π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ * * * ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ * * * ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ, ή αλλιώς, ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

 

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

[Πειραιάς 2019, σχ. 8ο (21Χ14), σσ. 557]


        ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Ο π. Ανδρέας Ηλ. Μαμαγκάκης, Ρεθεμνιώτης από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, είναι συνταξιούχος θεολόγος και δραστηριοποιείται στην Αθήνα ως ιερεύς της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και το «Ρέθυμνο του Ονείρου και τη Νοσταλγίας» με αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, εδώ στο Ρέθυμνο, των δεκαετιών 1950- 60. Στα τέλη του περασμένου έτους μάς παρουσίασε το τελευταίο (6ο στη σειρά) βιβλίο του, με τον εντυπωσιακά αλληγορικό τίτλο: «Οι τελευταίοι άγγελοι της Σμύρνης και οι Κυρίες με τα μαύρα».

Πρόκειται για μιαν ιστορική διήγηση γύρω από τις αλησμόνητες πατρίδες, υπό μορφήν μυθιστορήματος, με αληθινά, όμως, πέρα ως πέρα τα καταγραφόμενα γεγονότα, από προσωπικές τού συγγραφέα εμπειρίες τόσο από πρόσφατες επισκέψεις του στη γοητευτική μικρασιάτισσα πόλη και τη μελέτη σχετικών ιστορικών συγγραμμάτων, όσο και από τη συναναστροφή και φιλία του- σε σχολεία προσφυγικών συνοικισμών όπου υπηρέτησε- με Έλληνες πρόσφυγες της Μικρασίας δεύτερης και τρίτης γενιάς, στους οποίους και αφιερώνει τη συγγραφή του.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του αναπλάθει καταστάσεις, σκιαγραφεί μορφές και περιγράφει γεγονότα, που σε κάνουν να βιώνεις και να ζεις άμεσα το κλίμα των δίσεκτων και δραματικών εκείνων χρόνων. Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στα χρόνια της σχετικής ασφάλειας (1908-10) και της ειρηνικής συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων, πριν ακόμα αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα η μεγάλη καταστροφή, στην οποία έμελλε να οδηγήσει τον ελληνισμό της Σμύρνης ο πρώτος διωγμός του 1914. Κεντρικοί ήρωες της μυθιστορίας ο θρυλικός εκείνος Γέροντας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Καλαφάτης και οι οικογένειες των Γιασεμάκηδων, των Φατσαίων και των Τζαγκαραίων, που η κάθε μια ακολούθησε τη δική της μοίρα και ιστορία, παραμένοντας και θυσιαζόμενη στη Μικρά Ασία ή καταφεύγοντας, αμέσως μετά τον πρώτο τουρκικό διωγμό, στα γειτονικά νησιά και την Ελλάδα

Όλα εκτυλίσσονται γύρω από τις εορτές του αγίου 12ημέρου και, στη συνέχεια, και του Πάσχα, με ήρωες τις παραπάνω τρεις οικογένειες και τον Μητροπολίτη, της ευτυχισμένης αυτής περιόδου ζωής των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο απλός λαός ήταν, πάντοτε, στενότατα συνυφασμένος με τους Αγίους του και οι ημέρες εορτής και μνήμης τους σφράγιζαν με ακατάλυτους δεσμούς, ήθη και έθιμα, τη ζωή του. Έτσι, και η πίστη των Ελλήνων της Σμύρνης στο συγκεκριμένο ιστόρημα χαρακτηρίζεται από το βάθος και τη μεγαλειώδη απλότητά της και εντυπωσιάζει ο τρόπος που ο απλός Σμυρνιός εκδέχεται και ερμηνεύει τη βοήθεια των Αγίων στην καθημερινή πόρεψη και τις ανάγκες του.

Στο επόμενο, Δεύτερο Μέρος, αρχίζουν να διαφαίνονται τα πρώτα σύννεφα και οι πρώτες αναταραχές από τους Τσέτες Τούρκους, ενώ στο Τρίτο Μέρος του μυθιστορήματος παρακολουθούμε πια πλήρες το δράμα και τη βιβλική καταστροφή του ελληνισμού της Μικρασίας, τον Σεπτέμβρη του 1922.

Όλοι οι παραπάνω ήρωες, πολλοί από τους οποίους προτίμησαν να μείνουν στην Σμύρνη και να θυσιαστούν με επικεφαλής τον λιονταρόψυχο εκείνο Έλληνα, τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, μας προτείνουν μια νέα λαμπερή διάσταση τού ελληνικού στοιχείου τής Μικράς Ασίας, με ήρωες τους απλούς ανθρώπους τού λαού, που μπορεί μεν τα ονόματά τους να μη γράφτηκαν ούτε στα «ψιλά» τής Ιστορίας, όχι όμως και στις καρδιές των Ελλήνων της Σμύρνης και σύμπαντος του ελληνισμού, που πάλλονταν στα ευγενικά και γενναιόψυχα στήθη. Και αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι οι Έλληνες αυτοί της πρώτης γενιάς μέχρι και πρόσφατα ζούσαν δίπλα μας, εδώ στον τόπο μας, όπου τους οδήγησε η μοίρα τού ξεριζωμού.

Πρόκειται για μια μυθιστορία γεμάτη από Ελλάδα και αγνή πίστη και αγάπη στον Θεό και την Πατρίδα, που διαβάζεται ευχάριστα και προσφέρει πλούσιες γνώσεις και εμπειρίες γύρω από τον ελληνισμό της Σμύρνης σε όλες τις περιόδους της ζωής του, τόσο τις καλές, όσο και τις άσχημες, όταν οι Έλληνες αναγκάστηκαν να καταφύγουν πρόσφυγες στα γύρω ελληνικά νησιά και από εκεί να διασκορπιστούν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως στη Νέα Σμύρνη, στη Δραπετσώνα, στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου Κρήτης, στη Νέα Ιωνία Βόλου και αλλού, όπου με τις παραδόσεις και τις αθάνατες αξίες τους κατάφεραν να μπολιάσουν ευεργετικά και να στεριώσουν το αιώνιο δέντρο του νεότερου ελληνισμού.    

 Μέσα από τη διήγηση του π. Ανδρέα πορεύεται, περαιτέρω, μπροστά από τα μάτια μας όλη η ελληνική Μικρασία, οι αλησμόνητες εκείνες πατρίδες του μικρασιάτικου ελληνισμού. η Σμύρνη με τις περίφημες συνοικίες της και τις κοντινές της πόλεις, το Κορδελιό, την Άνω Πόλη, τον Μπουρνόβα, τον Κουκλουτζά, τη Μενεμένη, τα Βουρλά, τα Εγγλεζονήσια και τις Κλαζομενές, αλλά και τα σπουδαία ελληνικά πνευματικά κέντρα, όπως το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, την Ευαγγελική Σχολή και το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, καθώς και «την καλλίστη πασών των εκκλησιών» την Αγία Φωτεινή με το πανύψηλο, εξαώροφο, καμπαναριό της, επίσης την Αναξαγόρειο Σχολή στα Βουρλά και βέβαια την περίφημη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενώ δεν λείπουν και οι γνωστές κι αξέχαστες για τους Σμυρνιούς κοσμικές θέσεις και τοποθεσίες, η προκυμαία και το «Και», η πλατεία Μπελαβίστα, το Σπόρτιγκ Κλάμπ, η ταβέρνα «Τα τρία Αδέλφια», το Γκραν Χοτέλ, η φωτισμένη Αλάμπρα, απ’ όπου μόνιμα ξεχύνονταν ήχοι μαντολινάτας, το Καφέ ντε Παρί και το θέατρο της Σμύρνης.

