ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ * * * Ο πολέμαρχος της «Βίγλας» ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ * Γεώργιος Αρετάκης

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ

 

Ο πολέμαρχος της «Βίγλας»

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ

Γεώργιος Αρετάκης

Τόμος Α΄: Η βιογραφία του

        [Εκδόσεις «Καλαϊτζάκης Α.Ε.», Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 301]  

 

         ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                           www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Αϊβασιλιώτης δημοσιογράφος Μανόλης Παντινάκης είναι γνωστός στους Ρεθεμνιώτες από τη επιτυχημένη μέχρι σήμερα δημοσιογραφική του διαδρομή στις εφημερίδες «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Η Τόλμη» και «Τα Νέα». Ο Μανόλης Παντινάκης, όμως, δεν είναι μόνο ο συνειδητός και έγκριτος δημοσιογράφος αλλά και ο δόκιμος συγγραφέας, που μέχρι σήμερα έχει να μας παρουσιάσει αρκετά βιβλία, όπως: «Πόθος Λευτεριάς», «Αντίσταση κι εξορία», «Η επαρχία Αγίου Βασιλείου αφηγείται: «Η Κατοχή δεν μας λύγισε…», «Αμαριώτες στην Αντίσταση», «Ρασοφόρος Ζορμπάς». και άλλα.

Όταν έγραφα το βιβλίο μου για τον Κεραμέ και Αγαλλιανό ανάμεσα στα νεότερα ιστορικά στοιχεία του χωριού οι ντόπιοι μού παρέδωσαν και τη μορφή του οπλαρχηγού Γεωργίου Αρετάκη, τού και Σφακιανού επονομαζομένου, με καταγωγή εκ πατρός από τα Κεραμέ και του ίδιου από το Σπήλι, φωτογραφία του οποίου και δημοσίευσα. Σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, έχω τη χαρά να κρατώ στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο του ως άνω συνεπαρχιώτη συγγραφέα, Μανόλη Παντινάκη, με τον τίτλο: «Ο πολέμαρχος της «Βίγλας», Καπετάν Σφακιανός», που αναφέρεται στην προσωπικότητα τού εν λόγω άγνωστου στο ευρύτερο κοινό ομοχώριού του, τού Σπηλιανού οπλαρχηγού, Γεωργίου Αρετάκη.

Πρόκειται για μιαν εργασία λεπτομερέστατη και αρτιότατη από κάθε άποψη, προϊόν πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας. Ο συγγραφέας παίρνει τις πληροφορίες του από πηγές ασφαλείς και αξιόπιστες και μέσω συνεντεύξεων με πρόσωπα του άμεσου συγγενικού περιβάλλοντος του άνδρα, που έτρεφαν στο πρόσωπό του απεριόριστο σεβασμό και αγάπη.

Τον Γιώργη Αρετάκη, ο συγγραφέας του βιβλίου, ήδη από τον τίτλο, αποκαλεί Πολέμαρχο της «Βίγλας» (θέσης- παρατηρητήριο, που βρίσκεται στο Πανωχώρι του Σπηλίου), γιατί αυτή υπήρξε ο τόπος όπου γεννήθηκε το 1899 ο ήρωας, ο πολεμιστής, ο περήφανος, ο αδούλωτος και ασυμβίβαστος πολυτραυματίας των εθνικών αγώνων της Μικράς Ασίας, του αλβανικού μετώπου και στο τέλος και του αντάρτικου, στα βουνά της Πελοποννήσου. Από μικρό παιδί τον Αρετάκη αναζωογονούσαν, ενθουσίαζαν και γέμιζαν με πατριωτισμό οι μεγάλοι ήρωες της Επανάστασης του Εικοσιένα και μάλιστα ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Αυτός είναι ο λόγος που  αυτοαποκλήθηκε «Σφακιανός» και όχι «Σπηλιανός» και δραστηριοποιήθηκε στα μέρη όπου γεννήθηκαν αυτοί οι τελευταίοι, θέλοντας, ακριβώς, με τον τρόπο αυτόν, να τιμήσει τη γενναιότητα και τη λεβεντιά τους.

