200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ * ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΓΕΝΟΣ

Εικόνα των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων του καθολικού της Ι. Μονής Χρυσοπηγής Χανίων.

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ

ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΓΕΝΟΣ

 

     ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

    Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειώσουμε ότι, γενικά, έχει γίνει αποδεκτό ότι ο κρυπτοχριστιανισμός ήταν προτιμητέος και αποτελούσε μιαν, οπωσδήποτε, πιο συμπαθή και ανεκτή πλευρά συμπεριφοράς τού υποδουλωμένου χριστιανού από τον αμετάκλητο και πραγματικό εξισλαμισμό του. Γιατί ο κρυπτοχριστιανισμός, σε τελική ανάλυση, διέσωζε το ελληνικό Γένος και την Εκκλησία από την αφαίμαξη μεγάλων τμημάτων τού ελληνισμού, που διά του εξισλαμισμού προσχωρούσαν ολοκληρωτικά στον μωαμεθανισμό, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να χάνει συνεχώς Έλληνες και να συρρικνώνεται δημογραφικά επικίνδυνα, ενώ εξ απωθημένων συναισθημάτων ή και ειδικής αγωγής το μίσος και η αγριότητα των εξωμοτών κατά των Ελλήνων χριστιανών απέβαινε τρομερό και απύθμενο. Είναι εντυπωσιακή, στο σημείο αυτό, η μαρτυρία του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου όταν γράφει στην ιστορία του ότι «ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ συνέκειτο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν εκ χριστιανών εξισλαμισθέντων»![1]

  Οι βίαιοι εξισλαμισμοί[2] είναι γεγονός ότι αποτελούσαν τον κανόνα μετά την κατάληψη από τους Τούρκους οποιασδήποτε νέας περιοχής. Είχαν ξεκινήσει να εφαρμόζονται πολύ πρωτύτερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, από τον 14ο, κιόλας, αιώνα, αμέσως, δηλαδή, μετά την κατάληψη από τον σουλτάνο Ορχάν της Νίκαιας της Βιθυνίας (1331) και συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Το αποτέλεσμα ήταν, δυστυχώς, οι χριστιανοί ορισμένων, ειδικά, περιοχών να λιγοστεύουν με τον καιρό δραματικά, γιατί γίνονταν αθρόα Μωαμεθανοί, προκειμένου να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή και να διατηρήσουν τις περιουσίες τους[3]. Μάλιστα, με δεδομένο ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία «άπιστος δεν κληρονομεί ποτέ πιστό» και ότι η γη του μουσουλμάνου δεν είναι δυνατό να κληρονομηθεί από τα παιδιά του, τον πατέρα του ή τη μητέρα του, που δεν είναι μουσουλμάνοι, αντιλαμβανόμαστε ότι, στη συνέχεια, για να εξασφαλίσουν την πατρική κληρονομιά, γινόντουσαν  αρνησίθρησκοι, από συμφέρον, και όλοι οι κληρονόμοι των εξισλαμισθέντων[4]. Έτσι, η Ελλάδα με τους συνεχείς εξισλαμισμούς και κάτω από αυτήν την παντοειδή πίεση του βάρβαρου κατακτητή, έχανε, δυστυχώς, πολλούς Έλληνες, ενώ, αντίθετα, η άυξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού ήταν αλματώδης και συχνά ομαδική! Σύμφωνα με πληροφορία του ιστορικού Μουρέλλου «ο πασάς έστελνε έναν χότζα και αυτός αφού τύλισε με μια κερωμένη οργιά το χωριό ολόκληρο, γονάτιζε στην είσοδό του, έκανε τη δέησή του, έναν ντοά στον Αλλάχ και απλώνοντας τα χέρια του με μια κίνηση που κάλυπτε ολόκληρο το χωριό, τους έκανε Μουσουλμάνους όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά…»[5]. Λίγοι Έλληνες, στην αρχή, περισσότεροι αργότερα και, τελικά, οι περισσότεροι Έλληνες και χριστιανοί- ειδικά αυτοί της Μικράς Ασίας- εγκατέλειπαν ο ένας μετά τον άλλο την εθνική και χριστιανική τους ταυτότητα, αρνούμενοι την πίστη τους στον Χριστό, για να γίνουν Μωαμεθανοί και Τούρκοι[6].

   Στο ΙΓ΄ κεφάλαιο των «Απομνημονευμάτων» του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από την τυραννίαν των Τούρκων και από την δοξομανίαν αρχίνησαν οι Έλληνες και εγένονταν Τούρκοι και ως ετούρκιζαν εκείνοι, ελέγετο και ο τόπος τους τούρκικος. Και οι Έλληνες από τα βαρύτατα δοσίματα των Τούρκων τους υποχρέωναν και έπαιρναν τον τόπον τους και τους άφηκαν σκλάβους. Τους πήραν όλον τον τόπον με δυναστείαν… Και αν ήταν κανένα έθνος άλλο, ήθελε τουρκίσουν όλοι, μόνον ήτον σκληρογνώμονες, διατί ούτε ωρκώθηκαν ποτέ να τον γνωρίσουν βασιλέα (ενν. τον Τούρκο), ο ύ τ ε   ε π ρ ο σ κ ύ ν η σ α ν  ό λ ο ι»[7].