Διαβάζοντας το εν λόγω βιβλίο το πρώτο πράγμα που διαπιστώνεις είναι η λιπαρά εκ μέρους του συγγραφέα γνώση της Ιστορίας και μάλιστα αυτής που αφορά στο μέγα δράμα του μικρασιατικού ελληνισμού. ονόματα, γεγονότα, τόποι, χρονολογίες παρελαύνουν από μπροστά μας, όλα με σύστημα, μέθοδο και ιστορική υπευθυνότητα φέρνοντας στο φως όλη τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Παρουσιάζεται ρεαλιστικά το στημένο σκηνικό των «συμμάχων», που όφειλαν, κατά τη διαταγή, να τηρήσουν απόλυτη ουδετερότητα και δεν δίστασαν να θυσιάσουν έναν ολόκληρο λαό, με έναν βαρύτατο πίσω του πολιτισμό και να τον παραδώσουν σ’ ένα ανελέητο και φρικιαστικό μαρτύριο. Και όλες αυτές τις φρικαλεότητες οι σύμμαχοι, ψυχροί θεατές, να τις παρακολουθούν απαθείς πάνω από τα πλεούμενά τους!

Ο π. Ανδρέας Μαμαγκάκης είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που, πραγματικά, αποτελεί περισπούδαστο και κεφαλαιώδους σημασίας έργο. Έχει βαθιά συναίσθηση της ευθύνης που τον βαραίνει. Ο κίνδυνος της λησμονιάς και της αλλοίωσης των γεγονότων είναι που προσμετρά περισσότερο στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του και γι’ αυτό τολμά και αποδύεται σ’ έναν σπουδαίο και έντιμο αγώνα διάσωσης της αλήθειας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε και γι’ αυτήν τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ * * * Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ

 

 


ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ

[Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα 2020, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 136]

 

         ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                                            www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Το νέο βιβλίο τού κ. Γεωργίου Εμμ. Περπιράκη «Η Επανάσταση του Θερίσου και η Μάχη του Ατσιποπούλου (sic)», εκδόθηκε για να τιμήσει την επέτειο της σύγκρουσης των Θερισανών επαναστατών με ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις και σώματα κρητικής χωροφυλακής, στην περιοχή του Ατσιπόπουλου, στις 2 Αυγούστου 1905.

Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία, όπου τα γεγονότα εξετάζονται με το φωτεινό μυαλό και συνδυαστικό κριτικό πνεύμα που διαθέτει το έμπειρο μάτι ενός συστηματικού και αντικειμενικού ερευνητή. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύβουν πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μιαν έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους. Και αυτό το έκανε ήδη επάξια, από το 2014, ο Γιώργος Περπιράκης με το περίφημο βιβλίο του για το χωριό του, με τον τίτλο: «Το Ατσιπόπουλο, Ιστορία, Οικονομία, Πολιτισμός» (σελ. 450), εργασία εξαιρετική, καρπός εύχυμος αγάπης ερωτικής για το χωριό του. Το βιβλίο του αυτό, μπορούμε να πούμε ότι συνεχίζεται επάξια και συμπληρώνεται με την παρούσα μελέτη του, παρουσιάζοντας δυναμικά μια σοβαρή πτυχή της ιστορικής του Ατσιπόπουλου πορείας στον χρόνο.

Στην πολύτιμη αυτήν έκδοση καίρια και καταλυτική υπήρξε η συμβολή του Ατσιπουλιανού στρατηγού κ. Νικολάου Σαμψών, που, χωρίς τη βοήθεια και το πάθος του για το Ατσιπόπουλο, το βιβλίο αυτό δεν θα γνώριζε το φως τής δημοσιότητας. Όπως, μάλιστα, σημειώνει κατηγορηματικά ο συγγραφέας, αυτός τον παρότρυνε στη συγγραφή του και αυτός ανέλαβε την έκδοσή του, που, στη συνέχεια, τέθηκε υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και του Πολιτιστικού Συλλόγου Ατσιπόπουλου «Άγιος Ελευθέριος».

Στο εν λόγω βιβλίο, έργο ωριμότητας και συνθετικής ικανότητας τού συγγραφέα, το συγκεκριμένο κομμάτι της ιστορίας τού χωριού, το σχετικό με τη Θερισανή Επανάσταση και τη Μάχη του Ατσιπόπουλου, εξιχνιάζεται και ιχνηλατείται λεπτομερώς και κατά μήκος όλων των ιστορικών παραμέτρων. Χαρακτηριστική, στο κεφάλαιο αυτό, η μέθοδος καταγραφής τής Ιστορίας από τον κ. Περπιράκη. δίνει, δηλαδή, ως βάση, το συνολικό ιστορικό πλαίσιο του κάθε γεγονότος- συχνά, μάλιστα, πολύ αναλυτικά- και, στη συνέχεια, «εστιάζει», μπορώ να πω με τρόπο «εικονιστικό», στο καθ’ εαυτό γεγονός, παρακολουθώντας κατά βήμα τις εξελίξεις σε συγκεκριμένες καταστάσεις που οδήγησαν, τελικά, στην αυτονομία της Κρήτης το 1898, στην εγκατάσταση των εγγυητριών Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί και της πρώτης κυβέρνησης της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας υπό τον Ύπατο Αρμοστή, Πρίγκιπα Γεώργιο, εξέλιξη που βοήθησε ουσιαστικά στην επίτευξη της πολυπόθητης ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα.

Έτσι, ειδικότερα κεφάλαια τής ιστορικής ανασκόπησης είναι τα σχετικά με την Κρητική Πολιτεία (1898- 1913), τη ρωσική κατοχή, την επανάσταση τού Θερίσου (20/3/1905)- λόγω του απολυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης του Γεωργίου- και την περίφημη Μάχη τού Ατσιπόπουλου (2/8/1905). Απ’ όλα αυτά η Μάχη του Ατσιπόπουλου, στα πλαίσια, φυσικά, της Θερισανής Επανάστασης, αποτελεί το κύριο του βιβλίου θεματικό πεδίο αποδεικνύοντας, αφενός, ότι τα γεγονότα αυτά έγιναν η αιτία της μεγάλης μεταστροφής της κοινής γνώμης υπέρ της Επαναστάσεως του Θερίσου, αλλά αποκαλύπτοντας, αφετέρου, και τους βαθύτερους στόχους και επιδιώξεις της πολιτικής των Δυνάμεων εδώ στην Κρήτη, η παρουσία των οποίων απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην εξυπηρέτηση των ιδικών τους συμφερόντων. Παρόλα αυτά, το Θέρισο είναι γεγονός ότι στάθηκε αφορμή να βρει η Κρήτη τη λευτεριά της, αλλά και η ελληνική φυλή τον ηγέτη της εν τω προσώπω του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, μεγάλου Έλληνα πολιτικού, αγωνιστή και εθνεγέρτη.

Γενικό συμπέρασμα από την ανάγνωση των σελίδων τού εν λόγω βιβλίου είναι η αντικειμενικότητα με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα, αμφίπλευρα και απαιτητικά και τις αλήθειες γυμνές και πεντακάθαρες, αλλά και ο φλογερός, αφετέρου, πατριωτισμός που διακατείχε πάντοτε, σε κάθε εποχή, τους Ατσιπουλιανούς και η πλούσια συνεισφορά τους σε αίμα και έμψυχο υλικό σε όλους ανεξαιρέτως τους εθνικούς απελευθερωτικούς και αμυντικούς αγώνες και  μάλιστα στην περίφημη Μάχη του Ατσιπόπουλου.

