Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γ. ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γ. ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μαρία Γ. Ροδαμνάκη * * * Παλιές μαντινάδες από την Κρύα Βρύση Ρεθύμνης

 

Μαρία Γ. Ροδαμνάκη

 

Παλιές μαντινάδες από την Κρύα Βρύση Ρεθύμνης

[Εκτυπωτική Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2025, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 165]

 

Σχολιασμός- Επεξηγ. Κείμενα- Κατάταξη: Γεώργιος Εμμ. Μαυροτσουπάκης

Αντιγραφή- Επεξεργασία: Γεώργιος Γ. Ροδαμνάκης

 

 ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ένας ικανός Κρητικός ριμαδόρος κουβαλά μέσα του μιαν έμφυτη δύναμη. να εκφράζει τα πάντα εμμέτρως και ποιητικά. Η μαντινάδα, χάρη στη συμμετρική της δομή και την επιγραμματική συντομία της, κατορθώνει να αποδίδει ένα περιεχόμενο πλήρες και ολοκληρωμένο, προτέρημα που γοητεύει και συγκινεί βαθιά τον δημιουργό της και τον ωθεί να εκφράζεται πολυσχιδώς με αυτόν τον χαρισματικό τρόπο, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση.

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συνέβαινε και με τα αυθόρμητα καθημερινά μαντιναδολογήματα της Μαρίας Γ. Ροδαμνάκη από την Κρύα Βρύση. Οι μαντινάδες της άγγιξαν, τελικά, δύο ευαίσθητες ψυχές του περιβάλλοντός της, που τις πρόσεξαν, τις εκτίμησαν και διέγνωσαν την ανάγκη περισυλλογής και διάσωσής τους —ιδίως επειδή οι περισσότερες είχαν δημιουργηθεί πριν από το 1950— και είχαν τραγουδηθεί στο όμορφο χωριό τους, αλλά και στα γύρω χωριά, σε γλέντια, γάμους, βαπτίσεις και παρέες.

 Πρωτεργάτης αυτής της ωραίας προσπάθειας υπήρξε ο γιος της, Γιώργης Ροδαμνάκης, ο οποίος σε μιαν ώριμη και αναστοχαστική φάση της ζωής του συνειδητοποίησε την αξία των μαντινάδων αυτών της μητέρας του, οπότε πήρε την απόφαση- σε ένα πρώτο βήμα- να προχωρήσει στη διάσωσή τους. Παρακίνησε, λοιπόν, τη μητέρα του να καταγράφει στο εξής σε ένα τετράδιο κάθε μαντινάδα που ανακαλούσε η μνήμη της. Η διαδικασία αυτή εκτάθηκε σε μεγάλο χρονικό βάθος, σηματοδοτώντας την απαρχή ενός σπουδαίου εγχειρήματος διάσωσης και τεκμηρίωσης ενός πολύτιμου δείγματος προφορικής λαϊκής δημιουργίας. Αν και ο ίδιος είχε, ήδη, προχωρήσει σε μια αρχική επεξεργασία του συγκεντρωθέντος υλικού, κατέστη σαφές ότι η ολοκλήρωση του έργου απαιτούσε μια συστηματικότερη επιστημονική επιμέλεια, η οποία θα περιελάμβανε θεματική ταξινόμηση, φιλολογικό σχολιασμό και τη σύνταξη εισαγωγικών ερμηνευτικών κειμένων για κάθε ενότητα.

Η επιστημονική αυτή ευθύνη ανατέθηκε στον Γιώργη Μαυροτσουπάκη, έμπειρο φιλόλογο και καταξιωμένο μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση χωρίς καμιά επιφύλαξη, αναγνωρίζοντας τη σημασία του εγχειρήματος.

Η παρουσιαζόμενη- με τη βιβλιοπαρουσίασή μας αυτήν- εργασία του Γιώργη Μαυροτσουπάκη συνιστά μιαν, πράγματι, αυτοτελή και ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη. Στην αρχή της παρατίθεται εκτενής, θεωρητικά συγκροτημένη και τεκμηριωμένη Εισαγωγή στο δημοτικό τραγούδι και, ειδικότερα, στη μαντινάδα. Εξετάζονται τα βασικά λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, η διάκρισή του σε είδη και μορφές και, στη συνέχεια, η ανάλυση επικεντρώνεται στην ειδική κατηγορία του δίστιχου. Η μαντινάδα, με τους δύο δεκαπεντασύλλαβους ιαμβικούς στίχους, τον έντονα επιγραμματικό χαρακτήρα και την πλούσια θεματική της ποικιλία, αναδεικνύεται ως ένα από τα πλέον εμβληματικά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της κρητικής πολιτισμικής παράδοσης.