Κατατάχτηκε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό από τα 17 του χρόνια και αγωνίστηκε για την πατρίδα επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, αφήνοντας πίσω του γυναίκα και παιδί. Έφτασε και πολέμησε στον Σαγγάριο ποταμό (1922) όπου και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και, ως εκ θαύματος, να σωθεί και να επιστρέψει στη μονάδα του στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε το πρώτο χρυσό αριστείο ανδρείας. Υπήρξε βαθιά βενιζελικός και αντιβασιλικός, πρωταγωνιστής στο κίνημα του 1935, οπότε, μετά την αποτυχία του, τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Ως βενιζελικό τον βρίσκουμε και στα Κεραμέ, χωριό του πατέρα του, αλλά και σε άλλα κοντινά χωριά της επαρχίας να ομιλεί στους κατοίκους και να προσπαθεί να τους πείσει να ακολουθήσουν τον μεγάλο οραματιστή πολιτικό.

Ανακαλείται στο στράτευμα με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο- όπου πήρε το δεύτερο χρυσό αριστείο ανδρείας, για τη συμβολή του στην κατάληψη του υψώματος Πόγραδετς στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, στις 11-2-1941, και επιστρέφει βαριά τραυματισμένος με επιπλέον τραύματα στο αριστερό πόδι και με σοβαρής μορφής κρυοπαγήματα, ώστε, έκτοτε, να περπατά με πολλή δυσκολία και μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού.

Μετά την κατοχή συνέχισε να πολεμά στην Πελοπόννησο, στα πιο μαύρα χρόνια που πέρασε ποτέ η Ελλάδα, κατά τον φοβερό εκείνο εμφύλιο, όταν, την 25 Απριλίου 1949, σφαίρα ελληνική του απέκοψε το νήμα της ζωής. 

Ειδικότερα, εντυπωσιακά στοιχεία στη ζωή τού ως άνω Γιώργη Αρετάκη είναι, οπωσδήποτε, ο απεριόριστος πατριωτισμός του, ο ένθερμος αρχικά βενιζελικός προσανατολισμός του, ενώ μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945), αρνούμενος να παραδώσει τα όπλα και μη μπορώντας να διαφύγει στην Κρήτη- όπου τον περίμενε η γυναίκα του και το λατρεμένο του παιδί- ακολούθησε τον δρόμο της παρανομίας και πήρε το βουνό. Αλλά και η θρησκευτικότητά του είναι ένα ακόμα εντυπωσιακό κομμάτι της ζωής του Καπετάν Γιώργη Αρετάκη, την οποία θέριευαν, φαίνεται, οι τότε εξαιρετικά δύσκολες και ματωμένες καταστάσεις, τις οποίες βίωνε καθημερινά. Έτσι, στη μάχη του Σαγγάριου σφαίρα εχθρική που κατευθυνόταν στο μέρος της καρδιάς «μπλόκαρε», ναι μπλόκαρε- όπως αργότερα περιέγραφε ο ίδιος στη μάνα του- πάνω στο μεταλλικό άκρο εικόνας των Αγίων Αποστόλων που του είχε δώσει εκείνη φεύγοντας από το χωριό και την κρατούσε μόνιμα πάνω του ως φυλαχτό. Το θαύμα αυτό- όπως ο ίδιος το ονόμασε- τον ώθησε να ανεγείρει στο Σπήλι, με τη βοήθεια της μητέρας του αλλά και άλλων συγχωριανών, την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, στην Καλλεργιανή, για να θυμίζει στις κατοπινές γενιές τη θαυμαστή εκείνη σωτηρία του Σφακιανού. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στην εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι κάτοικοι του Πανωχωριού πανηγυρίζουν στο εκκλησάκι του Σφακιανού. Από μια τέτοια πανήγυρη μας διέσωσε τις όμορφες λαογραφικές αναμνήσεις της και η μακαριστή και πολυαγαπητή μας Ειρήνη Μπριλάκη- Καβακοπούλου («Επίκαιρες ηθογραφικές μνήμες από το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στο δροσόλουστο Σπήλι», Ρέθεμνος 15/16 Ιουλίου 2006)

Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία του αγαπημένου συγχωριανού του Στέλιου Κονσολάκη, ο Σφακιανός εμφανίστηκε στην εκκλησία της Παναγιάς, στο Πανωχώρι, την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου 1941, όταν είχε έλθει από την Αλβανία στη γενέτειρά του, για να τον δει η μητέρα του, ίσως, για τελευταία φορά. Πάλι, προφανώς, κάποιο νέο θαύμα θα είχε ζήσει, όπως και στον Σαγγάριο, κι εκεί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου οι ήρωές μας πάλευαν νύχτα μέρα με τον Χάρο. Στηριζόταν, όπως πάντα, στο μπαστούνι του, φαινόταν πολυτραυματίας και τα πόδια του ήταν τυλιγμένα με πολλούς χοντρούς επιδέσμους και φαίνονταν πιο χοντρά- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κονσολάκης- και από τη την ίδια τη μέση του. Στο μανίκι τού αριστερού του χεριού υπήρχαν πολλές διακρίσεις, τα λεγόμενα εμπόλεμα εξάμηνα, που ήταν ο χρόνος του στους πολέμους και στο δεξιό χέρι κρατούσε λαμπάδα ίση με το μπόι του! Πλησίασε στην εικόνα, άναψε τη λαμπάδα του και ύστερα περιέφερε το βλέμμα του και μας κοίταξε όλους με λαχτάρα έναν προς έναν στο πρόσωπο.

