Το Λύκειο Ελληνίδων τίμησε τους προστάτες του Τρεις Ιεράρχες

 


Το Λύκειο Ελληνίδων τίμησε τους προστάτες του Τρεις Ιεράρχες 

Τους προστάτες του Τρεις Ιεράρχες τίμησε την π, Κυριακή το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, με μια εκδήλωση που ανταποκρινόταν απόλυτα στις ποιοτικές πάντα επιλογές του. Μια φιλοσοφία δράσης, που δίνει επάξια στο σπουδαίο μας πολιτιστικό φορέα, τα εύσημα που χαρακτηρίζουν τη δημιουργική πορεία του.

Η πρόεδρος του Λυκείου των Ελληνίδων Ρεθύμνου κ. Φερενίκη Βαλαρή, καλωσόρισε στην αρχή τους προσκεκλημένους εκφράζοντας την ικανοποίησή της που υπήρξε και πάλι τόσο θερμή ανταπόκριση από την τοπική κοινωνία στο κάλεσμά του σωματείου για την πραγματοποίηση της καθιερωμένης του εκδήλωσης.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο επιφανής συντ. φιλόλογος, θεολόγος και συγγραφέας κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, που με το γνωστό του χαρισματικό τρόπο ανέπτυξε το θέμα: «Παραδείγματα έμπρακτης άσκησης στην αρετή από την ελληνική κλασσική αρχαιότητα στον Λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: «Προς τούς νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» δηλαδή σε ελεύθερη μετάφραση «Προς τους εφήβους, για το πώς θα μπορούσαν να αντλήσουν όφελος από την κλασική ελληνική γραμματεία». Πρόκειται για κείμενο και λόγο γραμμένο από τον Μέγα Βασίλειο. Κατά τον καθηγητή της Πατρολογίας Στυλιανό Παπαδόπουλο, γράφηκε μάλλον ανάμεσα στα έτη 359 καί 362, όταν ο Βασίλειος ασκήτευε στα «Άννησα και στο ασκητήριο του Πόντου, όπου δεχόταν και νουθετούσε νέους». Αντιθέτως, κατά τον θεολόγο Ιωάννη Σιδηρά συγγράφηκε το 363 ή το 364, δηλαδή μετά την έκδοση του διατάγματος του Αυτοκράτορα Ιουλιανού, με το οποίο απαγορευόταν στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν την κλασική αρχαιοελληνική γραμματεία στους νέους.

Παρά το ότι ο Βασίλειος είναι περισσότερο γνωστός για τα καθαρώς θρησκευτικά του κείμενα και λόγους, σε αυτή την προτροπή του προς την αρετή ενθαρρύνει την επιλεκτική μελέτη των μη χριστιανικών αρχαιοελληνικών κειμένων και διαβεβαιώνει τους νεαρούς αναγνώστες ότι, παρά τη μη χριστιανική προέλευσή τους, στα μέρη όπου οι ποιητές, οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι είναι συμβατοί με την ορθόδοξη χριστιανική σκέψη, θα μπορούσαν να μελετηθούν με κέρδος εφόσον εμφυσούν αρετή, σαν να βλέπει κάποιος την ανάκλαση του ήλιου στο νερό προτού δει τον ίδιο τον ήλιο.

Άριστος χειριστής του λόγου ο κ. Παπαδάκης κράτησε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των ακροατών του εστιάζοντας σε σημεία που αναδεικνύουν τη θεόπνευστη σκέψη του Μ. Βασιλείου.

Ξεχωριστή ήταν όπως πάντα και η χορωδία και ορχήστρα παραδοσιακής μουσικής «Παύλος Βλαστός» που ερμήνευσε εκκλησιαστικούς ύμνους  με χοράρχη τον κ. Αντώνη Μιχελουδάκη..

Αξίζει για μια ακόμα φορά να τονιστεί και να επαινεθεί η συνέπεια με την οποία το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, εστιάζει στους καταστατικούς στόχους του ακολουθώντας όμως παράλληλα και τα μηνύματα των καιρών Έτσι κατορθώνει να συμπορεύεται με τη σύγχρονη αντίληψη δίνοντας συνέχεια στην παράδοση και ενθαρρύνοντας εκδηλώσεις υψηλών προδιαγραφών Αυτό επιβεβαίωσε στο τέλος της εκδήλωσης το θερμό χειροκρότημα των παρισταμένων που απόλαυσαν ένα πολιτιστικό γεγονός αντάξιο των πνευματικών παραδόσεων του τόπου μας.

                                       (Από την εφημ. του Ρεθύμνου ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, της 27/01/2026)

Παραδείγματα έμπρακτης άσκησης στην αρετή από την ελληνική κλασική αρχαιότητα στον Λόγο του Μεγάλου Βασιλείου «Προς τους Νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων»*

 Παραδείγματα έμπρακτης άσκησης στην αρετή από την ελληνική κλασική αρχαιότητα στον Λόγο του Μεγάλου Βασιλείου «Προς τους Νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων»*

 

                                                * * *

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

          www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Είναι φυσική και βαθιά ψυχολογική η ανάγκη του ανθρώπου να προσπαθεί να μιμείται στη ζωή του τα μεγάλα πρότυπα του πνεύματος, της τέχνης ή της αρετής. Ο άνθρωπος μοιάζει με τη μαγνητική βελόνη. από μια εσωτερική ανάγκη της ψυχής, στρέφεται πάντοτε προς τον πολικό του αστέρα, προς το μεγάλο του αγάπημα που θαυμάζει και προσπαθεί να το βάλει στη ζωή του και να το μιμηθεί. Την ψυχολογική αυτήν ανάγκη του ανθρώπου προσπαθεί να εκμεταλλευτεί στον λόγο του «Προς τους Νέους…» ο Μ. Βασίλειος με τα «Καλά Παραδείγματα», που άφθονα τα ανακαλύπτει και προσάγει από την αρχαία ελληνική κλασική αρχαιότητα ως υποδείγματα προς τους νέους, κυρίως, στον αγώνα τους για την κατάκτηση της αρετής.

Μελετώντας τους αρχαίους μπορούμε να ξεχωρίσουμε σε αυτούς και πάρα πολλές περιπτώσεις ατόμων που διακρίθηκαν- αν και ζούσαν μέσα σε μη χριστιανικό περιβάλλον- για το υψηλό ήθος τους και την τελειότητα της αρετής τους και που μπορούν και στην εποχή μας να γίνουν πλοηγοί των νέων- αλλά, φυσικά, και των μεγαλυτέρων και με το παράδειγμά τους να μας βοηθήσουν αποτελεσματικά στην καλλιέργεια της χριστιανικής μας συνείδησης και στην ισχυροποίηση της ηθικής βούλησής μας στον σεβασμό των ηθικών αξιών. Το πώς θα εξελιχθεί ο άνθρωπος και μάλιστα ο νέος στο μέλλον εξαρτάται, κατά έναν μεγάλο βαθμό, από το ιδεώδες του ήρωα, τον οποίο θα θέσει σαν πρότυπο στη ζωή του.

