5. ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ * * * Β΄. Ανθρωπομορφισμός τού Χάρου – Ο Οπλισμός του Χάρου


Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 7ο

     ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
     
                   

                5. ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ



     Β΄. Ανθρωπομορφισμός τού Χάρου – Ο Οπλισμός του Χάρου
   
       Ως προς τον οπλισμό του, ο Χάρος άλλοτε εμφανίζεται να κρατεί σπαθί και άλλοτε κοντάρι με το οποίο χτυπά αλύπητα τα θύματά του: 

 «Κι’ εμπήκε κι εκοντάρευγεν ο Χάρος τσ’ αντρειωμένους!»[1]

ενώ, συχνά, εμφανίζεται και ως καβαλάρης:

«Ο Χάροντας στην πόρτα του ευρέθη καβαλάρης» [2]

ή και ως πραματευτής:


«Πραματευτής επέρασε στ’ άλογο καβαλάρης,

 Κοντοκρατεί το μαύρον του και τον καλημερίζει»[3] 


        Σε κάποια μοιρολόγια, επίσης, ο Χάρος εικονίζεται ως ο κλειδούχος τού Άδη, τα κλειδιά τού οποίου (δεκαοχτώ σε κάποιο μοιρολόγι!) γίνονται, συχνά, στόχος από τους νεκρούς –και μάλιστα από τους νεότερους και πιο καλαντρειωμένους- προκειμένου να ανοίξουν με αυτά τις πύλες τού Άδη και να ανεβούν και πάλι στη γη και στο φως τού ήλιου:


 «Τρεις αντρειωμένοι βούλονται απού τον κάτω κόσμο,

να πάρουν τ’ Άδη τα κλειδιά να βγουν εις τον απάνω»[4]  


        Στην κατηγορία αυτήν (του ανθρωπομορφισμού τού Χάρου), θα εντάξουμε και το τραγούδι «Αγγελική προκήρυξις περί Χάρωνος»[5], όπου ο Χάρος αποφασίζει, κατά το ανθρώπινο, και πάλι, να «χτίσει» περιβόλι[6]:



 «Άστρο λαμπρόν επρόβαλε που την Ανατολίτσα,

 κι ούλοι θαρρούσαν άστρο ’ναι κι άστρο το μαρτυρούσαν,

 μα κείνος ήταν άγγελος μ’ ολόχρυσες φτερούγες,

 κ’ εβγήκε κι εδιαλάλησε σ’ ούλη την οικουμένη.

 Οπού ‘χει ρούχ’ ας τα φορεί, παιδί ας το καμαρώνει,

 κι ο Χάρος εβουλήθηκε να χτίσει περιβόλι».


        Ο ανθρωπομορφισμός τού Χάρου, τέλος, στο μοιρολόγι «Ο σκληροκάρδης Χάρος»[7] εμφανίζεται στο ότι δεν θέλει, αφενός, να «βάλει μπελάδες» στην κεφαλή του, αλλά και στην «πονηριά», αφετέρου, με την οποία χειρίζεται το θέμα τής μακάβριας μεταφοράς των νεκρών, έχοντας υπόψη του τον αγώνα των ζωντανών, προκειμένου να τον ξεγελάσουν και να τους πάρουν πίσω. Για τον λόγο αυτόν αποφεύγει, όπως λέγει, τα πολυσύχναστα μέρη (πηγές, χωριά), γιατί φοβάται πως στα μέρη αυτά «κινδυνεύει» τόσο από τις μανάδες που έρχονται στη βρύση για να πάρουν νερό να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους, όσο και από τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα να αναγνωριστούν μεταξύ τους και, τότε, δεν θα μπορεί να τους ξεχωρίσει, «ξεχωρισμό δε θα ’χουν»[8]:


  «Μα δεν κονεύγω σε χωριά, δεν στένομαι σε βρύση,

  κι έρχοντ’ οι μάνες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά των,

  γνωρίζουνται τα’ αντρόυνα ξεχωρισμόν δεν έχουν».  


