Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ * * * ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ- Ο ΑΔΗΣ



Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]


- 9ο


                ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ- Ο ΑΔΗΣ
                                             ( Α΄)



   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


            Αν και σε ορισμένα μοιρολόγια ο τόπος διαμονής του Χάρου και των νεκρών ορίζεται με ανθρωπομορφικούς όρους, σαν ένα σπίτι, δηλαδή, όπως και αυτά που έχουμε εδώ πάνω στη γη [οριζόμενο, συνήθως, με τις λέξεις γειτονιά, αυλή ή και πόρτα του Χάρου (το μέρος αντί του όλου), που έχει, μάλιστα, και κλειδιά και κλειδούχος του είναι αυτός ο ίδιος ο Χάρος], όμως, σε ορισμένα άλλα μοιρολόγια, το βασίλειο του Χάρου [ο Άδης (Νάδης), ο Κάτω Κόσμος] περιγράφεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον Απάνω Κόσμο. ως ένας τόπος, δηλαδή, φόβου, σκότους, αηδίας και φρικώδους αποστροφής, στον οποίο ο νεκρός φθάνει έπειτα από ένα μακρινό και με πολλά εμπόδια και κινδύνους ταξίδι (πβ. Γιοφύρι της Τρίχας, πύρινος ποταμός κ.λπ), κατεβαίνοντας τα «τριά σκαλιά του νάδη».
 
«Ο Χάροντας μ’ απάντηξε στα τριά σκαλιά του νάδη
κι έσερνε τσ’ άρχοντες λυτούς και τους φτωχούς δεμένους»[1] 

ή
 
 «Μια λυγερή μ’ απάντηξε στα τριά σκαλιά του Άδη,
   κι έλεγα πως θα μ’ ερωτά για μάνα γη για κύρη»[2].
 
          Στη δεξιά, περαιτέρω, μεριά του Άδη είναι φυτεμένο ένα κυπαρίσσι. Εκεί οι νέοι κρεμούν τα άρματά τους και οι νέες τα φουστάνια τους, μπαίνοντας, στη συνέχεια, γυμνοί στον κόσμο των σκιών[3] του Άδη. 
          Στο μοιρολόγι «Νέος θέλων να συναγωνισθεί μετά του Χάρωνος»[4] ένας νέος εκφράζει την επιθυμία του να πάει να βρει τον Χάρο, να συναγωνιστούν στο σημάδι και να τον ρωτήσει γιατί θανατώνει τόσον αδιάκριτα τους ανθρώπους. Στη συνέχεια τού εν λόγω μοιρολογιού, το βασίλειο του Χάρου περιγράφεται ως ένα μέρος παντελώς αντίθετο προς την πραγματικότητα της ζωής πάνω στη γη. ως ένα μέρος στενό, ξερό και θεοσκότεινο, γεμάτο με πηλά και βούρκα, χωρίς τόπους με χαρές, τραγούδια και παιγνίδι:
 
   «Επά στου Χάροντα τσ’ αυλές δεν είναι πρασινάδες,
   μηδέ και σημαδότοποι, δεν παίζουν μηδ’ αμάδες.
   Δεν είναι μηδέ χρυσά ραβδιά πού χουν οι αφεντάδες,
   μόνο είν’ βούρκα και πηλά γεμάτ’ αδικητάδες.
   Δεν είν’ τραγούδια για μικρά, παιγνίδια για μεγάλα,
   μηδέ και τα μωρά παιδιά δεν τρων’ στον άδη γάλα.
   Τη νύχτα κλαίνε για βυζί και την αυγή για πιάσμα,
   και τ’ αποδιαφωτίσματα για την καημένη μάννα»[5]
  
       Μετά την παραπάνω φρικώδη περιγραφή του Άδη από τον ποιητή ο νέος του μοιρολογιού φαίνεται πως, για μια στιγμή, «σκιάχτηκε» ότι ο Χάρος ετοιμαζόταν να τον πάρει κι εκείνον στο αφιλόξενο και θεοσκότεινο βασίλειό του. Ο τρόπος που ο νέος αντιδρά σε αυτό το ενδεχόμενο, καταφεύγοντας απελπισμένα στην αρωγή της εκκλησίας και την επίκληση των αγίων, φανερώνει το πόσο μισητός είναι για τον άνθρωπο ο Χάρος, ενώ η απάντηση του τελευταίου επιβεβαιώνει τη ρήση του Πινδάρου: «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον»
 
 «- Θωρώ κι αστράφτει και βροντά κι ’ναι σκοτεινιασμένα,
  κι ως φαίνεται παραμιλά ο Χάρος και για μένα.
  Σαράντ’ αγιοί βοηθάτε μου να φύγ’ απού το Χάρο,
  να σάσε κάμω λειτουργιά και τάσσιμο μεγάλο.
  - Σαράντ’ αγιούς κι αν έκραξες κι όσους πολλούς γυρέψεις,
  τσι λειτουργιές σου χάνεις τσι, μα μένα δεν μου φεύγεις. 
 
          Γενικά, ο κρητικός λαός φαντάζεται τον Άδη έχοντας στα μάτια του την προεικονιστική παράσταση του τάφου, του οποίου την εικόνα και εμπειρία έχει ολοζώντανη μπροστά του από την καθημερινή αναστροφή και πραγματικότητα της ζωής. Κάθε άνθρωπος μπροστά στον ανοιχτό τάφο βλέπει το σκότος, τη μούχλα, τους σκώληκες, τα γυμνά κόκαλα, το αραχνιασμένο μαύρο χώμα και τη φθορά, βλέπει αυτόν τον ίδιο τον Άδη με όλα του τα δεινά, σαν αντίθεση προς τη χαρά και το φως της ζωής και αναστενάζοντας συλλογίζεται με φιλοσοφική- μεταφυσική διάθεση:
 
 «Θωρώ τον κόσμο και δειλιώ τη γη κι αναδακρυώνω
   θωρώ και συλλογίζομαι ό άνθρωπος ήντά ναι,
   λυπούμαι και τα νιάτα μου και την παλικαριά μου,
   πως θα τα φά’ η μαύρη γη τ’ αραχνιασμένο μνήμα,
   στο λάκκο θα με βάλουνε να μου ξελησμονήσουν,
   οι φίλοι μου κι  οι γι’ εδικοί δε θα μ’ αναζητούσι,
   κι εμένα που δε μ’ έβανε κι ήταν στενός μ’ ο κόσμος,
   στο μνήμα θα με τρώγουσι τα ζούμπερα του Άδη,
   θα φάνε μάθια λαμπυρά, γλώσσα αηδονολαλούσα,
   θα φάνε μυαλό τση κεφαλής, πού’χε φωλιά η γνώση
   θα φάνε την καρδία μου, το φυλαχτό τσ’ αγάπης,
   θα φάνε πόδια γλήγορα, χέρια καμαρωμένα,
   όπου βαστούσαν τ’ άρματα, τσ’ εχθρούς αποζυγώναν
   τι γω μ’ όντε το θυμηθώ! ο άνθρωπος ήντα ναι!
   γιατί να ’ναι το τέλος του αραχνιασμένος Άδης!» [6].    
       
 
 
 
 
 
* Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων
 


________________________________________________________

[1] Βλαστός 1850, 1268, αρ. 47.
[2] Βλαστός 1850, 1242, αρ. 20.
[3] Παπαδογιάννης 1973, 137.
[4] Βλαστός 1850. 1251, αρ. 33.
[5] Σε παρόμοιο μοιρολόγι [Μήνυμα Νέου από τον Άδη (Βλαστός 1850, 1225, αρ. 4)] ο δημοτικός τραγουδιστής βάζει τον Νέο από τον Άδη να λέγει συμπληρωματικά στα παραπάνω:


      «Γιατ’ επά που ’μεσταν εμείς, στενά μάς είν’ ο τόπος.
      Δεν έχ’ ο άδης καπηλιά μηδέ και χαροκόπους,
      μηδέ χαρά οι γέροντες μηδ’ έρωτα η νιότη». 


       Η φράση του μοιρολογιού «στενός μάς είν’ ο τόπος» είναι, κατά τον Γ. Τσουδερό, ένα καθαρά κρητικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα του ορεσίβιου κρητικού, που σαν περήφανος αετός βιγλίζει τον κόσμο ολόγυρά του από τις πιο ψηλές βιγλοκορφές των Μαδάρων και του Ψηλορείτη και χαίρεται να βλέπει κάτω από τα πόδια του ηλιόλουστο το νησί του (Τσουδερός 1976, 162).                         
[6] «Η ματαιότης», Βλαστός 1850, 1246, αρ. 26. Πβ. και παραλλαγή αυτού του ίδιου μοιρολογιού στον Αντ. Γιανναράκη:


       «Θωρώ τον κόσμο και δειλιώ, τη γης κι αναστενάζω,
       πώς θα με βάλουνε στη γης, στ’ aραχνιασμένο Nάδη
       κι εκεί θενά πρεμαζωχτούν του Άδη τα σκουλήκια

       να φάνε πόδια γλήγορα, χέρια καμαρωμένα,

       να φάνε και τη γλώσσα μου, την αηδονολαλούσα»

                               Jeannarakis 1876, 142. αρ. 141.


