ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ * ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ * * * «Θέλω να ζήσω!»

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ

ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

 

                                                 «Θέλω να ζήσω!» 

[Εκδόσεις «Επιστροφή», Ναύπλιο Οκτώβριος 2020, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 116]

 

               ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, πέραν των άλλων αρετών που διαθέτει, είναι και ένας πολυγραφότατος συγγραφέας τριών, τουλάχιστον, δεκάδων βιβλίων. Είναι αυτός που με τα βιβλία του ανέδειξε και έκανε γνωστό ανά τον ορθόδοξο ελληνισμό τον σύγχρονο Ρώσο άγιο Λουκά, Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας και Καθηγητή της Ανατομίας και Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο του, με τον τίτλο «Θέλω να ζήσω». Όπως αμέσως, από τον τίτλο, γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για ένα βιβλίο, που, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, γράφτηκε από ποιμαντική αγωνία και ευθύνη, με σκοπό να βοηθήσει όσες γυναίκες βρίσκονται σε αδιέξοδο μπροστά στον ερχομό στον κόσμο μιας νέας…. ανεπιθύμητης (!), δυστυχώς, ύπαρξης. Με λόγια απλά και υψηλό αίσθημα ευθύνης, χωρίς επιστημονικές αναλύσεις και περιστροφές αλλά με αρκετά περιστατικά από τη ζωή, ο Ιεράρχης συγγραφέας επιδιώκει να προβληματίσει και να ξυπνήσει ναρκωμένες ανθρώπινες συνειδήσεις, που αντιμετωπίζουν ένα τόσο σοβαρό θέμα ζωής με ελαφρότητα σκέψης, ανεμελιά και επιπολαιότητα. Και ελπίζει, με τον τρόπο αυτόν, να περιοριστεί, έστω και στο ελάχιστο, η τρομακτική αυτή γενοκτονία της εποχής μας. Γιατί, δυστυχώς, ο Μινώταυρος που τρώγει τα παιδιά μας συνεχίζει και στις μέρες μας να ζει και ο Καιάδας και σε αυτόν τον 21ο αιώνα να βασιλεύει!

Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικά τολμηρό που χρησιμοποιεί τόσο σκληρή γλώσσα, όσο σκληρό και αποτρόπαιο είναι και το έγκλημα της άμβλωσης που διαπραγματεύεται, σε μια κοινωνία απάνθρωπη, που στον βωμό του συμφέροντος και της ανεύθυνης απόλαυσης δέχεται να θυσιάζει εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, απαιτώντας, μάλιστα, το «δικαίωμά» της αυτό να το έχει και να το ασκεί ελεύθερα και όλως ανενόχλητα. Αυτή, όμως, η ίδια κοινωνία καταδικάζει (και πολύ καλά το κάνει) σε βαρύτατες ποινές αυτούς που κακοποιούν ένα ζώο, την ίδια στιγμή που επιτρέπει- τι αντιφατικό, οξύμωρο και αντικρουόμενο σχήμα, αλήθεια- την κακοποίηση και δολοφονία αγέννητων ανθρώπων βρεφικής ηλικίας!

Και το βιβλίο συνεχίζει με ενδιαφέρουσες μαρτυρίες γυναικών και ειδικών ψυχολόγων και νευρολόγων ιατρών για τα ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες μετά από μια επέμβαση άμβλωσης. Ενδιαφέρον, επίσης, και το κεφάλαιο που ασχολείται με περιπτώσεις γνωστών μορφών της κοινωνίας μας που γλύτωσαν, ως εκ θαύματος, ως ανεπιθύμητα παιδιά, από άμβλωση και σήμερα διαπρέπουν και προσφέρουν τα μέγιστα στην κοινωνία, όπως η διάσημη βυζαντινολόγος- ιστορικός Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, Πρόεδρος των Πρυτάνεων των Πανεπιστημίων της Γαλλίας και ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος Γιαννουλάτος, εκπληκτική προσωπικότητα, με το γνωστό πολύπλευρο και πολυθαύμαστο έργο του για τον πονεμένο άνθρωπο και την Εκκλησία.

Και ο συγγραφέας προχωρεί σε μια λεπτομερειακή αναφορά στη γνωστή ταινία «Σιωπηλή Κραυγή» (μέσα δεκαετίας του 1980), του Αμερικανού γυναικολόγου ιατρού Dr Bernard Nathanson, που μέσα σε δύο χρόνια είχε καταφέρει να κάνει 60.000 εκτρώσεις (!) και στο τέλος, βαθιά προβληματισμένος για την ορθότητα των ενεργειών του, με την ταινία του αυτήν κατέγραψε και παρέδωσε προς δειγματισμό τη φρικιαστική στιγμή μιας έκτρωσης και των έντρομων και απέλπιδων αντιδράσεων του εμβρύου, προκειμένου να αποφύγει τον επερχόμενο και διαισθανόμενο από το ίδιο θάνατο.

Το βιβλίο συνεχίζει με την ελεγκτική ομιλία της Gianna Jessen, της μόνης ανά τον κόσμο ανθρώπινης ύπαρξης που κατάφερε κυριολεκτικά να γλυτώσει από πραγματοποιηθείσα επέμβαση έκτρωσης, και τώρα γυρίζει παντού ανά τον κόσμο και διακηρύσσει και ελέγχει την ανθρώπινη υποκρισία και σκληρότητα του «πολιτισμένου», όπως θέλει να ονομάζεται, κόσμου. Και ο συγγραφέας προχωρεί και ολοκληρώνει τη συγγραφή του με μια περιληπτική απόδοση του βιβλίου του Γερμανού χειρουργού Hans Killian (1957), που γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις και στην ελληνική γλώσσα (1η έκδοση 1960) και αφορά στη θυσιαστική πορεία μιας μητέρας καρκινοπαθούς μέχρι- εν γνώσει των εξαιρετικών κινδύνων που η ζωή της διέτρεχε- να φέρει μέσα από μύριες ταλαιπωρίες επανειλημμένων σοβαρών χειρουργείων και ακτινοβολιών στο φως της ζωής υγιέστατο το κυοφορούμενο παιδί της, με βαρύτατο τίμημα τον θάνατο της ίδιας της μητέρας. Να σημειωθεί ότι αυτή η τελευταία συγκλονιστική ιστορία έγινε η αφορμή στον εκλεκτό φίλο Ιεράρχη της έκδοσης του παρουσιαζόμενου με το σημείωμά μας αυτό βιβλίου.     

