Η Κρητική Επανάσταση και το Αρκάδι σε έργα ποιητών της Ρομαντικής Σχολής των Αθηνών

 

Το Αρκάδι

Η Κρητική Επανάσταση και το Αρκάδι σε έργα ποιητών της Ρομαντικής Σχολής των Αθηνών

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Συντ. Φιλόλογος Καθηγητής- Θεολόγος

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Την πρώτη μου επαφή με την ποίηση των Ελλήνων Ρομαντικών είχα ως τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν ο καθηγητής μου, αείμνηστος Φαίδων Μπουμπουλίδης (1923-2007), μας δίδαξε τη Ρομαντική Σχολή των Αθηνών και μας εξέτασε με βάση το σύγγραμμα του καθηγητή Γ. Θ. Ζώρα, Ο Ελληνικός Ρομαντισμός και οι Φαναριώται, Αθήναι 1962. Μελετώντας τότε τους Ρομαντικούς ποιητές, διαπίστωσα την ιδιαίτερη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχέση που είχαν αναπτύξει με την Κρήτη, καθώς και με τα πολεμικά γεγονότα που, κατά την εποχή τους, τον 19ο αιώνα, συγκλόνιζαν και αιματοκυλούσαν αδιάκοπα το νησί μας. Διαπίστωσα, ακόμη, πόσο συχνά οι ποιητές αυτοί αντλούσαν έμπνευση από τους αγώνες και τις θυσίες του κρητικού λαού, για να τους απαθανατίσουν με τους επικότερους και αρμονικότερους στίχους της ποιητικής τους παλέτας. Τραγούδησαν, έτσι, εκτενώς την Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και, προπάντων, το μεγαλώνυμο Αρκάδι, αλλά και πλήθος άλλων γεγονότων της κρητικής Ιστορίας, φθάνοντας μέχρι και στο αξιοδάκρυτο «Ορφανό της Κρήτης» του Αχιλλέα Παράσχου (1867).

Αχιλλέας Παράσχος 

 Έκτοτε, από εικοσάχρονος ακόμα φοιτητής, κράτησα τα ποιήματα αυτά, όσα αναφέρονταν στην Κρήτη και στο Αρκάδι, «υπό καλήν σημείωσιν» και δεν έπαψα να τα αναζητώ, να τα συγκεντρώνω και να τα μελετώ. Σήμερα, επανερχόμενος στο παλαιό εκείνο ενδιαφέρον, δημιούργησα μια σειρά μελετών αφιερωμένων στην ποίηση των Ρομαντικών για την Κρήτη και το Αρκάδι. Οφείλω, βέβαια, να ομολογήσω ότι τα ποιήματα των περισσότερων είναι γραμμένα σε αρχαΐζουσα ελληνική, γλώσσα που δεν είναι πλέον προσιτή στον σύγχρονο αναγνώστη, με χαρακτηριστική εξαίρεση την ποίηση των δύο Ναυπλιωτών αδελφών, του Αχιλλέα και του Γεωργίου Παράσχου. Ωστόσο, ακόμη και μέσα από αυτό το γλωσσικό ένδυμα, οι ποιητές εκείνοι κατόρθωναν, με τους υψηλούς ποιητικούς τόνους και τις εμπνευσμένες συνθέσεις τους, να υμνούν τη νεότερη Ιστορία του νησιού μας και να συγκινούν βαθύτατα τον αναγνώστη.

Σήμερα, με αφορμή τις επετειακές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 160 χρόνων από το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου, δημοσιεύουμε το παρόν άρθρο ως ένα ελάχιστο αντίδωρο τιμής και ευγνωμοσύνης στη μνήμη των ηρώων και των μαρτύρων, που με το απαράμιλλο παράδειγμά τους ανέδειξαν το ύψιστο ιδανικό της Ελευθερίας.          

Η ποιητική αυτή παραγωγή, ωστόσο, παραμένει σήμερα σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη και άγνωστη στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Τα ποιήματα των Ελλήνων Ρομαντικών του 19ου αιώνα, τα οποία αναφέρονται στο Αρκάδι, είναι, ως επί το πλείστον, εντελώς άγνωστα. Αυτό οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι αρκετά από αυτά είναι γραμμένα, όπως ήδη επισημάναμε, σε γλώσσα αρχαΐζουσα, συχνά δυσπρόσιτη στους σημερινούς αναγνώστες, και αφετέρου στο ότι πολλά δημοσιεύθηκαν αρχικά σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, τα οποία έχουν προ πολλού πάψει να εκδίδονται. Τα έντυπα αυτά αποτελούν σήμερα σπάνια και δυσεύρετα τεκμήρια, φυλασσόμενα σε ορισμένες μόνο μεγάλες βιβλιοθήκες της Χώρας.

Και, ασφαλώς, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος ούτε ο αριθμός ούτε και η ποιότητα των Ελλήνων Ρομαντικών ποιητών που συγκινήθηκαν από τους απελευθερωτικούς αγώνες του κρητικού λαού και εμπνεύστηκαν από τη μεγαλειώδη θυσία του Αρκαδιού. Πολλοί από αυτούς, παρακολουθώντας από κοντά τα γεγονότα των αλλεπάλληλων κρητικών επαναστάσεων της περιόδου εκείνης και γινόμενοι, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες, βίωσαν άμεσα τη συγκλονιστική ατμόσφαιρα του αγώνα. Η αγωνία, ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και ο διακαής πόθος για ελευθερία μετασχηματίστηκαν μέσα τους σε ποιητική συγκίνηση και οδήγησαν σε ορισμένες από τις ευτυχέστερες και μελωδικότερες ποιητικές συνθέσεις τους.

Για εμάς, λοιπόν, τους Κρητικούς, τα ποιήματα των Ρομαντικών που αναφέρονται στην Κρήτη γενικότερα και στο Αρκάδι ειδικότερα αποτελούν πολύτιμα κεφάλαια της ιστορικής μας ποίησης και αναπόσπαστα τεκμήρια της νεότερης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Δεν πρόκειται απλώς για λογοτεχνικές αποτυπώσεις ιστορικών γεγονότων, αλλά για αυθεντικές μαρτυρίες της συγκίνησης και της συμπαράστασης που ενέπνευσε ο κρητικός αγώνας στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η ποίηση αυτή υπήρξε, με τον δικό της τρόπο, μια ακόμη μορφή συμμετοχής στον αγώνα της Κρήτης, μεταφέροντας το μήνυμα της θυσίας και της ελευθερίας πέρα από τα γεωγραφικά όρια του νησιού.