ΧΑΡΗΣ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ * * * Η τροφή του Ρεθύμνου


ΧΑΡΗΣ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ

Η τροφή του Ρεθύμνου
Διατροφικές συνήθειες και γευστικές μνήμες

 [Εκδόση: Γραφοτεχνική Κρήτης, Ρέθυμνο 2018, σχ. 8ο (22Χ11), σσ. 154]

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
 http://ret-anadromes.blogspot.com

Ο φίλος Σχολικός Σύμβουλος κ. Χάρης Στρατιδάκης είναι γνωστός στην πόλη μας από το πλήθος των μελετών και των βιβλίων του, που αναφέρονται σε θέματα παιδαγωγικά, λαογραφικά και, κυρίως, Τοπικής Ιστορίας. Άνθρωπος με βαθιά γνώση του τόπου και του αντικειμένου ήδη από το έτος 1985, όταν άρχισε, το πρώτον, να συγγράφει, με τη σύζυγό του Αλκμήνη Μαλαγάρη, τον κλασικό, πλέον, για το Ρέθυμνο, «Οδηγό για την πόλη και τα περίχωρα», συνεχίζει και σήμερα το σημαντικό έργο του με μελέτες «ειδικότερες» για το Ρέθυμνο και την ιστορία του, όπως, για παράδειγμα, προηγούμενο βιβλίο του με τον τίτλο «Το  Ρέθυμνο του Τρόμου». Στο ίδιο μήκος κινείται και στην ίδια σειρά θεωρώ ότι ανήκει και το βιβλίο του που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, με τον τίτλο: «Η τροφή του Ρεθύμνου» και υπότιτλο: «Διατροφικές συνήθειες και γευστικές μνήμες».

      Η μετατόπιση, τον τελευταίο καιρό, του ενδιαφέροντος της Τοπικής Ιστορίας από τα σημαντικότερα στα ασήμαντα του καθημερινού βίου και πολιτισμού και από τους σπουδαίους και επώνυμους στις αφανείς και ανώνυμες πλειοψηφίες του λαού, συμβάλλει ουσιαστικά στην προσωπική και ιστορική ανάπτυξη του ανθρώπου, με έναν διαφορετικό από τους συνήθεις, που ακολουθεί η επίσημη ιστορία, τρόπους.

     Με τον τρόπο αυτόν λειτουργεί και το τελευταίο βιβλίο του Χ. Στρατιδάκη, που προσφέρει στον αναγνώστη του με έναν ξεχωριστό βιωματικό τρόπο τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι ο σύγχρονος ιστορικός ορίζοντας του στενότερου και ευρύτερου περιβάλλοντός του είναι στενά συνδεδεμένος με την ίδια του την προσωπική ύπαρξη και παρουσία του στη ζωή. Εξάλλου, και η συγγραφή αυτή είναι αποκύημα των γνωστών βιωματικών περιηγήσεων και περιπατητικών ξεναγήσεων του συγγραφέα στα πλαίσια των Ημερών του Ρεθύμνου, μιαν ελκυστική στους συμπολίτες μας μαθησιακή διαδικασία, γιατί- όπως πιστεύει και ο συγγραφέας- είναι ζωντανή, ευχάριστη, αναφέρεται στον γενέθλιο τόπο, καλλιεργεί τη βιωματικότητα και περιλαμβάνει την αλληλοτροφοδότηση από τους περιπατητές, εφόσον συνδυάζεται με αμεσότερες προσπάθειες ανασύνθεσης και αναδημιουργίας του τοπικού ιστορικού παρελθόντος.

     Μέχρι στιγμής, και για την ιστορία του τόπου, να σημειωθεί, ότι, ανάμεσα στις άλλες, έχουν πραγματοποιηθεί περιηγήσεις και στον μνημειακό πλούτο του Ρεθύμνου, στην ανατολική και δυτική ακτογραμμή του, στα ενάλια σπήλαια του Ατσιπόπουλου, στις αυλές και στα θυρώματα, στα τείχη της Φορτέτζας, στο Ρέθυμνο του Παντελή Πρεβελάκη.

     Η τελευταία περιήγηση με τον τίτλο «ανιχνεύοντας την ιστορία της γεύσης στην Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου», που πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαΐου 2015 στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Ημέρες Ρεθύμνου», σημείωσε απρόσμενη επιτυχία, τόσο για τους διοργανωτές, τον Σύλλογο Κατοίκων Παλιάς Πόλης, όσο και για τον εμψυχωτή της και συγγραφέα του ανά χείρας πονήματος.

 Το βιβλίο αναφέρεται σε ογδόντα (80), συνολικά, στάσεις, που συνοδεύονται από χάρτη και την πορεία προσέγγισης της καθεμιάς. Κάθε στάση περιλαμβάνει σύντομη καταγραφή, εικονογράφηση, τον αριθμό και την ακριβή θέση της, τον εντοπισμό της ιστορικής περιόδου στην οποία εντάσσεται και τη βασική βιβλιογραφία. Η εξέταση του θέματος γίνεται διαχρονικά, ο τόπος δε εστιάζεται σε όλο το εύρος της ανθρωπογενούς, στο εν λόγω είδος, δραστηριότητας, όπως:  στα εστιατόρια των ξενοδοχείων, στα λαϊκά εστιατόρια, μαγέρικα, χάνια, γαλακτοπωλεία, καφενεία, ζαχαροπλαστεία, σφαγεία, ποτοποιεία, σφαγεία, αγγειοπλαστεία, αγωγούς ύδρευσης, πηγάδια, λαϊκές αγορές και γεωργοκτηνοτροφικές εκθέσεις, υπολείμματα όλα μιας παλαιότερης δόξας, παρελαύνουν δίπλα σε γιορτές, ιστορικά γεγονότα, θρησκευτικές προκαταλήψεις και λοιπές πολιτιστικές μνήμες.

   Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, το παρουσιαζόμενο βιβλίο μπορεί να γίνει πραγματικά απολαυστικό και «χορταστικό» μόνο μέσα στο πεδίο του. στους δρόμους και στα σοκάκια της πόλης, με τα χρώματα, τις μυρωδιές και τις γεύσεις τους! Τι έτρωγαν οι Μινωίτες της περιοχής του Ρεθύμνου, πώς ψάρευαν στη Βενετοκρατία, τι μαγείρευαν την εποχή των Οθωμανών, ποιος τάιζε τα σπουργίτια αυτής της πόλης, ποιος έψηνε το καλύτερο γιουβέτσι, πότε άνοιξε το πρώτο σουπερ μάρκετ και γιατί, αλήθεια, οι κήποι της πόλης αυτής έμεναν κρυμμένοι. Τελειώνοντας την περιήγηση, το βιβλίο προχωρεί περαιτέρω, αναζητώντας και καταλήγοντας στα πώς και στα γιατί της σύγχρονης γαστρονομικής μας ταυτότητας.

Πολύ χρήσιμη, επίσης, η (ρεθεμνιώτικη) Βιβλιογραφία, καθώς και η αναφορά της βασικής, κάθε φορά, βιβλιογραφικής πηγής για κάθε λήμμα χωριστά (στάση στη συγκεκριμένη περίπτωση ξενάγησης). Δεν μπορώ, τέλος, να μη σταματήσω σε ορισμένες σελίδες του βιβλίου με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όπως, για παράδειγμα, τις σελ. 30- 31 με τους πλανόδιους μικροπωλητές του παλιού Ρεθύμνου, τη σελ. 39 με τους παλιούς κινηματογράφους, τις σελ. 78- 79 με τη ρεθεμνιώτικη προκυμαία της καλοκαιριάτικης αναψυχής σε όλα τα στάδια της διαχρονικής ύπαρξής της (9 φωτογραφίες), τη σελ. 101 με τα μεγαλομπακάλικα της παλιάς πόλης, που σαν ένα από αυτά ήταν και αυτό του πατέρα μου στη Μεγάλη Πόρτα, από το οποίο διατηρώ πολλές και ωραίες αναμνήσεις και, τέλος, στις σελ. 114- 115 τις περίφημες καλλιτεχνικές πετρόκτιστες κρήνες από τις οποίες υδρευόταν το παλιό Ρέθυμνο.    

Θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον φίλο συγγραφέα- ως συντελεστή και διοργανωτή του λαμπρού αυτού θεσμού στην πόλη μας- Χάρη Στρατιδάκη. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στον τόπο του είναι, νομίζουμε, αυτή που καθοδηγεί τις προσπάθειές του. Η προσπάθειά του είναι ανάγκη βαθιά εσωτερική και αντανακλά το περίσσευμα της καρδιάς του. Χωρίς κανένα δισταγμό μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το φωτισμένο ενδιαφέρον ορισμένων ανθρώπων, το γνήσιο συναίσθημα ευθύνης του καθενός μας απέναντι στους συμπολίτες του, η ολοπρόθυμη συνεργασία με τους άλλους για ανώτερους σκοπούς και ιδανικά αποτελούν την ασφαλέστερη βάση και δικλείδα για την προαγωγή και ιστορική και πνευματική ανάπτυξη και καταξίωση ενός τόπου.   

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ *** *ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ * * ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΟΜΙΛΗΤΗ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

__________________________________________________________

*ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ*

ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΕΚΔΗΛΩΣΗΜΕ

 ΟΜΙΛΗΤΗ

ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΓΙΑ 

ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ 


Τήν Τετάρτη 17η Ὀκτωβρίου 2018, στήν αἴθουσα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Τεσσάρων Μαρτύρων τῆς πόλεως Ρεθύμνης, πραγματοποιήθηκε, ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, ἐκδήλωση μέ ὁμιλητή τόν κ. Κωστή Ἠλ. Παπαδάκη, φιλόλογο-θεολόγο-συγγραφέα, καί θέμα: «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης καί ἡ ἐπέκταση τῆς λατρείας του κατά τά χρόνια τῆς Ἑνετοκρατίας στό Ρέθυμνο καί στήν Ἱερά Μονή τοῦ Σωτῆρος Κουμπέ, Ρεθύμνου».