 Μια βιομηχανική και υλιστική εποχή, όπως η σημερινή, δεν έχει, συνήθως, να προσφέρει στους νέους σπουδαία πρότυπα ηρώων. Σε τέτοιες περιόδους της ιστορίας του ανθρώπου οι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι χάνονται, συνήθως, κάτω από τη δύναμη των άσσων του πλούτου και των αστέρων του ποδοσφαίρου και του κινηματογράφου και ελάχιστα προβάλλονται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

 Τα «καλά παραδείγματα» που χρησιμοποιεί ο Βασίλειος στην ομιλία του "Προς τους Νέους…" -εκτός αυτού, του μυθολογικού ήρωα Ηρακλή- στη συντριπτική τους πλειοψηφία, προέρχονται από «τον χρυσούν αιώνα» του Περικλή, που, οπωσδήποτε, κατεξοχήν διακρινόταν και παραμένει γνωστός μέχρι σήμερα λόγω της υψηλής καλλιέργειας τού πνεύματος που είχε επιτύχει, μέσω μιας ηγεμονικής και μεγαλειώδους ανάπτυξης των Τεχνών και των Γραμμάτων. Ο Βασίλειος, λοιπόν, δεν αρκείται μόνο στους λόγους σοφίας του αρχαίου Ελληνισμού, αλλά πολλές και από τις πράξεις αυτού τις νομίζει ως άξιες μνήμης και μίμησης και από τους Χριστιανούς. τις προσλαμβάνει ως αυτοτελή πρότυπα φυσικής αρετής που προετοιμάζουν την ψυχή για την αποκάλυψη του Ευαγγελίου και τις εντάσσει στο φως και το μέτρο του χριστιανικού ήθους. Πρόκειται, ακριβώς, για τα «καλά παραδείγματα», που είναι τα εξής:

 

α) Το παράδειγμα του μυθικού ήρωα Ηρακλή

Το παράδειγμα του Ηρακλή, μάς το μεταφέρει ο Μ. Βασίλειος μέσα από τη γνωστή αλληγορική ιστορία, όπως μάς την διασώζει ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα, που εδώ θα το παρακολουθήσουμε σε μια βαθύτερη θεολογική και φιλολογική μορφή από αυτήν που το πρωτομάθαμε στη Μυθολογία στο Δημοτικό Σχολείο.

Όταν, λέγει, ο Ηρακλής ήταν νέος βρέθηκε στο μεγάλο δίλημμα «ποτέραν τράπηται των οδών» («ποια οδό ν’ ακολουθήσει»), «την στενήν και τεθλιμμένην», τον δρόμο δηλαδή με τις θλίψεις και τους κόπους, που όμως με ασφάλεια και βεβαιότητα οδηγεί στην αρετή ή τον εύκολο, τον πλατύ και ευρύχωρο δρόμο τής κακίας, που απομακρύνει από την αρετή; Τότε ακριβώς, λέγει ο μύθος, τον πλησίασαν δυο γυναίκες. η Αρετή και η Κακία. Η πρώτη εξασθενημένη, ισχνή και απεριποίητη τον κοιτούσε με βλέμμα αυστηρό και δεν του υποσχόταν καμιά ασυδοσία, καμιά ευχαρίστηση ή τίποτε ανέσεις από τη ζωή, αλλά αντίθετα μόνο ιδρώτες, κόπους, θλίψεις και κινδύνους, όπου και αν βρισκόταν και σε στεριά και σε θάλασσα. «υπισχνείσθαι γαρ ουδέν ανειμένον, ουδέ ηδύ, αλλ’ ιδρώτας μυρίους και πόνους και κινδύνους διά πάσης ηπείρου τε και θαλάσσης». Όμως, στο τέλος, συνέχισε η Αρετή, η αμοιβή και η επιβράβευση των κόπων και αγώνων του θα ήταν ο Ηρακλής να γινόταν θεός («άθλον τούτων είναι θεόν γενέσθαι»).

Η άλλη, αντίθετα, η Κακία, φορούσε πολλά στολίδια, ήταν εύσωμη και εξαιρετικά όμορφη και υποσχόταν στον έφηβο Ηρακλή, αν την ακολουθούσε στη ζωή του, θέλγητρα, ηδονές, και μια ζωή γεμάτη ανέσεις, χλιδή και τρυφηλότητα.

Ο Ηρακλής, όπως είναι γνωστό, ακολούθησε στη ζωή του την οδόν «την διά των πόνων άγουσαν προς αρετήν», που του υπέδειξε η πρώτη γυναίκα, η Αρετή. Γιατί, ακριβώς, με την ώριμη σκέψη και τη σύνεσή του- και τούτο παρά το νεαρόν τής ηλικίας του- αντιλήφτηκε ότι έργο θεάρεστον είναι μόνον η αρετή, που αποκτάται διά των θλίψεων και είναι έξω από τη φύση της οι παντός είδους ανέσεις και ευκολίες.

Αν το πρώτο αυτό παράδειγμα- του μυθολογικού ήρωα Ηρακλή- προτρέπει τους νέους να ακολουθήσουν, γ ε ν ι κ ά, τον ωραίο και βασιλικό δρόμο της αρετής, τα υπόλοιπα παραδείγματα ο Βασίλειος τα λαμβάνει- όπως ήδη σημειώσαμε- από τον αρχαίο, επίσης, ελληνικό κόσμο και τα παραθέτει στον λόγο του σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθείται και στην επί του Όρους Ομιλία τού Κυρίου κατά τη στηλίτευση από τον Κύριο παρόμοιων αμαρτημάτων και με αυτά αποδεικνύει στους νέους το δυνατόν της υπερνίκησης  ε ι δ ι κ ό τ ε ρ ω ν  παθών, όπως είναι ο θυμός, η πορνεία, ο όρκος και η υλιστική προσκόλληση στον πλούτο.

Ήρωες στα παραδείγματα αυτά είναι o Περικλής και ο φιλόσοφος Σωκράτης (στο θέμα τού θυμού, της υπομονής και της πραότητας), ο Μ. Αλέξανδρος (στο θέμα της αποφυγής της πορνείας), ο Κλεινίας (στο θέμα της αποφυγής του όρκου), οι μεγάλοι γλύπτες της αρχαιότητας Πολύκλειτος και Φειδίας και ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης (στο θέμα της αποφυγής της υλιστικής προσκόλλησης του ανθρώπου στον πλούτο).

Ακολουθούν- στη συνέχεια της ομιλίας μας- μερικά και από τα λοιπά καλά παραδείγματα (μετά από αυτό, το γενικό, του Ηρακλή, που, ήδη, μελετήσαμε) με τη σειρά που τα καταγράφει ο Μ. Βασίλειος στον Λόγο του «Προς τους Νέους…».

 

             β. Το παράδειγμα του Μ. Αλεξάνδρου

 Στο θέμα της γενετήσιας διαπαιδαγώγησης του νέου ο Βασίλειος αναφέρει εκπληκτικό παράδειγμα, από την ελληνική κλασική αρχαιότητα, αυτό του Μ. Αλεξάνδρου[1]. Ο Μ. Αλέξανδρος, λοιπόν, λένε ο Πλούταρχος και ο Αρριανός, ότι όταν έπιασε αιχμάλωτες τις κόρες του Δαρείου- για τις οποίες μαρτυρείται ότι ήταν μοναδικού κάλλους- «ουδέ προσιδείν ηξίωσεν» (= δεν γύρισε ούτε καν να τις κοιτάξει), «αισχρόν είναι κρίνων τον άνδρας ελόντα γυναικών ηττηθήναι», γιατί το θεώρησε, λέγει, μεγάλη ντροπή αυτός που κυρίευσε τόσους άνδρες, ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο, να ηττηθεί τώρα από δυο-τρεις γυναίκες (!!). Και αυτή, ασφαλώς, θα προσθέταμε, η στάση του θα μπορούσε να θεωρηθεί για τον Αλέξανδρο ως η καλύτερη, η υψηλότερη, η αρίστη νίκη του από όλες όσες κατήγαγε κατέναντι των πολυάριθμων εχθρών του. «το νικάν γαρ εαυτόν πασών νικών πρώτη τε και αρίστη», λέγει ο Πλάτων. Ο Αλέξανδρος με όλα αυτά αποδείχθηκε άνθρωπος δυνατός, άνθρωπος ελεύθερος, με θέληση ισχυρή και αδιασάλευτη, που εξουσίαζε εαυτόν εαυτόν και όχι όπως ορισμένους ηγέτες, που ενώ- όπως εύστοχα παρατηρεί ο Δημόκριτος- κυριαρχούν και επιβάλλονται στους άνδρες μέσα στις πόλεις, όμως νιώθουν εντελώς αδύναμοι και υποδουλώνονται αμαχητί στις γυναίκες («ένιοι δε πόλεων μεν δεσπόζουσιν, γυναιξί δε δουλεύουσιν»).