Είναι, συνεπώς, επιτακτική ανάγκη να ανασύρουμε τα ποιήματα αυτά από τη λήθη, να τα επαναφέρουμε στη συλλογική μας μνήμη και να τα ξαναβάλουμε στο στόμα του λαού μας, είτε ως απαγγελλόμενο στίχο είτε ως τραγούδι, στα σχολεία, στις πολιτιστικές εκδηλώσεις και στις εθνικές επετείους της Κρήτης. Άλλωστε, ορισμένα από αυτά είναι γραμμένα σε απλή, σχεδόν σύγχρονη γλωσσική μορφή, ακόμη και στη δημοτική, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα προσιτά και κατάλληλα για ευρύτερη διάδοση. Η επανέκδοσή τους, η φιλολογική τους μελέτη και, όπου χρειάζεται, η γλωσσική τους απόδοση θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος γι’ αυτόν τον λησμονημένο ποιητικό θησαυρό και στην ουσιαστικότερη γνωριμία των νεότερων γενεών με μια σημαντική πτυχή της ιστορικής μας μνήμης.

Οι ποιητές της Ρομαντικής Σχολής των Αθηνών, οι οποίοι συνέθεσαν αυτοτελή ποιητικά έργα ή δημοσιεύματα αναφερόμενα στην Κρητική Επανάσταση και ειδικότερα στο Αρκάδι, είναι οι ακόλουθοι:

 

1. Αχιλλέας Παράσχος, αυτοσχέδια επιγράμματα:

α) Γαβριήλ, Ηγούμενος της Μονής Αρκαδίου

β) Ιωάννης Δημακόπουλος

γ) Ο ΙΓ΄ πλους (1867)

2. Γεώργιος Παράσχος, Ο περίπλους του Αρκαδιού

3. Αντώνιος Ιω. Αντωνιάδης:

α) Ο εθελοντής της Κρήτης, ήτοι η επανάστασις του 1866. Ποίημα επικόν εις στροφάς ομοιοκαταλήκτους

β) Εις τα ερείπια της Μονής του Αρκαδίου

4. Τιμολέων Δ. Αμπελάς, Οι μάρτυρες του Αρκαδίου

5. Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Αρκάδι

6. Σοφοκλής Καρύδης:

α) Εις την μονήν του Αρκαδίου

β) Η Μονή του Αρκαδίου

 

          Τα ποιήματα αυτά αποτελούν μια ξεχωριστή πνευματική παρακαταθήκη, μέσα από την οποία η θυσία του Αρκαδιού και οι αγώνες της Κρήτης πέρασαν στην ποιητική μνήμη του νεότερου Ελληνισμού. Η διάσωσή τους δεν συνιστά μόνο χρέος απέναντι στη λογοτεχνική μας κληρονομιά, αλλά και οφειλόμενο φόρο τιμής σε εκείνους που θυσιάστηκαν για την ελευθερία.

Regno di Candia: Διοικητικοί Μηχανισμοί και Κοινωνική Ιεραρχία στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη

 


Regno di Candia: Διοικητικοί Μηχανισμοί

και Κοινωνική Ιεραρχία στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη


                Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

        Συντ. Φιλόλογος Καθηγητής- Θεολόγος- Συγγραφέας

                    https://ret-anadromes.blogspot.com

 

Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι που δεν κρίνονται μόνο από τη διάρκεια της εξουσίας που τις χαρακτήρισε, αλλά κυρίως από το αποτύπωμα που άφησαν στη ζωή, στη μνήμη και στον πολιτισμό ενός τόπου. Μια τέτοια περίοδος είναι και η Βενετοκρατία στην Κρήτη, που διήρκεσε περισσότερο από τέσσερις αιώνες, από το 1211 έως το 1669. Ήταν μια μακρά περίοδος πολιτικών ανατροπών, κοινωνικών συγκρούσεων, οικονομικών αλλαγών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, αλλά ταυτόχρονα και μιας ιδιαίτερης πολιτιστικής άνθησης.

 

           Η Εγκαθίδρυση του Regno di Candia

Για να κατανοήσουμε, όμως, τη Βενετοκρατία, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω στα 1204, όταν η Δ΄ Σταυροφορία κατέλυσε την Κωνσταντινούπολη και ο βυζαντινός κόσμος διαμελίστηκε. Η Κρήτη παραχωρείται αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, ο οποίος το 1204 μεταβιβάζει τα δικαιώματά του στο νησί στους Βενετούς, λαμβάνοντας το ευτελέστατο ποσό χίλιες αργυρές μάρκες. Οι Βενετοί, ωστόσο, αργούν να την καταλάβουν. Το κενό εκμεταλλεύεται ο Γενουάτης τυχοδιώκτης Ερρίκος Πεσκατόρε που κατάφερε να καταλάβει το 1206 σημαντικό μέρος της Κρήτης και ακολούθησε ένας μακρύς αγώνας για τον έλεγχο του νησιού.

Τελικά, το 1211 οι Βενετοί επικρατούν οριστικά και ξεκινά μια περίοδος κυριαρχίας, που θα διαρκούσε περισσότερους από τέσσερις αιώνες, έως το 1669, όταν η παράδοση του Χάνδακα στους Οθωμανούς σήμανε το τέλος της Βενετοκρατίας.

Η Κρήτη, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αποκτά για τη Βενετία τεράστια στρατηγική και οικονομική σημασία. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη νησιωτικός σταθμός στα όρια της επικράτειάς της. Ήταν ένας ζωτικός κόμβος στο εμπορικό και ναυτικό δίκτυο της Βενετίας, ένα πολύτιμο κομμάτι του αποικιακού της κράτους και, ταυτόχρονα, ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Οι Βενετοί εγκαθιδρύουν το Regno di Candia, το «Βασίλειο της Κρήτης». Αρχικά η Βενετία εφαρμόζει ένα σύστημα στρατιωτικής εποίκησης. Στέλνει αποίκους το 1212, το 1222, το 1233 και το 1252. Η γη μοιράζεται σε 479 φέουδα, από τα οποία τα 394 δίνονται σε Βενετούς. Η εγκατάσταση των Βενετών εποίκων, που άρχισε το 1211, συνοδεύτηκε από την αναδιανομή της γης σε φέουδα και τη συγκρότηση μιας νέας κυρίαρχης τάξης. Το νησί διαιρέθηκε σε τέσσερις ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες (territoria): του Χάνδακα, των Χανίων, του Ρεθύμνου και της Σητείας. Κάθε τερριτόριο διαιρέθηκε σε υποπεριφέρειες με τον διοικητικό όρο Καστελλανίες, με την Καστελλανία Κάτω Συβρίτου να μετονομάζεται σε Καστελλανία Αγίου Βασιλείου πριν από το έτος 1577.

