π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ * * * ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥ ΣΤΕΝΟΥ

 


π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

 

 

ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥ ΣΤΕΝΟΥ

[Αθήνα 2021, σχ. 8ο (21Χ14), σσ. 250]

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

    Ο π. Ανδρέας Ηλ. Μαμαγκάκης, Ρεθεμνιώτης από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, είναι συνταξιούχος θεολόγος και δραστηριοποιείται στην Αθήνα ως ιερεύς του ι. ναού του Αγίου Διονυσίου, της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και το «Ρέθυμνο του Ονείρου και τη Νοσταλγίας», με αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, εδώ στο Ρέθυμνο, των δεκαετιών 1950- 60. Το προτελευταίο (6ο στη σειρά) βιβλίο του έφερε τον εντυπωσιακά αλληγορικό τίτλο: «Οι τελευταίοι άγγελοι της Σμύρνης και οι Κυρίες με τα μαύρα» και το είχαμε παρουσιάσει το 2019.

  Σήμερα επανέρχεται στην επικαιρότητα με μιαν όλως καινούρια, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μυθιστορία του υπό τον εντυπωσιακό τίτλο «Οι κορυφαίοι του Μακρύ Στενού». Ο Ρεθυμνιώτης αναγνώστης σίγουρα θα παραξενευτεί και θα διερωτηθεί μέσα του, σαν δει τον τίτλο, ποιοι, αλήθεια, να ήταν αυτοί οι μεγάλοι, οι «κορυφαίοι» του… Μακρύ Στενού της πόλης μας.

  Και πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει, για όχι μία ή δύο αλλά για τρεις μορφές που μεγάλωσαν και έζησαν για αρκετά χρόνια στο Μακρύ Στενό και με τα έργα τους δόξασαν, στη συνέχεια, και λάμπρυναν το Ρέθυμνο από το δικό της η κάθε μια μετερίζι. Τη ζωή των ανδρών αυτών ο π. Ανδρέας μάς παρουσιάζει με μια μυθιστορία γεμάτη αγάπη για τον γενέθλιο τόπο και πλούσιες χωροταξικές και λοιπές πληροφορίες σχετικές με πρόσωπα της εποχής, δρόμους και μέσα μεταφοράς και άλλα εθιμικά του τόπου του στοιχεία. Μια μυθιστορία με αληθινά πέρα ως πέρα, στη ρίζα τους, τα καταγραφόμενα γεγονότα- περιπλεγμένα, όμως, γερά με την αχλύ του μυθιστορηματικού στοιχείου- προερχόμενα από προσωπικές τού συγγραφέα τους εμπειρίες, που διαβάζεται ευχάριστα και προσφέρει πλούσιες γνώσεις γύρω από το παλιό, της δεκαετίας του ’20, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και το νεότερο, της δεκαετίας του ’60, Ρέθυμνο.

   Ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του έργου του κρατά μυστικά τα ονόματα των ηρώων του και αναφέρεται σε αυτούς με μόνο το μικρό όνομά τους,  που, πάντως, και από αυτό μόνο, για τους «υπόψιασμένους» Ρεθεμνιώτες, δεν είναι καθόλου δύσκολο να ανακαλύψουν την πλήρη ταυτότητα τους, την οποία, πάντως, κάποια στιγμή και προς το τέλος του μυθιστορήματός του, το κάνει αυτό και από μόνος του ο συγγραφέας, σημειώνοντας τα πλήρη ονόματά τους: Αντρέας Ροδινός, λυράρης, που λάμπρυνε, παρά το σύντομο της ζωής του, το μουσικό στερέωμα της Κρήτης, Νίκος Μαμαγκάκης, μουσουργός πανελληνίου βεληνεκούς, συνθέτης της μουσικής των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου (1972), του «Ηφαιστείου» (1966) και του «Ήλιου του  Θανάτου» του Π. Πρεβελάκη και τόσων άλλων μουσικών έργων, από τους μεγάλους της ελληνικής μουσικής σκηνής, που άφησε έργα αθάνατα στην ελληνική και παγκόσμια μουσική βιβλιοθήκη και ο συνομήλικός μας Δημήτρης Κοκολάκης από τους κορυφαίους Έλληνες μπασκετμπολίστες, με ύψος που θα πλησίαζε τα δυο μέτρα και δέκα εκατοστά, που για μια δεκαετία μεσουράνησε σε όλα τα ελληνικά και ξένα γήπεδα με την Εθνική.

  Και οι τρεις- όπως ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά- υπήρξαν κορυφαίοι και μεγάλα ονόματα στο πόστο του ο καθένας. Ο πρώτος απείχε χρονικά από τους δυο τελευταίους σαράντα περίπου χρόνια. Και το πιο παράδοξο σε αυτήν την μυθιστορία είναι ότι και οι τρεις υπήρξαν μεταξύ τους συγγενείς, μεγάλωσαν στο Μακρύ Στενό ή, επισήμως, στην οδό Νικηφόρου Φωκά, πράγμα για το οποίο καμάρωναν και καυχιόνταν σε όλη τους τη ζωή. Δόξασαν το Μακρύ Στενό και το Ρέθεμνος, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν και τα χωριά τους, το Αρχοντοχώρι (Ατσιπόπουλο) και το Φραντεσκοχώρι (Φρατζεσκιανά Μετόχια).

     Και ο συγγραφέας θα γράψει επιλογικά. όσοι προσπάθησαν να γράψουν γι’ αυτούς, και ειδικά για τον μακαρίτη τον Αντρέα Ροδινό, δεν μπόρεσαν παρά ελάχιστα. Άραγε, το Ρέθυμνο και το Μακρύ Στενό συνεχίζουν να ενθυμούνται και να αγαπούν τα εύοσμα αυτά άνθη που δόξασαν την πόλη του Μαρίνου και του Εμμανουήλ Τζάνε, των επιλεγομένων Μπουνιαλή; Και καταλήγει με θλίψη ο συγγραφέας. η Μεσαμπελίτισσα που σκεπάζει τους δύο από αυτούς, αυτή το ξέρει...

Ο π. Ανδρέας Μαμαγκάκης είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων και γι’ αυτό το νέο πόνημά του. Ζει και εργάζεται μόνιμα στον Πειραιά, αλλά δεν ξεχνά τον και τόπο του, το χωριό του, την παλιά του γειτονιά και τους ανθρώπους της. Έχει βαθιά μέσα του τη συναίσθηση της ευθύνης που τον βαραίνει. Ο κίνδυνος της λησμονιάς είναι που προσμετρά περισσότερο στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε και γι’ αυτήν τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του.


ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΕΘΕΛΟΘΥΣΙΑ * * * (8 και 9 Νοεμβρίου 1866)

 


                             ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ 

ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΕΘΕΛΟΘΥΣΙΑ

  (8 και 9 Νοεμβρίου 1866)

 


    ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Η επανάσταση του 1866 αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο του κρητικού ζητήματος, που ήταν ζήτημα «κατ’ εξοχήν» εθνικό. Ο κρητικός λαός αισθανόταν έντονη την ανάγκη να ενωθεί αδιάσπαστα με τη μητέρα Ελλάδα, με την καρδιά που θα του έδινε το απαραίτητο για την επιβίωσή του αίμα.

    Η Κρήτη, αν και είχε λάβει ενεργό μέρος στην Επανάσταση του ελληνικού Έθνους στα 1821, και παρά τους μετέπειτα αγώνες της, δε μπόρεσε, δυστυχώς, ως τα 1866, για λόγους ευρωπαϊκής, κυρίως, πολιτικής, να κερδίσει την πολυπόθητη λευτεριά της. Έτσι, φτάνουμε στη μεγαλειώδη Κρητική Επανάσταση του 1866-69. Το Αρκάδι, το μοναστήρι σύμβολο, θρύλος και δόξα, αποτελεί το αποκορύφωμά της.

     Το Αρκάδι σήμερα φαίνεται να βουλιάζει αναπαυμένο στη δόξα του σε χώρο άγριο ανάμεσα σε δάση, βουνοκορφές και φαράγγια ζαλιστικά. Χτίστηκε στα χρόνια του Αυτοκράτορα Ηρακλείου. Ένα βενετσιάνικο χρονικό μιλά για τους τριακόσιους καλόγερούς του και κάποιο άλλο για τα εξαίρετα κρασιά του που φυλάγανε οι μοναχοί στα κελάρια του. Σε Πατριαρχικό Σιγίλιο του 1849 το Αρκάδι μνημονεύεται ως Σταυροπηγιακό. Η παράδοση πως το μοναστήρι χτίστηκε από τον παλιό Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο ελέγχεται ως ανακριβής, ενώ το σωστό είναι ότι ιδρύθηκε από κάποιο Αρκάδιο, μοναχό.

     Μα καιρός είναι, νομίζω, να παρακολουθήσουμε από κοντά τα μεγάλα γεγονότα των ημερών εκείνων, που παρόμοιά τους σπάνια έχει να επιδείξει η ιστορία των λαών.

     Το πρωινό εκείνο της 8ης Νοεμβρίου 1866 οι ελάχιστοι υπερασπιστές του μοναστηριού αντίκρισαν το μέγα πλήθος του τούρκικου στρατού να πλησιάζει ακάθεκτο σε δύο φάλαγγες η μία από την περιοχή του χωριού Καβούσι και η άλλη από την περιοχή του χωριού Σκουλούφια, δυτικά του μοναστηριού. Οι δύο αυτές θέσεις, δυστυχώς, δε στάθηκε δυνατόν εξαρχής να οχυρωθούν ικανοποιητικά από τις δυνάμεις των χριστιανών, η μεν πρώτη, γιατί έφτασε είδηση που καλούσε τους οπλοφόρους να εμποδίσουν τον εχθρό σε άλλη περιοχή, τα δε Σκουλούφια, γιατί οχυρώθηκαν με ελάχιστες δυνάμεις.

Ηγούμενος Γαβριήλ
       Τη στιγμή εκείνη της εμφάνισης του εχθρού οι πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα παρακολουθούσαν με ευλάβεια τη θεία λειτουργία. Έφταναν ήδη στον Απόστολο της ημέρας, που ήταν της εορτής των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ: «όπου επισκιάσει η χάρις σου, Αρχάγγελε, εκείθεν του διαβόλου διώκεται η δύναμις… Δι’ ο αιτούμεν σε τα πυρφόρα αυτού βέλη τα καθ’ ημών κινούμενα απόσβεσον...». Με τον ερχομό της είδησης όλοι τους αναστατωμένοι τελειώνουν εσπευσμένα τη θεία Λειτουργία και βγαίνουν έξω από την εκκλησία. Οι σκοποί με όση δύναμη έχουν αρχίζουν να φωνάζουν ομαδικά: «στ’ άρματα παιδιά !! στ’ άρματα !!». Κατόπιν ο σαραντάχρονος μόλις και μεγαλοπρεπέστατος στην εμφάνιση Ηγούμενος Γαβριήλ απευθύνεται στο λαό με τούτα τα γεμάτα ηρωισμό και ευλάβεια λόγια: «παιδιά μου, κατά το ιερό μας Ευαγγέλιο θάνατος δεν υπάρχει αλλά μετάβαση στους ουρανούς. Ας πολεμήσουμε, λοιπόν, ηρωικά, με πνεύμα αυτοθυσίας και ας οδεύσουμε στον Πλάστη μας με πρόσωπο καθαρό. Ζήτω ο πόλεμος ! Ζήτω η λευτεριά !».

     Τις τελευταίες ζητωκραυγές, πήραν, στη συνέχεια, στο στόμα τους οι πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα κι ένα παράξενο πανηγύρι ξέσπασε ανάμεσά τους.


      Ο φρούραρχος του μοναστηριού ανθυπολοχαγός πεζικού Δημακόπουλος Ιωάννης, από τις Καλάμες της Μεσσηνίας, με φωνή επιβλητική από συγκίνηση και αποφασιστικότητα συμπληρώνει: «θα πολεμήσουμε ως άντρες για την πίστη και την πατρίδα» και συνεχίζει: «στις θέσεις σας πολεμιστές, στις θέσεις σας παιδιά!».

    Τρέχουν αμέσως όλοι τους και καταλαμβάνουν τις προκαθορισμένες για κάθε πολεμιστή θέσεις, γύρω από το τείχος του μοναστηριού καθώς και στις πόρτες και στα παράθυρα.

    Ο Ηγούμενος Γαβριήλ που έχει το γενικό πρόσταγμα, αεικίνητος όπως είναι τρέχει και προφταίνει τα πάντα. και η θέα του μόνη εμπνέει αυτοπεποίθηση. Ο λόγος του εμψυχώνει και αναπτερώνει το πάντοτε ακμαίο φρόνημα των αγωνιστών. Είναι, γενικά, ο παρήγορος άγγελος όλων ανεξαιρέτως των υπάρξεων που είχαν κλειστεί στο τιμημένο μοναστήρι.