Ὁ κ. Παπαδάκης, ἀφοῦ ἀναφέρθηκε στό βίο καί τήν πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου καί τῶν 98 συνασκητῶν του πατέρων, παρουσίασε μέ σαφήνεια καί τεκμηριωμένα τά ἱστορικά ἐκεῖνα στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν ὅτι ἀμέσως μόλις ἀναγνωρίστηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ Ἐρημίτου, κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς Ἑνετοκρατίας,  ἡ τιμή πρός ἐκεῖνον ἐπεκτάθηκε καί στό Ρέθυμνο μέ ἐπίκεντρο τήν Ἱερά Μονή τοῦ Σωτῆρος Κουμπέ, Ρεθύμνου. Ὁ ὁμιλητής ἐμπλούτισε τήν ὁμιλία του μέ προβολή σχετικῶν εἰκόνων.
        Κλείνοντας τήν ἐκδήλωση, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε τόν κ. Παπαδάκη γιά τήν ἐξαιρετική ὁμιλία του καί ἐξέφρασε τή χαρά του πού πλέον στήν Ἱερά Μονή Σωτῆρος Κουμπέ θά τιμᾶται, μαζί μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο, καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης, στόν ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο τό δεύτερο κλίτος τοῦ Καθολικοῦ κατά τούς χρόνους τῆς Ἑνετοκρατίας.Στήν ἐκδήλωση παρέστησαν κληρικοί καί ἀρκετοί ἄνθρωποι τοῦ τόπου μας καθώς καί ὁ Ἀντιστυνταγματάρχης κ. Ἐμμανουήλ Μυστράκης, Διοικητής τοῦ Τάγματος Ἐθνοφυλακῆς Ρεθύμνης.

Ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΚΑΙ Η Επέκταση της τιμής προς εκείνον κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας στο Ρέθυμνο και στην Ι. Μονή του Σωτήρος Κουμπέ, Ρεθύμνου




                                                         

Ο ΑΓΙΟΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ
ΚΑΙ Η Επέκταση της τιμησ προς εκείνον κατά τα χρονια της ενετοκρατιασ στο Ρέθυμνο
και στην ι. μονη του σωτηρος κουμπε, ρεθύμνου



Σεβασμιώτατε, Άγιε Ηγούμενε, Σεβαστοί Πατέρες και Αδελφές της  Μονής του Σωτήρος, Κυρίες και Κύριοι,

Η ομιλία μου- όπως θα έχετε, ήδη, από τον τίτλο αντιληφθεί - αποτελείται από δύο μέρη:
α) το συναξαριακό, που αναφέρεται στον Βίο και την Πολιτεία του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου και
β) το ιστορικό, που αναφέρεται στην επέκταση της τιμής και αναγνώρισης του Ερημίτου ως Αγίου από τον τόπο της άθλησής του, το Ακρωτήρι, Χανίων, και εδώ στον νομό Ρεθύμνου και ειδικότερα στην Ι. Μονή του Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ.  
Πριν από οκτώ χρόνια είχα γράψει το βιβλίο μου για την Ι. Μ. του Σωτήρος (Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού Κουμπέ Ρεθύμνου και ο νεότερος ιδρυτής της Νέστωρ Ι. Βασσάλος ο Διονυσιάτης, Ρέθυμνο 2011, σελ. 243), με το οποίο απεδείκνυα ότι της εν λόγω Μονής, στα χρόνια της Ενετοκρατίας, το ένα κλίτος ήταν αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη. Καρπός του βιβλίου μου αυτού είναι η σημερινή μας ομιλία, με την οποία η Μονή του Σωτήρος εισάγει και επίσημα, πλέον, με τις ευλογίες και της Εκκλησίας, το απολυτίκιο τού εν λόγω μεγάλου Αγίου στις καθημερινές ακολουθίες της, ανακαλύπτοντας και πάλι τις αναγεννησιακές της ρίζες και ενθυμούμενη τον τότε πρώτο ηγούμενό της Φιλόθεο Φωκά.


1.    Ακολουθίες του Αγίου

 Βασική πηγή ἄντλησης πληροφοριῶν γιά τό πρόσωπο καί τή δράση του αγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτη εἶναι ἡ ἀκολουθία του, πού, γιά πρώτη φορά, ἐκδόθηκε στή Βενετία το 1782, με ἐπιμέλεια του Γεωργίου Βελημᾶ και επανεκδόθηκε το 1787, μέ δαπάνη τοῦ ἱερομονάχου Ἰωάσαφ Καπετανάκη- Γαβαλᾶ, προηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Γουβερνέτου (εικ. 2). Σε αυτήν την έκδοση, του 1787, προστέθηκε και η απόφαση του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρη, που καθόριζε τον εορτασμό των Αγίων Πατέρων στις 7 Οκτωβρίου, ημερομηνία που έγινε δεκτή και με την ψήφο της Ιεράς του Πατριαρχείου Συνόδου, στα 1632.
Ἡ ἀκολουθία ἐπανεκδόθηκε στήν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου το έτος 1857, μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ, ἐπίσης, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γουβερνέτου, Ἰωσήφ. Αναδημοσιεύθηκε καί στήν Ἱερά Σύνοψη τοῦ Στυλιανοῦ Ἀλεξίου (σελ. 291- 294). Στα 1877 άλλη ἀκολουθία τοῦ Ὁσίου συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο «Ακολουθίαι» (σελ. 101- 138), που εκδόθηκε στήν Ἀθήνα μέ ἐπιμέλεια καί δαπάνη τοῦ ἐπισκόπου Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Ἰλαρίωνος, που το αφιέρωσε στον Μητροπολίτη Κρήτης Σωφρόνιο. Η Ακολουθία αυτή ἐπανεκδόθηκε στόν Πειραιά τό ἔτος 1953. Η ακολουθία του Γεωργίου Βελημά (του 1787) εμπεριέχεται και στο Κρητικόν Λειμωνάριον, Ἀθήνα 1984, του μακαριστού Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Τίτου Μ. Συλλιγαρδάκη (σελ. 79- 99).

       Πρέπει, πάντως, στο σημείο αυτό, να σημειώσουμε ότι η ἀρχαιότερη σωζόμενη ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου- καί ἡ μοναδική χειρόγραφη πού ὑπάρχει- βρίσκεται στόν κώδικα Ε 110, τῆς Ἱ. Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, χρονολογούμενη ἀπό τό β΄ μισό τοῦ 17ου αἰώνα, ἀντίθετα πρός τίς λοιπές ἐκδεδομένες ἀκολουθίες τοῦ Ἁγίου (πού μόλις σημειώσαμε), πού ὅλες ἄρχονται ἀπό τό ἔτος 1782 (Γεώργιος Βελημᾶς) και έχουν, προφανώς, όλες ως βάση τους αυτήν την παλαιότατη χειρόγραφη.
  
     2.   Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 συνασκητές του Πατέρες (συναξαριακά στοιχεία)

Ο Ιωάννης ο Ερημίτης καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε περί το έτος 1550. Ἔδρασε στήν, Κύπρο, τήν Ἀττάλεια καί τήν Κρήτη, στήν ὁποία ὁδηγήθηκε μαζί μέ ἄλλους ἐνενήντα οκτώ ἁγίους Πατέρες, οι οποίοι, μαζί με τον Ιωάννη, συμπλήρωναν τον άριθμό ενενήντα εννιά. Για τον άριθμό αυτόν 99 των αγίων Πατέρων, στην ακολουθία τους αναφέρεται χαρακτηριστικά ο εξής συμβολισμός. ότι, δηλαδή, «έχοντες τόν Χριστόν ὡς κεφαλήν ἀπετέλουν πλήρη ἑκατοντάδα».



      Ἡ περιπετειώδης ἄφιξη τῶν ἁγίων ενενήντα οκτώ Πατέρων και του Ιωάννου του Ερημίτου στήν Κρήτη ἀπό τουρκοκρατούμενες ἤ ἀπειλούμενες ἀπό τούς Τούρκους περιοχές (Μικρά Ἀσία, Αἴγυπτο, Κύπρο) δέν θά πρέπει, ασφαλώς, νά εἶναι ἄσχετη μέ τίς ἱστορικές συνθῆκες τῶν χρόνων ἐκείνων. Σύμφωνα, πάντως, μέ τό συναξάρι τους, στήν Κρήτη οἱ Ἅγιοι κατέληξαν ἕνεκεν τῆς μεγάλης τους ταπεινοφροσύνης καί προκειμένου νά βροῦν τόπο μοναχικής ἡσυχίας και προσευχής. γιατί σέ ὅποιον τόπο, λέγει, κι ἄν πήγαιναν παντοῦ τούς ἀκολουθοῦσε ἡ μεγάλη τους φήμη, ὥστε «συνέτρεχον πολλοί… πολλούς γάρ ἀσθενεῖς καί κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευον… καί παρεκάλουν τόν Θεόν νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἁρμόδιον, ὥστε νά μή τούς βλέπωσιν οἱ ἄνθρωποι καί τούς δοξάζωσι, διότι πολλά τούς εὐφημοῦσαν οἱ ἄνθρωποι …καί δέν ἤθελον τήν δόξαν καί τόν ἔπαινον τῶν ἀνθρώπων».
Έτσι, ο Ιωάννης και τριάντα πέντε ακόμα Αιγύπτιοι ασκητές ξεκίνησαν από την Αίγυπτο και πήγαν στην Κύπρο, ακολουθώντας πιστά τα λόγια του Θεού προς τον πατριάρχη Αβραάμ: «έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην την οποίαν θέλω σοι δείξει…». Και εδώ, όμως, στην Κύπρο ταχέως διαδόθηκε η φήμη της αγιότητάς τους σε ολόκληρο το νησί. Πολλοί προσέρχονταν προς αυτούς, γιατί ωφελούνταν ψυχικά και σωματικά και πολλοί ασθενείς θεραπεύονταν. Εκεί, στην Κύπρο, βρισκόντουσαν και άλλοι τριάντα εννέα Πατέρες σε διάφορους τόπους του νησιού, ζώντας, επίσης, ασκητικά. Όταν άκουσαν την άρετήν των οσίων που ήλθαν από την Αίγυπτο, πήγαν και αυτοί και συνενώθηκαν μαζί τους, ζώντας, τώρα, όλοι μαζί, ζωή ενάρετη και ασκητική. Έπειτα, επιθυμώντας και οι Κύπριοι να απομακρυνθούν από την πατρίδα τους- σύμφωνα με τον παραπάνω παλαιοδιαθηκικό του Θεού προς τον Αβραάμ λόγο- αναχώρησαν και από την Κύπρο και μετέβησαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αττάλεια, λιμάνι όπου, κατά την αρχαιότητα, βρισκόταν η Παμφυλία. Εκεί συνάντησαν άλλους είκοσι τέσσερις αναχωρητές, που συνενώθηκαν και εκείνοι μαζί τους και έτσι ο χορός των οσίων Πατέρων έφθασε στους ενενήντα εννέα, «έχοντες δε καί τόν Χριστόν ὡς κεφαλήν ἀπετέλουν»- όπως είπαμε παραπάνω- «πλήρη ἑκατοντάδα». Αφού παρέμειναν και στην Αττάλεια για λίγο καιρό και βλέποντας ο Θεός τον πόθο και την επιθυμία τους να βρουν ακόμα μεγαλύτερη ησυχία σε τόπο ξένο και αρμόδιο, μακριά από τις επευφημίες και τη δόξα των ανθρώπων, τους οδήγησε να αναχωρήσουν και από την Αττάλεια και να έλθουν στην Κρήτη, τελικό σταθμό και προορισμό της οδοιπορίας τους.

