ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΟΥ 1926


ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΟΥ 1926[1]
 
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

   Λεύκωμα είναι το τετράδιο, στο οποίο οι φίλοι τού κατόχου του γράφουν εμπιστευτικά προσωπικές σκέψεις, ποιήματα, δίστιχα, γνωμικά συχνά σκωπτικού περιεχομένου. Τα λευκώματα ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα σε κορίτσια, συμμετέχουν, όμως, κάποτε, σε αυτά, με κείμενά τους, και αγόρια. Με τρόπο απόλυτα μυστικό και συχνά ένοχο, συνωμοτικό, περιέρχονται από θρανίο σε θρανίο και από τάξη σε τάξη προκειμένου να συμπληρωθούν και φυλάγονται από τους μαθητές με «ειδική» επιμέλεια στα ενδότερα των μαθητικών σακιδίων. Αποτελούν ένα από τα μεγάλα «μυστικά» τους και, αν ο κάτοχός του τύχει και αποκαλυφθεί εν ώρα μαθήματος, πιστεύεται ότι γι’ αυτόν έφθασε η …συντέλεια τού κόσμου και επί τής κεφαλής του θα επιπέσει βαρύς ο πέλεκυς τής καθηγητικής δικαιοσύνης.


Σελίδες από το Λεύκωμα του 1926


Το ιστορικό πλαίσιο

   Ένα τέτοιο λεύκωμα συμπληρωμένο, όμως, από μαθήτριες τού 1926, περιήλθε πρόσφατα και εντελώς συμπτωματικά στα χέρια μου.

   Μπορεί, βέβαια, ένα μαθητικό «λεύκωμα»- όσο ενδιαφέρον και αν περικλείνουν από παιδαγωγική και μορφωτική- εκπαιδευτική άποψη για το ήθος, τον χαρακτήρα και το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών μας οι, συχνά, ύποπτες και «πονηρές» απαντήσεις τους- να θεωρείται ως κάτι το εντελώς κοινότυπο, αδιάφορο και απόλυτα φυσικό στην καθημερινή πραγματικότητα τού σχολείου. Τα πράγματα, όμως, αλλάζουν ολοκληρωτικά και προσλαμβάνουν άλλο ενδιαφέρον, όταν πρόκειται για ένα μαθητικό λεύκωμα τού έτους 1926, ηλικίας, δηλαδή, ογδόντα ενός (81) ετών (!)[2].

   Μέσω αυτού τού λευκώματος μπορούμε να παρακολουθήσουμε την καθημερινή πεζότητα και τον τρόπο ζωής και σκέψης των εφήβων τής εποχής εκείνης τού μεσοπολέμου, μιας εποχής μίζερης και εξαιρετικά δύσκολης για όλη την ανθρωπότητα, αφού βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο δύο παγκοσμίων πολέμων. Τραυματισμένη επικίνδυνα από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανθρωπότητα δεν έχει κατορθώσει να επιλύσει τα μεγάλα προβλήματά της και ετοιμάζεται πυρετωδώς για έναν δεύτερο, ακόμα χειρότερο από τον πρώτο. Επί πλέον, η Ελλάδα έχει γνωρίσει το δράμα των Βαλκανικών Πολέμων και διέρχεται ήδη εξαιρετικά δύσκολες και δραματικές ώρες με τις χιλιάδες των προσφύγων, που τέσσερα μόλις χρόνια πριν της κληροδότησε η φοβερή λαίλαπα και ο ξεριζωμός τού Μικρασιατικού Ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του.


Περιγραφή τού λευκώματος

   Πρόκειται για ένα τετράδιο ιδιαίτερα επιμελημένο ογδόντα έξι ριγωμένων σελίδων[3], διαστάσεων 20Χ15 εκ., σταχωμένο με όμορφο βυσσινόμαυρο χάρτινο εξώφυλλο και ανοιχτού μπλέ χρώματος πάνινη ράχη. Οι σελίδες είναι από κατασκευής επιμελώς ραμμένες με σπάγκο στη ράχη. «Κτήτωρ» τού λευκώματος φέρεται η Μαρίκα Δ. Πετρακάκη, της Γ΄ Γυμνασίου (βλ. φωτ. 1), υπογράφουν δε σε αυτό τριάντα τρεις (33) συνολικά Ρεθεμνιώτισσες μαθήτριες, ενώ ένας- με το ψευδώνυμο «Ελπιδοφόρος»- είναι αγόρι και μάλιστα μεγάλης ηλικίας, αφού στο ερώτημα τής «Κτήτορος» «Τι εστί γάμος» δηλώνει «παντρεμένος»[4]. Τα λοιπά πρόσωπα- τουλάχιστον τα περισσότερα- υποθέτω να είναι της ίδιας ηλικίας, δηλαδή δεκαπέντε ετών και της ίδιας τάξης με την «Κτήτορα». Εξάλλου, στην πλειοψηφία τους δηλώνουν «φίλες και συμμαθήτριες» τής «Κτήτορος». Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ορθογραφική ικανότητα και, συχνά, και τον γραφικό χαρακτήρα των γραφόντων, παρότι αυτός ο τελευταίος- λόγω τής συστηματικής, τον καιρό εκείνο, διδασκαλίας τού μαθήματος της Καλλιγραφίας- είναι εξαιρετικά καλλιεργημένος στο σύνολο, σχεδόν, των μαθητριών.     Επί πλέον, τότε, οι μαθητές έγραφαν, οπωσδήποτε, πολύ περισσότερο στην καθημερινή τους ζωή απ’ ό, τι συμβαίνει σήμερα. τηλέφωνα δεν υπήρχαν, ούτε τηλεοράσεις και υπολογιστές και η ταχυδρομική αλληλογραφία ήταν το σύνηθες μέσο επικοινωνίας και η ανάγνωση βιβλίων η συνήθης ψυχαγωγία.