   Μαζί του, παράλληλα, ακουγόταν και η ενθαρρυντική φωνή του ανθυπολοχαγού Ιωάννη Δημακόπουλου, που παρότρυνε σταθερά σε αυτοθυσία, με τους γενναίους βοηθούς του, τον επιλοχία Χριστοφίδη και τον ανθυπασπιστή  Λοντόπουλο και την υπέροχη εκείνη ηρωίδα, τη σεβάσμια «Χριστομάνα», όπως την ονομάζει ο Δημακόπουλος, Χαρίκλεια Δασκαλάκη, από την Αμνάτο. Λέγεται, μάλιστα, ότι μεταξύ άλλων ενασχολήσεων της τελευταίας ήταν και να εφοδιάζει τους μαχητές με κρεμμύδια, για να κρυώνουν με αυτά τα πυρακτωμένα τους όπλα. Ακόμα, με κίνδυνο της ζωής της, τους μετέφερε και πολεμοφόδια, τρόφιμα και νερό και δεν παρέλειπε να τους μεταδίνει από τον άμετρο πατριωτισμό, από το θάρρος και τη φλόγα που θέρμαιναν τα αδάμαστα στήθια της, παρηγορώντας και στηρίζοντας μ' όλες της τις δυνάμεις τον πανίερο αγώνα.

     Ο Μουσταφά πασάς δεν αποσώνει στο Αρκάδι. Τσαντηρώνει με την ακολουθία του στο άδειο αρχοντικό του Ν. Νταμπέργα, στη Μέση. Τις επιχειρήσεις διευθύνει ο γαμπρός του Σουλεϊμάν Βέης. Τρεις φορές ο Σουλεϊμάν, προτού αρχίσει η επίθεση, καλεί με τουρκοκρητικό κήρυκα, από τον παρακείμενο λόφο του Κορέ, τους αγωνιστές του μοναστηριού να παραδοθούν. Τους υποσχόταν την ασφάλεια της ζωής τους και της Μονής, αν παραδίνονταν ειρηνικά, διαφορετικά ήταν υποχρεωμένος να αρχίσει "πυρ" εναντίον τους. Η ψυχρή λογική έλεγε ότι θα δέχονταν τις προτάσεις αυτές, από τη στιγμή που οι υπερασπιστές του μοναστηριού διέθεταν μόλις 257 μάχιμους άνδρες, από τους 964 (παιδιά, γυναίκες, μοναχούς) που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι, ή, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, 250 μάχιμους άνδρες και 1.500 γυναικόπαιδα.

     Αντίθετα, απ’ έξω το τουρκικό ασκέρι άγγιζε τους 20.000 άνδρες: 15.000 πεζικό, 2 πεδινά πυροβόλα, 2 πεδινές πυροβολαρχίες και αρκετό ιππικό, σύνολο 20.000 περίπου άνδρες, Ασιάτες, Αιγύπτιοι, Αλβανοί και αρκετές χιλιάδες Τουρκοκρητικοί.

Χαρίκλεια Δασκαλάκη

     Οι μαχητές, όμως, του Αρκαδιού απορρίπτουν αμέσως τις δελεαστικές προτάσεις των Τούρκων, γιατί απλούστατα σκεφτόντουσαν με την καρδιά που την κατεύθυνε το ηρωικό πνεύμα και είχαν πάρει την αμετάκλητη απόφασή τους να αμυνθούν και να αποκρούσουν τους Τούρκους, ακόμη και αν η περίσταση απαιτούσε να θυσιαστούν για χάρη της πατρίδας όλοι τους μέχρις ενός. Τούτο και η θρυλική Δασκαλοχαρίκλεια, αυτή η περίφημη Μπουμπουλίνα του Αρκαδιού, δεν έπαυε να το κραυγάζει ψηλά πάνω από τα τείχη:

«... στους Καπετάνιους φώναζε να μην παραδοθούνε,

να μην πιαστούν αιχμάλωτοι,  κάλιο να σκοτωθούνε ...».


      Ο Σουλεϊμάν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η χούφτα αυτή των κρητικών πολεμιστών του Αρκαδίου θα επέμενε μέχρι τέλους να πολεμήσει. Περίμενε πως στο τέλος θα «λογικεύονταν» και θα παραδινόταν χωρίς καν μάχη, ειρηνικά. Όμως, οι σκέψεις του δεν βγήκαν αληθινές. Οι υπερασπιστές του μοναστηριού επέμειναν στην απόφασή τους. Έτσι, αναγκαστικά τώρα ο Σουλεϊμάν προχωρεί στο σχέδιο του. Διατάζει επίθεση που την υποστηρίζουν 30 ορειβατικά πυροβόλα.

     Στις 8 του Νοέμβρη εξαπολύονται από τους Τούρκους αλλεπάλληλες επιθέσεις που αποκρούονται όλες αποτελεσματικά. Οι απώλειες των Τούρκων είναι πολύ βαρύτερες, γιατί έκαναν τις επιθέσεις τους ακάλυπτοι, ενώ οι υπερασπιστές του μοναστηριού, που αμύνονταν, είχαν ελάχιστες απώλειες, γιατί προστατεύονταν από το τείχος. Ακόμα, τα ολόσωμα βλήματα του πυροβολικού, τα οποία είχαν βάρος τρία μέχρι και εφτά κιλά, δεν έφερναν καμιά απολύτως φθορά στο τείχος της μονής.

     Τα αποτελέσματα της πρώτης μέρας είναι για τους Τούρκους αποκαρδιωτικά, που, με μία δύναμη 20.000 ανδρών, δεν καταφέρνουν να συντρίψουν την ολιγάριθμη φρουρά του Αρκαδιού, και, επιπλέον, έχουν σοβαρές απώλειες σε τραυματίες και νεκρούς. Παρόλα αυτά, κατορθώνουν να κυριεύσουν τους στάβλους και τον ανεμόμυλο, την πρώτη αμυντική θέση του μοναστηριακού συγκροτήματος. Τα κτίσματα αυτά έγκαιρα είχε συμβουλεύσει τους χριστιανούς ο Γενικός Αρχηγός Πάνος Κορωναίος να τα γκρεμίσουν, για να μη χρησιμοποιηθούν από τους Τούρκους ως προμαχώνες, καθώς ακόμα και να μαζέψουν μέλισσες, για να τις εξαπολύσουν την κατάλληλη στιγμή ενάντια στον εχθρό. Κανένας, όμως, δεν τον άκουσε τότε. Πάντως, κι έτσι, και έχοντας τα κτίσματα αυτά και μέχρι να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, προσέφεραν στους πολιορκούμενους του μοναστηριού κάποια σημαντική ανακούφιση, αφού εφτά μόλις γιγαντομάχοι Κρητικοί, που είχαν κλειστεί μέσα στον ανεμόμυλο, προξένησαν στις τάξεις του εχθρού την πιο μεγάλη φθορά, μέχρι το βράδυ που όλοι τους έπεσαν ηρωικά.