Ο μελετητής προχωρεί στον ορισμό και την ετυμολογία της μαντινάδας, ανατέμνοντας διεξοδικά τη μετρική και τα δομικά της γνωρίσματα. Παράλληλα, εστιάζει στο θεματικό της εύρος, επισημαίνοντας την υπεροχή του ερωτικού λόγου ως μέσου βιωματικής και συναισθηματικής έκφρασης.

Ως ικανός φιλόλογος, ο Γ. Μαυροτσουπάκης δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη σχέση της μαντινάδας με τον κυκλικό χορό, όπως ο πεντοζάλης· εκεί αναπτύσσεται ένας αριστουργηματικός έμμετρος διάλογος, που παραπέμπει στην αρχαία χορική ποίηση, μέσα από τη δημιουργική συνύπαρξη χορού, μουσικής και αδόμενου λόγου.

Και ολοκληρώνει την Εισαγωγή του με μιαν εξαιρετικά δόκιμη φιλολογική σύγκριση ανάμεσα σε παλαιότερα παραδοσιακά δίστιχα και τη σύγχρονη στιχουργική παραγωγή, παρατηρώντας ευστοχότατα ότι η παλιά μαντινάδα αποτελεί την αυθεντική έκφραση ενός κόσμου με διακριτά πολιτισμικά γνωρίσματα. Σε μια κορύφωση του σχολιασμού του, ο συγγραφέας καταλήγει στον ορισμό της μαντινάδας ως της λυρικής «φωνής» της Κρήτης, του μέσου που επιστρατεύει ο Κρητικός για να εξωτερικεύσει έμμετρα τα βαθύτερα συναισθήματά του, με κυρίαρχο τον προσανατολισμό προς το άλλο φύλο.

Ακολουθεί στη συνέχεια η θεματική κατάταξη του υλικού της Μ. Ροδαμνάκη σε κατηγορίες που με τις παρατιθέμενες, κάτω από τις μαντινάδες, ερμηνευτικές και ετυμολογικές επισημάνσεις, καθίστανται, οπωσδήποτε, μια βαρυσήμαντη συμβολή στη μελέτη της κρητικής διαλέκτου.

Η ταξινόμηση βασίζεται σε έξι κύρια θεματικά κέντρα:

α) στις ομορφιές και τις χαρές τής ζωής, ερωτικού κυρίως περιεχομένου (έρωτας, αγάπη, πάθος, τρυφερότητα, προσμονή, όνειρο ελπίδα),

β) στις μεγάλες αξίες τής ζωής που συγκινούν, τέρπουν και ευαισθητοποιούν και τις πιο λεπτές και ευγενικές χορδές της ανθρώπινης ψυχής (ωραίο, υψηλό, μάνα, φιλία, λευτεριά),

γ) στα μεγάλα φιλοσοφικά, υπαρξιακά και ηθικά ζητήματα τού ανθρώπου (ζωή, γηρατειά, πένθος, θάνατος, τύχη, μοίρα, κατάρα, ξενιτιά, Εκκλησία, Θεός, πίκρα, πόνος, χωρισμός),

 δ) στην κρητική αξιοπρέπεια, την «πρεπιά», την ειδή, την παλικαριά και το φρόνημα του λεβέντη Κρητικού, που αποπνέουν το αδάμαστο άρωμα της μεγαλονήσου (Κρήτη, Κρητικός, αγώνας, μαντινάδα, περηφάνια),

ε) στα αγνά και καθάρια πατριωτικά ιδεώδη (παράδοση, καταγωγή, γενιά) και, φυσικά,

στ΄) στις σκωπτικές- σατιρικές μαντινάδες (εύθυμες, πειρακτικές, παραβολικές).

Το όλο σώμα των μαντινάδων διακρίνεται για την εκφραστική του καθαρότητα, τη στιχουργική αρτιότητα και τη δύναμη των εικόνων. Οι εικόνες αυτές εξακτινώνονται παραστατικά και, σε συνδυασμό με τα διεισδυτικά φιλολογικά σχόλια του συγγραφέα, προσδίδουν στο βιβλίο μια σπάνια θεματική και επιστημονική πληρότητα.

Για άλλη μια φορά, συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε και τους δυο συντελεστές Γεώργιο Εμμ. Μαυροτσουπάκη και Γεώργιο Γ. Ροδαμνάκη γι' αυτήν την πολύτιμη και γενναιόδωρη προσφορά τους προς τη γενέθλια γη. Το Ρέθυμνο αλλά και η Κρήτη ολόκληρη, θα επιβραβεύσουν, να είναι βέβαιοι, με ευγνωμοσύνη και αγάπη αυτήν την όμορφη και ευγενική παρουσία τους στα Κρητικά Γράμματα και την αταλάντευτη προσήλωσή τους στις πατρογονικές αξίες· σε ό,τι, δηλαδή, κρατά ζωντανή την επαφή με τις ρίζες και την πνευματική παρακαταθήκη αυτού του τόπου.  