    Η γραφή των μαθητριών έχει γίνει με πέννα και υγρά μελάνη μαύρου χρώματος και σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις με μπλε. Σε μια δε περίπτωση με κοινό μολύβι μαύρου χρώματος. Από τη στιγμή, πάντως, που το εν λόγω λεύκωμα περιέλθει στα χέρια σου, σε εντυπωσιάζει η επιμέλεια και η χάρη με την οποία οι δεκαπεντάχρονες μαθήτριες εκφράζονται και γράφουν στις περισσότερες περιπτώσεις.

     Για αποτελεσματικότερα συμπεράσματα και περαιτέρω χρήσιμες σκέψεις και πληροφορίες γύρω από τον χαρακτήρα και το ήθος των εφήβων της εποχής μας και των εφήβων τής εποχής εκείνης θεωρούμε απαραίτητη μια παράλληλη και συγκριτική μελέτη των γραπτών των παιδιών των δύο αυτών εποχών και, φυσικά, μέσα από κείμενα ίδιας χροιάς και ταυτόσημου περιεχομένου. Στην περίπτωσή μας, δηλαδή, μέσα από δύο μαθητικά λευκώματα και μάλιστα μαθητών τής ίδιας τάξης. ένα της εποχής εκείνης (1926) και ένα σύγχρονο. Αυτό, λοιπόν, κατέστη δυνατόν έχοντας στη διάθεσή μου ένα σύγχρονο μαθητικό λεύκωμα, επίσης τής Γ΄ Γυμνασίου[5]

 

Σύγκριση λευκωμάτων 1926 και 1989    

 Από την πρώτη ματιά η διαφορά στον γραφικό χαρακτήρα και την ορθογραφική ικανότητα- αλλά και, κυρίως, στον χαρακτήρα και το ήθος των μαθητών- είναι ιδιαίτερα καταφανής και εντυπωσιακή. Σήμερα τα παιδιά δεν γράφουν αρκετά και τα γραπτά τους διακρίνονται από ακαταστασία και προχειρότητα. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν είναι πολύ πτωχότερο από εκείνο των παιδιών τού 1926 και η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών, σήμερα (1989) μηδενική[6]. Αντίθετα, τα παιδιά τού 1926 χρησιμοποιούν σε ποσοστό άνω τού 90% την καθαρεύουσα γλώσσα με εξαιρετική επιτυχία, την οποία φαίνονται να κατέχουν ικανοποιητικά λόγω της αδράς καθημερινής διδασκαλίας- ως μοναδικής γλώσσας της αρχαίας ελληνικής.

    Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η παρουσία στο συγκεκριμένο λεύκωμα τόσων καλών γραπτών από όλες τις απόψεις θα μπορούσε να είναι όλως συμπτωματική και τυχαία, δεδομένου ότι στο λεύκωμα έχει αφήσει τα ίχνη του ένα αρκετά σεβαστό, ποσοτικά, δείγμα τριάντα τριών (33) μαθητριών. Από αυτές, προβλήματα, σε ό, τι αφορά στην ορθογραφική ικανότητα παρουσιάζουν μόλις τέσσερις (ποσοστό 12%) και αυτές όχι σε σοβαρό βαθμό, ενώ στη γραφή σχεδόν όλες, εκτός τριών (ποσοστό 91%), εμφανίζονται καλλιγράφοι με εξαιρετικά ανεπτυγμένη καλαισθησία, τάξη και βεβαιότητα στον γραφικό τους χαρακτήρα.