Πάνος Κορωναίος

      Με το πέσιμο της νύχτας οι πολιορκούμενοι μπαίνουν στον Ιερό Ναό, γονυπετούν μπροστά στις άγιες εικόνες και κάνουν παράκληση προς τον Ύψιστο Θεό, στο τέλος της οποίας ορκίζονται όλοι μαζί ομόφωνα -άνδρες γυναίκες και καλόγεροι- μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής, τον παρακάτω όρκο: «ορκιζόμεθα εν ονόματι της πίστεως και της πατρίδος ν’ αποθάνωμεν άπαντες υπέρ της ελευθερίας της φίλης ημών πατρίδος». Στη συνέχεια συγκροτείται πρόχειρο πολεμικό συμβούλιο και αποφασίζεται να σταλούν αμέσως μαντατοφόροι στον Κορωναίο, ο οποίος περιόδευε από μέρες στις επαρχίες Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου, με σκοπό τη συγκέντρωση ενισχύσεων. Το πρώτο μήνυμα υπογράφουν ο Γαβριήλ, ο φρούραρχος Δημακόπουλος, οι καπεταναίοι και τα μέλη της επιτροπής που είχαν μείνει να πολεμήσουν. Το δεύτερο, πιο λακωνικό, υπογράφεται από τον Ηγούμενο και τον Δημακόπουλο. Το παραθέτουμε κατά λέξη:

                                 Προς τον κύριον Πάνο Κορωναίο

Συνταγματάρχην

και Γενικόν Αρχηγόν,

όπου ευρίσκεται

Γενναιότατε Αρχηγέ Π. Κορωναίε, προφθάσατε μιαν ώραν ταχύτερον, διότι μας έκλεισε και τακτικός και άτακτος στρατός πολύς.

Εν τη Ιερά Μονή Αρκαδίου την 8 Νοεμβρίου 1866.

     Τον επικίνδυνο ρόλο του νυχτερινού ταχυδρόμου σηκώνουν εθελοντικά στους ώμους τους οι οπλαρχηγοί ιερέας Νικόλαος Κοκκινίδης ή Πάπα Κρανιώτης (γιατί ήταν από τα Κράνα του Μυλοποτάμου), Ι. Κούβος κι ο Αδάμ Παπαδάκης ή, συνηθέστερα, Αδαμάκης (από το Πίκρι Ρεθύμνου). Ντύνονται τούρκικα ενδύματα, τους κατεβάζουν με σχοινιά από το παράθυρο που ήταν πάνω από τη μικρή πόρτα του νότου και, προσποιούμενοι τους Τούρκους, περνούν από τις τάξεις του εχθρού και κατορθώνουν να πραγματοποιήσουν την αποστολή τους.

                      Ήταν αμέτρητ’ η Τουρκιά ’πόξω στο μοναστήρι,

όταν κατέβηκ’ ο Αδάμ από το παραθύρι.

Ήβαλε το σαρίκιν του κι επήρε το τουφέκι,

και τσι εχθρούς ξεγέλασε μ’ ένα «σελαμαλέκι».


      Οι δύο πρώτοι μαντατοφόροι, παπα-Κρανιώτης και Κούβος, δεν τα καταφέρνουν να επιστρέψουν στο μοναστήρι, λόγω της μεγάλης απόστασης που είχαν να διανύσουν (παπα-Κρανιώτης), αλλά και γιατί έγιναν αντιληπτοί και καταδιώχτηκαν από τους Τούρκους (Κούβος). Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι και ανέβαλαν να θυσιαστούν για χάρη της πατρίδας, γιατί μετά από λίγο ο μεν παπα-Κρανιώτης έπεφτε νεκρός σε μάχη στο Μυλοπόταμο, ενώ ο Κούβος, την επόμενη κιόλας ημέρα, συλλαμβανόταν αιχμάλωτος των Τούρκων. Μόνο ο Παπαδάκης, πάντως, τα καταφέρνει να επιστρέψει στο μοναστήρι, τα μεσάνυχτα κιόλας της ίδιας νύχτας, φέρνοντας στον Ηγούμενο την απάντηση του Αρχηγού.

      Αναμφισβήτητα ο Παπαδάκης είναι ο ηρωικότερος των ηρώων του αρκαδικού δράματος, γιατί με τη θέλησή του, ενώ είναι ελεύθερος, μακριά από την κόλαση της φωτιάς και έξω από τον ανοιχτό τάφο όπου τον περιμένει, όμως βαδίζει σταθερά και αποφασιστικά προς αυτόν και, μάλιστα, προχωρώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο!

   Και να η απάντηση του Αρχηγού, που έφερε στον ηγούμενο Γαβριήλ ο ήρωας Αδάμ Παπαδάκης: «θέλομεν πράξει παν το δυνατόν όπως έλθωμεν εις βοήθειάν σας, αλλά μη όντες εις θέσιν να σας βεβαιώσωμεν περί τούτου, πράξατε ό,τι η συνείδησίς σας υπαγορεύει».

     Ο Μουσταφά-πασάς, κατά την ίδια εκείνη νύχτα της 8ης προς την 9η Νοεμβρίου, δεν μπορεί να ησυχάσει. Αφού διαπίστωσε πως τα βλήματα του ορειβατικού πυροβολικού ήταν ανίσχυρα να γκρεμίσουν τα τείχη του μοναστηριού, αποφασίζει να μεταφέρει από τη Φορτέτζα Ρεθύμνου ένα εξαιρετικά μεγάλο κανόνι, την «Μπουμπάρδα Κουτσαχείλα». Η επιχείρηση αυτή δεν ήταν καθόλου εύκολη, γιατί το κανόνι αυτό είχε εξαιρετικά μεγάλο βάρος. Μόνο το κάθε βλήμα του ζύγιζε 57 κιλά! Για τη μεταφορά της Μπουμπάρδας, καθώς και των βλημάτων της, διατέθηκαν 500 άνδρες και πάρα πολλά μουλάρια.