 

           Η Κοινωνική Διαστρωμάτωση και οι Επιβαρύνσεις της Καθημερινής Ζωής

 

Όλοι αυτοί οι διοικητικοί όροι δεν είναι απλώς λεπτομέρειες της βενετικής γραφειοκρατίας. Πίσω τους κρύβεται ένας ολόκληρος μηχανισμός εξουσίας, μέσα από τον οποίο η Βενετία επιχείρησε να ελέγξει τη γη, τους ανθρώπους, τη φορολογία και την καθημερινή ζωή του νησιού. Παράλληλα με τη νέα διοικητική οργάνωση διαμορφώθηκε και μια νέα, αυστηρά ιεραρχημένη κοινωνική πυραμίδα. Στην κορυφή της δεσπόζουν οι Βενετοί ευγενείς (Nobili Veneti), ενώ σε εγγύτητα, αλλά με σαφή διάκριση, αποκρυσταλλώνεται η τάξη των Κρητών ευγενών (Nobili Cretensi), οι οποίοι έλκυαν την καταγωγή τους από την παλαιότερη βυζαντινή αριστοκρατία του νησιού. Στις επόμενες βαθμίδες στοιχίζονταν οι Cittadini (οι αστοί), οι Privilegiati (οι προνομιούχοι) και οι Γονικάρηδες (οι ελεύθεροι ιδιοκτήτες γης), ενώ στη βάση της κοινωνικής αυτής διαστρωμάτωσης βρίσκονταν οι ελεύθεροι καλλιεργητές και οι πάροικοι (villani), οι οποίοι ελάχιστα διέφεραν από τους δούλους, τουλάχιστον κατά την πρώιμη Βενετοκρατία.

Η κοινωνική αυτή διαστρωμάτωση δεν έμενε στη θεωρία. Μεταφραζόταν καθημερινά σε δικαιώματα, υποχρεώσεις, φόρους, αγγαρείες και, τελικά, σε διαφορετικές δυνατότητες για το πώς μπορούσε ο καθένας να ζήσει τη ζωή του. Αυτό φαίνεται καθαρά και μέσα από τις συμβολαιογραφικές πράξεις. Οι πάροικοι μπορούσαν να εκμισθώνονται σχεδόν σαν περιουσιακά στοιχεία. Άνθρωποι έφταναν στο σημείο να πουλούν την ελευθερία τους προκειμένου να επιβιώσουν, ενώ φεουδάρχες αποκτούσαν γονίκαρους με αντάλλαγμα ένα σπίτι ή άλλες παροχές.

Ωστόσο, η πίεση δεν προερχόταν μόνο από τους ιδιώτες άρχοντες, αλλά και από τις κρατικές επιταγές. Μέσα από αυτές, η ιστορία αποκτά ένα πολύ πιο συγκεκριμένο και οδυνηρό πρόσωπο. Οι αγγαρείες, για παράδειγμα, αποτελούσαν βασικό μέρος της καθημερινότητας. Οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να εργάζονται για το κράτος, συντηρώντας δρόμους και οχυρώσεις, ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν απλήρωτη εργασία στα χωράφια των φεουδαρχών.

Ακόμη πιο σκληρή ήταν η υποχρεωτική ναυτολόγηση στις βενετικές γαλέρες. Άνδρες ηλικίας από 14 έως 60 ετών μπορούσαν να στρατολογηθούν και να υπηρετήσουν ως κωπηλάτες, συχνά κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Καθηλωμένοι στους πάγκους της κωπηλασίας και ζώντας σε συνθήκες απόλυτου εγκλωβισμού, με ελάχιστη τροφή και σκληρή μεταχείριση, πολλοί δεν επέστρεφαν στα σπίτια τους ποτέ.

Και πάνω σε όλα αυτά προστίθεται και η βαριά φορολογία. Φόροι σε είδος, σε χρήμα, σε εργασία, σε παραγωγή, ενώ οι φεουδάρχες απαιτούσαν ακόμη και δώρα, τα λεγόμενα “ρεγάλα”, όπως αυγά, κοτόπουλα, άχυρα και χοιρομέρια. Η επιβίωση είναι δύσκολη. Μέσα σε αυτό το καθεστώς απόλυτου αδιέξοδου, τα νοταριακά έγγραφα αποκαλύπτουν το μέγεθος της απόγνωσης: βλέπουμε ανθρώπους που προσπαθούν να αποφύγουν τη γαλέρα, που αναζητούν αντικαταστάτη, που συντάσσουν διαθήκες πριν φύγουν. Και έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα ανάκτορα και στα πεδία των μαχών. Γράφεται και στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, στον φόβο ενός ανθρώπου για το αν θα επιστρέψει το βράδυ στο σπίτι του.

 

Η Ανυπότακτη Αντίσταση των Κρητικών: Εξεγέρσεις και Εσωτερικές Αντιθέσεις

 

Αυτή ακριβώς η ασφυκτική καθημερινότητα και οι αβάσταχτοι περιορισμοί γέννησαν νομοτελειακά μιαν ανυπότακτη αντίσταση. Η Κρήτη δεν αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα τη βενετική κυριαρχία. Έτσι, στην πορεία των αιώνων, καταγράφονται 27 μεγάλες και μικρές επαναστάσεις, καθώς και πολυάριθμα τοπικά κινήματα. Αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Σημαίνει ότι η αντίσταση δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο ξέσπασμα. Επανερχόταν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, διατηρούσε τη δυναμική της στον χρόνο και συνδεόταν με ποικίλες κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αιτίες.

Ωστόσο, η διαρκής αυτή διάθεση για αντίσταση δεν συνοδευόταν πάντοτε από την αναγκαία σύμπνοια μεταξύ εκείνων που αναλάμβαναν να την οργανώσουν. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του αγώνα ήταν η έλλειψη ενότητας, καθώς οι μεγάλες αρχοντικές οικογένειες του νησιού δεν κατόρθωναν πάντοτε να συντονίσουν τη δράση τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το προσωπικό ή οικογενειακό συμφέρον υπερίσχυε του συλλογικού. Έτσι, η αντίσταση μπορεί να υπήρξε επίμονη και γενναία, αλλά χωρίς συντονισμό ήταν δύσκολο να μετατραπεί σε μια αποτελεσματική πολιτική και στρατιωτική δύναμη. Απ’ αυτό εξηγείται, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι Βενετοί κατόρθωσαν τελικά να διατηρήσουν την κυριαρχία τους για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Σημείωση: Το άρθρο αξιοποιεί στοιχεία και προβληματισμούς που παρουσιάστηκαν κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Ν. Τσιγδινού, Η επαρχία Αγίου Βασιλείου στα χρόνια της Βενετοκρατίας (1211–1645/1669), η οποία πραγματοποιήθηκε στο Σπήλι στις 25 Οκτωβρίου 2026.