Ευχαριστούμε θερμά τον αγαπητό φίλο, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκτάριο, για το πολυτίμητο τούτο πόνημά του, με το οποίο επιχειρεί να βοηθήσει χιλιάδες γυναίκες, νέα κορίτσια, αλλά και άνδρες που θα το διαβάσουν, ώστε να νιώσουν τον ερχομό στη ζωή μιας νέας ανθρώπινης ύπαρξης ως γεγονός χαράς και θείας ευλογίας και όχι ως μιαν πράξη αποτροπιασμού και αποστροφής που θα πρέπει, για τούτο, να επιχειρείται η διακοπή της.

Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης * * * Στα Μετόχια του Γιαλού

 

Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης

 

Στα Μετόχια του Γιαλού

  

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

  http://ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης, από τον Χόνδρο Βιάννου, με το γλυκύτατο ψευδώνυμο του «Κάστρου Ταχυδρόμος», παρουσιάζει, μέσα από μια σειρά ιστορικών διηγήσεών του, τη ζωή των παλιών συγχωριανών του, φτωχών όλων φαμελιάρηδων, πριν από τον πόλεμο και την κατοχή, στα λεγόμενα Μετόχια του Γιαλού. Πρόκειται, ακριβώς, για φτωχικές αγροικίες στα παραθαλάσσια μέρη του χωριού του, όπου ερχόντουσαν οι Χονδριγιανοί και διέμεναν ορισμένες εποχές του έτους, προκειμένου να έχουν από κοντά τα χωράφια τους, τα περβολάκια και τις λοιπές αγροτικές τους ασχολίες. Αλλά οι άνθρωποι εκείνοι, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, «μεγάλωσαν κι έφυγαν και τώρα πια έχουν μείνει μια φούχτα από ρημαγμένα μετόχια, βουβοί μάρτυρες να θυμίζουν ένα φεγγάρι μιας γεωργικής δοξαστικής εποχής».

Με τις διηγήσεις του αυτές ο φίλος συγγραφέας ανασταίνει με τα πιο εύγλωττα, ζωντανά και καθάρια χρώματα τη ζωή των συγχωριανών του στα εν λόγω μετόχια και στην καθημερινή τους βιοπάλη προκειμένου να διασφαλίσουν το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους σε εποχές δύσκολες, σκληρές και απάνθρωπες.

Βλέπουμε, περαιτέρω, και διδασκόμαστε από το παράδειγμα των απλών αυτών ανθρώπων πως οι εξαιρετικές καταστάσεις και δυσκολίες της ζωής καθίστανται γι’ αυτούς πηγή και μόνιμη δύναμη για δημιουργία. Δημιουργούν μέσα τους αντιστάσεις και σοβαρές ικανότητες, ώστε να σκέφτονται γόνιμα και δημιουργικά και να επιζητούν τη βοήθεια του Θεού, εκδαπανώντας στο έπακρον όλα τα ανεξάντλητα αποθέματα των δυνάμεων της ψυχής τους. Έτσι καταφέρνουν να επουλώνουν πληγές, να ξανακτίζουν χαλάσματα και να θρέφουν τα γηρατειά και τα γυμνά και λιπόσαρκα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα.

Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εμπειρίας και η ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή αυτήν του Δημήτρη Θεοδοσάκη την αμεσότητα του ρεαλισμού και τη λεπτότητα των αισθημάτων για την πατρώα γη και τους αγαπημένους χωριανούς του. Και είναι γεγονός ότι ένας ολόκληρος κόσμος ξεπηδά ολοζώντανος μπροστά στα μάτια μας μέσα από τις ρεαλιστικές αυτές διηγήσεις, ενώ η εσωτερικευµένη πραγματικότητα επιτρέπει, συχνά, λυρικές εξάρσεις υποκειμενικών βιωμάτων υποκινούμενων από μιαν έντονη συναισθηματική τού συγγραφέα φόρτιση, χωρίς, πάντως, να αναιρείται ποτέ ο ρεαλισµός των διηγήσεων ούτε η αυθεντικότητα της πραγματικότητας.

Στα κείμενα του Δημήτρη Θεοδοσάκη αποτυπώνονται, επί πλέον, και τα καθαρά, τα γνήσια κρητικά έθιμα, όπως ζωντάνευαν τότε στις καθαρές εκείνες και αυθεντικές κρητικές κοινωνίες της «εποχής του λύχνου», με πλουσιότατα λαογραφικά στοιχεία, μαντινάδες, μοιρολόγια και παροιμίες, δοσμένα όλα με ένα μοναδικά δυνατό και απαιτητικά γενναιόδωρο κρητικό λεξιλόγιο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, μπορούμε να θεωρήσουμε το παρουσιαζόμενο βιβλίο ως ένα έργο προσφοράς και διδασκαλίας για τον άνθρωπο της εποχής μας, αλλά και ως ένα «αντιδώρημα» του συγγραφέα προς όλα εκείνα τα πολλά και ωραία, που του χάρισε κι εκείνου το σπουδαίο αυτό χτες της πατρώας γης, με την αθωότητα και τις αναμνήσεις ενός κόσμου παλιού, που έρχεται από μακριά μυροφόρος και έντονα αισθαντικός. Αυτές τις ακατάλυτες μνήμες επέλεξε και έπλεξε ο συγγραφέας σ’ ένα «ματσάκι αλησμονιάς», να το κρατήσουν στα χέρια τους οι νεότεροι- εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας- και όλοι εκείνοι που μέλλεται να έρθουν, για να δουν και αυτοί και να μάθουν για τη ζωή του μόχθου, της φτώχειας και της αρετής των προγόνων τους.

Τι κρίμα, αλήθεια, που εμείς οι νεοέλληνες, και ειδικότερα οι νέοι, ολοένα και περισσότερο ξεχνούμε ή χάνουμε αυτόν τον πολύτιμο λαϊκό μας πολιτισμό, που αποτελεί, ακριβώς, τις ρίζες εκείνες που μας εξέθρεψαν. Ο ρυθμός τής νέας ζωής με τις ευκολίες και τις ταχύτητες της μηχανής, τα εύκολα ταξίδια και τις μετακινήσεις των πληθυσμών, ολοένα και περισσότερο αλλάζει κι εξαφανίζει την παραδοσιακή σταθερότητα και ομορφιά. Eυτυχώς, όμως, που υπάρχει η νοσταλγία, αυτή η πανανθρώπινη δυνατή «αδυναμία», που ξαναφέρνει τους απομακρυσμένους οδοιπόρους στο όνειρο και στα πρώτα βήματα της ζωής. Και στο βιβλίο τού κ. Θεοδοσάκη η δύναμη αυτή, η νοσταλγία για τα παλιά, είναι που μεγαλώνει το όνειρο και προετοιμάζει και προδιαθέτει για την πνευματική σοδειά που θα επακολουθήσει.

Θεωρώ ότι με το παρουσιαζόμενο βιβλίο του, ο Δημήτρης Θεοδοσάκης καταφέρνει να ζωντανέψει τη ζωή των ανθρώπων αυτών μέσα από δεκάδες φωτογραφίες και ιστορίες αυθεντικές, με ήρωες και πρωταγωνιστές πρόσωπα υπαρκτά, που τα περισσότερα από αυτά και ο ίδιος τα πρόλαβε και τα συνανεστράφη στα παιδικά του χρόνια. Είναι, γι’ αυτό, οι διηγήσεις του τόσο αληθινές, δοσμένες όλες με υψηλή λογοτεχνική δύναμη και με μια τέτοια αξιοπρέπεια και ομορφιά, που, εσένα τον αναγνώστη, σε συγκλονίζει και σε κάνει να ταυτίζεσαι με τα πρόσωπα και τα προβλήματά τους και ας μην τα γνωρίζεις ο ίδιος προσωπικά. Ζεις όμως μέσα σου τις καταστάσεις και τα βιώματά τους, διδάσκεσαι από τη ζωή και τα έργα τους και νιώθεις, στο βάθος, πως και συ, τελικά, είσαι άνθρωπος.  

Τα θερμά μου, και πάλι, συγχαρητήρια στον αγαπητό μου φίλο Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, τον όμορφο αυτόν του «Κάστρου Ταχυδρόμο» και για την παρούσα πολύτιμη προσφορά του στα κρητικά γράμματα. Και τον διαβεβαιώνω ότι και με το βιβλίο του αυτό «ὂντως ἒργον καλόν εἰργάσατο». Με τις παρουσιαζόμενες λογοτεχνικές δροσοσταλίδες του να είναι σίγουρος ότι μας ενθαρρύνει όλους και μας κάνει να πιστεύουμε ότι όσο συνεχίζουμε να ενδιαφερόμαστε και να σκύβουμε πάνω από τις αιώνιες αξίες της κρητικής γης, πάνω από τα ήθη και τις παραδόσεις που μας συγκρατούν και μας στηρίζουν καθοριστικά στα ελληνορθόδοξα μετερίζια, δεν χάθηκαν ακόμα όλα κάτω από τον αδυσώπητο οδοστρωτήρα του σύγχρονου τεχνοκρατούμενου πολιτισμού.

               

Στα διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Επανάστασης * * * Η συμβολή του Ηγουμένου της Μονής Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερού στον αγώνα του Εικοσιένα

 

Στα διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Επανάστασης

 

Η συμβολή του Ηγουμένου της Μονής Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερού          

στον αγώνα του Εικοσιένα

 

 ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

     www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Στο προηγούμενο άρθρο μας («Ρέθεμνος» 3/4/2021) μιλήσαμε για την Ιερά σταυροπηγιακή Μονή Πρέβελη, που κρατούσε το κέντρο του αγώνα κατά το έπος του Εικοσιένα στην επαρχία Αγίου Βασιλείου και, μάλιστα, με τη θρυλική εκείνη μορφή τού λεοντόκαρδου "Φιλικού" Ηγουμένου της (ήδη από το έτος 1808), Μελχισεδέκ Τσουδερού (κατά κόσμον Μιχαήλ Τσουδερού) (γένν. 1769 - +1823), από το γειτονικό στην Ι. Μονή Πρέβελη χωριό Ασώματος, του «Τσουδερογούμενου», όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του, «άνδρα επίσημου και πολύπειρου και συγγενή των Καλλικρατιανών»[1]. Οι Κρητικοί αγωνιστές και, μάλιστα, οι Αγιοβασιλειώτες, υπολόγιζαν πολύ τη γνώμη του Μελχισεδέκ και στήριζαν απεριόριστα τις ελπίδες τους στη γενναιότητα και        στα αγνά πατριωτικά του αισθήματα.


Μελχισεδέκ Τσουδερός- ελαιογραφία της Ι. Μονής Πρέβελη

 Ο Ηγούμενος Μελχισεδέκ μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη είχε γίνει ευρέως γνωστός στην τουρκική εξουσία ότι είχε ενεργό σχέση και διατηρούσε κρυφή  αλληλογραφία με τον Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τον ενοχοποιούσε σοβαρότατα για τις ενέργειές του κατά της τουρκικής εξουσίας, αλλά και γιατί, ακόμα, από πολύ ενωρίς είχε μυηθεί στα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας, όπως αποδεικνυόταν από την ενοχοποιητική αυτήν αλληλογραφία. Οι τουρκικές, λοιπόν, αρχές του Ρεθύμνου, που είχαν πληροφορηθεί τα σχετικά με τις δραστηριότητές του αυτές ανέμεναν να βρουν την ευκαιρία να τον συλλάβουν και να τον εξοντώσουν, ενώ και ο Ηγούμενος που είχε ενημερωθεί επ’ αυτών ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή και περίμενε[2].

Στην αρχή έστειλαν νιζάμηδες, που βρίσκονταν στα γειτονικά Λευκόγεια, να μεταβούν στη Μονή και να φονεύσουν τον ηγούμενο και όλους τους πατέρες. Λίγο αργότερα, στις 23 Μαΐου 1821, επισκέφθηκαν τη Μονή περί τους διακοσίους άγριοι και ωμότατοι Αμπαδιώτες Τούρκοι του Αμαρίου, με επικεφαλής τον Ισμαήλ αγά Κουντούρη ή Ψαροσμαήλη, όπως ήταν ευρύτερα γνωστός. Σκοπός του να συλλάβει τους μοναχούς και τον ηγούμενο και να τους οδηγήσει στο Ρέθυμνο[3], όπου σκόπευαν να κρεμάσουν τον ηγούμενο προς κοινό παραδειγματισμό και εκφοβισμό.

Ο Μελχισεδέκ ειδοποιήθηκε εγκαίρως και αναχώρησε νύχτα από τη Μονή με κάποιους μοναχούς. Μάζεψε ό,τι πολύτιμους θησαυρούς είχε το μοναστήρι, τούς έκρυψε σε απότομες πλαγιές, κρύπτες και σπήλαια της περιοχής, απομάκρυνε και έκρυψε γέροντες και ασθενείς μοναχούς σε ασφαλή κρησφύγετα και ειδοποίησε τους αδελφούς του, Γεώργιο και Ιωάννη, να τον περιμένουν στον Ασώματο, όπου θα έφθανε με τους λοιπούς μοναχούς του Πρέβελη και έξι φορτία πολεμοφοδίων, που ο Μελχισεδέκ είχε προμηθευτεί από τη Σμύρνη με Σφακιανά πλοιάρια[4]. Ανεβαίνει στο ύψωμα Κουρκουλός, πάνω από το χωριό Ροδάκινο, όπου, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στις 24 Μαΐου του 1821, βλέποντας τη συγκίνηση και την αποφασιστικότητά των μαχητών που τον ακολουθούσαν να επαναστατήσουν, φώναξε προς όλους «Ζήτω η Επανάσταση», ευλόγησε τα όπλα και, ως άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ύψωσε την πρώτη επαναστατική σημαία[5] και, στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς τα Σφακιά[6]. Εκεί, στην Παναγία τη Θυμιανή, στις 29 Μαΐου 1821, ενώνονται μαζί και με άλλους Κρήτες οπλαρχηγούς και, μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών, αποφασίζεται η επίσημη κήρυξη της επανάστασης του Εικοσιένα για την Κρήτη[7]. Αλλά ουσιαστικά η επανάσταση στην Κρήτη είχε αρχίσει, ήδη, με τα επεισόδια που εν τάχει παρακολουθήσαμε παραπάνω στη Μονή Πρέβελη και στο Ροδάκινο, που υποχρέωσαν τους Κρητικούς να επισπεύσουν, αν και υπήρχαν σοβαρά προβλήματα, και να ξεκινήσουν την επανάσταση του Εικοσιένα.

 Το πολεμικό σώμα της Μονής Πρέβελη, στη συνέχεια, έλαβε μέρος στη μάχη παρά τη θέση Ακόνια, Ρεθύμνου (26 Ιανουαρίου 1822), όπου οι Τούρκοι υπέστησαν πραγματική πανωλεθρία και σκοτώθηκε ο Γλυμιδαλής. Συμμετείχε, επίσης, στη μάχη στη θέση Πέταλο (Μάρτιος 1822), παρά τον Βρύσινα, με κακή, όμως, εδώ, έκβαση των γεγονότων (που αποδόθηκε στην αδεξιότητα του Αρχηγού Αφεντούλη), όταν το μεν σώμα του Πρέβελη οδηγήθηκε σε υποχώρηση προς το χωριό Κούμους, ενώ αυτό του Πρωτοπαπαδάκη παρέμεινε απαθές στον Κάστελο να παρακολουθεί την οπισθοχώρηση και τον επακολουθήσαντα θλιβερό θάνατο του μεγάλου και αγνού Γάλλου φιλέλληνα λοχαγού Βαλέστρα[8].

Το σώμα του Πρέβελη, περαιτέρω, υπό την αρχηγία του Μελχισεδέκ Τσουδερού, πολέμησε ηρωικά στον Άγιο Ιωάννη τον Καμένο (14 Ιουνίου 1821), όταν συνάντησε τον Ισμαήλ με 600 πάνοπλους στρατιώτες, επιστρέφοντας στα ρεθεμνιώτικα, μετά τη σύσκεψη στην Παναγία τη Θυμιανή. Ο Μελχισεδέκ, με τους περί αυτόν πολεμιστές, κυριολεκτικά τους κατετρόπωσε, ενώ σκοτώθηκε ο Ψαροσμαήλης. Μετά την εν λόγω μάχη, το σώμα του Μελχισεδέκ, επιστρέφοντας νικηφόρο στο Μοναστήρι και όταν έφθανε στο χωριό Κοξαρέ, πληροφορήθηκε ότι από τα ανατολικά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου 300 Τούρκοι με αρχηγό τον Δ(Ντ)ελή Μουσταφά λεηλατούσαν τα χωριά Μέλαμπες, Κρύα Βρύση, Ακούμια, καθώς και το μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος, στον Κισσό, και προχωρούσε προς το Σπήλι. Εκεί ο Μελχισεδέκ αποφάσισε να τους περιμένει και να δώσει τη μάχη.

Έτσι, στις 15 Ιουνίου 1821, στον Καψαλέ του Σπηλίου, με λόγια συγκινητικά και γεμάτα πατριωτικό παλμό ο Μελχισεδέκ ζητά από τους οπλαρχηγούς να ενωθούν όλοι τους με μια ψυχή εναντίον του εχθρού. Στη μάχη που ακολούθησε συντριπτική υπήρξε η νίκη των μαχητών του σώματος της Μονής Πρέβελη, ενώ ο Δελή Μουσταφάς συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Μελχισεδέκ και οι άλλοι αρχηγοί τού  φέρθηκαν με καλοσύνη και ο Δελή Μουσταφάς λέγεται ότι του προσέφερε τον πολύτιμο οπλισμό του. Την άλλη μέρα ένας Σφακιανός πολεμιστής τον σκότωσε κρυφά και- όπως διηγείται διά στόματος Μ. Παπαδάκη- η παράδοση του Πρέβελη, αυτό έγινε γιατί ο Τούρκος αρχηγός δεν παρέδωσε τα όπλα του στους Σφακιανούς, αλλά στον Μελχισεδέκ[9].    

Το επόμενο έτος- φθάνουμε στο 1823- έχουμε να απαριθμήσουμε ένα θλιβερότατο γεγονός, στην αρχή, κιόλας, της χρονιάς. Και πιο συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο του 1823 οι Κισαμίτες ζητούν βοήθεια από την Καγκελαρία, που είχε τη διεύθυνση του όλου αγώνα. Ο Γενικός Γραμματέας της Προσωρινής Διοίκησης Κρήτης Νεόφυτος Οικονόμου έστειλε στρατό και μαζί με αυτούς και το σώμα του Πρέβελη, με επικεφαλής τον ηγούμενο Μελχισεδέκ, καθώς και τα αδέλφια του Γεώργιο και Ιωάννη. Στη μάχη που έγινε κοντά στο χωριό Πολεμάρχι Κισάμου, στις 5 Φεβρουαρίου 1823, τραυματίζεται θανάσιμα ο αετός του Πρέβελη, ο ηγούμενος Μελχισεδέκ Τσουδερός. Το σώμα του διέσωσε στους ώμους του ο νεαρός αγωνιστής Ν. Φανδρίτης, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά και το μετέφερε στον Πλατανιά, όπου και θάφτηκε[10]. Πριν πεθάνει, ο Μελχισεδέκ όρισε διάδοχό του τον Νείλο Μοσχοβίτη. Η επαρχία Αγίου Βασιλείου θρήνησε έναν λαμπρό αγωνιστή, έναν λιονταρόψυχο μαχητή της ελευθερίας της Κρήτης. Ο θάνατος του Μελχισεδέκ τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα, με τραγούδι που έγραψε το 1840 η Αντωνούσα Ι. Καμπουροπούλα και περιλαμβάνεται στο βιβλίο της «Ποιήματα Τραγικά»[11].

 

[1] Βασιλείου Ψιλάκη, Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, έκδοση Αρκάδι, Αθήναι χ.χ., 252.

[2] Παναγιώτου Κ. Κριάρη, Ιστορία της Κρήτης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις 1902, 49. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Χωριά της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την Επαρχία Αγίου Βασιλείου, τ. Δ΄, 186- 187.

[3] Πβ. Βασιλείου Ψιλάκη, Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, έκδοση Αρκάδι, Αθήναι χ.χ., 254 και Ι. Δ. Μουρέλλου, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον Κρήτης 1931, 406.

[4] Γιάννης Τσουδερός, «Κουρκουλός, Τσιλίβδικας και Χάλαρα κ.λπ.», Πρεπραγμένα Ι΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Γ1 (Χανιά 2011), 17.

[5] Πβ. τα γεγονότα και στον Αναστάσιο Γούδα, Βιογραφία Τσουδερών ή Καλλεργών: εκ του ανεκδότου ενάτου τόμου των Παραλλήλων Βίων των κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 διαπρεψάντων ανδρών, Αθήναι 1930.

[6] Παναγιώτου Κ. Κριάρη, Ιστορία της Κρήτης…, ό.π..

[7] Παναγιώτου Κ. Κριάρη, Ιστορία της Κρήτης…, ό.π..

[8] Κ. Κριτοβουλίδου, Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 90- 91.

[9] Μιχάλη Μ. Παπαδάκη, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 231- 232. Πβ., πάντως, την εξιστόρηση των γεγονότων και από τον Παναγιώτη Κ. Κριάρη, Ιστορία της Κρήτης, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις 1902, 50.

[10] Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων (Μητρώον των οικισμών), Ηράκλειο 1991, τ. Α΄, 162- 162.

[11] Αντωνούσα Καμπουροπούλου , Ποιήματα Τραγικά, Ερμούπολη 1840 (στον Εμμ. Σ. Καλλέργη, Εισαγωγή στην Ιστορία των Καλλεργών, Ρέθυμνο 2007, 67).

Η προσφορά της Ι. Μονής Πρέβελη και του Ηγουμένου της Μελχισεδέκ Τσουδερού στον Αγώνα του Εικοσιένα

 

Ιερά Μονή Πρέβελη

Στα διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Επανάστασης

 

Η προσφορά της Ι. Μονής Πρέβελη

και του Ηγουμένου της Μελχισεδέκ Τσουδερού

στον Αγώνα του Εικοσιένα

 

  ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Είναι γεγονός ότι στην Κρήτη, και ειδικότερα στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, το κέντρο του αγώνα το είχε η Ιερά Μονή Πρέβελη και, μάλιστα, με τον λεοντόκαρδο εκείνο (ήδη από το έτος 1808) ηγούμενό της, τον Μελχισεδέκ Τσουδερό (κατά κόσμον Μιχαήλ Τσουδερό) (1769-1823), τον «Τσουδερογούμενο», όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του, «άνδρα επίσημο και πολύπειρο και συγγενή των Καλλικρατιανών[1]. Η θρυλική μορφή του "Φιλικού" Ηγουμένου Μελχισεδέκ Τσουδερού- από το γειτονικό στην Ι. Μονή Πρέβελη χωριό Ασώματος και από πατέρα Εμμανουήλ Καλλέργη[2]- είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και συνδέεται άμεσα με την ενεργό συμμετοχή του σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα των δύο πρώτων χρόνων της Επανάστασης του 1821 και την πρώιμη έναρξή της από το Μοναστήρι του Πρέβελη μέχρι την επίσημη Γενική των Κρητών Συνέλευση στην Παναγία τη Θυμιανή Κομιτάδων (29/5/1821) και την επίσημη κήρυξη του πολέμου εναντίον του Σουλτάνου και μέχρι, τέλος, τις 5-2-1823, όταν στο Πολεμάρχι Κισάμου πληγώθηκε θανάσιμα ο λιονταρόψυχος αυτός αετός του Πρέβελη. 

Μελχισεδέκ Τσουδερός- ελαιογραφία της Ι. Μονής Πρέβελη

Και είναι αλήθεια ότι ο Τσουδερός στήριξε συστηματικά τη δραστηριότητα των επαναστατών σε πολλά μέτωπα του αγώνα, αλλά και πολλών φυγόδικων τους οποίους περιέθαλπε στη Μονή, γνωρίζοντας ότι καθώς ήταν απομονωμένη στην Πίσω Γιαλιά αποτελούσε ένα ασφαλές γι’ αυτούς καταφύγιο. Ο Ηγούμενος ήταν, επίσης, μιλημένος στα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας, ήδη, από το έτος 1819. Με ειδική εντολή τού αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου (Παπαφλέσσα) κατέβηκε ο Ανανίας, ο ιερομόναχος, από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και μύησε όχι μόνον αυτόν αλλά και άλλους σπουδαίους Κρητικούς, καθώς και τον αδελφό του, τον Γεώργιο Τσουδερό[3], τον μεγάλο αυτόν και χαρισματικό άνδρα και οπλαρχηγό, που συμμετείχε σε αρκετές μάχες και επέζησε του αγώνα του Εικοσιένα και έλαβε μέρος και στην επανάσταση των Χαιρέτηδων (1841), ενώ ο γιός του, καπετάν Αναγνώστης, κατά την επανάσταση του 1866, κατέβηκε από το Ναύπλιο και τέθηκε αρχηγός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, συνεχίζοντας τον πατριωτικό του πατέρα του αγώνα.

Στο διάστημα, λοιπόν, της ηγουμενίας του Μελχισεδέκ μεγάλα και αξιόλογα γεγονότα εκτυλίσσονται στην Κρήτη, όπως ο διωγμός των Γενιτσάρων αλλά και το σπουδαιότερο εκρήγνυται η μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων. Τότε, ο ηγούμενος Μελχισεδέκ και το Μοναστήρι του Πρέβελη έδωσαν τα πάντα στον υπέρ πατρίδος αγώνα. εκτός από τα όπλα και την ουσιαστική συμβολή στην οργάνωση του πρώτου τακτικού στρατού, δόθηκαν και αυτά, ακόμη, τα κειμήλια του μοναστηριού.

Όταν ο Ανώτατος Διοικητής Κρήτης Μιχαήλ Αφεντούλιεφ ζήτησε συνδρομή για τη διοργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα, τα μοναστήρια ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να προσφέρουν τα κειμήλια και τα ιερά σκεύη τους. Στην περίπτωση αυτήν και το μοναστήρι του Πρέβελη με τον ατρόμητο ηγούμενο του, έδωσε το δικό του παρόν, προσφέροντας το σύνολο των ασημικών τής Μονής, που προσμετρούσαν το καθόλου ευκαταφρόνητο βάρος των οκτώ χιλιάδων σαράντα πέντε δραμίων (8045), στον ανώτατο Διοικητή Κρήτης. Και το κυριότερο, στην περίπτωση αυτήν, δεν είναι η αξία αυτήν καθ’ εαυτήν του αργύρου, όσο της ιστορίας που ο άργυρος αυτός κουβαλούσε- ίσως και από τα χρόνια της Ενετοκρατίας- και που θα μπορούσε να μας μιλήσει σήμερα για την ιστορία της Μονής, αλλά και να απεικονίσει την Τέχνη και τον πολιτισμό της Κρήτης της περιόδου εκείνης[4].

Σχετική «απόδειξη» της παράδοσης αυτής των κειμηλίων έχει διασωθεί στα αρχεία του Μοναστηριού. Την υπογράφει ο Μιχαήλ Κομνηνός Αφεντούλιεφ και πρώτος τη δημοσίευσε ο Μιχαήλ Γ. Πρεβελάκις[5], ο οποίος τη χαρακτηρίζει ως «αξία αναγνώσεως», γιατί, ακριβώς, φανερώνει το πατριωτικό μεγαλείο της ψυχής του ηγουμένου Μελχισεδέκ και της συνοδείας αυτού, την οποία, ασφαλώς, ο τελευταίος ενεψύχωσε, στο να συνηγορήσει στην μεγαλειώδη αυτήν πράξη της Μονής, αλλά και στις άλλες σημαντικές πατριωτικές ενέργειές του. Και ιδού το έγγραφο με το οποίο συμφωνείται η παράδοση αυτή των τιμαλφών της Μονής στον υπέρ πάντων αγώνα της εξεγερμένης Πατρίδος, στο οποίο διατηρείται η ακριβής ορθογραφία του πρωτοτύπου:

Εγό ο κάτωθεν υπογεγραμμένος φανερόνω να επερίλαβα από τον πανοσιώτατον και Άγιον Καθηγούμενον Μελχισεδέκ του Μοναστηρίου του Πρέβελη εις τα ‘Ρεθεμνιότικα δράμια οχτό χιλιάδες σαράντα πέντε ασημικά εκκλησιαστικά του ιδιού Μοναστηρίου τα οποία επαραδώθησαν εις την Κατζελλαρίαν του Λουτρού[6] του Κυρίου Μάρκου Βαλσαμάκη Κεφαλονίτη εις πληρωμήν Μπαρουτιών και 4ων κανονίων και άλλων πραγμάτων από αυτόν αγορασμένων ως φαίνετε από τους λογαριασμούς ευρισκομένους εις την ιδήαν Κατζελλαρήαν και τον απεράστηκαν προς παράδες 35 το κάθε δράμη και έστησαν όλλα γρόσια επτά χιλιάδες τριάντα εννέα και παρ. 15. Και του δίδεται αυτό το αποδικτικόν υπογεγραμμένον ιδιοχιρός μου και εσφραγισμένον με την Σφραγήδα των αρμάτων μου να χρησιμεύση έν παντί κερώ και κριτηρήω του Έθνους των Γρεκών δια να τα πληρώσουν και γνορίσουν την μεγάλην δούλευσιν και βοήθηαν όπου έκαμεν ο Ιρημένος εις έναν πολά σκλυρόν κερόν της ανάγκης και όπως θέλει το κρίνουν δίκεον και εύλογον.

Εν Λουτρώ τη Οκτομβρίου 1821. Τ.Σ.

Αρχιστράτηγος και Διοικητής Κρήτης

Μιχαήλ Κομνινός Αφεντούλιεφ 

 

Αριστερά της υπογραφής υπάρχει σφραγίδα με τα σύμβολα του Αφεντούλιεφ από ερυθρό ισπανικό κερί. Στην επόμενη σελίδα του φύλλου έχουν  έχουν προστεθεί και τα εξής, με υπογραφή και πάλι του Αφεντούλιεφ:

 

Του ιδίου Ιγουμένου επήρα από την Γαβδον διά χρήσιν της Πατρίδος τριακόσια τριάντα μουζούρια Μιγάδη λέγω νούμερα 330 και ήκοσι μουζούρια στάρι λέγω νούμερα 20 και αυτά πρέπυ να πλυρωθή εν καιρώ από την Εθνικήν κάσσαν ο ίδιος.

Μιχαήλ Κομνηνός Αφεντούλιεφ.

 



[1] Βασιλείου Ψιλάκη, Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, έκδοση Αρκάδι, Αθήναι χ.χ., 252.

[2] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Χωριά της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την Επαρχία Αγίου Βασιλείου, τ. Δ΄, 186- 189 και 208-  210. Το «Τσουδερός» είναι παρωνύμιο του άνδρα που πρώτος αυτός το έλαβε και, στη συνέχεια, επιβλήθηκε ως επίθετο και σε όλους τους άλλους. Προήλθε από ένα τυχαίο περιστατικό, όταν, δηλαδή, στο μοναστήρι του, εξ αιτίας απροσεξίας συμμοναστή του, από αναμμένο κερί, «τσουδίστηκαν» λιγάκι τα μαλλιά του. 

[3] Μιχάλη Μ. Παπαδάκη, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 224. Πβ. και Στέργιο Μιχ. Μανουρά, «Η οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας στην Κρήτη», Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τεύχ. 32 (1982), 355.

[4] Ν. Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, 399.

[5] Μιχαήλ Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή “Πρέβελη”», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, ανάτ. από τον α΄ τόμ., σ. 279. Βλ. και Μιχάλη Μ. Παπαδάκη, ό.π., 234-236.

[6] Κ. Κριτοβουλίδου, Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 48, 72- 73 και 127.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ * * * Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ * Ψυχολογική θεώρηση

 


ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

 

Η  ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ψυχολογική θεώρηση

 

 [Ηράκλειο Κρήτης 2021, σχ. 16ο (17 Χ 12), σσ.160]

 

             ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

        Ομότιμος Καθηγητής της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ο κ. Γεώργιος Ε. Κρασανάκης και πρώην Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής, είναι, σαφώς, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να διαπραγματευτεί και διαχειριστεί ένα τέτοιο λεπτό και επιστημονικό, όπως το «εν τω τίτλω», θέμα, «Η Ευγνωμοσύνη, Ψυχολογική θεώρηση», που αποτελεί καρπό- μαζί και με δεκάδες άλλα ψυχολογικά και παιδαγωγικά βιβλία- των πλούσιων και  πολύχρονων επιστημονικών σπουδών του σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του Εξωτερικού [Θεσσαλονίκης, Γενεύης, Παρισίων (Σορβόνης- Paris V)] και της επιτυχούς μακράς πανεπιστημιακής του διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια της Κρήτης και της Κύπρου.

    Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά, θεωρώ, πρωτότυπο (και μέσα ακραιφνώς στα διαφέροντα της ψυχολογικής επιστήμης τα τελευταία είκοσι χρόνια), αλλά και εξαιρετικά χρήσιμο και πρακτικό, αφού μπορεί να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή.

Η σύγχρονη Ψυχολογία δεν έχει χαρακτήρα φιλοσοφικό, παρότι προήλθε από τη Φιλοσοφία, όπως και πολλές άλλες επιστήμες. Ο χαρακτήρας της είναι περισσότερο εμπειρικός και ως τέτοιος μάς επιτρέπει να μιλούμε για δυο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. τον γνωστικό και τον συναισθηματικό. Με τον δεύτερο εξ αυτών, τον συναισθηματικό, συνδέεται στενά και η ευγνωμοσύνη, που αναφέρεται, ακριβώς, στις ποικίλες ευάρεστες ή δυσάρεστες ψυχικές εμπειρίες και καταστάσεις, που παίρνουν μορφή χαράς ή λύπης για τον άνθρωπο.

Η ευγνωμοσύνη, ειδικότερα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια όμορφη στάση ζωής, ως ένα όμορφο και δυναμικό συναίσθημα, που μπορεί να απελευθερώνει τάσεις που ανυψώνουν τη ζωή και ανοίγουν πόρτες αισιοδοξίας, ελπίδας και ευτυχίας στον άνθρωπο. Αυτός, ακριβώς, είναι ο λόγος που το συναίσθημα αυτό αναφέρεται στη θετική Ψυχολογία, που μελετά τα θετικά συναισθήματα του ανθρώπου και τους παράγοντες εκείνους που απομακρύνουν εμπόδια και δυσκολίες και κάνουν τη ζωή πιο ευχάριστη, πιο ευτυχισμένη, πιο όμορφη και φωτεινή, ώστε το βιβλίο που παρουσιάζουμε με το σημείωμά μας αυτό γεμάτο από ευγνωμοσύνη και αγάπη, να αποτελεί έναν ασφαλή οδηγό του ανθρώπου και μια πυξίδα που τον οδηγεί αλάνθαστα στον δρόμο προς την ευτυχία.

Πρόκειται, περαιτέρω, για μια σπουδαία και πλούσια ψυχολογική μελέτη του αειθαλούς και αειφόρου, καίτοι συνταξιούχου και ομότιμου, Καθηγητή κ. Κρασανάκη, στη οποία εμπλέκονται πολλές βασικές ψυχικές του ανθρώπου λειτουργίες, όπως η νοημοσύνη, το συναίσθημα, η ηθική και η βούληση, αλλά ακόμα και η προσοχή, το ενδιαφέρον και ο λόγος. Σκοπός  της να παρουσιάσει την αξία της αρετής αυτής, ώστε να τύχει αγάπης και συστηματικής άσκησης από τον άνθρωπο που δεν πρέπει να ξεχνά τι οφείλει στους ευεργέτες του. Η στροφή της προσοχής και του ενδιαφέροντος προς τον συνάνθρωπο, και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προς τον ευεργέτη, μπορεί να περιορίσει τον ναρκισσισμό του ευγνώμονος ατόμου και να το κάνει πιο δεκτικό, πιο θετικό, πιο ανιδιοτελές και μάλιστα πιο κοινωνικό, που θα αποπνέει μόνο ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον συνάνθρωπο.

  Ο όρος «ευγνωμοσύνη», παράγωγο του επιθέτου «ευγνώμων» (= ευ+ γνώμη) ετυμολογικά ερμηνευόμενος σημαίνει την ιδιότητα του ευγνώμονος ανθρώπου, του ανθρώπου, δηλαδή, που έχει καλή γνώμη και καλά συναισθήματα καλοκαγαθίας, χρηστότητας και επιείκειας. Ευγνώμων, ειδικότερα, είναι ο άνθρωπος που αναγνωρίζει κάποιο καλό, κάποια ευεργεσία, κάποια χάρη που του έγινε και προβαίνει, με τη σειρά του, στην απόδοση της οφειλόμενης τιμής και χάρης προς τον άνθρωπο που τον ευεργέτησε. Αντίθετη της ευγνωμοσύνης είναι η αγνωμοσύνη, η αχαριστία, που ως ψυχική εκδήλωση ανήκει στα αρνητικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης προσωπικότητας.   

   Η ευγνωμοσύνη, πάντως, κατά τον συγγραφέα, δεν πρέπει να θεωρείται ως μια τυπική ευχαριστήρια πράξη, ως μια απλή, μια τυπική εκδήλωση ευγένειας, αλλά ως κάτι πολύ περισσότερο και πιο βαθύ. Έτσι, η ευγνωμοσύνη καθίσταται ένα από τα ευγενέστερα και βαθύτερα συναισθήματα του ανθρώπου, που πηγάζουν από μέσα του και ενισχύουν και κινούν την ψυχή και την καθιστούν ικανή να υπερβαίνει τις δυσκολίες.

Με την έννοια αυτή μπορεί να γίνει καταφανής η οφειλή του κάθε ανθρώπου προς όσους μπορούν να θεωρηθούν ευεργέτες του, στους γονείς και στους διδασκάλους, στους φίλους, στους συνεργάτες και προπάντων στον Θεό. Και στα πρόσωπα αυτά είναι χαρακτηριστικό που και ο συγγραφέας ευγνωμόνως αφιερώνει το παρόν πόνημά του. στον πατέρα του, στην μητέρα του και στη σεβαστή μνήμη των Καθηγητών του, του μεγάλου Jean Piaget, του Joffre Dumazedier και του Eugene Egger.

Είναι, θεωρούμε, εξαιρετικά σημαντική η παρατήρηση του συγγραφέα ότι η «αγνωμοσύνη», το αντίθετο της «ευγνωμοσύνης», οφείλεται στην άγνοια του ανθρώπου και ότι η γνώση και η διδασκαλία μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στη γνώση και στην άσκηση στη ζωή του και της αρετής της ευγνωμοσύνης. Είναι αυτό, ακριβώς, που δίδασκε ο μεγάλος φιλόσοφος και διδάσκαλος του ήθους και της αρετής, ο Σωκράτης, ότι, δηλαδή, «ουδείς εκών κακός» και ότι η αρετή αποτελεί μιαν επί πλέον γνώση, όπως και οι λοιπές γνώσεις του επιστητού. Ο άνθρωπος, δηλαδή, κατά τον Σωκράτη, «ενδεία επιστήμης» πράττει το κακό και, άρα, όπως πίστευε, «διδακτόν έστιν αρετή».

Τα τελευταία κεφάλαια του όμορφου αυτού βιβλίου καταπιάνονται γύρω από τη σχέση της ευγνωμοσύνης προς τη θρησκεία, καθώς και με την άσκηση της ευγνωμοσύνης, που, ως «διδακτή», δεν είναι έμφυτη αλλά επίκτητη ιδιότητα και, μάλιστα, σπουδαία της ψυχής αρετή, που συνδέεται στενά και άμεσα με τη θρησκεία και αποτελεί βασικό κεφάλαιο της επιστήμης της «Χριστιανικής Ηθικής».

Ως κατακλείδα του όμορφου αυτού βιβλίου ο συγγραφέας παραθέτει τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του από «Μια μικρή έρευνά» του, γύρω από τη συγκεκριμένη προβληματική του ευγενούς αυτού αθλήματος, της «ευγνωμοσύνης», που πραγματοποίησε το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2019- 2020, όταν ως άμισθος ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, δίδασκε το μάθημα της «Ψυχολογίας του Εφήβου» στους φοιτητές της Σχολής Θετικών και Τεχνολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ηράκλειο. Με την έρευνά του αυτήν και τα ευρήματά της φωτίζονται, θεωρούμε, έτι περαιτέρω τα όσα προηγήθηκαν στο ωραίο αυτό βιβλίο.    

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό Καθηγητή και φίλο κ. Γεώργιο Ε. Κρασανάκη και του ευχόμαστε να έχει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει επί μακρόν τη γόνιμη, δημιουργική και εργώδη δραστηριότητά του στον χώρο της ψυχολογικής επιστήμης, όπου η μέχρι σήμερα συμβολή του είναι σπουδαία και πολυτρόπως αναγνωρισμένη.