  Μετά από όλα αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και η συγκαταβατική προς τους κρυπτοχριστιανούς άποψη του Μανουήλ Γεδεών- που για χρόνια ήταν Μέγας Χαρτοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου- για τη σχέση της Εκκλησίας με την αποκρυφία, τη «λαθρόβια ορθοδοξία», όπως την αποκαλεί, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «επέτυχε, λοιπόν, το σύστημα των λαθροβίων ορθοδόξων, όπερ εδίδαξεν ή καθιέρωσεν η της Κωνσταντινουπόλεως αγιοτάτη Εκκλησία, ιδρύσασα την υπό γην, κάτωθεν της επί γης, στρατευομένην Εκκλησίαν, ης η ύπαρξις διήρκεσεν ευλογία και προτροπή αυτής ταύτης της Μεγάλης Εκκλησίας, επί σχεδόν εξ εκατονταετηρίδας»[8].

  Με την ενέργειά της αυτήν η Εκκλησία θέλησε από τη μια να ενισχύσει ηθικά όσους κρυφά είχαν αλλαξοπιστήσει, για να γυρίσουν και πάλι, κάποτε, στην παλιά τους θρησκεία και από την άλλη να τους αναγνωρίσει, κατά κάποιο τρόπο, ως δικά της μέλη. Και θεωρούμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία το πέτυχε αυτό και κράτησε στην αγκάλη Της τους «λαθρόβιους- κατά τον Μανουήλ Γεδεών- ορθοδόξους», από τους οποίους ξεπήδησε πανστρατιά όλη και νέφος νέων μαρτύρων- καθώς και οι άγιοι του Ρεθύμνου Τέσσερις Νεομάρτυρες- όταν η μουσουλμανική αντίδραση στους εξισλαμισμούς ή στην αποκάλυψη των κρυπτοχριστιανών, είχε ως οικτρό αποτέλεσμα να φθάνει μέχρις και αυτό το μαρτύριο και τον υπέρ πίστεως θάνατο.

   Έναν σπουδαίο ρόλο- αντίβαρο σε όσα δεινά υφίσταντο οι ανυπεράσπιστοι χριστιανοί στη δύσκολη αυτήν περίοδο- διαδραμάτιζαν οι μεγάλες κρυπτοχριστιανικές οικογένειες, που- όπως και οι χαΐνηδες (hainlar)[9]- αποτελούσαν μια μορφή εκκλησιαστικής αντίστασης κατά των Οθωμανών και προστάτευαν όπως και όσο μπορούσαν τους χριστιανούς. Ενώ, δηλαδή, προσποιούνταν τους αληθινούς και φρόνιμους και νομοταγείς στο κράτος «αγάδες», με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους σήκωναν τα μαχαίρια εναντίον απάνθρωπων συμπεριφορών και θηριωδών γενιτσάρων, πληγώνοντάς τους ή και φονεύοντάς τους, όταν οργίαζαν ασύστολα εναντίον αθώων χριστιανών.

   Κρυπτοχριστιανούς στα χρόνια της αιματόβρεκτης τουρκικής σκλαβιάς εκτός από την Κρήτη συναντούμε και στη Μ. Ασία, τον Πόντο, τη Μακεδονία κ.α. Στην Κρήτη τέτοιες περίφημες κρυπτοχριστιανικές οικογένειες, που αναλάμβαναν την προστασία των χειμαζομένων χριστιανών, έχουμε να απαριθμήσουμε τους Κερίμηδες του Μυλοποτάμου, τους Αλικάκηδες του Αγίου Βασιλείου και τους Μπελούληδες. Όμως, σπουδαιότεροι, ηρωικότεροι και ισχυρότεροι όλων ήταν, ομολογουμένως, οι Κουρμούληδες της Μεσαράς, απ’ όπου προέρχονταν οι οικογένειες των Ρετζέπηδων, Σαμπανάκηδων, Μπιρασάνηδων, Καραοσουμάνηδων και άλλων κρυπτοχριστιανών της ίδιας περιοχής[10], που το 1821, μαζί και με τους λοιπούς συμπατριώτες τους Έλληνες Ορθοδόξους, αποκήρυξαν τον ισλαμισμό και ύψωσαν τη σημαία της Ελληνικής Επανάστασης, γενόμενοι στο εξής οι σταυραετοί της λευτεριάς της Κρήτης. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό και σπουδαίο το γεγονός που φανέρωσε το μέγα πλήθος των κρυπτοχριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν αργότερα, το έτος 1856, μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, με τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που έδωσε το Χάτι Χουμαγιούν, ο Σουλτάνος κάλεσε τους υπηκόους του να δηλώσουν ελεύθερα τη θρησκεία που σεβόντουσαν. Και τότε βρέθηκε μπροστά σε μια τεράστια και όλως αναπάντεχη έκπληξη!... Χιλιάδες κατοίκων του οθωμανικού κράτους, χωριά ολόκληρα με τον Χότζα τους, βρέθηκαν να φανερώνουν τη χριστιανική τους πίστη! Μπροστά σε αυτό το εκπληκτικό γεγονός, ο Σουλτάνος έθεσε χρονικό περιορισμό, πέρα από τον οποίο οι υπήκοοι δεν μπορούσαν πια, σε καμιά περίπτωση, να δηλώνουν αλλαγή της πίστης τους.