 

γ) Τα παραδείγματα του Περικλή και του Σωκράτη

Στα επόμενα δύο παραδείγματα υποκρύπτεται η δεσποτική φύση τού ανθρώπου, που ρίζα της έχει την ένταση τού ζωικού δυναμικού μέσα του, που τον κάνει να θέλει να κυριαρχεί επί των άλλων και να τους ταπεινώνει ηδονιζόμενος ο ίδιος από την οδύνη και καταστροφή που τους επιφέρει. Στο πρώτο παράδειγμα ο Βασίλειος αναφέρεται στην περίπτωση του επιφανούς πολιτικού τής αρχαίας Ελλάδος, του Περικλή[2]. Ένας άνθρωπος, λέγει, της «αγοράς», δηλαδή ακαλλιέργητος και αλήτης, κακολογούσε κάποτε τον Περικλή και τον έβριζε και δεν τον άφηνε να ησυχάσει μιαν ολόκληρη ημέρα «αφειδώς πλύνων αυτόν τοις ονείδεσιν», περιλούζοντάς τον, δηλαδή, αλύπητα με προσβολές, ενώ ο Περικλής δεν ασχολούνταν μαζί του και προσπαθούσε να παραμείνει ήρεμος και ατάραχος, χωρίς να αφήσει να εξέλθει ούτε ένας λόγος απρεπής από τα χείλη του. Όταν βράδιασε και αποφάσισε ο υβριστής του να φύγει, ο Περικλής τού έστειλε συνοδό, για να τού φωτίζει τον δρόμο- «υπό φωτί παρέπεμψε…», αναφέρει ο Πλούταρχος, επιθυμώντας με αυτόν τον τρόπο «όπως αυτώ μη διαφθαρείη το προς φιλοσοφίαν γυμνάσιον» (=για να μην καταστραφεί, δηλαδή, η άσκησή του στην αρετή).

Στο δεύτερο παράδειγμα, αναφερόμενο στη δεσποτική φύση τού ανθρώπου, ο θείος Ιεράρχης αναφέρεται στην περίπτωση του Σωκράτη, του γνωστού φιλοσόφου της αρχαιότητας[3]. Στον Σωκράτη, λοιπόν, επιτέθηκε κάποιος μεθυσμένος και τον χτυπούσε στο πρόσωπο ακατάπαυστα. Εκείνος, όμως, "ουκ αντήρεν" (=δεν αντιστάθηκε καθόλου), αλλά, αντίθετα, άφησε τον μεθυσμένο να ικανοποιήσει όλη του την οργή πάνω στο σώμα του, μέχρι που το πρόσωπό του άρχισε να πρήζεται και να φαίνεται φλογισμένο από τα κτυπήματα (πβ., εδώ, τη σχετική διδασκαλία του Κυρίου: «όστις σε ραπίσει εις την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην»). Όταν, λοιπόν, ο επιτιθέμενος σταμάτησε να τον χτυπάει, ο Σωκράτης δεν έκανε τίποτε άλλο από το να γράψει πάνω στο μέτωπό του "ο δείνα εποίει" (ο τάδε το έκανε)- αντιμετωπίζοντας την επίθεση με φιλοσοφική ηρεμία και χιούμορ, σύμφωνα με το παράδειγμα των γλυπτών που συνηθίζουν να σημειώνουν το όνομά τους πάνω στα αγάλματα που δημιουργούν (π.χ. Πραξιτέλης εποίει). Αυτή μόνη ήταν όλη η αυτοϋπεράσπισή του! Μια αυτοϋπεράσπιση που, πραγματικά- παρά την ουσιαστική διαφορά των κινήτρων και την απουσία της Καινής εντολής της Αγάπης- δε φαίνεται να υστερεί σε τίποτε από το ζωντανό παράδειγμα του Κυρίου, που, σύμφωνα με τον απόστολο Πέτρο: «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως», όταν τον κακολογούσαν, δεν ανταπέδιδε την κακολογία, όταν υπέφερε, δεν απειλούσε, αλλά εμπιστευόταν τον εαυτό του σε Εκείνον που κρίνει με απόλυτη δικαιοσύνη.

Με τα δύο αυτά παραδείγματα από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που παραθέτει στον λόγο του ο Μέγας Βασίλειος, επιθυμεί, ακριβώς, να διδάξει την υπομονή και την περιφρόνηση των προσβολών, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων σοφών που το βάθος της φιλοσοφίας τους προσέγγιζε τις χριστιανικές αρετές. Η απομάκρυνση από τον θυμό, η πραότητα κι η εγκαρτέρηση στις προσβολές είναι δείγμα υψηλής ανδρείας, την οποία αν κατόρθωσαν να επιδείξουν άνθρωποι που προέρχονταν από τον προχριστιανικό, τον ειδωλολατρικό κόσμο, αποβλέποντας απλά «ίνα μη διαφθαρείη αυτοίς (να μη χαλάσει, να μην διαφθαρεί σ’ αυτούς) το προς φιλοσοφίαν γυμνάσιον», πόσο μάλλον την ανδρεία αυτήν- όσο και αν αυτό φαίνεται δύσκολο ή και ακατόρθωτο, ακόμα- θα πρέπει να επιδεικνύουν στις καθημερινές τους σχέσεις και αναστροφές οι χριστιανοί, που δέχονται την όντως αληθινή φιλοσοφία της καινής του Κυρίου διδασκαλίας και ζουν κάτω από τη δρόσο και το πλούσιο φως της Καινής εντολής της Αγάπης;

 

       δ. Τα παραδείγματα του φιλοσόφου Διογένη και των γλυπτών της αρχαιότητας Πολύκλειτου και Φειδία

Τα επόμενα παραδείγματα του Μ. Βασιλείου επικεντρώνονται στο ζήτημα του πλούτου. Η λελογισμένη και συνετή χρήση του πλούτου δεν είναι κακή, αλλά, αντίθετα, αποτελεί πηγή ευλογίας για τον κάτοχό του. Κάθε άνθρωπος δικαιούται ένα κομμάτι ψωμί, μια κούπα καθάριο νερό, την ένδυσή του και μιαν έντιμη και αξιοπρεπή εργασία. Παράλληλα, του αναλογεί το δικαίωμα στην ψυχαγωγία και την πνευματική άνοδο, καθώς και η δυνατότητα για ιατρική περίθαλψη και ασφάλεια, αν τα γεράματα τον προλάβουν ή μια αναπηρία τον ταλαιπωρήσει στη ζωή.