Με όλα αυτά, η εργασία τού φίλου Γιώργου Εμμ. Περπιράκη για το χωριό του, το Ατσιπόπουλο, είναι σοβαρή και τεκμηριωμένη. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι κατέχει το θέμα του καλά. Ανέτρεξε σε πρωτογενείς άγνωστες αρχειακές συλλογές και πηγές και χρησιμοποίησε την ενδεδειγμένη για την περίπτωση βιβλιογραφία. Κατέγραψε μαρτυρίες, τις οποίες διασταύρωσε, επιβεβαίωσε και ταυτοποίησε, επισκέφθηκε βιβλιοθήκες, ανακάλεσε στη μνήμη του αναμνήσεις και αφηγήσεις που είχε ακούσει ως μικρό παιδί από παλιούς Ατσιπουλιανούς, και μ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα τής έρευνάς του υπήρξε, μπορώ να πω, μια, πραγματικά, εκπληκτική και ουσιαστική εργασία. Είναι, γι’ αυτό, άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη αυτήν προσφορά του στον τόπο που τον γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως τής ζωής.

ΚΩΣΤΗ Γ. ΚΑΛΛΕΡΓΗ (Κ.Ι.Γ.Κ) * * * 7 Κρητικά Παραμύθια * 30 χρόνια μετά… * του Γεωργίου Καλλέργη του μαντολινά και παραμυθά της Λούτρας

 

ΚΩΣΤΗ Γ. ΚΑΛΛΕΡΓΗ (Κ.Ι.Γ.Κ)

 

7 Κρητικά Παραμύθια

30 χρόνια μετά…

του Γεωργίου Καλλέργη

του μαντολινά και παραμυθά της Λούτρας

[Έκδοτικές Επιχειρήσεις Καλαϊτζάκη Α.Ε., Ρέθυμνο 2019 , σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 192]

 

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

              www.ret-anadromes.blogspot.com

        Τον συμπολίτη δικηγόρο Κωστή Γ. Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ) μέχρι σήμερα τον γνωρίζουμε ως έναν δόκιμο ρεθεμνιώτη ποιητή και μαντιναδολόγο που καταφέρνει να βρίσκεται σε μόνιμα θετική και ουσιώδη με το αναγνωστικό του κοινό επικοινωνία. Αυτό το πράγμα τον κάνει να νιώθει μέσα του ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση από το γεγονός ότι ο κόσμος εισπράττει και κυριολεκτικά ρουφά τις σκέψεις του και τους διαλογισμούς του, παρακολουθώντας τον επί χρόνια εκφραζόμενο μέσα από τον τοπικό μας Τύπο και, συχνά, μάλιστα, και στον όλως ευαίσθητο χώρο τής έμμετρης σάτιρας λογής- λογής προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων τής πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής μας κονίστρας.

       Στο παρελθόν είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε και άλλα δύο έργα του: το «Ανθάκανθα» και «Μαντινάδες και τραγούδια τής Κρήτης». Σήμερα ο φίλος Κωστής επανέρχεται στη δημοσιότητα με ένα νέο βιβλίο του, στο οποίο παρουσιάζει «7 Κρητικά Παραμύθια», του πατέρα του Γεωργίου Καλλέργη, του Μαντολινά και Παραμυθά της Λούτρας, γραμμένα τριάντα χρόνια μετά, σε μιαν όμορφη, ρέουσα, κρητική διάλεκτο, που επιμελείται και παρουσιάζει ο ίδιος σε μια πολύ προσεγμένη αισθητικά έκδοση, γεμάτη φως και εικόνα, που φέρει τη σφραγίδα της Μαρίας Θανοπούλου.

Μετά από ένα περιεκτικό βιογραφικό σημείωμα για τον Παραμυθά πατέρα του, ακολουθεί, στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, σύντομος Πρόλογος από τη Μαρία Θανοπούλου στα επτά αυτά πανέμορφα κρητικά παραμύθια, που, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ιδιαίτερο προνόμιό τους έχουν να μπορούν να πλάθουν τη ζωή όμορφη, έτσι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.

Είναι γεγονός ότι μικροί και μεγάλοι μαθαίνουν από τους πρωταγωνιστές ενός παραμυθιού. Όπως συμβαίνει με μια διδακτική θεατρική παράσταση ή ένα καλό βιβλίο, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με ένα καλό κλασικό παραμύθι, στο οποίο ο καλός, συνήθως, υπερισχύει και ο κακός (που συμβολίζουν, συνήθως, γίγαντες, δράκοι και μάγισσες) χάνει, οπότε, μέσω της ταύτισης με τον ήρωα, το παιδί παίρνει το ηθικό του δίδαγμα.


      Και προς ενίσχυση των ανωτέρω δεν μπορώ, στο σημείο αυτό, να μην αναφέρω την ιστορία  που διάβασα, κάποτε, μιας νεαρής μητέρας, η οποία, λέγει, ρώτησε τον μεγάλο νομπελίστα φυσικό Αϊνστάιν, τον θεμελιωτή της θεωρίας της σχετικότητας, τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδάκι της  για το σχολείο και τη ζωή, ώστε να εξελιχθεί η ευφυία του.

Ήρεμος και χαμογελαστός ο σπουδαίος επιστήμονας τής απάντησε: «Να του λέτε παραμύθια»! «Καλά τα παραμύθια, αλλά και τι άλλο;», ρώτησε με απορία  η νέα μητέρα. «Πολλά παραμύθια!!», απάντησε με επιμονή εκείνος. Η μητέρα, ωστόσο,  ρώτησε και για τρίτη φορά, με δυσπιστία: «Καλά, εντάξει, παραμύθια αλλά και τι άλλο;» και ο Αϊνστάιν της απάντησε πως «δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια»!!

Το Εισαγωγικό Σημείωμα του Επιμελητή, στη συνέχεια του παρουσιαζόμενου βιβλίου, αποτελεί μιαν, ακόμα, όμορφη, γεμάτη νοσταλγία, αναφορά στα παλιά εκείνα παιδικά του χρόνια που θριάμβευε το παραμύθι στα καφενεία, στις βεγγέρες και στις συντροφιές στις γειτονιές των χωριών τα βράδια, σε μιαν εποχή που ήταν άγνωστο και αυτό, ακόμα, το όνομα τής τηλεόρασης. Η παράθεση, τέλος, ενός πλουσιότατου κρητικού λεξιλογίου καθίσταται κλειδί πολύτιμο στα χέρια του νεότερου και όχι μόνον αναγνώστη και αποδεικνύει με βεβαιότητα τον υψηλό βαθμό γνώσης από τον μαντιναδολόγο Επιμελητή τής έκδοσης, Κωστή Καλλέργη, της Κρητικής μας ντοπιολαλιάς.

Για άλλη μια φορά, συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον φίλο Κωστή Γ. Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ) και γι’ αυτήν την πολύτιμη και γενναιόδωρη προσφορά του προς τη γενέθλια γη και για την απόφασή του να διασώσει τον σπουδαίο αυτόν λαϊκό θησαυρό από τα χειρόγραφα του πατέρα του, που με το βιβλίο του αυτό σήμερα αναδεικνύει και μας παραδίδει. Κάθε προσπάθεια διάσωσης και διαφύλαξης τής ελληνικής μας παράδοσης και ταυτότητας είναι επαινετή και άξια θερμών συγχαρητηρίων και ευχαριστιών. Σήμερα που οι πηγές αυτές έχουν εκλείψει σε έναν σημαντικό βαθμό, κάθε τέτοια καταγραφή αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην επιστήμη τής Λαογραφίας και, κατ’ επέκτασιν, και στον τόπο όπου καταγράφεται και εμπλουτίζεται λαογραφικά.