 Πρέπει, πάντως, να το επαναλάβουμε ότι όσο παράξενο και αν ακούγεται, αυτός ο κατ’ επιφάνειαν εξισλαμισμός των χριστιανών υπήρξε, τελικά, ευεργετικός για τους υπόδουλους Έλληνες χριστιανούς και βοήθησε σημαντικά πολλούς από αυτούς στο να διατηρήσουν την πίστη τους και την εθνική τους ταυτότητα[11]. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, όπως λέγει και ο ιστορικός Β. Ψιλάκης, εάν δεν συνέβαινε το είδος αυτό του θρησκευτικού και εθνικού συνεταιρισμού, ο Ελληνισμός σήμερα και αυτός ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα θρηνούσε την απώλεια ενός εξαιρετικά μεγάλου και ευγενικού τμήματός του. Αυτός ο θρησκευτικοπολιτικός προσηλυτισμός, που ρυθμίστηκε με θρησκευτικές και κοινωνικές διατάξεις και με την αναγκαία φρονιμότητα και προφύλαξη των υπόδουλων χριστιανών, κατέστη, τελικά, ο φρουρός της εθνικής ιδέας στην Κρήτη και, μάλιστα, σε μιαν εποχή που οι άλλοι Έλληνες και ομόδοξοί τους στη Μεγαλόνησο κάμπτονταν κάτω από τον πλέον φρικτό ζυγό του τουρκικού γενιτσαρικού συρφετού, των ξεκουκούλωτων, των σπαχήδων και των μπουρμάδων, όπως τους περιέγραψε ο περιηγητής Τουρνεφόρτ. Αυτοί, ακριβώς, οι κρυπτοχριστιανοί, είναι που μπόρεσαν να διατηρήσουν άσβεστη μέσα τους την ελληνική φλόγα, την οποία μεταλαμπαδεύοντας σταθερά και γενναιόψυχα την κατάλληλη ώρα και στους λοιπούς συμπατριώτες τους Έλληνες χριστιανούς συντέλεσαν ουσιαστικά στην εθνική υπόθεση, δημιουργώντας την πανστρατιά εκείνη των Μαρτύρων και Εθνομαρτύρων αντιστασιακών, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση του έθνους.

     Αυτήν, ακριβώς, την ευλογημένη ώρα περίμεναν να δούν και οι Κουρμούληδες της Μεσαράς και ο μέγας ηγέτης τους, ο Μιχαήλ Κουρμούλης, ο άλλοτε φοβερός Χουσεΐν αγάς και μαζί με αυτούς και οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες. τη νεκρανάσταση, δηλαδή, του ελληνικού Γένους, που έπαιρνε φωτιά από τη φρόνιμη εκείνη κρυφή σπίθα που σιγόκαιγε τόσους αιώνες, για να αναφωνήσουν με πάθος και αγαλλίαση και υπέρτατο πατριωτικό ενθουσιασμό τους λόγους της Θεοτόκου προς τον νεκρό Ιησού Χριστό: «σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι, ὅπως ἴδω κἀγὼ σοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἐξανάστασιν»![12]. Και αυτήν, ακριβώς, την ίδια ώρα, και οι Κουρμούληδες άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου, αποτίναζαν ευθαρσώς το περικάλυμμα της αποκρυφίας, για να αδράξουν γερά τα όπλα και να προτάξουν τα στήθη στον βάρβαρο κατακτητή, ομολογώντας, στο τέλος, μαρτυρικά, και την αμετάθετη πίστη τους στον Ιησού Χριστό και την Πατρίδα.


    [1] Οπότε, βάσει αυτού και όπως συμπεραίνει ο αείμνηστος Καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, η Κωνσταντινούπολη έπεσε μόνο χάρη στη βοήθεια των εξισλαμισθέντων ορθοδόξων χριστιανών, ενώ, αντίθετα, ο Χριστιανισμός και η ελληνικότητα της Χώρας διασώθηκαν με την αποφασιστική συμβολή των Νεομαρτύρων, που αντέδρασαν δυναμικά στο κύμα αυτό του εξισλαμισμού (Παπαδόπουλος, Στυλιανός Γ. 1973: 94) και που, στο μεγαλύτερο μέρος τους (συμπληρώνω), προέρχονταν από την τάξη των κρυπτοχριστιανών.

              [2] Εδώ, να θυμηθούμε και να συμπεριλάβουμε και το φρικτό παιδομάζωμα.

             [3] Άμαντος, Κωνσταντίνος 1953-54: 162.

             [4] Βλ. Νικόλαος Σταυρινίδης Σ. 1986: πρ. 317, σ. 318.

            [5]   Μουρέλλος, Ι. Δ. 1931: 99.

            [6]  Άμαντος, Κωνσταντίνος 1953-54: 191. Παπαδόπουλος, Στυλιανός Γ. 1973: 36.

            [7] Άπαντα Κολοκοτρώνη, τ. 2ος, σ. 67.

             [8] Γεδεών Ι. Μανουήλ, 1930: 83.

        [9] Ονομασία που έδιναν οι Τούρκοι της Κρήτης στους Κλέφτες του νησιού. Οι χαΐνηδες (= οι παράνομοι), από τον πρώτο, κιόλας, χρόνο της τουρκικής κυριαρχίας (1669), ζούσαν στα απάτητα κρητικά βουνά, κάνοντας συνεχείς αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των Τουρκοκρητών, παίρνοντας εκδίκηση για τις βιαιοπραγίες τους και υπερασπιζόμενοι τους χριστιανούς. Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι Χάληδες και οι Γιαννάρηδες στις ορεινές περιοχές των Χανίων, οι Τσουδεροί στο Ρέθυμνο, ο Ξωπατέρας και ο Μιχαήλ Κόρακας στην ανατολική Κρήτη. Οι επαναστάτες αυτοί υπήρξαν για την Κρήτη ό,τι οι κλέφτες για την Κεντρική Ελλάδα και υμνήθηκαν από το δημοτικό τραγούδι.