    Αντίθετα ο γραφικός χαρακτήρας των σημερινών παιδιών είναι ασταθής και αβέβαιος, χωρίς καλαισθησία και χάρη, σε ποσοστό 90% και πλέον, καλλιγραφική δε ικανότητα δεν παρουσιάζει κανένα από τα σημερινά παιδιά. Ο αιώνας τής ταχύτητας και της πολυάσχολης ταραχής τού σύγχρονου ανθρώπου δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιες σαν και τις παραπάνω «πολυτέλειες», που όμως το 1926 θεωρούνταν δεδομένες και αδιαμφισβήτητης αξίας. Όσον αφορά, τώρα, στην ορθογραφική ικανότητα και σε αυτά τα πενιχρότατα ελληνικά τους, ένα μεγάλο ποσοστό των σημερινών μαθητών τού Γυμνασίου κρίνεται εξαιρετικά ανορθόγραφο και ανεπαρκές. Βέβαια, στο σημείο αυτό, θα ήθελα εμφατικά να διευκρινίσω ότι τα παραπάνω ποσοστά στην ορθογραφική και την γραφική ικανότητα- ειδικά σε ότι αφορά στους μαθητές τού 1926[7]- προέρχονται αυστηρά και μόνο από το δείγμα αυτών των τριάντα τριών μαθητριών, που εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο μαθητικό λεύκωμα, ώστε να μην είναι δυνατόν, σε καμιά περίπτωση, να τα περιβάλλουμε με απόλυτο κύρος και βεβαιότητα. Μας δίνουν, όμως, έστω και αμυδρά, μιαν εικόνα που εμάς, τουλάχιστον, από την πρώτη στιγμή, μας εντυπωσίασε εξαιρετικά.

     Ασφαλέστερη όμως και εγκυρότερη, θέλουμε να πιστεύουμε, αποβαίνει η διαπίστωσή μας σε ό, τι αφορά στον στοχασμό, τον χαρακτήρα και το ήθος των εφήβων της εποχής εκείνης, που όλα εμφανίζονται καταφανώς υψηλότερα των σημερινών εφήβων.

     Και πιο συγκεκριμένα ως προς τον στοχασμό τα κείμενα των μαθητών τού 1926 τα διακρίνει υψηλή ευαισθησία, λεπτότητα, χάρη και πνευματική καλλιέργεια και καλλιέπεια. Γράφουν στοχαστικά και πολλές από τις αναγραφές τους αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα λόγου. Αντίθετα, τα κείμενα των σημερινών δεκαπεντάχρονων εφήβων εμφανίζονται πολύ πεζά, χωρίς ίχνος λυρισμού, βαθύτητα σκέψης και στοχασμού. Δειγματικά, στο σημείο αυτό, παραθέτω φωτοτυπίες δυο κοινών θεματικά ενοτήτων στα ερωτήματα: «Τι εστί ανήρ» και «Τι εστί γυνή», από το Λέυκωμα του 1983.


Σελίδα από το Λεύκωμα του 1983

     Όσον αφορά τώρα στον χαρακτήρα και το ήθος και εδώ η διαφορά είναι καταφανέστατη. Τα παιδιά τού 1926 διακρίνονται για το υψηλό τους ήθος και την κοσμιότητα τού χαρακτήρα. Χαρακτηριστική ή- εμπιστευτική!- απάντηση που δίνουν στο ερώτημα: «Προτιμάτε πλούτον, καλλονήν ή ευγένειαν;». Σε σύνολο δεκατριών (13) απαντήσεων μία μόνο έδωσε προτεραιότητα στην καλλονή (ποσοστό 3%) και τέσσερις «σε όλα», αλλά με έμφαση, και πάλι, στην ευγένεια (ποσοστό 12%). Οι υπόλοιπες τοποθετούνται ευθαρσώς υπέρ τής ευγένειας (ποσοστό 85% !). Στο άλλο, το, επίσης, συναφές προς το ήθος, ερώτημα: «Τι εστίν αρετή;» όλες ανεξαιρέτως οι απαντήσεις (12 στον αριθμό) δράττονται τής ευκαιρίας και τονίζουν θαυμάσιο ύμνο και αληθινό εγκώμιο αρετής και μάλιστα με ενδιαφέρουσες ειδικές αναφορές αρχαιομάθειας στα «Απομνημονεύματα» τού Σωκράτη, στον μυθικό ήρωα Ηρακλή- την κλασική προσωποποίηση τής αρετής- και στον «αληθινό» έρωτα.


Σελίδα από το Λεύκωμα τού 1983

Τα ψευδώνυμα
      Το ήθος και τον χαρακτήρα των εφήβων τού 1926 αποπνέουν, νομίζω, και τα θαυμάσια ψευδώνυμα με τα οποία υπογράφουν τα «μικρά» μυστικά τους. Τα παραθέτω, στη συνέχεια, σε άμεση αντιπαράθεση με τα ψευδώνυμα από το αντίστοιχο λεύκωμα των σημερινών εφήβων (1989). Ποιητικότατα τα πρώτα, όλως πεζά και με χαρακτηριστική ρηχότητα τα δεύτερα. 