 

Τιμωροί Άγιοι και οι λαϊκές Παρετυμολογίες των Ονομάτων τους * * * Από τον Φόβο της Τιμωρίας στην Ελπίδα της Ίασης


Ο άγιος Φανούριος, στρατιωτικός Άγιος, με ακόντιο και ασπίδα

  Θέματα Λαϊκής Πίστης και Λατρείας                                             

 

 

Τιμωροί Άγιοι και οι λαϊκές Παρετυμολογίες των Ονομάτων τους

Από τον Φόβο της Τιμωρίας στην Ελπίδα της Ίασης 

 

          Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

Συντ. Φιλόλογος Καθηγητής- Θεολόγος- Συγγραφέας

                         https://ret-anadromes.blogspot.com/

 

         Οι Άγιοι είναι όργανα τής θείας δικαιοσύνης και ως τέτοιοι- κατά τη λαϊκή αντίληψη- τιμωρούν τους ασεβείς και ιερόσυλους ανθρώπους που εργάζονται ή περιέρχονται σε άλλες ασέβειες την ημέρα τής μνήμης τους, προκαλώντας πλημμύρες, ακαρπία, ξηρασία της γης, επιδρομές σκουληκιών, ποντικών και εντόμων, σάπισμα της σοδειάς κ.λπ. Αντίθετα, οι ίδιοι Άγιοι βοηθούν και προστατεύουν τους ευσεβείς που ξέρουν να τους τιμούν και να τους ευλαβούνται με νηστεία και προσευχή.

           Βάσει των δοξασιών αυτών, ο ελληνικός λαός πιστεύει ότι ο Άγιος Συμεών (Αϊ-Συμιός) «σημαδεύει» το έμβρυο (το κάνει συμνιουμένο), εάν η έγκυος γυναίκα πιάσει κάποιο αντικείμενο ή εργαστεί την ημέρα της εορτής του. Αντίστοιχα, η Αγία Φωτεινή θεωρείται υπεύθυνη για παθήσεις των οφθαλμών, ο Άγιος Αζαρίας (Προφήτης Αζαρίας) πιστεύεται ότι προκαλεί ρυτίδες («ζάρες») στην κοιλιά του νεογνού και ασθενική κράση, ενώ η Αγία Μαρίνα ότι «μαραίνει» τα παιδιά όσων αστοχούν να τιμήσουν τη μνήμη της.

               Στον αντίποδα αυτών των αρνητικών παραδειγμάτων, άλλοι Άγιοι συνδέονται με τον άνθρωπο με θετικές ιδιότητες. ο Άγιος Στυλιανός, για παράδειγμα, πιστεύεται ότι «στυλώνει» (στερεώνει) την υγεία των νηπίων, ο Άγιος Σπυρίδωνας ότι θεραπεύει τα σπυριά (τις δερματικές παθήσεις) και ο Άγιος Ελευθέριος ότι διευκολύνει τον τοκετό των εγκύων που τον επικαλούνται με θέρμη.

             Οι δοξασίες αυτές απορρέουν από τις λεγόμενες λαογραφικές παρετυμολογίες. Σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, ορισμένοι Άγιοι θεωρούνται «ειδικοί» για συγκεκριμένες ασθένειες ή καταστάσεις, λόγω της εξωτερικής ηχητικής ομοιότητας που παρατηρείται ανάμεσα στο όνομά τους και την αντίστοιχη πάθηση ή ενέργεια. Με τον τρόπο αυτόν, επιχειρείται μια σκόπιμη νοηματική συσχέτιση δύο λέξεων, οι οποίες, παρά τη φωνητική τους συνάφεια, στερούνται οποιασδήποτε ετυμολογικής ή γραμματικής συγγένειας.

            Το θέμα των λαογραφικών παρετυμολογιών είναι ευρύτατο. Δεκάδες Άγιοι θεωρούνται από τον απλό λαό ως θεραπευτές συγκεκριμένων ασθενειών ή ως κάτοχοι ειδικών χαρισμάτων (όπως ο Άγιος Φανούριος, ο οποίος, λόγω ονόματος, πιστεύεται ότι «φανερώνει» χαμένα αντικείμενα ή πρόσωπα). Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην ηχητική ομοιότητα ανάμεσα στο όνομά τους και την αντίστοιχη ιδιότητα. Από αυτές τις λαϊκές παρετυμολογίες, εκείνες που αποδίδουν στον Άγιο την ιδιότητα του υπαίτιου κάποιου κακού, με τρόπο σαφώς μαγικό, χαρακτηρίζονται ως «προλήψεις» και αποτελούν βασικό αντικείμενο της Λαογραφίας.

         Ενδεικτικά της κατηγορίας αυτής είναι τα παρακάτω αντιπροσωπευτικά παραδείγματα Τιμωρών Αγίων που, σύμφωνα με τη λαϊκή φαντασία, δρουν τιμωρητικά, φέροντας μάλιστα και τις ανάλογες προσωνυμίες:

 

         α. Βαρελάς (Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος - 8 Μαΐου): Στην Ήπειρο πιστεύεται ότι «πνίγει» τα βαρέλια του μούστου, εάν οι κάτοικοι τα πλύνουν την ημέρα της γιορτής του, παραβιάζοντας την ιερότητα της αργίας.

      β. Βουλιάχτρα, Καψαλωνού, Καψοδεματούσα ή Καψοχεροβολού (Παναγία των Βλαχερνών - 2 Ιουλίου, «Επί τη καταθέσει της Τιμίας Εσθήτος»): Οι προσωνυμίες αυτές σχετίζονται με την κρίσιμη περίοδο του αλωνισμού. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, όποιος αγρότης εργαστεί την ημέρα αυτή κινδυνεύει να δει το αλώνι του είτε να καταποντίζεται («βουλιάζει») είτε να παραδίδεται στις φλόγες.

         γ.     Βροχάρης (Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος - 8 Μαΐου): Στην Τήνο ο Άγιος φέρει αυτό το όνομα επειδή οι βροχοπτώσεις κατά τον μήνα Μάιο θεωρούνται καταστρεπτικές για την αγροτική παραγωγή.

         δ.      Λισαίος (Προφήτης Ελισαίος - 14 Ιουνίου): Μέσα από μια δεισιδαιμονική και αρνητική παρετυμολογία του ονόματός του (Ελισαίος\λύσσα), στον λαϊκό πολιτισμό (Γραμματικό Αττικής) πιστεύεται ότι ο Άγιος προκαλεί τη νόσο της λύσσας σε ανθρώπους και ζώα, ως τιμωρία για όσους εργάζονται κατά την ημέρα της μνήμης του.

         ε.  Μοσχαροπνίχτης (Άγιος Βλάσιος - 11 Φεβρουαρίου): Θεωρείται ότι θανατώνει («πνίγει») τα ζώα όσων ασεβούν στη μνήμη του. Παράλληλα, λόγω της αρνητικής ηχητικής συνειρμικότητας του ονόματός του (Βλάσιος\βλάπτει), λογίζεται και ως επίφοβος τιμωρός για τις εγκύους.

         στ. Ριγολόγος (Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο «Αποκεφαλιστής» - 29 Αυγούστου): Πιστεύεται ότι προκαλεί έντονο πυρετό και «ρίγος» (ελονοσία) σε όσους δεν τηρούν την αυστηρή νηστεία και την αργία της ημέρας μνήμης του.

                ζ.    Ρούφνης (Άγιος Ονούφριος - 12 Ιουνίου): Στο λαϊκό ιδίωμα της Σύμης αποκαλείται «Αϊ-Ρούφνης», καθώς η αρνητική παρετυμολογία του ονόματός του (Ονούφριος\ρουφάει) οδήγησε στη δοξασία ότι ο Άγιος «ρουφά» και ξεραίνει τα στάχυα και τη σοδειά των γεωργών που εργάζονται την ημέρα της εορτής του.

                 η.     Σπασοκάδης ή Σπαζοκουρούπης ονομάζεται ο άγιος Ιωάννης (23/9, σύλληψη Προδρόμου), γεωργικός Άγιος, που στην Πάτρα έθραυσε τους κάδους των γεωργών, γιατί ασέβησαν και τρύγησαν την ημέρα της εορτής του.

               θ.  Τρυποτηγανάς ή Τρυποτηγανίτης (Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος - 30 Νοεμβρίου): Η προσωνυμία αυτή συνδέεται με το παραδοσιακό έθιμο της παρασκευής τηγανιτών. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, ο Άγιος «τρυπά» τα τηγάνια των νοικοκυρών που αμελούν να τηρήσουν το έθιμο την ημέρα της μνήμης του.

            ι.    Χαλαζίας ή Χαλαζιάς (Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος - 8 Μαΐου): Στην Κεντρική Ελλάδα πιστεύεται ότι ο Άγιος τιμωρεί τους ασεβείς στέλνοντας χαλάζι που καταστρέφει τα σπαρτά. Στη διαμόρφωση της πρόληψης αυτής συνέβαλε καθοριστικά η ημερομηνία εορτασμού του, καθώς ο Μάιος αποτελεί κρισιμότατη περίοδο για τις επιπτώσεις των καιρικών φαινομένων στις καλλιέργειες. Με την ίδια ακριβώς ιδιότητα, λόγω της ίδιας ευαίσθητης εποχικότητας, περιβάλλονται και ο Άγιος Χριστόφορος (7 Μαΐου) σε μιαν ευρεία γεωγραφική ζώνη από την Ήπειρο έως την Ανατολική Θράκη, καθώς και ο Άγιος Αρσένιος (8 Μαΐου) στην περιοχή της Ηπείρου.

    Επιλογικά, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι παρετυμολογίες αφορούν σε ένα εξαιρετικά σύνηθες φαινόμενο στη λατρεία του απλού ελληνικού λαού, αν αναλογιστούμε ότι σε ένα σύνολο διακοσίων σαράντα τεσσάρων (244) περιπτώσεων Θεραπόντων Αγίων, με ειδικό χάρισμα ιαμάτων, που αποθησαυρίζουμε στη μελέτη μας «Λαϊκή Πίστη και Λατρεία»[1], οι εξήντα τρεις (63) –ποσοστό, δηλαδή, 26% (1:4), περίπου– έχουν αναγνωριστεί, ως έχοντες το συγκεκριμένο χάρισμα ιαμάτων, ύστερα από λαϊκή ετυμολογία του ονόματός τους. Επίσης, σε εκατό σαράντα πέντε (145) περιπτώσεις Προστατών Αγίων, οι είκοσι πέντε (25) –ποσοστό 17%– και σε εβδομήντα δύο (72) περιπτώσεις Εφόρων Αγίων οι είκοσι πέντε (25) –ποσοστό 35% (1:3)– έχουν αναγνωριστεί ως έχοντες τα συγκεκριμένα χαρίσματά τους κατόπιν λαϊκής ετυμολογίας.

Και να σημειωθεί ότι στα ποσοστά αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται οι αναρίθμητες προσωνυμίες της Θεοτόκου. Τα θεοτοκικά αυτά επίθετα πλάστηκαν από τον πιστό λαό μέσω της ίδιας ακριβώς παρετυμολογικής διαδικασίας, προκειμένου να δηλωθεί η εξειδικευμένη ιαματική ή προστατευτική παρέμβαση της Θεοτόκου στις ανθρώπινες ανάγκες. Ενδεικτικά αναφέρονται η Αρμενοκρατούσα (που βάσει του «αρμενίσματος»- του λαϊκού όρου για το παραλήρημα και την εκλαμψία της λοχείας- πιστεύεται ότι «κρατά» και ακινητοποιεί την ασθένεια προστατεύοντας τις λεχώνες), η Βρεφοσώστρα (ως άμεση επίκληση για τη σωτηρία των νηπίων από τον πρόωρο θάνατο), η Αιματούσα (για την ανάσχεση της αιμορραγίας), η Ελευθερώτρια (για την «ελευθέρωση» της γυναίκας κατά τον τοκετό) και η Γιάτρισσα (για τη γενικότερη θεραπεία των ασθενειών), αλλά γι’ αυτά θα γίνει εκτενέστερος λόγος σε άλλη ευκαιρία.



            [1] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Λαϊκή Πίστη και Λατρεία, Άγιοι Θεράποντες με “ειδικό” χάρισμα ιαμάτων- Προστάτες- Εφόροι και Επόπτες της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας (Θεολογική- Λαογραφική Μελέτη), Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2018, σελ. 472 (Α΄ Έπαινος της Ακαδημίας Αθηνών).

ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ * * * Τα θυρώματα του Ρεθύμνου

 



ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ

 

                         Τα θυρώματα του Ρεθύμνου


               [Εκδόσεις Γραφοτεχνική, Ρέθυμνο 2026, σχ. 8ο (22Χ23), σσ. 196]

 

     ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

        http://ret-anadromes.blogspot.com

 

 Μια εξαιρετική μελέτη, υπό τον τίτλο «Τα θυρώματα του Ρεθύμνου», παραδόθηκε πρόσφατα στο αναγνωστικό κοινό. Συγγραφέας της είναι ο συμπολίτης δρ Χάρης Στρατιδάκης, έγκριτος ερευνητής και ιστοριοδίφης. Θεματικό πυρήνα του πονήματος αποτελούν, όπως άλλωστε και ο τίτλος υποδηλώνει, τα θυρώματα τόσο της πόλης όσο και της υπαίθρου του νομού Ρεθύμνου κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, αλλά και της οθωμανικής κυριαρχίας που ακολούθησε.

Ο Χάρης Στρατιδάκης επιδίδεται στην καταγραφή και αποθησαύριση ενός ιδιαιτέρως αξιόλογου τεκμηριωτικού υλικού, μέσα από το οποίο ψηλαφούμε και ανασυνθέτουμε μιαν, εν πολλοίς, άγνωστη πτυχή της κρητικής ιστορίας και αρχιτεκτονικής. Η μελέτη του εντάσσεται οργανικά στη συνέχεια της σχετικής βιβλιογραφίας και φιλοδοξεί, σε σημαντικό βαθμό, να γεφυρώσει τα κενά που είχαν επισημάνει παλαιότερες έρευνες, βαδίζοντας στα χνάρια του πρωτοπόρου Giuseppe Gerola, καθώς και των Νικολάου Μουτσόπουλου, Ιορδάνη Δημακόπουλου και Ιωάννας Στεριώτου.

Η πολυμορφία που εμφανίζουν τα θυρώματα του Ρεθύμνου, ιδίως εκείνα της Κρητικής Αναγέννησης, συνιστά πολιτισμική ιδιαιτερότητα του νησιού. Μάλιστα, αποτελεί τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι το Ρέθυμνο προνομιακά συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό και την πλέον εντυπωσιακή ποικιλία αναγεννησιακών θυρωμάτων στον ελλαδικό χώρο. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση αποτέλεσε το πρωταρχικό έναυσμα και την κινητήριο δύναμη για την πραγματοποίηση της παρούσας, εξαιρετικά φροντισμένης έκδοσης. Το εγχείρημα υλοποιήθηκε χάρη στις Εκδόσεις «Γραφοτεχνική» του Μανόλη Χαλκιαδάκη, με τον σχεδιασμό και την επιμέλεια της Αγγελικής Βλαχοπούλου, καθώς και τη φωτογραφική συνδρομή ομάδας δημιουργών, τους οποίους ο συγγραφέας μνημονεύει και ευχαριστεί ονομαστικά.

Το βιβλίο προλογίζεται από τον κ. Νίκο Σηφουνάκη, Αρχιτέκτονα και τέως Υπουργό, ο οποίος αποτιμά την εργασία του κ. Στρατιδάκη ως άρτια από κάθε άποψη και ως ένα λαμπρό πόνημα ιστορίας και πολιτισμού.

Στην Εισαγωγή τού συγγραφέα που ακολουθεί, αποσαφηνίζεται ο όρος «θύρωμα», παρατίθενται τα συνώνυμά του και σταχυολογούνται εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά δείγματα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Παράλληλα, κάμπτεται ο σκόπελος της εξειδικευμένης αρχιτεκτονικής ορολογίας με τη λελογισμένη χρήση της, η οποία υποστηρίζεται από ένα άρτια εικονογραφημένο γλωσσάρι ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Αν και το πόνημα εστιάζει στα θυρώματα του Ρεθύμνου, ο συγγραφέας ορθά έκρινε ότι, για μια ουσιαστικότερη εμβάθυνση στο θέμα, όφειλε να εντάξει τον κεντρικό αυτόν πυρήνα σε ένα ευρύτερο πραγματολογικό και ιστορικοαρχιτεκτονικό πλαίσιο. Έτσι, στο Πρώτο Μέρος ιχνηλατεί το ιστορικοκοινωνικό υπόβαθρο της δημιουργίας τους, όπου με έκδηλη ευαισθησία, πληρότητα και εντυπωσιακό βάθος καλλιτεχνικής παιδείας, ανασυνθέτει το αρχιτεκτονικό «γίγνεσθαι» της Κρήτης σε μια διαδρομή έξι περίπου αιώνων: από την εμφάνιση της ρομανικής τέχνης μέχρι και τις απαρχές του σύγχρονου μοντερνισμού.

Στο Δεύτερο Μέρος, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται αποκλειστικά στα θυρώματα του Ρεθύμνου. Εκεί εκδιπλώνεται η τυπολογική τους ταξινόμηση (θυρώματα με αψιδωτό ή ευθύγραμμο ανώφλι) και εξετάζονται οι αρχιτεκτονικοί τους ρυθμοί (κορινθιακός, ιωνικός, δωρικός κ.λπ.). Στη συνέχεια, αναλύονται διεξοδικά τρία προαναγεννησιακά θυρώματα της πόλης, περισσότερα από είκοσι της περιόδου της Βενετοκρατίας, ισάριθμα οθωμανικά, καθώς και επτά αξιόλογα δείγματα του 20ού αιώνα (1920–1970).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, τα στοιχεία που παρατίθενται για τον μορφολογικό διάκοσμο των θυρωμάτων, ο οποίος περιλαμβάνει ερωτιδείς, προτομές πολεμιστών, λεοντοκεφαλές και μια πολυποίκιλη φυτική θεματολογία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναλυτική παρουσίαση των θυρωμάτων της ρεθεμνιώτικης υπαίθρου, με εστίαση σε είκοσι αντιπροσωπευτικά δείγματα.

Η αναφορά, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στα λίθινα αρχιτεκτονικά πλαίσια. Ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει ότι θα αποτελούσε παράλειψη η μη συνεξέταση και των περίτεχνων θυρόφυλλων, καθώς και των λοιπών εντυπωσιακών εξαρτημάτων που τα συνοδεύουν και τα διακοσμούν, όπως τα ρόπτρα, οι φεγγίτες και οι καλλιτεχνικές σιδεριές. Έτσι, η μελέτη διευρύνεται από το καθαυτό θύρωμα στα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν την αισθητική και λειτουργική του ενότητα. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα πολύτιμο Ευρετήριο θυρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, το οποίο προσδίδει στη μελέτη πρόσθετη χρηστική και τεκμηριωτική αξία.

Η μελέτη αυτή υπήρξε καρπός ευρείας, απαιτητικής και συστηματικής έρευνας. Στηρίχθηκε σε ένα πλουσιότατο ερευνητικό υλικό, σε πληθώρα δημοσιευμένων και αδημοσίευτων πηγών, αλλά και σε κοπιώδη εργασία πεδίου- ιδίως όσον αφορά στην ύπαιθρο χώρα. Εκεί, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένα θυρώματα φέρουν και εξαιρετικές επιγραφές, με χαρακτηριστικό δείγμα εκείνο της Αργυρούπολης, του γυναικοχωριού μου, με την επιγραφή: «OMNIA MUNDI FUMUS ET UMBRA» (Όλα σε αυτόν τον κόσμο είναι καπνός και σκιά).