           [10]  Ψιλάκης, Βασίλειος χ. χ.: 49.

           [11]  Σταυρινίδης, Νικόλαος 1971: 147 και Πατεράκης, Γ. Μ. 1989: 72.

          [12]  Από την Ακολουθία των Αγίων Παθών (Απόστιχο). Ψιλάκης, Βασίλειος χ. χ.: 49.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ * * * Ο πολέμαρχος της «Βίγλας» ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ * Γεώργιος Αρετάκης

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ

 

Ο πολέμαρχος της «Βίγλας»

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ

Γεώργιος Αρετάκης

Τόμος Α΄: Η βιογραφία του

        [Εκδόσεις «Καλαϊτζάκης Α.Ε.», Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 301]  

 

         ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                           www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Αϊβασιλιώτης δημοσιογράφος Μανόλης Παντινάκης είναι γνωστός στους Ρεθεμνιώτες από τη επιτυχημένη μέχρι σήμερα δημοσιογραφική του διαδρομή στις εφημερίδες «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Η Τόλμη» και «Τα Νέα». Ο Μανόλης Παντινάκης, όμως, δεν είναι μόνο ο συνειδητός και έγκριτος δημοσιογράφος αλλά και ο δόκιμος συγγραφέας, που μέχρι σήμερα έχει να μας παρουσιάσει αρκετά βιβλία, όπως: «Πόθος Λευτεριάς», «Αντίσταση κι εξορία», «Η επαρχία Αγίου Βασιλείου αφηγείται: «Η Κατοχή δεν μας λύγισε…», «Αμαριώτες στην Αντίσταση», «Ρασοφόρος Ζορμπάς». και άλλα.

Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Κεραμέ και Αγαλλιανό ανάμεσα στα νεότερα ιστορικά στοιχεία του χωριού οι ντόπιοι μού παρέδωσαν και τη μορφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Αρετάκη, τού και Σφακιανού επονομαζομένου, με καταγωγή εκ πατρός από τα Κεραμέ και του ίδιου από το Σπήλι, φωτογραφία του οποίου και δημοσίευσα. Σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, έχω τη χαρά να κρατώ στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο του ως άνω συνεπαρχιώτη συγγραφέα, Μανόλη Παντινάκη, με τον τίτλο: «Ο πολέμαρχος της «Βίγλας», Καπετάν Σφακιανός», που αναφέρεται στην προσωπικότητα τού εν λόγω άγνωστου στο ευρύτερο κοινό ομοχώριού του, τού Σπηλιανού οπλαρχηγού, Γεωργίου Αρετάκη.

Πρόκειται για μιαν εργασία λεπτομερέστατη και αρτιότατη από κάθε άποψη, προϊόν πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας. Ο συγγραφέας παίρνει τις πληροφορίες του από πηγές ασφαλείς και αξιόπιστες και μέσω συνεντεύξεων με πρόσωπα του άμεσου συγγενικού περιβάλλοντος του άνδρα, που έτρεφαν στο πρόσωπό του απεριόριστο σεβασμό και αγάπη.

Τον Γιώργη Αρετάκη, ο συγγραφέας του βιβλίου, ήδη από τον τίτλο, αποκαλεί Πολέμαρχο της «Βίγλας» (θέσης- παρατηρητήριο, που βρίσκεται στο Πανωχώρι του Σπηλίου), γιατί αυτή υπήρξε ο τόπος όπου γεννήθηκε το 1899 ο ήρωας, ο πολεμιστής, ο περήφανος, ο αδούλωτος και ασυμβίβαστος πολυτραυματίας των εθνικών αγώνων της Μικράς Ασίας, του αλβανικού μετώπου και στο τέλος και του αντάρτικου, στα βουνά της Πελοποννήσου. Από μικρό παιδί τον Αρετάκη αναζωογονούσαν, ενθουσίαζαν και γέμιζαν με πατριωτισμό οι μεγάλοι ήρωες της Επανάστασης του Εικοσιένα και μάλιστα ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Αυτός είναι ο λόγος που  αυτοαποκλήθηκε «Σφακιανός» και όχι «Σπηλιανός» και δραστηριοποιήθηκε στα μέρη όπου γεννήθηκαν αυτοί οι τελευταίοι, θέλοντας, ακριβώς, με τον τρόπο αυτόν, να τιμήσει τη γενναιότητα και τη λεβεντιά τους.

Κατατάχτηκε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό από τα 17 του χρόνια και αγωνίστηκε για την πατρίδα επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, αφήνοντας πίσω του γυναίκα και παιδί. Έφτασε και πολέμησε στον Σαγγάριο ποταμό (1922) όπου και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και, ως εκ θαύματος, να σωθεί και να επιστρέψει στη μονάδα του στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε το πρώτο χρυσό αριστείο ανδρείας. Υπήρξε βαθιά βενιζελικός και αντιβασιλικός, πρωταγωνιστής στο κίνημα του 1935, οπότε, μετά την αποτυχία του, τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Ως βενιζελικό τον βρίσκουμε και στα Κεραμέ, χωριό του πατέρα του, αλλά και σε άλλα κοντινά χωριά της επαρχίας να ομιλεί στους κατοίκους και να προσπαθεί να τους πείσει να ακολουθήσουν τον μεγάλο οραματιστή πολιτικό.