Ο συγγραφέας, Μανόλης Παντινάκης, στο βιβλίο του αυτό- παράλληλα προς τη βιογραφία του άνδρα- μας διασώζει και εξαιρετικά στοιχεία για τις κρίσιμες εκείνες ιστορικες περιόδους της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε για τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Τοπικής Ιστορίας και των ρεθεμνιώτικων, γενικότερα, γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ * * * Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ * Διεπιστημονική θεώρηση

 

 ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

 

Η  ΔΙΑΚΡΙΣΗ

Διεπιστημονική θεώρηση

 [Ηράκλειο Κρήτης 2024, σχ. 16ο (17 Χ 12), σσ. 240]

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

     

        Ομότιμος Καθηγητής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ο κ. Γεώργιος Ε. Κρασανάκης και πρώην Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής, είναι, σαφώς, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να διαπραγματευτεί και διαχειριστεί το «εν τω τίτλω», θέμα, της Διάκρισης, που αποτελεί καρπό- μαζί και με δεκάδες άλλα ψυχολογικά και παιδαγωγικά βιβλία- των πλούσιων και  πολύχρονων επιστημονικών σπουδών του σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του Εξωτερικού [Θεσσαλονίκης, Γενεύης, Παρισίων (Σορβόνης- Paris V)] και της επιτυχούς μακράς πανεπιστημιακής του διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια της Κρήτης και της Κύπρου.

        Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά, θεωρούμε, πρωτότυπο και ίσως και απρόβλεπτο για την επιστήμη της Ψυχολογίας, πάντως, ακραιφνώς μέσα στα διαφέροντά της (παρότι, ίσως, από κάποια σκοπιά, φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο την επιστήμη της θεολογίας και της Πατερικής Διδασκαλίας). Γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, και η συμπλήρωση του τίτλου με τον υπότιτλο του βιβλίου: «Διεπιστημονική θεώρηση».   

Η διάκριση, θεολογικά, θεωρήθηκε ανέκαθεν από τους Πατέρες της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα από τους νηπτικούς, ως η «πηγή καί ρίζα, ἡ μητέρα καί βασίλισσα πασῶν τῶν ρετν» που κοσμούν και χαρακτηρίζουν κάθε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Διάκριση (από το ρήμα διακρίνω) είναι η ικανότητα του ανθρώπου να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, να προφυλάσσεται, να ερμηνεύει και να κρίνει ορθά και με υψηλή ευαισθησία και συνειδησιακή προθετικότητα. Η διάκριση περικλείνει, γι’ αυτό, μέσα της όλη την oρθόδοξη πνευματικότητα και σοφία και αποτελεί την κορυφή της τελειότητας.

     Στο παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό βιβλίο ο αναγνώστης μπορεί να βρει πολλά θεωρητικά και εμπειρικά στοιχεία, τόσο από ψυχολογική όσο και από θεολογική άποψη, ικανά να τον βεβαιώσουν ότι πράγματι η διάκριση είναι μια μεγάλη αρετή, ένα ισχυρό πνευματικό φως, χάρη και χάρισμα και δύναμη ικανή να παράγει έργο καλό και αναγκαίο για την ομαλή ατομική και κοινωνική ζωή κάθε ανθρώπου.