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ * * * Ο πολέμαρχος της «Βίγλας» ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ * Γεώργιος Αρετάκης

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ

 

Ο πολέμαρχος της «Βίγλας»

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ

Γεώργιος Αρετάκης

Τόμος Α΄: Η βιογραφία του

        [Εκδόσεις «Καλαϊτζάκης Α.Ε.», Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 301]  

 

         ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                           www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Αϊβασιλιώτης δημοσιογράφος Μανόλης Παντινάκης είναι γνωστός στους Ρεθεμνιώτες από τη επιτυχημένη μέχρι σήμερα δημοσιογραφική του διαδρομή στις εφημερίδες «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Η Τόλμη» και «Τα Νέα». Ο Μανόλης Παντινάκης, όμως, δεν είναι μόνο ο συνειδητός και έγκριτος δημοσιογράφος αλλά και ο δόκιμος συγγραφέας, που μέχρι σήμερα έχει να μας παρουσιάσει αρκετά βιβλία, όπως: «Πόθος Λευτεριάς», «Αντίσταση κι εξορία», «Η επαρχία Αγίου Βασιλείου αφηγείται: «Η Κατοχή δεν μας λύγισε…», «Αμαριώτες στην Αντίσταση», «Ρασοφόρος Ζορμπάς». και άλλα.

Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Κεραμέ και Αγαλλιανό ανάμεσα στα νεότερα ιστορικά στοιχεία του χωριού οι ντόπιοι μού παρέδωσαν και τη μορφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Αρετάκη, τού και Σφακιανού επονομαζομένου, με καταγωγή εκ πατρός από τα Κεραμέ και του ίδιου από το Σπήλι, φωτογραφία του οποίου και δημοσίευσα. Σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, έχω τη χαρά να κρατώ στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο του ως άνω συνεπαρχιώτη συγγραφέα, Μανόλη Παντινάκη, με τον τίτλο: «Ο πολέμαρχος της «Βίγλας», Καπετάν Σφακιανός», που αναφέρεται στην προσωπικότητα τού εν λόγω άγνωστου στο ευρύτερο κοινό ομοχώριού του, τού Σπηλιανού οπλαρχηγού, Γεωργίου Αρετάκη.

Πρόκειται για μιαν εργασία λεπτομερέστατη και αρτιότατη από κάθε άποψη, προϊόν πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας. Ο συγγραφέας παίρνει τις πληροφορίες του από πηγές ασφαλείς και αξιόπιστες και μέσω συνεντεύξεων με πρόσωπα του άμεσου συγγενικού περιβάλλοντος του άνδρα, που έτρεφαν στο πρόσωπό του απεριόριστο σεβασμό και αγάπη.

Τον Γιώργη Αρετάκη, ο συγγραφέας του βιβλίου, ήδη από τον τίτλο, αποκαλεί Πολέμαρχο της «Βίγλας» (θέσης- παρατηρητήριο, που βρίσκεται στο Πανωχώρι του Σπηλίου), γιατί αυτή υπήρξε ο τόπος όπου γεννήθηκε το 1899 ο ήρωας, ο πολεμιστής, ο περήφανος, ο αδούλωτος και ασυμβίβαστος πολυτραυματίας των εθνικών αγώνων της Μικράς Ασίας, του αλβανικού μετώπου και στο τέλος και του αντάρτικου, στα βουνά της Πελοποννήσου. Από μικρό παιδί τον Αρετάκη αναζωογονούσαν, ενθουσίαζαν και γέμιζαν με πατριωτισμό οι μεγάλοι ήρωες της Επανάστασης του Εικοσιένα και μάλιστα ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Αυτός είναι ο λόγος που  αυτοαποκλήθηκε «Σφακιανός» και όχι «Σπηλιανός» και δραστηριοποιήθηκε στα μέρη όπου γεννήθηκαν αυτοί οι τελευταίοι, θέλοντας, ακριβώς, με τον τρόπο αυτόν, να τιμήσει τη γενναιότητα και τη λεβεντιά τους.