     Ξημερώνει πια η δεύτερη μέρα της πολιορκίας. Το ημερολόγιο δείχνει 9 Νοεμβρίου 1866. Ημέρα Τετάρτη. Οι υπερασπιστές του Μοναστηριού διατηρούν άκαμπτο το φρόνημά τους. Η απόφασή τους να φτάσουν ακόμα και μέχρι τον θάνατο ήταν οριστική και αμετάκλητη.

     Το βαρύ πυροβολικό, που τη νύχτα εκείνη είχε τοποθετηθεί σε απόσταση 47 μέτρων από το Μοναστήρι, άρχισε να σφυροκοπά με τα βαριά βλήματά του την ξύλινη δυτική πύλη, τη λεγόμενη Χανιώτικη Πόρτα. Ταυτόχρονα, τα 26 ορειβατικά πυροβόλα «ξερνούν» κυριολεκτικά τα βόλια τους κατά του μοναστηριού. Αλλά και το πεζικό αδειάζει με τα όπλα του πυκνότατα πυρά. Κύρια προσπάθεια των Τούρκων είναι να καταστραφούν με το βαρύ πυροβολικό τα σιδερωμένα θυρόφυλλα της Χανιώτικης Πόρτας (Δ. Πύλης) και απ’ αυτήν, στη συνέχεια, να χυθούν μέσα στο ιερό μοναστήρι.

       Και το κακό δεν καθυστερεί να έλθει με τη βοήθεια της «Μπουμπάρδας». Μεγάλες τρύπες ανοίγονται στα τειχιά και η πόρτα γίνεται ετοιμόρροπη. Οι άοπλοι υπερασπιστές ρίχνονται σ’ έναν τιτάνιο, γεμάτο λύσσα, αγώνα. Προσπαθούν, για μια τελευταία φορά, ν’ απομακρύνουν τον κίνδυνο. Βάζουν ό,τι πρόχειρο έβρισκαν μπροστά τους, για να στηρίξουν την ετοιμόρροπη Δυτική Πύλη. Κι αυτά τα μικρά παιδιά αγωνίζονται και συμμετέχουν σε μιαν έσχατη προσπάθεια επιβίωσης. Σακιά γεμάτα σιτηρά, πέτρες, σιδερικά, όλα τοποθετούνται από πίσω. Όλα, όμως, υποχωρούν και μαζί τους και η τελευταία προσπάθεια και ελπίδα των υπερασπιστών του μοναστηριού.

     Οι αγωνιστές πολεμούν γενναία, μαζί τους και οι γυναίκες και τα παιδιά, και πρώτοι-πρώτοι ο Γαβριήλ, ο Δημακόπουλος, ο Χριστοφίδης, ο Λοντόπουλος, ο Χριστοδ. Νταμουλής, η Δασκαλάκαινα, ο Εμμανουήλ Σκουλάς, ο Περβολιανός Εμμ. Παχλάς -με τους συγχωριανούς του Κων. Λαγουδάκη, Κων. και Βασ. Αθανασάκη και Μαν. Τζουστάκη- ο Ολύμπιος, ο  Γαληνάκης, ο Ιω. Σωπασής (Κούβος), Ντελής Δράκος, ο Ν. Βενιανάκης. Όλοι τους ρίχνονται σε έναν υπεράνθρωπο αγώνα. Όμως, τώρα πια, η νίκη βρίσκεται πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες!!...

     Ακολουθούν τρεις ακόμα λυσσαλέες προσπάθειες δύο ταγμάτων αιγυπτιακού στρατού. Οι δύο πρώτες αποκρούονται με εξαιρετικό ηρωισμό και θάρρος από τον Δημακόπουλο και τα γύρω του παλικάρια. Η τρίτη, όμως, θάταν τώρα πιά γύρω στις τέσσερις η ώρα το απόγευμα, δεν αναχαιτίζεται. Ξέφρενα πλήθη Τούρκων στρατιωτών διψασμένα για αίμα γεμίζουν τον περίβολο του μοναστηριού. Η ατμόσφαιρα, τη στιγμή αυτή, κυριολεκτικά συγκλονίζεται. Ο αγώνας πια μεταβάλλεται σ’ αγώνα σώματος προς σώμα και τα σπαθιά και τα κρητικά μαχαίρια, αλλά ακόμα και τα ξύλα και οι πέτρες, αντικαθιστούν τα όπλα.

                          Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσο φωνοκλήσι

Ετούτ’ η ώρα θ’ ακουστεί σ’ ανατολή και δύση.

        Ο εντελώς άνισος αγώνας, που κράτησε δύο ολάκερες μέρες, είχε τώρα πια κριθεί οριστικά. Νικητές φαινομενικά είναι οι Τούρκοι, μα τη στιγμή ακριβώς εκείνη η ηρωική κι αδούλωτη κρητική ψυχή ξεσηκώνεται. Αφού αλλιώς δεν μπορεί ν’ απολυτρωθεί από τη δουλεία της ύλης και του εξευτελισμού προτιμά να πετάξει με τους καπνούς και τις φλόγες του Αρκαδιού που καίγεται στ’ αθάνατα άντρα της δόξας και του αιώνιου μεγαλείου.

Ο Πυρπολητής Κωστής Γιαμπουδάκης

      Στη Β.Α. πλευρά του Μοναστηριού βρισκόταν η κρασαποθήκη που, προσωρινά, είχε μετατραπεί σε Μπαρουταποθήκη. Ο ήρωας Κωστής Γιαμπουδάκης, από το Άδελε, αφού διαπίστωσε ότι ελπίδα σωτηρίας δεν υπήρχε πια, πήρε τη μεγαλειώδη, την τιτανική του απόφαση! Ναι!! τ’ αποφάσισε!!... Θ’ ανατίναζαν τη Μπαρουταποθήκη του μοναστηριού! Γιατί το Αρκάδι ναι μεν δεν ήταν οχυρό ικανό για ν’ αμυνθεί, ήταν όμως βωμός θυσίας μοναδικός, απαράμιλλος για τη θεά Ελευθερία.

      Στάθηκε, την ύστατη τούτη στιγμή, μπροστά στην πόρτα της Μπαρουταποθήκης και φωνάζει σ’ όλους δυνατά τον πιο υπέροχο ύμνο της αθανασίας: «όσοι προτιμάτε το θάνατο απ’ την ατίμωση, μπείτε μέσα στην Μπαρουταποθήκη. Οι άλλοι να βγείτε όξω. Κανένα σας δεν θέλω να πάρω στο λαιμό μου!». Την ουρανία τού ήρωα κραυγή άρπαξε ένα μικρό κοριτσάκι, που περιδιαβαίνει τρέχοντας την αυλή του μοναστηριού με τα ίδια περίπου λόγια: «Όποιος θέλει να ’ρθει στο λαγούμι…». Όσοι βρέθηκαν κοντά και γύρω από την αποθήκη και άκουσαν τα όσα είπε ο Γιαμπουδοκωστής και επανέλαβε, στη συνέχεια, το κοριτσάκι, έτρεξαν και κλείστηκαν στον τόπο της εθελοθυσίας και της τιμής.