Ανακαλείται στο στράτευμα με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο- όπου πήρε το δεύτερο χρυσό αριστείο ανδρείας, για τη συμβολή του στην κατάληψη του υψώματος Πόγραδετς στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, στις 11-2-1941, και επιστρέφει βαριά τραυματισμένος με επιπλέον τραύματα στο αριστερό πόδι και με σοβαρής μορφής κρυοπαγήματα, ώστε, έκτοτε, να περπατά με πολλή δυσκολία και μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού.

Μετά την κατοχή συνέχισε να πολεμά στην Πελοπόννησο, στα πιο μαύρα χρόνια που πέρασε ποτέ η Ελλάδα, κατά τον φοβερό εκείνο εμφύλιο, όταν, την 25 Απριλίου 1949, σφαίρα ελληνική του απέκοψε το νήμα της ζωής. 

Ειδικότερα, εντυπωσιακά στοιχεία στη ζωή τού ως άνω Γιώργη Αρετάκη είναι, οπωσδήποτε, ο απεριόριστος πατριωτισμός του, ο ένθερμος αρχικά βενιζελικός προσανατολισμός του, ενώ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945), αρνούμενος να παραδώσει τα όπλα και μη μπορώντας να διαφύγει στην Κρήτη- όπου τον περίμενε η γυναίκα του και το λατρεμένο του παιδί- ακολούθησε τον δρόμο της παρανομίας και πήρε το βουνό. Αλλά και η θρησκευτικότητά του είναι ένα ακόμα εντυπωσιακό κομμάτι της ζωής του Καπετάν Γιώργη Αρετάκη, την οποία θέριευαν, φαίνεται, οι τότε εξαιρετικά δύσκολες και ματωμένες καταστάσεις, τις οποίες βίωνε καθημερινά. Έτσι, στη μάχη του Σαγγάριου σφαίρα εχθρική που κατευθυνόταν στο μέρος της καρδιάς «μπλόκαρε», ναι μπλόκαρε- όπως αργότερα περιέγραφε ο ίδιος στη μάνα του- πάνω στο μεταλλικό άκρο εικόνας των Αγίων Αποστόλων που του είχε δώσει εκείνη φεύγοντας από το χωριό και την κρατούσε μόνιμα πάνω του ως φυλαχτό. Το θαύμα αυτό- όπως ο ίδιος το ονόμασε- τον ώθησε να ανεγείρει στο Σπήλι, με τη βοήθεια της μητέρας του αλλά και άλλων συγχωριανών, την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, στην Καλλεργιανή, για να θυμίζει στις κατοπινές γενιές τη θαυμαστή εκείνη σωτηρία του Σφακιανού. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στην εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι κάτοικοι του Πανωχωριού πανηγυρίζουν στο εκκλησάκι του Σφακιανού. Από μια τέτοια πανήγυρη μας διέσωσε τις όμορφες λαογραφικές αναμνήσεις της και η μακαριστή και πολυαγαπητή μας Ειρήνη Μπριλάκη- Καβακοπούλου («Επίκαιρες ηθογραφικές μνήμες από το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στο δροσόλουστο Σπήλι», Ρέθεμνος 15/16 Ιουλίου 2006)

Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία του αγαπημένου συγχωριανού του Στέλιου Κονσολάκη, ο Σφακιανός εμφανίστηκε στην εκκλησία της Παναγιάς, στο Πανωχώρι, την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου 1941, όταν είχε έλθει από την Αλβανία στη γενέτειρά του, για να τον δει η μητέρα του, ίσως, για τελευταία φορά. Πάλι, προφανώς, κάποιο νέο θαύμα θα είχε ζήσει, όπως και στον Σαγγάριο, κι εκεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου οι ήρωές μας πάλευαν νύχτα μέρα με τον Χάρο. Στηριζόταν, όπως πάντα, στο μπαστούνι του, φαινόταν πολυτραυματίας και τα πόδια του ήταν τυλιγμένα με πολλούς χοντρούς επιδέσμους και φαίνονταν πιο χοντρά- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονσολάκης- και από τη την ίδια τη μέση του. Στο μανίκι τού αριστερού του χεριού υπήρχαν πολλές διακρίσεις, τα λεγόμενα εμπόλεμα εξάμηνα, που ήταν ο χρόνος του στους πολέμους και στο δεξιό χέρι κρατούσε λαμπάδα ίση με το μπόι του! Πλησίασε στην εικόνα, άναψε τη λαμπάδα του και ύστερα περιέφερε το βλέμμα του και μας κοίταξε όλους με λαχτάρα έναν προς έναν στο πρόσωπο.