Εικ. 3. Το δρομολόγιο των Αγίων Πατέρων από την Αίγυπτο μέχρι την Κρήτη
Μπήκαν, λοιπόν, όλοι μαζί σε ένα πλοίο, αλλά, μετά από λίγες μέρες, όταν, πια, πλησίαζαν στις ακτές της Κρήτης, τους έτυχε σφοδρός εναντίος άνεμος- σαν και τον Ευροκλύδωνα του Αποστόλου Παύλου- ώστε δεν μπόρεσαν να προσορμιστούν σε αυτήν και κινδύνεψε, μάλιστα, να συντριβεί και το πλοίο που τους μετέφερε. Αξίζει να πούμε, στο σημείο αυτό, ότι οι Πατέρες είχαν σκοπό να αποβιβαστούν στο ανατολικότερο άκρο της Μεγαλονήσου, στη Σητεία, που βρίσκεται πλησιέστερα προς τη Μικρά Ασία, απ’ όπου και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Η φουρτούνα, όμως, τους ανάγκασε να τραβήξουν νότια και ύστερα δυτικά και έτσι, περνώντας από Ιεράπετρα και Καλούς Λιμένες, κατάφεραν να αράξουν σε κάποιο μικρό κολπίσκο τής νήσου Γαύδου (τής περίφημης ομηρικής Ωγυγίας), όπου διέμειναν για εικοσιτέσσερις μέρες) (εικ. 4).

Εικ. 4Ο ναός των Αγίων Πατέρων στη νήσο Γαύδο
Όταν έγινε γαλήνη, μπήκαν και πάλι στο πλοίο και αναχώρησαν για την Κρήτη. Θέλοντας, όμως, ο Θεός να δοξάσει τον Ιωάννη και να φανερώσει στους ανθρώπους την αρετή του, τον «σκέπασε»- λέγει το συναξάριό τους- εκεί όπου κοιμόταν και δεν τον είδαν οι άλλοι συνασκητές του όταν αναχώρησαν ότι απέμεινε πίσω, στη Γαύδο. Όπως, περαιτέρω, αναγράφεται στο ίδιο κείμενο αυτό συνέβη κατά θείαν παραχώρησιν και οικονομίαν, προκειμένου, δηλαδή, ο Θεός να δείξει στους Κρητικούς τη δύναμή Του και να τους διδάξει ότι περισσότερο μπορεί να βοηθά τους δούλους του με μια ράβδο και ένα ράσο, παρόσον μπορούσαν να βοηθούν τους Κρητικούς τα ξίφη και τα ακόντια εναντίον των Ενετών δυναστών που τους κυριαρχούσαν. Και αυτό τους το δίδαξε με το θαύμα που αμέσως μετά ακολούθησε.
Ο Ιωάννης, δηλαδή, όταν είδε ότι οι συνασκητές αδελφοί του είχαν αποχωρήσει από τη Γαύδο και τους άκουσε από μακριά, από την απέναντι στεριά της Κρήτης, που του φώναζαν «γεγονυία τη φωνή», με μεγάλη και αδίστακτη προς τον Θεό πίστη: «Αδελφέ Ιωάννη, ελθέ προς ημάς αφόβως και μη δειλιάσης»- πλησίασε στον αιγιαλό και, αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και σφράγισε τα νερά της θάλασσας με το σημείο του σταυρού, άπλωσε το ράσο του επάνω τους (εικ. 5). Ανέβηκε σε αυτό, σαν να επιβιβαζόταν σε βάρκα, και άρχισε να πλέει προς την απέναντι στεριά, από της τρίτης μέχρι της έκτης ώρας. Και «ούτω πλέων και ψάλλων (μας λέγει το συναξάρι τού Οσίου), «δι’ άπνοος πανίου» (ωδή δ΄) έτρεχεν αδιστάκτως προς τους Αδελφούς» αυτού, οπότε αβλαβής έφθασε στη νήσο Κρήτη, στην περιοχή Γιανισκάρι, κοντά στους Ανύδρους. Εκεί τον υποδέχθηκαν οι λοιποί αδελφοί του συνασκητές, «έδωκεν αυτώ ο πρώτος των Αδελφών την δεξιάν και ασπασάμενοι αυτόν άπαντες έψαλλον .τω συνδέσμω τής αγάπης συνδεόμενοι οι ανάξιοι τω δεσπόζοντι των όλων εαυτούς αναθέμεθα, ευαγγελιζόμενοι πάσιν ειρήνην». Από εκεί και μέσω του Αζωγυριανού φαραγγιού (εικ. 6) οι Πατέρες έφθασαν στο χωριό Αζωγυρές.
 
Εικ. 5. Ο Ιωάννης πλέων από την Γαύδο προς την Κρήτη

Εικ. 6. Το Αζωγυριανό φαράγγι


     Εδῶ, στό χωριό Ἀζωγυρές Σελίνου, ως γνωστόν, φέρεται ότι έδρασε και ο Ιωάννης ο Ξένος (εικ. 7 και 7α). Εδώ βρήκαν το ποθούμενον μέρος, στη θέση που ονομάζεται της Μεγάλης Πέτρας του Χάρακος. Εδώ διέμειναν με ησυχία και προσευχή, η δε τροφή τους ήταν από σκινόκαρπο, κεράτια και χόρτα της γης. Αλλά, επειδή το σπήλαιο όπου διέμεναν ήταν μικρό και δεν χωρούσαν όλοι μαζί, μοιράστηκαν στα δύο και οι μεν τριάντα έξι πέρασαν στην απένατι του ποταμού όχθη, σε ένα άλλο σπήλαιο, οι υπόλοιποι δε έμειναν στο πρώτο σπήλαιο μέχρι το τέλος της ζωής τους (εικ. 8).

Εικ. 7. Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος
Εικ. 7α. Αζωγυρές: Ο ναός των αγίων 99 Πατέρων
Εικ. 8. Σπηλιές και ασκητήρια στον Αζωγυρέ

       Και ενώ οι λοιποί Πατέρες ήταν ευχαριστημένοι με το κοινόβιο που είχαν εγκαθιδρύσει εκεί, στον Αζωγυρέ, ο Ιωάννης που ήταν θερμός υποστηρικτής του απόλυτου μοναχικού βίου, θεωρούσε την παρουσία ακόμη και των σεβασμίων εκείνων αδελφών εμπόδιο στην προσπάθεια μιας ολόψυχης αφιερώσεως και επικοινωνίας με τον Θεό, θέλοντας «μόνος μόνω Θεώ προσεύχεσθαι». Ανακοινώνει, λοιπόν, την επιθυμία του προς τους αδελφούς του Πατέρες και εκείνοι, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, του έδωκαν την άδεια να αναχωρήσει, κάνοντας την παρακάτω προσευχή προς τόν Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, επειδή Ιωάννης, ο ημέτερος αδελφός, μέλλει να αναχωρήση από ημάς, οδήγησον αυτόν να διέλθη την ζωήν του εν ειρήνη και ησυχία και αξίωσον ημάς, Δέσποτα των απάντων, τήν ἡμέραν καθ’ ήν ἡ χάρις σου οικονομήσει νά πληρώσῃ ὁ εἷς ἐξ ημών τό τέλος τῆς παρούσης ζωῆς, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ (αξίωσον ημάς, Δέσποτα) νά δώσωμεν το κοινόν χρέος της μεταστάσεως πάντες, και σύναξον ημάς συν αυτώ εις την ουράνιόν σου βασιλείαν. Αμήν».