 

Ψευδώνυμα 1926- Ψευδώνυμα 1983 

«Χρυσαλίς»- «Ηooligans»
«Μενεξές»- «Μικρή Μηχανόβια»
«Σεληνολάτρης»- «Τρελοκόριτσο»
«Αφρισμένο Κύμα»- «Night Girl»
«Περαστική»- «Το Μάτι τής Τίγρης»
«Ευγενής διαφθορά»- «Άσπρο Αραπάκι»
«Παρδαλός»- «Crazy Hearts VP»
«Διαβολάκι»- «Rock»
«Αυγερινός»- «Marlboro»
«Αmor»- «Vespa»
«Μικρή Καλλιτέχνης»- «Μotron»

«Mignon»- «Rocaki»
«Ανθοστόλιστος Μυρσίνη»- «Suzuka»
«Ελπιδοφόρος»- «Το κορίτσι τού Ουράνιου
«Μαγευτικό Ακρογιάλι» τόξου»
«Λυπημένη»
 

 

Τα «Μικρά μυστικά» των λευκωμάτων 

 
    Μια τελευταία απόπειρα σύγκρισης τού ήθους και τού ιδεαλισμού που χαρακτηρίζουν τους εφήβους τού 1926 με αυτά των σημερινών εφήβων θα επιχειρήσουμε μέσα από τους τίτλους των «μικρών μυστικών» των τότε και των σημερινών εφήβων. Στο λεύκωμα των εφήβων τού 1926 υπάρχουν είκοσι επτά συνολικά «Μικρά μυστικά», ενώ στο λεύκωμα των εφήβων τού 1989 είκοσι δύο. Από αυτά κοινά και στις δύο ομάδες- διαχρονικά θα τα ονομάζαμε!- είναι μόλις έξι, τα κοινότυπα και, ασφαλώς, από μίμηση προερχόμενα, από γενιά σε γενιά, των τότε εφήβων από τους σημερινούς:

· Τι εστίν έρως;
· Τι εστίν ανήρ;
· Τι εστί γυνή;
· Τι εστίν αγάπη και, ακόμα,
· Χαρακτήρισε την Κτήτορα
· Τι χρώμα ματιών σας αρέσει;

    Στη συνέχεια παραθέτουμε όλα τα «Μικρά μυστικά» σε αντιπαράθεση, ώστε και πάλι να καταστεί δυνατή μια αυτόματη σύγκριση και μελέτη αυτών προς εξαγωγή των αντίστοιχων συμπερασμάτων. Όπως, πάντως, αμέσως και με την πρώτη ματιά, μπορούμε να παρατηρήσουμε, ερωτήματα και αναζητήσεις βαθύτερου φιλοσοφικού στοχασμού και ενδιαφέροντος (όπως: Τι εστί βίος, θάνατος, αρετή, ειλικρίνεια, ζωή, καρδία, χρήμα, φιλία, χωρισμός) βρίσκονται παντελώς έξω από τη σκέψη, τον διαλογισμό και τα ενδιαφέροντα των σημερινών εφήβων και αντ’ αυτών άλλες αναζητήσεις φαίνεται να κυριαρχούν στο μυαλό τους.


Σελίδα από το Λεύκωμα τού 1983 

 

«Μικρά Μυστικά 1926»- «Μικρά Μυστικά 1983»  

1. Τι εστί λεύκωμα- 1. Τι εστί ραντεβού;
2. Τι προτιμάτε πλούτον, καλλονήν ή ευγένειαν 2.Ποιο είναι το χόμπυ σας;
3.Προτιμάτε ήλιον ή σελήνη;- 3. Τι χρώμα ματιών σας αρέσει;

4.Τι εστίν έρως;- 4. Τι εστί έρωτας; (sic)
5.Τι εστί ανήρ;- 5. Τι εστί ανήρ;
6. Τι εστί γυνή; -6. Τι εστί γυνή

7. Ποιες ήταν οι ευτυχισμένες μέρες τής ζωής σας;- 7. Τι εστί γάμος;
8. Τι εστί καρδία;- 8. Τι ζώδιο είστε;
9. Τι εστί χρήμα;- 9. Τι εστί φιλί;
10. Τι εστί βίος;- 10. Τι μάρκα αυτοκινήτου σας αρέσει;
11. Τι εστί θάνατος;
12. Τι εστί αρετή;- 11. Είστε μοντέρνος, -α;
13. Τι εστί ειλικρίνεια;- 12. Τι μάρκα τσιγάρα καπνίζετε;
14. Τι εύχεσθε τη κτήτορι;- 13. Τα αρχικά τού αγοριού ή του
κοριτσιού σας.
15. Τι εστί χωρισμός;
16.Τι φρονείτε περί της Κτήτορος; - 14. Χαρακτηρίστε την Κτήτωρ (sic)