     Όπως ο συγγραφέας διευκρινίζει, αφορμή και ώθηση προς συγγραφή του παρόντος, για τη «διάκριση», πονήματος έδωσε έρευνά του με «Ερωτηματολόγιο» σε προηγούμενο βιβλίο του, με θέμα την «Παρρησία». Και είναι γεγονός ότι η διάκριση, αυτή η σπουδαία και χρήσιμη αρετή, βοηθά, σε όποιον τη βιώνει ουσιαστικά, και την παρρησία, ώστε να γίνει πιο όμορφη και πιο αποδεκτή και να μην πληγώνει τον συνάνθρωπο. Και αυτό η διάκριση το κατορθώνει, γιατί είναι ευγενής και συνετή, είναι όραση και ενόραση, αίσθηση και συναίσθηση, διαύγεια πνεύματος και καθαρότητα σκέψης. Όταν είσαι “διακριτικός” διαθέτεις την ευγένεια στην πιο ιδανική της μορφή. Ο Απόστολος Παύλος με θαυμάσιους λόγους αναφέρεται και ορίζει την αρετή αυτήν στην Προς Κολασσαείς επιστολή του: «Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι». Με παρόμοιο τρόπο και ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός θα συμπληρώσει. η διάκριση είναι και λέγεται φως και γι’ αυτό πριν από κάθε λόγο και έργο έχομε ανάγκη απ’ αυτό το φως, για να μπορούμε να βλέπομε και να θαυμάζομε και για να πορευόμεθα με διαύγεια πνεύματος και καθαρότητα σκέψης.

Ο συγγραφέας αφού εξετάσει λεπτομερώς και διεπιστημονικά το θέμα του από κοινωνική, ψυχολογική και θεολογική άποψη προχωρεί σε μια μικρή έρευνα βάσει «Ερωτηματολογίου», με σκοπό, μετά τη θεωρητική να επιτύχει και την εμπειρική διαπίστωση της εφαρμογής της διάκρισης στις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων. Οπότε, το παρουσιαζόμενο βιβλίο αποτελεί έναν επιτυχημένο συγκερασμό τόσο του θεωρητικού όσο και του εμπειρικού στοιχείου επί του συγκεκριμένου θέματος.

     Τα αποτελέσματα της έρευνας μελετώνται σε τέσσερις κατηγορίες και αξιολογούνται ανάλογα:

1) Σε αυτούς που βιώνουν τη θετική μορφή της διάκρισης, 2) σε αυτούς που βιώνουν την αρνητική μορφή, 3) σε αυτούς που βιώνουν τη μικτή και 4) σε αυτούς που βιώνουν την ουδέτερη.

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό φίλο συγγραφέα κ. Γεώργιο Ε. Κρασανάκη και του ευχόμαστε να έχει δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο τής Εκκλησίας και της Επιστήμης, όπου η μέχρι σήμερα συμβολή του είναι και ουσιαστική και μεγάλη.

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Εξισλαμισμοί- Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού κατά την Τουρκοκρατία (2)

 

Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες στην είσοδο του καθολικού της Ι. Μονής Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ, Ρεθύμνου (κλίτος Τιμίου Προδρόμου). Από το Αγιογραφείο της Ι. Μονής (1997).

 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

Εξισλαμισμοί-

Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού

κατά την Τουρκοκρατία (2)


 

        ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

              www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Συχνά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ένας Τούρκος που ήθελε μπορούσε πολύ εύκολα να εξαναγκάσει έναν γνωστό του χριστιανό σε εξισλαμισμό, μεταχειριζόμενος, συνήθως, τη συκοφαντία. τον συκοφαντούσε, δηλαδή, ότι ύβρισε τον Μωάμεθ ή ότι είπε, δήθεν, ότι θέλει να γίνει μουσουλμάνος. Συλλαμβανόταν, τότε, ο κατηγορούμενος, φυλακιζόταν και εάν δεν εκτελούσε τις σχετικές υποδείξεις για εξισλαμισμό, υποβαλλόταν σε συστηματικά βασανιστήρια και άλλες αποτρόπαιες πράξεις, που, συνήθως, έφταναν μέχρι και αυτόν τον μαρτυρικό θάνατο[1]. Έτσι προήλθε ο μεγαλύτερος αριθμός των νεομαρτύρων. Και είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 1794, που ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εξέδωσε το πρώτον το «Νέον Μαρτυρολόγιον», περιέλαβε σε αυτό εβδομήντα πέντε (ως τότε) ανέκδοτα μαρτύρια, καταχωρίζοντας ως «νεομάρτυρες» μόνον όσους άθλησαν από το 1453 και εξής[2].

     Τα σημειώνουμε όλα αυτά προκειμένου να δείξουμε το μέγεθος του τρόμου που καταπλάκωνε τους χριστιανούς των δύστηνων εκείνων χρόνων τής Τουρκοκρατίας «και των αφορήτων δυστυχιών και κολάσεων, ων υπέφερον»[3]. Από την άλλη μεριά, ο αγώνας και η αγωνία των υπόδουλων Κρητικών να διατηρήσουν, μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και τρομοκρατίας, αλώβητη την πίστη τους στον Χριστό και να μην εξισλαμιστούν, τους ωθούσε, δυστυχώς, σε αναγκαστική αλλοίωση του χαρακτήρα τους και σε υποκρισία, που, συχνά, κατέληγαν στον κρυπτοχριστιανισμό ή, το χειρότερο, στον εξισλαμισμό, γιατί έτσι μονάχα μπορούσαν να γλιτώσουν τη ζωή τους και την περιουσία τους.