Κατατάχτηκε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό από τα 17 του χρόνια και αγωνίστηκε για την πατρίδα επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, αφήνοντας πίσω του γυναίκα και παιδί. Έφτασε και πολέμησε στον Σαγγάριο ποταμό (1922) όπου και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και, ως εκ θαύματος, να σωθεί και να επιστρέψει στη μονάδα του στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε το πρώτο χρυσό αριστείο ανδρείας. Υπήρξε βαθιά βενιζελικός και αντιβασιλικός, πρωταγωνιστής στο κίνημα του 1935, οπότε, μετά την αποτυχία του, τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Ως βενιζελικό τον βρίσκουμε και στα Κεραμέ, χωριό του πατέρα του, αλλά και σε άλλα κοντινά χωριά της επαρχίας να ομιλεί στους κατοίκους και να προσπαθεί να τους πείσει να ακολουθήσουν τον μεγάλο οραματιστή πολιτικό.

Ανακαλείται στο στράτευμα με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο- όπου πήρε το δεύτερο χρυσό αριστείο ανδρείας, για τη συμβολή του στην κατάληψη του υψώματος Πόγραδετς στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, στις 11-2-1941, και επιστρέφει βαριά τραυματισμένος με επιπλέον τραύματα στο αριστερό πόδι και με σοβαρής μορφής κρυοπαγήματα, ώστε, έκτοτε, να περπατά με πολλή δυσκολία και μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού.

Μετά την κατοχή συνέχισε να πολεμά στην Πελοπόννησο, στα πιο μαύρα χρόνια που πέρασε ποτέ η Ελλάδα, κατά τον φοβερό εκείνο εμφύλιο, όταν, την 25 Απριλίου 1949, σφαίρα ελληνική του απέκοψε το νήμα της ζωής. 

Ειδικότερα, εντυπωσιακά στοιχεία στη ζωή τού ως άνω Γιώργη Αρετάκη είναι, οπωσδήποτε, ο απεριόριστος πατριωτισμός του, ο ένθερμος αρχικά βενιζελικός προσανατολισμός του, ενώ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945), αρνούμενος να παραδώσει τα όπλα και μη μπορώντας να διαφύγει στην Κρήτη- όπου τον περίμενε η γυναίκα του και το λατρεμένο του παιδί- ακολούθησε τον δρόμο της παρανομίας και πήρε το βουνό. Αλλά και η θρησκευτικότητά του είναι ένα ακόμα εντυπωσιακό κομμάτι της ζωής του Καπετάν Γιώργη Αρετάκη, την οποία θέριευαν, φαίνεται, οι τότε εξαιρετικά δύσκολες και ματωμένες καταστάσεις, τις οποίες βίωνε καθημερινά. Έτσι, στη μάχη του Σαγγάριου σφαίρα εχθρική που κατευθυνόταν στο μέρος της καρδιάς «μπλόκαρε», ναι μπλόκαρε- όπως αργότερα περιέγραφε ο ίδιος στη μάνα του- πάνω στο μεταλλικό άκρο εικόνας των Αγίων Αποστόλων που του είχε δώσει εκείνη φεύγοντας από το χωριό και την κρατούσε μόνιμα πάνω του ως φυλαχτό. Το θαύμα αυτό- όπως ο ίδιος το ονόμασε- τον ώθησε να ανεγείρει στο Σπήλι, με τη βοήθεια της μητέρας του αλλά και άλλων συγχωριανών, την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, στην Καλλεργιανή, για να θυμίζει στις κατοπινές γενιές τη θαυμαστή εκείνη σωτηρία του Σφακιανού. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στην εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι κάτοικοι του Πανωχωριού πανηγυρίζουν στο εκκλησάκι του Σφακιανού. Από μια τέτοια πανήγυρη μας διέσωσε τις όμορφες λαογραφικές αναμνήσεις της και η μακαριστή και πολυαγαπητή μας Ειρήνη Μπριλάκη- Καβακοπούλου («Επίκαιρες ηθογραφικές μνήμες από το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στο δροσόλουστο Σπήλι», Ρέθεμνος 15/16 Ιουλίου 2006)

Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία του αγαπημένου συγχωριανού του Στέλιου Κονσολάκη, ο Σφακιανός εμφανίστηκε στην εκκλησία της Παναγιάς, στο Πανωχώρι, την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου 1941, όταν είχε έλθει από την Αλβανία στη γενέτειρά του, για να τον δει η μητέρα του, ίσως, για τελευταία φορά. Πάλι, προφανώς, κάποιο νέο θαύμα θα είχε ζήσει, όπως και στον Σαγγάριο, κι εκεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου οι ήρωές μας πάλευαν νύχτα μέρα με τον Χάρο. Στηριζόταν, όπως πάντα, στο μπαστούνι του, φαινόταν πολυτραυματίας και τα πόδια του ήταν τυλιγμένα με πολλούς χοντρούς επιδέσμους και φαίνονταν πιο χοντρά- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονσολάκης- και από τη την ίδια τη μέση του. Στο μανίκι τού αριστερού του χεριού υπήρχαν πολλές διακρίσεις, τα λεγόμενα εμπόλεμα εξάμηνα, που ήταν ο χρόνος του στους πολέμους και στο δεξιό χέρι κρατούσε λαμπάδα ίση με το μπόι του! Πλησίασε στην εικόνα, άναψε τη λαμπάδα του και ύστερα περιέφερε το βλέμμα του και μας κοίταξε όλους με λαχτάρα έναν προς έναν στο πρόσωπο.