          Ο Ιωάννης, λοιπόν, αναχώρησε από την αδελφότητά του στον Αζωγυρέ Σελίνου κι έφθασε στό Ἀκρωτήρι Κυδωνίας (Κύαμον στήν ἀρχαιότητα, Μελέχας κατά τήν Ἑνετοκρατία), πλησίον τῆς Μονῆς Γουβερνέτου (παλαιοῦ Γδερνέτου) (εικ. 9). Ἐκεῖ, πάνω ἀπό τό στενότερο σημεῖο ἑνός μεγάλου καί ὁρμητικοῦ χειμάρρου, στίς πλαγιές τοῦ ὁποίου, σωστές ἀετοφωλιές, βρίσκονται κλιμακωτά οἱ πανάρχαιες σκῆτες, πού, ἀνέκαθεν, ἀποτέλεσαν χῶρο συγκέντρωσης ἐρημιτῶν στήν περιοχή τῆς Κυδωνίας, βρίσκεται ἡ παλιά, ἡ ἀρχική μονή τοῦ Γδερνέτου, γνωστή σήμερα ὡς Καθολικό (εικ. 10). Ἐκεῖ βρίσκεται καί τό περίφημο σπήλαιο τοῦ αγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου, ὄμορφο, μέ πολλούς καί ὑπερμεγέθεις σταλακτίτες καί σταλαγμίτες, 150 μέτρα μῆκος, 40 μέτρα πλάτος καί κυμαινόμενο ἀπό 3 ἕως 20 μέτρα ὕψος.

Εικ. 9. Η Μονή του Γδερνέτου (Γουβερνέτου)- Ακρωτήρι 



                              Εικ. 10, 11 και 12. Διαφορετικές απόψεις του Καθολικού
 
Αὐτή ἡ παλιά μονή (Καθολικό)- σύμφωνα μέ τήν παράδοση- ἀργότερα μεταφέρθηκε στή σημερινή της θέση, λίγο πιο πάνω καί σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τήν παλιά, μέσα στήν ἀγκάλη καί τό διάφανο φῶς τοῦ γαληνοῦ ακρωτηριανοῦ ὀροπεδίου, και, ἀπό τήν ἵδρυσή της, ταυτίστηκε ἀπόλυτα μέ τόν ὅσιο Ἰωάννη τόν Ἐρημίτη καί ἐνῶ τιμᾶται στήν Κυρία Θεοτόκο («Κυρία τῶν Ἀγγέλων»), ὅμως, ἀπ’ ὅλους ἀκούγεται, μέχρι καί σήμερα, ὡς ἡ «Μονή τοῦ αγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου», ο οποίος λατρεύεται στο αριστερό παρεκκλήσι της, όπου, μέσα σε παλαιά λειψανοθήκη, φυλάσσεται και η τιμία κάρα του.
   Ἡ ἀρχαιολογική, πάντως, πραγματικότητα εἶναι, σήμερα, ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τήν παράδοση αὐτήν, ἀφοῦ, τελικά, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μονή τοῦ Γουβερνέτου (εικ. 13)- πού ἱδρύθηκε ἀνάμεσα στά ἔτη 1537 καί 1548, σύμφωνα μέ τίς δύο ἐπιγραφές στό ὑπέρθυρο τῆς κυρίας εἰσόδου τῆς Μονῆς- εἶναι παλιότερη τοῦ Καθολικοῦ πού ἱδρύθηκε ἀρκετά μεταγενέστερα, ἀνάμεσα στά τελευταία χρόνια τοῦ 16ου αἰώνα καί τό ἔτος 1618, ὡς ἐξάρτημα-προσκύνημα τῆς μονῆς Γουβερνέτου. Στή συνέχεια, τό ἐν λόγω Καθολικό, στό βάθος τοῦ φαραγγιοῦ, ἀποτελοῦσε προσκύνημα καί κέντρο λατρείας τοῦ Ὁσίου μέχρι, περίπου, τόν 18ο αἰώνα, ὁπότε τό κέντρο λατρείας τοῦ Ὁσίου ἐπαναμεταφέρθηκε στήν Ἱ. Μονή Γουβερνέτου.


Εικ. 13. Η  Ι. Μονή Γουβερνέτου
Εδώ ο Ιωάννης (εικ. 14), ἐρημίτης τωόντι, μέ τήν ἀκριβή τῆς λέξεως σημασία, καί ἐραστής τῆς μονώσεως, ἀφοῦ, οὐσιαστικά, γιά νά ἐπιτύχει περισσότερη μόνωση γιά προσευχή και νηστεία, ἀποκόπηκε ἀπό τή συνοδεία τῶν ἐνενήντα οκτώ συνασκητῶν του Πατέρων, ἔζησε ἀπομονωμένος, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ» και «αγγέλων ομοδίαιτος (γενόμενος)» (ωδή δ΄), μέ ὑπέρμετρη ἄσκηση, προσευχή και νηστεία, τρεφόμενος τον μεν χειμώνα με χόρτα της γης, το δε καλοκαίρι με σκινόκαρπο και αγριοκέρατα, ακολουθώντας πιστά τον λόγο του συγγραφέα της Κλίμακος: «όταν θλίβεται η κοιλία ταπεινώνεται η καρδία». Ο όσιος από την εξαντλητική νηστεία στην οποία υπέβαλλε εαυτόν αδυνάτισε τόσο πολύ, ώστε έχασε παντελώς τις δυνάμεις του και δεν μπορούσε, πλέον, να στέκεται στα πόδια του όρθιος, αλλά περπατούσε σκυφτός σαν τετράποδο. και "τετραποδίζων ως ζώον και διάγων βίον αγγελικόν" έβρεχε «δάκρυσι» μετανοίας νυχθημερόν τα βράχια του σπηλαίου όπου διέμενε.

Εικ. 14. Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης


Μια μέρα, λοιπόν- ήταν η έκτη Οκτωβρίου- όταν ο Θεός έμελλε να παραλάβει τον Ιωάννη. Εξήλθε στην εξοχή, όπως έκανε καθημερινά, για να εξοικονομήσει τη συνηθισμένη του τροφή, όταν ένας νέος και «επιτήδειος εις το τόξον» βοσκός προβάτων, που κυνηγούσε στο σημείο εκείνο, τόν ἐξέλαβε ὡς θήραμα, σκυφτός μέ τά τέσσερα ὅπως περπατοῦσε, και, κατά λάθος, τον τόξευσε καίρια στο μέρος της καρδιάς (εικ. 1). Ο Ιωάννης κατάλαβε ότι είχε φθάσει, πλέον, το τέλος και παρακάλεσε τον Θεό να τον αξιώσει να φθάσει στο σπήλαιο όπου διέμενε, παρά τό Αὐλάκι. Ο κυνηγός έτρεξε αμέσως για να βρει και να πάρει το θήραμα, όπως νόμιζε, και τότε μόνο κατάλαβε το τραγικό λάθος του, όταν, ακολουθώντας τις σταγόνες του αίματός του, βρήκε τον Άγιο κατάκοιτο στο σπήλαιο, βαριά τραυματισμένο και αιμόφυρτο από το θανατηφόρο βέλος του, το οποίο βρισκόταν, ακόμα, μπηγμένο στη θέση της καρδιάς του (εικ. 15). 


 Και ο Άγιος, με ταπεινή και ήρεμη φωνή, του λέγει: «Ο Θεός ο άγιος τέκνον μου, όστις αγαπά την σωτηρίαν των ανθρώπων, να σου δώσει μετάνοιαν και να σου συγχωρήση το αμάρτημα όπερ έκαμες σήμερον εις εμέ τον ανάξιον αυτού δούλον και να σε αξιώση της αυτού Βασιλείας, αμήν».
Λέγεται, μάλιστα,  ότι ο εν λόγω βοσκός έγινε, στη συνέχεια, και ο πρώτος κήρυκας της αγιότητος του τρωθέντος, από το δικό του βέλος, άγνωστου αυτού ασκητή, βεβαιωθείς σε τούτο από το έκπαγλο φως που είδε να εκπέμπεται μέσα στο σπήλαιο κατά την κοίμησή του (εικ. 16).

Εικ. 15. Η τόξευση του Αγίου από τον νεαρό βοσκό

                          Εικ. 16. Η κοίμηση του Αγίου στο σπήλαιο του Καθολικού

7.    Ο κοινός θάνατος και των 99  Πατέρων 


          Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου και των ενενήντα οκτώ συνασκητών του Πατέρων ἑορτάζεται στίς 7- ἀντί τῆς 6ης - Ὀκτωβρίου, γιά τή μνήμη τοῦ ἁγίου καί ἀποστόλου Θωμᾶ, πού τιμᾶται κατά τήν ἡμέρα αὐτήν. Κατά τό συναξάρι τους, ὁ Ἰωάννης καί οἱ ἐνενήντα οκτώ συνασκητές του Πατέρες κοιμήθηκαν ὅλοι μαζί τήν 6ην Ὀκτωβρίου, από την τρίτη ώρα της ημέρας έως την εβδόμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσαν ἐπιθυμίαν τους καί κοινή προς τόν Κύριο προσευχή τους, δηλαδή: «τήν ἡμέραν ὅπου ἡ χάρις Του εὐδοκήσει νά πληρώσῃ ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τό τέλος τῆς παρούσης ζωῆς, ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ νά ἀξιώσῃ αὐτούς ὁ Κύριος νά δώσωσιν ὅλοι τό κοινόν χρέος τοῦ θανάτου». Και ως έλεγαν κάποιοι εντόπιοι, άλλους τους έβλεπες καθιστούς και ακουμπισμένους στα ραβδιά τους, άλλους προσευχόμενους και άλλους γονατιστούς ή κοιμώμενους να παραδίνουν ταυτόχρονα τις μακάριες ψυχές τους στον Κύριο, σύμφωνα με την εκφρασθείσα επιθυμία και προσευχή τους.
Πρόκειται για ένα γεγονός μοναδικό στα συναξάρια της Εκκλησίας, ειρηνικής κατάληξης πολλών αγίων μαζί. Αντίθετα, στα συναξάρια είναι πολύ συνήθη τα ομαδικά μαρτύρια. Γι’ αυτό, η ειρηνική κατάληξη, εδώ, πολλών ανθρώπων μαζί θεωρήθηκε ως σημείο της αγιότητας των Πατέρων του Ιωάννη του Ερημίτου, που αποδεικνύει, ακριβώς, τα έργα της πίστης και του «δεσμού της αγάπης», όπως κατά την ημέρα αυτήν η Εκκλησία γηθοσύνως υμνεί:

Χορὸς πολυάριθμος, τῶν Ἀσκητῶν τοῦ Χριστοῦ, λαμπρῶς συγκροτούμενος, τῷ τῆς ἀγάπης δεσμῶ, ἐν Κρήτῃ ἐξέλαμψεν ἔνθα καὶ ὁμοφρόνως, ἐνασκήσαντες πίστει, πάντες μία ἡμέρα, μετετέθησαν ἄνω, πρεσβεύοντες Χριστῷ τῷ Θεῷ, δοῦναι πάσιν ημὶν συγχώρησιν (εικ. 17)

Εικ. 17. Ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Πατέρες
   8. Ο Ιωάννης τιμάται τοπικά στην Κρήτη κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας


       Ἡ πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης στά 1453 στούς Ὀθωμανούς Τούρκους δραστηριοποίησε τούς Ἑνετούς, γιατί τώρα ἦταν περισσότερο ἀπό βέβαιο ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα καί ἡ Κρήτη θά ἀκολουθοῦσε τήν τύχη τῆς Βασιλεύουσας. Ἡ στρατολόγηση τῶν Κρητῶν ἀπό τούς Ἑνετούς ἐπέφερε ἀναταραχή στό νησί, πού ἔγινε ἀκόμα μεγαλύτερη ὅταν ἀγγάρευσαν ὁλόκληρο σχεδόν τόν πληθυσμό τοῦ νησιοῦ γιά τήν ἐπισκευή ἤ τή δημιουργία νέων κάστρων, ὅπως συνέβη καί στό Ρέθυμνο μέ τήν ἀνοικοδόμηση τοῦ φρουρίου τῆς Φορτέτσας (1540-1570). Σέ αὐτούς, λοιπόν, τούς δύσκολους καί ταραγμένους χρόνους φαίνεται νά ἀναφέρεται ὁ συντάκτης τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου ὅτι ἔζησε ἀσκητικά καί ὡς μάρτυς Κυρίου τελεύτησε τόν βίο. Σέ αὐτούς τούς ταραγμένους χρόνους τῆς Κρήτης -στό πρῶτο μισό τοῦ 16ου αἰώνα, πού «…πάντες ἐξώκειλαν εἰς μέγα βάθος μοχθηρίας καί τύρβας σωματικάς διά τάς ἀλλεπαλλήλους ἐπιδρομάς καί συχνάς ἀναστατώσεις τοῦ παναθλίου ἡμῶν γένους…»- ὁ Θεός ἀπέστειλε στήν Κρήτη- στήν ὁποία δέσποζαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἅγιοι καί ἡ Ἐκκλησία τους- τήν εὐλογία Του, τήν ἀρωγή καί παραμυθία Του, τόν ὅσιο Ἰωάννη τόν Ἐρημίτη καί τούς «σύν αὐτῷ ἐνενήκοντα ὀκτώ Θεοφόρους Πατέρας», προκειμένου νά δείξει τή δύναμή του στούς Κρητικούς, ὅτι, δηλαδή, περισσότερο βοηθάει αὐτούς πού τόν σέβονται καί τόν ἀγαποῦν, παρά αὐτούς πού βαστοῦν σπαθιά καί κοντάρια καί σκοτώνουν τούς ἀνθρώπους, ἐννοώντας, ἀσφαλῶς, τούς Ἑνετούς κατακτητές τοῦ νησιοῦ.
         Σέ τέτοιες, ἀσφαλῶς, πεποιθήσεις ὀφειλόταν ἡ εὐρεία διάδοση των τιμητικών προς τον Άγιο εκδηλώσεων με την ανέγερση και αφιέρωση ναών, πού παρατηρήθηκε στά χρόνια αὐτά τῆς ὕστερης Ἑνετοκρατίας. Εἶχε, περαιτέρω, σύμφωνα καί μέ τό συναξάρι του, ἀμέσως μετά τόν βίαιο θάνατό του, περιτρέξει ἡ φήμη του ὅλη τήν Κρήτη ὡς μεγάλου αγίου και θαυματουργοῦ, ὥστε «ἐπορεύετο πλῆθος λαοῦ καί ἐπροσκύνουν αὐτόν καί ὅλοι οἱ μετά πίστεως προσερχόμενοι ἐλάμβανον τῶν παθῶν αὐτῶν τήν ἴασιν». Γιατί ο όσιος Ιωάννης πιστεύται ότι εισακούει όσους τον επικαλούνται με πίστη και θεωρείται, μάλιστα, ως ειδικός θεράπων των ασθενειών τού αίματος  και της λευχαιμίας.
             Πολλές παραδόσεις- ενδιαφέρουσες από λαογραφικής άποψης- έχει ο πιστός λαός δημιουργήσει γύρω από το ιερό σπήλαιο στο οποίο κοιμήθηκε ο Ιωάννης ο Ερημίτης και τα διάφορα τμήματα αυτού. Στην είσοδο τού σπηλαίου ανοίγονται δυο μικρές γουρνίτσες σκαλισμένες στην πέτρα σαν γουδιά. Η παράδοση αναφέρει ότι αυτά ήταν τα «πιάτα» τού ερημίτη Αγίου, στα οποία έβαζε το λιγοστό φαγητό του. Οι προσκυνητές σήμερα τα θεωρούν ευλογημένα και βάζουν φαγητό ή νερό, για να τα καταναλώσουν και να έχουν την ευλογία τού Αγίου και να τύχουν θαυματουργικής θεραπείας σε ασθένειά τους. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι όποιος εισέλθει στο σπήλαιο με πίστη δεν πρόκειται να λερωθεί από τη λάσπη που δημιουργείται από τη μόνιμη σταγονορροή, όσο κι αν συρθεί στους βράχους  και το δάπεδο τού σπηλαίου. Αντίθετα, οι άπιστοι ή οι αμαρτωλοί, αν το επιχειρήσουν, θα λασπωθούν και μάλιστα σε βαθμό ανάλογο με τις αμαρτίες τους. Επίσης, στην είσοδο τής σπηλιάς, και κυρίως πάνω από αυτήν, σε φυσικά κοιλώματα ή παταράκια, φυτρώνουν διάφορα βότανα και άλλα φυτά. Εκεί φυτρώνει κάθε χρόνο κι ένας κατάλευκος κρίνος από τότε που καθαγιάσθηκε το σπήλαιο με την κοίμηση τού ερημίτη Αγίου. Λένε, μάλιστα, ότι άλλος παρόμοιος κρίνος δεν φύεται σε όλη τη συγκεκριμένη περιοχή. Τέλος, τα σκαλιά που φέρνουν από πάνω μέχρι την είσοδο τής σπηλιάς τού Οσίου, μέσα στο βάθος τού αγιοφάραγγου, λένε πως κανείς μέχρι σήμερα δεν τα μέτρησε σωστά, γιατί πάντα όταν ξεπεράσει τον αριθμό εκατό χάνει τον λογαριασμό. Άλλη παραλλαγή τής παράδοσης αυτής λέγει πως ποτέ δυο άνθρωποι δεν συμφώνησαν στον αριθμό, γιατί καθένας τα βγάζει και διαφορετικά[1].        
Από όλα αυτά τα πλουσιότατα λαογραφικά στοιχεία, που τα καταγράφουμε (και από εκεί τα μεταφέρω εδώ) στο πρόσφατα εκδοθέν από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, της Αθήνας, βιβλίο μας «Λαϊκή Πίστη και Λατρεία», φανερώνεται, νομίζω, επακριβώς, το μέγεθος της αγάπης και της λατρείας που ο απλός κρητικός λαός επέδειξε προς το πρόπωπο του Αγίου. Ἀρχίζουν, λοιπόν, νά οἰκοδομοῦνται ναοί σέ γειτονικούς τοῦ Ἀκρωτηρίου χώρους καί, μάλιστα, πολύ πρίν ἀπό τήν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, το έτος 1632, που έγινε μέ σιγιλλιώδες γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, πρώην Ἀλεξανδρείας, τοῦ ἐπιλεγομένου Κρητός καί εἴκοσι ἑνός ἀρχιερέων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Ρεθύμνιος, ἀπό τήν Ἀξό Μυλοποτάμου, ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πατελάρος, Μητροπολίτης, τόν καιρό ἐκεῖνο, Θεσσαλονίκης, αλλά και ο άλλος Κρητικός λόγιος ιεράρχης, Μελέτιος Παντόγαλος, Μητροπολίτης Εφέσου.


               9.  Περαιτέρω επέκταση των τιμητικών προς τον Ιωάννη τον Ερημίτη εκδηλώσεων και στον νομό Ρεθύμνου κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας


Έτσι, η αναγνώριση της αγιότητας του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου από πολύ ενωρίς και σχεδόν ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του, στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας, επεκτάθηκε από το Ακρωτήρι των Χανίων και στην πόλη του Ρεθύμνου και πιο συγκεκριμένα στη γειτονική, κατέναντι του Ακρωτηρίου, Ιερά Μονή του Σωτήρος Χριστού, στη συνοικία του Κουμπέ. Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση ναού του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου, που μας είναι γνωστή από τα χρόνια της Ενετοκρατίας στο Ρέθυμνο και που είχε παντελώς λησμονηθεί στις μέρες μας, λόγω της καταστροφής της Μονής από τους Τούρκους, στα πρώτα, κιόλας, χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Μόνο πρόσφατα (2005), ανεγέρθηκε και δεύτερος ναός προς τιμήν τού εν λόγω Αγίου στον νομό Ρεθύμνου, από τον Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, στους χώρους του Επισκοπείου, στο Σπήλι Αγίου Βασιλείου, προκειμένου να τιμήσει τον άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη, αλλά και τη γενέτειρά του, Σπηλιά Κισάμου Χανίων, κοντά στο Κολυμπάρι, όπου υπάρχει μεγάλος σπηλαιώδης ναός του Αγίου, που ένεκα τούτου ονομάζεται και Σπηλιανός, με συγκρότημα προσκυνημάτων και φιλοξενίας[2].
             Όμως, στο σημείο αυτό, ενδιαφέρει, νομίζω, να σημειώσουμε ότι, πέραν των δύο παραπάνω ναών του εν λόγω Αγίου στον νομό Ρεθύμνου [του ενός υπαρκτού σήμερα (στο Σπήλι), του άλλου βεβαιωμένου από την ιστορική έρευνα (στην Ι. Μονή του Σωτήρος Κουμπέ)]- υπάρχει μαρτυρία, μέσω της… λαϊκής, τη φορά αυτήν, παράδοσης, ύπαρξης και άλλου, τρίτου, ναού αφιερωμένου, αυτού του τελευταίου, στον άγιο Θεόδωρο, κτισμένου, όμως, από δύο από τους Πατέρες του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου. Και ιδού πώς έχει αυτή η τελευταία, εν πολλοίς άγνωστη, παράδοση. ο πρώην Νομάρχης Ρεθύμνου, Αλέξανδρος Κ. Χατζηγάκης, αναφέρει ότι στο χωριό Γεράνι υπάρχει το βουνό που ακούει στο όνομα Πετρές, γνωστό και από τον ομώνυμο ποταμό Πετρέ, στον βόρειο οδικό άξονα που ενώνει το Ρέθυμο με τα Χανιά. Στη βορεινή πλευρά του Πετρέ υπάρχει η θέση Αζωυρές ή Αζωγυρές, λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα και μέσα σε μικρή κοιλάδα, πλαισιωμένη από μεγάλα βράχια, ελιές και αγριολίδια. Εκεί υπάρχει και το ερειπωμένο εκκλησάκι του αγίου Θεοδώρου, με λίγα κελλιά και αυτά καταστραμμένα από το πέρασμα του χρόνου και την κακομεταχείριση των τσομπάνηδων που βόσκουν δίπλα του τα γιδοπρόβατά τους. Η παράδοση, λοιπόν, αναφέρει ότι το μοναστήρι αυτό ιδρύθηκε από δύο Πατέρες, από τους 98 που πρωτοβγήκαν στην Κρήτη με τον Ιωάννη τον Ερημίτη. Αυτοί, συνεχίζει η εν λόγω ενδιαφέρουσα παράδοση, έκαναν και το γεφύρι που ενώνει το Ρέθυμνο με τα Χανιά (εικ. 18). Σε κατοπινούς, όμως, χρόνους ήλθαν οι Κουρσάροι που κατάστρεψαν και το μοναστήρι και το γεφύρι.


Εικ. 18. Προσομοίωση του Γιοφυριού των δύο Αγίων Πατέρων στον Πετρέ
          Είναι προφανές ότι την παράδοση αυτήν δημιούργησε η απλή συνωνυμία του τόπου (τοπωνυμίου: Αζωγυρές) του Πετρέ (Γερανίου), με τον τόπο (χωριό: Αζωγυρές), επαρχίας Σελίνου Χανίων, όπου ασκήτεψαν οι 98 άγιοι Πατέρες του Ιωάννου του Ερημίτου. Όμως, πρόκειται για ένα τοπωνύμιο τόσο σύνηθες ανά την κρητική ύπαιθρο, λόγω της αφθονίας τού εν λόγω φυτού[3], ώστε να κάνει την παρούσα παράδοση όλως απίθανη και, προφανώς, υπερβολική, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες παραδόσεις. Όμως και αυτή η απλή ύπαρξη στο στόμα του λαού μας μιας τέτοιας όμορφης παράδοσης δεν παύει, για μας, να δημιουργεί έναν ακόμα, τρίτο, δεσμό του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου- και στη συγκεκριμένη περίπτωση δύο αδελφών του Πατέρων- με τον νομό Ρεθύμνου.
Την παράδοση αυτή- για το κτίσιμο από τους δύο Πατέρες του Αζωγυρέ του γεφυριού παρά το Γεράνι- διασώζει και πολύστιχο δημοτικό τραγούδι (παραλογή), το οποίο παραθέτει ο Αλέξανδρος Χατζηγάκης- χωρίς, πάντως, σε κανένα του σημείο, να αναφέρει τη μετοχή στο κτίσιμό του (του γιοφυριού) και των εν λόγω δύο Πατέρων του Αζωγυρέ. Το τραγούδι, στο βασικό του νόημα, είναι πιστή μεταφορά του γνωστού ανά το πανελλήνιον ανάλογου δημοτικού τραγουδιού για το «Γιοφύρι της Άρτας». Το γεφύρι, δηλαδή, που γκρεμίζεται και τη λύση, στο αδιέξοδο που δημιουργείται, ανακοινώνει το πουλάκι (με τη θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα). Παρατηρούνται, επίσης, και κάποιες διαφοροποιήσεις, προς προσαρμογή του τραγουδιού στο συγκεκριμένο γεφύρι του Ρεθύμνου. Πάντως, οι δυο άλλες αδελφές της γυναίκας του πρωτομάστορα, εδώ, στο «Γιοφύρι του Πετρέ», των αγίων Πατέρων του αγίου Ιωάννου του Ερημίτου, δεν φέρονται να στεριώνουν άλλα μεγάλα γιοφύρια, όπως στην παραλλαγή του «Γιοφυριού της Άρτας». 



                     Στην πέρα μπάντα των Χανιώ στη μπόδε του Ρεθέμνους
                     Καμάρα θεμελιώσανε σαράντα δυο μαστόροι
                     Ένα πουλάκι πέρασε στην πόδα (sic) της Καμάρας
                     -Επά καμάρα μη σταθή, καμάρα μη στηρίξη
                     Εκτός να βάλλουν άνθρωπο να την αναβαστήξη
                     Μήτε κουτσό, μήτε στραβό, μήτε και διακονιάρη
                     Παρά του (πρωτο)μάστορα το πρώτο το στεφάνι.
                     ………………………………………………….
                     -Τρεις αδερφίδες είμαστε κι οι τρεις μας κακομοίρες
                      Η μια επήγε από φωτιά κι άλλη από μαχαίρι
                      Κι εγώ το κακαρίζικο ο πόδας της καμάρας
                      Εσύ το σφακολούλουδο πάρε την ομορφιά μου
                      Να μην την πάρει θηλυκό νάχη τα βάσανά μου.
                      ……………………………………………………….
          


ΙΙΙ. Αφιέρωση του ενός κλίτους της Ι. Μονής του Σωτήρος Κουμπέ Ρεθύμνου στον άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη, κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας
                        
Η παρέκκλιση αυτή ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ἐρημίτη, τῆς ῾Ενετοκρατίας, στόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, τῶν ἡμερῶν μας, ἀφορᾶ στή σημερινή μόνο- Β΄ περίοδο ζωῆς καί δράσης του Μοναστηριού (εικ. 19)- καί ὀφείλεται στο γεγονός, αφενός, ότι η πρώτη αυτή αφιέρωση της Μονής στον Ιωάννη τον Ερημίτη είχε, στο μεταξύ, λησμονηθεί, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της Μονής από τους Τούρκους το έτος 1645, αλλ’ αφετέρου και στο γεγονός της ανεύρεσης, στά ἐρείπια τοῦ παλιοῦ ναοῦ της Ενετοκρατίας, της σημερινής εφεστίου εἰκόνας τοῦ τιμίου Προδρόμου, από τον νεότερο κτίτορα της Μονής, Γέροντα Νέστορα Βασσάλο (1935)[5]. Πρέπει, πάντως, να συνέτεινε στην αλλαγή αυτή από τον Ιωάννη τον Ερημίτη στον Ιωάννη τον Πρόδρομο καί τό γεγονός ὅτι ἡ Ἱ. Μονή τῆς μετανοίας του νεότερου Ιδρυτή της Μονής -ἡ Μονή Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους- στό ὄνομα τοῦ τιμίου Προδρόμου τιμᾶται καί αὐτή.