     Εδώ, τώρα πια, ανοίγονται στιγμές σπάνιες, βαθιά συγκινητικές. Οι μελλοθάνατοι ασπάζονται και συγχωρούν ο ένας τον άλλον. Ρίχνονται με δύναμη ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μουσκεύονται σε δάκρυα που καίνε. Οι μανάδες καταφιλούν τα τέκνα τους. Τα σφίγγουν υστερικά στην αγκαλιά τους. Θρήνος, οδυρμός, οδύνη! Στιγμές φρικιαστικές για τους ανθρώπους της ύλης, αλλά υπέροχες, μεγαλειώδεις, μοναδικές για τους ανθρώπους του πνεύματος και της θυσίας.

     Ο ήρωας Γιαμπουδάκης τραβά την πιστόλα του και την αδειάζει πάνω στα βαρέλια της πυρίτιδας. Μία έκρηξη τρομερή ακούγεται και η Μπαρουταποθήκη μεμιάς βρίσκεται στον αέρα, οδεύοντας στο θεσπέσιο κόσμο τ’ ονείρου και της αθανασίας!

             «…Και μέσα στον αναβρασμό που ο Χάρος εβρουχάτο

βροντή, σεισμός εγίνηκε κι ο κόσμος άνω κάτω.

Φωτιά, καπνός, και κτίρια, κορμιά κομματιασμένα,

άντρες και γυναικόπαιδα στα νέφαλ’ ανεβαίνα.

Τρόχαλος έγιν’ η Μονή κι εσείστ’ ο Ψηλορείτης

κι αντιλαλούνε τα βουνά κι απ’ ακρ’ ως ακρ’ η Κρήτη…»


     Φλόγες ποικιλόχρωμες ορθώνονται στον ουρανό, πλεξούδες που λάμπουν και φωτίζουν τον γύρω κόσμο σε μία λάμψη θεία και υπερκόσμια. Άμορφα κορμιά σακατεμένα –Τούρκων, Αλβανών, Χριστιανών και Αιγυπτίων- πέτρες, ξύλα, χώματα, δοκάρια, σίδερα, πετάνε περίλαμπρα ψηλά στα ουράνια. Μια ακτινοβολία πυρακτώδης και εκτυφλωτική εκπέμπεται τη θαυμάσια τούτη ώρα πάνω απ’ το ματωμένο και καιόμενο Αρκάδι. Από τους εννιακόσιους εξήντα τέσσερις χριστιανούς που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι, μονάχα τρεις με τέσσερις ξεφύγανε κι ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Αδάμ Παπαδάκης. Επίσης, εκατό δέκα τέσσερις άντρες και γυναικόπαιδα έπεσαν αιχμάλωτοι κι ανάμεσά τους η ομάδα του Δημακοπούλου με τον Κούβο και τον Ολύμπιο, που αργότερα τους τουφέκισαν, αφού πρωτύτερα τους βασάνισαν φρικτά. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν, πυρπολήθηκαν ή σφάχτηκαν. Είναι γεγονός ότι ο εχθρός όταν κατέλαβε το μοναστήρι διέπραξε τις πιο φρικιαστικές ωμότητες. Στον ιερό αυτόν χώρο διαδραματίστηκαν πράξεις ανήκουστες στην ιστορία ακόμα και των πιο βάρβαρων λαών της οικουμένης. Έτσι, από τα γυναικόπαιδα που διασώθηκαν, άλλα μεν κατέσφαξε άλλα δε τουφέκισε ανηλεώς στα κελιά τους όπου είχαν καταφύγει. Και το ακόμα φρικιαστικότερο! εγκύων γυναικών, ο Τούρκος, αφού πρώτα τις ατίμασε κτηνωδώς, ξέσκισε, στη συνέχεια, με το σπαθί τις κοιλιές τους, έβγαλε τα έμβρυα από τη μήτρα της ζωής και τα έριξε ζωντανά μέσα σε κλιβάνους όπου κατακάηκαν. Κατακρεούργησε, ακόμα, μητέρες και βρέφη μπροστά στα έκπληκτα μάτια συγγενών τους, που είχαν την κακή τύχη να διασωθούν, προς ώρας, και να αντικρίσουν όλες αυτές τις φρικαλεότητες των Τούρκων. Στην Τράπεζα του Μοναστηριού είχαν καταφύγει τριάντα εφτά παλικάρια. Τους είχαν εξαντληθεί τα πυρομαχικά. Οι Τούρκοι το αντιλήφθηκαν, μπήκαν μέσα και τους έσφαξαν όλους. Τα πτώματά τους έμειναν εκεί μέσα άταφα μέχρι το έτος 1869.

   Στο Πεδίο της μάχης και κυρίως στην αυλή του μοναστηριού, δηλαδή σε μία έκταση μόλις πέντε στρεμμάτων, απόμειναν τρεις χιλιάδες νεκροί. Ανάμεσά τους και ο γυναικάδελφος του πασά, Σουλεϊμάν Βέης. Ο αριθμός των τραυματιών υπολογίζεται σε οκτακόσιους ή, κατ’ άλλους, σε χίλιους τετρακόσιους. Πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν ύστερα στα επιταγμένα σπίτια και στα τζαμιά και στα νοσοκομεία των Χανίων, της Σούδας και του Ρεθύμνου.

      Η ψυχή των πολεμιστών της Κρήτης αναθερμαίνεται και ηλεκτρίζονται τα νεύρα των Ελλήνων της ελεύθερης Ελλάδας. Οι διανοούμενοι της Ευρώπης συγκλονίζονται και υψώνουν φωνή διαμαρτυρίας. Ο Σουλτάνος φοβάται επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και διάλυση της παραλυμένης αυτοκρατορίας του.