   Ενδιαφέρον έχει το πώς αντιμετώπισε τους κρυπτοχριστιανούς το Πατριαρχείο. Για τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας η μοναδική μας πληροφορία προέρχεται από την παράδοση που καταγράφηκε, απ’ όσο γνωρίζουμε, για πρώτη φορά, το έτος 1868 από τον δημοσιογράφο Εμμανουήλ Βυβιλάκη της Αθήνας[4]. Σύμφωνα με αυτήν, κάποια στιγμή, οι χριστιανοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη γνώμη τού Οικουμενικού Πατριάρχη, σχετικά με το κατά πόσον επιτρεπόταν ένας χριστιανός να γινόταν «επιφανειακά» μόνο και «κατ’ επίφασιν» μουσουλμάνος, αλλά μέσα του και «εν κρυπτώ» να συνεχίζει να έχει φόβο Θεού και να διατηρεί τη χριστιανική του πίστη και ελπίδα. Ο Πατριάρχης, επειδή, ίσως, και να φοβήθηκε μια πιθανή μαζική εξωμοσία τού χριστιανικού στοιχείου, απάντησε αρνητικά, αντιπροτείνοντας το γνωστό απόσπασμα του Ευαγγελίου: «ὅστις δ’ αν ἀρνήσηταί με έμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, αρνήσομαι καγώ αὐτὸν έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς»[5].

    Τότε οι Κρητικοί, πάνω στην αγωνία και απογοήτευσή τους και μην αντέχοντας άλλο τις διώξεις και τα μαρτύρια που υφίσταντο από τον κατακτητή, κατέφυγαν στον Πατριάρχη των Ιεροσολύμων Νεκτάριο  Πελοπίδα (1661- 1669), που ήταν Κρητικός στην καταγωγή, από το Βενεράτο του Χάνδακα[6]. Αυτός είδε το θέμα τού κρυπτοχριστιανισμού πιο συγκαταβατικά από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και σύμφωνα με τη θεολογική αρχή τής «θείας οικονομίας», επιτρέποντας, δηλαδή, και δίδοντας το δικαίωμα στους χριστιανούς να αλλάξουν την πίστη τους «επιφανειακά» και «κατ’ επίφασιν» και αυτό, βέβαια, μόνον «εν αναποδράστω ανάγκη», θεωρώντας ότι και όσοι υπό τον φόβο των διώξεων θελήσουν να πιστεύουν και να ασκούν τον χριστιανισμό στα «κρυφά», θα μπορέσουν και αυτοί, τελικά, να επιτύχουν τη σωτηρία τους, εφόσον συνεχίζουν και τηρούν, κατά το δυνατόν, τις εντολές τού Κυρίου. Η απόφασή του, δηλαδή, υπήρξεν απόρροια της σκέψης του ότι «δυοίν κακοίν προκειμένοιν βέλτιστον το μη χείρον», ακολουθώντας παλιά τακτική τής Εκκλησίας , που είχε τηρήσει και ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας περί το έτος 1340, επιτρέποντας τον κρυπτοχριστιανισμό στους κατοίκους της τουρκοκρατούμενης Νικαίας της Μ. Ασίας[7].

    Άνοιξε, έτσι, η απόφαση αυτή τον δρόμο και έδωσε διέξοδο σε πολλούς χριστιανούς να στραφούν και να ακολουθήσουν τον κρυπτοχριστιανισμό, μοναδικό ανά τον κόσμο φαινόμενο, απόρροια των αφορήτων πιέσεων και των ατέλειωτων διωγμών που το υπόδουλο χριστιανικό στοιχείο, από την πρώτη, κιόλας, στιγμή, υφίστατο από τον βάρβαρο Τούρκο κατακτητή. Έγιναν, έτσι, «Λινοβάμβακοι» (ή Λινομπάμπακοι)- όπως ονομάζονταν οι κρυπτοχριστιανοί στην Κρήτη και την Κύπρο και η λέξη υπονοεί τη «διπλή ύφανση», λόγω της διπλής τους ταυτότητας. χριστιανικής και μουσουλμανικής. Ακούγονταν, επίσης, και ως Τουρκορρωμιοί, ενώ σε άλλες ελληνικές διαλέκτους ονομάζονταν και με άλλα παρόμοια συμβολικά ονόματα, όπως «Λαρδοκοφτήδες» (επειδή έτρωγαν χοιρινό κρέας), «Μέσοι» ή «Παράμεσοι», «δίπιστοι», «γυριστοί» ή «κλωστοί» (που στην ποντιακή διάλεκτο το ρήμα «κλώθω» σημαίνει γυρίζω), ενώ τους Τουρκοκρητικούς αρνησίθρησκους τους αποκαλούσαν «ξεσκούφωτους», «μπουρμάδες» και «μουρτάτες»[8].