Ο συγγραφέας, Μανόλης Παντινάκης, στο βιβλίο του αυτό- παράλληλα προς τη βιογραφία του άνδρα- μας διασώζει και εξαιρετικά στοιχεία για τις κρίσιμες εκείνες ιστορικες περιόδους της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε για τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Τοπικής Ιστορίας και των ρεθεμνιώτικων, γενικότερα, γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ * * * Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ * Διεπιστημονική θεώρηση

 

 ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

 

Η  ΔΙΑΚΡΙΣΗ

Διεπιστημονική θεώρηση

 [Ηράκλειο Κρήτης 2024, σχ. 16ο (17 Χ 12), σσ. 240]

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

     

        Ομότιμος Καθηγητής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ο κ. Γεώργιος Ε. Κρασανάκης και πρώην Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής, είναι, σαφώς, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να διαπραγματευτεί και διαχειριστεί το «εν τω τίτλω», θέμα, της Διάκρισης, που αποτελεί καρπό- μαζί και με δεκάδες άλλα ψυχολογικά και παιδαγωγικά βιβλία- των πλούσιων και  πολύχρονων επιστημονικών σπουδών του σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του Εξωτερικού [Θεσσαλονίκης, Γενεύης, Παρισίων (Σορβόνης- Paris V)] και της επιτυχούς μακράς πανεπιστημιακής του διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια της Κρήτης και της Κύπρου.

        Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά, θεωρούμε, πρωτότυπο και ίσως και απρόβλεπτο για την επιστήμη της Ψυχολογίας, πάντως, ακραιφνώς μέσα στα διαφέροντά της (παρότι, ίσως, από κάποια σκοπιά, φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο την επιστήμη της θεολογίας και της Πατερικής Διδασκαλίας). Γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, και η συμπλήρωση του τίτλου με τον υπότιτλο του βιβλίου: «Διεπιστημονική θεώρηση».   

Η διάκριση, θεολογικά, θεωρήθηκε ανέκαθεν από τους Πατέρες της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα από τους νηπτικούς, ως η «πηγή καί ρίζα, ἡ μητέρα καί βασίλισσα πασῶν τῶν ρετν» που κοσμούν και χαρακτηρίζουν κάθε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Διάκριση (από το ρήμα διακρίνω) είναι η ικανότητα του ανθρώπου να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, να προφυλάσσεται, να ερμηνεύει και να κρίνει ορθά και με υψηλή ευαισθησία και συνειδησιακή προθετικότητα. Η διάκριση περικλείνει, γι’ αυτό, μέσα της όλη την oρθόδοξη πνευματικότητα και σοφία και αποτελεί την κορυφή της τελειότητας.

     Στο παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό βιβλίο ο αναγνώστης μπορεί να βρει πολλά θεωρητικά και εμπειρικά στοιχεία, τόσο από ψυχολογική όσο και από θεολογική άποψη, ικανά να τον βεβαιώσουν ότι πράγματι η διάκριση είναι μια μεγάλη αρετή, ένα ισχυρό πνευματικό φως, χάρη και χάρισμα και δύναμη ικανή να παράγει έργο καλό και αναγκαίο για την ομαλή ατομική και κοινωνική ζωή κάθε ανθρώπου.

     Όπως ο συγγραφέας διευκρινίζει, αφορμή και ώθηση προς συγγραφή του παρόντος, για τη «διάκριση», πονήματος έδωσε έρευνά του με «Ερωτηματολόγιο» σε προηγούμενο βιβλίο του, με θέμα την «Παρρησία». Και είναι γεγονός ότι η διάκριση, αυτή η σπουδαία και χρήσιμη αρετή, βοηθά, σε όποιον τη βιώνει ουσιαστικά, και την παρρησία, ώστε να γίνει πιο όμορφη και πιο αποδεκτή και να μην πληγώνει τον συνάνθρωπο. Και αυτό η διάκριση το κατορθώνει, γιατί είναι ευγενής και συνετή, είναι όραση και ενόραση, αίσθηση και συναίσθηση, διαύγεια πνεύματος και καθαρότητα σκέψης. Όταν είσαι “διακριτικός” διαθέτεις την ευγένεια στην πιο ιδανική της μορφή. Ο Απόστολος Παύλος με θαυμάσιους λόγους αναφέρεται και ορίζει την αρετή αυτήν στην Προς Κολασσαείς επιστολή του: «Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι». Με παρόμοιο τρόπο και ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός θα συμπληρώσει. η διάκριση είναι και λέγεται φως και γι’ αυτό πριν από κάθε λόγο και έργο έχομε ανάγκη απ’ αυτό το φως, για να μπορούμε να βλέπομε και να θαυμάζομε και για να πορευόμεθα με διαύγεια πνεύματος και καθαρότητα σκέψης.

Ο συγγραφέας αφού εξετάσει λεπτομερώς και διεπιστημονικά το θέμα του από κοινωνική, ψυχολογική και θεολογική άποψη προχωρεί σε μια μικρή έρευνα βάσει «Ερωτηματολογίου», με σκοπό, μετά τη θεωρητική να επιτύχει και την εμπειρική διαπίστωση της εφαρμογής της διάκρισης στις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων. Οπότε, το παρουσιαζόμενο βιβλίο αποτελεί έναν επιτυχημένο συγκερασμό τόσο του θεωρητικού όσο και του εμπειρικού στοιχείου επί του συγκεκριμένου θέματος.

     Τα αποτελέσματα της έρευνας μελετώνται σε τέσσερις κατηγορίες και αξιολογούνται ανάλογα:

1) Σε αυτούς που βιώνουν τη θετική μορφή της διάκρισης, 2) σε αυτούς που βιώνουν την αρνητική μορφή, 3) σε αυτούς που βιώνουν τη μικτή και 4) σε αυτούς που βιώνουν την ουδέτερη.