      Η ανατίναξη είχε γίνει γι’ αυτούς που αγαπάνε την Ελευθερία. Ήταν η ώρα που έδυε ο ήλιος της ενάτης Νοεμβρίου 1866. Στα γύρω χωριά είχαν κιόλας ανάψει τα πρώτα λυχνάρια. Κι όμως το σκοτάδι που πλάκωνε τη γη ήταν ανίσχυρο να κρύψει την υπερκόσμια λάμψη, που ορμητική όδευε από την Μπαρουταποθήκη προς τα ουράνια κι εφώτιζε την ανθρωπότητα ολάκερη στο ανηφορικό μονοπάτι του χρέους και της τιμής. Μπορεί στα δύσκολα της τουρκοκρατίας χρόνια οι Μούσες να το εγκατέλειψαν το Αρκάδι. Όμως το ιερό και άγιο Μοναστήρι δεν άφησε ποτέ να σβήσει από μέσα του η φλόγα των εθνικών ιδεωδών, ώσπου, μια μέρα σαν τη σημερινή, που παντοτινά θα την τιμούμε, η φλόγα αυτή έγινε ο πυρσός του Ολοκαυτώματος, που έκαμε το Αρκάδι αιώνιο σύμβολο δόξας κι ελευθερίας. Κι απ’ τη στιγμή εκείνη έδωσε ψυχή και σάρκα και οστά στη θεϊκή μαρμάρινη πλάκα που χθες και σήμερα αλλά και για πάντα θα υπάρχει στην μπαρουτοκαπνισμένη αποθήκη, για να μαρτυρά και να θυμίζει με τη φωνή του αείμνηστου Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη ότι:

Αυτή η φλόγα π’ άναψε μέσα

εδώ στην κρύπτη

κι απ’ άκρου σ’ άκρον φώτισε

τη δοξασμένη Κρήτη

ήτανε φλόγα του Θεού

μέσα εις την οποία

Κρήτες ολοκαυτώθησαν για την Ελευθερία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)   Βασ. Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης, τ. Δ΄, σσ. 238-241, Αθήναι χ.χ.

2)   Τιμ. Βενέρη, Το Αρκάδι δια των αιώνων, Αθήναι 1938.

3)   Στεργίου Σπανάκη, Κρήτη, τουριστικός οδηγός, Ηράκλειο, χ.χ. (λήμμα: Αρκάδι).

4)   Μ. Ι. Μανούσακα, Άγνωστα Κεφάλαια της παλαιοτέρας ιστορίας του Αρκαδίου, περιοδ. Κρητική Εστία ΙΔ΄ (1959-1960), σσ. 2780282, 324-326 και 346-349.

5)   Γ. Ν. Ορφανουδάκη, Αρκάδι, 1866, ΚΡΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Αφιέρωμα 1, ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ, Φλεβάρης 77.

6)   Γενεράλι Εμμ., «Αρκάδι», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 5, σσ. 526-529.

7)   Θεοχ. Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης, σσ. 367-369, Ηράκλειο Κρήτης 1990.

8)   Διον. Μαραγκουδάκη, Το ιερόν και ηρωικόν της Κρήτης Αρκάδι, 1996.

9)   Εφημ. «ΚΡΗΤΗ» - Ελευθερία ή Θάνατος, έτος Α΄, φ. 1, 27-11-1866, (βλ. Γ. Π. Εκκεκάκη, Τα Κρητικά βιβλία, Β΄ 1864-1913, Ρέθυμνο 1990, σσ. 226-228. του ίδιου και εφημ. «Κρητική Επιθεώρησις», φ.12889, της 9-10-1989).

 

ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ * * * Γ Ρ Ι Π Ο Σ

 ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

 

Γ Ρ Ι Π Ο Σ

[Εκδόσεις Κέδρος Α.Ε., Αθήνα 2022, σχ. 8ο  (21 Χ 14), σσ. 72]

 

 

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Για λογαριασμό των Εκδόσεων «Κέδρος» κυκλοφόρησε πρόσφατα η τελευταία ποιητική συλλογή, με τον τίτλο «Γρίπος», του φίλου φιλολόγου Γιάννη Ανδρουλιδάκη, με μια ποίηση γεμάτη καθάρια και ολοζώντανα χρώματα, εξαγνισμένη από τον χρωστήρα τής βαθιάς και πολυδιάστατης σκέψης του, μια ποίηση περιγραφική- ημερολογιακή, που, συχνά, φαίνεται να αναδύεται βαθιά μέσα από χώρους ίδιους και πολύ προσωπικούς, από χώρους στους οποίους έζησε ο ποιητής, και βέβαια από την αγαπημένη γενέτειρά του, το Ροδάκινο Ρεθύμνου.

Ο τόπος, στις περιπτώσεις αυτές, αποτελεί πεδίο μιας αναζήτησης και μιας διερεύνησης του Ποιητή, που άλλοτε τρυφερή και άλλοτε ερωτική έρχεται και τον αγκαλιάζει και τον γεμίζει «δείγματα» μιας αύρας που τον παίρνει και τον καθοδηγεί κι άλλοτε «δήγματα» που τον πονούν και που αφήνουν πληγές ανεπούλωτες. Εξαίρετο δείγμα το ακόλουθο:

                   

                     Τι δεν έκανες καλά;

                     Τόσες απουσίες πια;

Κοντεύεις να ξεχάσεις.

Κυματιστή ντοπιολαλιά,

φθόγγοι του τσι και του λα

γέμιζαν τα στενά

και ιστορίες ξεπρόβαλλαν

απ’ τις θυρίδες των σκεβρωμένων σπιτιών.

Αυλές ασβεστωμένες

μοσχομύριζαν χαρά

κι ολόγιομα φεγγάρια

ράθυμα αναπαύονταν στις ταράτσες.

Νύχτες γαλήνιες

στη σκέπη των αστεριών

κι ανασαιμιές πρωινές

κάτω απ’ το βλέμμα της Αφροδίτης.

Άυλες φιγούρες στον τοίχο

του βοριά κουβεντιάζουν

και οι μνήμες θρηνούν.