         Στο ίδιο, επίσης, μοιρολόγι έχουμε και θαυμάσιες ανθρωπομορφικές εικόνες, στις οποίες η κοινωνία των πεθαμένων τείνει να προσδιοριστεί με όρους τής κοινωνίας των ζωντανών. έτσι, ο Χάρος εμφανίζεται μπροστάρης να σέρνει ξοπίσω του τους νεκρούς, σύμφωνα με τις φυσικές δυνατότητές τους . τους νέους τους βάζει μπροστά, που μπορούν κι έχουν δυνάμεις (κατά το ανθρώπινο πάντα) να προπορεύονται, τους γέρους ξοπίσω, που λόγω έλλειψης φυσικών δυνάμεων δεν προλαβαίνουν και ξωμένουν, ενώ τα αδύναμα παιδιά τα έχει «αραδιασμένα» πάνω στη σέλα.

 Γιατ’ είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα[9],

 γη άνεμος τα πολεμά, γη ή βροχή τα δέρνει,

 μουδ’ άνεμος τα πολεμά μουδέ βροχή τα δέρνει 

 μονό διαβαίν’ ο Χάροντας με τους αποθαμένους.

 Τσι νιους τσι παίρνει από μπροστά τσι γέροντες ξοπίσω,

 και τα καυμένα τα μικρά στη σέλ’ αραδιασμένα.  


        Αντίθετα, σε άλλο μοιρολόγι, ο Χάρος θέτει και ταξικά κριτήρια στη σειρά που βάζει τους νεκρούς, σέρνοντάς τους στον Άδη. τους σέρνει, δηλαδή, με σειρά ανάλογη με την οικονομική τους τάξη όταν, ακόμα, βρίσκονταν στη ζωή: οι άρχοντες μπροστά και λυτοί και οι φτωχοί από πίσω και δεμένοι:


   «Ο Χάροντας μ’ απάντηξε στα τριά σκαλιά τού νάδη,

  κι έσερνε τσ’ άρχοντες λυτούς και τσι φτωχούς δεμένους…»[10]
 

_______________________________________________
[1] «Ο σιδηρούς πύργος των Ανδρείων και ο Χάρος» (Βλαστός 1850, 1232, αρ. 11).
[2] «Νέος θέλων να συναγωνισθεί μετά τού Χάρωνος», Βλαστός 1850, 1251, αρ. 33.
[3]  «Ο Χάρος ως πραματευτής», Βλαστός 1850 1253, αρ. 34.
[4] «Οι τρεις αντρειωμένοι από τον Άδη» (Βλαστός 1850, 1243, αρ. 21), επίσης «Η κλειδωμένη καρδιά» (Βλαστός 1850, 1245, αρ. 24) κ.λπ..
[5] Βλαστός 1850, 1247, αρ. 28.
[6] Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι την αναγγελία («αγγελική προκήρυξη») αυτήν κάνει «άστρο λαμπρό» από την Ανατολή, που, θεωρούμε ότι θα αφορά σε άγγελο καλό, σε άγγελο τού φωτός, όπως, εξάλλου, το αναγγέλλει και το τραγούδι και ανήκει στα ελάχιστα Κρητικά Μοιρολόγια στα οποία γίνεται μνεία χριστιανικών αναφορών και συμβόλων. Πβ. στον Βλαστό μοιρολόγια αυτής τής κατηγορίας τα: «Ο Παράδεισος» (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 15) [«να βγαινα στον Παράδεισο ομάδι με τσ’ άγγέλους»], «Το μεγάλο πεθύμιο» (Βλαστός 1850, 1247,αρ. 27) [Χριστέ μου! και να κάτεχα ποιο μήνα θ’ αποθάνω], Ο Άδης (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 16) και όμοιον με το προηγούμενο (Βλαστός 1850, 1241, αρ. 17):
         «Στον ουρανό χορεύγουνε, στον Άδη γάμο κάνουν,
           κι επέψαν κι εκαλέσανε ούλους τσι πρικαμένους,
      Χριστέ! κι ας με καλιούσανε κι εμέ τον πρικαμένο…».    [7] Βλαστός 1850, 1269, αρ. 51.
[8] Από το σημείο αυτό φαίνεται ότι ο πεθαμένος υφίσταται, κατ’ αντιστοιχία τού ζωντανού, αναγνωρίσιμος από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, από την κοινωνική του θέση και τις συνήθειές του.
[9] Ο πόνος τού θανάτου δεν αφήνει ασυγκίνητα ούτε αυτά τα άψυχα στοιχεία τής φύσης.
[10]  Βλαστός 1850, 1268, αρ. 47.