       Η ζωή, βέβαια, αυτών των «κατ’ επίφασιν» μουσουλμάνων χριστιανών ήταν στο εξής ένα διαρκές συνειδησιακό μαρτύριο, όταν στα φανερά μεν αναγκάζονταν να εμφανίζονται ως ο Mαχμούτ αγάς ή ο Αλής, στα κρυφά δε ως ο χριστιανός Nικόλαος ή ο Ηλίας[9] ή όταν όλη την ημέρα τους έβλεπες με πόνο ψυχής να κρατούν στα χέρια τους και να «διαβάζουν», τάχατες, το κοράνιο, ενώ τη νύκτα ξεκλείδωναν στα κρυφά και ξέχωναν από τα βάθη της κασέλας του σπιτιού τους και με δάκρυα στα μάτια διάβαζαν το ιερό Ευαγγέλιο (!). Μηχανεύονταν, επίσης, χίλιους τρόπους, από τη μια να τηρούν το τυπικό της χριστιανοσύνης και από την άλλη να φυλάγονται μήπως και αποκαλυφτούν. Φανερά στο Ισλάμ και κρυφά στην Ορθοδοξία! Όμως, την πιο μεγάλη οδύνη και συναισθηματική φόρτιση ένιωθαν όταν επέστρεφαν στο σπίτι τους από το τζαμί και με συγκίνηση και αβάστακτες για τον «κατ’ επίφασιν» εξισλαμισμό τους τύψεις, ξέχωναν από τα αμπάρια τους τις κρυμμένες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, άναβαν το καντήλι και το θυμιατό και τις θυμιάτιζαν, ζητώντας μέσα από βαθιά και έμπονη προσευχή, ευλάβεια και κατάνυξη το έλεος και τη συγχώρεση του Θεού.

 



             [1] Άμαντος, Κωνσταντίνος, «Νεομάρτυρες», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Δ΄, Εν Αθήναις 1953-54: 163.

                  [2] Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, 19613: 301.

                  [4]  Βυβιλάκης Εμμανουήλ, εφημ. Ραδάμανθυς (Αθηνών), 23 Μαρτίου 1868.

                  [5]  Μάρκου ι΄, 33.

                  [6] «Τρόφιμος δε της αυτής Σχολής εγένετο και ο εκ Βενεράτου του Χάνδακος Νικόλαος Πελοπίδας (1602-1680), ο μετονομασθείς είτα, ως κληρικός, Νεκτάριος, Νεκτάριος ο σοφώτατος διά την σοφίαν αυτού επονομαζόμενος» (Εμμανουήλ Γ. Παντελάκης, «Το Σινά και η Κρήτη», Επετηρίδα Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τόμ. Α΄, Αθήνα 1938, σ. 173).

                   [7] Χρυσουλίδου, Κυριακή, Οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, Θεσσαλονίκη   2008: 27.

                   [8] Ψιλάκης, Βασίλειος, Ιστορία της Κρήτης, τ. Δ΄, χ.χ., 49.

                   [9] Συνήθως, διάλεγαν συγγενικά προς το χριστιανικό τους όνομα ονόματα: Αλής- Ηλίας, για να διατηρούν, προφανώς, μέσα τους την ανάμνηση της αληθινής τους ελληνοχριστιανικής ταυτότητας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΔΡΕΤΟΥΛΑΚΗΣ * * * ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ Λ Ε Ξ Ι Κ Ο ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΙΩΤΙΚΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ

 


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΔΡΕΤΟΥΛΑΚΗΣ

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

Λ Ε Ξ Ι Κ Ο

ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΙΩΤΙΚΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ

       [Εκδοτικός Ορανισμός ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 2023, σχ. 8ο  (25 Χ 17), σσ. 870]

 

