 36 κατοίκους το 1583. Ο Στ. Σπανάκης κάνει την υπόθεση ότι ο μικρότερος οικισμός μπορεί να ήταν χωριστή συνοικία του μεγαλύτερου και αναφέρεται ιδιαίτερα, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις [2]. από τον Basilicata [3] αναφέρεται ως Charines το 1630, το 1834, στην Αιγυπτιακή απογραφή, ως Karines [4], με 4 χριστιανικές και 3 τουρκικές οικογένειες. To 1881 αναφέρεται «Καρίναις» στο δήμο Μέρωνα Αμαρίου με 252 χριστιανούς κατοίκους και το 1900 στον ίδιο δήμο με 275. Το 1920 αναφέρεται «Καρίνες» και αποτελεί την έδρα ομώνυμου αγροτικού Δήμου στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, κάτοικοι 294, το 1928 αποτελεί ομώνυμη κοινότητα και έχει 395 κατ., το 1940 (Καρίναι) κατ. 436, το 1951 κάτ. 398, το 1961 κάτ. 370, το 1971 κάτ. 293, το 1981 κάτ.239, το 1991 κάτ.256 και το 2001 κατ. 218.

• Ερειπωμένοι Οικισμοί

α) Άγιος Ιωάννης Κεφαλά,
β) Καλογεράδω
γ) Πέτρα
δ) Ποταμοί [5] 

• Η ονομασία τού χωριού

Όσον αφορά στο όνομα του χωριού, ο Θεόδωρος Σ. Πελαντάκης σημειώνει ότι το χωριό βρίσκεται σε περιοχή γεμάτη λόφους και βουνά. Ήδη στους χρόνους του Ομήρου «κτίσματα, όπως είναι οι ακροπόλεις, ονομάζονται κάρηνα ‘ως επί λόφων κείμενα’» [6]. Άρα, η προέλευση του τοπωνυμίου είναι ομηρική και πρέπει να γράφεται Καρήνες με [η].
Με την ονομασία, τώρα, Καρήνες θα πρέπει να εννοήσουμε όχι τόσο κτίσματα «ως επί λόφων κείμενα», κατά το ομηρικό απόσπασμα που παραθέσαμε, αλλά τις ίδιες τις κορυφές των ορέων, που, πράγματι, υπεραφθονούν στη εκεί γύρω περιοχή. Και ‘κάρηνα’ [κάρηνον (το), από κάρη (το), αντί του κάρα, η= το κεφάλι], μεταφορικά, ονομάζονται και οι κορυφές των ορέων [7]. Και εδώ, στις Καρήνες, τα διαδοχικά υψώματα δίνουν την εντύπωση πλήθους ‘κεφαλιών’, που ξεφυτρώνουν γύρω σου.
Με πληροφόρησαν, επίσης, οι συνεργάτες μου ότι στο χωριό υπάρχουν πολλές καρυδιές και μου έστρεψαν προς το δέντρο αυτό την απαρχή τού ονόματος τού μακροτοπωνυμίου. Οπότε, μια σχέση τού μακροτοπωνυμίου προς το φυτωνυμικό κάρυον (= καρύδι) καρύα, καρυά, η (= η καρυδιά)- που θα επέβαλε μια γραφή του τοπωνυμίου με [υ] (Καρύνες)- δεν φαίνεται καθόλου απίθανη [8].
Όμως, σχέση τού ονόματος τού χωριού με την ενετική λέξη carina φαίνεται όλως απίθανη, αφού ορεινό όπως είναι δεν δικαιολογεί στην περιοχή του μαρίνες πλοίων κ.λπ.

• Ιστορικά στοιχεία

Είναι γεγονός ότι λόγω του ορεινού του χωριού δεν κατοίκησαν σε αυτό ποτέ Τούρκοι, δεν κάηκε καμιά φορά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Σε σπήλαιο, μάλιστα, του χωριού διέμειναν ο γερμανός στρατηγός Κράιπε και οι απαγωγείς του κατά τη διαδρομή τους από τα Σπήλια Ηρακλείου- όπου τον απήγαγαν- στο Ροδάκινο της επαρχίας Αγ. Βασιλείου, απ’ όπου με υποβρύχιο μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Κάιρο, τον Απρίλιο του 1944.

• Μορφές- Αγωνιστές τού χωριού

Το χωριό ορεινό όπως είναι χαρακτηρίζεται ανέκαθεν για την έντονη και αγνή φιλοπατρία του. Δεν έλλειψε από κανένα προσκλητήριο του Έθνους και έχει να μας επιδείξει άφθονους αγωνιστές στους διάφορους αγώνες τού Έθνους. Έτσι, από τις Καρήνες καταγόταν ο Μακεδονομάχος Βασίλης Στελιουδάκης, επίσης ο Δημήτρης Φραγκιουδάκης, που ανήκε κατά τα χρόνια τής Αντίστασης (1941- 44) στην ομάδα του Πετρακογιώργη, και ο γνωστός καπετάν Λεμονιάς Παπαδάκης (Νικόλαος Παπαδάκης), για τον οποίο, αλλά και τους λοιπούς πεσόντες κατά τη Γερμανική κατοχή έχει στηθεί ηρώο από πέτρα αλφάς στο χωριό.
Μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες τού αντιστασιακού κινήματος στην Κρήτη ο καπετάν Λεμονιάς Παπαδάκης (Νικόλαος Παπαδάκης) γεννήθηκε στις Καρίνες το 1901. Εθελοντής στη Μικρασιατική εκστρατεία την περίοδο τής κατοχής μυήθηκε στο ΕΑΜ από τον καθηγητή Γιάννη Μαθιουδάκη από την Κοξαρέ. Σύντομα (αν και αγράμματος) αναδείχτηκε σε γενναίο καπετάνιο τού Ε.Λ.Α.Σ. Παρέλαβε την αρχηγία του Ε.Λ.Α.Σ στο Ρέθυμνο από τον καπετάν Γιάννη Σπιθουλάκη. Διακρινόταν για τη φιλοπατρία, τη μετριοφροσύνη, την ευστροφία, την τόλμη και την αντρεία του. Έδωσε τις μάχες: α) Ποταμών (11/9/1943) β) Αγριοχώραφο Κουρταλιώτη (29/08/1943) γ) Κρουσανιώτικο Φαράγγι (14/07/1943 και 07/08/1943) δ) Αραβάνες (29/8/1943) ε) Κοξαρές (29/08/1943).
Αν και προσωπικά είχε καταφέρει να θέσει εαυτόν εκτός του εμφύλιου πολεμικού κλίματος τής εποχής, δολοφονήθηκε από χέρι ελληνικό στις 17/01/1945, στη θέση «Κουτσουλίθρα» τού χωριού Κοξαρέ [9].
Αγωνιστές, περαιτέρω, στους διάφορους απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας το χωριό έχει να επιδείξει τους: Ιωάννη Ιωσ. Δασκαλάκη, Ιωσήφ Γ. Δασκαλάκη, Εμμανουήλ Κουτσάκη, Βασίλειο Α. Παλιεράκη, Δημ. Απ. Παλιεράκη, Γεώργιο Ν. Παπαδάκη, Εμμανουήλ Ν. Παπαδάκη, Γεώργιο Σέρδε, Ευάγγελο Σέρδε, Νικόλαο Σέρδε, Αντώνιο Στελιουδάκη, Γεώργιο Στελιουδάκη, Εμμανουήλ ή Αναγνώστη Στελιουδάκη [10].
• Οικογένειες τού χωριού

Οικογένειες του χωριού, σήμερα, είναι: οι Νικολουδάκηδες, Τζουρμπάκηδες, Φραγκιουδάκηδες, Στεφανάκηδες, Γιορταμάκηδες, Σχοινάκηδες, Λαγουδάκηδες, Κουτσάκηδες, Στελιουδάκηδες, Στεφανάκηδες, Μαρκογιαννάκηδες, Τραϊτοράκηδες, Μαραβελάκηδες, Παπαδάκηδες.

• Ναοί τού χωριού

Στο χωριό υπάρχουν αρκετές βυζαντινές εκκλησίες, όπως:
στη θέση Κεφάλα, πλησίον αγροτικής οδού και κοντά στον νεότερο ναό του αγίου Ιωάννου, ο βυζαντινός ναός του αγίου Γεωργίου, του οποίου έχει καταπέσει μεγάλο τμήμα τού δυτικού τοίχου, η δε στέγη έχει μεγάλες ρωγμές και το νερό εισέρχεται μέσα στην εκκλησία με αποτέλεσμα την καταστροφή των περισσοτέρων αγιογραφιών. Σε ετοιμόρροπη κόγχη διακρίνεται ο Παντοκράτωρ κι ένας Ιεράρχης, στο βορεινό δε τοίχο δυο έφιπποι άγιοι [11]. Ο ναός παλιότερα υπαγόταν στην ιερά μονή Αρσανίου και σήμερα χρειάζεται συντήρηση.
Μέσα στο χωριό, πάνω σε λόφο, στέκεται ερείπιο, λόγω κατολισθήσεως τού υπεδάφους, και άλλος ναός τού αγίου Γεωργίου. Του ναού τούτου διατηρείται ο βόρειος μόνο τοίχος και τμήμα τού δυτικού. Από αυτούς, στον βόρειο τοίχο σώζεται τμήμα τής τοιχογραφίας τού αγίου Γεωργίου και στο δυτικό τοιχογραφία του ζεύγους των κτιτόρων- αφιερωτών, που έχουν το ένα τους χέρι στο στήθος και με τα άλλο κρατούν το εκκλησάκι- αφιέρωμα. Την εικόνα των αφιερωτών- κτιτόρων πρώτος φωτογράφησε ο Gerola. Η αγιογραφία αυτή και τμήματα άλλων έχουν αφαιρεθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία και φυλάσσονται σήμερα στον καθεδρικό ναό. Από τους βυζαντινούς ναούς τού χωριού στον Κατάλογο των Gerola- Λασσιθιωτάκη αναγράφονται μόνο ο παρών και ο προηγούμενος, που κατατάσσονται και οι δυο στην επαρχία Αμαρίου, γιατί στην επαρχία αυτήν ανήκαν οι Καρήνες όταν τις επισκέφθηκε ο Gerola [12].
Και τρίτος βυζαντινός ναός τού αγίου Γεωργίου βρίσκεται στην τοποθεσία Χάσικα, ανατολικά του χωριού. Στο ανατολικό τμήμα τής καμάρας διασώζει αγιογραφίες δύο εποχών, στον δε νότιο τοίχο υπάρχουν ίχνη τοιχογραφιών δύο, επίσης, εποχών και δύο ολόσωμοι άγιοι. Τέλος, στην τοποθεσία Πέτρα υπάρχει και τέταρτος ναός τού Αγίου Γεωργίου, του οποίου η στέγη έχει πέσει προ δεκαετιών και από τα όμβρια ύδατα που εισέρχονται σε αυτόν έχουν καταστραφεί οι αγιογραφίες και ίχνη μόνο αυτών διακρίνονται σε όλους τους τοίχους, ενώ στην κόγχη του ιερού διακρίνονται ευκρινώς και οι αγιογραφίες Ιεραρχών συλλειτουργούντων [13].
Δυτικά τού χωριού βρίσκεται ο ναός τού αγίου Αντωνίου, παλιά δίκλιτη βασιλική, που παραμένει ερείπιο από ετών. Παντελώς ερειπωμένοι, με όλως δυσδιάκριτα ίχνη τοιχογραφιών, είναι και ο ναός της Παναγίας, στην τοποθεσία Πέτρα, ΒΔ του χωριού και η Αγία Παρασκευή στην τοποθεσία «Σκαλώματα ή Σκάλα» μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή από δρυς και ελιές. Ο ναός είναι μονόχωρος και ο θόλος του στηρίζεται σε δύο οξυκόρυφα τόξα. Φέρει κωδωνοστάσιο και δυτικά τού ναού υπήρχαν κτίσματα, τα οποία στα χρόνια της κατοχής αποτελούσαν καταφύγιο για τους αγωνιστές τής Εθνικής Αντίστασης.
Η εκκλησία, τέλος, του Τιμίου Σταυρού είναι σήμερα ο Καθεδρικός ναός τού χωριού. Κτίστηκε το 1960 στη θέση τού ομώνυμου παλαιού ναού και είναι ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής. Το βόρειο κλίτος είναι αφιερωμένο στον άγιο Ευστράτιο και το νότιο στην αγία Βαρβάρα. Ο παλιός ναός ήταν, επίσης, ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής αφιερωμένος στον Αστράτηγο (αρχιστράτηγο Μιχαήλ), στον Τίμιο Σταυρό (Ύψωση) και την αγία Βαρβάρα.
Θεωρώ, πάντως, ότι η διαφορά ως προς τον «Άγιο Ευστράτιο» -στον οποίο είναι αφιερωμένο το βόρειο κλίτος τού σημερινού ναού- και τον «Αστράτηγο» (Αρχιστράτηγο Μιχαήλ) -στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο παλαιός ναός-, είναι όλως εικονική και ότι από λάθος το όνομα Αστράτηγος μεταφράστηκε σε Ευστράτιος και καθιερώθηκε σε αυτόν ο νεότερος ναός. Αφού συμφωνούν οι άλλοι δύο Άγιοι του πρώτου ναού με αυτούς του δευτέρου [Τίμιος Σταυρός (Ύψωση) και αγία Βαρβάρα], γιατί να υπάρχει ασυμφωνία μόνο ως προς τον πρώτο, που εξάλλου πρόκειται για ιδιαίτερα σεβαστό στον λαό τής υπαίθρου άγιο; Ιστορικά είναι βεβαιωμένο και από άλλες περιπτώσεις ότι από αρχικό άγιος Αστράτη(γ)ος (=Μιχαήλ Αρχάγγελος) το όνομα, κατά παραφθορά, κατέληξε σε άγιος Ευστράτιος (αρχιστράτηγος <Αϊστράτηγος <Αϊστράτιος <Ευστράτιος). Και αναλυτικότερα. άγιος Αστράτη(γ)ος από το επίθετο "άγιος" και το ουσιαστικό "στρατηγός", δηλαδή ο «άγιος Στρατηγός»- όπως θεωρούνται, ανέκαθεν, από την παράδοση τής Εκκλησίας ο αρχάγγελος Μιχαήλ, μαζί με τον Γαβριήλ, ως αρχηγοί των αγγελικών ταγμάτων- με τον καιρό λησμονήθηκε ότι κάτω από το αρχικό «Α-» κρύβεται η λέξη αϊ (= άγιος), και το «Αστράτηγος» θεωρήθηκε ως απλό όνομα αγίου και, μάλιστα, προστέθηκε και δεύτερο «αϊ-» μπροστά από το όνομα και έλαβε, τελικά, τη μορφή με την οποία το συναντήσαμε παραπάνω: άγιο Αστράτηγο. Σε πολλές περιπτώσεις, στη συνέχεια, (Σακτούρια, Κεντροχώρι, αλλά και εδώ, πιστεύω, στις Καρήνες) το τοπωνύμιο, κατά παραφθορά, κατέληξε άγιος Ευστράτιος (από αρχιστράτηγος & Αϊστράτηγος & Αϊστράτιος & Ευστράτιος) [14].
Τα μόνα κειμήλια που σώζονται απ’ αυτόν τον παλιό ναό είναι τα εικονίσματα τού αρχιστράτηγου Μιχαήλ, του αγίου Ιωάννη τού Προδρόμου, της Κοίμησης τής Θεοτόκου, της Ύψωσης τού Τιμίου Σταυρού, μια εικόνα τής Αναστάσεως, τμήμα τού κεντρικού Σταυρού τού τέμπλου, ένα παλιό ευαγγέλιο τυπωμένο στη Βενετία, το σήμαντρο τού παλιού ναού όπως και μια καμπάνα με παραστάσεις, που βρέθηκε θαμμένη πλησίον τού νότιου τοίχου τού κατεδαφισμένου ναού. Κατά την κατεδάφιση ανεβρέθηκαν πλήθος μνημάτων στο εσωτερικό και το εξωτερικό τού ναού ορισμένα εκ των οποίων ιερωμένων. Ο Gerola μας παρέχει φωτογραφία τού παλαιού κωδωνοστασίου, το οποίο ήταν το αρχαιότερο στον νομό Ρεθύμνης και έφερε επιγραφή με το όνομα τού κτήτορα Φραγκιά Βλαστού- ένα από τα παλιά ονόματα τού χωριού- και τη χρονολογία 1601 [15].