15. Χαρίστε μου κάτι.
17. Τι εστί ζωή; - 16. Γράψτε μου κάτι δικό σας.
18. Ποίον ανάστημα προτιμάτε;- 17.Αγαπήσατε, αγαπάτε, σας
19. Ποίαν επιστήμη προτιμάτε; αγαπούν;
20. Ποίαν ενδυμασία προτιμάτε; - 18.Που δώσατε το πρώτο σας φιλί;
21. Ποίον άνθος σας είναι προσφιλέστερον;- 19. Ποιο ποτό σας αρέσει;
22. Ποίαν ηλικίαν προτιμάτε;- 20.Πέντε κορίτσια ή αγόρια σας αρέσουν.
23. Τι εστί αγάπη;- 21. Τι εστί αγάπη;
24. Ποίον όνομα προτιμάτε

25. Ποίους οφθαλμούς προτιμάτε; - 22. Τι χρώμα ματιών σας αρέσει.
26. Τι εστί φιλία;

27. Τι προτιμάτε ρέμβην ή διασκέδασιν;

 
Τα πρόσωπα τού λευκώματος

     Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση «Βγάλτε τη μάσκα», στο τέλος τού λευκώματος, ενώ όλες οι μαθήτριες τού 1926 αποκαλύπτουν πλήρως τα στοιχεία τους και με αυτό το πατρώνυμο αρκετές φορές, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους σύγχρονους μαθητές, που, οι περισσότεροι (σε ποσοστό 75%), δεν αποκαλύπτουν τα στοιχεία τους και αντ’ αυτών παραθέτουν κάποια ανούσια κενά περιεχομένου σημειώματα, όπως: «το έχασα…», «το ξέρεις…», «του Γέρου μου…» ή, τέλος, ένα απλό αρχικό γράμμα τού επωνύμου τους. 

 

Τα ονόματα στο λεύκωμα τού 1926 παρατίθενται με την εξής σειρά[8]:

Δέσποινα Α. Κανακάκη[9], Μαριγούλα Δρανδάκη, Αριάδνη Δ. Πατσουράκη, Μαίρη Χατζιδάκη, Μαρία Δρουλίσκου, Μαίρη Χατζιδάκη, Αικατερίνη Κουκουβάγια[10], Αρτεμισία Ροδινού, Στυλιανή Σκευάκη, Ελένη Καλούδη, Άρτεμη Παπαδάκη, Ελ. Παπαδάκη, Δέσπω Ν. Μπουλακάκη, Αθηνά Τσουρλάκη, Ασπασία Παπαδάκη, Μαρία Ρολόγη, Τιτίκα Σηφογιαννάκη, Αικατερίνη Ε. Λουκάκη, Γεωργία Γ. Πισκοπάκη, Μαρία Φραγγιαδάκη, Όλγα Δασκαλάκη, Ολυμπιάς Ι. Βενέτικου, Αθηνά Φραγγελάκη, Έλλη Ι. Μαραγκουδάκη, Ασπασία Κωνσταντουδάκη, Θεανώ Μπουλακάκη, Πολυξένη Τσίχλη, Τιτίκα Δρανδάκη, Ευαγγελία Μαραγκουδάκη, Αργυρή Γ. Τρουλλινού, Μαρία Ευ. Μοάτσου[11], Αθηνά Κοτζαμπασάκη, Καίτη Ν. Σαπουντζάκη.