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

 Ο συντοπίτης μας συνταξιούχος καθηγητής, κ. Μελέτιος Δρετουλάκης, από τους γερούς φιλολόγους του τόπου μας και πρώην Λυκειάρχης,  γνωστός και από πολλά άλλα βιβλία του («Φωνές από τα μνήματα τ΄ Άι Νούφρη», «Αναπνοές του Ψηλορείτη», «Ο Σταυρούλης» κ.λπ) και άρθρα του στον τοπικό ημερήσιο τύπο, εμφανίστηκε πρόσφατα στα Γράμματα του Ρεθύμνου με μια νέα λαμπρά, πολυκάματη και ειδικής βαρύτητας εργασία του, «όζουσα- κατά τον αρχαίο έλληνα λόγο - ελλυχνίων» (που μυρίζει, δηλαδή, λυχνάρι από τις ατέλειωτες ώρες που αφιέρωσε δουλεύοντας γι’ αυτήν). Ο λόγος για το «Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό Λεξικό του Ρεθυμνιώτικου Γλωσσικού Ιδιώματος», ένα πολυσέλιδο σύγγραμμα 870 σελίδων, προσεγμένο και πολυτελώς σταχωμένο, την επιμέλεια του οποίου ανέλαβε ο Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Νικόλαος Ε. Παπαδογιαννάκης.

Η σπουδαιότητα τού εν λόγω Λεξικού έγκειται, θεωρούμε, στο γεγονός ότι ο τόπος μας, το Ρέθυμνο,  στερούνταν μέχρι σήμερα ενός τέτοιου λεξικού αποθησαύρισης του τοπικού, του ρεθεμνιώτικου ιδιώματος, τη στιγμή που όλα τα άλλα διαμερίσματα της Κρήτης διαθέτουν ανάλογους και, συχνά, πολλαπλούς, πολύτομους ή επίτομους λεξικογραφικούς θησαυρούς.

Είναι γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ένα εξαιρετικά σπουδαίο υλικό στην Κρητική Διάλεκτο, που αφορά, ειδικά, στον χώρο της Λεξικογραφίας κινείται δυναμικά απ’ άκρου σ’ άκρον στο νησί και οφείλεται σε ανθρώπους, που, με μοναδικό εφόδιό τους την αγνή και άδολη αγάπη τους προς τη γλώσσα των πατέρων τους και τον τόπο καταγωγής, ασχολήθηκαν σοβαρά με τη μελέτη του παλαιινού αυτού της Κρήτης θησαυρού, με θαυμαστά, ομολογουμένως, σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελέσματα. έτσι, ο Μανώλης Πιτυκάκης, ο καλός Μεσαρίτης φίλος, Αντώνης Τσιριγωτάκης, ο φιλόλογος Γεώργιος Πάγκαλος, ο Μ. Ιδομενέως, στην Ανατολική Κρήτη, αλλά και ο φιλόλογος Αντώνης Ξανθινάκης, το λεξικό του οποίου - με τη γλωσσολογική επιμέλεια του φίλου γλωσσολόγου και Ακαδημαϊκού κ. Χριστόφορου Χαραλαμπάκη- κατέστη ένα μοναδικό θησαύρισμα του λεξιλογικού πλούτου της Δυτικής Κρήτης και ειδικότερα, ίσως, του διαμερίσματος των Χανίων και του χανιώτικου ιδιώματος.

Από σήμερα, λοιπόν, και με την παρουσιαζόμενη με το σημείωμά μας αυτό εργασία τού κ. Μελετίου Δρετουλάκη και το Ρέθυμνο αποκτά το δικό του Λεξικό, στο καθαρό ρεθεμνιώτικο ιδίωμα, οπότε με τα δύο τελευταία λεξικά και η Δυτική Κρήτη εμπλουτίζεται γενναία στον χώρο της λεξικογραφίας και κατά τρόπο επίσημο, βέβαιο, αυθεντικό και αξιόπιστο.

Η προσφορά αυτή των παραπάνω ερευνητών στην κρητική μας ντοπιολαλιά και κουλτούρα είναι, θεωρώ, εξαιρετικά σημαντική και σπουδαία. Όλα τα παραπάνω Λεξικά αποπνέουν γενναιόδωρα τις ομορφιές τής μυρωμένης κρητικής γης, όπως οι συγγραφείς τους τις είδαν, τις έζησαν και όπως τις οσφράνθηκαν από τα παιδικά τους χρόνια στα χωριά τους και στ’ αγιασμένα χώματα της Κρητικής γης. Γι’ αυτό και η δουλειά τους πάνω στην κρητική διάλεκτο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής, γλωσσολογικής και ιστορικής κριτικής, αφού, κατά κανόνα, αποτελεί καρπόν εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και αφοσίωσης προς τον τόπο καταγωγής.