• Το Σχολείο

Το σχολείο τού χωριού λειτούργησε αρχικά ως γραμματοσχολείο (1899), ημιημερήσιο Παντανάσσης-Καρηνών (1900), προάχθηκε σε διθέσιο (1951) κι απ’ τα τέλη τής δεκαετίας του ’70 ως μονοθέσιο, μέχρι το σχολικό έτος 1999- 2000, που έπαυσε να λειτουργεί, έχοντας τέσσερις, μόλις, μαθητές, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο σχολείο τού Σπηλίου. Εκεί μεταφέρθηκαν και τα αρχεία τού σχολείου.
Το παλιό, το πρώτο κτίριο τού σχολείου είχε ανεγερθεί κατέναντι της εκκλησίας τού Τιμίου Σταυρού. Το σχολικό έτος 1927- 28 κτίστηκε το νέο διδακτήριο, το οποίο διατηρείται και σήμερα με χρήματα τού μετέπειτα βουλευτή Μανόλη Παπαδογιάννη και ενέργειες τού Στεφάνου Φραγκιουδάκη [16]. Το συγκεκριμένο κτίριο έχει ιστορική σημασία, καθώς ήταν η έδρα και ο τόπος συνάντησης των καπεταναίων των αντάρτικων ομάδων κατά την Εθνική Αντίσταση 1941-1944 τού νομού Ρεθύμνου. Συγκεκριμένα, στο σχολείο Καρηνών έγιναν δυο μεγάλα συνέδρια. στο δεύτερο εξ αυτών (Απρίλη 1943) οι αντιστασιακές ομάδες (ΕΑΜ) διασπάστηκαν και έγινε αυτό που επιδίωκαν οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Συμμαχικών δυνάμεων, που, δυστυχώς, αποτέλεσε και την αρχή για τον μετέπειτα Εμφύλιο.

• Προϊόντα

Το χωριό, ως ορεινή περιοχή, παράγει πλούσια κτηνοτροφικά προϊόντα, επίσης λάδι, κρασί, και εξαιρετικής ποιότητας φασόλια. Πρόκειται για χωριό με ανεπτυγμένη κτηνοτροφία, διαθέτει, μάλιστα, και σύγχρονο ιδιωτικό τυροκομείο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Εμμ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία τής Κρήτης, 1890, 111.
[2] Στέργ. Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά τής Κρήτης, στο πέρασμα των αιώνων, τ. Α΄, Ηράκλειο 1991, σ. 367.
[3] Στέργιου Σπανάκη, Μνημεία Κρητικής Ιστορίας, Ηράκλειο 1969, τ. V, 130.
[4] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 314.
[5] Στοιχεία για τους ερειπωμένους αυτούς οικισμούς βλ. στον Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, τ. Ε΄, στη σειρά των Εκδόσεων τού Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου, Ρέθυμνο 2011, 269 εξ.
[6] Θ. Σ. Πελαντάκη, «Το όνομα των χωριών Μιξόρρουμα και Καρήνες», Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 23 (1981) 33 και Ι. Πανταζίδου, Ομηρικό Λεξικό (λήμμα «κάρηνον»). Ότι το τοπωνύμιο αφορά σε υψώματα φαίνεται και από τις επόμενες μορφές του, στις οποίες απαντά και ως σύνθετο και ως απλό: στω Gαρώ dο Χαλίκι, στω Gαρώ dο Χάρακα, στω Gαρώ dο Τζίγκουνα, στη Gορφή τω Gαρώ αλλά και ως απλό: στ’ Ακάρη, στ’ Ακάρε. Τα τοπωνύμια αυτά σχετίζονται με το αρχαίο: «ορέων κάρηνα»- από κάρηνον (το), ιων. και ομηρ. κάρη (το), αντί του κάρα, η= το κεφάλι- και αναφέρονται σε κορυφές βουνών και ορέων, που πράγματι υπεραφθονούν στις γύρω περιοχές, του όρους Κέντρος και των Καρηνών, απ’ όπου όλα προέρχονται. Και οι κορυφές των ορέων ονομάζονται έτσι (κάρηνα, κάρη) μεταφορικά, επειδή, ακριβώς, μοιάζουν με κεφαλές.
[7] Πβ. και το έτερον ομηρικό (Ιλ. Α, 39-44):
«ως έφατ’ ευχόμενος , τούδ’ έκλυε Φοίβος Απόλλωνβει δε κατ’ Ολύμποιο καρήνων χωόμενος …» ( = κατέβηκε θυμωμένος από τις κορυφές τού Ολύμπου…).
[8] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, ό.π. (σημ. 5), 276 (σημ. 33).
[9] Από την ιστοσελίδα τού Δήμου Λάμπης (http://www.lambis.gr)
[10] Νικολάου Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα τής τ. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα 2001, 50-54.
[11] Gerola- Λασσιθιωτάκη, Τοπογραφικός Κατάλογος τοιχογραφημένων εκκλησιών τής Κρήτης, Ηράκλειον 1961, σελ. 62/346 και Θεοδώρου Στ. Πελαντάκη, Βυζαντινοί Ναοί τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο 1973, 25.
[12] G. Gerola, Monumenti Veneti Nell’ isola di Creta, Venezia Μ.CM.VΙΙΙ (1908), vol. II, 335, n 38 και Θεοδώρου Στ. Πελαντάκη, ό.π. 25. Από τους βυζαντινούς ναούς τού χωριού στον Κατάλογο των Gerola- Λασσιθιωτάκη αναγράφονται μόνο ο παρών και ο προηγούμενος, που κατατάσσονται και οι δυο στην επαρχία Αμαρίου, γιατί στην επαρχία αυτήν ανήκαν οι Καρήνες όταν τις επισκέφθηκε ο Gerola.
[13] Θεοδώρου Στ. Πελαντάκη, ό.π. 25 και 26.
[14] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Τα Χριστιανικά Τοπωνύμια της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης», Νέα Χριστιανική Κρήτη 23 (2004), 346.
[15] G. Gerola, ό.π., ΙV, 493.
[16] Νικολάου Φασατάκη, Η τ. επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, Αθήνα 2003, 358.

«Το Ρέθυμνο τής Καρδιάς μας» (Ποίηση Ρεθεμνιωτών, μελοποιημένη από τον Μπάμπη Πραματευτάκη)

        «Το Ρέθυμνο τής Καρδιάς μας»
(Ποίηση Ρεθεμνιωτών, μελοποιημένη από τον Μπάμπη Πραματευτάκη)

                ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ήταν μια σπάνια προσφορά για τα Γράμματα και την Τέχνη και τον μουσικό πολιτισμό τού Ρεθύμνου η «βραδιά αφιέρωμα» στην «Ποίηση Ρεθεμνιωτών, μελοποιημένη από τον Μπάμπη Πραματευτάκη», με τον βαθιά φορτισμένο τίτλο: «Το Ρέθυμνο τής Καρδιάς μας», που μας προσέφερε την Τρίτη το βράδυ, 11-12-2012, στο Ωδείο τής πόλης μας, ο Σύνδεσμος Διαδόσεως Καλών Τεχνών Ρεθύμνου και η Πολιτιστική Αναγέννηση.
«Εγώ μερικές μόνο νότες προσέθεσα στην ποίηση των ρεθεμνιωτών», κατέθεσε μετριοφρόνως, στο κλείσιμο τής εν λόγω μουσικής βραδιάς για το Ρέθυμνο και την Ποίησή του, ο Μπάμπης Πραματευτάκης. Κι έκανε, όμως, με τις νότες αυτές την ποίηση τους ένα γλυκό, ευαίσθητο και ευγενικό άκουσμα, ένα τραγούδι που πέρασε και ζωντάνεψε με τη φωνή των ρεθεμνιωτών ερμηνευτών και τα δεξιότεχνα χέρια των μουσικών τής 9μελούς Ορχήστρας, υπό τη στιβαρή καθοδήγηση τού ίδιου τού μουσικοσυνθέτη. Ήταν μια βραδιά αληθινό «ρεθεμνιώτικο όνειρο», που προσφέρθηκε με αγάπη από Ρεθεμνιώτες δημιουργούς για «Το Ρέθυμνο τής καρδιάς μας» και κυριολεκτικά εντυπωσίασε και μάγεψε το πολυπληθές μουσικόφιλο κοινό.
Η μουσική αρχίζει από εκεί όπου τελειώνουν τα λόγια και η πραγματικότητα τής εν λόγω συναυλίας απέδειξε σαφώς ότι η μουσική, ως μέσο έκφρασης ποικίλων ανθρωπίνων συναισθημάτων, μας κάνει να συνειδητοποιούμε τον ωκεανό αυτόν τής δημιουργίας και της ατομικής ύπαρξης, στην απεραντοσύνη τής οποίας κι εμείς αποτελούμε ένα κομμάτι, αλλά προσοχή όχι το απομονωμένο κομμάτι που θα είμαστε, αν έλειπε η μουσική.
Στη μελοποίηση τής «ρεθυμνίας ποίησης» από τον Μπάμπη Πραματευτάκη μπορέσαμε να διακρίνουμε την εκπληκτική ευστοχία τού συνθέτη στην επιλογή τού μουσικού ύφους τού κάθε τραγουδιού, προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένους συναισθηματικούς- επικοινωνιακούς στόχους με τον «αναγνώστη» τής μουσικής του. έτσι, από το αγέρωχο [στο «Ρέθυμνο πόλη τής ανοχής» (του Γ. Φρυγανάκη)], περνά άνετα στο ρομαντικό [στο «Κι αν είναι για το Ρέθεμνος» (του Μ. Κούνουπα) και στο «Ονειρεμένο Ρέθεμνος» (του Κωστή Καλλέργη ΚΙΓΚ)] και από το ρομαντικό στο αγωνιώδες και νοσταλγικό [στο «Χαμένη μου Ιθάκη» (της Ι. Βιτσικουνάκη)] και το έντονα συναισθηματικό [στο «Παντέρμη ώρα μισεμού» (του Γ. Καλομενόπουλου) και στο «Ρέθεμνος» (του Δ. Αετουδάκη)] και, τέλος, στο χαρούμενο, το εύθυμο, το ζωηρό και ελπιδοφόρο [στο «Μετερίζι τής Ελπίδας» (της Εύας Λαδιά)], ενώ σε όλα τα κομμάτια διακρίναμε ένα στυλ γεμάτο γούστο και "φινίρισμα" και μια φανερή τάση για ένα πλούσιο αρμονικό και ηχοχρωματικό λεξιλόγιο, αλλά και μια γενναία προδιάθεση να παραμείνουν τα πάντα στα όρια τής σοβαρής μουσικής δεοντολογίας, ελεύθερα και αποδεσμευμένα από τυπικά και προκαθορισμένα σχέδια.
Και τη θεμελιώδη αυτήν ευστοχία τού μουσικού ύφους και σχεδιασμού από τον μουσικοσυνθέτη, συμπλήρωσαν, για μια αποτελεσματικότερη ολοκλήρωση τού μουσικού λόγου και της παρτιτούρας, οι επιλεγμένες φωνές των τραγουδιστών και των μουσικών εκτελεστών με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα και τη γενναιοδωρία των φωνών τους οι πρώτοι και τα πλούσια και εναλλασσόμενα χρωματικά ποικίλματα και μοτίβα οι δεύτεροι. Όλοι τους είχαν την ευκαιρία να αποτυπώσουν το πλήρες καλλιτεχνικό διαμέτρημά τους, χαρίζοντας στο φιλόμουσο κοινό μιαν ερμηνεία λαμπερή, ανάλαφρη, φωτεινή, ανεπιφύλακτα δυναμική και υπερδεξιοτεχνική, με εντυπωσιακή ευκρίνεια και καθαρότητα, ευέλικτες αρθρώσεις και πλαστικότητα ήχου, αποδεικνύοντας μεγάλη, ασφαλώς, επεξεργασία και εξοικείωση, που ενθουσίασε πραγματικά το ακροατήριο.
Και για την ιστορία, νιώθουμε την ανάγκη να παραθέσουμε, στο σημείο αυτό, όλους τους βασικούς συντελεστές τής όμορφης αυτής μουσικής βραδιάς, με το ξεχωριστό «ειδικό βάρος», που αποτέλεσε, ασφαλώς, μια γενναιόδωρη ποιητική απάντηση και αναδρομή στην ιστορία τού τόπου μας και, ακόμα, μια μέρα ευγνωμοσύνης, μέθεξης και μετοχής στα συναισθήματα αγάπης των εν λόγω ρεθεμνιωτών ποιητών για τον τόπο μας, ενώ για ορισμένους από αυτούς και μια μέρα «μνήμης» και ανάμνησης, αφού, αυτοί οι τελευταίοι, έχουν παύσει, προ πολλού, να υπάρχουν στη ζωή. 
Ποιητές, λοιπόν, της βραδιάς: Δημήτρης Αετουδάκης, Ιωάννα Βιτζικουνάκη, Ζήνων Ζαννέτος, Κώστας Καλλέργης (Κ.Ι.Γ.Κ.), Γιώργης Καλομενόπουλος, Κωνσταντίνος Κόστας, Μανόλης Κούνουπας, Μανόλης Κουτσουράκης, Εύα Λαδιά, Σπύρος Λίτινας, Γιάννης Τσουδερός και Γιώργος Φρυγανάκης.
Τραγουδιστές: Φέφη Βαλαρή, Νίκος Μαρκαντώνης, Μαριέλλα Βιτώρου, Κατερίνα Χριστουλάκη, Ρωμανός Σκουμπουρδής, Αγάπη Κακλή, Γιώργος Βεριδάκης, Κωνσταντίνος Κόστα και
Μουσικοί: Φλάουτο: Παναγιώτα Χατζηδάκη, Κλαρίνο: Μανόλης Πίτερης, Γιώργος Αγριμάκης, Τρομπέτα: Αντώνης Μαυράκης, Κιθάρα: Αντώνης Καπανταϊδάκης, Κιθάρα μπάσο: Παύλος Τομζάς, Μπουζούκι: Γιώργος Βεριδάκης, Ακορντεόν: Κατερίνα Χριστουλάκη, Πιάνο: Ελένη Περπιράκη και Κρουστά: Αντώνης Ζαχαράκης. 
Σημαντική, περαιτέρω, υπήρξε η παρουσία στο «Ρέθυμνο τής καρδιάς μας» και των κάτωθι παραγόντων: στη σκηνοθεσία τού Κων. Κόστα, στο Βίντεο τής Εύας Λαδιά, στην Αφήγηση τού Τάσσου και της Βίκυς Κόλλια, στο χορευτικό μοτίβο τού παραδοσιακού χορευτικού συλλόγου «Ερωφίλη» και, τέλος, στο χόρδισμα τού πιάνου τού Βαγγέλη Παπαδάκη.
Το πανηγυρικό κλείσιμο του Προγράμματος από όλους τους τραγουδιστές με το τραγούδι «Στο μετερίζι τής ελπίδας», της Εύας Λαδιά, αποδείχτηκε το ιδανικότερο μουσικό επιδόρπιο μιας σπάνιας καλλιτεχνικής βραδιάς, που μίλησε στην καρδιά τού ρεθεμνιώτικου κοινού. Θερμά συγχαρητήρια σε όλους!
____________________

Ως υστερόγραφο στο παρόν μουσικό κριτικό σημείωμά μας, υπενθυμίζουμε και την «ΕΚΘΕΣΗ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ», που θα πραγματοποιηθεί από 10- 20 Δεκεμβρίου, στο Σπίτι τού Πολιτισμού, από τον ίδιο φορέα, την Πολιτιστική Αναγέννηση (που συμμετείχε στην οργάνωση και της παραπάνω συναυλίας), με τη συνεργασία, εδώ, της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου και υπό την αιγίδα τής Αντιπεριφέρειας και του Δήμου Ρεθύμνου/ Κ.Ε.Δ.Η.Ρ.
Τα εγκαίνια τής Έκθεσης θα γίνουν την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου και ώρα 20.00.
Ώρες λειτουργίας: 10.00 – 13.00 και 18.00 - 21.00.


ΕΛΠΙΝΙΚΗ ΝΙΚΟΛΟΥΔΑΚΗ- ΣΟΥΡΗ / ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ



ΕΛΠΙΝΙΚΗ ΝΙΚΟΛΟΥΔΑΚΗ- ΣΟΥΡΗ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ


    ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Και άλλα μνημεία λόγου τού Λαϊκού μας Πολιτισμού
    [Γραφικές Τέχνες ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ, Αρχάνες 2012, σχ. 8ο (17Χ24), σσ. 480]  