                              

Την ποίηση του Γιάννη Ανδρουλιδάκη βρίσκουμε, περαιτέρω, να χαρακτηρίζει έντονος φιλοσοφικός, ιστορικός, πολιτικός και κοινωνικός  προβληματισμός, συμμετρία δομής, πλαστική και μουσική αρτιότητα, πρωτοτυπία του θέματος, ευρυθμία και χαρακτηριστική άνεση εργασίας πάνω στον ελεύθερο στίχο, με εκφραστική γλώσσα και εξαιρετική τεχνική, λεκτική ευκινησία και υποβλητική δύναμη των εικόνων, των μεταφορών, των λέξεων και των παρομοιώσεων:

 

Και πες μου εσύ

ποιος θα υποδεχτεί τους άλλους

που έρχονται από τον χαλασμό;  

Τους ναυαγούς

που ξέρασε η φουσκονεριά

σ’ άγνωστους τόπους;

Τη μάνα

που με το νεκρό μωρό αγκαλιά

ταξίδεψε στ’ αμπάρι;

Ποιος τα ασυνόδευτα παιδιά

που μίσεψαν με μόνο εφόδιο

την ευχή του πατέρα;

Και τις γερόντισσες

που ’χαν για φυλαχτό στον κόρφο

μια χούφτα χώμα πατρικής γης;

Ποιος αν όχι εμείς,

που για τη Μικρά Ασία και την Κύπρο

ιστορούμε ακόμη;

 

Επιλεκτικός πάντα στα βιβλία του ο Γ. Ανδρουλιδάκης τους χαρίζει τίτλους πρωτότυπους και αινιγματικούς («Άπαρση» και «Βισταλόγκα» οι τίτλοι των προηγούμενων ποιητικών του εκδόσεων), με βαθύτερη, πάντοτε, σημασία (θαλασσινής- ναυτικής, συνήθως, ορολογίας), που χρήζουν, συνήθως, για τους πολλούς, κάποιας ειδικής ερμηνείας, την οποία φροντίζει να δίνει, κάθε φορά, ο ίδιος ο Ποιητής. Όπως, λοιπόν, μας εξηγεί, «γρίπος», στην αρχαιότητα, σήμαινε το αλιευτικό δίχτυ, που συνειρμικά, θεωρώ ότι εκφράζει αυτήν την ανάγκη του Ποιητή να «περμαζέψει», να γραπώσει τα σκόρπια απομεινάρια της θύμησής του.         

Στα ποιήματά του αυτά, την ποίησή του ο Ποιητής αξιοποιεί με ξεχωριστή μαεστρία και ‘πιδεξιοσύνη, με στοιχεία που δανείζεται από τα αποθεματικά μιας εξαιρετικά πλούσιας και λιπαράς γενικής παιδείας και κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής εμπειρίας κι ευαισθησίας, που, ευστόχως, εξακτινώνεται μέχρι τα βάθη τής ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα τής ελληνικής διανόησης, χρησιμοποιώντας επιτυχώς άλλοτε τα δεκανίκια τής ιστορίας και της μυθολογίας και άλλοτε της θεολογίας, της φιλοσοφίας και της φιλολογίας.

Είναι γεγονός ότι όποιος διαθέτει υψηλή ποιητική αισθητική και συγκίνηση, χωρίς, όμως, διανοητικότητα, δεν φτάνει ποτέ ως την πλήρη έκφραση, τουλάχιστον στην έκφραση που έχει αντικειμενική υπόσταση και που είναι, γι’ αυτό, και μεταδοτή στους άλλους. Και ναι μεν η ποίηση στηρίζεται κατ’ εξοχήν πάνω στη συγκίνηση και το συναίσθημα, όμως πρέπει πάντα ο ποιητής να διαθέτει και ένα ποσοστό διανοητικότητας. Και αυτό το επιτυγχάνει, πιστεύω, στον απόλυτο βαθμό η ποίηση τού φίλου Γιάννη Ανδρουλιδάκη και μάλιστα στο παρακάτω ποίημά του, που μου θυμίζει, πάντως, έμμετρη ελληνική «ταξιδιωτική» εντύπωση:

 

Πάρε πτυχή απ’ το πέπλο

της κλεμμένης Καρυάτιδας

και από τον ναό του Επικούρου

κίονα.

Τόνους του μπλε

απ’ τους τάφους της Βεργίνας

και από την Ολυμπία

πλέθρα σταδίου δρόμου.

Θρόισμα φηγού

απ’ της Δωδώνης το μαντείο

και απ’ τον χορό των Κουρητών στην Ίδη

ζάλα.

Το βλέμμα του Ηνίοχου

το σίγουρο.

Βυζαντινούς ψαλμούς απ’ τον Μυστρά

κι απ’ τα Μετέωρα

ύμνους.

Μικρασιάτικο αναστεναγμό

και θρήνο Κύπριας μάνας.

Δόξα απ’ τον Γοργοπόταμο,

καημό της Μακρονήσου,

Πάρε και βγες στο φως!

Με σιγουριά πορέψου.

Τις προφητείες για τους άλλους

άσ’ τες.

 

Ενώ κάποια άλλα ποιήματά του υμνούν «ταξιδιωτικά» ευρωπαϊκές εμπειρίες και ομορφιές:

 

Μια νότα

να δανειστώ

απ’ τα τρούλλι του Alberobello

και μια δίεση

απ’ τις μπούκλες του μαύρου αγγέλου

στο Παλέρμο.

Ένα μινόρε

απ’ της Ομόνοιας τον ναό

στο Αgrigento

κι ένα κλειδί του sol

απ’ την οβάλ πλατεία

των Συρακουσών.

Την αρμονία της γύμνιας

απ’ τους πολεμιστές του Riace

κι έναν δωρισμό

απ’ τα γκρεκάνικα του Salento.

Kι αφήστε με

την ομορφιά να υμνήσω.

 

Η ποίηση του Γιάννη Ανδρουλιδάκη αποπνέει περισσότερο άρωμα ευαισθησίας, ανθρωπιάς, ανάμνησης και αγάπης, που επεκτείνεται, περαιτέρω, σ’ ένα τρυφερό σφιχταγκάλιασμα με τον γενέθλιό του τόπο, το χωριό του, τους ανθρώπους του και τους ανθρώπους του κόσμου, τα παγκόσμια γεγονότα. Ποιήματα ώριμα, βαθιάς εξομολογητικής διάθεσης, θύμησες που έρχονται να ξεθάψουν από τη λήθη του παρελθόντος, νοσταλγικές μνήμες και περιπλανήσεις.

Λεπτός άνθρωπος ο ποιητής δέχεται την έμπνευση τόσο από τον εσωτερικό του κόσμο όσο και από τη γύρω του πραγματικότητα. Η ποίησή του φίλου Γιάννη Ανδρουλιδάκη, συμπερασματικά, θέλγει και συγκινεί βαθιά την ψυχή, διατηρώντας σε πολύ υψηλά επίπεδα την ποιητική θερμοκρασία και διάθεση τού αναγνώστη της. Του απευθύνω, στην όμορφη Καλαμάτα, τα θερμά μου συγχαρητήρια και του εύχομαι συνεχώς να ανεβαίνει στον γόνιμο και καρποφόρο δρόμο των ποιητικών του αναζητήσεων.