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό φίλο συγγραφέα κ. Γεώργιο Ε. Κρασανάκη και του ευχόμαστε να έχει δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Εκκλησίας και της Επιστήμης, όπου η μέχρι σήμερα συμβολή του είναι και ουσιαστική και μεγάλη.

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Εξισλαμισμοί- Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού κατά την Τουρκοκρατία (2)

 

Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες στην είσοδο του καθολικού της Ι. Μονής Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ, Ρεθύμνου (κλίτος Τιμίου Προδρόμου). Από το Αγιογραφείο της Ι. Μονής (1997).

 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

Εξισλαμισμοί-

Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού

κατά την Τουρκοκρατία (2)


 

        ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

              www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Συχνά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ένας Τούρκος που ήθελε μπορούσε πολύ εύκολα να εξαναγκάσει έναν γνωστό του χριστιανό σε εξισλαμισμό, μεταχειριζόμενος, συνήθως, τη συκοφαντία. τον συκοφαντούσε, δηλαδή, ότι ύβρισε τον Μωάμεθ ή ότι είπε, δήθεν, ότι θέλει να γίνει μουσουλμάνος. Συλλαμβανόταν, τότε, ο κατηγορούμενος, φυλακιζόταν και εάν δεν εκτελούσε τις σχετικές υποδείξεις για εξισλαμισμό, υποβαλλόταν σε συστηματικά βασανιστήρια και άλλες αποτρόπαιες πράξεις, που, συνήθως, έφταναν μέχρι και αυτόν τον μαρτυρικό θάνατο[1]. Έτσι προήλθε ο μεγαλύτερος αριθμός των νεομαρτύρων. Και είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 1794, που ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εξέδωσε το πρώτον το «Νέον Μαρτυρολόγιον», περιέλαβε σε αυτό εβδομήντα πέντε (ως τότε) ανέκδοτα μαρτύρια, καταχωρίζοντας ως «νεομάρτυρες» μόνον όσους άθλησαν από το 1453 και εξής[2].

     Τα σημειώνουμε όλα αυτά προκειμένου να δείξουμε το μέγεθος του τρόμου που καταπλάκωνε τους χριστιανούς των δύστηνων εκείνων χρόνων τής Τουρκοκρατίας «και των αφορήτων δυστυχιών και κολάσεων, ων υπέφερον»[3]. Από την άλλη μεριά, ο αγώνας και η αγωνία των υπόδουλων Κρητικών να διατηρήσουν, μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και τρομοκρατίας, αλώβητη την πίστη τους στον Χριστό και να μην εξισλαμιστούν, τους ωθούσε, δυστυχώς, σε αναγκαστική αλλοίωση του χαρακτήρα τους και σε υποκρισία, που, συχνά, κατέληγαν στον κρυπτοχριστιανισμό ή, το χειρότερο, στον εξισλαμισμό, γιατί έτσι μονάχα μπορούσαν να γλιτώσουν τη ζωή τους και την περιουσία τους.

   Ενδιαφέρον έχει το πώς αντιμετώπισε τους κρυπτοχριστιανούς το Πατριαρχείο. Για τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας η μοναδική μας πληροφορία προέρχεται από την παράδοση που καταγράφηκε, απ’ όσο γνωρίζουμε, για πρώτη φορά, το έτος 1868 από τον δημοσιογράφο Εμμανουήλ Βυβιλάκη της Αθήνας[4]. Σύμφωνα με αυτήν, κάποια στιγμή, οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη γνώμη τού Οικουμενικού Πατριάρχη, σχετικά με το κατά πόσον επιτρεπόταν ένας χριστιανός να γινόταν «επιφανειακά» μόνο και «κατ’ επίφασιν» μουσουλμάνος, αλλά μέσα του και «εν κρυπτώ» να συνεχίζει να έχει φόβο Θεού και να διατηρεί τη χριστιανική του πίστη και ελπίδα. Ο Πατριάρχης, επειδή, ίσως, και να φοβήθηκε μια πιθανή μαζική εξωμοσία τού χριστιανικού στοιχείου, απάντησε αρνητικά, αντιπροτείνοντας το γνωστό απόσπασμα του Ευαγγελίου: «ὅστις δ’ αν ἀρνήσηταί με έμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, αρνήσομαι καγώ αὐτὸν έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς»[5].

    Τότε οι Κρητικοί, πάνω στην αγωνία και απογοήτευσή τους και μην αντέχοντας άλλο τις διώξεις και τα μαρτύρια που υφίσταντο από τον κατακτητή, κατέφυγαν στον Πατριάρχη των Ιεροσολύμων Νεκτάριο  Πελοπίδα (1661- 1669), που ήταν Κρητικός στην καταγωγή, από το Βενεράτο του Χάνδακα[6]. Αυτός είδε το θέμα τού κρυπτοχριστιανισμού πιο συγκαταβατικά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και σύμφωνα με τη θεολογική αρχή τής «θείας οικονομίας», επιτρέποντας, δηλαδή, και δίδοντας το δικαίωμα στους χριστιανούς να αλλάξουν την πίστη τους «επιφανειακά» και «κατ’ επίφασιν» και αυτό, βέβαια, μόνον «εν αναποδράστω ανάγκη», θεωρώντας ότι και όσοι υπό τον φόβο των διώξεων θελήσουν να πιστεύουν και να ασκούν τον χριστιανισμό στα «κρυφά», θα μπορέσουν και αυτοί, τελικά, να επιτύχουν τη σωτηρία τους, εφόσον συνεχίζουν και τηρούν, κατά το δυνατόν, τις εντολές τού Κυρίου. Η απόφασή του, δηλαδή, υπήρξεν απόρροια της σκέψης του ότι «δυοίν κακοίν προκειμένοιν βέλτιστον το μη χείρον», ακολουθώντας παλιά τακτική τής Εκκλησίας , που είχε τηρήσει και ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας περί το έτος 1340, επιτρέποντας τον κρυπτοχριστιανισμό στους κατοίκους της τουρκοκρατούμενης Νικαίας της Μ. Ασίας[7].