Ο συγγραφέας, Μανόλης Παντινάκης, στο βιβλίο του αυτό- παράλληλα προς τη βιογραφία του άνδρα- μας διασώζει και εξαιρετικά στοιχεία για τις κρίσιμες εκείνες ιστορικες περιόδους της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε για τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Τοπικής Ιστορίας και των ρεθεμνιώτικων, γενικότερα, γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης * * * Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950), Βιβλιοπαρουσίαση υπό του Αντώνη Ε. Στιβακτάκη

 


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

 

Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης 

(1872 – 1950)

Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης.

 Ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς. Ρέθυμνο 2020

 

Του Αντώνη Ε. Στιβακτάκη

 

          Κάθε φορά που βλέπει το φως της δημοσιότητας κάποιο βιβλίο του εκλεκτού και πολύτιμου φίλου Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, αυτό και μόνο αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός για το Ρέθεμνος, για την Κρήτη, για τα Ελληνικά Γράμματα, για τον πολιτισμό γενικότερα.

       Αυτό ισχύει και για το νέο του βιβλίο με τον τίτλο «Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950). Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης. Ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς», το οποίο είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας από τη «Γραφοτεχνική Κρήτης» και αναμφίβολα φέρει έντονη τη σφραγίδα συγγραφικής δωρεάς του εν λόγω πολυγραφότατου συγγραφέα.

       Πρόκειται περί μιας εμπεριστατωμένης και αρκετά εκτεταμένης βιογραφίας του αοιδίμου Ιεράρχου Βασιλείου Μαρκάκη (1872 – 1950), ο οποίος διετέλεσε αρχικά Επίσκοπος της Νέας Επισκοπής Αρκαδίας (1902 – 1941) και εν συνεχεία Μητροπολίτης Κρήτης (1941 – 1950).

       Μάλιστα, θα έλεγα ότι το εν λόγω βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία συμπυκνωμένη επιτομή της ιστορίας της Εκκλησίας της Κρήτης κατά το 1ον ήμισυ του 20ου αιώνα.

       Στην αρχή του βιβλίου παρατίθεται με ημερομηνία «Εν Ηρακλείω τη 18η  Νοεμβρίου 2019» μία σύντομη Επιστολή – Χαιρετισμός του τότε Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ειρηναίου, Προέδρου της Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ειρηναίον, στην οποία αναφέρει ότι «...η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης κατά την Τακτικήν Συνεδρίαν Αυτής τη 17η Οκτωβρίου ε.ε (2019) απεφάσισεν όπως εκθύμως επιλογήση την, υπό της Ενορίας Αγίου Παντελεήμονος Κεραμέ της Υμετέρας Θεοσώστου Επαρχίας, έκδοσιν βιβλίου τού εγκρίτου συγγραφέως συνταξιούχου φιλολόγου καθηγητού – Θεολόγου κ. Κωνσταντίνου Παπαδάκη, το οποίον αφορά εις την προσωπικότητα του αοιδίμου Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Βασιλείου (Μαρκάκη) γόνου εκλεκτού της ως είρηται Ενορίας...».

Ακολουθεί «Αδελφικός Χαιρετισμός για τον Μεγάλο Επίσκοπο και Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο» από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ειρηναίο και εν συνεχεία «Χαιρετισμός (του) Εφημερίου Κεραμέ» π. Τίτου Λίτινα.

       Ο Πρόλογος του βιβλίου ανήκει στον συγγραφέα του Κωστή Ηλία Παπαδάκη. Είναι μεστός, περιεκτικός, εμπνευσμένος από τη συγκλονιστική πορεία της ζωής του αοιδίμου Ιεράρχου Βασιλείου, γραμμένος με την γνωστή εντόνως συναισθηματική και συγχρόνως διθυραμβική πέννα του εκλεκτού και εμπειρότατου συγγραφέως.

       Στη συνέχεια παρατίθεται το Α΄ Μέρος του βιβλίου, το οποίο έχει τον τίτλο: «Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950) – Βιογραφία» και εκτείνεται από τη σ. 21 έως και τη σ.152, περιλαμβάνοντας 14 κεφάλαια και δεκάδες υποκεφάλαια, τα οποία φωτίζουν λεπτομερώς την πορεία της ζωής του διαπρεπούς Ιεράρχου.