  
 * Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων 


Κωστή Λαγουδιανάκη *** Υπαίθριοι μικροπωλητές του παλιού ρεθεμνους *** Από το βιβλίο του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη «Ρ έ θ υ μ ν ο 1900-1950», σελ. 108


         Κωστή Λαγουδιανάκη *

Υπαίθριοι μικροπωλητές του παλιού ρεθεμνους
Από το βιβλίο του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη

                                        *       *       *

Ρέθεμνος αλλοτεσινό στο λοϊσμό νεδιάζει1,

Αναστοράται2 τα παλιά, θύμησες σειραδιάζει3.

Ρέθεμνος αλλοτεσινό στο νου αποσπερίζει

τσι περασμένους τσι καιρούς θυμάται και φωτίζει.

Τσι περασμένες εποχές στο νου του ξαναφέρνει

και «χωργιογύρης» γίνεται και τα σοκάκια παίρνει.

Θωρεί «ξωτάρικες δουλειές», στη στράτα δουλευτάδες

τσι καστανάδες τσι παλιούς και τσι πασατεμπάδες.

Στσ’ ακροδρομιές συχνάζουνε κι άφτουνε τσι φουφούδες

με κόκκινα τα μάγουλα σαν και τσι κοπελούδες.

Άφτει φουφού ο πωλητής και τη φωθιά συμπαίνει

και πασατέμποι ζεστεροί νεδιάζουνε τ’ Αρμένη.

Σέρνει φωνή πως «γκάβουνε», τάξε ζεστοί και καίνε

και παρανόμι «Γκάβουνε» οι Ρεθεμνιώτες λένε.

Το στέκι του το μόνιμο για τη Μεγάλη Πόρτα

εμίσεψε παντοτινά,δεν είναι όπως πρώτα.

Πλια πώδε και στον Πλάτανο σαν πάει το σεργιάνι4

Παντήχνει5 του ο καστανάς, θωρεί τον Ιορδάνη.

Τση Μικρασίας άφηκε τη γονική πατρίδα

κι ανεζητά στο Ρέθεμνος τση ζήσης την ελπίδα.

Όλο τση ζήσης του το βιος κρεμά σε μια κολόνα

σακάκι και ομπρέλα του στον έντιμο αγώνα.

Η φτώχεια του η τίμια στση ζήσης του τ’ αμόνι

και το φαΐ-σκουτελικό6 πέμπουνε οι γειτόνοι.

 

Λ ε ξ ι λ ό γ ι ο
1. Νεδιάζω (ανεδιάζω από ανά+ιδεάζω <ιδέα)= βγαίνω έξω να δω κάτι.
2.Αναστορούμαι- θυμούμαι, αναπολώ παλαιότερα γεγονότα.
3. Σειραδιάζω= βάζω στη σειρά.
4. Σεργιάνι= περίπατος, βόλτα
5.Παντήχνω= συναντώ (μου πάντηξε ο Μιχάλης)

6.Σκουτελικό (το)= σκουτέλι (= πιάτο) με φαγητό που προσφέρεται σαν δώρο σε συγγενείς, φίλους ή φτωχούς.

 


       * Σχόλιο στον Μαντιναδολόγο Κωστή Λαγουδιανάκη και στο παρόν ποίημά του, από τον Κωστή Ηλ. Παπαδάκη              

               ___________


  Συνταξιούχος δάσκαλος και επί χρόνια Διευθυντής σε σχολεία του Ηρακλείου, ο Κωστής Λαγουδιανάκης, από το Χαρασό Πεδιάδος, ένας αληθινά παθιασμένος λάτρης της Κρητικής γλωσσολαλιάς και ιδιαίτερα χαρισματικός δημιουργός της κρητικής μαντινάδας, ψάχνει απ’ οπουδήποτε μπορεί να αντλήσει την έμπνευση για να «σκαρώσει» καινούριες μαντινάδες με ουσιώδες και μάλιστα κρητικό περιεχόμενο.
   Η πιο πρόσφατη μαντιναδολογική δουλειά του έχει τον τίτλο: «Χιλιάκριβε σεβντά μου» (Ηράκλειο 2015), ενώ ανάμεσα σε μια, τουλάχιστον, δεκάδα σχετικών βιβλίων του είναι και τα «Τα ναμουντάνικα χωργιά», μια τολμηρότατη δουλειά, στην οποία εμπεριέχονται 1430 μαντινάδες, μια για κάθε χωριό της Κρήτης(!), (Ηράκλειο 2009). Ναι, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται αυτό, ο Κωστής Λαγουδιανάκης κατάφερε να αφιερώσει σε κάθε χωριό της Κρήτης και από μια μαντινάδα, σκαρώνοντάς τες αφού διάβασε πρώτα από σχετικά βιβλία τα καθέκαστα του κάθε κρητικού χωριού!
 