[1] Λόγω τής υφής τού άρθρου και τής εποχής από την οποία προέρχεται, που βρίσκεται στην καρδιά τής περιόδου που μελετάμε (1900-1950), αναδημοσιεύουμε το παρόν κείμενό μας από το περιοδικό «Αναζητήσεις», του Συνδέσμου Φιλολόγων νομού Ρεθύμνου, τ. 10, 98- 106.
[2] Το λεύκωμα για το οποίο ο λόγος είναι ιδιοκτησίας τού Χαράλαμπου Ζάχε. Κασσωτάκη, Καθηγητή, που το ανέσυρε εντελώς τυχαία από σωρό σκουπιδιών, μαζί με πολλά άλλα παλιά «χαρτικά» και, στη συνέχεια, μου το ενεπιστεύθη προκειμένου να το αξιοποιήσω όπως εγώ νόμιζα καλύτερα. Για την εμπιστοσύνη του αυτήν τού οφείλω θερμές ευχαριστίες.
[3] Ασφαλώς, το τετράδιο θα ήταν εκατό, συνολικά, σελίδων. Οι δεκατέσσερις σελίδες που λείπουν θα πρέπει να σκίστηκαν από τις ίδιες τις μαθήτριες, προκειμένου σε νέα σελίδα να ξαναγράψουν βελτιωμένες τις απαντήσεις τους. Ήδη, υπάρχουν ενδείξεις δύο τέτοιων σκισμένων σελίδων, ενώ άλλες δύο είναι εντελώς αποκομμένες από τη θέση τους.
[4]Πρόκειται, ασφαλώς, για πρόσωπο τού στενού περιβάλλοντος της «Κτήτορος», που θα «υποχρεώθηκε» να γράψει στο λεύκωμα
[5]Οφείλω να σημειώσω ότι το νεότερο αυτό λεύκωμα- για την ακρίβεια- είναι τού έτους 1989- τότε περιήλθε στα χέρια μου- και με αυτό το λεύκωμα θα γίνει η σύγκριση τού παλιού λευκώματος τού 1926. Ασφαλώς, σήμερα- δεκαεφτά χρόνια μετά- τα δεδομένα θα έχουν αλλάξει πολύ περισσότερο και, ασφαλώς, πιστεύω, προς το χειρότερο, όσον αφορά στην εποχή μας!
[6] Οφείλω να σημειώσω ότι το 1989 δεν είχε ακόμα καθιερωθεί η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών. Αλλά και σήμερα- που η διδασκαλία τους επανήλθε από - η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλύτερη.
[7] Για τους σημερινούς μαθητές έχουμε και την προσωπική εμπειρία.
[8] Τα ονόματα συζήτησα με τον παλιό έγκριτο λόγιο Ρεθυμνιώτη κ. Λεωνίδα Εμμ. Καούνη, ο οποίος τα αναγνώρισε σχεδόν όλα και μου έδωσε τις πληροφορίες που ακολουθούν. Για άλλη μια φορά, τον ευχαριστώ και από τη θέση αυτήν. Από τις τριάντα τρεις Ρεθεμνιώτισσες τού λευκώματος σήμερα ζει, σε ηλικία 95 ετών, μόνο μία, η Μαρία Ευ. Μοάτσου (βλ. σχετ. όνομα). Τα ονόματα τού σύγχρονου Λευκώματος- που, τα περισσότερα, εξάλλου, όπως σημειώσαμε, δεν έχουν αποκαλυφθεί από τους ίδιους τους μαθητές- για ευνόητους λόγους δεν δημοσιεύονται.
[9] Μάλλον πρόκειται για αδελφή τού γνωστού Ρεθεμνιώτη γλύπτη Λευτέρη Κανακάκη.
[10]Σύζυγος Νικ. Χατζάκη. Ήταν ανιψιά τού Μικρασιάτη αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Βοριαδάκη- ορειχάλκινη προτομή τού οποίου έστησε ο Σύλλογος Ρεθυμνίων Μικρασιατών και κοσμεί τον αύλειο χώρο τής Κυρίας των Αγγέλων- και πενθερά τού Θεολόγου- Γυμνασιάρχη και διδασκάλου μας κ. Γιάννη Κουμεντάκη.
[11]Η μόνη, όπως σημειώσαμε, επιζώσα. Πολύ ωραία κοπέλα, που γύρω στα 1936 παντρεύτηκε τον Κρίτωνα Δασκόπουλο, Διευθυντή τής Εθνικής Τράπεζας εδώ στο Ρέθυμνο.

ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ

4. Κ Α Ν Ε Β Ο Σ


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Οικισμός τής κοινότητας Αγ. Ιωάννου η Κάνεβος, κάτοικοι 71 (2001), υψόμ. 440 μέτρα, βρίσκεται ένα χιλμ. μετά τον Άγ. Ιωάννη (διαδρομή: Αρμένοι- Άγ. Βασίλειος- Παλιόλουτρα- Αγ. Ιωάννης- Κάνεβος), σε ωραιότατο κατάφυτο τοπίο ποικίλης βλάστησης, πριν από την είσοδο στο φαράγγι τού Κοτσυφού, απ’ όπου περνά ο δρόμος που οδηγεί προς τον παράκτιο Πλακιά.
Όπως σημειώνει ο Στ. Σπανάκης, το τοπωνύμιο δεν αναφέρεται στις παλιότερες απογραφές τής Βενετοκρατίας, παρότι είναι γνήσιο βενετσιάνικο. Για πρώτη φορά αναφέρεται στην απογραφή τού 1928, στην κοινότητα Αγ. Ιωάννου τού Καμένου, με 50 κατοίκους. Στην επόμενη απογραφή τού 1940 δεν αναφέρεται καθόλου, ενώ το 1951 αναφέρεται ίδια κοινότητα Κάνεβος, με 107 κατοίκους και συνεχίζει: το 1961: 66 κατ., 1971:48, 1981: 39, 1991: 46, 2001: 71.
Για την ονομασία τού οικισμού «Κάνεβος» ο κ. Κουμεντάκης[1] μάς προτείνει τρεις εκδοχές: α) από το όρνιο καναβός (ή σκάρα, ο γύπας), που τέτοιοι υπάρχουν άφθονοι στο παραπλήσιο φαράγγι τού Κοτσυφού, τρέφονται με πτώματα και θνησιμαία και γι’ αυτό θεωρούνται ως οι «νεκροθάφτες» τής περιοχής, β) από το ενετικό θηλυκό ουσιαστικό caneva, που σημαίνει οιναποθήκη, καπηλειό (πρβλ. και την ιταλ. λέξη cava= υπόγεια αποθήκη)[2]. Και είχαν- λέγει
ο κ. Κουμεντάκης- στο χωριό άφθονες τέτοιες υπόγειες οιναποθήκες, στις οποίες οι χωριανοί
φύλασσαν το κρασί, που γινόταν εξαίρετο λόγω και του εξόχου κλίματος τής περιοχής. Την εκδοχή αυτήν ασπαζόμαστε και εμείς ως την πιθανότερη, με την προσθήκη ότι μάλλον στην περιοχή τού σημερινού χωριού να υπήρχε κάποιο καπηλειό, κρασοταβέρνα με χάνι, ως μέρος περαστικό που είναι, και από εκεί να προήλθε, με την πάροδο τού χρόνου, το όνομα τού χωριού. Και γ) σε μια απίθανη λαϊκή ερμηνεία- που, όμως, την μεταφέρω και αυτήν σύμφωνα με την επιθυμία μας να διατηρούμε επιμελώς τις παραδόσεις τού τόπου. Αυτή η τελευταία ερμηνεία στηρίζεται στην επιφωνηματική φράση «καν ανεβώ», δηλαδή «αν ανεβώ», που πρόφεραν τα παλιά

Εικ. Άγιος Ιωάννης και Κάνεβος
(από το βιβλίο τού Ν. Σ. Βαβουράκη"Αγιος Ιωάννης ο Καμένος")

χρόνια οι Ροδακινιώτες και οι Σφακιανοί σαν αναγκάζονταν- λόγω μη ύπαρξης γέφυρας- να εφορτώνουν από τα υποζύγια τα ασκιά τους με το λάδι και να τα φορτώνονται στη συνέχεια οι ίδιοι, προκειμένου να τα μεταφέρουν στην απέναντι όχθη τού φαραγγιού. Έλεγαν λοιπόν, πριν επιχειρήσουν το δύσκολο αυτό και τολμηρό εγχείρημά τους, με την ιδιόρρυθμη Σφακιανή προφορά, την προαναφερθείσα επιφωνηματική φράση: «καν ανεβώ!...», δηλαδή θα τα καταφέρω να περάσω τις δυσκολίες του φαραγγιού(;), απ’ όπου και το γειτονικό χωριό έλαβε την ονομασία του Κάνεβος.
Τέλος, η Χρυσ. Τσικριτσή [3], θεωρεί ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από οικογενειακό όνομα, ενώ ο Π. Βλαστός το σημειώνει Κάνωβο και το σχετίζει, εσφαλμένα, με την παλιά αιγυπτιακή πόλη Κάνωβας (Κάνωβος).
Τοπωνύμια από τη λέξη Κάνεβο και Κάνεβος υπάρχουν και σε άλλα μέρη της Κρήτης, όπως στον Πρινέ Ρεθύμνου, στις Βολιώνες Αμαρίου, στην Αγία Γαλήνη (ως Κάνεβα), καθώς και συνοικισμός στο Δήμο Ταυρωνίτη, της επαρχίας Σελίνου.
Επί Βενετοκρατίας η λέξη θα πρέπει να ήταν πολύ κοινή, όπως αυτό φαίνεται σε δημοτικά τραγούδια τής εποχής, που δημοσίευσε ο Γεώργιος Κουρμούλης. Έτσι, ο πατέρας ή η μητέρα παραγγέλλει στον γιο ότι όταν πηγαίνει προς διασκέδαση πρέπει να προτιμά να παρακάθεται με πρόσωπα σεβαστά και καλύτερα από αυτόν, έστω και αν πρόκειται, στο τέλος, να φύγει από το συμπόσιο νηστικός, με τα παρακάτω λόγια:
Υιγιέ μ’ αν πας ‘ς την Κάνοβο απού ‘ν’ οι χαροκόποι,
τήρα διατήρα το σκαμνί τον τόπο να καθίζης
με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου…