       Ακολουθεί το Β΄ Μέρος, το οποίο έχει τίτλο: «Ο Βασίλειος Μαρκάκης μέσα από εγκυκλίους του» (σ.157 – 177), το οποίο έχει μεγάλο ενδιαφέρον αφού σ’ αυτό παρατίθεται «μία σειρά τριάντα επιλεγμένων εγκυκλίων από το Αρχείο της (Νέας) Επισκοπής Αρκαδίας, οι οποίες, επιλεγμένες μία προς μία, φωτογραφίζουν, μπορούμε να πούμε, και επισφραγίζουν καθαρότατα σημαντικές πτυχές τής ποιμαντορίας του αοιδίμου Ιεράρχη, ως Επισκόπου Αρκαδίας κατά τα έτη 1908 – 1941».

       Αξίζει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι χαρακτηρίζονται από τον εκλεκτό συγγραφέα: α) ως πατριωτικές, β) ως εγκύκλιοι που αναφέρονται και κινούνται από την πίστη, την ευσέβεια και αγάπη του Βασιλείου προς τον Θεό και τη γνωστή φιλομάθειά του, γ) ως εγκύκλιοι που αναφέρονται στις αρετές της φιλανθρωπίας και πράξεων αγάπης του Βασιλείου και δ) ως εγκύκλιοι που καταδεικνύουν την αγάπη του για την πρόοδο, το πράσινο και αγροτική ανάπτυξη του τόπου.

       Στο Γ΄ και τελευταίο Μέρος του βιβλίου γίνεται εκτενής αναφορά στο κοινωνικό πρόσωπο του Μητροπολίτη Κρήτης Βασιλείου μέσα από το «Βιβλίο Επισκεπτών» της Επισκοπής του στους Αγίους Δέκα, επίσης, από μιαν «ευχετήρια κάρτα» του Νίκου Καζαντζάκη και από μιαν εγγραφή του Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Β. Τωμαδάκη.

       Το βιβλίο «κλείνει» με την παράθεση τού «Παρακλητικού Κανόνος εις την Υπεραγία Θεοτόκον εν ώρα πολέμου», τον οποίο ο Μητροπολίτης Βασίλειος ανεύρε σε προϋπάρχον παλαιότερο κείμενο, ανωνύμου υμνογράφου, τον διόρθωσε σε πολλά σημεία, διασκεύασε και προσάρμοσε στα κρητικά και εθνικά δεδομένα της εκάστοτε πολεμικής αναμέτρησης, τον εξέδωσε το πρώτον κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και δεν έπαυεν «ανά πάσαν πολεμικήν αναμέτρησιν» δι’ εγκυκλίων του αλλά και με τα απ’ άμβωνος κηρύγματά του να προτρέπει τους πιστούς της Εκκλησίας της Κρήτης, όπως τον αναγιγνώσκουν τόσον «επ’ εκκλησίαις», όσο και «κατά μόνας» στο «ταμείον» των οικιών τους, κατά την ατομική τους προσευχή».

       Ακολουθεί λεπτομερής παράθεση της πλούσιας βιβλιογραφίας στην οποία στηρίχθηκε ο συγγραφέας για τη συγγραφή αυτού του πολύτιμου συγγράμματος.

       Ο εμπειρότατος ιστορικός ερευνητής χρησιμοποίησε σημαντική και εν πολλοίς σπάνια βιβλιογραφία, διερεύνησε αρχεία και βρήκε στοιχεία που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.

       Πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί ότι τα κείμενα του βιβλίου πλαισιώνονται από πλήθος ιστορικών- μερικές από τις οποίες είναι σπάνιες- φωτογραφιών, που του προσδίδουν εποπτικότητα και το κάνουν περισσότερο προσιτό και ενδιαφέρον στον αναγνώστη.

       Τέλος, γίνεται αναλυτική αναφορά τής όλης εργογραφίας του συγγραφέα, από την οποία καταδεικνύεται ότι πρόκειται, πράγματι, περί ενός από τους πολυγραφότερους σύγχρονους συγγραφείς της Κρήτης σ’ ένα ευρύτατο πεδίο συγγραφικής αναζήτησης, έρευνας, καταγραφής και παρουσίασης.

       Τον ευχαριστούμε θερμά και τον ευγνωμονούμε!