Ο πλούτος αυτός καθ’ εαυτόν δεν είναι κάτι κακό και επιλήψιμο, αλλά κάτι το αδιάφορο, που μπορεί να λειτουργήσει διττώς και για καλό αλλά και για κακό τής ψυχής του ανθρώπου, ανάλογα με τον τρόπο που τον χρησιμοποιεί και με το αν αφήνει την πλεονεξία ή τη φιλαργυρία να τον κυριεύσουν.

Τη λύση στο θέμα αυτό τη βρίσκουμε και πάλι, κατά την προσφιλή τακτική του Μεγάλου Βασιλείου, στους αρχαίους και, πιο συγκεκριμένα, στο παιδαγωγικό παράδειγμα του γνωστού δασκάλου και ποιητή της αρχαιότητας Θέογνη, ο οποίος συνήθιζε να λέγει ότι «δεν ποθούσε ούτε ευχόταν να είναι πλούσιος, παρά να μπορούσε να ζει με λίγα χρήματα, μα χωρίς κανένα, μα κανένα κακό και βάσανο». Είναι αυτό που λέγει και ο Ισοκράτης ο Κώος ότι, ακριβώς, «ουδέν όφελος ούτε χρημάτων ούτε άλλου τινος άτερ υγιείης» και αυτό το ίδιο επαναλαμβάνεται και στο βιβλίο της Σοφίας Σειράχ. ότι, δηλαδή, «ουκ έστιν πλούτος βελτίων υγιείας σώματος» (κανένας πλούτος δεν υπερβαίνει την υγεία του σώματος και καμιά ευφροσύνη δεν ξεπερνά τη χαρά της καρδιάς), για να καταλήξει ότι «κρείσσων πτωχός υγιής και ισχύων τη έξει ή πλούσιος μεμαστιγωμένος εις σώμα αυτού», δηλαδή, καλύτερα να είσαι φτωχός αλλά υγιής και δυνατός, παρά πλούσιος χτυπημένος από αρρώστια.

 Βάσει των ανωτέρω, ο Βασίλειος θα οδηγήσει τη σκέψη του στην πλήρη περιφρόνηση των υλικών αγαθών, όπως αυτή εκφράστηκε χαρακτηριστικά με τη γνωστή διακήρυξη του κυνικού φιλοσόφου Διογένη, που ένιωθε, λέγει, περισσότερο πλούσιος ακόμα και από αυτόν τον μεγάλο βασιλιά, για τον λόγο ότι για να ζήσει είχε ανάγκη από πολύ λιγότερα από εκείνον αγαθά[4]. Φτωχός δεν είναι αυτός που κατέχει λίγα και τα απολύτως αναγκαία, αλλά αυτός που επιθυμεί πολλά, του οποίου η όρεξή του και η πλεονεξία του για πλουτισμό δεν έχουν τελειωμό.

Και συνεχίζοντας ο Βασίλειος μάς εισαγάγει στη γνωστή, ήδη, κοινωνική του θέση στο θέμα τού πλούτου, που αποτελεί, θα λέγαμε, και τον χρυσό κανόνα, το ιδεώδες της χριστιανικής κοσμοθεωρίας. Ότι, δηλαδή, ο πλούτος καθ’ εαυτόν δεν είναι κακός όταν έρχεται αρωγός στον πόνο και στην ανάγκη τού πλησίον που πεινά και υποφέρει. Ο Βασίλειος δεν αρνείται την ύπαρξη πλούτου στον άνθρωπο, αρκεί ο κάτοχός του να μην υπερηφανεύεται γι’ αυτόν και να ξέρει να κάνει καλή χρήση και διαχείριση αυτού. «Αλλ’ οίμαι προσήκει απόντα μη ποθείν τον πλούτον και παρόντος μη τω κεκτήσθαι μάλλον φρονείν ή τω ειδέναι αυτόν ευ διατίθεσθαι» Αλλά νομίζω πως αρμόζει (στον άνθρωπο) όταν ο πλούτος λείπει να μην τον επιθυμεί διακαώς, και όταν είναι παρών (όταν τον κατέχει), να μην αισθάνεται περήφανος περισσότερο επειδή τον κατέχει, παρά επειδή ξέρει να τον διαχειρίζεται σωστά. Ο άνθρωπος είναι διαχειριστής και οικονόμος των παρά Θεού δοθέντων αγαθών και έχει επ’ αυτών μόνο δικαίωμα χρήσεως και όχι καταχρήσεως.

Προς έρρωσιν, μάλιστα, των λεγομένων του, ο Βασίλειος επικαλείται τη μαρτυρία του φιλοσόφου Σωκράτη, που είπε κάποτε σε κάποιο πλούσιο που υπερηφανευόταν για τα χρήματα του, πως δεν θα τον θαύμαζε, προτού να τον δοκίμαζε ότι ήξερε και να τα χρησιμοποιεί καλά[5]. Με το παράδειγμα, στη συνέχεια, των μεγάλων γλυπτών της αρχαιότητας Πολύκλειτου[6]  και Φειδία[7], ο Βασίλειος δίνει στα λεγόμενά του ακόμα μεγαλύτερο θεολογικό βάθος, ταυτίζοντας την περίφημη τέχνη τους –τη δημιουργία, δηλαδή, με ακρίβεια μορφών απαράμιλλου φυσικού κάλλους πάνω στο ακατέργαστο μάρμαρο- με την ικανότητα του πλούσιου ανθρώπου να διαχειρίζεται σωστά τον πλούτο του. Το υλικό, δηλαδή, ο πλούτος, δεν έχει αξία χωρίς την τέχνη που τον μορφοποιεί. Και αυτή η τέχνη είναι η καλή διαχείριση του πλούτου! Όπως οι γλύπτες, με την τέχνη τους, δίνουν μορφή στο άψυχο μάρμαρο, έτσι και ο χριστιανός οφείλει να χρησιμοποιεί τον υλικό πλούτο ως «εργαλείο» για να δημιουργήσει «πνευματικό κάλλος» μέσω της φιλανθρωπίας και της αρετής[8].

 

ε. Το παράδειγμα του Κλεινία

Ως επιστέγασμα της έμπρακτης άσκησης στην αρετή, ο Βασίλειος επιστρατεύει μια χαρακτηριστική διήγηση, την οποία διασώζει ο Κλαύδιος Αιλιανός στην Ποικίλη Ιστορία του για τον Πυθαγόρειο φιλόσοφο από τον Τάραντα Κλεινία, ο οποίος έθεσε την ηθική συνέπεια και τον σεβασμό προς το θείο υπεράνω κάθε υλικού συμφέροντος. Επιδεικνύοντας μια σχεδόν ασκητική προσήλωση στην αλήθεια, ο Κλεινίας προτίμησε να καταβάλει το υπέρογκο πρόστιμο των τριών ταλάντων παρά να ορκιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, μολονότι ο όρκος του θα ήταν απολύτως αληθινός. Οι Πυθαγόρειοι είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον όρκο, θεωρώντας ότι η αλήθεια πρέπει να είναι αυτονόητη και όχι κάτι που χρειάζεται επιβεβαίωση με επίκληση του θείου.