Εικ. 19. Η Ι. Μονή του Σωτήρος, Κουμπέ
    Αυτό, όμως, αποτελεῖ, θεωρούμε, τιμή καί δόξα γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ἐρημίτη, ὁ ὁποῖος, στίς μέρες μας, παραχώρησε τή θέση του, στό ἱερό θυσιαστήριο της Μονής του Σωτήρος στόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, «τον μέγιστον ἐν προφήταις»[6] καί τῶν Ἀποστόλων την ἀπαρχή, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε νά ἀγγίξει μέ τά χέρια του τήν «Κορυφήν τοῦ Δεσπότου» καί μέ τόν δάκτυλό του νά δείξει αυτόν τόν ἴδιο τόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, απευθύνοντάς Του τόν εὐαγγελικό λόγο: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»[7].
Ως προς τα ιστορικά δεδομένα της έρευνάς μας, θεωροῦμε, περαιτέρω, ὅτι ἡ ἵδρυση της Μονής τοῦ Σωτῆρος περί τα μέσα τοῦ 16ου αἰώνα[8] (εικ. 20) συμπίπτει μέ τήν ἀρχή τῆς αναγνώρισης της αγιότητας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἐρημίτου, στή Μονή τοῦ Γουβερνέτου, στό κατέναντι αυτής Ἀκρωτήρι και την ταχεία εξάπλωσή της ανά τη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Ὁπότε, πιστεύουμε ὅτι, ταυτόχρονα μέ τήν ἵδρυσή της, ἡ Ἱ. Μονή τοῦ Σωτῆρος, Κουμπέ, ἀφιερώνει τό ἕνα ἀπό τά δύο της κλίτη στόν νεοφανή, τότε, ακρωτηριανό ἅγιο Ἰωάννη τόν Ἐρημίτη, τήν ἀρωγή- όπως πίστευαν οι Κρητικοί- καί παραμυθία τοῦ Θεοῦ πρός τούς Κρῆτες στούς ταραγμένους ἐκείνους χρόνους τῆς ενετικής κυριαρχίας. Ὑπῆρχε, ἐξάλλου, και πάγια πρακτική κατά τά χρόνια τῆς Ἑνετοκρατίας νά κτίζουν ναούς καί νά τούς ἀφιερώνουν σέ παρακείμενους, γειτνιάζοντες σέ αὐτούς Ἁγίους[9]. Και παρακείμενος αλλά και γειτνιάζων Άγιος και στην περίπτωσή της Ι. Μονής του Σωτήρος Χριστού, αλλά και νεοφανής, όπως είπαμε, τον καιρό εκείνο, ήταν, ασφαλώς, ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης, που, σε ευθεία γραμμή, βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα από το κατέναντι της και  λίαν ευκρινώς ορώμενον Ακρωτήριο, τον τόπο άθλησης και κοίμησής του.


Εικ. 20. Ρέθυμνο 1620. Με το βέλος διακρίνεται ο δίκλιτος ναός της Μονής του Σωτήρος κατά την Ενετοκρατία

 Χαρακτηριστικό, τέλος, ότι την αναγραφή «San Giovanni Eremita», που εντοπίσαμε στους βενετσιάνικους χάρτες για το μικρό ακρωτήριο (όπου σήμερα το στρατόπεδο), στα πόδια της Μονής του Σωτήρος[10], Κουμπέ, την ίδια ακριβώς αναγραφή («San Giovanni Eremita») εντοπίσαμε και στο σύνολο, σχεδόν, των χαρτών της Ενετοκρατίας, και στην περιοχή του Ακρωτηρίου Χανίων, όπου έζησε και κοιμήθηκε ο Ιωάννης ο Ερημίτης[11]. Και το πράγμα αυτό, με τα κοινά, δηλαδή, τοπωνύμια στις εν λόγω περιοχές, σαφώς, θεωρούμε ότι φανερώνει τον ενιαίο χώρο της πρώτης αναγνώρισης και επέκτασης της αγιότητας του Οσίου από το Ακρωτήρι προς το Ρέθυμνο, στα ανατολικά.   

Σεβασμιώτατε,
Η Ι. Μονή του Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ, σήμερα, ανακαλύπτει και πάλι τις αναγεννησιακές ρίζες της και ενθυμείται τον πρώτο ηγούμενό της Φ ι λ ό θ ε ο   Φ ω κ ά και επαναφέρει- με αυτήν του Σωτήρος Χριστού (και του Ιωάννου του Προδρόμου)- και την τιμή του αγίου Ι ω ά ν ν ο υ  του   Ε ρ η μ ί τ ο υ, τίμιο λείψανο του οποίου κατέχει ως πολύτιμο κειμήλιο στο ιερό θησαυροφυλάκειό της. Φιλοτέχνησεν, μάλιστα, και θαυμάσια ψηφιδωτή του Οσίου εικόνα (εικ. 21), στον αύλιό της Μονής χώρο, σε μορφή δεήσεως, με τον Κύριο εν μέσω των δύο Ιωάννηδων (του Προδρόμου και του Ερημίτου), θείων της Ιεράς μονής προστατών (εικ. 22). Τελευταία, επίσης, η Ι. Μονή φιλοτέχνησε και άλλην εικόνα του Ερημίτου, στο κεντρικό του καθολικού προσκυνητάρι, στον εικονογραφικό τύπο της περίφημης εικόνας του Αγίου από τον σιναΐτη ιερομόναχο Ιερεμία Παλλαδά, που ζούσε κι εργαζόταν στον Χάνδακα (απ’ όπου και καταγόταν), ενός από τους πιο φημισμένους αγιογράφους της εποχής του.
Τέλος, από σήμερα, οι Μοναχές προσθέτουν και ψάλλουν κατά τη θεία Λειτουργία και το απολυτίκιο του Αγίου μαζί με αυτά της ι. Μεταμορφώσεως και του τ. Προδρόμου, μνημονεύουσες αυτόν και επικαλούμενες την θείαν προστασίαν και βοήθειάν του στις ιερές ακολουθίες και τα καθημερινά διακονήματά τους.

Εικ. 21. Ψηφιδωτό σε μορφή Δεήσεως, στον αύλειο της μονής χώρο

Εικ. 22. Ιωάννης ο
Ερημίτης - Ψηφιδωτό Ι. Μ. Σωτήρος







11. 


        
   


        Από το «Κρητικον Πανάγιον»,
   Κυρίλλου ιερομονάχου



Μετανάστης Κυρίου, τη αγάπη γενόμενος,
Ουρανοπολίτης ως πέλων, Ιωάννη ισάγγελε,
Μετήλθες βιοτήν ασκητικήν, και βέλεσι ποιμένος
τοξευθείς, ων επόθησας το πέρας, εν ευφροσύνη
κατέλαβες. Δόξα τω σε καλέσαντι Χριστώ, δόξα τω
σοι συνεργήσαντι, δόξα τω παρασχόντι σε φρουρόν,
τη Κρήτη άγρυπνον.

Σας ευχαριστώ!


Φωτογραφίες από την ομιλία στην αίθουσα του ι, ναού των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, Ρεθύμνου



Ο ομιλητής Κωστής Ηλ. Παπαδάκης








Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιος




____________________________________________

[1] Αντώνη Πλυμάκη, «Σπήλαιο Οσίου Ιωάννη τού Ερημίτη», εφημ. Ελευθερία, Ρέθυμνο, 4-11/ 10/ 2003.
[3] Πρόκειται για θάμνο με πολύ άσχημη μυρωδιά (αρχ. ανάγυρις, ο). Ακούγεται και αζόυρος και αζογυρέας (ο) και αζόγερας. Ίσως, μτγν. Οζόγυρος < από αρχ. ρ. όζω= μυρίζω + αρχ. ανάγυρος (= η βρωμοξυλιά).
[4] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού Κουμπέ Ρεθύμνου και ο νεότερος ιδρυτής της Νέστωρ Ι. Βασσάλος ο Διονυσιάτης, Ρέθυμνο 2011, 39- 45
[5]῾Η μικρή, βέβαια, εἰκόνα τοῦ τιμίου Προδρόμου πού βρῆκε ὁ Νέστωρ, σέ καμιά περίπτωση δέν ἐπιβεβαιώνει ὅτι καί ὁ ναός τῆς Ἑνετοκρατίας ἦταν ἀφιερωμένος στόν τίμιο Πρόδρομο, ἀφοῦ δέν ἀφορᾶ σέ μεγάλη δεσποτική ἤ, ἔστω, κεντρική προσκυνηματική τοῦ ναοῦ εἰκόνα, αλλά σέ μιά ἁπλή μικρή εἰκόνα ἁγίου (14Χ22 εκ.), ἀπό τίς δεκάδες πού κοσμοῦν τόν κάθε ὀρθόδοξο ναό.
[6] Ἁγ. Κυρίλλου Ἰεροσολύμων, Κατήχησις 10, 19.
[7]  Λουκ. γ΄, 2-18 καί Ιω. α΄, 29.
[8] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, ό.π. (σημ. 60), 33-35.
[9] Κάτι παρόμοιο, αν προσέξουμε, θα δούμε ότι συμβαίνει καί μέ τίς σκοπιές καί τούς προμαχῶνες τῆς βενετσιάνικης Φορτέτζας του Ρεθύμνου, πού, ἐπίσης, τούς ἔχουν δοθεῖ ὀνόματα παρακείμενων, γειτονικῶν, σέ αὐτούς ἐκκλησιῶν και Αγίων (τηλεφωνική πληροφορία κ. Ἰωάννας Στεριώτου, τήν ὁποία καί ἀπό τή θέση αὐτήν θερμά εὐχαριστῶ).
[10] Αλλά και στη βενετσιάνικη σκοπιά (San Giovanni Eremita) στους Πετσακάδες (Κουμπέ) Ρεθύμνου (βλ. εικόνες πέντε βενετσιάνικων χαρτών με την εν λόγω αναγραφή στον Αντώνη Γ. Πλυμάκη, Στα βήματα του Οσίου Ιωάννη του Ερημίτη, Χανιά 2015, 133- 134).
[11] Βλ. εικόνες πέντε βενετσιάνικων χαρτών με την εν λόγω αναγραφή στον Αντώνη Γ. Πλυμάκη, Στα βήματα του Οσίου Ιωάννη του Ερημίτη, Χανιά 2015, 133- 134.