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ * * * «Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα»* * * Του ΓΙΩΡΓΗ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

 


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

«Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα»

 

Κριτικό Σημείωμα του: ΓΙΩΡΓΗ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

 

    Δύο πολύ αξιόλογα βιβλία εκδόθηκαν πρόσφατα από τον δήμο Αγίου Βασιλείου, σχετικά και τα δύο με τις εορταστικές εκδηλώσεις των διακοσίων χρόνων από την Εθνοσωτήρια Επανάσταση του 1821, μια και ο δήμος αυτός, προς τιμήν του, πραγματοποίησε πλήθος εκδηλώσεων μ’ αφορμή αυτό το ιστορικό γεγονός σε πολλά επί μέρους σημεία της περιοχής του. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων υπήρξε η ημερίδα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Σπήλι στις 17 Ιουλίου 2021 με τη σύμπραξη οκτώ Αγιοβασιλειωτών, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί από παλιότερα με την τοπική ιστοριογραφία. Τα Πρακτικά αυτής της ημερίδας αποτελούν το ένα βιβλίο με τον γενικό τίτλο: «200 Χρόνια από την Επανάσταση του 1821 στην Επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου» .

    Το δεύτερο βιβλίο είναι εξ’ ολοκλήρου πνευματικός καρπός του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, με τον γενικό τίτλο: «Η συμβολή της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα», στο οποίο εξιστορεί όχι μόνο τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα στενά όρια της επαρχίας κατά το διάστημα (1821-1830) , αλλά κι εκείνα τα οποία έλαβαν χώρα σ’ ολόκληρη την Κρήτη, εφόσον υπήρχε ενεργός συμμετοχή Αγιοβασιλειωτών ή «Λαμπαίων», όπως αποκαλεί χαρακτηριστικά ο Κριτοβουλίδης τους κατοίκους του Αγίου Βασιλείου. Ο συγγραφέας στον πρόλογο του διευκρινίζει: «…Κριτήριό μας για τη θεώρηση ενός πολεμικού γεγονότος ως «αγιοβασιλειώτικου» – στην περίπτωση που αυτό λαμβάνει χώρα εκτός της επαρχίας- θέσαμε τη συμμετοχή σε αυτό Αγιοβασιλείωτη οπλαρχηγού ή Αγιοβασιλειωτών πολεμιστών. Και δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητες οι συμμετοχές αυτές «καθ’ άπασαν την Κρήτην», που, στην παρούσα έκδοση, έφθασαν να προσμετρούν περί τις σαράντα (40), ενώ οι οπλαρχηγοί της επαρχίας – με κορυφαίους τον Ηγούμενο Μελχισεδέκ Τσουδερό και τον αδελφό του Στρατάρχη Γεώργιο Τσουδερό – σε πολλές μάχες της Μεγαλονήσου, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο….».

    Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα το ’21 η επαρχία Αγίου Βασιλείου είχε την τύχη να έχει ηγέτες από την ιστορική οικογένεια των Τσουδερών, απογόνων της κραταιάς βυζαντινής οικογένειας των Καλλέργηδων. Η θρυλική μορφή του Μελχισεδέκ Τσουδερού, Ηγουμένου της Ιεράς και σεβάσμιας Μονής Πρέβελη, συνέβαλε καθοριστικά στην οργάνωση της περιοχής κατά την προεπαναστατική περίοδο και στην προμήθεια πολύτιμων όπλων, με χρήματα της Μονής, με τα οποία οπλίστηκε το πρώτο συντεταγμένο πολεμικό Σώμα στην Κρήτη το 1821, το λεγόμενο και Πρεβελιώτικο Σώμα. Δεν είναι ιστορικό λάθος, ούτε ακραίος τοπικισμός, αν ισχυριστούμε ότι, ανεπίσημα η επανάσταση στην Κρήτη ξεκίνησε από την ευρύτερη περιοχή του Πρέβελη, με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από την 23η έως την 26η Μαίου 1821 και με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Τσουδερογούμενο. Η ενεργός συμμετοχή του εξάλλου από την επίσημη έναρξη της Επανάστασης στις 29 Μαίου 1821, μέχρι και τις 5 Φεβρουαρίου 1823, όπου δυστυχώς για την Κρήτη πληγώθηκε θανάσιμα σε φονική μάχη με τους Τούρκους στο Πολεμάρχι Κισάμου, τον καταξιώνει ως μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της επαναστατημένης Κρήτης, με διττή ιδιότητα, εκείνη του Οπλαρχηγού κι εκείνη του Ηγουμένου της Μονής Πρέβελη.

    Τη σκυτάλη έκτοτε ανάλαβε επάξια ο αδελφός του Γεώργιος Τσουδερός ως εκατόνταρχος στην αρχή (1821), πεντακοσίαρχος (1822) και Στρατάρχης από το 1828 και μετά, αλλά ας δούμε τι γράφει για τον μεγάλο αυτό Πολέμαρχο ο συγγραφέας: «Ο Γεώργιος Τσουδερός είναι ο μεγάλος και χαρισματικός άνδρας, οπλαρχηγός και στρατάρχης της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, που συμμετείχε ως αρχηγός σε πάρα πολλές μάχες και επέζησε του αγώνα του Εικοσιένα. Έλαβε δε μέρος και στην επανάσταση των Χαιρέτηδων (1841). Δεν καταδέχτηκε να φύγει από την Κρήτη μαζί με τα παιδιά του, αλλά τριγυρνούσε μόνιμα στα ρεθεμνιώτικα, επιχειρώντας γρήγορες επιθέσεις παντού, για να μη προφταίνουν οι Τούρκοι να εντοπίζουν τη βάση του. Η δράση του Γεωργίου Τσουδερού έχει μείνει στην ιστορία, γιατί υπήρξε από τους ελάχιστους Κρητικούς αρχηγούς που διέτρεξε ολόκληρη την Κρήτη σπιθαμή προς σπιθαμή, από την Κίσαμο μέχρι τη Σητεία, πολεμώντας τον εχθρό. Τρομοκρατούσε και ξεμονάχιαζε τους Τούρκους και τους ανάγκαζε να κλείνονται φοβισμένοι στα φρούριά τους….» Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας δείχνει μια άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του: «…Είναι γεγονός ότι ο Γ. Τσουδερός έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης όλων των οπλαρχηγών της Κρήτης και πάντα όλοι προτιμούσαν τη συνεργασία μαζί του, γιατί από την αρχή του αγώνα κρατήθηκε μακριά από μικρομίση κι προσωπικές προστριβές, καλούμενος πάντα ως διαιτητής μέσα στους διαρκείς διαπληκτισμούς των άλλων…».

    Ανάμεσα στους τελευταίους ηρωικούς μαχητές που συνέχιζαν με πείσμα μέχρι και το τελευταίο έτος (1830) τον άτακτο πόλεμο κατά των Τούρκων ήταν ο Γ. Τσουδερός που συγκρατούσε ακόμα ολόκληρο το σώμα του, με τον αδελφό του Ιωάννη και τον γιο του Αναγνώστη. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν οι Τσουδεροί να κρατήσουν τους εχθρούς μέσα στο Ρέθυμνο κι έτσι τα γυναικόπαιδα που ήθελαν να φύγουν για την ελεύθερη Ελλάδα έμειναν απείρακτα στις νότιες παραλίες. Εγκατέλειψε την Κρήτη από τους τελευταίους, στα μέσα του έτους 1831, «…αφού είδε με πόνον ψυχής υποχρεωθείσαν πάλιν την πατρίδα του να επανέλθη εις τον αυτόν ζυγόν», γράφει ο σύγχρονός του Καλλίνικος Κριτοβουλίδης.

    Ο μεγάλος αυτός Πολέμαρχος, που ακριβοδίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο «Κολοκοτρώνης» της Κρήτης, ο οποίος έδωσε τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία της κι έχασε έναν του γιό, τον Μανόλη, στη μάχη του Βρύσινα στις 15/4/1822, πέρασε φρικτές στερήσεις στο υπόλοιπο της ζωής του. Το 1833 στη Μεθώνη στην Πελοπόννησο παρουσιάστηκε στον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, του υποσχέθηκε αναγνώριση και οικονομική ενίσχυση. Έτσι το 1838 ο Γ. Τσουδερός ονομάζεται Συνταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Τέλος πέθανε από την πείνα, πάμπτωχος, μακριά από την πατρίδα του στο Τολό Αργολίδος στις 10 Αυγούστου 1846, σε ηλικία 90 ετών, μέσα σε έναν αχυρώνα.

Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός
     Υ.Γ. Σε επιφώνησή του, μετά την παρουσίαση των δύο βιβλίων στο Σπήλι στις 24/8/22, ο Κωστής Παπαδάκης πρότεινε να κατασκευαστεί με δαπάνη του δήμου Αγίου Βασιλείου η προτομή του Στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού, ως οφειλόμενη τιμή του συνόλου των Αγιοβασιλειωτών για τους αγώνες του εναντίον των Τούρκων και ως ανθρώπου που ενθάρρυνε και οργάνωσε τους προγόνους μας και υπό την ηγεσία του οδηγήθηκαν στον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα το 1821.

    Θα είναι μεγάλη τιμή, νομίζω κι εγώ, για τον δήμο Αγίου Βασιλείου και τον δήμαρχο Γιάννη Ταταράκη να υλοποιήσει αυτήν την υποχρέωση!