Αλλά και ο Βασίλειος, με χαρακτηριστική θεολογική οξυδέρκεια, αναδεικνύει ότι για τον «λογικευμένο» άνθρωπο ο όρκος δεν αποτελεί μιαν, απλώς, τυπική διαδικασία, αλλά μια πράξη όλως ανάξια και μειωτική της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς η εσωτερική αλήθεια του προσώπου δεν θα έπρεπε να χρειάζεται τον εξωτερικό καταναγκασμό μιας ένορκης μαρτυρίας για να βεβαιωθεί.

Η τέταρτη τελειοποίηση του Ιουδαϊκού Νόμου, όπως παραδίδεται από τον Κύριο, κατά την επί του Όρους Ομιλία, αναφέρεται ακριβώς στο ζήτημα του όρκου. Ο μωσαϊκός νόμος επέτρεπε την ευορκία, δηλαδή την πιστή τήρηση του όρκου, απαγόρευε, όμως, την επιορκία, δηλαδή την αθέτησή του. Ο Κύριος, στο πνεύμα του νέου νόμου του Ευαγγελίου, παραδίνει καινή εντολή σφραγισμένη με την εγκυρότητα του θείου θελήματός Του: «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως». Με την κατηγορηματική αυτή εντολή, ο Κύριος απαγορεύει κάθε μορφή όρκου στους πολίτες της νέας θεοκρατικής κοινωνίας.

Καθίσταται, επομένως, απολύτως αναγκαία η ενεργός και συνειδητή συνεργασία των μελών της νέας θεοκρατικής κοινωνίας, ώστε ο όρκος να περιοριστεί, έστω, στο ελάχιστο, έως ότου διαμορφωθούν κοινωνίες γνήσια χριστιανικές, στις οποίες και αυτή μόνη η απλή διαβεβαίωση, το «ναι» και το «όχι», θα είναι αρκετή και η διδασκαλία του Ιησού για τη φιλαλήθεια θα έχει απόλυτη εφαρμογή.

 

Κυρίες και κύριοι,

Συγκεφαλαιώνοντας όλα όσα διεξοδικά αναλύσαμε μέχρις εδώ, βλέπουμε πως ο Μέγας Βασίλειος στον λόγο του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» διαμορφώνει ένα ολοκληρωμένο παιδαγωγικό πρόταγμα, στο οποίο η αρχαία ελληνική γραμματεία δεν αντιμετωπίζεται ως αυτάρκης φορέας αλήθειας, αλλά ως ένα προ-παιδευτικό στάδιο έμπρακτης άσκησης στην αρετή. Με το πλήθος των παραδειγμάτων αλλά και των λοιπών στοιχείων αγωγής, που ο Μέγας Παιδαγωγός παραθέτει στον συγκεκριμένο λόγο του, μας αποκαλύπτει την αληθινή φύση του ανθρώπου μέσα από τη διασάλευση και τη διαστροφή των θεμελιωδών σχέσεών του πρώτα με τον Θεό (δια του όρκου), έπειτα με τον συνάνθρωπο (μέσω του θυμού και της υλιστικής προσκόλλησης στον πλούτο) και, τέλος, με τον κόσμο και τον εαυτό του διά της πορνείας. Η ρήξη αυτή οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην προσπάθεια του ανθρώπου να αποθεώσει το εγώ του και την ελευθερία του, στηριζόμενος στις ίδιες του τις δυνάμεις και περιφρονώντας κάθε ανθρώπινη και ηθική αξία.

Και είδαμε, αγαπητοί μου, την ανεξικακία του Περικλή και την παροιμιώδη υπομονή και πραότητα του Σωκράτη απέναντι στην ύβρη, την ηγεμονική εγκράτεια του Αλεξάνδρου απέναντι στους πειρασμούς της σάρκας. Συγκινηθήκαμε από το ήθος του Κλεινία, που προτίμησε το τίμημα ενός τεράστιου προστίμου από την ευκολία ενός όρκου και σταθήκαμε ενώπιον της καλλιτεχνικής μεγαλοφυΐας του Πολύκλειτου και του Φειδία, αλλά και της ασκητικής ένδειας του Διογένη, για να κατανοήσουμε πως η αξία του ανθρώπου δεν μετριέται με την υλιστική προσκόλληση στον πλούτο αλλά από την ελευθερία της ψυχής του

Και προσέξετε, παρακαλώ! Ο Βασίλειος δεν εξυψώνει τα πρόσωπα αυτά σε αγίους, απλά δείχνει ότι αν οι άνθρωποι αυτοί χωρίς την αποκάλυψη και το Ευαγγέλιο του Χριστού μπόρεσαν να τιθασεύσουν τα πάθη τους, πόσο, μάλλον, ο χριστιανός, που έχει μπροστά του το πανυπερτέλειο πρότυπο της αρετής, τον Χριστό!

Και σίγουρα, στο σημείο αυτό, πολλοί από εμάς θα έχουμε εύλογα διερωτηθεί. μα είναι δυνατόν να συνέβησαν στους αρχαίους προγόνους μας όλα αυτά τα περιστατικά τόσον υψηλού ήθους, που αναφέραμε στην ομιλία μας από τον Λόγο του Μεγάλου Βασιλείου; Αρχικά πρέπει να δεχτούμε ότι ναι (!) όλα τα παραδείγματα αυτά ανάγονται σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα και πρέπει να συνέβησαν, κατά προσέγγιση, όπως μας παραδίδονται, όσο απίθανα κι αν φαντάζουν σήμερα ορισμένα από αυτά. Εξαίρεση, ενδεχομένως, αποτελεί το παράδειγμα του μυθολογικού ήρωα Ηρακλή, τον οποίο ο Μέγας Βασίλειος επικαλείται όχι ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως συμβολικό πρότυπο αρετής.

Και πρώτα- πρώτα η ιστορική πραγματικότητα πίσω από το περιστατικό με την ανεξικακία του Περικλή, που περιγράφει ο Πλούταρχος στον Βίο του Περικλέους (Κεφ. 5) αποδεικνύεται από τα εξής:

  • Σκοπός του Πλουτάρχου, βέβαια, δεν ήταν η αυστηρή ιστορική καταγραφή, αλλά η ανάδειξη του ήθους των προσώπων (ο Πλούταρχος δεν είναι ιστορικός όπως ο Θουκυδίδης ή ο Αρριανός).
  • Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό το περιστατικό να βασίζεται σε μια πραγματική παράδοση για την παροιμιώδη υπομονή του Περικλή. Και όπως γνωρίζουμε για τον Περικλή, ιστορικά, ήταν πράγματι πολύ συγκρατημένος, με φήμη για τον μεγάλο αυτοέλεγχό του.
  • Οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν «Ολύμπιο» για την ψυχραιμία και τη μεγαλοπρέπειά του.
  • Δεν κυκλοφορούσε ποτέ με «φρουρά», σε μια δημοκρατική Αθήνα, όπως θα φανταζόμασταν σήμερα.

     Στο 2ο παράδειγμα του Σωκράτη:

  • Ιστορική βάση: Είναι βέβαιο ότι ο Σωκράτης υπέστη πολλές φορές προπηλακισμούς λόγω της ενοχλητικής του διαλεκτικής. Σε αντίθεση με τον Περικλή, ο Σωκράτης δεν ήταν πολιτικός ηγέτης. Κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας ως απλός πολίτης, όπως είπαμε ξυπόλυτος- ως ένδειξη της ασκητικής του ζωής και της εγκράτειας- και με πενιχρά μέσα. Ήταν, επομένως, εκτεθειμένος σε κάθε είδους επίθεση. Μάλιστα, ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι επειδή ο Σωκράτης ήταν ελεγκτικός και συχνά ειρωνικός στις συζητήσεις του, πολλοί εξοργίζονταν και «τον χτυπούσαν με γροθιές ή του ξερίζωναν τα μαλλιά».
  • Οπότε:  Το περιστατικό του Σωκράτη είναι περισσότερο βέβαιο και ιστορικό από αυτό του Περικλή, διότι ταιριάζει με τον δημόσιο βίο ενός ανθρώπου που αμφισβητούσε τα πάντα και δεν είχε καμία προστασία.

       Και προχωράμε στο παράδειγμα της εγκράτειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου απέναντι στις αιχμάλωτες γυναίκες του Δαρείου. Η αναφορά του Αρριανού και του Πλουτάρχου δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς και οι δύο βασίζονται σε πρωτογενείς πηγές (όπως ο Αριστόβουλος και ο Πτολεμαίος) που έζησαν τα γεγονότα. 

Η Ιστορικότητα του Γεγονότος

Στην Αλεξάνδρου Ανάβαση, ο Αρριανός —ο οποίος θεωρείται ο πιο αξιόπιστος ιστορικός για τον Αλέξανδρο— επιβεβαιώνει ότι ο στρατηλάτης επέδειξε, πράγματι, εξαίρετο σεβασμό στη αδελφή-σύζυγο του Δαρείου Γ΄ (Στάτειρα Α') και στις κόρες του Δαρείου μετά τη μάχη της Ισσού το 333 π.Χ. Ακόμη, ο Αρριανός — ο πιο «ιστορικός» από όλους — συχνά ενσωματώνει παραδόσεις που εξυπηρετούν την εικόνα του Αλεξάνδρου ως ιδανικού ηγεμόνα.

Το επεισόδιο, λοιπόν, ταιριάζει απόλυτα στο ηθικό και ιστορικό “προφίλ” των περί τον Αλέξανδρο γεγονότων.

  • Η αιχμαλωσία της οικογένειας του Δαρείου είναι ιστορικό γεγονός.
  • Η εγκράτεια του Αλεξάνδρου είναι πιθανή και συμβατή με τον χαρακτήρα του.
  • Η ακραία διατύπωση («ούτε καν γύρισε να κοιτάξει τις κόρες του Δαρείου») είναι σαφώς αληθινή, ίσως, πάντως, λογοτεχνικά κάπως ενισχυμένη.

Άρα, το γεγονός ότι ο Αλέξανδρος φέρθηκε με σεβασμό στις γυναίκες του Δαρείου είναι ιστορικά πιθανότατο.

Για τον Βασίλειο, πάντως: Είναι το απόλυτο παιδαγωγικό παράδειγμα για το 2026. Αν ο πιο ισχυρός άνδρας της ιστορίας, μέσα στην έξαψη της νίκης, μπόρεσε να τιθασεύσει το ένστικτό του, τότε ο νέος χριστιανός δεν έχει καμία δικαιολογία να ηττάται από τους δικούς του πειρασμούς.

 

Κυρίες και κύριοι,

Το Λύκειον των Ελληνίδων, ως θεσμός που διαχρονικά υπηρετεί τη μνήμη, την παιδεία και τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, καλείται να διαφυλάσσει όχι μόνον τις εξωτερικές μορφές της παράδοσης, αλλά και το ήθος που τις συνέχει και τις νοηματοδοτεί. Η παιδαγωγική πρόταση του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία συνθέτει δημιουργικά την αρχαία ελληνική παιδεία με τη χριστιανική αλήθεια, συνιστά μιαν ολιστική αγωγή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο από το επιμέρους στο καθολικό, από το ανθρώπινο αρχαιοελληνικό στο θεανθρώπινο χριστιανικό, και από την άσκηση στην αρετή στη μετοχή στην αλήθεια της ζωής.

Και αυτήν ακριβώς την παρακαταθήκη το Λύκειο των Ελληνίδων καλείται –και αξιώνεται– να μεταδίδει από γενεά σε γενεά: όχι ως μουσειακό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ως ζώσα πνευματική δύναμη, ικανή να εμπνέει, να παιδαγωγεί και να ανακαινίζει τον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτόν, το Λύκειο των Ελληνίδων συνεχίζει να υπηρετεί τον πολιτισμό όχι απλώς ως μνήμη, αλλά ως ευθύνη και ως υπόσχεση για το μέλλον.                                   

 Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!

 

*Ομιλία του Κ.Η. Παπαδάκη που έγινε στις 25 Ιανουαρίου 2026, στο Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, για την εορτή των Τριών Ιεραρχών.



        [1] Το παράδειγμα αναφέρει ο Πλούταρχος στο έργο του Περί της Αλεξάνδρου τύχης, 6, 338 DE και ο ιστορικός Αρριανός στην Αλεξάνδρου Ανάβαση 4, 19,7 κ. εξ.

Ο Μ. Αλέξανδρος (356-323) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους κατακτητές και εκπολιτιστές της παγκόσμιας Ιστορίας. Απλώνοντας ο Αλέξανδρος την ελληνική επικράτεια, αλλά μαζί με την ελληνική επικράτεια και το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική γλώσσα σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, κατέστησε αυτά προσιτά στα πλατιά στρώματα των ανθρώπων και τους έκανε ικανούς αργότερα, όταν θα εμφανιζόταν το χριστιανικό κήρυγμα, να το υποδεχθούν και να κατανοήσουν βαθύτερα τις μεγάλες και κοσμοσωτήριες αλήθειές του. Αυτό - και παρά τη διατύπωση κάποιων αντίθετων απόψεων για τον χαρακτήρα των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου - θέλουμε να πιστεύουμε ότι έγινε κατ’ οικονομίαν και σύμφωνα με το πάνσοφο σχέδιο και την πρόνοια του Θεού. 

    [2] Πρόκειται για τον γνωστό μας στρατηγό των Αθηναίων από το 460-429. Υπήρξε ο κύριος δημιουργός του "Χρυσού αιώνα" της Αθήνας, στο β΄ μισό του πέμπτου αι. π. Χ. Το παράδειγμα καταγράφει ο Πλούταρχος στο έργο του: Βίος Περικλέους, κεφ. 5.

[3] Ο Μέγας Βασίλειος άντλησε το συγκεκριμένο παράδειγμα για την ανεξικακία του Σωκράτη από τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο οποίος το καταγράφει στο έργο του «Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων».

Ο Σωκράτης ήταν ένας άσχημος στην εξωτερική εμφάνιση, ανυπόδητος και ατημέλητος στην ενδυμασία του άνθρωπος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που περιφερόταν μονίμως στην  αγορά και τα γυμναστήρια της Αθήνας, συζητώντας από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Οδυνηρός και αμείλικτος συζητητής (θυμηθείτε εδώ την περίφημη μαιευτική μέθοδο), γεμάτος με θεία γοητεία και ακαταπόνητη έλξη έκλεινε μέσα του ένα ήθος υποδειγματικό και θεσπέσιο, πειθαρχικός μέχρι θανάτου στους νόμους της πατρίδας (θυμηθείτε το: μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον). Με τον μεστό από σύνεση, σοφία και αττική χάρη λόγο τού Σωκράτη αρχίζει η συστηματική φάση της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Χρ. Ζαλοκώστας (στο έργο του Σωκράτης) σημειώνει χαρακτηριστικά: Η λευκή φυλή δεν θα ήταν ό,τι είναι σήμερα δίχως τον Σωκράτη. Ο Κλήμης, ο μέγας Αλεξανδρινός θεολόγος, συγκρίνει τον Σωκράτη με τον Ιησού Χριστό (!) και δεν τους βρίσκει παρά μόνο ομοιότητες, ο Έρασμος προσευχόταν στο όνομα του αγίου Σωκράτη, (‘Sancta Socrates ora pro nobis= Άγιε Σωκράτη, πρέσβευε υπέρ υμών) και ο Βολταίρος αποκαλούσε τον Ιησού Χριστό «Σωκράτη της Γαλιλαίας».

[4] Χαρακτηριστικός της προσωπικότητας του Διογένη είναι ο περίφημος ιστορικός θρύλος της συνάντησής του με τον Μ. Αλέξανδρο. Όταν ο Μακεδόνας βασιλιάς βρέθηκε στην Κόρινθο το 336 π.Χ., για να ανακηρυχθεί ηγεμόνας των Ελλήνων, πριν από την ασιατική εκστρατεία, θέλησε να γνωρίσει τον Σινωπέα φιλόσοφο. Η συνάντηση αυτή έμεινε στην ιστορία ως η εμβληματική σύγκρουση δύο κόσμων: της κοσμικής εξουσίας και της πνευματικής ελευθερίας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος, εντυπωσιασμένος από την αταραξία του Διογένη, τον πλησίασε και του είπε: «Εἰμί Ἀλέξανδρος· αἴτει ὅ,τι βούλει» (δηλαδή: Είμαι ο Αλέξανδρος ζήτησέ μου ό,τι θέλεις…). Και ο Διογένης, σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι, τον κοίταξε κατάματα και του απάντησε: «Μικρόν ἀπὸ τοῦ ἡλίου μετάστηθι» (δηλαδή, «κάμε στην άκρη, γιατί μου κρύβεις τον ήλιο»!), εκφράζοντας έτσι μια βαθιά φιλοσοφική θέση: ότι ο ισχυρότερος άνδρας του κόσμου δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτε πολυτιμότερο από όσα του παρείχε ήδη η φύση. Παρά τη χλεύη των παρισταμένων, ο Αλέξανδρος φέρεται να τους αποστόμωσε λέγοντας το περίφημο: «εἰ μὴ Ἀλέξανδρος ἦν, Διογένης ἂν ἦν» (δηλαδή: Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος θα ήθελα να ήμουν ο Διογένης).

[5]  Πβ. Πλατ. Ευθύδ. 280 D.

[6] Ο Πολύκλειτος άκμασε κατά τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Ήταν διάσημος χαλκοπλάστης, που τελειοποίησε την τέχνη της χύσης χαλκού αγαλμάτων σε μεγάλο βαθμό. Από τα έργα του κανένα δεν σώθηκε, αλλά διατηρούνται ρωμαϊκά αυτών αντίγραφα. Από τα καλύτερα έργα του ήταν ο «Δορυφόρος», που ονομάζεται και «κανόνας» από ομώνυμο σύγγραμμα, στο οποίο αναλύει τις καλλιτεχνικές του θεωρίες, για τις αναλογίες του ανθρωπίνου σώματος. Άλλο, επίσης,  γνωστό έργο του είναι «Ο διαδούμενος».

[7]  Ο Φειδίας (5ος αι.) υπήρξε ο μεγαλύτερος των Ελλήνων ανδριαντοποιών της αρχαιότητας. Ο Περικλής τον χρησιμοποίησε ως ανώτατο επόπτη για την καλλιτεχνική ανύψωση των ιερών της Ακρόπολης και όλης της Αττικής. Μεταξύ των έργων του ήταν και η χρυσελεφάντινη «Αθηνά Παρθένος», του Παρθενώνα, με ύψος δώδεκα μέτρα. Έργο του και το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία της Ολυμπίας, ένα από «τα επτά θαύματα του κόσμου».

[8] Αυτή είναι μια ιδέα που ο Βασίλειος αντλεί και επεκτείνει από τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη (Β΄ 6, 1106b–1107a) και από τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος (II, 6.1).

 

Όταν ὁ λόγος γίνεται ὅπλο: Μ. Βασίλειος πρὸς Ἰουλιανὸν τὸν Παραβάτη * * * «Ανέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως»

 ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μέγας Βασίλειος


 

Ιουλιανός ο Παραβάτης

                      

Όταν ὁ λόγος γίνεται ὅπλο:

 Μ. Βασίλειος πρὸς Ἰουλιανὸν τὸν Παραβάτη

 

«Ανέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως»

 

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

      www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Η εορτή των Τριών Ιεραρχών δεν αφορά μόνο στην παιδεία, αλλά και στη δύναμη του λόγου απέναντι στην εξουσία. Ένα επεισόδιο της βυζαντινής παράδοσης, που φέρνει αντιμέτωπους τον αυτοκράτορα Ιουλιανό και τον Μέγα Βασίλειο, αποτυπώνει με μοναδική πυκνότητα το πώς ο λόγος μπορεί να γίνει όπλο πνευματικό — χωρίς βία και χωρίς κραυγές.

 

          Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης («Αποστάτης») (331–363 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας, ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αν και βαπτίστηκε και ανατράφηκε ως χριστιανός, ως ενήλικας στράφηκε στον νεοπλατωνισμό και στον παραδοσιακό ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό. Ο Μέγας Βασίλειος (330–379 μ.Χ.) από την άλλη ήταν από τους σημαντικότερους Πατέρες της Εκκλησίας, μορφωμένος, με σπουδές στην Αθήνα, σύγχρονος του Ιουλιανού. Παρότι οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με κοινή μαθητεία στην Αθήνα, στη συνέχεια ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες πορείες.

Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Ιουλιανός έγινε αυτοκράτορας (361 μ.Χ.) και επιχείρησε να αναβιώσει την αρχαία θρησκεία, περιορίζοντας την επιρροή του χριστιανισμού. Αν και δεν προχώρησε σε μαζικούς διωγμούς, όμως υιοθέτησε πολιτικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις εχθρικές προς την Εκκλησία. Συγκεκριμένα, με το Διάταγμα περί Παιδείας (362 μ.Χ.) απαγόρευσε στους χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν τα κλασικά ελληνικά κείμενα (Όμηρο, τραγικούς, ρήτορες), υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί κάποιος που δεν πιστεύει στους θεούς των κειμένων αυτών να τα ερμηνεύει («Ἀνόσιον ἡγοῦμαι τοὺς μὴ τιμῶντας τοὺς θεοὺς, τὰ τῶν θεῶν ὑμνήματα διδάσκειν. Εἰ γὰρ Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον καὶ τοὺς ἄλλους ποιητὰς ἀσεβεῖς εἶναι νομίζουσιν, τί χρεία τούτων τοῖς νέοις;»).

Με τον τρόπο αυτόν, ο Ιουλιανός χωρίς να καταφεύγει σε άμεσο διωγμό κατά των Χριστιανών όμως τους αφαιρούσε το δικαίωμα διαμόρφωσης συνείδησης μέσω της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Το μέτρο αυτό αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για την Εκκλησία, καθώς η ελληνική παιδεία θεωρούνταν βασικό στάδιο προπαιδείας στον Χριστιανισμό και καθοριστικό μέσο αγωγής των νέων.