Η έκδοση του παρόντος πονήματος λειτουργεί, θεωρούμε, ως καταλύτης: η λεπτομερής ανάδειξη τόσων δεκάδων μνημείων μάς επιτρέπει, ως Ρεθεμνιώτες, να συνειδητοποιήσουμε και να απολαύσουμε την πολυμορφία και τη μοναδική ομορφιά μιας σπουδαίας πολιτιστικής κληρονομιάς. Μιας κληρονομιάς που, αν και βρίσκεται καθημερινά δίπλα μας, συχνά την προσπερνούμε αδιάφορα, δίχως να της δίνουμε την πρέπουσα προσοχή.

Πρόκειται, πράγματι, για μιαν εργασία αξιόλογου επιστημονικού βάρους, απόρροια των συστηματικών ερευνών του κ. Χάρη Στρατιδάκη, ενός ακούραστου εργάτη και οτρηρού ερευνητή στον χώρο των Κρητολογικών- και όχι μόνο- Γραμμάτων. Δεν έχω παρά να του ευχηθώ ολόψυχα αστείρευτες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, προκειμένου να πραγματοποιεί ολοένα και τολμηρότερες και βαθύτερες στον πάτριο τόπο αναζητήσεις.

Βίος και Πολιτεία του αγίου Ιωάννου του Ξένου – Το Ιεραποστολικό έργο αυτού

 

Όσιος Ιωάννης ο Ξένος

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

 

Βίος και Πολιτεία του αγίου Ιωάννου του Ξένου –

Το Ιεραποστολικό έργο αυτού

 

                  Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

       Συντ. Φιλόλογος Καθηγητής- Θεολόγος- Συγγραφέας

                         https://ret-anadromes.blogspot.com

 

        Ο Άγιος ιεραπόστολος και εθναπόστολος της μεσαιωνικής Κρήτης Ιωάννης ο Ξένος  (970- 1035;) αποτελεί αγιασμό και ευλογία για την Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, αλλά και για τις λοιπές Μητροπόλεις των νομών Ρεθύμνου και Χανίων, καθώς και της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας του Ηρακλείου, στις οποίες ο Όσιος δραστηριοποιήθηκε ιεραποστολικά. Εντός των φυσικών ορίων των Μητροπόλεων αυτών σημειώνεται η παρουσία πλήθους ναών και προσκυνημάτων, λαμπρών, όλων, καθιδρυμάτων τού εν λόγω μεγάλου Οσίου και Ιεραποστόλου των χρόνων που ακολούθησαν την Αραβοκρατία (828- 961).

 Ο Άγιος, σύμφωνα με τον κώδικα της Κισάμου, γεννήθηκε το έτος 970 μ.Χ., «εἰς τὸν καιρὸν τῶν εὐσεβεστάτων καὶ ὀρθοδόξων βασιλέων ἡμῶν Βασιλείου καὶ Κωνσταντίνου τῶν Πορφυρογεννήτων», στο χωριό  Σίβας Πυργιωτίσσης, παρά την αρχαία πόλη Φαιστό, από ευσεβείς και πλούσιους γονείς.

Από μικρός εγκατέλειψε τη μητρική στοργή και αγάπη, αδελφούς και λοιπούς συγγενείς και «ἐξῆλθεν»- όπως γράφει χαρακτηριστικά στη Βιογραφία του- «ἐκ τῶν σπλάγχνων τῶν μητρικῶν», γιατί αγάπησε «τόν μονήρη βίον» και δόθηκε «ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς αὐτόν». Κατέφυγε στα βουνά και στις ερημιές, όπου έζησε επί μακρόν «κακουχούμενος καὶ κρύει πιεζόμενος… καὶ συγκαιόμενος τῷ καύσωνι τοῦ ἡλίου καὶ τῷ παγετῷ τοῦ χειμῶνος καὶ μετὰ ἀγρίων θηρίων καὶ ζώων συνοικῶν καὶ συνδιάγων».

Σύμφωνα με τον Βίο και την Πολιτεία του Οσίου, το εν γένει ιεραποστολικό  και εκσυγχρονιστικό έργο του - διά της διδασκαλίας και ανέγερσης ναών, μοναστηριών και προσκυνημάτων, όπως αυτό εξιστορείται στις χειρόγραφες βιογραφίες του (κώδικες Κισάμου και Μυριοκεφάλων)- δεν ήταν καθόλου μικρό και ασήμαντο, αφού απλώθηκε και αγκάλιασε ολόκληρη τη Δυτική Κρήτη.

Τα ιστορικά βεβαιωμένα καθιδρύματα του Οσίου Ιωάννου του Ξένου και οι θέσεις τους, σύμφωνα με τη Βιογραφία- Διαθήκη του, είναι τα εξής εννέα (09):

    α. Αγίων Ευτυχίου- Ευτυχιανού (όρος Ράξος- περιοχή Ματάλων)

   β. Παναγίας της Αντιφωνήτριας (Μυριοκεφάλων)

   γ. Αγίου Γεωργίου Δούβρικα (περιοχή σημερινών Δραμίων)

   δ. Αγίου Γεωργίου Οψαροπιάστη (ο ναός του αγίου Δημητρίου, στον ομώνυμο οικισμό, παρά το Άριον, πλησίον του χωριού Πηγή, Ρεθύμνου)

   ε. Μονή Αγίου Παταπίου (χωριό Μουσέλα, παρά τις εκβολές του ομώνυμου ποταμού, στα ρεθεμνιώτικα όρια των νομών Ρεθύμνου και Χανίων)

   στ. Παναγία Ζωοδόχος Πηγή (ανάμεσα στα χωριά Κουφός και Αλυκιανός, Κυδωνίας, Χανίων)

   ζ. Απόστολος Παύλος («Οπίσω Αιγιαλός» - Σφακιά)

   η. Άγιος Γεώργιος- σημερινή μονή των Αγίων Πατέρων (χωριό Αζωγυρές, Σελίνου, Χανίων)

   θ. Άγιος Ιωάννης ο Ξένος– άγιος Ευστάθιος (ναός σήμερα δίκλιτος, σπηλαιώδης, στην ερημική τοποθεσία Καβούσι, Πλατάνου Κισάμου, όπου και ο Τάφος του Αγίου).

      Κυρίως, όμως, εν μέσω των ναών και των προσκυνημάτων αυτών, προβάλλεται η  Ι. Μονή της  Κυρίας Θεοτόκου, της Αντιφωνήτριας,  των Μυριοκεφάλων, της Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, την οποία ο Ιωάννης σεβόταν ιδιαίτερα και τη θεωρούσε ως το κυριότερο των ιερών καθιδρυμάτων του και το επίκεντρο της όλης επίγειας πνευματικής του δημιουργίας. Με τη «Διαθήκη» του δε έθετε τα πάντα, «κινητά και ακίνητα», όλα όσα απέκτησε και δημιούργησε κατά τον επίγειο βίο του ανά τους νομούς Ηρακλείου και κυρίως Ρεθύμνου και Χανίων, υπό την εξουσίαν της Κυρίας Θεοτόκου και εντέλλεται σαφέστατα όπως «εἰσὶν πάντα εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Μυριοκεφάλου, ἕως συστολῆς τοῦ παρόντος κόσμου».