Επαινετή, όμως, και άξια αναφοράς, στο σημείο αυτό, είναι και η απόφαση του συγγραφέα να προσφέρει όλα τα έσοδα της έκδοσης στα παιδικά συσσίτια της ενορίας της Κυρίας των Αγγέλων της πόλης μας.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΚΑΜΗΛΑΚΗ * * * Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΚΑΜΗΛΑΚΗ

 

Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης

Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος

                       [Έκδοση «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ», Ρέθυμνο 2020, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 832]

 

       ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

             http://ret-anadromes.blogspot.com/

 


Τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης, Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος» δημοσίευσε πρόσφατα ο γνωστός πρωτοπρεσβύτερος π. Χαράλαμπος Κ. Καμηλάκης, επίκ. Καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Ιερατικώς προϊστάμενος τού Μητροπολιτικού μας Ναού.

 Ο Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης, ζωγράφος του ΙΘ΄ αιώνα, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το έτος 1819 και πέθανε το 1914. Είναι ο σπουδαιότερος και δημιουργικότερος αγιογράφος της εποχής του στον χώρο τού Ρεθύμνου. Το ύφος τής αγιογραφίας του- όπως επιτυχώς παρατηρεί ο π. Χαράλαμπος- χαρακτηρίζεται από έναν εκλεκτικιστικό συγκερασμό παραδοσιακού, σε ό,τι αφορά στη θεματολογία και τη σύνθεση και δυτικού σε ό,τι αφορά στην απόδοση των παραστάσεων, το οποίο δυτικό, τελικά, φαίνεται να υπερισχύει στα έργα τού Βεβελάκη, χωρίς, όμως, ουδόλως να αλλοιώνει τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα. Έτσι, οι εικόνες τού Βεβελάκη δεν παύουν, σε καμιά περίπτωση, να διατηρούν το ακραιφνώς εκκλησιαστικό τους ύφος και τη θέση τους ως «εικονισμάτων» λατρείας και προσευχής στην ορθόδοξη εκκλησία. Απόδειξη ο μητροπολιτικός ναός του Ρεθύμνου, που σεμνύνεται ότι κοσμείται από τις γνωστές μας τεράστιες του τέμπλου εικόνες του Βεβελάκη, τις πρώτες που «διάβασαν» τα παιδικά μας ματάκια, και που συνεχίζουν και σήμερα να διδάσκουν τους πιστούς της πόλης μας καλλιτεχνικό ήθος και ευσέβεια.

Παρότι πλούσιο το καλλιτεχνικό υλικό για τους ζωγράφους του ΙΘ΄ αι. τόσο στην Κρήτη όσο και στον νομό Ρεθύμνου ειδικότερα, οι πληροφορίες μας γύρω από αυτούς είναι ακόμα ελάχιστες. Έτσι, η διατριβή του π. Χαραλάμπους για τον Αντώνιο Χατζή Γεωργίου Βεβελάκη, τον σπουδαίο Ρεθύμνιο αγιογράφο που παρουσιάζομε με το σημείωμά μας αυτό, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική. Θα την αποκαλούσαμε συμβολή, για τη συγκεκριμένη περίοδο, λόγω του πλήθους και της σπουδαιότητας των πληροφοριών που προσκομίζει στον αναγνώστη της.

Και πιο συγκεκριμένα, στο Α΄ Μέρος αυτής, εξετάζονται τα ιστορικά, καλλιτεχνικά και ιδεολογικά ρεύματα  που επηρέασαν την Κρήτη κατά τον ΙΘ΄ αιώνα- στον οποίο ανάγεται το έργο και του υπό εξέτασιν Ρεθυμνίου αγιογράφου- ενώ, φυσικά, εξετάζεται και αυτός ο ίδιος ο αγιογράφος, η οικογένεια και το έργο του.

Στο Β΄ Μέρος της μελέτης παρουσιάζονται, περιγράφονται, συσχετίζονται και αναλύονται 161 χρονολογημένα, ενυπόγραφα του Βεβελάκη έργα, κατά θεματική (π.χ. Αγία Τριάς, Θεοτόκος, Πρόδρομος, Άγιοι κ.λπ) και χρονολογική σειρά και 93 χρονολογημένα μεν, αλλά ανυπόγραφα, αποδιδόμενα, όμως, στον Βεβελάκη έργα. Πρόκειται για ένα σημαντικό, θεωρώ, Μέρος, το «κλειδί» τής όλης μελέτης.

Στο Γ΄ Μέρος παρουσιάζονται κάποια από τα ελάχιστα- πέραν της αγιογραφίας- έργα του εξεταζόμενου ζωγράφου, σε άλλους χώρους της Τέχνης, που φανερώνουν, αν μη τι άλλο, την έκταση και τον πλούτο των καλλιτεχνικών του δεξιοτήτων. δηλαδή, δύο προσωπογραφίες, έξι εικονογραφήσεις βιβλίων, ένα μαρμάρινο αρτοφόριο με ζωγραφικές παραστάσεις στις πλευρές του, που εκτίθεται στην έκθεση Εικόνων και Κειμηλίων του Πανελληνίου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου και τρία χαρακτικά μεταξύ των οποίων και η αριστουργηματική λιθογραφία (1873), που φυλάσσεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο τής Ενορίας τού Μητροπολιτικού Ναού και η οποία απεικονίζει σε αρνητικό σχέδιο τον ναό και ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα γύρω από αυτόν [σχολεία (Παρθεναγωγείο, Ελληνική Σχολή, Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον), βοηθητικούς χώρους κ.λπ.].

Ειδικό για το Ρέθυμνο ενδιαφέρον παρουσίαζει το Δ΄ Μέρος της διατριβής, όπου εξετάζονται οι Αφιερωτές και Παραγγελιοδότες των εικόνων, από το οποίο παίρνουμε πολλές πληροφορίες για τη δομή και την οργάνωση της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, από τη μελέτη και ερμηνεία των επιγραφών, που αποκρυπτογραφούν την κοινωνική, πολιτιστική, θρησκευτική και πνευματική ζωή του Ρεθύμνου.

Το Ε΄ Μέρος αποτελεί, θεωρώ, την κορύφωση της μελέτης. Εδώ προσεγγίζεται ερευνητικά η ζωγραφική του Βεβελάκη και ειδικότερα η τέχνη, η τεχνική και η τεχνοτροπία του, ενώ τα συμπεράσματα που ακολουθούν ολοκληρώνουν την εικόνα και το έργο του καλλιτέχνη σε σχέση με την εποχή του και τους σύγχρονους και ομότεχνούς του και γενικά την προσφορά του στον χώρο της θρησκευτικής ζωγραφικής.

 Θεωρούμε εξαιρετικά πρωτότυπη και λειτουργική την εν γένει δομή και εσωτερική διάρθρωση του βιβλίου. Και ειδικότερα, η ανάλυση των εικόνων του καλλιτέχνη αγιογράφου (περιγραφή, συσχέτιση και ανάλυση), στο Β΄ Μέρος, μπορεί, ταυτόχρονα, να παρακολουθείται άνετα και καταλεπτώς από τον Κατάλογο των έργων του Βεβελάκη, που παρατίθεται στο Παράρτημα της διατριβής. Εδώ, σε φωτογραφική μορφή παρατίθενται έγχρωμες όλες οι εικόνες του αγιογράφου, μαζί με σχετικό συγκριτικό υλικό άλλων ομόθεμων εικόνων.