  Τα μαντιναδολογήματα του Κωστή Λαγουδιανάκη καθίστανται θεωρώ, περαιτέρω, ένας θησαυρός πολύτιμος της Κρητικής Διαλέκτου και αξίζει, για τον λόγο αυτόν, να γίνονται ευρύτερα γνωστά, όπως και το παρόν που μου έστειλε πρόσφατα, εκπλήσσοντάς με και μένα ευχάριστα, σαν είδα από τον τίτλο ότι το σκάρωσε τόσο πετυχημένα, διαβάζοντας το βιβλίο μου:  «Ρ έ θ υ μ ν ο   1 9 0 0- 1 9 5 0», όπου, στη σελίδα 108, αναφερόμαστε στους υπαίθριους μικροπωλητές του παλιού Ρεθέμνους. Από δαύτους ο φίλος Κωστής συγκινήθηκε. από τον Αρμένη, τον γνωστό και ως «Γκάβουνε- γκάβουνε» και από τον καστανά, τον Ιορδάνη, που είχε το στέκι του στην περιοχή του Πλατάνου. Ξεριζωμένος από τις μικρασιατικές πατρίδες, ο Ιορδάνης έφτασε στο Ρέθυμνο με το καράβι της προσφυγιάς, όπου κι αμόλησε την άγκυρα της ελπίδας, ευρισκόμενος, έκτοτε, στην καθημερινή βιοπάλη του και στο εργοτάξιο της έντιμής του πενίας κάτω από την προστασία των συμπολιτών του Ρεθεμνιωτών, όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία που αναδημοσιεύουμε με την ευκαιρία από το εν λόγω βιβλίο μας.
  Ευχαριστούμε τον Κωστή Λαγουδιανάκη, έναν εκλεκτό Ηρακλειώτη φίλο του Ρεθύμνου, που ανέλαβε με αυτόν τον τόσο όμορφο και πρωτότυπο τρόπο, σαν και τον αξέχαστο Ρεθεμνιώτη ποιητή  Γ ι ώ ρ γ η  Κ α λ ο μ ε ν ό π ο υ λ ο, να μας υπενθυμίσει και να μας συγκινήσει σιγοτραγουδώντας μας στην κρητική λαλιά σελίδες από το παλιό Ρέθεμνος, όπως εδώ από τους «μικροπωλητές» του. «Μας έπεψε»- όπως μας έγραφε χαρακτηριστικά στο ηλεκτρονικό του γράμμα- μια «πρώτη ξεφουρνιά» για τους μικροπωλητές, εμπνευσμένη από το βιβλίο μας για το παλιό το Ρέθεμνος, ευχόμενος «να 'χει μιαολιά νοστιμιά σαν τη νοστιμιά τση ξεφορνιάς του φτάζυμου»…. Κι έπεται και συνέχεια- όπως μας έγραφε ακριβοχαιρετώντας μας- στο τραγούδισμα του παλιού Ρεθέμνους...! Τον ευχαριστούμε για την αγάπη του για το Ρέθεμνος και για το δροσερό κι ευχάριστο τραγούδισμά του!   

Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ * * * ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ- ΧΑΡΟΝΤΙΣΣΑΣ



Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 6ο

   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
     
                   
  5. ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ- ΧΑΡΟΝΤΙΣΣΑΣ

         Α΄. Ανθρωπομορφισμός τού Χάρου


  Σε πολλά μοιρολόγια ο κρητικός λαός στον Χάρο αποδίδει πλείστα όσα ανθρωπομορφικά στοιχεία, χαρακτηριστικά, δηλαδή, ανθρώπινου τρόπου και συμπεριφοράς, απογυμνώνοντάς τον από κάθε τι το εξωγήινο και μεταφυσικό. Οι ανθρωπομορφισμοί αυτοί θεωρούμε ότι είναι μια προσπάθεια των ζωντανών να εξοικειώσουν και προσαρμόσουν τον άλλο κόσμο και αυτόν τον ίδιο τον Χάρο προς τον δικό τους κόσμο, τον γήινο, ώστε να διατηρήσουν, αφενός, την επικοινωνία και την επαφή με τους αγαπημένους τους νεκρούς, αλλά και να ελαφρώσουν, αφετέρου, κάπως, την αποκρουστική εικόνα που έχουν σχηματίσει για τον άλλο κόσμο, προσδίνοντας στον Χάρο ανθρώπινες, σαν και τις δικές τους, ιδιότητες, επιθυμίες και αντιδράσεις. Η ζωή των νεκρών στον Άδη, κατά την πίστη τού λαού, συνεχίζεται κατά πανομοιότυπο τρόπο, όπως και στον επάνω κόσμο. Οι ψυχές δεν είναι σκιές, «είδωλα καμόντων» (Οδύσσ. λ, 476, ω 14) και «νεκύων αμενηνά κάρηνα» (=αδύναμες, ξεψυχισμένες μορφές νεκρών) (Οδύσσ. κ. 521, 536 και λ 29, 49), ούτε χρειάζεται να «πιουν αίμα» (Οδύσσ. κ, 537 και λ, 36, 50, 98, 153, 228, 232, 536), για να τεθούν σε ενέργεια η λογική, το αίσθημα και το συναίσθημά τους. Κάθε ψυχή στα δημοτικά τραγούδια αισθάνεται, ενθυμείται, χαίρεται, λυπάται και επιθυμεί, ενώ οι νεκροί στον Άδη διάγουν μια ζωή παρόμοια με τη ζωή τού επάνω κόσμου, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Εβραίοι τής Π. Διαθήκης, οι Ρωμαίοι και οι χριστιανοί των πρώτων χριστιανικών αιώνων[1].
    Ειδικότερα, τον ανθρωπομορφισμό τού Χάρου ανευρίσκουμε ιδιαίτερα έντονο στο τραγούδι: «Πάλη νέου μετά τού Χάρωνος»[2], της Συλλογής τού Π. Βλαστού[3], όπου ο Χάρος εμφανίζεται κατά το ανθρώπινο να κουράζεται και να φωνάζει ή, άλλοτε, να σφυρίζει, τάχατες, αδιάφορα, προκειμένου οι προθέσεις του να μη γίνουν αντιληπτές από το υποψήφιο θύμα του, παρακολουθώντας κρυφά και με πονηριά τις κινήσεις του. Έτσι, στο κυνήγι τού νιού, που ήταν «ογλήγορος» στο τρέξιμο, κι ο Χάρος κουρασμένος, κάθισε «πάνω σε πλάκαν», για να ξεκουραστεί κι εσφύριζεν, τάχατες, αδιάφορα, προσπαθώντας με πονηριά πώς να ξεγελάσει το νιο, για να τον περιμένει, τάσσοντάς του, μάλιστα, κι ένα «κανίσκι» με δώρα [ντάργα (= ασπίδα), σπαθί και δοξάρι, ένα λευκό πουκάμισο για κείνον και … ολόμαυρα ρούχα για τη γυναίκα του να βάλει]:


   «Ομορφονιόν εζύγωνεν ο Χάρος στη Μαδάρα.
  Μα ήταν ο νιος ογλήγορος κι ο Χάρος κουρασμένος.         Και παίρνει ο νιος το ρίζωμα κι ο Χάρος την πλαγιάδα.        Πάνω σε πλάκαν έκατσε το νιον ευγορολόγα.

    κι εσφύριζε κι εφώνιαζεν ο Χάρος τού στραθιώτη (sic).


    -Στραθιώτ’ ανήμενε κι εμέ να πηαίνουμε ομάδι.

    κι εγώ κανίσκι σου βαστώ, παραγγελιά σου φέρνω

    βαστώ σου ντάργα και σπαθί, δοξάρι με λουρίσκο

    κι ένα λευκό πουκάμισο και στάσου να το βάλεις

    βαστώ και τής γυναίκας σου ολόμαυρα να βάλη»


       Αλλά και σε πολλά άλλα μοιρολόγια ο λαός αποδίδει στον Χάρο πλείστα όσα ανθρωπομορφικά στοιχεία. Έτσι, στο μοιρολόγι που  επιγράφεται:

 «Το Τραγούδι τού Χάρο»[4] ο Χάρος εμφανίζεται να τραγουδά και μάλιστα «πανώρια»[5] και να περισσοκαυχάται για τα απάνθρωπα και ειδεχθή κατορθώματά του:


     «Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδά πανώρια,
      Λέει τραγούδι τση χαράς και περισσοκαυχάται»,


ενώ στο μοιρολόγι «Ο σιδηρούς πύργος των ανδρείων και ο Χάρος», ο Χάρος εμφανίζεται, προσέτι, και να χαιρετά, να τρώγει και να πίνει κατά το ανθρώπινο:


     «-Καλώς τα κάνετε παιδιά! Καλώς μας ηύρες Χάρο!
      Καλώς μας ήρθες Χάροντα, κάθισε να γευτούμε.