Έτσι, όλα τα δημιουργήματα του Ιωάννου του Ξένου, στους νομούς Ρεθύμνου, Χανίων και Ηρακλείου, μπορούν έκτοτε- σύμφωνα, πάντα, με τη Διαθήκη του και την προσωπική του επιθυμία- να χαρακτηριστούν ως παρεκκλήσια και εξαρτήματα της Ιεράς Μονής Μυριοκεφάλων. Και είναι, θεωρούμε, αυτή η τελευταία θέληση του Κτίτορος και Διαθέτου τους, η μεγάλη ευλογία που προσέδωσε στην εν λόγω Ιερά Μονή της Παναγίας τη σημερινή της αίγλη, που την κατέστησε μέγα παγκρήτιο προσκύνημα.

Ι. ναός Παναγίας της Αντιφωνήτριας (ΒΑ άποψη), μετά της προσθήκης δυτικά
      Με αυτὴν τη στάση ζωής, ο Ιωάννης αναδείχθηκε μέγας κοι­νωνικὸς και πνευματικὸς εργάτης και αναμορφωτής· ενέπνευσε στους χριστιανοὺς γύρω του εμπιστοσύνη και τους έπεισε πρός κοινωνικὴ ζωὴ και δράση χωρὶς να τους το επιβάλλει. Άνθρωπος ευσεβής, έξυπνος και προοδευτικός, προικισμέ­νος απὸ τον Θεὸ με όραμα και πλούσια τάλαντα, με πρακτικὴ σκέψη, εξαιρετικὲς και βαθιὰ εξειδικευμένες γνώσεις και οργανω­τικὲς και διαχειριστικὲς δεξιότητες, ο Ιωάννης κατέστη λαμπρὸ παράδειγμα για την εποχή του· κινούνταν παντού δραστήρια, διευθετούσε, ρύθμιζε και καλώς αναδείκνυε, στους δύσκολους εκείνους χρόνους, την όλη εκκλησιαστική και κοινωνική κατά­σταση ανά τη Δυτική Κρήτη, επιδιώκοντας την ισόρροπη ανά­πτυξη και πρόοδο των ανθρώπων και ενισχύοντας σοβαρά τους δεσμούς ανάμεσα στον λαό και την Εκκλησία.

       Έτσι, ειδικότερα, τον βλέπουμε, αφενός, να δημιουργεί ο ίδιος αδιάκοπα όπου πηγαίνει και να δέχεται, αφετέρου, από τους πιστούς του κάθε τόπου που επισκέπτεται πληθώρα δωρεών, που κατάρτιζαν συνολικά μιαν εξαιρετικά μεγάλη περιουσία (ελαιώνες, αμπελώνες, ελαιοτριβεία, μελισσόκηπους, αιγοπρόβατα και τυροκομεία), που ανήκε σε όλους με το σύστημα των μετοχίων (μικρότερων, δηλαδή, μοναστικών κέντρων που αποτελούν παραρτήματα της μεγαλύτερης Μονής στην οποία ανήκουν). Όλα, δηλαδή, ανήκαν σε όλους και τίποτε σε ένα και μόνο μοναστικό καθίδρυμα.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι από τον 10ο και 11ο αιώνα παρατηρείται μια προοδευτική αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας και, στην περίπτωσή μας, συντελεί σε τούτο εξαιρετικά και η όλη δραστηριότητα του αγίου Ιωάννου του Ξένου, τον οποίο οι πιστοί εμπιστεύονταν απόλυτα, γιατί αναγνώριζαν και αποδέχονταν στο πρόσωπό του το λαμπρό εκκλησιαστικό του ήθος και το πλούσιο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που επιτελούσε στον τόπο τους, σε μιαν εποχή ιδιαίτερα δύσκολη και πιεστική, όπως ήταν αυτή αμέσως μετά την ανάκτηση της Μεγαλονήσου από τον Νικηφόρο Φωκά, το 961, και την εκδίωξη των Αράβων. Έκτοτε, στο νησί πνέει άνεμος αναδημιουργίας του χριστιανικού βίου και πολιτισμού, που τόσα δεινά είχε υποστεί τα προηγούμενα χρόνια με την πνευματική εξαθλίωση και αποτελμάτωση που η Αραβοκρατία θα είχε, ασφαλώς, επιφέρει στις δομές του κοινωνικού, πνευματικού και θρησκευτικού βίου, χωρίς, πάντως, ποτέ να παρατηρηθεί πλήρης εξισλαμισμός του νησιού, όπως υποστήριξαν, κατά καιρούς, ορισμένοι.

Σύγχρονοι ναοί στη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Ξένου, στον νομό Ρεθύμνου, υπάρχουν τρεις ευρισκόμενοι και οι τρεις στην περιφέρεια της Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου:

α) στον σημερινό οικισμό «Κάτω Χώρι» των Μυριοκεφάλων, όπου υπάρχει πηγή και το νεκροταφείο του χωριού, 

β) Ιδιωτικός ναός, με κτίτορές του τον Γεώργιο και την Ειρήνη Κατικά, πού βρίσκεται στο Μεγάλο Μετόχι, πλησίον της πόλεως του Ρεθύμνου και

γ) Παρεκκλήσιο του Οσίου Ιωάννου του Ξένου στην Ιερὰ Μονὴ Ρουστίκων, Ρεθύμνου, που τα θυρανοίξιά του έγιναν στις 19.9.2025, απὸ τον Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομο.

Επειδή ο Όσιος Ιωάννης δεν έχει και επίσημα αναγνωριστεί ως Άγιος συνεορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου μαζί με τον Άγιο Ευστάθιο, αφού την ημέρα αυτή (Μηνὶ Σεπτεμβρίῳ Κ΄. Ἀπὸ κτίσεως κόσμου ͵ϛφλϛʹ, ἀπὸ δὲ Χριστοῦ ͵ακζʹ [1]) φέρεται κατάκοιτος στην Ακτή να υπογράφει και να κλείνει τη «Διαθήκη» του, οπότε την ημέρα αυτήν θα πρέπει λογικά και να εκοιμήθη και να «έκλεισε» και το κεφάλαιο του επίγειου βίου του.



[1] Ή 1031 κατά το χειρόγραφο των Μυριοκεφάλων.