Εξαιρετικά, επίσης, πρωτότυπη και πρακτική, που εκπληρώνει ικανοποιητικά την ειδική λειτουργία και τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται, θεωρούμε και την ομαδοποίηση των έργων του Βεβελάκη σε πίνακες κατά θεματική, χρονολογική κ.λπ. σειρά. Έτσι, μπροστά του ο αναγνώστης έχει ομαδοποιημένη όλη τη θεματολογία του έργου του Βεβελάκη [φερ’ ειπείν Αγία Τριάς, Χριστός (Παντοκράτωρ- Μέγας Αρχιερεύς- Η Άμπελος κ.λπ., Γέννηση- Βάπτιση- Μεταμόρφωση- Ανάσταση κ.λπ.), Παναγία (Βρεφοκρατούσα- Γλυκοφιλούσα κ.λπ.- Ευαγγελισμός- Κοίμηση), Πρόδρομος, διάφοροι Άγιοι κ.λπ.]. Όλα, λοιπόν, τα παραπάνω θέματα είναι τακτοποιημένα στην εν λόγω μελέτη του π. Χαραλάμπους καθ’ ομάδες, ώστε να μπορείς να τα παρακολουθήσεις κατά θεματική και χρονολογική σειρά δημιουργίας τους, αλλά και ως προς τον τόπο και τον χώρο όπου αυτά ευρίσκονται.

Οι εικόνες τους Βεβελάκη είναι διάσπαρτες σε όλη την Κρήτη και μάλιστα στον νομό Ρεθύμνου, στον Μητροπολιτικό ναό του οποίου ο Βεβελάκης έχει ζωγραφίσει όλες της Δεσποτικές εικόνες του τέμπλου, τις εικόνες του Δωδεκάορτου, δύο εικόνες του Σκευοφυλάκιου και τέσσερις του Εκκλησιαστικού Μουσείου.

 Αρκετές εικόνες, από τις καλύτερες του Βεβελάκη, είχαμε και μεις την τύχη να εντοπίσουμε κατά την έρευνά μας στα χωριά Κεραμές και Αγαλλιανός και τις έχουμε δημοσιεύσει στο σχετικό βιβλίο μας (Ρέθυμνο 2002). Όμως, πολλές εικόνες του Βεβελάκη υπάρχουν διάσπαρτες και στις Κυκλάδες  (Τήνο, Νάξο και Σύρο), δεδομένου ότι μετά τον θάνατο της συζύγου του και λόγω της τότε εμπόλεμης κατάστασης της Κρήτης, ο Βεβελάκης κατέφυγε πρόσφυγας- όπως και πολλοί άλλοι Κρητικοί- στις Κυκλάδες και πιο συγκεκριμένα στην Τήνο. Στο διάστημα παραμονής του στην Τήνο ζωγράφισε εικόνες σε ναούς της Νάξου και της Σύρου, όπου μάλιστα υπήρχε και δρόμος αφιερωμένος στον εν λόγω Κρητικό ζωγράφο: «οδός Αντωνίου Βεβελάκη του Κρητός».   

Είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε τον αναγνώστη μας για τη σπουδαιότητα του όλου έργου, το οποίο με πολλήν ομολογουμένως φιλοπονία, ένθεο ζήλο και επιστημονική δεοντολογία, ακρίβεια και πληρότητα δημιούργησε ο φίλος συγγραφέας του π. Χαράλαμπος Καμηλάκης, με ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα τη μελέτη και ανάδειξη της νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Ζωγραφικής τού 19ου αιώνα στην Κρήτη.

Ευχαριστούμε θερμά τον εκλεκτό φίλο π. Χαράλαμπο Καμηλάκη και γι' αυτήν την όντως μεγάλη και γενναιόδωρη προσφορά του προς το "θησαυροφυλάκιο της πίστεως του παναγιόφιλου λαού του Ρεθύμνου, τον Καθεδρικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου" αλλά και προς τη μεγάλη μορφή τού Ρεθύμνιου αγιογράφου Αντώνιου Χατζή Γ. Βεβελάκη. Με το βιβλίο του αυτό να είναι βέβαιος ότι δικαίως καταλέγεται στους ικανούς ιχνευτές των Κρητικών Γραμμάτων, της θεολογίας και της εκκλησιαστικής Ζωγραφικής Τέχνης τού 19ου αιώνα.

 

    

  

ΝΕΕΣ ΑΤΣΙΠΑΔΕΣ Ή ΜΠΑΛΕ ;


ΝΕΕΣ ΑΤΣΙΠΑΔΕΣ Ή ΜΠΑΛΕ ;


Πληροφορηθήκαμε από τον τοπικό Τύπο τη διαμάχη, ανάμεσα στους κατοίκους των Ατσιπάδων και της Κοξαρές, για το όνομα που πρέπει να επισημοποιηθεί για τον νέο οικισμό που, από χρόνια, δημιουργείται στη θέση Μπαλέ, του Δήμου Αγίου Βασιλείου.
Δεν σχολιάζομε τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, τα οποία είναι σεβαστά. Θέλομε, όμως, ως ουδέτεροι παρατηρητές να κάμομε την πρότασή μας για μιαν ειρηνική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Για την παρέμβασή μας αυτήν μάς δίνει το ηθικό δικαίωμα το γεγονός ότι πρωτοστατήσαμε στη διοργάνωση του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την Επαρχία Αγίου Βασιλείου, δια του οποίου, μέσα σε επτά (07) πολυσέλιδους τόμους, αποθηκεύτηκε όλη η μέχρι σήμερα γνώση για την Επαρχία μας.
Στον ειδικό, λοιπόν, τόμο του Συνεδρίου μας, τον πέμπτο (Ε΄), που αφορά στο «Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου» (Ρέθυμνο 2011), με συγγραφέα του τον συνεπαρχιώτη μας φιλόλογο καθηγητή Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, στη σελ. 327, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε τα εξής:
«Η αρχική αναγνώριση της κοινότητας Κοξαρέ έγινε με το Διάτ. 26-1-1925, ΦΕΚ Α 27/1925. Οικισμοί που αρχικά απάρτισαν την κοινότητα: Κοξαρέ, Ατσιπάδες, Κατσογρίδα, Τσικαλαργιό.
Οικισμοί που αποτελούν σήμερα το Δ. Δ. Κοξαρέ (κάτ. 401): Κοξαρέ (κάτ. 226), Ατσιπάδες (κάτ. 70), Κατσογρίδα (κάτ. 22), Μπαλέ (κάτ.83). 
Ερειπωμένοι Οικισμοί: Κορέδω, Κουρτωλία, Τσικαλαριό, Φώνισσες.
Από την απογραφή του 1991 και εξής εμφανίζεται και ο νέος οικισμός του Δ. Δ. Κοξαρές, (Μ)παλέ, με 23 κατ. και στην απογραφή του 2001 με 83, [ενώ στην απογραφή του 2011 έχει φθάσει τους 132]. Το όνομα του οικισμού Μπαλέ δεν πρέπει να έχει σχέση με το τουρκ. balli= μέλι. Έχει εκφραστεί η άποψη ότι το συγκεκριμένο τοπωνύμιο προέρχεται από οικογενειακό Βαλής ή Μπαλής, από τα χρόνια της Ενετοκρατίας  ή, ίσως, πρόκειται για το παλέ < παλαιά (γη, χώρα), εξέλιξη της αρχαίας διφθόγγου [αι] σε [η] στα Κρητικά δωρικά, που αποδίδεται σήμερα ως [ε], σύμφωνα με παρατήρηση του Σ. Γ. Καψωμένου (> Παλαί>(Μ)παλέ)».
Στην περιοχή, δηλαδή, αυτήν της Μπαλέ υπήρχε μεσαιωνικός- βυζαντινός οικισμός με το όνομα Παλαία (χώρα)- της οποίας μετεξέλιξη είναι το σημερινό Μπαλέ-  από την οποία, μάλιστα, σώζονται σήμερα σπουδαία μνημεία, οι βυζαντινοί ναοί της Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής) και του Αγίου Γεωργίου στα Φατρελιανά, με εξαιρετικές τοιχογραφίες του 14ου αι. (βλ. Κ. Παπαδάκη: Τοπωνυμικό, σελ. 332- 333 και Θ. Πελαντάκη, Βυζαντινοί Ναοί, σελ. 12 και 19).
Ο νέος πρωτότυπος και λεπτομερειακός Χάρτης της επαρχίας- σημερινού Δήμου Αγίου Βασιλείου- του Θεοδώρου Πελαντάκη, που επικαιροποίησε τον παλιό χάρτη της ίδιας επαρχίας, με προσθήκη 350 νέων στοιχείων, τα οποία προέκυψαν από τις 72 επιστημονικές ανακοινώσεις του Συνεδρίου, είναι αναρτημένος στο ισόγειο του Δήμου μας. Αντίγραφο- μικρογραφία του υπάρχει και μέσα σε καθένα από τους επτά τόμους των Πρακτικών του Συνεδρίου. Και εκεί ο οικισμός αναγράφεται με το όνομα Μπαλέ.
Αυτή, λοιπόν, την ονομασία, Μπαλέ, προτείνουμε και μεις να διατηρήσει ο νέος οικισμός που χτίστηκε με πολύν αγώνα, κόπο και γραφειοκρατικά εμπόδια δεκαετιών. Με αυτήν την ονομασία οι κάτοικοι των οικισμών Κοξαρές, Ατσιπάδων, Κατσογρίδας και Μπαλές, που απαρτίζουν την κοινότητα Κοξαρές δεν έχουν λόγους διαφωνίας- διαμάχης για το όνομα του οικισμού και θα συνεχίζουν να συνυπάρχουν ειρηνικά στο μέλλον, ενώ, ταυτόχρονα, διατηρούμε, ενδυναμώνουμε και επικαιροποιούμε ένα, ήδη, υπάρχον ιστορικό τοπωνύμιο, στο πνεύμα της αποφυγής δημιουργίας νέων τοπωνυμίων, όταν υπάρχουν παλαιά με ιστορία αιώνων, σύμφωνα και με το γνωστό υπόμνημα της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών (ΕΚΙΜ). Εξάλλου, το Νέες Ατσιπάδες περιττεύει, αφού υπάρχει, ήδη, το παλαιό τοπωνύμιο (Ατσιπάδες), ενώ αυτό το «Νέες» παραπέμπει τον ξένο επισκέπτη, που δεν γνωρίζει τον τόπο, σε προσφυγικό (από τη Μικρά Ασία) συνοικισμό, κατά το παράδειγμα της Νέας Σμύρνης, Νέας Αλικαρνασσού, Νέων Φωκαιών κ.ο.κ.