    Άνοιξε, έτσι, η απόφαση αυτή τον δρόμο και έδωσε διέξοδο σε πολλούς χριστιανούς να στραφούν και να ακολουθήσουν τον κρυπτοχριστιανισμό, μοναδικό ανά τον κόσμο φαινόμενο, απόρροια των αφορήτων πιέσεων και των ατέλειωτων διωγμών που το υπόδουλο χριστιανικό στοιχείο, από την πρώτη, κιόλας, στιγμή, υφίστατο από τον βάρβαρο Τούρκο κατακτητή. Έγιναν, έτσι, «Λινοβάμβακοι» (ή Λινομπάμπακοι)- όπως ονομάζονταν οι κρυπτοχριστιανοί στην Κρήτη και την Κύπρο και η λέξη υπονοεί τη «διπλή ύφανση», λόγω της διπλής τους ταυτότητας. χριστιανικής και μουσουλμανικής. Ακούγονταν, επίσης, και ως Τουρκορρωμιοί, ενώ σε άλλες ελληνικές διαλέκτους ονομάζονταν και με άλλα παρόμοια συμβολικά ονόματα, όπως «Λαρδοκοφτήδες» (επειδή έτρωγαν χοιρινό κρέας), «Μέσοι» ή «Παράμεσοι», «δίπιστοι», «γυριστοί» ή «κλωστοί» (που στην ποντιακή διάλεκτο το ρήμα «κλώθω» σημαίνει γυρίζω), ενώ τους Τουρκοκρητικούς αρνησίθρησκους τους αποκαλούσαν «ξεσκούφωτους», «μπουρμάδες» και «μουρτάτες»[8].

       Η ζωή, βέβαια, αυτών των «κατ’ επίφασιν» μουσουλμάνων χριστιανών ήταν στο εξής ένα διαρκές συνειδησιακό μαρτύριο, όταν στα φανερά μεν αναγκάζονταν να εμφανίζονται ως ο Mαχμούτ αγάς ή ο Αλής, στα κρυφά δε ως ο χριστιανός Nικόλαος ή ο Ηλίας[9] ή όταν όλη την ημέρα τους έβλεπες με πόνο ψυχής να κρατούν στα χέρια τους και να «διαβάζουν», τάχατες, το κοράνιο, ενώ τη νύκτα ξεκλείδωναν στα κρυφά και ξέχωναν από τα βάθη της κασέλας του σπιτιού τους και με δάκρυα στα μάτια διάβαζαν το ιερό Ευαγγέλιο (!). Μηχανεύονταν, επίσης, χίλιους τρόπους, από τη μια να τηρούν το τυπικό της χριστιανοσύνης και από την άλλη να φυλάγονται μήπως και αποκαλυφτούν. Φανερά στο Ισλάμ και κρυφά στην Ορθοδοξία! Όμως, την πιο μεγάλη οδύνη και συναισθηματική φόρτιση ένιωθαν όταν επέστρεφαν στο σπίτι τους από το τζαμί και με συγκίνηση και αβάστακτες για τον «κατ’ επίφασιν» εξισλαμισμό τους τύψεις, ξέχωναν από τα αμπάρια τους τις κρυμμένες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, άναβαν το καντήλι και το θυμιατό και τις θυμιάτιζαν, ζητώντας μέσα από βαθιά και έμπονη προσευχή, ευλάβεια και κατάνυξη το έλεος και τη συγχώρεση του Θεού.

 



             [1] Άμαντος, Κωνσταντίνος, «Νεομάρτυρες», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Δ΄, Εν Αθήναις 1953-54: 163.

                  [2] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, 19613: 301.

                  [4]  Βυβιλάκης Εμμανουήλ, εφημ. Ραδάμανθυς (Αθηνών), 23 Μαρτίου 1868.

                  [5]  Μάρκου ι΄, 33.

                  [6] «Τρόφιμος δε της αυτής Σχολής εγένετο και ο εκ Βενεράτου του Χάνδακος Νικόλαος Πελοπίδας (1602-1680), ο μετονομασθείς είτα, ως κληρικός, Νεκτάριος, Νεκτάριος ο σοφώτατος διά την σοφίαν αυτού επονομαζόμενος» (Εμμανουήλ Γ. Παντελάκης, «Το Σινά και η Κρήτη», Επετηρίδα Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τόμ. Α΄, Αθήνα 1938, σ. 173).

                   [7] Χρυσουλίδου, Κυριακή, Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, Θεσσαλονίκη   2008: 27.

                   [8] Ψιλάκης, Βασίλειος, Ιστορία της Κρήτης, τ. Δ΄, χ.χ., 49.

                   [9] Συνήθως, διάλεγαν συγγενικά προς το χριστιανικό τους όνομα ονόματα: Αλής- Ηλίας, για να διατηρούν, προφανώς, μέσα τους την ανάμνηση της αληθινής τους ελληνοχριστιανικής ταυτότητας.