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

  Οι Καθηγητές τού Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης τού Πανεπιστημίου Κρήτης Ελπινίκη Νικολουδάκη- Σουρή και Νικόλαος Ε. Παπαδογιαννάκης είναι πολύ γνωστοί στους φιλολογικούς κύκλους τής πόλης μας τόσο για το σοβαρό επιστημονικό έργο τους, που σε ένα μεγάλο μέρος αφορά και τα Γράμματα τής Κρήτης, όσο και για τη λοιπή κοινωνική δράση και καταξίωσή τους. Της δημιουργικής συνεργασίας τού παραπάνω ερευνητικού διδύμου έχουμε ήδη λάβει γνώση και από το τελευταίο τους βιβλίο: «Σεβαστέ μου θείε, την δεξιάν Σας ως υιός κατασπάζομαι» (σελ. 694, Ρέθυμνο/Χανιά 2009).
Σήμερα, νέο προϊόν τής αγαστής πνευματικής δημιουργίας τους είναι ένας τόμος 480 σελίδων, με τον τίτλο: «Κρητικά Παραμύθια» και υπότιτλο: «Και άλλα μνημεία λόγου τού Λαϊκού μας Πολιτισμού». Ο τόμος αυτός αποτελεί την απορροή και το απαύγασμα ενός πολύτιμου αρχειακού υλικού, έργου ζωής τής συλλογέα του κ. Ειρήνης Ταχατάκη, από τις Αρχάνες Ηρακλείου, που το συγκέντρωνε επιμελώς επί σειράν ετών, τιμήθηκε, ως χειρόγραφος αρχειακή συλλογή, από την Ακαδημία Αθηνών (2001) και τώρα είχε την καλή τύχη να περιέλθει στα ικανά χέρια των δύο παραπάνω πανεπιστημιακών ερευνητών, προκειμένου να το επιμεληθούν φιλολογικά με σεβασμό και αγάπη και να του προσδώσουν φως και μορφή, μετασχηματίζοντάς το σε ένα εξαιρετικά καλαίσθητο και χρηστικό βιβλίο.
Η κ. Ειρήνη Ταχατάκη- σύμφωνα με τον περιεκτικό χαρακτηρισμό τής κ. Βικτωρίας Παπαδάτου, που προλογίζει το εν λόγω έργο- είναι η δασκάλα, η λαογράφος, η ζωγράφος, η κεντήστρα παλιών, ιδιαίτερα, μοτίβων, η λάτρης τής ιστοριοδιφικής δουλειάς και της παράδοσης, με τις πλούσιες ιστορικές, αισθητικές, φυσικές γνώσεις, αποτελώντας έτσι κάτι το ξεχωριστό, το πολυσχιδές και ανάμικτο, που όλο και προσφέρει στους άλλους από τον θαυμαστό πλούτο που η ίδια έχει συλλέξει.
Την έκδοση χαιρετίζει ο κ. Μανόλης Σαμαριτάκης, Πρόεδρος τού «Πολιτιστικού- Φυσιολατρικού και Εκδρομικού Συλλόγου Αχαρνών “Η Χαραυγή”», που χρηματοδότησε ευγενικά την παρουσιαζόμενη έκδοση, αναγνωρίζοντας ότι στο έργο αυτό περικλείνεται η ψυχή τού τόπου τους, των Αχαρνών, και διασώζεται όλη η ζεστασιά τής μνήμης τόσων και τόσων δικών τους ανθρώπων, που εκπροσωπούνται μέσα στον τόμο αυτόν ως «συντελεστές» τής έκδοσής του. Ξεχωριστή, βέβαια, τιμή σε αυτούς τους τελευταίους, τους συντελεστές, απονέμεται και μέσω του ειδικού κεφαλαίου τής έκδοσης, όπου παρατίθενται τα βιογραφικά στοιχεία όλων όσων αφηγήθηκαν παραμύθια ή απέδωσαν ποιήματα στην Ειρήνη Ταχατάκη. Και τι το ευγενικότερο, το Μέρος αυτό του βιβλίου να συντάχθηκε από την ίδια την συλλογέα τού λαογραφικού υλικού, την κ. Ειρήνη Ταχατάκη, ως αντίδωρο ευχαριστίας και τιμής σε όλες εκείνες που της εμπιστεύτηκαν τα αποθέματα τής ψυχής τους, τα παραμύθια και τις λαϊκές αυτές αφηγήσεις που οι ίδιες άκουγαν, ως μικρά κορίτσια, ποιος ξέρει πόσες φορές, στις βεγγέρες που γίνονταν, τον καιρό εκείνο, τα βράδια, τακτικά και από σπίτι σε σπίτι. Γιατί τα παραμύθια αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη πραγματικότητα, μια βαθιά αναγκαιότητα τής λαϊκής ψυχής, την οποία ο μελετητής τους καλείται να σκύψει βαθιά και να την ανακαλύψει και, ανακαλύπτοντάς την, να βρει ολόφωτη μπροστά του την αλήθεια.
Τα τεράστιο αυτό προϊόν πολυετούς μόχθου τής Ειρήνης Ταχατάκη, στον παρόντα τόμο, περιέχει τα εξής μνημεία λόγου τού λαϊκού μας πολιτισμού: α) σαράντα οκτώ παραμύθια των περιοχών Αρχανών και Καστελλίου, β) επτά «παραμιές» (= παροιμίες), γ) έντεκα αφηγήσεις για νεράιδες και «μαγεμένους» τόπους, δ) τέσσερις αφηγήσεις για την υφαντική και τη μαγειρική, ε) δεκαοχτώ αρχανιώτικες παραλλαγές δημοτικών τραγουδιών και στ) τρία μοιρολόγια τής Αρχανιώτισσας λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Αδαμάκη. Εξαιρετικά σημαντικό θεωρούμε ότι στα παραπάνω μνημεία λόγου διατηρείται η αυστηρή προσήλωση στις αφηγήσεις των ντόπιων παραμυθάδων ή παραμυθούδων (κατά το παράδειγμα τού θεμελιωτή τής ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη), χωρίς να υιοθετούν κανένα εξωραϊσμό ή εξομάλυνση τής ντοπιολαλιάς. Αυτό, κατά τιμητική ομολογία των Επιμελητών τής έκδοσης, είναι που τους ώθησε στην έκδοση των παραμυθιών, γιατί στη γοητεία των αφηγηματικών φωνών απαθανατίζεται και αναδεικνύεται καλύτερα το πηγαίο ύφος τής γνήσιας προφορικής παράδοσης.
 Τον πολύτιμο αυτόν κώδικα τού λαϊκού μας πολιτισμού ταξινόμησαν και επιμελήθηκαν, σύμφωνα με τα πορίσματα τής σύγχρονης παιδαγωγικής – λαογραφικής επιστήμης, η Ελπινίκη Νικολουδάκη και ο Νικόλαος Παπαδογιαννάκης. προσέθεσαν θαυμάσια «Εισαγωγή» εβδομήντα, περίπου, σελίδων, πραγματική συμβολή στη μελέτη τού Παραμυθιού, και έθεσαν ως κατακλείδα τού όλου έργου χρήσιμο «Γλωσσάριο» τής «Κρήσσας» διαλέκτου, πλούσια εμπλουτισμένο με την ετυμολογία, τη διαχρονική, μορφολογική και σημασιολογική εξέλιξη των διαλεκτικών λέξεων.
Ειδικότερα, της θαυμάσιας αυτής «Εισαγωγής» το μεγαλύτερο μέρος αφιερώνεται στα παραμύθια, των οποίων γίνεται πλήρης και εμπεριστατωμένη φιλολογική μελέτη. αναλύονται στοιχεία αυτών, εντοπίζεται η ωφέλειά τους, κατατάσσονται στο βιβλίο κατά το είδος τους (μαγικά, νοβελιστικά, ευτράπελα, παραμύθια με ζώα), ανακαλύπτονται οι δρώσες σε αυτά, με τις μαγικές ιδιότητες τους, δυνάμεις (ο ήλιος, το φεγγάρι, το μαγικό πουλί, ο δράκος, ο θεός, οι μοίρες κ.λπ), που, ανάλογα με το παραμύθι, καθίστανται ο Ήρωας, ο Αντίπαλος, ο Βοηθός, ο Δωρητής κ.λπ., κατανοείται η ιστορική, πολιτισμική και παιδαγωγική σημασία των παραμυθιών, και μάλιστα της συγκεκριμένης συλλογής, για τον τόπο και την επιστήμη τής Λαογραφίας, αλλά γενικότερα και για τη λαϊκή μας λογοτεχνία, τη διάλεκτο και την επικοινωνία των παιδιών μας με αυτήν. Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό θεωρούμε και το κεφάλαιο τής «Εισαγωγής» που αφορά στη γλώσσα των παραμυθιών, που, στα συγκεκριμένα παραμύθια των Αχαρνών, είναι η Κρητική διάλεκτος, στη μορφή τού ανατολικού ιδιώματος. Της γλώσσας αυτής εξετάζεται λεπτομερώς η Φωνολογία με σχετική, κάθε φορά, παραπομπή για το κάθε γλωσσικό φαινόμενο στο αντίστοιχο παραμύθι.
Πρόκειται, τώντις, για ένα βιβλίο συμβολή στο παραμύθι, το «λάλον ύδωρ» τής ελληνικής μας Παράδοσης, που- όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι Επιμελητές- δεν αφήνει το μυαλό τού ανθρώπου να αφυδατωθεί και το βοηθά στο να βρίσκει λύσεις. Για άλλη μια φορά θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε αφενός την συλλογέα τού πολύτιμου υλικού κ. Ειρήνη Ταχατάκη και αφετέρου τους εκλεκτούς και δόκιμους Επιμελητές αυτού Ελπινίκη Νικολουδάκη- Σουρή και Νικόλαο Ε. Παπαδογιαννάκη και τους ευχόμαστε να έχουν υγεία και δύναμη, για να συνεχίζουν για πολλά έτη τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά τους στον χώρο των Κρητικών, και όχι μόνο, Γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή τους.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΘΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ


 ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΘΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

  Το Ημερολόγιο τού Γιάγκου Μασσέλου (1927- 1928)

           [Εταιρεία Γραφικών Τεχνών «ΑΒΕΛ», Αθήνα 2012, σχ. 8ο (21Χ15), σσ. 207]


                              ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
                                                                                    
Με τον όρο αυτοβιογραφία χαρακτηρίζουμε, συνήθως, ένα συνεχές αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο ένας άνθρωπος καταγράφει ο ίδιος την ιστορία τής ζωής του ή ενός μόνο μέρους αυτής. Η αυτοβιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις, γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από τα όσα εξιστορεί. Στην αυτοβιογραφία ανήκει και το Ημερολόγιο, στο οποίο βιογράφος είναι αυτός ο ίδιος ο αυτοβιογραφούμενος και αφορά στη συστηματική καταγραφή από ένα άτομο των πιο σημαντικών γεγονότων τής προσωπικής του ζωής. Κατά κανόνα δεν γράφεται για να δημοσιευτεί ή να διαβαστεί από άλλους πλην τού ίδιου τού συγγραφέα του. Γι’ αυτό και ειδικά χαρακτηριστικά αναγνώρισης τού ημερολογιακού είδους είναι ο προσωπικός- εξομολογητικός χαρακτήρας του, η κυριαρχία τού α΄ ρηματικού προσώπου, η αποσπασματικότητα και το γεγονός ότι στην καταγραφή είναι όλα ιδωμένα κάτω από την οπτική γωνία τού ατόμου που κρατά το ημερολόγιο.
Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά τού είδους ανευρίσκουμε πλουσίως στο βιβλίο που γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας με τον τίτλο: «Η στρατιωτική θητεία ενός Μικρασιάτη στην Αθήνα τού Μεσοπολέμου» και υπότιτλο: «Το Ημερολόγιο τού Γιάγκου Μασσέλου (1927- 1928)» του φιλολόγου, ιστορικού, λογοτέχνη, δημοσιογράφου και εκδότη (από το έτος 1979) τού περιοδικού «Παριανά» (Α΄ βραβείο τής Ακαδημίας Αθηνών) κ. Νίκου Χρ. Αλιπράντη, από το όμορφο νησί τής Παναγίας τής Εκατονταπυλιανής, την Πάρο, ώστε να μπορούμε να το κατατάξουμε στο είδος αυτό τής ημερολογιακής αυτοβιογραφίας.
Στο Ημερολόγιό του ο αυτοβιογραφούμενος 21χρονος Μικρασιάτης πρόσφυγας Γιάγκος Μασσέλος)- ο οποίος, να σημειωθεί, είναι ο πενθερός τού συγγραφέα κ. Αλιπράντη- καταγράφει βήμα προς βήμα, με έναν χαρισματικό ερασιτεχνισμό, την καθημερινή στρατιωτική του ζωή για διάστημα, όμως, έντεκα, μόλις, μηνών (από Οκτώβριο 1927 μέχρι και 25 Αυγούστου 1928), την οποία διηγείται με απρόσμενη ωριμότητα, παρά το νεαρότατο τής ηλικίας του, ζωγραφίζοντας, ταυτόχρονα, με τα πιο ζωηρά χρώματα τη ζωή και τις εξοχές τής Αθήνας τής εποχής εκείνης. Θα ήταν ευχής έργο η διάσωση Ημερολογίων τού είδους αυτού, που είναι αυτή η ίδια η ιστορία τού τόπου μας γραμμένη σε πρώτο χέρι, αυθεντική, γνήσια, καθαρή από ανθρώπους που έζησαν και βίωσαν «στο πετσί» τους την ζωή και τα γεγονότα κάποιων ιστορικών περιόδων [πβ., στο σημείο αυτό, και το γνωστό Ημερολόγιο τής Γερμανοεβραίας έφηβης Άννας Φράνκ, αυτήν την de profundis (εκ βαθέων) αποκάλυψη με τη φωνή ενός μικρού παιδιού, που ενσωματώνει τον αποτροπιασμό τού φασισμού περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο τής Νυρεμβέργης (Jan Romein)].
Το παρουσιαζόμενο βιβλίο- μετά τα λίαν διαφωτιστικά «Προλογικά» στοιχεία γύρω από την περίοδο τού Μεσοπολέμου, κατά την οποία γράφτηκε το Ημερολόγιο-  χωρίζεται σε δυο μέρη . το πρώτο μέρος αποτελεί μια θαυμάσια όσο και ενδιαφέρουσα «Εισαγωγή στις Αναμνήσεις και σημειώσεις» τού 21χρονου Μικρασιάτη πρόσφυγα Γιάγκου Μασσέλου, μέσα από τρία άρθρα που ο κ. Αλιπράντης είχε δημοσιεύσει κατά τα έτη 2005, 2008 και 2009, από το «Αθηναϊκό Ημερολόγιο» των Γιάννη Κ. Καιροφύλα και Στρατή Γ. Φιλιππότη. Με τα άρθρα του αυτά ο κ. Αλιπράντης κάνει γνωστό το εν λόγω χειρόγραφο τού Μασσέλου, παραθέτοντας χωρία από τις εγγραφές του που αφορούν σε πορείες τού Συντάγματός του στις εξοχές τής Αττικής και στα προάστια τής Αθήνας, καθώς και σε άλλα προσωπικά σύμβαντα τού συντάκτη του. Στο Δεύτερο Μέρος παρατίθεται ως έχει το χειρόγραφο Ημερολόγιο τού πρόσφυγα Γιάγκου Μασσέλου.
Το στρατόπεδο τού Μασσέλου βρισκόταν στα «Παραπήγματα», στο κέντρο τής σημερινής Αθήνας- η ονομασία, προφανώς, λόγω τού είδους των κτιριακών εγκαταστάσεων που υπήρχαν- και εκτεινόταν από τη σημερινή Μονή Πετράκη ως τους Αμπελοκήπους. Σήμερα η έκταση αυτή, αριστερά τής λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας (τότε λεγόταν Κηφισίας), κατέχεται από το κτίριο τού Νοσηλευτικού Ιδρύματος τού Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΙΤΣ), το Πάρκο Ελευθερίας, όπου το άγαλμα τού Βενιζέλου, το Μέγαρο Μουσικής και την Αμερικανική Πρεσβεία. Από αυτό, λοιπόν, το κεντρικότατο σημείο τής σημερινής Αθήνας, το σύνταγμα τού Γιάγκου Μασσέλου πραγματοποιούσε τακτικές πορείες εξακτινώμενο προς όλες τις σημερινές συνοικίες, που τον καιρό εκείνο ήταν χωριά τής Αθήνας.              
Το Ημερολόγιο- όπως έχουμε ήδη επισημάνει- καλύπτει μια μικρή περίοδο έντεκα, μόλις, μηνών (από Οκτώβριο 1927 μέχρι και 25 Αυγούστου 1928). Στο διάστημα αυτό τού Μεσοπολέμου δεν συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα, ώστε ο συγγραφέας τού παρουσιαζόμενου βιβλίου να εστίαζε σε αυτά. Στρέφει γι’ αυτό- όπως αφήσαμε ήδη να διαφανεί- το κύριο ενδιαφέρον του στη γοητευτική ομορφιά τού αττικού τοπίου τής εποχής εκείνης- όπως αυτή αποτυπώνεται στο Ημερολόγιο τού Μασσέλου- στο εύδιο φως και στις πάναγνες ευωδιές των βόρειων εξοχών και προαστίων τής παλιάς Αθήνας. Ο κ. Αλιπράντης με το βιβλίο του αυτό καταφέρνει, πραγματικά, να μας μεταφέρει στην όμορφη ατμόσφαιρα και τα τοπία τής εποχής εκείνης, όταν όλα ήταν, ακόμα, ειρηνικά, απλά και εγκάρδια και ευωδίαζαν καλοσύνη, παραθέτοντας μας, περαιτέρω, εξαιρετικά πλούσια στοιχεία για την τότε Αθήνα από πλήθος, για την αθηναϊκή ενδοχώρα, σύγχρονων μελετών.
Έτσι, το βιβλίο τού κ. Αλιπράντη καθίσταται ένας πολύτιμος για τις λεπτομέρειές του θησαυρός πληροφοριών για την παλιά Αθήνα αλλά και για τους πρόσφυγες, λόγω ακριβώς τής προσφυγικής ιδιότητας τού συντάκτη τού Ημερολογίου, Γ. Μασσέλου. Ως προς το πρώτο- την πληροφόρηση, δηλαδή, που το συγκεκριμένο βιβλίο μάς παρέχει για την παλιά Αθήνα- χαρακτηριστικό παράδειγμα προσκομίζουμε την αναφορά του στην Όμορφη Εκκλησιά ή Ομορφοκκλησιά (Βέικου παλιότερα), κοντά στο τέρμα τού λεωφορείου Γαλατσίου, όπου υψώνεται το χαριέστατο τούτο βυζαντινό μνημείο τού 12ου αιώνα, που τιμά τη μνήμη τού αγίου Γεωργίου. Εδώ ο κ. Αλιπράντης αφιερώνει πέντε ολόκληρες σελίδες με αναφορές του σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα, για το πολύτιμο αυτό μνημείο, των Δ. Πικιόνη, Δ. Καμπούρογλου, Φ. Κόντογλου  Μ. Χατζηδάκη κ.ά.
Ως προς το δεύτερο στοιχείο προσφοράς, το παρουσιαζόμενο βιβλίο καθίσταται ένα θαυμάσιος ύμνος για τους χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν κατακλύσει το λεκανοπέδιο τής Αττικής, καταγράφοντας όλη την ιστορία τού προσφυγικού ζητήματος και των προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Αθήνα (Καισαριανή, Βύρωνα, Υμηττό, Ν. Φιλαδέλφεια, Ν. Ιωνία, Ζωγράφου, Περιστέρι, Κοκκινιά κ.λπ.). Οι προσφυγικές αυτές εγκαταστάσεις, σημειώνει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, δεν αλλοίωσαν σχεδόν καθόλου το πρόσωπο τής Αττικής, καθώς σε εκτάσεις έρημες, χωρίς πράσινο, όπως βλέπουμε σε παλαιές φωτογραφίες τής εποχής, «φύτρωσαν» τα σπιτάκια των προσφύγων ομοιόμορφα σαν κουτιά, μονώροφα ή διώροφα, πλινθόκτιστα, που, μετά το έτος 1923, μια νέα κατάσταση άρχισε να εμπεδώνεται και να δημιουργούνται νέοι δήμοι και νέες κοινότητες στην Αττική.
          Η μετατροπή των ημερολογιακών σημειώσεων τού πρόσφυγα στρατιώτη Γιάγκου Μασσέλου σε αφηγηματικό λόγο από την πένα τού κ. Αλιπράντη έγινε κατά τρόπο αριστοτεχνικό. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί πρόσωπα, στήνει σκηνικά δράσης και γενικά φωτίζει τα γεγονότα τού Ημερολογίου με ποικίλες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες, συμμετέχοντας σε αυτά ενεργά, βιώνοντας το πρωτότυπο κείμενο τού αυτοβιογράφου του και συμμετέχοντας σε αυτό ως πρωταγωνιστής ή ως αυτόπτης μάρτυρας. Αυτοβιογράφος και συγγραφέας μιλούν στην ίδια γλώσσα και στο κείμενο επιτυχώς επικρατεί το α΄ ρηματικό πρόσωπο τού πρωτότυπου κειμένου, ενώ ο συγγραφέας με την καλλιέπεια και κομψότητα τού λόγου του προσφέρει στον αναγνώστη του την αισθητική απόλαυση.
          Σε κάποιες περιπτώσεις ο συγγραφέας διορθώνει τον συντάκτη τού Ημερολογίου, σε χιλιομετρικές, κυρίως, αποστάσεις, που τις υπολόγιζε από μνήμης, «πέφτοντας» συχνά έξω στους κατά προσέγγιση υπολογισμούς του.
Το βιβλίο κοσμείται από πλήθος φωτογραφιών τής εποχής τού Ημερολογίου, που βρίσκονται πάντα σε σύγκριση και αντιπαράθεση με μια εικόνα σύγχρονη, τού ίδιου θέματος, αποτυπωμένου σε σύγχρονες φωτογραφίες, τις οποίες τράβηξε ο ίδιος ο συγγραφέας, που, για τον σκοπό αυτόν, επισκέφθηκε προσωπικά τις δεκάδες των τόπων που αναφέρονται στο Ημερολόγιο μέχρι και τη Μικρά Ασία, στους τόπους των Αλησμόνητων Πατρίδων.
       Ο κ. Νίκος Αλιπράντης είναι άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και τής αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί, τώντις, περισπούδαστη και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για την παλιά Αθήνα. Στη συγγραφή του αυτήν προχώρησε, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι ο άνθρωπος σε κάθε περίοδο τής ιστορικής του πορείας είναι φως και γι’ αυτό πρέπει να φωτίζει και να φωτίζεται και να διδάσκει ορθά τους μεταγενεστέρους.

22. ΚΙΣΣΟΣ- (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)


Ο Κισσού Κάμπος (Παράγκα),
στις υπώρειες τού Κέδρους, και ο Κισσός (ψηλότερα)


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΠΗΣ

22. ΚΙΣΣΟΣ

                     (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)

                         Στους ηρωικούς αγωνιστές τής Μάχης τού Τράχηλα
                                                                                                            (8/12/ 1866),
                                                                            και τον ηρωικό εθελοντή Μανιάτη Συνταγματάρχη
                                                                                                     Δημ. Πετροπουλάκη,


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Γενικά Στοιχεία για το χωριό
       Ο Κισσός βρίσκεται σκαρφαλωμένος στους νότιους πρόποδες τού όρους Κέδρος (1777 μ.), σε υψόμετρο 630 μ., διασταύρωση αριστερά, στο 35ο χιλιόμ. τού δρόμου Ρέθυμνο- Σπήλι- Κισσού Κάμπος- Αγία Γαλήνη. Στον Κισσό υπάγεται και ο νέος οικισμός τού ίδιου χωριού Κισσού Κάμπος ή Παράγκα[1] (αρχή δημιουργίας του περί το  έτος 1930), με 81 κατοίκους (απογραφή 2001). 
Ο συνοικισμός «Κισσός» αναγνωρίστηκε σε κοινότητα το έτος 1935 (Δ. 12-2-1935, ΦΕΚ. Α΄ 46/1935).

Ερειπωμένοι οικισμοί
Τριγιόδι: Πρόκειται για μεγάλη και εύφορη περιοχή στα δυτικά τού χωριού, κοινή με το Σπήλι (υπάρχει και το Σπηλιανό Τριγιόδι). Πρόκειται για παλαιό οικισμό, στη θέση όπου είναι σήμερα η εκκλησία τού Αγίου Νικολάου τού Κουρταλιώτη. Αναφέρεται στην απογραφή τού Καστροφύλακα (Triodi) το έτος 1583, με 29 συνολικά κατοίκους (άνδρες 7, γυναίκες 12, παιδιά 9 και γέροντες 1). Αναφέρεται, επίσης, και στον κατάλογο των χωριών που ήταν υπεύθυνα για την επάνδρωση τής σκοπιάς τού Άι- Βλάσση, στην περιοχή των Σακτουρίων (Έκθεση Nicola Gualdo, 1633). Ο οικισμός πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα τού 17ου αι., γιατί δεν αναφέρεται στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού 1670 [2].

 Ίδρυση τού χωριού- Πληθυσμιακά στοιχεία- Ονομασίες- Κτηματολογικά Στοιχεία
        Ο Κισσός αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου για πρώτη φορά το έτος 1577 από το Fr. Barozzi (fo 26v) ως Chisso, από τον Καστροφύλακα, το έτος 1583 (Κ176), επίσης ως Chisso, με 222 κατοίκους και με 178 οφειλόμενες αγγαρείες και από τον Βασιλικάτα (Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130), με το ίδιο όνομα, το έτος 1630. Στην τουρκική απογραφή, το 1659, αναφέρεται Kiso με 33 σπίτια, ενώ στην αιγυπτιακή, το 1834, Kissos με 15 χριστιανικές και 15 τουρκικές οικογένειες.
Το ίδιο έτος (1659), το χωριό διέθετε 144 τσερίπια [3] χωράφια, 529 λιόδεντρα [4], 70 τσερίπια αμπέλια, 32 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες, και 0,5 κήπους. Πληρώνει, επίσης, 33 χαράτζια κεφαλικό φόρο και 33 σπίτια, το ίδιο έτος, πληρώνουν και φόρο καφτανίου [5].
Η πληθυσμιακή κίνηση του χωριού, κατά τα νεότερα χρόνια, έχει ως εξής: 1881 (Δήμος Αγ. Πνεύματος): με 181 χριστιανούς και 27 Τούρκους κατοίκους, 1900: 214, 1920 [Δήμος Βουιδομαγεργειού (Δουμαεργειού)]: 207, 1928 (κοινότ. Αρδάκτου): 247, 1940 (έδρα ομών. κοινότητας): 254, 1951: 239, 1961: 237, 1971: 214, 1981: 177, 1991: 179, 2001: 180.
Ο Κισσού Κάμπος αναφέρεται για πρώτη φορά το 1951 με 34 κατοίκους, το 1961: 33,  1971: 37, 1981: 43, 1991: 53, 2001: 81.

                                                Το όνομα τού χωριού
Μια άλλη άποψη τού χωριού
Η ονομασία τού χωριού, σύμφωνα με τον Εμμ. Λαμπρινάκη, προήλθε από τους κισσώδεις θάμνους, που αφθονούν στο χωριό [6]. Και πράγματι, στο χωριό ευδοκιμεί ιδιαίτερα το συγκεκριμένο φυτό, εις δε την περιοχή Λαδικινή θυμάμαι από μικρός, που συνήθιζα να παραθερίζω στο χωριό αυτό κάθε καλοκαίρι, τεράστιο χάρακα, ύψους τουλάχιστον 30-40 μ., καλυμμένο από πυκνότατους κισσούς, που αναρριχούνταν πάνω του και τον περιέβαλλαν από παντού σαν καταπράσινος μανδύας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι από αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και το χωριό θα έλαβε το όνομά του.

                    Ιστορικά στοιχεία
Στη θέση Τράχηλας του Αγίου Πνεύματος, στις νοτιοδυτικές υπώρειες τού όρους Κέντρος, στις 8 Δεκεμβρίου τού 1868, έπεσαν νεκροί από τους Τούρκους διακόσιοι εθελοντές, με αρχηγό τον Μανιάτη αγωνιστή και απόστρατο Συνταγματάρχη Δημ. Πετροπουλάκη. Ο Πετροπουλάκης κατέβηκε στην Κρήτη, σταλμένος από την κυβέρνηση Βούλγαρη, περί τα τέλη Νοεμβρίου τού 1868, προς ενίσχυση και αναζωπύρωση τού Κρητικού αγώνα. Πήρε όσους τον ακολούθησαν από την Αθήνα και πήγε να στρατολογήσει και στον τόπο του, τη Μάνη. Τους έκαμε περίπου χίλιους. Μεταξύ αυτών και ο αδελφός του Αναστάσιος, ο  γιος του Λεωνίδας και οι εγγονοί του Γεώργιος και Σπυρίδων και ένα απόσπασμα υπό τον αξιωματικό τού πυροβολικού Μ. Μπαλάφα.
Μπάρκαραν από το Γύθειο στο καταδρομικό «Ένωσις» τού Σουρμελή και σάλπαραν στις 25 Νοεμβρίου για την Κίμωλο. Εκεί ξεμπάρκαρε ο Αρχηγός με τριακόσιους εθελοντές και οι υπόλοιποι, υπό τον Λεωνίδα Πετροπουλάκη, αποβιβάστηκαν στα Καλά-Χωράφια Μυλοποτάμου. Το βράδυ τής 28ης Νοεμβρίου επιβιβάστηκε το υπόλοιπο σώμα από την Κίμωλο και κάτω από άσχημες καιρικές συνθήκες και άγρια καταδίωξη από τουρκικά πλοία, αποβιβάζονται στο Πρασσονήσι Σακτουρίων, στη νότια, δηλαδή, Κρήτη. Τα δυο σώματα συναντήθηκαν στο Αμάρι και, λόγω των δυσμενών συνθηκών, ξαναγύρισαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου [7].
Στις 8 Δεκεμβρίου τραβώντας για τις θέσεις Τράχηλας- Κισσός και Κεντροχώρι οι άνδρες του Πετροπουλάκη βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολυπληθές τούρκικο ασκέρι και αναγκάστηκαν να παραταχθούν σε μάχη μέσα σε μια νεροποντή που δεν τους άφηνε να δούνε σε δυο οργιές απόσταση μπροστά τους. Κοντά τους στάθηκαν και πολέμησαν και κάμποσοι Κρητικοί και μερικοί παλιοί εθελοντές, που τους οδηγούσαν ο Μήτσας, ο Ζήκος, ο Κιτσομής και ο Ξανθουδάκης. Από βόρεια, ανατολικά και δυτικά τους είχε μπλοκάρει ο τουρκικός στρατός διοικούμενος από τέσσερις πασάδες. Η μάχη κράτησε τρεις, περίπου, ώρες. Στο τέλος, οι επαναστάτες κάμφθηκαν και οι ζημιές ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Εκτός από τους αιχμαλώτους και τους σκοτωμένους, που έφθασαν τους διακόσιους, ο Ακουμιανός ποταμός έπνιξε καμιά δωδεκαριά εθελοντές που επιχείρησαν να περάσουν τα ορμητικά, λόγω του χειμώνα, νερά του [8]. Πρόκειται για τη δεύτερη- μετά την ολοκαύτωση τού Αρκαδιού- πολύνεκρη συμφορά τής μεγάλης Κρητικής Επανάστασης τού 1866- 69, η οποία και έκλεισε οριστικά τον αγώνα [9].
Το μνημείο των Πεσόντων,
στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής
τού Αγίου Πνεύματος
Τους νεκρούς από τη μάχη αυτήν και γενικότερα τη συμβολή των εθελοντών από τα διάφορα μέρη τής ελεύθερης Ελλάδας για την απελευθέρωση τής Κρήτης από τους Τούρκους τίμησε ο πρώην Δήμος Λάμπης, υπό την αιγίδα τής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου, με εκδηλώσεις και ομιλίες τόσο στο Ρέθυμνο, στις 4 Δεκεμβρίου 2004, όσο και στον Κισσό, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2005. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών στάθηκαν τα αποκαλυπτήρια μνημείου για τους Εθελοντές, που έστησε με φροντίδες της η προς τούτο συσταθείσα Επιτροπή Αναστήλωσης τής Ι. Μ. Αγίου Πνεύματος και Ανέγερσης τού Μνημείου Πεσόντων, στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής, στον Κισσό τού Δήμου Αγίου Βασιλείου, όπου, κατά την παραπάνω ημερομηνία (5/12/2005), έγιναν τα αποκαλυπτήριά του, ενώπιον και εκπροσώπων τού νομού Λακωνίας. Το μνημείο των Εθελοντών φιλοτέχνησε ο Μελαμπιανός γλύπτης Βαγγέλης Ψυλλάκης, που ανάπλασε και το «Πάρκο Δαιδάλου και Ικάρου» στην Αγία Γαλήνη. Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει: «Στους διακόσιους Λάκωνες, Κρήτες και Ρουμελιώτες αγωνιστές, που μαχόμενοι για την ελευθερία τής Κρήτης υπό τον Δημήτριο Πετροπουλάκη έπεσαν εδώ την 8η Δεκεμβρίου 1868, το μνημείο τούτο με ευγνωμοσύνη αφιερώνουμε».

Αγωνιστές
Κωνσταντίνος Γ. Πεδιαδιτάκης. Γεννήθηκε το 1822 και πήρε μέρος στις επαναστάσεις τού 1858, 1866 και 1878 και μετά. Ήταν καπετάνιος τού χωριού αναγνωρισμένος από την επιτροπή τού 1866 [10].
Ιάκωβος Πετρουλής. Αναφέρεται ως αγωνιστής στην Ι. Μονή Αρκαδίου [11].

Εκκλησίες τού χωριού
Σημαντικά μνημεία τού Κισσού είναι οι βυζαντινοί κατάγραφοι ναοί του, που διατηρούνται και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση:
α) ο ναός τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, ανατολικά, μέσα στο χωριό, με προσθήκη κλίτους τής αγίας Αικατερίνης και θέματα αγιογράφησης τη Σταύρωση, τη Μεταμόρφωση, την Προδοσία, την Ανάληψη και, στο δυτικό τοίχο, την απεικόνιση τού αφιερωτή τού ναού Δημητρίου Βεργίλη.
β) της Παναγίας (Γενέθλιο), στα βόρεια τού χωριού, με θέματα στρατιωτικούς Αγίους, τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, την Έγερση τού Λαζάρου, την Προδοσία, τη Φυγή στην Αίγυπτο, την Βαϊοφόρο, Σκηνές κολασμένων τού Άδη κ.ά.[12],
Ο ναός τού αγίου Ιωάννου, 
στην αρχή τού
δρόμου προς Άγιο Πνεύμα
γ) του αϊ- Γιάννη τού Θεολόγου (26 Σεπτ.), ΒΔ τμήμα τού χωριού, με πολυάριθμες μικρές λεπτοδουλεμένες μορφές και τοιχογραφίες δύο εποχών. Άλλα θέματα: τιμωρίες κολασμένων, Υπαπαντή, Σταύρωση, Αποκαθήλωση, Φυγή στην Αίγυπτο, Επιτάφιος Θρήνος, εξαιρετικής τέχνης Θυσία τού Αβραάμ και Δευτέρα Παρουσία κ.ά. [13]
δ) της αγίας Παρασκευής, όπου υπήρχε μοναστήρι, παντελώς ερειπωμένο σήμερα, και ναός τής αγίας Παρασκευής, 15΄ δυτικά τού χωριού, σε περιοχή κατάφυτη από πανύψηλα δέντρα και πηγή με πλούσιο κρυστάλλινο νερό και, φυσικά,
ε) το μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, λίγα χιλιόμ. ανατολικά τού χωριού.

Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος
Το ανακαινισμένο παλιό επισκοπείο
 και ο δίκλιτος ναός τής ιστορικής μονής
Σημαντική παράδοση- θρύλος αναφέρεται και σήμερα αυτή της Βυζαντινής Αρχόντισσας Μαρίας ή Αιγιδούς Μαριώς [14], που έζησε στο χωριό πολύ πριν την απογραφή του Καστροφύλακα (1583) και της οποίας τον πύργο οι χωριανοί έδειχναν στο κέντρο τού χωριού μέχρι το έτος 1897. Είχε στην κατοχή της τεράστιες περιουσίες και, στο τέλος τής ζωής της, λέγεται, ότι ίδρυσε την Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος, ανάμεσα στα χωριά Κισσός και Δουμαεργειό, στις δυτικές υπώρειες τού όρους Κέδρος, που, για κάποιο διάστημα, υπήρξε και έδρα τής επισκοπής Λάμπης και Σφακίων [15]. Στη μονή αυτήν η Μαρία λέγεται ότι μόνασε μέχρι τον θάνατό της [16]. Βέβαια, η όμορφη αυτή παράδοση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ενδυθεί και να αποκτήσει και ιστορικό κύρος [17].
Η Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος βρίσκεται νότια τού χωριού Κισσός και σε απόσταση γύρω στα εξακόσια μέτρα. Ερειπωμένο σήμερα το μοναστήρι, στα χρόνια τής τουρκοκρατίας υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη τού 19ου αιώνα και πνευματικό καταφύγιο τής ελληνοχριστιανικής παιδείας, όπως σημειώνεται από τον αείμνηστο δικηγόρο και ιστοριοδίφη Μιχάλη Μ. Παπαδάκι, σε πλάκα που τοποθετήθηκε στην είσοδο τού καθολικού από τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύνδεσμο (Τμήμα Ρεθύμνης), στις 14 Ιουνίου 1964:

          «Στον ιερό τούτο χώρο
Ήταν η Μονή τού Αγίου Πνεύματος
Όπου όλα τα χρόνια τής τουρκικής σκλαβιάς
Άναβεν άσβεστη η φλόγα τού γένους
Και άνθρωποι σοφοί έδωσαν τα φώτα των
Σε άξιους συνεχιστές των εθνικών παραδόσεων» [18]

Το μοναστήρι, σύμφωνα με χάραγμα με χρονολογία 1616, που υπήρχε μέχρι το έτος 1894 στον δυτικό τοίχο τού καθολικού, βεβαιώνεται ότι υφίστατο, ήδη, στα χρόνια τής Ενετοκρατίας. Το επόμενο αξιολογήσιμο και αναμφισβήτητο στοιχείο είναι έγγραφο τού 1640 από το πρωτόκολλο τού νοταρίου Ρεθύμνης Τζώρτζη Παντίμου, που αναφέρεται σε διαθήκη τού Μάρκου Σαγκουινάτσου από το Ρέθυμνο, ο οποίος άφησε διαθήκη να ενταφιαστεί στο χωριό του, τον Κισσό, και στην εκκλησία τού Αγίου Πνεύματος, όπου είχαν ταφεί ο πατέρας του και ο αδελφός του. Το 1640, όμως, δεν υπήρχε μόνο εκκλησία στο Άγιο πνεύμα αλλά και μοναστήρι και ο Σαγκουινάτσος άφηνε με τη διαθήκη του χίλια υπέρπυρα στον ηγούμενο, για τον μνημονεύει και «να κάνει τα πρέποντα για πάντα» [19]. Στα 1831, σημειώνει ο Μιχ. Πρεβελάκης, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος ήταν ένας άμορφος σωρός ερειπίων, αφού με το ολοκαύτωμα που υπέστη από τους Τούρκους, στις 15 Ιουνίου 1821 [20], είχε γίνει παρανάλωμα τού πυρός, διαρπάχτηκαν οι περιουσίες της και σφάχτηκαν όλοι ανεξαιρέτως οι μονάζοντες σε αυτήν.
 Τότε, στα 1831, ο λόγιος και δραστήριος Ιεράρχης Νικόδημος Σουμπασάκης (1831- 1845), από το χωριό Ασώματος Αγίου Βασιλείου, αδελφός τής Ι. Μονής Πρέβελη, επεχείρησε την εξανάσταση τής μονής τού Αγίου Πνεύματος και ίδρυσε σε αυτήν, το έτος 1836, την πρώτη επίσημη και μοναδική στην επαρχία Αγίου Βασιλείου Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, που έμελλε να εξυπηρετήσει όχι μόνο την επαρχία Αγίου Βασιλείου, αλλά και τις επαρχίες Καινουρίου και Πυργιωτίσσης [21]. Ο Νικόδημος γνώριζε ότι η αναγέννηση τού έθνους περνά μόνο μέσα από την παιδεία και την διαπαιδαγώγηση τού λαού και ότι, ακόμα, τα ερείπια τού Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατο να ξαναγίνουν μοναστήρι και επωφελούμενος την κάπως φιλελεύθερη στάση που έδειχναν οι Αιγυπτιακές αρχές ίδρυσε εκεί την ομώνυμη Σχολή, χρησιμοποιώντας πόρους από μοναστηριακές πηγές [22]. Στη Σχολή αυτήν τού Αγίου Πνεύματος μέχρι το 1841 τα παιδιά μάθαιναν Ψαλτήρι και Οκτώηχο αρχίζοντας από το «Σταυρέ, βοήθει μοι» [23]. Η Σχολή φαίνεται να λειτουργούσε και μετά τον θάνατο τού Νικοδήμου το 1845, έστω και με πολλές δυσκολίες, ενώ επί επισκόπου Λάμπης Παϊσίου Κρίμπα, η σχολή λειτουργούσε μάλλον υποτυπωδώς.
Εδώ, στο Άγιο Πνεύμα, από το έτος 1881 μέχρι το 1889, με τη σχετική ελευθερία και τα προνόμια που δόθηκαν στους Κρητικούς με τη Σύμβαση τής Χαλέπας, ύστερα από την επανάσταση τού 1877-1878, λειτούργησε ένα από τα πέντε «Ελληνικά Σχολεία» που ιδρύθηκαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Από αυτά τα δύο- αυτό της Μονής τού Αγίου Πνεύματος και της Μύρθιου- ήταν πλήρη, με τρεις τάξεις το καθένα, ενώ τα υπόλοιπα τρία (Μελάμπων, Κοξαρέ και Σπηλίου) είχαν από μια τάξη το καθένα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από τη λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα διοικούνταν από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και της παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων, η έκδοση εφημερίδων καθώς και η αστυνόμευσή της μόνο από Κρητικούς.
Το έτος 1889 η Σχολή παραμένει κλειστή, λόγω της Επανάστασης που ακολούθησε την προσπάθεια τής Τουρκίας να περιορίσει σημαντικά τα προνόμια των Κρητών, αναθέτοντας στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης και θέτοντάς τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών, που στρατολογήθηκαν στη Μακεδονία. Η επανάσταση καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο.
Η κρήνη και η προτομή τού Ευμενίου Ξηρουδάκη
στον αύλειο χώρο τού ναού 

τής Ι. Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Το έτος 1890 λειτούργησε με μοναδικό διδάσκοντα τον τότε επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, άνδρα φωτισμένο και λόγιο και χωρίς κανένα άλλο βοηθό. Το έτος 1892 προσελήφθη ελληνοδιδάσκαλος για την πρώτη τάξη ο Παναγιώτης Φωτάκης από τις Μέλαμπες. Το 1893 η Μονή Πρέβελη θέλοντας να κατοχυρώσει την Μονή τού Αγίου Πνεύματος με πατριαρχικό κύρος συνέταξε Κανονισμό τής Σχολής με 46 άρθρα, ενώ ταυτόχρονα ζητήθηκε από το πατριαρχείο και τη Μητρόπολη Κρήτης να εξασφαλισθεί διά σιγιλλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος. Έτσι, η Σχολή ονομάσθηκε «Η εν τη Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων Σχολή στη ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής τού Αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου Πρέβελη». Τέλος, το έτος 1898 έγιναν οικοδομικές εργασίες στο Άγιο Πνεύμα (4 αίθουσες παραδόσεων, 4 κοιτώνες χωρητικότητας 80 μαθητών, τράπεζα χωρητικότητας 100 μαθητών, νοσοκομείο με 6 κλίνες, Διευθυντήριο, γραφείο, επισκοπείο και άλλοι βοηθητικοί χώροι). Η Σχολή καθίσταται ανώτερο πνευματικό ίδρυμα, στο οποίο εισάγονταν κατόπιν επιτυχών εξετάσεων απόφοιτοι των Δημοτικών Σχολείων. Ψυχή όλων αυτών των τελευταίων, της αναδιοργάνωσης  και ανασυγκρότησης τής Σχολής υπήρξε ο Ευμένιος Ξηρουδάκης [24].

Ο Βασίλειος Μαρκάκης
στην Ι. Μ. Πρέβελη
(Αρχείο  Ι. Μονής Πρέβελη)
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 1898, ο (κατόπιν Μητροπολίτης Κρήτης) Βασίλειος Μαρκάκης, ιεροδιάκονος ακόμα, διαδέχεται στη διεύθυνση τής Σχολής τού Αγίου Πνεύματος τον λαμπρό φιλόλογο και λόγιο καθηγητή τού Γυμνασίου Ρεθύμνης Μιχαήλ Πρεβελάκη, ο οποίος είχε τη διεύθυνση τής Σχολής από το 1895 [25].
Τα μαθήματα τώρα πια, με την παρουσία και του Βασιλείου Μαρκάκη, αλλά και άλλων φωτεινών μορφών τού πνευματικού Ρεθύμνου της εποχής εκείνης, έγιναν τακτικότερα και συστηματικότερα. Υπήρχε μεγαλύτερη άνεση διδασκόντων και διδασκομένων και περίοδος μεγάλης προόδου ανοίχτηκε για τη Σχολή. Με αξιοσημείωτο ζήλο και αφοσίωση ο Βασίλειος εργάστηκε για δύο συνολικά χρόνια, για την πνευματική και υλική καθοδήγηση των εβδομήντα και πλέον τροφίμων τής Σχολής, που προέρχονταν από τις επαρχίες Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου και Σφακίων [26]. Το σχολείο και οικοτροφείο τού Αγίου Πνεύματος δεν είχε, τώρα πια, τίποτε να  ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά πρότυπα τής εποχής του. Οι μαθητές του, για την εποχή εκείνη, θεωρούνταν ως οι πλέον κατάλληλοι, για να επανδρώσουν τις πρώτες θέσεις στην κοινωνία ως διδάσκαλοι ή ιερείς.
Στο μεταξύ, και ενώ η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος παρουσίαζε αυτήν την καταπληκτική ανοδική πορεία και άνθιση, ξαφνικά απομακρύνθηκε από την κηδεμονία τής Ι. Μονής Πρέβελη. Στην άσχημη αυτήν εξέλιξη, με όλα τα γνωστά δραματικά συνεπακόλουθα που κατέληξαν, τελικά, στο οριστικό κλείσιμο τής ιστορικής τού Αγίου Πνεύματος Σχολής, οδήγησε η νέα πραγματικότητα την οποία εγκαινίασαν η ανακήρυξη της Κρητικής Πολιτείας στα 1898 (τότε έχουμε και τη σύμβαση της Χαλέπας) και το άρθρο 532 του Ποινικού Κώδικα περί ιδρύσεως ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων [27]. Το Άγιο Πνεύμα στο εξής και μέχρι το 1909 λειτούργησε ως δημόσια Ελληνική Σχολή. Τού έλλειψε όμως η ψυχή, η δημιουργική δύναμη, το πνεύμα θυσίας τού Ηγουμενοσυμβουλίου τής Ι. Μονής Πρέβελη, του επισκόπου Ευμένιου Ξηρουδάκη και των διδασκόντων Μιχαήλ Πρεβελάκη και Βασιλείου Μαρκάκη, έχασε την αίγλη της και δεινοπάθησε ώσπου να κλείσει [28]. 
Η εκκλησία τής «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μονής» υπάγεται σήμερα στην ενορία τού χωριού Κισσός. Το έτος 1980, με απόφαση τού Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο. Μαθητές τής Σχολής αναφέρει ο Γ. Ανδρουλάκης τον Εμμ. Τσουδερό, από το χωριό Ασώματος, της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, πρωθυπουργό τής Ελλάδος στο διάστημα τής Κατοχής 1941-44, τον Εμμ. Βολουδάκη, βουλευτή των κυβερνήσεων Ελευθ. και Κυρ. βενιζέλου και, τέλος, τους δικηγόρους Ι. Αθανασιάδη, Μ. Παπαδάκη και Εμμ. Πετράκη, από την επαρχία Αγίου Βασιλείου καταγομένους [29].

                                                  Παραδόσεις
Η κεντρική πλατεία τού χωριού
με τον αιωνόβιο πλάτανο
Άλλη παράδοση- εκτός αυτής τής Αρχόντισσας Μαρίας που καταγράψαμε στην αρχή τού προηγουμένου κεφαλαίου- είναι και η συνδεδεμένη με το εκκλησάκι τής Παναγίας τής Κισσανής, μέσα στο χωριό, με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την παράδοση ένας Τούρκος Νιζάμης καθόταν απέναντι από την εκκλησία τής Παναγίας και τον εκνεύριζε κάθε φορά το κτύπημα τής καμπάνας. Μια μέρα, λοιπόν, ακούστηκε να λέγει: «Οι γκιαούρηδες έχουν δυο εκκλησίες και μεις είμαστε χωρίς τζαμί. λοιπόν, θα γκρεμίσω την καμπάνα και θα κάνω τζαμί την εκκλησία». Μόλις, όμως, θέλησε να γκρεμίσει τις πέτρινες κολονίτσες που κρατούσαν την καμπάνα, όπως κοίταξε προς τα κάτω τους δικούς του, στραβομπούκιασε. Οι Τούρκοι αμέσως κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να κάνουν την εκκλησία τζαμί και απομακρύνθηκαν, ο δε στραβομπουκιασμένος Νιζάμης, μετανιωμένος, προσέφερε λάδι και χρήματα, για να γίνει καλά. Η παράδοση, όμως, δεν κάνει λόγο αν τελικά έγινε καλά [30].

Οικογένειες τού χωριού
            Οικογένειες τού χωριού σήμερα είναι οι: Αλεξανδράκηδες, Ανυφαντάκηδες, Απανωμεριτάκηδες, Βαβουράκηδες, Γαραντωνάκηδες, Ζωνουδάκηδες, Γεωργακάκηδες, Εφεντάκηδες, Λουκάκηδες, Μαυρομιχελάκηδες, Μελαμπιανάκηδες, Μυγιάκηδες, Νικολιδάκηδες, Πεδιαδιτάκηδες, Πετρουλάκηδες, Στρατιδάκηδες, Τζαγκαράκηδες, Τσιγδινοί.
Η περίτεχνη βρύση, κάτω από την
κεντρική πλατεία
          Εντυπωσιακή είναι η συχνότητα με την οποία στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου (1659) [31] απαντά στο εν λόγω χωριό το οικογενειακό Γαβαλάς (Gavala) (οκτώ φορές συνολικά), χωρίς να έχει αφήσει την παρουσία του και στα σημερινά τοπωνύμια τού χωριού, ενώ, αντίθετα, οικογενειακά, της ίδιας περιόδου, όπως το Βροντήσης (Vrondisi) και Αρκολέος (Arkoleo), που απαντούν για δυο μόνο φορές το πρώτο και τέσσερις το δεύτερο άφησαν σχετικά τοπωνύμια («Βροντησανά» και «Αρκοκατάλυμα») [32].