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης  
Θεόδωρος Στ. Πελαντάκης

Γιώργης Βασ. Δρανδάκης - Ένας ευπατρίδης του Ρεθύμνου



Νεκρολογία

Γιώργης Βασ. Δρανδάκης
Ένας ευπατρίδης του Ρεθύμνου



                      ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
             www.ret-anadromes.blogspot.com

     Πλήρης ημερών «έφυγε» πριν από σαράντα ημέρες ο ε. δικηγόρος και πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνου Γιώργης Βασ. Δρανδάκης, ένας ωραίος ευπατρίδης της πνευματικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του η ευγένεια του χαρακτήρα, η αξιοπρέπεια, η σεμνότητα, το χριστιανικό ήθος και η πνευματική καλλιέργεια. Παντού εμφανιζόταν προσηνής και εγκάρδιος, απλός στους τρόπους, ήρεμος και βαθιά στοχαστικός. Οι συναναστρεφόμενοι μαζί του είχαν πάντοτε κάτι να κερδίσουν, κάτι να ωφεληθούν, γιατί είχε το χάρισμα να μεταδίδει, να διδάσκει και να φωτίζει με άγνωστες και πρωτότυπες γνώσεις και πτυχές την τοπική μας ιστορία. Ο Γιώργης Δρανδάκης ήταν μια από τις εμβληματικές μορφές του Ρεθύμνου, ένας πολυτάλαντος αριστοκράτης του πνεύματος και της τέχνης. ένας δημιουργικός, πρακτικός και εξαιρετικά αποτελεσµατικός άνθρωπος.
      Θεωρώ τον εαυτόν μου ευτυχή και η χαρά μου είναι μεγάλη, γιατί σήμερα μού δίνεται η ευκαιρία ν’ αποτίσω φόρο τιμής, το πνευματικό, θα έλεγα, «αντίδωρο» προς τον αγαπητό μου κύριο Γιώργο για τη συμβολή και βοήθειά του και στις δικές μου συγγραφικές προσπάθειες.
 Άνθρωπος της προσφοράς ο αείμνηστος, δεν ξεχνώ, προσωπικά, με πόση αγάπη αγκάλιασε κατά τη συγγραφή τους τα βιβλία μου «Γλυπτά και Ενεπίγραφες Πλάκες του Ρεθύμνου» (Ρέθυμνο 2000, σελ. 230) και «Ρέθυμνο 1900- 1950» (τόμ. Α΄ και Β΄, Ρέθυμνο 2010, σελ. 600), που έφτιαχνα με τους μαθητές μου στα πλαίσια του μαθήματος της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Δεν ξεχνώ με πόση προθυμία και χαρά, αλλά και με πόσο ενδιαφέρον το έκανε αυτό, κάτι, μάλιστα, που μου το είχε δηλώσει, σε ανύποπτο χρόνο, και η κόρη του Αναστασία, όταν έγραφε, κατά παράκλησή μας, τη δεκασέλιδη μελέτη του: «Διαχρονικό Οδοιπορικό στην οδό Αρκαδίου», για το βιβλίο μας «Ρέθυμνο 1900- 1950».
 Γιατί, αλήθεια, μόνον ο Γιώργης Δρανδάκης μπορούσε να μας δώσει το εν λόγω κείμενο καταγραφής των αναμνήσεών του από την οδό Αρκαδίου του παλιού Ρεθύμνου, του α΄ μισού του 20ου αι. Γιατί μόνο ο Γιώργης Δρανδάκης υπήρξε μόνιμος κάτοικος τής εν λόγω οδού για ολόκληρες δεκαετίες, στην οποία επίσης, διατηρούσε και το δικηγορικό του γραφείο, αλλά και γιατί μόνο ο Γ. Δρανδάκης- από τους λοιπούς ομόρους του της οδού αυτής- προσμετρούσε, τον καιρό εκείνο, ζωή εννέα δεκαετηρίδων, ώστε στη μνήμη του να διατηρεί αναμνήσεις πολύ πριν από το έτος 1950, που εξαρχής είχαμε θέσει ως όριο για το συγκεκριμένο βιβλίο μας.  
 Είχαμε την τύχη, τον καιρό εκείνο, να έχουμε μαθητές μας καλούς και δραστήρια συμμετέχοντες στην εκπόνηση της εργασίας μας αυτής, τα πολυαγαπημένα του εγγόνια Χάρη Γ. Μαρινάκη και Ηρώ Μαμαλάκη. Μέσω των εγγονών του, λοιπόν, του απευθύναμε την παράκληση να μας γράψει ένα διαχρονικό «οδοιπορικό» της οδού Αρκαδίου κατά το α΄ μισό του 20ου αι., κάτι στο οποίο ανταποκρίθηκε αμέσως και με εξαιρετική, μάλιστα, προθυμία, προσφέροντάς μας ένα καταπληκτικό 10σέλιδο «Αφιέρωμα» στην οδό Αρκαδίου του παλιού Ρεθύμνου, που κοσμεί σήμερα τον 2ο τόμο του συγκεκριμένου βιβλίου μας.
  Μας εντυπωσίασε η ικανότητα της μνήμης του να ενθυμηθεί  ευχερώς όλους τους παροικούντας της οδού αυτής από το 1920 μέχρι το 2000, όλους τους επαγγελματίες που είχαν, κατά το διάστημα αυτό, τα καταστήματά τους στην οδό Αρκαδίου, ενώ το ενδιαφέρον του να βοηθήσει και να συνδράμει την προσπάθειά μας κατά το δυνατόν πιο γενναιόδωρα δείχνει και η επιστράτευση για τον σκοπό αυτόν και του καλού φίλου του και σπουδαίου, επίσης, γνώστη του παλιού Ρεθύμνου, του Βασίλη Παπαβασιλείου.
 Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η αναφορά του και στις ένδοξες στιγμές της οδού Αρκαδίου- όπου οι Ρεθεμνιώτες έκαναν τον περίπατό τους τα χειμωνιάτικα βράδια, γίνονταν οι θρησκευτικές λιτανείες και οι διάφορες εκδηλώσεις και πορείες- καθώς, επίσης, και στην εντυπωσιακή διακόσμηση του δρόμου αυτού κατά τις ημέρες των επισήμων θρησκευτικών και εθνικών εορτών, αλλά και στον φωτισμό του Ρεθύμνου, με τους φαναρτζήδες τής εποχής εκείνης, υπαλλήλους του δήμου, που, κατά το σούρουπο, φρόντιζαν για το άναμμα των φαναριών της πόλης.
 Ο Γ. Δρανδάκης με τις αναμνήσεις του αυτές φωτογραφίζει, αισθητοποιεί και ανασυνθέτει χαρακτηριστικές πτυχές, δομές και όψεις του καθημερινού βίου, του μόχθου αλλά και του πολιτισμού της ψυχής των ανθρώπων της πόλης μας τον καιρό εκείνο, που σήμερα τείνουν ολοένα και περισσότερο να εκλείψουν και να χαθούν ολότελα.
 Όμως, και στο δεύτερο βιβλίο μας «Γλυπτά και Ενεπίγραφες Πλάκες του Ρεθύμνου» με καμάρι σημειώνουμε στη σελίδα 146 ότι η μοναδική ξενόγλωσση ενεπίγραφη πλάκα που περιλάβαμε σε αυτό ήταν η τουρκική επιγραφή στην οικοδομή τής οδού Αρκαδίου 154. Πρόκειται ακριβώς, για την επιγραφή στο περίφημο γνωστό βενετσιάνικο κτίσμα, σπουδαίο κόσμημα της πόλης μας, όπου ο αείμνηστος συμπολίτης διέμενε (και συνεχίζει η οικογένειά του να διαμένει) και διατηρούσε το δικηγορικό του γραφείο, ώστε να γνωρίζει πολύ καλά τα πράγματα γύρω από την ιστορία του θαυμάσιου αυτού οικοδομήματος της πόλης μας, ενώ- παράλληλα προς το άριστα ντοκουμενταρισμένο κείμενο- μας παραχώρησε προς δημοσίευση και την άγνωστη φωτογραφία του τελευταίου Οθωμανού ιδιοκτήτη τής οικοδομής Μωάμεθ Ιζέτ πασά, γιου και κληρονόμου του προηγούμενου ιδιοκτήτη της Ιμπραήμ πασά, που- όπως μας τόνισε ο σεβάσμιος συνεργάτης και φίλος μας- ορισμένες συμπτώσεις επιτρέπουν την υπόθεση ότι είναι ο ίδιος με τον γνωστό Ιμπραήμ, που δήωσε και έκαψε την Πελοπόννησο, χωρίς πάντως το ενδεχόμενο αυτό να έχει και βάσιμη τεκμηρίωση. Αυτός, λοιπόν, ο Μωάμεθ Ιζέτ πασάς, πούλησε το εν λόγω οικοδόμημα στον Νικόλαο Δρανδάκη, Ρεθύμνιο εγκατεστημένο στο Κάστρο της Αιγύπτου, όπου ο Ιζέτ πασάς υπηρετούσε, τότε, ως Νομάρχης.
 Τέτοια υπέροχα πράγματα απέδωσε η συνεργασία μας με τον αείμνηστο λόγιο Ρεθυμνιώτη, τόσον εμού όσο και των μαθητών μου και των  πολυαγαπημένων εγγονών του, μαθητών μας, τότε, στο 1ο Γυμνάσιο Ρεθύμνου, κατά τα έτη 2000 και 2010.
 Αλλά η συνεργασία μου με τον αείμνηστο ευγενή ρεθυμνιώτη είχε και μιαν ακόμα σημαντική προέκταση και στενή, επίσης, επικοινωνία τον καιρό που ο Μητροπολιτικός Ναός της πόλης μας, με τον καλό φίλο, συνάδελφο και συνεργάτη π. Χαράλαμπο Καμηλάκη, εξέδιδε το θαυμάσιο περιοδικό "Ενοριακή Παρουσία" (63, συνολικά, τεύχη!) και του οποίου, όλα αυτά τα χρόνια, είχα την τιμή να έχω τη Σύνταξη και Επιμέλεια. Λοιπόν, ως Επιμελητής όλων αυτών των 63 τευχών της Ενοριακής Παρουσίας, μπορώ να βεβαιώσω ότι ο Γιώργης Δρανδάκης υπήρξε ο τακτικότερος  και εκλεκτότερος συνεργάτης του περιοδικού μας, σε όλα ανεξαιρέτως τα τεύχη του, με εξαιρετικές συνεργασίες- συχνά, μάλιστα, σπάνιου και άγνωστου κρητολογικού περιεχομένου- που ένιωθα ξεχωριστή χαρά κάθε φορά που τις έπαιρνα στα χέρια μου, προκειμένου να τις διαβάσω και επιμεληθώ για το έγκριτο περιοδικό μας. Οι εργασίες τού αείμνηστου συμπολίτη, αναφερόμενες, συνήθως, περί την ιστορία του Μητροπολιτικού μας Ναού, αποτελούν σήμερα ένα μεγάλο κεφάλαιο για τον τόπο και την ιστορία του, μια πηγή σπουδαία ιστορικών γνώσεων και πληροφοριών και μπορώ να πω ότι καταξιώνουν απεριόριστα τόσο τον τόπο, όσο και το Περιοδικό "Ενοριακή Παρουσία" του Μητροπολιτικού μας Ναού, στον οποίο εξίσου μεγάλη υπήρξε και η συμβολή του ως Επιτρόπου για δεκαετίες, έργο θεάρεστο, που συνεχίζει επάξια σήμερα η κόρη του κ. Αναστασία Μαρινάκη, Πρόεδρος του Συλλόγου Συμβολαιογράφων Κρήτης.
 Τα θερμά μου συλλυπητήρια στη αγαπητή μου σύζυγό του κ. Ανδριανή και στις δυο κόρες του, την Αναστασία και στον σύζυγό της, δήμαρχο Ρεθύμνου, κ. Γιώργο Μαρινάκη, καθώς και στη εκλεκτή συνάδελφο Αθηνά. Ευχόμαστε δε και προσευχόμαστε ο Κύριος να αναπαύσει Αυτόν και η μνήμη του να είναι αιωνία!