Και να το ίδιο δημοτικό και σε άλλη παραλλαγή:

Γιε μου, κι’ αν πας ‘ςτην κάνεβο απού ’ν οι χαροκόποι
Ντήρα διαντήρα το σκαμνί την τάβλα να καθίζεις…

Σε τρίτη παραλλαγή τού ίδιου τραγουδιού δίδεται η ερμηνεία τής άγνωστης λέξης «κάνοβο»- «κάνεβο» των παραπάνω παραλλαγών:
Γροικάτ’ είντα παράγγερνε γεις φρόνιμος του γιού ντου
-Γιε μου, κι αν πας ‘ςτο καπηλειό και βρης τσοι χαροκόπους…[4]

Ο Γ. Κουρμούλης παρατηρεί ότι είναι εύλογο να θεωρήσουμε, από το προσηγορικό «καπηλειό» τής τελευταίας παραλλαγής, ότι και στις λέξεις «κάνοβο» και «κάνεβο» των δύο πρώτων παραλλαγών- εφόσον με αυτές δεν υποδηλώνονται σαφώς τοπωνύμια- υποκρύπτονται ουσιαστικά άγνωστα μέχρι σήμερα από ετυμολογική και σημασιολογική άποψη, που περαιτέρω τα ουσιαστικά αυτά για την ομοιότητα των στίχων θα πρέπει να είναι συνώνυμα ή συγγενικής μεταξύ τους και προς το προσηγορικό «καπηλειό» σημασίας[5]. Οπότε, κάνε(ο)βος= το καπηλειό, η οιναποθήκη, σύμφωνα με όσα παραθέσαμε παραπάνω κατά την ετυμολόγηση τού τοπωνυμίου.
Η Κάνεβος κτισμένη στην είσοδο τού φαραγγιού τού Κοτσυφού αποτελεί φυσικό πέρασμα σε όσους πρόκειται να ταξιδέψουν από Ρέθυμνο προς Μύρθιο, Μαριού, Πλακιά, Σελλιά, Ροδάκινο και Σφακιά. Προκατοχικά τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν μόνο μέσω Κανέβου, όπου βρισκόταν το τέρμα τού λεωφορείου. Ο σημερινός δρόμος από Κάνεβο που εξυπηρετεί τα χωριά αυτά έγινε μεταπολεμικά. Μέχρι τότε, λοιπόν, η Κάνεβος ως επικοινωνιακό κέντρο είχε αναπτύξει σημαντική κίνηση και πολλά εμπορικά καταστήματα όλων των ειδών (υποδηματοποιεία, σιδηρουργεία, ραφεία, πεταλωτήρια, ντενεκετζίδικα, κουρεία επιπλοποιεία, εμπορικά ενδυμάτων κτλ, μέχρι και πανδοχείο), δεδομένου ότι πολλοί κάτοικοι των παραπάνω «Κάτω Χωριών» προτιμούσαν να ψωνίζουν από την Κάνεβο, για να μην ταλαιπωρούνται μεταβαίνοντες στο Ρέθυμνο, που το λεωφορείο- λόγω τής κακής κατάστασης τού δρόμου- απαιτούσε περί τις δύο ώρες να μεταβεί[6].
[1] Βλ. και Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 42.
[2]Την ίδια άποψη δες και στον αείμνηστο συντοπίτη μας Καθηγητή τής Γλωσσολογίας τού Παν/μιου Αθηνών, Γεώργ. Ι. Κουρμούλη (Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, Τοπωνυμικά Ζητήματα, Περί του ετύμου της λέξεως Κάνεβο, Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β΄, Αθήναι 1939, 245 εξ.). Ο Γ. Κουρμούλης σημειώνει, περαιτέρω, ότι το ιταλικό θηλ. ουσιαστ. canova ή caneva (= οιναποθήκη, καπηλειό) εισήχθη κατά την Ενετοκρατία στην Κρήτη και σχηματίστηκαν από αυτό τοπωνύμια μερικά μεν αυτούσια (Κάνεβα), μερικά δε μεταπλασθέντα κατά την κατάληξη, ώστε να λήγουν σε –ο (Κάνεβο-Κάνοβο) ή σε –ος (Κάνεβος- Κάναβος).
[3] Χρυσούλας Τσικριτσή, Συμβολή στη μελέτη των τοπωνυμίων της Κρήτης, Τοπωνύμια από οικογενειακά ονόματα, Αμάλθεια 6 (1975), 34.
[4] Α. Κριάρη, Συλλογή Κρητικών δημοτικών ασμάτων, Αθήναι 1920, 205.
[5] Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, ό.π.,252.
[6] Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 38-39.
Τέλος φόρμας