    -Δεν θέλ’ από απού το γιόμα σας, κι εγώ γιόμα δεν κάνω.

      Μ’ άκουσα πως μου χώνεστε κι ήρθα να σασε πάρω».


        Στο τραγούδι, επίσης, «Αι γραίαι προφασιζόμεναι[6] τού Χάρωνος»[7] ο Χάρος φέρεται κατά το ανθρώπινο, λέγοντας ότι είχε δουλειά και πέρασε από «τσι πρασινάδες»[8], όπου είχαν μονομεριάσει οι γριές, προκειμένου να χορέψουν και να ξεγελάσουν τον Χάρο, προφασιζόμενες ότι είναι νέες κι έτσι να μην τις πάρει:


      «Μα σαν αποχτενίστηκαν κι εσιάξαν  τσι χωρίστραις            ούλες μονομεριάσανε κάτω στσι πρασινάδες,
      και πιάνουν και χορεύγανε σαν τσι ψαροφοράδες.                Κι ο Χάρος είχενε δουλειά από δεκεί κι επέρνα,

      θωρεί τσι γράδες στο χορό και μια στη μέσ’ εκέρνα»,

ενώ στο τραγούδι «Η Χαιρέταινα Ανωγιανή»[9] ο Χάρος εμφανίζεται και να μαλώνει με τους Ανωγειανούς:


    «Μα ήντά χε με τσ’ Ανωγειανούς κι εμάλωσεν ο Χάρος,
     κι επήρε γιο μοναχογιόν όπου δεν ήτον άλλος.

      Επήρε γιο μοναχογιόν από μεγάλη σκλέτη[10]

      Τον αγριμοπερπατηχτή, το Γιώργο τού Χαιρέτη». 

   Τέλος, στο μοιρολόγι «Ο Χάρος ως Πραματευτής»[11] ο Χάρος- πέραν τής Χαρόντισσάς του, με την οποία και συζεί στον Κάτω Κόσμο- εμφανίζεται να έχει και ερωτικές επιθυμίες και, υποκρινόμενος τον πραματευτή, να ξεγελά την πιστή στον σύζυγό της μοναχική κόρη και να μοιράζεται μαζί της το συζυγικό κρεβάτι, παριστάνοντας τον άνδρα της, που βρίσκεται μακριά, στα ξένα[12]:


       «Ανίσως άλλον αγαπώ, κι άλλο θέλω να πάρω,
       πάρε σπαθί στο χέρι σου, την κεφαλή μου κόψε.
        Κι ώστε να πει, να καλοπεί είχε ξημερωμένα,                       Στρέφεται, βλέπει δίπλα τση το Χάρο κι εκοιμάτο…»    
 
      Ως προς τον οπλισμό του, ο Χάρος άλλοτε εμφανίζεται να κρατεί σπαθί και άλλοτε κοντάρι με το οποίο χτυπά αλύπητα τα θύματά του:


  «Κι’ εμπήκε κι εκοντάρευγεν ο Χάρος τσ’ αντρειωμένους!»[13]

ενώ, συχνά, εμφανίζεται και ως καβαλάρης:


        «Ο Χάροντας στην πόρτα του ευρέθη καβαλάρης» [14]


         ή και ως πραματευτής:


         «Πραματευτής επέρασε στ’ άλογο καβαλάρης,
         Κοντοκρατεί το μαύρον του και τον καλημερίζει»[15]


        Σε κάποια μοιρολόγια, επίσης, ο Χάρος εικονίζεται ως ο κλειδούχος τού Άδη, τα κλειδιά τού οποίου (δεκαοχτώ σε κάποιο μοιρολόγι!) γίνονται, συχνά, στόχος από τους νεκρούς –και μάλιστα από τους νεότερους και πιο καλαντρειωμένους- προκειμένου να ανοίξουν με αυτά τις πύλες τού Άδη και να ανεβούν και πάλι στη γη και στο φως τού ήλιου:


    «Τρεις αντρειωμένοι βούλονται απού τον κάτω κόσμο,

 να πάρουν τ’ Άδη τα κλειδιά να βγουν εις τον απάνω»[16]  


         Στην κατηγορία αυτήν (του ανθρωπομορφισμού τού Χάρου), θα εντάξουμε και το τραγούδι «Αγγελική προκήρυξις περί Χάρωνος»[17], όπου ο Χάρος αποφασίζει, κατά το ανθρώπινο, και πάλι, να «χτίσει» περιβόλι[18]:


«Άστρο λαμπρόν επρόβαλε που την Ανατολίτσα,


 κι ούλοι θαρρούσαν άστρο ’ναι κι άστρο το μαρτυρούσαν,


   μα κείνος ήταν άγγελος μ’ ολόχρυσες φτερούγες,


   κ’ εβγήκε κι εδιαλάλησε σ’ ούλη την οικουμένη.


  Οπού ‘χει ρούχ’ ας τα φορεί, παιδί ας το καμαρώνει,


   κι ο Χάρος εβουλήθηκε να χτίσει περιβόλι».


       Ο ανθρωπομορφισμός τού Χάρου, τέλος, στο μοιρολόγι «Ο σκληροκάρδης Χάρος»[19] εμφανίζεται στο ότι δεν θέλει, αφενός, να «βάλει μπελάδες» στην κεφαλή του, αλλά και στην «πονηριά», αφετέρου, με την οποία χειρίζεται το θέμα τής μακάβριας μεταφοράς των νεκρών, έχοντας υπόψη του τον αγώνα των ζωντανών, προκειμένου να τον ξεγελάσουν και να τους πάρουν πίσω. Για τον λόγο αυτόν αποφεύγει, όπως λέγει, τα πολυσύχναστα μέρη (πηγές, χωριά), γιατί φοβάται πως στα μέρη αυτά «κινδυνεύει» τόσο από τις μανάδες που έρχονται στη βρύση για να πάρουν νερό να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους, όσο και από τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα να αναγνωριστούν μεταξύ τους και, τότε, δεν θα μπορεί να τους ξεχωρίσει, «ξεχωρισμό δε θα ’χουν»[20]:


 «Μα δεν κονεύγω σε χωριά, δεν στένομαι σε βρύση,

       κι έρχοντ’ οι μάνες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά των,       γνωρίζουνται τα’ αντρόυνα ξεχωρισμόν δεν έχουν».  


         Στο ίδιο, επίσης, μοιρολόγι έχουμε και θαυμάσιες ανθρωπομορφικές εικόνες, στις οποίες η κοινωνία των πεθαμένων τείνει να προσδιοριστεί με όρους τής κοινωνίας των ζωντανών. έτσι, ο Χάρος εμφανίζεται μπροστάρης να σέρνει ξοπίσω του τους νεκρούς, σύμφωνα με τις φυσικές δυνατότητές τους . τους νέους τους βάζει μπροστά, που μπορούν κι έχουν δυνάμεις (κατά το ανθρώπινο πάντα) να προπορεύονται, τους γέρους ξοπίσω, που λόγω έλλειψης φυσικών δυνάμεων δεν προλαβαίνουν και ξωμένουν, ενώ τα αδύναμα παιδιά τα έχει «αραδιασμένα» πάνω στη σέλα.


«Γιατ’ είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα[21],

    γη άνεμος τα πολεμά, γη ή βροχή τα δέρνει,

    μουδ’ άνεμος τα πολεμά μουδέ βροχή τα δέρνει
    μονό διαβαίν’ ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
  Τσι νιους τσι παίρνει από μπροστά τσι γέροντες ξοπίσω,

  και τα καυμένα τα μικρά στη σέλ’ αραδιασμένα.   