Ο Βασίλειος αντέδρασε έντονα υπερασπιζόμενος το δικαίωμα των χριστιανών στην ελληνική παιδεία και συνέγραψε, γύρω στα 373–374 μ.Χ., τον περίφημο λόγο «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Το έργο αυτό συνιστά μια θεσμική και πνευματική απάντηση στις ιδέες του Ιουλιανού, οι οποίες, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν και να επηρεάζουν αρνητικά την κοινωνία.

Ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του υποστηρίζει το αντίθετο, ακριβώς, από τον Ιουλιανό: ότι μπορούμε, δηλαδή, να αντλούμε από τους αρχαίους Έλληνες ό,τι είναι ωφέλιμο, χωρίς να αποδεχόμαστε τη θρησκεία τους. Προς τούτο χρησιμοποιεί το περίφημο παράδειγμα της μέλισσας, η οποία δεν πλησιάζει όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο, ούτε προσπαθεί να πάρει τα πάντα από αυτά, αλλά διαλέγει μόνο ό,τι είναι χρήσιμο για την εργασία της και το υπόλοιπο το αφήνει. Έτσι και εμείς, λέει ο Βασίλειος, αν είμαστε συνετοί, θα κρατήσουμε από τα κείμενα αυτά ό,τι είναι συγγενικό με την αλήθεια της πίστης μας και θα προσπεράσουμε τα υπόλοιπα.

Ο Ιουλιανός πέθανε το 363 μ.Χ. κατά τη διάρκεια εκστρατείας εναντίον των Περσών. Μετά τον θάνατό του, τα μέτρα του καταργήθηκαν και η Εκκλησία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη θέση της. Ο Βασίλειος συνέχισε το έργο του και έγινε μία από τις πλέον επιδραστικές μορφές του χριστιανισμού.

Στη βυζαντινή γραμματεία διασώζεται ένα επιγραμματικό ιστορικό ανέκδοτο, το οποίο η παράδοση αποδίδει στον αυτοκράτορα Ιουλιανό και στον νεανικό φίλο και συμμαθητή του Μ. Βασίλειο. Το ανέκδοτο αυτό συνδέεται με μια έντονη στιχομυθία- αντιπαράθεση των δύο ανδρών. Αν και πρόκειται για λογοτεχνική–εκκλησιαστική επινόηση, η οποία δεν απαντά σε κανένα από τα σωζόμενα έργα του Βασιλείου, η ρητορική της δομή, η θεολογική της πυκνότητα και η λεπτή της ειρωνεία ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος της καππαδοκικής θεολογίας και, μάλιστα, με το πνευματικό ύφος και ήθος του Μ. Βασιλείου. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι η παράδοση την απέδωσε τελικά σε αυτόν. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η πνευματική αλήθεια υπερβαίνει την ιστορική ακρίβεια· ακόμη κι αν η στιχομυθία αυτή αποτελεί προϊόν της παράδοσης, εκφράζει με εντυπωσιακή καθαρότητα τη σοφία και τη νηφαλιότητα του Καππαδόκη Πατέρα.

Η φράση του Ιουλιανού κυκλοφορεί ως παράδοση ήδη από τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, αν και δεν εντοπίζεται σε κανένα σωζόμενο έργο του. Η «απάντηση» του Βασιλείου εμφανίζεται πολύ αργότερα, σε υστεροβυζαντινά ρητορικά και πατερικά ανθολόγια. Δεν υπάρχει, επίσης, σε κανένα αυθεντικό έργο του, παρότι αριθμήθηκε (λανθασμένα) ως «Επιστολή 436 του Βασιλείου». Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ρητορικό κατασκεύασμα που αποδίδεται στους δύο άνδρες, προκειμένου να υπηρετήσει μια θεμελιώδη ιδέα: ότι η κριτική του Αυτοκράτορα απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν επιφανειακή και όχι αποτέλεσμα αληθινής κατανόησης.

Και ιδού πώς έχει το εν λόγω ιστορικό ανέκδοτο: Ο αυτοκράτορας λαμβάνει ένα χριστιανικό κείμενο, που του στάλθηκε, το πιθανότερο, από τον Μ. Βασίλειο με στόχο τη μεταστροφή της σκέψης του. Ο Ιουλιανός, επιδιώκοντας να απαξιώσει τη χριστιανική διδασκαλία, σημείωσε στο περιθώριο του κειμένου την περίφημη τριπλή φράση: “ἀνέγνων, ἔγνων, κατέγνων”, που σημαίνει: «Τα διάβασα, τα κατανόησα, τα καταδίκασα».

 Με την επιγραμματική αυτή κλιμάκωση, ο Ιουλιανός δήλωνε ότι όχι μόνο διάβασε το κείμενο, αλλά και το κατανόησε πλήρως και, τελικά, το απέρριψε, ως ξένο προς τη φιλοσοφία της παλινόρθωσης της παλαιάς θρησκείας που ο ίδιος επεδίωκε και προωθούσε.

Ο Μ. Βασίλειος, θέλοντας να ανατρέψει την αυθεντία της κρίσης τού αυτοκράτορα, αντιπαρέβαλε την εξίσου επιγραμματική απάντηση: “ἀνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως”, που σημαίνει: «Διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες· διότι αν είχες καταλάβει, δεν θα είχες καταδικάσει».

Η φράση αυτή αποτελεί κλασικό παράδειγμα ρητορικής τριμερούς κλιμάκωσης, προσφιλούς στους αρχαίους ρήτορες, η οποία προσδίδει αίσθηση πληρότητας και ακλόνητης λογικής. Στο σχήμα αυτό, κάθε λέξη: 

α.    επαναλαμβάνει το ίδιο ριζικό θέμα (γιγνώσκω),

       β.    αλλάζοντας κάθε φορά το πρόθημα (ανά-, - , κατά-),

     γ.    ανεβάζοντας, έτσι, το νόημα σε ένα νέο επίπεδο βεβαιότητας.


Το σχήμα αυτό δημιουργεί:

     ρυθμό,

     ένταση,

     αίσθηση λογικής ακολουθίας,

     απόλυτη βεβαιότητα του ομιλητή για την κρίση του.

Ο Βασίλειος, που «απαντά» στον Ιουλιανό, χρησιμοποιεί την ίδια ρίζα και την ίδια τριμερή δομή, αλλά την ανατρέπει εκ των έσω μέσω μιας ευφυούς αντι-κλιμάκωσης:

·       ἀνέγνως → ναι, διάβασες

·       ἀλλ’ οὐκ ἔγνως → αλλά δεν κατάλαβες

·       εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως → γιατί αν είχες καταλάβει, δεν θα κατεδίκαζες, άρα η καταδίκη σου στερείται κύρους.

·       Εδώ συντελείται μια εκπληκτική ρητορική ανατροπή: η δεύτερη φράση του Βασιλείου ακυρώνει τη δεύτερη του Ιουλιανού, και η τρίτη ακυρώνει την τρίτη. Πρόκειται για ένα πνευματικό "παιγνίδι" ρητορικού αντικατοπτρισμού, όπου ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τα ίδια τα όπλα τού αντιπάλου του, για να αποδομήσει τη σκέψη του.

Το επεισόδιο αυτό παραμένει ένα από τα πιο εμβληματικά δείγματα της λογοτεχνικής δεινότητας και της πνευματικής ετοιμότητας που η παράδοση αναγνώρισε στο πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου, αποτυπώνοντας με μοναδική πυκνότητα τη βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στον παγανιστικό αναχρονισμό του Ιουλιανού και τη νηφάλια, διακριτική σύνθεση πίστης και λόγου της χριστιανικής σκέψης.