Η «Νυκτερινή Σχολή Ρεθύμνου»


Η «Νυκτερινή Σχολή Ρεθύμνου»
  
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

      
       Η «Νυκτερινή Σχολή Ρεθύμνου» απευθυνόταν στα εργαζόμενα και άπορα παιδιά, που δεν μπορούσαν να φοιτήσουν σε ένα από τα τέσσερα εξατάξια Δημοτικά Σχολεία τής πόλης. Για πρώτη φορά λειτούργησε επί Τουρκοκρατίας (περί το έτος 1887), με τη φροντίδα και δαπάνη τού τότε «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ρεθύμνης»
(1887- 1906[1]), που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία τού Κωνσταντίνου Εμμ. Πετυχάκη[2] και για αρκετά χρόνια προσέφερε πολλά και σπουδαία πράγματα στην πόλη τού Ρεθύμνου και αργότερα θεωρούνταν από τους Ρεθεμνιώτες ως το «αλήστου μνήμης» σωματείο, που δημιούργησε και έφερε στο φως μια πόλη με παντελή ανυπαρξία σωματειακής συνειδήσεως[3]. Μέλη τού εν λόγω Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου- όπως ο Γενικός αυτού Γραμματέας Γυμνασιάρχης Μ ι χ α ή λ  Π ρ ε β ε λ ά κ η ς- δίδασκαν επί πολλά έτη δωρεάν και στη Νυκτερινή Σχολή.
       Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους (1898), και στα χρόνια τής Κρητικής Πολιτείας, ο «Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος» εξακολούθησε να διατηρεί τη Νυκτερινή Σχολή, βοηθούμενος, πάντως, σε τούτο, από κάποιο σημείο και πέρα, και από τον Δήμο Ρεθύμνης, μέχρι που ο Δήμος φιλοτιμήθηκε και ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη συντήρησή της, λόγω οικονομικής αδυναμίας και δυσπραγίας τού Συλλόγου. Να σημειώσουμε, πάντως, ότι και στην περίπτωση αυτήν τής πλήρους καταβολής των εξόδων  από τον Δήμο Ρεθύμνης, ο Σύλλογος δεν έπαυσε ποτέ να έχει τη Σχολή υπό την πνευματική εποπτεία και κηδεμονία του. 
       Πολύ αργότερα, περί το έτος 1934, ο Δήμος αποφάσισε να αφαιρέσει την εποπτεία τής Σχολής από τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Ρεθύμνης που είχε, πλέον, εξασθενήσει σοβαρά (το έτος 1935 ο ιστορικός Σύλλογος είχε κιόλας διαλυθεί) και να την αναθέσει στην «Εταιρεία των Φίλων Ρεθύμνης», που τότε για πρώτη φορά είχε κάνει την εμφάνισή της στο πολιτιστικό γίγνεσθαι αυτού του τόπου ως ένα νέο και δυναμικό σωματείο, που υποσχόταν πολλά[4]. Όμως και το σωματείο αυτό πολύ σύντομα έμελλε να περιέλθει σε μεγάλη εξασθένιση και μαρασμό.
       Όταν μετά από λίγο καιρό ο Δήμος περιέκοψε τη χορηγία του προς τη Σχολή, σε μια προσπάθεια γενικότερης εξοικονόμησης χρημάτων[5], η «Εταιρεία των Φίλων» αδυνατούσε, πλέον, παντελώς να διαθέτει όλα τα λειτουργικά έξοδά της. Η Σχολή, πάντως, συνέχισε για ένα μικρό, ακόμα, χρονικό διάστημα να λειτουργεί με τριάντα, περίπου, μαθητές, χάρη στον ζήλο και τη συγκινητική φιλοτιμία τού δασκάλου της Εμμανουήλ Λινοξυλάκη, αλλά και την κρατική επιχορήγηση 10.000 δραχμών, που έλαβε κατόπιν εισήγησης τού Παντελή Πρεβελάκη, Διευθυντή τότε των «Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών», στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων[6].

Μιχάλης Πρεβελάκης  (αριστερά) με τον Ιω. Βογιατζάκη, φιλόλογο (δεξιά) 1924
       Το έτος 1938 ο Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Πρεβελάκις που πληροφορείται ότι η Σχολή κινδυνεύει να διακόψει οριστικά τη λειτουργία της κάνει θερμή έκκληση προς τον Δήμο Ρεθύμνου να επαναλάβει την οικονομική του βοήθεια προς αυτήν, αλλά και στους είκοσι, περίπου, δασκάλους τής πόλης τού Ρεθύμνου να φιλοτιμηθούν και να διδάξουν, τουλάχιστον οι νεότεροι εξ αυτών, δωρεάν στη Σχολή προκειμένου να συνεχίσει έτσι να λειτουργεί για «τους πτωχούς και αποκλήρους τούτους εργαζόμενους παίδας τής πόλεώς μας» και να διασώσει αυτούς από την αμάθεια και την πλήρη αγραμματοσύνη[7]. Το τέλος, όμως, της Σχολής είχε, πια, φθάσει οριστικά.                                 


[1]Πάντως, το 1906 ο Σύλλογος φέρεται να περιπίπτει σε αδράνεια και αιτία υπήρξε η αδιαφορία των μελών του. Αυτό, τουλάχιστον, ισχυρίζεται στη λογοδοσία της η Ιουλία Πετυχάκη, σύζυγος τού Ιδρυτή τού Συλλόγου Κωνσταντίνου Πετυχάκη και Ιδρύτρια και Αντιπρόεδρος, τον καιρό εκείνο, του «Συλλόγου Κυριών Ρεθύμνης» (Κρητική Επιθεώρησις φ. 183/3-3-1917), καθώς και τού «Λυκείου Ελληνίδων». Πάντως, ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος- και μετά το παραπάνω έτος 1906- φαίνεται ότι συνέχισε για αρκετά χρόνια- μέχρι, περίπου, και το έτος 1936- τη δράση του, υπολειτουργώντας, βέβαια, πάντοτε. Αυτό φαίνεται και από το παρόν άρθρο, που, μέχρι το 1933, περίπου, φέρεται να διατηρεί υπό την εποπτεία του τη Νυκτερινή Σχολή τής πόλεώς μας.  
[2] Βλ. σχετικά με τον Κωνσταντίνο Πετυχάκη και τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο: Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Ο Κωνσταντίνος Εμμ. Πετυχάκης (1853- 1929) και ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ρεθύμνης», Αναζητήσεις, περιοδική έκδοση Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ρεθύμνου, τ. 3-4 (1996), 99- 105.
[3] «Η Νυκτερινή Σχολή», Ο Τύπος 22-12-1936.
[4] Η ιδέα ίδρυσης τής Εταιρείας ανήκε στον Βασ. Καλαϊτζάκη, της εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρησις», με Διευθυντή, τότε, τον Ι. Σ. Καλαϊτζάκη. Το καταστατικό τής Εταιρείας δημοσιεύθηκε στην Κρητική Επιθεώρηση τής 3/7/1934. Η Εταιρεία είχε τα τμήματα: εορτασμού τής 8ης Νοεμβρίου, πνευματικής και καλλιτεχνικής κινήσεως, ερευνών, μελετών, εκδόσεων, εκπαιδεύσεως, υγιεινής, φιλανθρωπίας.
[5] Ο Δήμος στην προσπάθειά του αυτήν έσβηνε τα φώτα τής πόλης τη νύκτα, τού κωδωνοστασίου, των αποχωρητηρίων κ.λπ. («Η Νυκτερινή Σχολή», Ο Τύπος 22-12-1936).
[6] «Η Νυκτερινή Σχολή», Κρητική Επιθεώρησις 3-6- 1936 και Ο Τύπος με την ίδια ημερομηνία, όπου παρουσιάζεται η καθιερωμένη εορτή επί τη λήξει τού εκπαιδευτικού έτους, με την ευθύνη τού δασκάλου τής Σχολής Εμμ. Λινοξυλάκη.
[7] Μιχαήλ Πρεβελάκι, «Η Νυκτερινή Σχολή», Κρητική Επιθεώρησις 18-12-1938. Για τον Γυμνασιάρχη Μ. Πρεβελάκι βλ. Στεργίου Μιχ. Μανουρά, «Ο Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Γ. Πρεβελάκις, η πολιτιστική κίνηση στο Ρέθυμνο και οι κρητολογικές μελέτες», περιοδ., Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τ. 35 (Ιουλ.-Σεπτ. 1983, 179-185.