        Αντίθετα, σε άλλο μοιρολόγι, ο Χάρος θέτει και ταξικά κριτήρια στη σειρά που βάζει τους νεκρούς, σέρνοντάς τους στον Άδη. τους σέρνει, δηλαδή, με σειρά ανάλογη με την οικονομική τους τάξη όταν, ακόμα, βρίσκονταν στη ζωή: οι άρχοντες μπροστά και λυτοί και οι φτωχοί από πίσω και δεμένοι:


    «Ο Χάροντας μ’ απάντηξε στα τριά σκαλιά τού νάδη,

  κι έσερνε τσ’ άρχοντες λυτούς και τσι φτωχούς δεμένους…»[22]



[1] Αναγνωστόπουλος 1984, 291- 92.
[2] Παραλλαγή τού παρόντος μοιρολογιού αναφέρει ο Αριστείδης Κριάρης με τον τίτλο: «Πάλη Ζωής και Θανάτου» (Κριάρης 1909, 266).
[3] Βλαστός 1850, σ. 1225, αρ. 5.
[4] Βλαστός 1850, 1248, αρ. 29.
[5] Πανώρια (επίρρ. τροπ. από επίθ. πανώριος)= πολύ ωραία, όμορφα.
[6] Από ρ. προφασίζομαι= προβάλλω κάτι ως ψευδή δικαιολογία (π.χ. προφασίζομαι ασθένεια)..
[7] Βλαστός 1850, 1258, αρ. 39.
[8] Σε άλλα μοιρολόγια ο Χάρος περνά από τοίχο περιβολιού [Θωρούν το Χάρο κι έστεκε σ’ τού περβολιού τον τοίχο («Η μαραμένη μηλιά», Βλαστός 1850, 1265, αρ. 43)].
[9] Βλαστός 1850, 1264, αρ. 42.
[10] Σκλέτη, η (ουσ.)= το γένος, το τζάκι.


          «Σαν είν’ από γενιά άνθρωπος κι από μεγάλη σκλέτη                             ούλο το βιό σου ξόδιαζε και κάνε του ραέτι»


(Π. Βλαστού, στον Πολίτης 1965, 303 ). Ραέτι, το (τούρκ.)= φιλοδώρημα, κέρασμα, καλό φαγητό, φιλοξενία στο σπίτι συνήθως με φαγητό.[11] Βλαστός 1850, 1253, αρ 34.
[12] Πβ. Παπαδογιάννης 1973, 135,
[13] «Ο σιδηρούς πύργος των Ανδρείων και ο Χάρος» (Βλαστός 1850, 1232, αρ. 11).
[14] «Νέος θέλων να συναγωνισθεί μετά τού Χάρωνος», Βλαστός 1850, 1251, αρ. 33.
[15]  «Ο Χάρος ως πραματευτής», Βλαστός 1850 1253, αρ. 34.
[16] «Οι τρεις αντρειωμένοι από τον Άδη» (Βλαστός 1850, 1243, αρ. 21), επίσης «Η κλειδωμένη καρδιά» (Βλαστός 1850, 1245, αρ. 24) κ.λπ..
[17] Βλαστός 1850, 1247, αρ. 28.
[18] Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι την αναγγελία («αγγελική προκήρυξη») αυτήν κάνει «άστρο λαμπρό» από την Ανατολή, που, θεωρούμε ότι θα αφορά σε άγγελο καλό, σε άγγελο τού φωτός, όπως, εξάλλου, το αναγγέλλει και το τραγούδι και ανήκει στα ελάχιστα Κρητικά Μοιρολόγια στα οποία γίνεται μνεία χριστιανικών αναφορών και συμβόλων. Πβ. στον Βλαστό μοιρολόγια αυτής τής κατηγορίας τα: «Ο Παράδεισος» (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 15) [«να βγαινα στον Παράδεισο ομάδι με τσ’ άγγέλους»], «Το μεγάλο πεθύμιο» (Βλαστός 1850, 1247,αρ. 27) [Χριστέ μου! και να κάτεχα ποιο μήνα θ’ αποθάνω], Ο Άδης (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 16) και όμοιον με το προηγούμενο (Βλαστός 1850, 1241, αρ. 17):


            «Στον ουρανό χορεύγουνε, στον Άδη γάμο κάνουν,


             κι επέψαν κι εκαλέσανε ούλους τσι πρικαμένους,


             Χριστέ! κι ας με καλιούσανε κι εμέ τον πρικαμένο…».   


[19] Βλαστός 1850, 1269, αρ. 51.
[20] Από το σημείο αυτό φαίνεται ότι ο πεθαμένος υφίσταται, κατ’ αντιστοιχία τού ζωντανού, αναγνωρίσιμος από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, από την κοινωνική του θέση και τις συνήθειές του.
[21] Ο πόνος τού θανάτου δεν αφήνει ασυγκίνητα ούτε αυτά τα άψυχα στοιχεία τής φύσης.
[22]  Βλαστός 1850, 1268, αρ. 47.
 

 


* Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων