Ν ι κ ό λ α ο ς Κ ο ύ ν ο υ π α ς Αγιογράφος, ιερέας και δάσκαλος * * * Στη μνήμη του αγαπητού φίλου Μανόλη Κούνουπα (1926- 2018)

 

Ν ι κ ό λ α ο ς   Κ ο ύ ν ο υ π α ς

Αγιογράφος, ιερέας και δάσκαλος

  

Στη μνήμη του αγαπητού φίλου

      Μανόλη Κούνουπα

         (1926- 2018)

 

Στις 26 Νοεμβρίου, πριν δύο χρόνια, έφυγε από κοντά μας για τη γειτονιά των αγγέλων ο γνωστός και σε όλους αγαπητός συμπολίτης Μανόλης Ι. Κούνουπας (εικ. 1), συνταξιούχος οδοντίατρος και λογοτέχνης. Θεωρώ τον εαυτόν μου ευτυχή που ο Μανόλης Κούνουπας με τίμησε με μια μακρά, ειλικρινή και αδιατάραχτη φιλία κατά τα τελευταία τριάντα, περίπου, χρόνια του επίγειου βίου του.

Εικ. 1. Μανόλης Ι. Κούνουπας 

Σήμερα η χαρά μου είναι απροσμέτρητα μεγάλη, γιατί με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δύο χρόνων από την ημέρα του θανάτου του, μου δίνεται η ευκαιρία ν’ αποτίσω, και πάλι, φόρο τιμής, το οφειλόμενο πνευματικό «αντίδωρο» για τον αγαπητό φίλο. Ο Μανόλης Κούνουπας ήταν ένας πραγματικά δημιουργικός, πρακτικός και εξαιρετικά αποτελεσµατικός και δημοκρατικός άνθρωπος, μεγαλωμένος στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο για τον τόπο και την ιστορία του, που, πέραν από την πρωτότυπη στη σύλληψή της και απλή στην παρουσίασή της ιστορική και πολιτιστική συγγραφική προσφορά του, παρουσίασε, είναι γεγονός, και προσέφερε και μιαν, εξίσου, εξαιρετικά πλούσια και καθάρια, πολυποίκιλων ενδιαφερόντων, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική δράση.

Πέραν της αγαστής συνεργασίας και στενότατης επικοινωνίας μας κατά τα χρόνια της μακρόχρονης αυτής φιλίας μας- στα οποία, όμως, αναφέρθηκα εκτενώς στην νεκρολογία μου επί τω θανάτω του πριν από δύο χρόνια, αλλά και στην ομιλία μου στην τιμητική προς αυτόν Ημερίδα στο Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνου (26/8/2019)- θα ήθελα, με το σημείωμά μου αυτό, ταπεινό κεράκι στην ιερή μνήμη του, να αναφερθώ συντόμως και σ’ ένα άλλο ειδικότερο θέμα, που τον ενδιέφερε απεριόριστα και τον κρατούσε σε συνεχή αγωνία, ώστε δεν έπαυε να μου το θίγει ανελλιπώς στα χρόνια αυτά της φιλίας μας.

Είχε, δηλαδή, τον καιρό εκείνο, «ανακαλύψει» ότι στην οικογένειά του υπήρχε ένας σημαντικός- όπως ο ίδιος μού τον αποκαλούσε- πρόγονος, ο αγιογράφος ιερέας και δάσκαλος Νικόλαος Κούνουπας (εικ. 2), που έζησε περί το έτος 1882 και για τον οποίο έτρεφε βαθιά συναισθήματα θαυμασμού και αγάπης. Τα συναισθήματα αυτά τον ωθούσαν διακαώς να επιθυμεί να ανεύρει στοιχεία προς ανάδειξή του. Το θεωρούσε τιμή και καμάρι του ότι στην οικογένειά του ανακάλυπτε έναν τόσο σημαντικό ιερωμένο πρόγονο, που είχε αφήσει ανεξίτηλο το όνομα της οικογένειας σε αρκετές αγιογραφίες του. Ίσως, θεωρώ, να συντελούσε σε αυτό και η από κάποιο σημείο και πέρα- κατά τα τελευταία αυτά τριάντα χρόνια του βίου του- ολοκληρωτική μεταστροφή της προσωπικότητάς του προς τον κόσμο των χριστιανικών και ηθικών αξιών, που την παρακολούθησα σαφώς να διαμορφώνεται στην καθόλα εξαίρετη προσωπικότητά του.

Εικ. 2. Νικόλαος Κούνουπας, ιερεύς, δάσκαλος και αγιογράφος

Μου είχε, μάλιστα, προσφέρει και ένα λεύκωμα με δέκα φωτογραφίες αγιογραφιών του Νικολάου Κούνουπα, που είχε τραβήξει ο ίδιος (τρεις από τις οποίες δημοσιεύω στο παρόν σημείωμά μου), με την παράκληση να προχωρούσα, αν ήταν δυνατόν, κι εγώ την έρευνα για τον λαμπρό πρόγονό του, για τον οποίο τόσο πολύ εσεμνύνετο. Έχοντας, όμως, άλλες εργασίες μπροστά μου, δεν τα κατάφερα, τελικά, να καταπιαστώ με το συγκεκριμένο «ζωγραφικό-αγιογραφικό» θέμα, που δεν ανταποκρινόταν, εξάλλου, με τα στενά και άμεσα συγγραφικά μου διαφέροντα.

Βρήκα πρόσφατα στο γραφείο μου το λεύκωμα αυτό με τις δέκα φωτογραφίες κι ένιωσα βαθιά μέσα μου την ανάγκη και το χρέος απέναντι στον φίλο- τώρα, με την ευκαιρία της επετείου του θανάτου του- να το βγάλω, έστω κι έτσι απλά (λόγω έλλειψης περισσοτέρων στοιχείων), από την αφάνεια στην οποία το είχα «καταδικάσει» όλα αυτά τα χρόνια και να δώσω στη δημοσιότητα τον «ηγαπημένον πρόγονον φίλου αγαπητού», όντας απόλυτα βέβαιος ότι από εκεί πάνω θα ευφρανθεί επί τούτω η ψυχή του. Ίσως, εξάλλου, για τους ειδικότερους περί την αγιογραφική τέχνη, η κίνηση αυτή να έχει κάποιο αποτέλεσμα προς ανακίνηση και συνέχιση της συγκεκριμένης έρευνας που άρχισε ο αείμνηστος φίλος και συνέχισε, είναι γεγονός, η, επίσης, αείμνηστη Κυριακή Εμμ. Παντελάκη- Τζιρίτα, στο βιβλίο της Ρουμελί, Ο ιερός ενοριακός Ναός Αγίας Ζώνης, Ρέθυμνο 2013.

Το σύνολο, σχεδόν, των στοιχείων που ακολουθούν αμέσως παρακάτω για τον αγιογράφο Νικόλαο Κούνουπα προέρχεται, βασικά, από τις ερευνητικές προσπάθειες του Μανόλη Κούνουπα και τα οποία μου είχε αποκαλύψει κατά τις συζητήσεις μας.      

«Θα ’ταν, μου είχε πει, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν σε επίσκεψη μου στο “Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών” επέδειξα φωτογραφίες εικόνων του Νικολάου Κούνουπα στην, τότε, Διευθύντρια του Μουσείου Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, η οποία, αφού τις παρατήρησε με φανερό θαυμασμό κι αμέριστο ενδιαφέρον με ρώτησε σε ποια εκκλησία της Κρήτης βρίσκονται. Εγώ της απάντησα κι εκείνη με διαβεβαίωσε, ως ειδική πλέον επιστήμων, ότι δεν αμφιβάλλει για την αυθεντικότητά τους και ότι ταυτίζονται με τις ανεκτίμητες αγιογραφίες της Κρητικής Σχολής.

Έκτοτε, μου συμπλήρωσε, αποδύθηκα σε επίμονη αναζήτηση στοιχείων σχετικών με την εξιστόρηση της ζωής και της δημιουργίας ενός σύντομου βιογραφικού σημειώματος, του εξ αντικειμένου προικισμένου πατέρα Νικολάου Κούνουπα, αλλά και τόσο ταπεινού συνάμα, ώστε, εντυπωσιακό αυτό, να έχει παραμείνει στην απόλυτη αφάνεια.

        Αργότερα, μου συνέχισε, σε μιαν επίσκεψη- προσκύνημά μου στον ιερό ενοριακό ναό της Αγίας Ζώνης στο Ρουμελί έμεινα έκπληκτος, όταν τύχη αγαθή και πέραν πάσης προσδοκίας, εντόπισα σε πολλές εικόνες, το όνομα τού σημαντικού προγόνου μου, πατέρα Νικολάου Κούνουπα, ιερέως, από τον οποίον είχαν ιστορηθεί, όπως, εξάλλου, και η εικόνα της Υπαπαντής, η οποία βρίσκεται ως οικογενειακό μου κειμήλιο και ως πολύτιμο κληρονομικό απόκτημα κατ’ οίκον».

Εικ. 3. Ν. Κούνουπα, Η Σταύρωσις (1882)

 Πάντως, μετά από αυτά τα στοιχεία του φίλου Μ. Κούνουπα, αν θα μπορούσα σήμερα να εκφράσω κι εγώ την προσωπική μου άποψη, δεν θεωρώ (και είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό αυτό) ότι υπάρχει απόλυτη ομοιομορφία στις εικόνες του Ν. Κούνουπα στην απόδοση των θείων μορφών. Για παράδειγμα στην εικόνα της Σταύρωσης του Κυρίου (από τους ι. ναούς Ρουμελί και Σκεπαστής), ίσως, πράγματι, πρόκειται για Κρητική Σχολή (κατά την κ. Ποταμιάνου και αυτήν θα της επέδειξε, υποθέτω, ο Μ. Κούνουπας) (εικ. 3), αλλά άλλες εικόνες του θα μπορούσαμε, περισσότερο, να τις χαρακτηρίσουμε ως λαϊκότροπες με έναν χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό συγκερασμό παραδοσιακού, σε ό,τι αφορά στη θεματολογία και τη σύνθεση και δυτικού σε ό,τι αφορά στην απόδοση των παραστάσεων (εικ. 4), που μας θυμίζουν, νομίζω, εικόνες του γνωστού Ρεθυμνίου αγιογράφου του μητροπολιτικού μας ναού, της ίδιας εποχής, Αντώνιου Χατζή Γ. Βεβελάκη (εικ. 5).

Εικ. 4. Ν. Κούνουπα, Η αγία Βαρβάρα (1885)

Εικ. 5. Ν. Κούνουπα, ο άγιος Χαραλάμπης (1882)

Εικόνες προερχόμενες από τον χρωστήρα του Νικολάου Κούνουπα υπάρχουν σήμερα στον ι. ναό της Αγίας Ζώνης, στο Ρουμελί Μυλοποτάμου (ο Παντοκράτωρ, τα Εισόδια της Θεοτόκου  και ο άγιος Χαράλαμπος του τέμπλου), καθώς και όλο το δωδεκάορτο. Τις εικόνες αυτές έχει καταγράψει επιμελώς η Κυριακή Εμμ. Παντελάκη- Τζιρίτα, στο βιβλίο της που προαναφέραμε, όπου παρατίθεται και σύντομο βιογραφικό και σπάνια φωτογραφία του αγιογράφου (την οποία δημοσιεύουμε κι εμείς), προσφορά της εγγονής του Ειρήνης Κούνουπα. Όλες οι εικόνες είναι ενυπόγραφες και με ημερομηνία ιστόρησής τους (1882).

Εικόνες του Ν. Κούνουπα υπάρχουν, επίσης, και στην ενορία του χωριού Σκεπαστή (Ζωοδόχος Πηγή, άγιος Γεώργιος, άγιος Νικόλαος, Σταύρωση), καθώς και στην Ι. Μ. Ατάλης Μπαλή, στο Γαράζο, στα Πλευριανά και στο Μελιδόνι.


Κλείνουμε το σημείωμά μας αυτό με την ευκαιρία ανάμνησης του καλού φίλου Μανόλη Κούνουπα, ευχόμενοι και προσευχόμενοι όπως ο Κύριος αναπαύσει την ψυχή του και η μνήμη του να είναι αιωνία!

Οι Πετυχάκηδες του Αγαλλιανού * * * Μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων

 

               Οι Πετυχάκηδες του Αγαλλιανού

Μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


                     Εισαγωγικό Σημείωμα

      Από τις μεγαλύτερες οικογένειες του Αγαλλιανού, Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, είναι οι Πετυχάκηδες, που, χωρίς αμφιβολία, όλοι τους, όπου κι αν βρίσκονται σήμερα, από το χωριό αυτό έλκουν την καταγωγή τους. Το χωριό παλιά, όταν βρισκόταν στην ακμή του, αποτελούνταν από δύο συνοικισμούς· τον Κάτω, που είναι και ο κυρίως Αγαλλιανός και τον Πάνω, που, ανέκαθεν και χωρίς καμία εξαίρεση, κατοικούνταν από Πετυχάκηδες. Αυτός ο «Πάνω» συνοικισμός, λέγεται ειδικότερα «Πάνω-Μετόχι» και είναι χτισμένος στη άκρη του λοφίσκου που ακούγεται Τσερόνι. Εδώ βρισκόταν ο λεγόμενος «συνοικισμός των Πετυχάκηδων» με την εκκλησία του, τον Άη Γιώργη, που προοριζόταν ειδικά για τις ανάγκες της συγκεκριμένης οικογένειας. Οι Πετυχάκηδες τ’ Αγαλλιανού ήταν, κυρίως, κτηνοτρόφοι αιγοπροβάτων.

       Να σημειωθεί, ακόμα, ότι οι Πετυχάκηδες τ’ Αγαλλιανού δεν παντρεύονταν μεταξύ τους. Οι γυναίκες τους ήταν ξένες και, συνήθως, από μακρινά χωριά. Ψηλόσωμοι άνθρωποι, γεροδεμένοι, άψογοι στις κοινωνικές τους σχέσεις και υποχρεώσεις, ανέδειξαν ανάμεσά τους πολλούς και αξιόλογους διανοούμενους που, χαρακτηριστικό κι αυτό, όλοι τους έλκουν την καταγωγή τους από τον Αγαλλιανό, αλλά κανείς τους δεν γεννήθηκε ο ίδιος στο χωριό αυτό, αλλά στους τόπους όπου διέμεναν οι γονείς τους. Χαρακτηριστικό, ακόμα, ότι όλοι, γενικά, οι Πετυχάκηδες, εκτός μιας και μοναδικής περίπτωσης (του Παντελή Πετυχάκη), υπήρξαν φιλελεύθεροι ως προς την πολιτική τους τοποθέτηση και ένθερμοι υποστηρικτές του Βενιζέλου στο κίνημα της Θεσσαλονίκης.

       Παρουσιάζουμε, στο σημείο αυτό, πίνακα του συνόλου, υποθέτω, των Πετυχάκηδων τού εν λόγω χωριού, που έπαιξαν κάποιο ρόλο στην κοινωνία του Ρεθέμνους.

1.  Πετυχάκης Λεωνίδας

2.  Πετυχάκης Μάρκος

3.  Πετυχάκης Στέλιος

4.  Πετυχάκης Παντελής Μάρκου

5.  Πετυχάκης Ευάγγελος Παντελή (δικηγόρος)

6.  Πετυχάκης Τίτος Στυλιανού (δικηγόρος, δήμαρχος)

7.  Πετυχάκης Χαράλαμπος

8.  Πετυχάκης Εμμανουήλ

9.  Πετυχάκης Κωνσταντίνος Εμμανουήλ

10.            Πετυχάκης Μίνως Εμμανουήλ

11.            Πετυχάκης Χαρίλαος

12.            Πετυχάκη Ιουλία (σύζυγος Κων. Πετυχάκη)

Από αυτούς, στη συνέχεια, και μέσα από μια σειρά σύντομων βιογραφικών σημειωμάτων, θα παρουσιάσουμε τους περισσότερο σημαντικούς.

Βιβλιογραφία

1.  «Οι Πετυχάκηδες του Άη-Βασίλη», Κρητική Επιθ/ση 7.4.79.

2.  Γιάννης Ευθ. Τσουδερού, Αφιέρωμα στην ιστορία της Κρήτης κ’ ειδικότερα του Ρεθύμνου 1536 ως 1924, Ρέθεμνος 1995, σ. 87 και αλλού.

3.  Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ρέθυμνο 1900- 1950, Ρέθυμνο 2010.

 


"Οι λαβωμένες εκκλησίες της Σάμου περιμένουν την αγάπη σου"

Από αγαπητό και εκλεκτό σαμιώτη φίλο, Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Θράκης, λάβαμε το παρόν μήνυμα που θεωρήσαμε σκόπιμο να το αναρτήσουμε και από τις "Ρεθεμνιώτικες Αναδρομές"   

Οι ναοί και οι μονές της Σάμου, πληγωμένες από τον σεισμό της 30ής Οκτωβρίου, καθώς κινδυνεύουν από καταστροφή, ζητούν την συμπαράστασή μας. Δεν πρέπει να τις αφήσουμε να χαθούν, γιατί μαζί τους θα σβήσει το μεγαλύτερο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.

Δείτε το βίντεο στον παρακάτω σύνδεσμο, όπου θα δείτε και τους λογαριασμούς όπου μπορείτε να καταθέσετε, αν θέλετε, τη βοήθειά σας.

Και η παραμικρή προσφορά είναι αναγκαία, ακόμη και το 1 ευρώ, και θα αποτυπώσει την στήριξή μας στην πολιτιστική κληρονομιά της Σάμου, που κινδυνεύει να αφανιστεί.

Σας παρακαλώ επίσης να διαδώσετε το μήνυμα αυτό αναρτώντας το ή στέλνοντάς το σε δικούς γνωστούς και φίλους.

Η πολιτιστική παράδοση της Σάμου θα διασωθεί όχι μόνο με το περίσσευμα των λίγων, αλλά και με το υστέρημα των πολλών.

 

https://www.youtube.com/watch?v=mDX4RjED5Rs


Η σωτηρία από τον άγιο Δημήτριο του Κεραμέ Αγίου Βασιλείου και βέβαια της Θεσσαλονίκης

 

Η σωτηρία από τον άγιο Δημήτριο

του Κεραμέ Αγίου Βασιλείου

και βέβαια της Θεσσαλονίκης

 

   Κωστή Ηλ. Παπαδάκη

              www.ret-anadromes.blogspot.com

         Στον απόηχο της εορτής του Αγίου Δημητρίου καταγράφουμε την παρούσα θαυματουργική μαρτυρία που επικαλούνται οι κάτοικοι του χωριού Κεραμέ, δήμου Αγίου Βασιλείου, Ρεθύμνου, προκειμένου να εξηγήσουν τρεις ιστορικοθρησκευτικές πραγματικότητες του χωριού τους σε σχέση με τον άγιο Δημήτριο. α) το γεγονός ότι τα Κεραμέ ποτέ δεν γνώρισαν μόνιμη τουρκική κατάκτηση β) το γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος έχει καθιερωθεί σε πολιούχο Άγιο του χωριού και γ) τη θέση όπου έχει κτιστεί ο κεντρικός αυτός ιερός ναός του χωριού.

Ο ναός του αγίου Δημητρίου (1891), στο Πάνω Χώρι, με το περίτεχνο καμπαναριό τού Μ. Σαβοργίνη.

 Έτσι, πρώτα- πρώτα το γεγονός ότι τα Κεραμέ δεν γνώρισαν ποτέ μόνιμη κατάκτηση από τους Τούρκους αποδίδεται –όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι– εκτός από την απόμερη, στην Πίσω Γιαλιά, και, ως εκ τούτου, ασφαλή του χωριού θέση και σε θαύμα του αγίου Δημητρίου, τού και προστάτη έκτοτε και πολιούχου του χωριού Αγίου λογιζομένου. Καταγράφουμε το συγκεκριμένο θαύμα, όπως μας το διηγήθηκε προ ετών η κ. Ανδρονίκη Αλεβυζάκη, κάτοικος Κεραμέ.

 Κάποτε, λέγει, ένα τούρκικο ασκέρι κατευθυνόταν για να καταλάβει τα Κεραμέ. Όταν, όμως, έφτανε στη θέση «Φανταχτό Χαράκι» (να έχει, άραγε, το τοπωνύμιο σχέση με το γεγονός που θα διηγηθούμε;), το μουλάρι τού επικεφαλής τού αγήματος Τούρκου αξιωματικού τυφλώθηκε και αναγκάστηκε να σταματήσει. Δεν προχωρούσε ούτε βήμα από το σημείο εκείνο! Οι Τούρκοι στρατιώτες, τότε, λέγεται ότι είδαν ένα μεγάλο πλήθος στρατού με επικεφαλής έναν αγέρωχο καβαλάρη, στο μέρος όπου σήμερα βρίσκεται ο ναός του αγίου Δημητρίου, δηλαδή εκεί στο έμπα, από το πάνω μέρος του χωριού. Ο καβαλάρης, που ήταν επί κεφαλής του αγήματος των χριστιανών, κρατούσε, διηγούνται, λαμπρό λάβαρο στο αριστερό του χέρι κι αστραφτερό δόρυ στο δεξί. Οι Τούρκοι, μόλις τα είδαν αυτά, φοβήθηκαν· άλλαξαν πορεία και κατευθύνθηκαν πάνω από το ύψωμα Κέραμος, στα βόρεια του χωριού, όπου, μέχρι και σήμερα, στην επιφάνεια θεόρατου βράχου, δείχνεται το αποτύπωμα από το πέταλο του μουλαριού του σερασκέρη.

 Την ίδια ακριβώς στιγμή που συνέβαιναν όλα αυτά, οι Κεραμιανοί βρισκόντουσαν στην εκκλησία του αγίου Παντελεήμονα, στη μέση του χωριού, και με δάκρυα στα μάτια προσεύχονταν στον Θεό, για να τους σώσει από το κακό που έβλεπαν να τους περικυκλώνει. Ο καβαλάρης με το άλογο, το λάβαρο, το ακόντιο και το πλήθος του στρατού γύρω του, που οι Τούρκοι έβλεπαν να τους περιμένει εκεί στην είσοδο του χωριού, τελικά, αποδείχτηκε ότι ήταν ένα καθαρό θαύμα που οι Κεραμιανοί το πληροφορήθηκαν αργότερα από έναν Τούρκο στρατιώτη, που και ο ίδιος τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε, αλλά και συγκλονίστηκε βλέποντάς το ολοζώντανο μπροστά του, ώστε ο Θεός επέτρεψε να γίνει μάρτυρας του, να πιστέψει σ’ Αυτόν και να βαφτιστεί στη συνέχεια χριστιανός.

 Το θαύμα αποδόθηκε στον στρατιωτικό άγιο Δημήτριο, τον προστάτη έκτοτε και πολιούχο του χωριού. Έτσι εξηγούν οι Κεραμιανοί την ύπαρξη στο σημείο αυτό του περικαλλέστατου κεντρικού ναού του αγίου Δημητρίου (1891), με το θαυμάσιας τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο, εκεί ακριβώς, στην είσοδο του χωριού τους, αλλά και την απεριόριστη τιμή κι ευλάβεια που από τότε απονέμουν στον νεαρό στρατιωτικό Άγιο, που ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της αντρειοσύνης και της παλληκαριάς.

Ο άγιος Δημήτριος (1894), ντυμένος με στρατιωτική στολή, ενώ σκοτώνει τον Σκυλογιάννη. 

 Κάπως έτσι, ως προστάτης πόλεων και χωριών θεωρείται πάντα ο άγιος Δημήτριος. Στις εικόνες του, ειδικότερα, εμφανίζεται με το μακρύ δόρυ του να σκοτώνει τον πολεμοχαρή ηγεμόνα των Βουλγάρων Ιωαννίτζη (1197- 1207), που οι Βυζαντινοί από “Καλογιάννη” τον αποκαλούσαν “Σκυλογιάννη”. Ο θάνατός του επήλθε ενώ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη το 1206/7, εκμεταλλευόμενος την τρικυμιώδη κατάσταση που γνώρισε το Βυζάντιο μετά την άλωση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους το 1204. Όμως, το έτος 1207 και ενώ ο Ιωαννίτζης ήταν έτοιμος να εισβάλει στη Θεσσαλονίκη πέθανε αιφνιδίως από πλευρίτιδα, «θεόσταλτη», όπως ακούστηκε, ασθένεια, γιατί είχε δει στο ύπνο του κάποιον ένοπλο να τον χτυπά με το δόρυ του στα πλευρά. Ήταν ο άγιος Δημήτριος, που γι’ αυτό αποκαλείται από τον υμνωδό της Εκκλησίας ως «ὁ μέγας φρουρός τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ρύστης ἐν τοῖς κινδύνοις ὁ ἐξαίρετος, πρόμαχος ὁ κράτιστος» (Κανών δεύτερος), ενώ και σε έναν άλλο Κανόνα, που συνέθεσε ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο άγιος Δημήτριος φέρεται να λέει προς την προστατευόμενή του πατρίδα: «…μη φοβοῦ οὖν πατρίς μου, ἐμέ κατέχουσα∙ τους ἐχθρούς σου γάρ πάντας πατάξω ἐν Χριστῷ και φυλάξω σε τήν τιμῶσάν με».

Να σημειωθεί ότι και η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, το 1912, με την ημέρα της γιορτής του Αγίου συνέπεσε, την 26η Οκτωβρίου. Το παράδοξο, όμως, σε όλα αυτά είναι ότι το βουλγαρικό έθνος τίμησε τρομερά τον άγιο Δημήτριο και τον θεώρησε προστάτη του κι εμψυχωτή του κατά την τουρκοκρατία. Τον άγιο αυτόν που, κατά τους Βυζαντινούς, έβαλε τέρμα στη βασιλεία του δικού τους βασιλιά, του Ιωαννίτζη, πάνω στην ορμή του να κατακτήσει την πολυπόθητη για τους ίδιους «Νύμφη του Θερμαϊκού».


Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης * * * Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ο Ερημίτης και Ομολογητής

 


            Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ

ο Ερημίτης και Ομολογητής

[Έκδοση Ι. Μ. Κουδουμά, Αθήνα 2020, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 264]

 

            Κωστής Ηλ. Παπαδάκης             

             http://ret-anadromes.blogspot.com

 

   Ο κ. Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, χρόνια τώρα ασχολείται συγγραφικά και με αξιοσημείωτο, ομολογουμένως, ζήλο για την ανάδειξη της διαχρονικής Ιστορίας του τόπου του, των Αστερουσίων, μιας περιοχής παρθένας με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, μεγάλη παράδοση και λαμπρά ιστορία, που αποτέλεσε την πόρτα εισόδου του μοναχισμού από την αρχική του κοιτίδα, την Αίγυπτο, αρχικά στον ελλαδικό και στη συνέχεια και στον πανευρωπαϊκό χώρο. Απ’ εδώ (από τους Καλούς Λιμένες, τόπο βιβλικό) πέρασε, ως γνωστόν, και διαχείμασε ο θείος των Εθνών Απόστολος κι εδώ, στις απόκοσμες κορυφές και στ’ απομονωμένα αστερουσιανά σπήλαια, βρήκε καταφύγιο ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπου το πρώτον υιοθέτησε τον τύπο της νοεράς προσευχής, αλλά και ανέδειξε προς στήριξη της ορθόδοξης πίστης του κρητικού λαού την αντιρρητική θεολογία σε μια κορυφαία στιγμή της που σημαδεύτηκε από τον περίφημο λόγιο ιερωμένο και αριστοτελικό φιλόσοφο Ιωσήφ Φιλάγρη (1360 έως 1393), του οποίου τη δράση, το έργο και τον φιλοσοφικό στοχασμό ο κ. Καλοχριστιανάκης παρουσίασε με προηγούμενη συγγραφή του, υπό τις ευλογίες της τοπικής Εκκλησίας των Γορτυνίων, έκδοση και αυτό της Ι. Μονής Κουδουμά.

   Τώρα, με το παρόν πόνημά του, υπό τον τίτλο: «Ο άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης και Ομολογητής», ο κ. Καλοχριστιανάκης ασχολείται με τον εν λόγω Άγιο, με αφορμή την επιστροφή στην Κρήτη, από το μοναστήρι τού αγίου Γεωργίου του Μείζονος στη Βενετία, μέρους των λειψάνων του, τον Οκτώβριο του 2018, μετά από 960 χρόνια (εικ. 1).

Εικ. 1. Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου Μείζονος Βενετία

   Η επιστροφή αυτή, που σημάδεψε τη ζωή της Εκκλησίας της Κρήτης, ενθυμίζει την ανάλογη της επιστροφής, στον ομώνυμο ναό στο Ηράκλειο, της σεπτής Κάρας του αγίου Τίτου του Πρωτόθρονου, στις 15 Μαΐου 1966 κι έγινε μετά από έγκριση της Ρ/Καθολικής Πατριαρχικής Εκκλησίας της Βενετίας και των Ιταλικών αρχαιολογικών αρχών.

  Η ενέργεια αυτή, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και έγινε σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, χάρη στις καταβληθείσες προσπάθειες του φιλίστορος Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου, αλλά και της Ι.Μ.Κουδουμά, που με απόλυτη επιστημοσύνη απέδειξε, μέσα από τα λιγοστά συναξάρια του Αγίου που υπάρχουν σε λατινικά κείμενα της παλαίτυπης σειράς «Acta Sanctorum», ότι το σπήλαιο άσκησής του ανήκει στην περιφέρεια της Ι.Μ. Κουδουμά. Μάλιστα, στο σπήλαιο αυτό, γνωστό υπό το δηλωτικό όνομα «Αββακόσπηλιος» [αβ(β)άς= πατέρας, με τη μοναχική έννοια], τα τελευταία χρόνια, η εν λόγω Μονή ευλαβώς τιμά και γεραίρει τον Άγιο (εικ. 2).

Εικ. 2. Άποψη από το εσωτερικό του Αββακόσπηλιου, που έχει μεταμορφωθεί σε ναό του αγίου Κοσμά του Ερημίτη και Ομολογητή.

   Στο παρουσιαζόμενο βιβλίο μετά την ευλογία και τον χαιρετισμό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου, το Προλογικό Σημείωμα του Ηγουμένου της Ι. Μονής Κουδουμά κ. Μακαρίου και τον Πρόλογο του Καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Κωνσταντίνου Ανδρουλιδάκη, ακολουθούν τα «Προλεγόμενα» του Συγγραφέα, όπου με κάθε λεπτομέρεια εκθέτει τις δυσκολίες που συνάντησε κατά την έρευνά του περί τον βιογραφούμενο Άγιο, που, απ’ ό,τι φαίνεται, «περνά όλως απαρατήρητος από το σύνολο των Ορθοδόξων συναξαριστών». Οπότε, η προσπάθειά του στάθηκε εξαιρετικά δύσκολη και στράφηκε, κατ’ ανάγκην, προς άλλες πηγές, παράπλευρες, άντλησης πληροφοριών, περί τον εξαϋλωμένο και σχεδόν άσαρκο, όπως λίαν επιτυχώς τον περιγράφει, ασκητή, με τη μακριά ολόλευκη βιβλική γενειάδα.

 Έτσι, με το προαναφερθέν βιβλίο του «Ο Ιωσήφ Φιλάγρης και τα Αστερούσια»- που μου έκανε την τιμή να το παρουσιάσω σε εκδήλωση της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας πριν δύο χρόνια- με το βιβλίο του λέγω αυτό, ο κ. Καλοχριαστιανάκης κατάφερε, το πρώτον, να μελετήσει ενδελεχώς και «αρόσει» απ’ άκρου εις άκρον την έκταση των Αστερουσίων, στην οποία βρήκε ασφαλές καταφύγιο ο ορθόδοξος μοναχισμός. Τότε του δόθηκε η ευκαιρία μέσω του λόγιου ιερωμένου Φιλάγρη να εντοπίσει, ίσως, εγγύτερα και πληρέστερα και τα βήματα και τη μορφή και του άλλου ασκητή και διδασκάλου της αστερουσιανής γης, του Αγίου Κοσμά. Στα πρώτα αυτά στοιχεία προστέθηκαν, στη συνέχεια, και κάποια άλλα που είχε την καλοσύνη να του εγχειρίσει ο πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης της Ι. Μ. Κουδούμα π. Ιλαρίων, που υπήρξε από τους πρώτους που ψηλάφησαν βιβλιογραφικά τη μορφή του Αγίου και, βάσει αυτής, και τον εξεικόνισαν ζωγραφικά, με την εικόνα αρίστης έμπνευσης και τεχνικής που κατακοσμεί το εξώφυλλο του παρουσιαζόμενου βιβλίου.

 Πρόκειται, πάντως, για μεμονωμένες αναφορές, που και πάλι δεν παρέχουν επαρκή για τον βίο και την πολιτεία του Αγίου στοιχεία, ώστε ο Άγιος να συνεχίζει να θεωρείται παντελώς άγνωστος «τοις ανθρώποις και γνωστός τω θεώ μόνω». Άγνωστος στους συναξαριστές και στα Αγιολόγια της Ορθοδόξου και Ρ/Καθολικής Εκκλησίας και ελάχιστα γνωστός σε κάποια μόνον αγιολόγια και Μαρτυρολόγια της τοπικής Εκκλησίας της Βενετίας, στα οποία ανεγράφη ο βίος του από Λατίνους βιογράφους, μετά την αρπαγή του τιμίου λειψάνου του το έτος 1058. Μέσα, μάλιστα, από αυτά καθιερώθηκε να τιμάται η μνήμη του στις 24/9, τοπικά, από την Πατριαρχική Εκκλησία της Βενετίας (εικ. 3).

Εικ. 3. Η λάρνακα του Αγίου στον ελληνικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Βενετίας και η επανακομιδή μέρους των λειψάνων του.

  Από μεταφράσεις των λατινικών αυτών αγιολογικών κειμένων ως χρονολογία του θανάτου του προσδιορίζεται το έτος 658. Τα προσωνύμια, περαιτέρω, που του αποδόθηκαν «Ερημίτης» και «Ομολογητής» είναι σαφώς δηλωτικά της προσωπικότητας και του ασκητικού, το πρώτο, τρόπου ζωής του Αγίου στο πραναφερθέν, παρά την Ι. Μονή Κουδουμά, παράλιο σπήλαιο και το δεύτερο (Ομολογητής) των διώξεων και της εξορίας που υπέστη από την άγνωστη πατρίδα του, λόγω της αφοσιώσεώς του στην Ορθοδοξία, αγωνιζόμενος σθεναρά και με αυταπάρνηση κατά της κρατούσας, τον καιρό εκείνο, μονοθελητικής έριδος. Έτσι, ο Άγιος βρέθηκε απομονωμένος στα απρόσιτα αστερουσιανά σπήλαια, όπου και απέθανε και ετάφη.

  Ο συγγραφέας κ. Ζ. Καλοχριστιανάκης, παρά την ικανότητά του να συνομιλεί και να συνδιαλέγεται- όχι μόνο τώρα αλλά και με τα άλλα βιβλία του - με τα πρόσωπα και με την πρόσφατη και απώτερη του τόπου του ιστορία, αντιλαμβάνεται ότι η συγγραφή του αφήνει πολλά κενά και βασικά αναπάντητα ερωτήματα ως προς τον τόπο καταγωγής του Αγίου, τις ειδικότερες χρονολογίες της ζωής του, τον ακριβή τόπο ασκήσής του, του διδακτικού έργου του κ.λπ. Αντιλαμβάνεται, επί πλέον, ότι η έλλειψη των βασικών αυτών στοιχείων και πληροφοριών στερεί την εργασία του από το αναμφισβήτητο κύρος κάθε αξιόπιστης ιστορικού ενδιαφέροντος μελέτης και σεμνοπρεπώς καταθέτει ότι η ουσιαστική προσφορά του, τελικά, είναι να κεντρίσει το ενδιαφέρον του μελλοντικού ερευνητή ή, ακόμα καλύτερα, να παρακινήσει τα ιστορικά και θεολογικά τμήματα των πανεπιστημίων της Χώρας μας προς ανάθεσιν σχετικής διπλωματικής ή διδακτορικής διατριβής, προς περαιτέρω έρευνα και εμβάθυνση του θέματος.

 Συγχαίρουμε τον φίλο κ. Ζ. Καλοχριστιανάκη, που με μια τόσο φιλόπονη- όπως η παρουσιαζομένη με το σημείωμά μας αυτό- εργασία άνοιξε, έστω, τον δρόμο σε μια τόσο σπουδαία έρευνα κρητικού αγιολογικού ενδιαφέροντος. Πολύτιμη, στην τετράγλωσση έκδοση της μελέτης (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά) και η δημοσίευση, «εν παραρτήματι», της ελληνικής μετάφρασης του λατινικού βίου του Αγίου Κοσμά και σύνολης της επίσημης αλληλογραφίας της Εκκλησίας της Κρήτης με την Εκκλησία της Βενετίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανακομιδή μέρους των λειψάνων του Αγίου Κοσμά. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται από τις λαμπρές εκδηλώσεις της επιστροφής. Όλα παραδίδονται, κατά τον συγγραφέα στον λαό της Κρήτης και στον ιστορικό του μέλλοντος «ως κτήμα ες αεί, ίνα μη τω χρόνω εξίτηλα γένηται».         

     Ο κ. Ζαχαρίας Δ. Καλοχριστιανάκης είναι αληθινά άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και, μάλιστα, των Αστερουσιανών για το περίσσευμα της αγάπης του και για το περισπούδαστο και κεφαλαιώδους σημασίας έργο του για τον τόπο του και την Κρήτη γενικότερα, απόρροια της αγάπης του και των συστηματικών κι ενδελεχών ερευνών του στον χώρο της κρητικής, εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας.

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ *** Η Κρητική Διάλεκτος πολύτιμο εργαλείο παραγωγής γνήσιου κρητικού λόγου και πολιτισμού *** Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Παλαιινές κρητικές κουβέντες» της Ευγενίας Ζαμπετάκη *** Λαϊκοί Ερευνητές και Λεξικά της Κρητικής Διαλέκτου

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

               www.ret-anadromes.blogspot.com

Η Κρητική Διάλεκτος πολύτιμο εργαλείο παραγωγής γνήσιου κρητικού λόγου και πολιτισμού

Λαϊκοί Ερευνητές και Λεξικά της Κρητικής Διαλέκτου

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Παλαιινές κρητικές κουβέντες» της Ευγενίας Ζαμπετάκη


(Εισήγηση του Κ. Η. Παπαδάκη στην Ημερίδα για την "Κρητική Διάλεκτο", του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ρεθύμνης, Σεπτέμβριο 2020)

 

1. Ταπεινό κεράκι στη μνήμη της 

    Τρεις μήνες πριν την προλάβει ο θάνατος, η αείμνηστη Ευγενία Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη, η πολύ αγαπητή στην πόλη μας συνταξιούχος δασκάλα, γνωστή και από το βραβευμένο μυθιστόρημά της ο «Σχιστομάτης Άγγελος» και το λαογραφικό βιβλίο της «Συνάντηση με την παράδοση, Αληθινές ιστορίες», με είχε πάρει τηλέφωνο και μου ζήτησε να της παρουσίαζα το παρόν βιβλίο, με τον τίτλο «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες», που, μόλις, τις μέρες εκείνες, είχε γνωρίσει το φως της δημοσιότητας.

Πριν από έξι περίπου χρόνια, παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον από τις στήλες τής έγκριτης τοπικής εφημερίδας «Ρέθεμνος», τα ηθογραφήματα και τις λοιπές κρητικές ιστορίες που η εν λόγω δασκάλα παρουσίαζε τακτικά, ανά εβδομάδα, με τον ίδιο γενικό τίτλο: «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες». Ο ενθουσιασμός μου από τα ηθογραφήματα εκείνα που άγγιζαν χώρους της επιστήμης που με ενδιαφέρουν και ιδιαίτερα με συγκινούν, δηλαδή την κρητική διάλεκτο και λαογραφία δεν μπορούσε να με αφήσει αδιάφορο και της έκανα, δια του Τύπου, μια θερμότατη κριτική και της πρότεινα, μάλιστα, τότε, τα όμορφα αυτά «κρητικά διηγήματα» σύντομα να αποτελέσουν το σώμα ενός πολύτιμου βιβλίου, αφιερωμένου στην κρητική διάλεκτο και τον κρητικό λαϊκό μας πολιτισμό[1]. Η κριτική αυτή είναι γεγονός ότι κατασυγκίνησε την Ευγενία Ζαμπετάκη. Όταν, λοιπόν, τα ηθογραφήματά της αυτά γνώρισαν, πράγματι, το φως της δημοσιότητας με τη μορφή του παρόντος βιβλίου, λίγους, μόλις, μήνες πριν από τον θάνατό της, πρόλαβε- όπως προανέφερα- και μου εξέφρασε, τηλεφωνικά, την επιθυμία της να της τα παρουσίαζα και πάλι, όμως ως βιβλίο, πλέον, και «διά ζώσης» φωνής και όχι διά του Τύπου. Την επιθυμία αυτήν της αείμνηστης Ευγενίας, λίγο πριν μας αποχαιρετήσει για την άλλη ζωή, εκπληρώνουμε σήμερα με την ανακοίνωσή μας αυτήν, ταπεινό κεράκι στη ιερή μνήμη της!     

 

2.  Ευγενίας Ζαμπετάκη: «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες»                                                    

Τα εν λόγω ηθογραφήματα τής αείμνηστης δασκάλας είναι γεγονός ότι διαβάζονται πολύ ευχάριστα και με εξαιρετικό ενδιαφέρον, λόγω, κυρίως, της θεματικής τους, που αφορά στις δυσκολίες και στα προβλήματα της καθημερινής ζωής, στα γιορτινά έθιμα, στον πολιτισμό και στις παραδόσεις των Κρητικών, κυρίως της υπαίθρου, σε μιαν εποχή που οι παλαιότεροι τη θυμόμαστε, από τότε, από τα παιδικά μας χρόνια, με πολλήν, ομολογουμένως, αγάπη και νοσταλγία.

Έτσι, διηγήσεις, λαογραφικού, κυρίως, ενδιαφέροντος, που αποτυπώνουν εναργώς και με κάθε δυνατή λεπτομέρεια την κάθε πτυχή τής ζωής τού υλικού, πνευματικού και κοινωνικού βίου των παλαιινών Κρητικών, παρελαύνουν ζωντανά, μπορώ να πω «εικονιστικά» και συχνά με αυθόρμητο χιούμορ, αρκετή σάτιρα και άκακη ειρωνεία, μέσα από τις ιστορίες τής αείμνηστης Ευγενίας Ζαμπετάκη, μαζί με τον πολυτίμητο θησαυρό τής κρητικής διαλέκτου, διά της οποίας και μόνο μπορούσε όλα αυτά να τα εκφράσει κατά τρόπο γνήσιο και αυθεντικό. οι δουλειές του σπιτιού, η ρόκα, ο αργαλειός, το άναμμα της φωτιάς, η μεταφορά του νερού από τη βρύση, η δημιουργία σαπουνιού και σχοινιών και οι συνταγές της παλιάς κρητικής γαστρονομίας αποτελούν μερικά από τα θέματα του βιβλίου. Επίσης, τα παραδοσιακά επαγγέλματα (του βοσκού, του αγρότη, του τυροκόμου και του μυλωνά), οι παλιές φάμπρικες, οι αλευρόμυλοι και τα μαντριά, τα ήθη και οι παραδόσεις στις διάφορες θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και εορτές (τα έθιμα του γάμου, της γέννας, της βάφτισης και του θανάτου, τα λαμπριάτικα και τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα), οι αγαθοσύνες και οι (κουτο)πονηριές των παλιών κρητικών, οι πικάντικες και ιδιόμορφες ιστορίες που σκαρφίζονταν, αλλά και τα όμορφα αστεία τους, οι μαντινάδες, με τις οποίες ύμνησαν τη ζωή και τον έρωτα, και τα ασυναγώνιστα καθημερινά «καμώματά» τους, παρελαύνουν ολοζώντανα από τις σελίδες του όμορφου αυτού βιβλίου, μέσα στον χώρο και τον χρόνο που συμβαίνουν, στις εξοχές και στα χωράφια ή στις εορτές και στα πανηγύρια στην πλατεία της εκκλησίας ή του χωριού, σε διαλεκτική, συνήθως, μορφή και με όμορφους, χαρίεντες και πνευματώδεις διαλόγους. Ο λόγος τους, περαιτέρω, είναι εξαιρετικά ώριμος και απαιτητικός, τα ερμηνευτικά δε σχόλια, υπό μορφήν «Λεξιλογίου», στο τέλος του βιβλίου, εξαιρετικά κατατοπιστικά και χρήσιμα και η εξήγηση των άγνωστων λέξεων τού κρητικού λόγου ακριβής και ουσιαστική.

Η εργασία, λοιπόν, της Ευγενίας Ζαμπετάκη έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού σκοπός της είναι να περισώσει, στο μέτρο του δυνατού, πολιτιστικά και γλωσσικά στοιχεία, λέξεις και φράσεις του καθημερινού βίου και πολιτισμού της Κρήτης, που κινδυνεύουν να αφανιστούν οριστικά, μέσα στον κατακλυσμό των σύγχρονων πολιτιστικών ρευμάτων και εξελίξεων, καθόσον οι φορείς τους, γέροντες, πλέον, είναι οι τελευταίοι που τα χρησιμοποιούν και, οσονούπω, «αποχαιρετούν» και αυτοί τη ζωή, όπως μας αποχαιρέτησε πρόσφατα και η αγαπητή Ευγενία Ζαμπετάκη, η θαυμάσια αυτή και «κεδνή οἰακοστρόφος» (Αισχύλος) της κρητικής μας λαλιάς και των παραδοσιακών του τόπου μας αξιών, ηθών και εθίμων.

 

3.    Η γλωσσική συνέχεια της Κρητικής Διαλέκτου     

                                           

Αξίζουν, θεωρώ, πολλών συγχαρητηρίων και ευχαριστιών άνθρωποι τής εποχής μας- όπως η αείμνηστη Ευγενία Ζαμπετάκη- που αναλαμβάνουν, με τις «ειδικές» γνώσεις που διαθέτουν από τα παλαιινά, μέσα από τη ζωή και τις αναμνήσεις τους από τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό, να μας εισαγάγουν και να μας μυήσουν στον παλαιό κρητικό πολιτισμό και στην κρητική λαλιά, που εξέθρεψαν τους γονείς και τους προγόνους μας. Γιατί είναι γεγονός ότι μόνο τέτοιοι γνήσιοι και βέροι στην καταγωγή τους Κρητικοί και μάλιστα γέννημα θρέμμα του χωριού και της κρητικής υπαίθρου, μπορούν να διαθέτουν αυτήν την ασφαλή και βέβαιη γνώση της κρητικής διαλέκτου και του λαϊκού της Κρήτης πολιτισμού και σε αυτούς μόνο μπορεί να στηριχθεί η διάσωσή τους. «Ο χώρος του χωριού», έλεγε ο Κωστής Φραγκούλης, «υπήρξε εκείνος που μου έδωσε, μπορώ άνετα να πω, την έμπνευση, όπως και η επαρχία γενικότερα. Οι πρώτες-πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι όλες από το χωριό, σε σημείο που νόμιζα ότι πέρα από το Σκινοσέλι, τα όρια του χωριού μου, δεν υπήρχε άλλη Κρήτη».

Ανασταίνοντας οι Κρητικοί αυτοί το περιβάλλον- γλωσσικό και φυσικό- μέσα στο οποίο έζησαν και δημιούργησαν οι παλαιινοί μας, τους ανασταίνουν και αυτούς τους ίδιους. Διατηρούν τη θύμησή τους δυνατή και διασώζουν την πολιτιστική μας κληρονομιά σε μορφές γλώσσας και ζωής που «τραβάνε» κατ’ ευθείαν από τις ρίζες μας, στον Βυζαντινό, κυρίως, αλλά και στον αρχαίο ελληνικό και πιο πέρα, ακόμα, στον ομηρικό πολιτισμό. Γιατί, όπως υποστηρίζουν πολλοί νεότεροι της ελληνικής γλώσσας μελετητές, η  κρητική διάλεκτος είναι γεγονός ότι στο λεξιλόγιό της διατηρεί την αρχαϊκότερη μορφή ενός μεγάλου αριθμού λέξεων και ακόμα ότι πολλές λέξεις των ομηρικών επών- που δεν μαρτυρούνται στην αττική πεζογραφία- έχουν επιβιώσει στην κρητική διάλεκτο[2].

Η πραγματικότητα αυτή και η δύναμη της προγονικής συνέχειας συνέτεινε, θεωρώ, ώστε η Κρητική Διάλεκτος να επιβληθεί, τελικά – και παρά τους επηρεασμούς, που, φυσικό είναι, και αυτή ως ζωντανός οργανισμός ανά τους αιώνες να υπέστη –σε όλους τους κατακτητές τής Κρήτης (Άραβες, Βενετσιάνους και Τούρκους) και, μάλιστα, κάποιοι από αυτούς τους τελευταίους να φύγουν, στο διάστημα 1866- 1897[3], ως Κρήτες μουσουλμάνοι (διά της βίας εξισλαμισθέντες), με βασικό γλωσσικό τους εφόδιο την κρητική διάλεκτο, που τη μιλούσαν, αποχωρώντας, σαν μητρική τους γλώσσα και την οποία συνεχίζουν και σήμερα να μιλούν (μετανάστες τρίτης έως και πέμπτης γενιάς) στην καθημερινότητά τους στο μακρινό, για παράδειγμα, Χαμιντιέ της Συρίας και στις παραλιακές περιοχές της Τρίπολης και του βορείου Λιβάνου, καθώς, επίσης, και στη Σμύρνη, στα Μοσχονήσια και στα Άδανα της Τουρκίας από άλλους μουσουλμανικούς κρητικούς πληθυσμούς όπου μεταφέρθηκαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το έτος 1923.

Όλοι μπορούμε να διαγνώσουμε την αλήθεια αυτήν της γλωσσικής συνέχειας, στην περίπτωση της κρητικής διαλέκτου, μέσα από λέξεις και φράσεις σαν και τις παρακάτω, που τις ανευρίσκουμε άφθονες στα συγκεκριμένα «Κρητικά διηγήματα» τής Ευγενίας Ζαμπετάκη, τις οποίες επεξηγώ έτι περαιτέρω με τη βοήθεια κρητικών λεξικών και μάλιστα του ερμηνευτικού Λεξικού τού Αντώνη Ξανθινάκη (μοναδικού για το δυτικό κρητικό ιδίωμα), για να φανεί καθαρότερα η αρχαιοελληνική δομή και «ταυτότητα» τού κρητικού λόγου:

αποδιαφώτιστα (επίρρ.) από (στερ.) + διά- φωτίζω (= πριν φέξει, αξημέρωτα),

πορεύ(γ)ομαι [θαυμάσια αρχαιοπρεπέστατη «κρητικοπούλα» (κατά τον αείμνηστο Μιχάλη Καυκαλά) λέξη μέσα στη φράση «και πώς θα  π ο ρ ε υ τ ο ύ μ ε  το χειμώνα» (= πώς θα συντηρηθούμε, πώς θα τα βγάλουμε πέρα)],

βοτανίζω [= βγάζω τα άγρια χόρτα (προσηγορ. βότανο+ παραγ. κατάλ. –ιζω)],

μια μονοχερέ ρύζι (= τόσο ρύζι όσο χωρεί στη μια φούχτα),

την αποδέλοιπη μέρα (= την υπόλοιπη μέρα) πρόθ. από + μσν. αντων. δε- λοιποί < από τη φρ. οι δε λοιποί (συνων. απολειμάροι),

είντα λογάσαι (αρχ. ρ. λογίζομαι),

έτσα ζάβαλε είν’ η ζωή μας στα χωριά,

βατταλαλώ (πβ. το ευαγγελικό βαττολογέω )= φλυαρώ (συμφυρμός αρχ. βαττο- λογώ +λαλώ),

ξελειξίδι= λειχουδιά (αρχ. λείχω= γλείφω)

ασφεντουρώ (-ίζω)< ασφεντόνα (σφενδόνη) + ουρ-ά + κατάλ. – ίζω

παραστιά (αρχ. εστία), άλλη κρητικοπούλα λέξη, που σημαίνει το τζάκι

Και να σημειώσουμε, στο σημείο αυτό, ότι όλο το παραπάνω λεξιλόγιο είναι «μέρος» ενός (!) μόνο διηγήματος τής αείμνηστης Ευγενίας Ζαμπετάκη, με τον τίτλο: «Η φρισοκεφαλή» [δημοσίευση: «Ρέθεμνος» (10/8/2013) ή σελ. 74-75 του βιβλίου της, δηλαδή σε δύο μόλις σελίδες ενυπάρχει όλος αυτός ο αρχαιοελληνικός πλούτος (!)]…

 

4. Η Κρητική Αναγέννηση

 

Η πλούσια, περαιτέρω, λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης ανά τους αιώνες φανερώνει ότι- πέραν των απλών αυτών διηγήσεων στη μορφή των «παλαιινών κρητικών κουβεντών», για τις οποίες μέχρι στιγμής ο λόγος[4]- υπάρχει και ένα άφθονο και σοβαρό λογοτεχνικό υλικό από τα χρόνια της Κρητικής Αναγέννησης, που κορυφώνεται από το 1571 ως το 1669  (λίγο πριν την άλωση του Ηρακλείου από τους Οθωμανούς). Αυτό, φυσικά, το υλικό μπορεί να φανεί χρησιμότατο στη διδασκαλία της Κρητικής Διαλέκτου, δεδομένου ότι οι ποιητές της περιόδου αυτής χρησιμοποιούν την ομιλούμενη κρητική διάλεκτο εντελώς καθαρμένη από μεσαιωνικά κατάλοιπα ή άλλα λόγια γλωσσικά στοιχεία· η κρητική διάλεκτος υψώνεται, τότε, σε μια γλώσσα λογοτεχνική, κομψή και ικανή να αποδώσει και τις λεπτότερες αποχρώσεις του ποιητικού λόγου και στοχασμού, καθιστάμενη σε μια γλώσσα διαμορφωμένη με καλλιτεχνική βούληση και αξία. Ίσως ποτέ άλλοτε στη νεοελληνική λογοτεχνία η δημοτική γλώσσα δε γράφτηκε με τόση συνέπεια και καθαρότητα[5].

Έτσι, στην κρητική διάλεκτο γράφτηκαν εξαιρετικά σημαντικά έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας και εξελίχθηκε, με τον καιρό, σε γλώσσα λόγια και σπουδαία μέσα από την ποίηση του Κορνάρου και του Χορτάτση, καθώς και μέσα από το περιώνυμο κρητικό θέατρο[6] αλλά και τα λαϊκά εκείνα τετράστιχα, τις περίφημες κρητικές μαντινάδες, των οποίων η θεματολογία μπορεί να εμφανίζεται με σκωπτική μέχρι και βαθιά φιλοσοφική διάθεση, πλεγμένες «με ωριόπλουμες και μοσχομύριστες λέξεις της μπαινάμικης (=πολυπαινεμένης) κρητικής διαλέκτου, πάνω στις οποίες καθάρια και αμάλαγη καθρεφτίζεται αυτή η ίδια η Κρήτη»:

 

   Η κάθα λέξη κρητική και μνια καταβολάδα

   Και στο μπαξέ τση Κρήτης μας αθεί η μαντινάδα

   Στη μαντινάδα ολοντίς η Κρήτη λέει ναίσκες,

   Που κάνει αόρη σόπατα και ξέβγορα τσι λέσκες.

 

                                       (Κωστής Λαγουδιανάκης)

 

«Στη ραγδαία υποχώρηση– εξαφάνιση του κρητικού λόγου μόνο καταφύγιό του απέμεινε, διακηρύσσει ο Κωστής Φραγκούλης, αυτό το τελευταίο, η κρητική μαντινάδα. Στο κάστρο αυτό έχει περιχαρακωθεί κι αμύνεται απεγνωσμένα, για να σωθεί. Ας μη βρεθεί κανένα προδοτικό χέρι ν’ ανοίξει την κερκόπορτα ή να κατεδαφίσει τα τείχη, για να μπει ο αλλόγλωσσος Δούρειος Ίππος που έχει αποτεθεί έξω από την πύλη».

   Ο περίφημος, πάλι, «Ερωτόκριτος», το γνωστό έμμετρο μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου, ο εξαίρετος αυτός ύμνος του έρωτα και της αρετής, με την άψογη στιχουργία και την ισορροπημένη ποιητική γλώσσα, που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην ιστορία της νεοελληνικής παράδοσης και λογοτεχνίας (η ανάλυση του οποίου πρόκειται- όπως μαθαίνουμε- να απασχολήσει και τους φοιτητές της κυρίας Μαρίνας Τζακώστα, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης), γράφτηκε στο γνήσιο Κρητικό ιδίωμα τής Ανατολικής Κρήτης και σε μια γλώσσα αστραφτερή, γάργαρη και φωτεινή, που ξαφνιάζει. Με τη γλώσσα αυτήν του Ερωτόκριτου «ζυμώθηκαν», για αιώνες πολλούς, γενεές- γενεών των Κρητικών, που πολλοί, μάλιστα, μέχρι και τα τελευταία χρόνια εμάς των παλαιότερων, τον είχαν, κυριολεκτικά, αποστηθίσει απ’ αρχής μέχρι τέλους.

Τα έργα, λοιπόν, αυτά δεν είναι δυνατόν να τα διανοηθούμε μεταφρασμένα στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, γιατί, αυτόματα, θα χάσουν όλη τη φυσικότητα και την αυθεντική ομορφιά και φρεσκάδα που διαθέτουν και, γιατί όχι, και αυτήν την έμφυτη κρητική ευγένεια και λεβεντιά τους, την κρητική τους «πρεπιά». Θα συμβεί, δηλαδή, κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει μεταφράζοντας τον Όμηρο και τους αρχαίους στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα. Οπότε, κατά λογική συνέπεια, χρειάζεται η ύπαρξη της Κρητικής Διαλέκτου σε διδακτέα μορφή, προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση σε αυτήν και δυνατότητα εκμάθησής της από τους νεοτέρους και, μάλιστα, σε μιαν (δυνητικά) εποχή που θα έχουν, πλέον, παύσει να υπάρχουν οι «φυσικοί» αυτής ομιλητές, ώστε να είναι δυνατή η φυσική εκμάθηση και κατανόησή της.

Στην εν γένει προσπάθεια διάσωσης της κρητικής διαλέκτου πολύ μεγάλη, είναι γεγονός, κρίνεται η συμβολή των Κρητικών της διασποράς, μέσω των κατά τόπους συλλόγων και σωματείων τους και σε αυτό, προφανώς, συντελεί και το αίσθημα της νοσταλγίας που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την ψυχολογία του απόδημου Κρητικού[7].

 

5.                       Οι λαϊκοί ερευνητές της Κρητικής Διαλέκτου

 

Όπως, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε- και το αφήσαμε αυτό, ήδη, πλέρια να διαφανεί, με αφορμή την περίπτωση της δασκάλας Ευγενίας Ζαμπετάκη- ένα μεγάλο μέρος της διάσωσης της Κρητικής Διαλέκτου το κρατούν στα χέρια τους άνθρωποι τέτοιοι, όπως η μακαρίτισσα η Ευγενία Ζαμπετάκη, άνθρωποι, δηλαδή, απλοί και χωρίς ειδικές γλωσσολογικές σπουδές και γνώσεις, που, όμως, ως ετεοί (=γνήσιοι) και βέροι Κρητικοί από γενετής μυήθηκαν, πίνοντας από το αγνό νερό της βρυσομάνας, στην κρητική διάλεκτο και ντοπιολαλιά και γνωρίζουν «εκ των έσω» να τη χρησιμοποιούν και να εκφράζουν σε αυτήν με τρόπο αυθεντικό και βέβαιο τα διανοήματά τους.

Έτσι, αν προσέξουμε ένα εξαιρετικά σπουδαίο υλικό, αυτήν τη στιγμή, στην Κρητική Διάλεκτο, που αφορά, ειδικά, στον χώρο της Λεξικογραφίας οφείλεται σε αυτούς τους ανθρώπους, που, χωρίς ειδικές γλωσσολογικές γνώσεις και σπουδές και με μοναδικό εφόδιό τους την αγνή και άδολη αγάπη τους προς τη γλώσσα των πατέρων τους και τον τόπο καταγωγής τους, ασχολήθηκαν σοβαρά με τη μελέτη του παλαιινού της Κρήτης πολιτισμού και, μάλιστα, της γλώσσας της με θαυμαστά, σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελέσματα στον τομέα, κυρίως, της περισυλλογής γλωσσικού υλικού . ο Μανώλης Πιτυκάκης, για παράδειγμα, στην Ανατολική Κρήτη, ήταν, εν ζωή, αξιωματικός της Χωροφυλακής, επίσης ο Αντώνης Τσιριγωτάκης ανώτερος υπάλληλος του ΟΤΕ, αλλά και ο Γεώργιος Πάγκαλος, ένας απλός φιλόλογος. Το ίδιο και ο Ιδομενέως αλλά και ο φιλόλογος Αντώνης Ξανθινάκης, το λεξικό του οποίου - με τη γλωσσολογική, εδώ, επιμέλεια του γλωσσολόγου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη- κατέστη ένα, επίσης, μοναδικό θησαύρισμα του λεξιλογικού πλούτου της Δυτικής Κρήτης. Το ίδιο συμβαίνει και με το σύνολο, σχεδόν[8], και των λοιπών λεξικογράφων της Κρητικής Διαλέκτου, τον Ιδομενέα Παπαγρηγοράκη από τα Χανιά, που ήταν ανώτερος υπάλληλος του ΟΤΕ[9], τον Γεώργιο Αποστολάκη από το Μονοφάτσι Ηρακλείου[10], τον Γιάννη Κριτσωτάκη[11], τον Νίκο Γαρεφαλάκη[12] και τον Αλέκο Δαριβιανάκη[13].

Μεγάλοι, επίσης, πέραν των παραπάνω, εραστές και εξαίρετοι γνώστες της Κρητικής Διαλέκτου και, εν γένει, του πολιτισμού της Κρήτης, υπήρξαν, μεταξύ άλλων, τόσο ο Γεώργιος Ψυχουντάκης- ο οποίος με γνώσεις δύο ή τριών, μόλις, τάξεων του Δημοτικού Σχολείου του χωριού του, της Ασή Γωνιάς Αποκορώνου, έκανε τις περίφημες εκείνες μεταφράσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην κρητική διάλεκτο- ο ρεθεμνιώτης γιατρός Μιχάλης Καυκαλάς, στιχουργός και γερός μελετητής και γνώστης της κρητικής διαλέκτου και ο Κωστής Φραγκούλης (“Ανταίος”), που- απόφοιτος, αυτός ο τελευταίος, του Δημοτικού Σχολείου του χωριού του- συνέβαλε εξαιρετικά στη λογοτεχνική ανάδειξη της Κρητικής Διαλέκτου, ενώ σημαντικό θεωρώ και το εν γένει μαντιναδολογικό έργο και κάποιων γνωστών μαντιναδολόγων, όπως, για παράδειγμα, του προαναφερθέντος Κωστή Λαγουδιανάκη, που τόλμησε να «ξομπλιάσει» «Τα ναμουντάνικα χωργιά», 1430 μαντινάδες, μια για κάθε χωριό, από τα 1430- όπως τα καταμέτρησε ο ίδιος- χωριά της Κρήτης (!), (Ηράκλειο 2009).

 Μετά από όλα αυτά, πολύ σωστά μιλά στη σημερινή ανακοίνωσή του ο κ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης και αναφέρεται σε ένα «ενοποιημένο» Λεξικό της Κρητικής Διαλέκτου, με την έννοια, προφανώς, τα υπάρχοντα πολλά λεξικά να συμπτυχθούν και συνενωθούν σε «ένα» με την βοήθεια, βέβαια, σε αυτό το τελευταίο, των Γλωσσολόγων μας και της επιστήμης της Γλωσσολογίας. Έτσι, θα αναδειχθούν, προφανώς, καλύτερα και τα υπάρχοντα, ήδη, λεξικά των παραπάνω «λαϊκών» (ας τους ονομάσουμε έτσι[14]) της κρητικής γλώσσας ερευνητών, χωρίς, παράλληλα, να χάσουν την αξία τους.  

Την πίκρα τους όλοι οι προαναφερθέντες «λαϊκοί ερευνητές» και την αγωνία τους που έβλεπαν την αγαπημένη τους κρητική ντοπιολαλιά να χάνεται από το στόμα και αυτών των τελευταίων κρητικών και χιλιάδες «κρητικοπούλες» λέξεις (Καυκαλάς) να οδεύουν ανεπιστρεπτί προς τον θάνατο και τον αφανισμό, τη μετέτρεψαν σε βαθιά αγάπη κι ενδελεχή έρευνα και μελέτη του γλωσσικού και λαογραφικού πλούτου της κρητικής διαλέκτου, έχοντας κατά νουν τον λόγο του μεγάλου αυστριακού φιλοσόφου Ludwig Wittgenstein ότι «τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου» (κατά πώς, παραπάνω, το εννοούσε και ο δικός μας ο Κωστής Φραγκούλης). Χωρίς, λοιπόν, ειδικές επιστημονικές γνώσεις, θαυμάζοντας, όμως, τον θησαυρό και την αξία που είχαν στα χέρια τους, το επιχείρησαν και κατάφεραν να «περιμαζέψουν» και να διασώσουν τη συμπυκνωμένη θυμοσοφία των εναπομενόντων διαλεκτοφώνων, που κέντριζε έντονα το γλωσσοσυλλεκτικό τους ενδιαφέρον.

Ως προς τη συλλογή και επεξεργασία των λημμάτων- όπως ειδικότερα, και σε ανύποπτο χρόνο, με πληροφόρησε ο καλός φίλος και λεξικογράφος από τον Πύργο Μονοφατσίου, Αντώνης Τσιριγωτάκης- κατά κανόνα όλοι τους συμβουλεύονταν ηλικιωμένους διαλεκτόφωνους, περιτρέχοντας, συχνά, μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις, προκειμένου να φθάσουν στα χωριά τους και να τους συμβουλευθούν και να γίνουν αυτήκοοι μάρτυρες αυτών και της γνήσιας κρητικής διαλέκτου. Συμβουλεύονταν, επίσης, λεξικά αρχαίων ρημάτων και λοιπά γλωσσικά εγχειρίδια και βοηθήματα, καθώς και άλλα ξενόγλωσσα λεξικά (κυρίως της Τουρκικής, της Ιταλικής και Αραβικής γλώσσας), στο μέτρο  πάντα των δυνάμεών τους και παράλληλα με την προσωπική βιωματική τους γνώση και εμπειρία.

Παρατηρούμε, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω λαϊκοί λεξικογράφοι συχνά- επιχειρώντας την ερμηνεία κάποιων λέξεων της κρητικής διαλέκτου (όπως τρύγος, αλώνισμα, αρδάχτι, άλεσμα κ.λπ)- θησαυρίζουν ταυτόχρονα και μιαν εξαιρετικά πολύτιμη σωρεία πληροφοριών γι’ αυτές τις παλαιινές αγροτικές εργασίες, αλλά και για διάφορα αντικείμενα (αρδάχτι κ.λπ.) λαογραφικού ενδιαφέροντος, άγνωστες στον σημερινό αναγνώστη και εξαιρετικά χρήσιμες στους ερευνητές τής κρητικής Λαογραφίας και Ιστορίας, ενώ, περαιτέρω, προκειμένου να δείξουν τη χρήση στον καθημερινό λόγο ορισμένων ιδιωματικών λέξεων της κρητικής διαλέκτου, καταφεύγουν, συχνά, και στη χρήση πλήθους κρητικών αινιγμάτων, παροιμιών, μαντινάδων, δημωδών ασμάτων και λοιπών στερεότυπων φράσεων.  

Το πόσο ενθουσιάζουν όλα αυτά τους «λαϊκούς» ερευνητές της κρητικής διαλέκτου θα το γενικεύσω, και πάλι, στην περίπτωση του φίλου Αντώνη Τσιριγωτάκη (γιατί θεωρώ ότι κάπως έτσι όλοι τους εργάζονται). Θυμάμαι την τελευταία φορά που τον συνάντησα στον Πύργο Μονοφατσίου, όπου είχα πάει για μιαν ομιλία μου. Καθώς ο Αντώνης με πλησίαζε, για να με χαιρετήσει, μού έδινε ασυναίσθητα και μια πρώτη ιδέα, ένα πρώτο δείγμα της γλωσσικής έρευνας που τη στιγμή εκείνη τον κατέτρωγε και τον απασχολούσε: «Κακώς, Κώστα, μου λέγει, έχει περάσει η λέξη “το ρακί” σε πολλά λεξικά. Γιατί ποτέ δε λέγει ο κρητικός “έλα να πιούμε ένα ρακί”, “αλλά έλα να πιούμενε μια ρακή” ή “έλα να πιούμε μια”, χωρίς το προσηγορικό ρακή ή “κέρασέ τονε μια (ενν. ρακή)”».

Έτσι, ναι! κάπως έτσι δουλεύουν οι «λαϊκοί» αυτοί της γλώσσας μας ερευνητές, που δημιουργούν τη «βάση», όπως θα την ονόμαζα, της κρητικής μας διαλέκτου και της μεγάλης λαϊκής μας παράδοσης και παιδείας. Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία μαζί τους αποκτά εξαιρετικό νόημα και ενδιαφέρον. Την αγωνία των λέξεων και του παλαιινού κρητικού μας πολιτισμού τη βλέπεις μόνιμα χαραγμένη στο πρόσωπό τους να τους «κατατρώγει» και να τους απασχολεί. Στων ανθρώπων, λοιπόν, αυτών το σοβαρό έργο, λεξικολογικό και γενικότερα λογοτεχνικό- λαογραφικό, ως  β ά σ η, οφείλουν, πιστεύω, να πατήσουν και να στηριχθούν οι ειδικοί επιστήμονες, οι γλωσσολόγοι (και οι λαογράφοι) μας και, βέβαια, οι Ετεοκρήτες, εξ αυτών, δηλαδή οι αυτόχθονες, οι ετεοί, οι γνήσιοι Κρητικοί[15], προκειμένου να την κωδικοποιήσουν και να θέσουν τους γλωσσικούς όρους και τους κανόνες της Κρητικής Διαλέκτου για τη δημιουργία μιας βασικής Γραμματικής, ώστε η γλώσσα- που τη στιγμή αυτή βρίσκεται σε υποχώρηση, λόγω της επικράτησης της κοινής νεοελληνικής- να αποκτήσει διάρκεια μέσω της δυνατότητας διδασκαλίας και μελέτης της από όλες, αν είναι δυνατόν, τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

 

6.    Επιλογικά

 

Μετά από όλα αυτά, είναι, θεωρώ, εξαιρετικά σημαντική και σπουδαία η μεγάλη αυτή προσφορά στην κρητική μας διάλεκτο και κουλτούρα των ανθρώπων αυτών, των «λαϊκών»- όπως τους ονομάσαμε- της γλώσσας μας ερευνητών. Όλα τα κείμενά τους γενναιόδωρα αποπνέουν τις ομορφιές τής μυρωμένης κρητικής γης, όπως τις είδαν, όπως τις έζησαν και όπως τις οσφράνθηκαν από παιδιά στα χωριά τους και όπως τις είδε και τις έζησε και η αείμνηστη Ευγενία Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη στο όμορφο το χωριό της, το Ζουρίδι Ρεθύμνου. Γι’ αυτό τα ηθογραφήματά τους και η δουλειά τους στη γλώσσα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτιμηθούν με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής, γλωσσολογικής και ιστορικής κριτικής, αφού, κατά κανόνα, αποτελούν καρπόν εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και αφοσίωσης προς τον τόπο καταγωγής τους.



[1]Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ευγενίας Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη, «Παλαιινές κρητικές κουβέντες», εφημ. Ρέθεμνος της 14/9/2013

[2] Ευαγγελίας Πετρουγάκη, στο https://www.e-thrapsano.gr/cretan-dialect-articles/150-creta-archaic-dialect

[3] Μετά από την τελική απόσυρση του οθωμανικού στρατού από την Κρήτη, φοβούμενοι εκδίκηση εναντίον τους.

[4] Πβ. και το παρεμφερές βιβλίο που ο Ευάγγελος Φωτάκης, με το ψευδώνυμο Ανεζηνιό από τ’ Ακτούντα, δημοσίευσε το έτος 1933 με τον τίτλο: «Κρητικές κουβέντες του Ανεζηνιού», γραμμένο, επίσης, στην κρητική διάλεκτο.

[5] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 65-66.

[6] Πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα της λεγόμενης Κρητικής Σχολής, που είναι γραμμένα όλα σε γάργαρο ποιητικό λόγο. 

[7] Και είναι γνωστή, στο σημείο αυτό, η συμβολή του ιστορικού Συλλόγου Ρεθυμνίων Αττικής «Το Αρκάδι», στην εισαγωγή της διδασκαλίας της κρητικής διαλέκτου από το Πανεπιστήμιο.

[8] Αν εξαιρέσουμε τον γλωσσολόγο Νικόλαο Κοντοσόπουλο (Αντίστροφο λεξικό της Κρητικής διαλέκτου. Αθήνα 2006) και κάποιους άλλους που συμβαίνει να μην είναι Κρητικοί.

[9] Ιδομενέως Παπαγρηγοράκη, Συλλογή ξενογλώσσων λέξεων της ομιλουμένης εν Κρήτη, Εκ του Τυπογραφείου Κανάκη Φραγκιαδάκη, Χανιά 1952.

[10] Γεώργιος Αποστολάκης, Παλαιινές Κρητικές Αθιβολές – Λεξικό (Λέξεις, φράσεις και μαντινάδες του κρητικού γλωσσικού ιδιώματος), Ηράκλειο 2008.

[11] Γιάννης Κριτσωτάκης, Στειακό Λεξιλόγιο, Μαρωνιά Σητείας 2012.

[12] Νίκος Γαρεφαλάκης, Λεξικό ιδιωματισμών κρητικής διαλέκτου (Περιοχή Σητείας), Σητεία 2002.

[13] Αλέκος Δαριβιανάκης, Η ζωντανή κρητική διάλεκτος, Ηράκλειο 2009.

[14] Κατά το «λαϊκοί ζωγράφοι», όπως, για παράδειγμα, ο Θεόφιλος Κεφαλάς – Χατζημιχαήλ, από τη Λέσβο, ο διασημότερος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος.

[15] Διαφορές, λέγει ο Τσιριγωτάκης, όπως «μην ακούς…» (με στερητ. σημασία το “μην”) (sic) και «μην εργάς;» (με ερωτημ. σημασία) ή «δεν πάω ποθές» (=πουθενά) και «κάτσε ποθές» (= κάπου), μόνο ντόπιοι, «ιθαγενείς» (όπως ο ίδιος τους ονομάζει) φιλόλογοι είναι σε θέση να τις διακρίνουν.