Το Δημοτικό Σχολείο
Δημοτικό Σχολείο φαίνεται ότι λειτουργούσε στη Μονή τού Αγίου Πνεύματος από το έτος 1899 και εξυπηρετούσε όλα τα γύρω χωριά, Κισσό, Δουμαεργειό (Κεντροχώρι) και Πλατανέ. Τα σχολικά έτη 1929-30 και 1933- 34 λειτούργησαν, αντίστοιχα, τα δημοτικά σχολεία τού Δουμαεργειού και του Πλατανέ, οπότε στο Άγιο Πνεύμα συνέχιζαν να φοιτούν μόνο τα παιδιά τού Κισσού. Το 1947 λειτούργησε και το δημοτικό σχολείο τού Κισσού, οπότε οι μαθητές μεταφέρθηκαν εκεί, όπου συνέχισε να λειτουργεί το σχολείο ως μονοθέσιο, εκτός από το σχολικό έτος 1970- 71, που λειτούργησε ως διθέσιο, με 32 μαθητές. Το σχολικό έτος 1991- 92 το σχολείο τού Κισσού έκλεισε οριστικά και έκτοτε οι μαθητές μεταφέρονται στην πρωτεύουσα τού δήμου, το Σπήλι [33]

Το οροπέδιο Γιους Κάμπος
Περιοχή στο ομώνυμο οροπέδιο τού όρους Κέδρος, στον δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ. Πρόκειται για περιοχή αρκετά εκτεταμένη στο εν λόγω όρος, στην οποία έχουν να κάμουν πολλά χωριά δύο επαρχιών (Κισσός, Δουμαεργειό και Σπήλι επαρχίας Αγίου Βασιλείου και Γερακάρη και Μεσονήσια της επαρχίας Αμαρίου). Θεωρείται παράδεισος για τους βοτανολόγους, που το επισκέπτονται για να μελετήσουν την πλούσια χλωρίδα του και, ιδιαίτερα, τα πολλά είδη ορχιδέας που ευδοκιμούν σε  αυτό. Επίσης, εδώ φύεται ένα σπάνιο είδος αυτοφυούς τουλίπας, η εντυπωσιακή κόκκινη tulipa doerfleri [34].
Ο Δέφνερ υποθέτει ότι ο Γιους Κάμπος είναι της Ηούς ο Κάμπος, κάτι που φαίνεται και για μας εξαιρετικά πιθανό. Σύμφωνα, πάντως, με τη λαϊκή παράδοση- στην οποία έχουμε ήδη μερικώς αναφερθεί και είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και προσφιλής στην εν λόγω περιοχή- το α΄ συνθετ. ετυμολογείται από το αρχ. αιξ, αιγός ο, η (=η γίδα). Από το ουσ. αυτό (την αίγα), προέρχεται, κατά την παράδοση, το όνομα της βυζαντινής αρχόντισσας Αιγιδούς Μαρίας ή, άλλως, Αρχόντισσας ή Πλούσιας Μαρίας, που έχοντας, σύμφωνα με την παράδοση, τόπο διαμονής της τον Κισσό, άπλωνε τις περιουσίες της σε όλη τη γύρω περιοχή, από την κορυφή τού όρους Κέδρους ίσαμε το Λυβικό πέλαγος. Η ίδια μεταξύ των χωριών Κισσού και Δουμαεργειού ίδρυσε τη Μονή τού Αγίου Πνεύματος. Λέγεται, ακόμα, ότι με δική της πρωτοβουλία διαμορφώθηκαν για πρώτη φορά σε καλλιεργημένες πεζούλες όλες οι βραχώδεις πλαγιές βόρεια από το Δουμαεργειό και τον Πλατανέ. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση αυτήν το α΄ συνθετ. του τοπων. Γιους Κάμπος δεν είναι τίποτε άλλο από συντομογραφία του ονόματος τής Αιγιδούς (Γιους) Μαρίας.

Σπήλαια
1. Αγριμοκεφάλι, το
            Το σπήλαιο βρίσκεται στο ομώνυμο ύψωμα Αγριμοκεφάλι (κεφάλι= ύψωμα), σε υψόμ. 1200 μ., στη βόρεια πλευρά τού Κισσανού φαραγγιού, που από μακριά δίνει την εντύπωση κεφαλής αγριμιού (αγρίμι στην Κρήτη είναι ο κρητικός αίγαγρος).
2. Ανατολικό Σπηλιάρι, το
            Το όνομα οφείλεται στον προσανατολισμό τού σπηλαίου προς την Ανατολή.
               3. Γέρο Σπήλιο, στο
            Βρίσκεται ΒΔ τού χωριού. Όπως με πληροφόρησαν, η σπηλιά σήμερα έχει εξαφανιστεί λόγω κατολίσθησης.
               4.Καντινόσπηλιους, στσι
             Από τις πεταλούδες (καντινέλες), που φιλοξενούν τα συγκεκριμένα μικρά σπήλαια, βόρεια τού υψώματος Κούπος και σε υψόμ. 1300 μ.
               5. Κόκκινος Δέτης, ο
              Το σπήλαιο, διαστ. 2,5Χ6Χ1,6, βρίσκεται στη θέση Φαράγγι, ΒΑ τού χωριού, σε υψόμ. 900 μ. Το όνομά του από τη απόχρωση τού δέτη [δέτης =  ο κρημνός (από ρ. δένω)], στον οποίο βρίσκεται.
                 6. Τροχαλόδεμα, το
    Μικρό σπήλαιο, διαστ. 4Χ1,6Χ4, σε υψόμ. 1300 μ. στην ομώνυμη θέση, στην ευρύτερη περιοχή τού Κάμπου, στο Οροπέδιο. Ετυμολογικά δέτης (από ρ. δένω)= έκταση που ενώνει δύο χωράφια διαφορετικού ύψους από τρόχαλο (τροχαλεά) ( Γ. Ν. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, Α΄, Εν Αθήναις, 273), δηλαδή ξερότοιχο, ξερολιθιά. Στην περιοχή υπάρχει και η πηγή του Αγίου Ιωάννη, παρά το ομώνυμο ναΰδριο, με τεράστια πλατάνια και άφθονο κρυστάλλινο νερό.
                7. Σπηλιάρια, τα
               Βρίσκονται στη θέση Παλιάbελα (στα), ΝΑ του χωριού.  

                                                      Προϊόντα τού χωριού
Γραφικός δρομίσκος στον Κισσό
Το οροπέδιο Γιούς Κάμπος, στο δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ., προσφέρεται για καλλιέργειες ανύδρων λαχανικών, όπως φασολακιών, όψιμων ντοματών κ.λπ., ενώ το χωριό, γενικότερα, τα κύρια προϊόντα του πορίζεται από την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Ως κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι το λάδι και τα αμπέλια, τα δημητριακά (κυρίως σιτιρά), και τα απαραίτητα για τις οικογενειακές ανάγκες κηπευτικά προϊόντα.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 [1] Το δεύτερο όνομά του ο οικισμός το οφείλει στις πρώτες κατασκευές, που ήταν ξύλινα παραπήγματα (παράγκες).
 [2] Ετυμολογικά Τριγιόδι (από το τρία+ οδός) σημαίνει «τρίστρατο». Γι’ αυτό πρέπει να γράφεται με [ο] και όχι με [ω] (Τριγιώδι) (Ν. Τωμαδάκη, εφημ. «Παρατηρητής» Χανίων, φ. 1541/22-12-1931). Πβ. και Τριγιόδος στα Ανώγεια, αλλά και Τριμοίρι, το [τρία+ μοίρα= μερτικό περιουσίας που ανήκει στον καθένα] και Τρίκερι (το)= τρικόρυφο όρος, τρία κέρατα (Ιω. Σαρρή, «Τα τοπωνύμια της Αττικής», Αθηνά 40, 135)].
  [3]] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.
  [4] Θεωρώ ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό ελαιοδένδρων που, τον καιρό εκείνο, διέθετε χωριό στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Οι Μέλαμπες, με μεγαλύτερο αριθμό ιδιοκτητών, διέθεταν μόλις 225 ελαιόδενδρα
 [5] Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος- 18ος αι., Οι μεταφράσεις τού «Βήματος» Ρεθύμνης (επιμέλεια: Γ. Ζ. Παπιομύτογλου), Ρέθυμνο 1995, 73.
  [6] Εμμ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, 1890, 69.
 [7] Εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 25/11/2004 και ίδιο οκτασέλιδο έντυπο, που κυκλοφόρησε από την προς τούτο συσταθείσα  Επιτροπή, με την ευκαιρία των εκδηλώσεων των αποκαλυπτηρίων του Μνημείου των Πεσόντων.
  [8] Ν. Σταυρινίδη, Καπετάν Μιχάλης Κόρακας, 790.
  [9] Γ. Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 52.
  [10] Νίκου Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα της τ. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα  2001, 58.
  [11] Από αναφορές των Τ. Βενέρη (Το Αρκάδι διά των αιώνων, Αθήνα 1938) και Γ. Τσιγδινού (Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου). Βλ. σχετικά στον Νίκο Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα…, ό.π., 58.
   [12] Πελαντάκης Θεόδωρος Στ., Βυζαντινοί Ναοί της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο 1973, 40.
  [13] Σχετικά με τις ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Κισσού, βλ G. Gerola, Monumenti Veneti Nellisola di Creta, Venezia NCM.V, vol. II, 335, 306, 344 και G.Gerola- Κ.Ε.Λασσιθιωτάκη, Τοπογραφικός Κατάλογος των τοιχογραφημένων εκκλησιών τής Κρήτης, Ηράκλειον 1961, 60.
   [14] Πρόκειται, λένε, για παρωνύμιο της Αρχόντισσας Μαρίας, που της δόθηκε για το μεγάλο κοπάδι από αίγες που είχε στην κατοχή της.
   [15] Αυτό συνέβη το 1887 από τον επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, που διαπίστωσε ότι η έδρα στο χωριό Λαμπηνή δεν ήταν ασφαλής, λόγω τού τούρκικου φρουρίου τής Κοξαρές, οπότε αποφάσισε τη μεταφορά τής επισκοπής στο Άγιο Πνεύμα, μέρος ασφαλέστερο (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, Ρέθυμνο 1998, 31).
   [16] Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 65-66.
  [17] Αυτό το αποδεικνύουμε με την εισήγησή μας στο τελευταίο ΙΑ΄ Κρητολογικό Συνέδριο, που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Σεπτέμβριο τού 2011.
   [18] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 4-5.
   [19] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειο 1993, 442.
  [20] Σε εορταστική επέτειο, στις 15 Ιουνίου 1981, για τα 160 χρόνια από το ολοκαύτωμα αυτό, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κισσού «Το Άγιο Πνεύμα», έστησε σε ευκρινές σημείο τού περιβόλου τής Μονής μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή, ποίημα τού Κισσανού δασκάλου Γιώργη Ν. Τσιγδινού:
«Ο Ηγούμενος και οι μοναχοί
Τής Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους
Το μαρτυρικό μοναστήρι
Πυρπολήθηκε και ισοπεδώθηκε
Στις 15 Ιουνίου 1821
Γιατί ήταν εστία που φώτιζε
Με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη
Το σκλαβωμένο Γένος». 
                                               (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 22). 
   [21] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Το Σχολειό- Μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, Ρεθεμνιώτικα Νέα 2/3-7-1994.
   [22] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια…, ό.π.,443.
   [23] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, ανάτ. από τον Α΄τόμο, Εν Αθήναις 1938, 287.
   [24] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», ό.π., 289-290. Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 15 και 26.
   [25] Πάντως, στο σημείο αυτό, ο Μ. Μ. Παπαδάκης [και τον ακολουθεί στην άποψή του αυτήν και  ο Γιώργης Τσιγδινός (Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 39)] εσφαλμένα σημειώνει ότι ο Μαρκάκης ανέλαβε υπηρεσία ως απλός καθηγητής στη Σχολή τού Αγίου Πνεύματος το έτος 1895, που, εξάλλου, τον καιρό εκείνο, δεν είχε λάβει καν το πτυχίο της Θεολογίας, Βλ. Μ. Μ. Παπαδάκι, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 164 και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», περιοδ. Ελλωτία, Δημοτ. Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανίων, τ. 8 (1999), 195. Επίσης, Ευγενίου Κωσταρίδου, Η σύγχρονος Ελληνική Εκκλησία, Εν Αθήναις 1921, 157 και Ν. Ζευγαδάκη, «Ο προς Κύριον αποδημήσας αείμνηστος Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος (Νεκρολογία)», Εφημ. Ηρακλείου «Ελεύθερος Τύπος», 13-1-1950.
   [26] Μάλιστα, στις 10 Μαΐου 1899 η εφημ. «Αναγέννησις» του Ρεθύμνου, αρ. φύλλου 21, παρουσιάζει το Βασίλειο ως Διευθυντή της Σχολής να υποδέχεται στο Άγιο Πνεύμα τον Πρίγκιπα Γεώργιο.
  [27] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός, Κοινή Πορεία μέσα στο χρόνο, Ρέθυμνο 2002, 280. Του ίδιου, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», ό.π.. Επίσης, Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Το Δημοτικό Σχολείο Κεραμέ (1899-1988)», Αναζητήσεις, Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ρεθύμνου, τ. 5 (1997), 149.
   [28] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό.π.,27-28.
   [29]  Γ. Ε. Ανδρουλάκη, Η εκπαίδευση στην Κρήτη, κατά το α΄ τέταρτο τού 19ου αι. και τις αρχές τού 20ου, χ.χ., 171.
   [30] Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 70-71.
   [31]  Ευαγγελία Μπαλτά - Mustafa Oğuz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 489- 490. 
   [32] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου), Ρέθυμνο 2011, σελ. 304.
   [33]Γ. Γαραντωνάκη, «Κισσός και Κισσού Κάμπος», στον τ. Χωριά της π. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφέρειας Κρήτης (συλλογική εργασία), στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: «Η πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου από την αρχαιότητα έως σήμερα» (Πλακιάς- Φθινόπωρο 2008), τ. Δ΄, Ρέθυμνο 2010, σελ. 327.
   [34] Γ. Γαραντωνάκη, ό.π., 320.