Στην κρητική διάλεκτο γράφτηκαν, ως γνωστόν, από τον 14ο μέχρι τον 17ο αιώνα, εξαιρετικά σημαντικά έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας και εξελίχθηκε, με τον καιρό, σε γλώσσα λόγια και σπουδαία μέσα από την ποίηση του Κορνάρου και του Χορτάτση, καθώς και μέσα από το περιώνυμο κρητικό θέατρο αλλά και τα λαϊκά εκείνα τετράστιχα, τις περίφημες κρητικές μαντινάδες, των οποίων η θεματολογία μπορεί να εμφανίζεται με ποικίλες διαθέσεις, από σκωπτική μέχρι και βαθιά φιλοσοφική, πλεγμένες με ωριόπλουμες και μοσχομύριστες λέξεις της μπαινάμικης (=πολυπαινεμένης) κρητικής διαλέκτου, πάνω στις οποίες καθάρια και αμάλαγη καθρεφτίζεται αυτή η ίδια η ψυχή της Κρήτης. Και αυτούς τους κόσμους της γενέθλιας γης που εικονίζουν τα παραπάνω αθάνατα κείμενα είναι που αναλαμβάνουν τα προαναφερθέντα λεξικά να αποκρυπτογραφήσουν και να μας βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόησή τους.

Η έρευνα του κ. Δρετουλάκη υπήρξε, ομολογουμένως, επίπονη, λεπτομερέστατη και πολυετής. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει προλογικά, δεκαετίες ολόκληρες, «εκ νεότητός του», ως η μέλισσα,  αποδελτίωνε και συγκέντρωνε προσεκτικά σε φακέλους ένα τεράστιο γλωσσολογικό υλικό, προερχόμενο από λέξεις ξεχασμένες γνήσιου κρητικού γλωσσικού ύφους, διάσπαρτες σε κείμενα κρητικών και ιδιαίτερα ρεθεμνιωτών συγγραφέων ή ακόμα και στην προφορική παράδοση ανώνυμων και επώνυμων ριμαδόρων, μαντιναδολόγων, λαϊκών παραμυθάδων και χωρατατζήδων ανεκδοτολόγων.

Αλλά και μετά τη συγκέντρωση του υλικού, η δυσκολία τού λεξικογράφου συνεχίστηκε, προφανώς, το ίδιο επίπονη και κοπιαστική, κάτι που έγκειται, ακριβώς, στην πολυποικιλότητα της λειτουργίας του γλωσσικού φαινομένου στον συγκεκριμένο τόπο (Ρέθυμνο), από εποχής σε εποχή, αλλά και από τόπου σε τόπο, περιορισμένο ή και ευρύτερο γεωγραφικό χώρο (επαρχία), αλλά συχνά και από χωριό σε χωριό. Βέβαια, πέρα από τα επιχωριάζοντα σε κάθε νομό ιδιαίτερα γλωσσικά στοιχεία, υπάρχει και το κοινό κρητικό γλωσσικό ιδίωμα, που μιλιέται σε όλη την Κρήτη, το υλικό του οποίου, κατά δήλωση του λεξικογράφου, δεν μπορούσε και αυτό να μην περιληφθεί, έστω και μερικώς, στο παρουσιαζόμενο λεξικό.

Ο συγγραφέας, εν κατακλείδι, θεωρεί, χωρίς να τρέφει αυταπάτες, ότι συνέβαλε με τις όποιες δυνάμεις του στη συμπλήρωση όσων πολύ αξιόλογων εργασιών έχουν γίνει μέχρι σήμερα πάνω σε αυτόν τον τομέα, ενώ, κατά δεύτερο λόγο, θεωρεί ότι βοήθησε κάπως και στην προσπάθεια διάσωσης και διατήρησης της γλωσσικής μας παράδοσης και των δεσμών μας με τις ρίζες μας, αποτρέποντας την αλλοίωσή τους και την αποκοπή του ελληνισμού όχι μόνο από τις  εθνικές και φυλετικές, αλλά και από τις διανοητικές και πολιτισμικές καταβολές του. Δικαίωση των προσδοκιών του αποτελεί, οπωσδήποτε, η βράβευση του έργου του από τον κατεξοχήν προς τούτο αρμόδιο φορέα, την ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών, με το βραβείο της Τάξεως των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών.

Για όλα αυτά, θερμά συγχαίρουμε και εμείς και ευχαριστούμε τον Καθηγητή κ. Μελέτιο Δρετουλάκη, εξαίρετο δάσκαλό μας κατά τα γυμνασιακά μας χρόνια και σήμερα καλό φίλο και συνάδελφο, για το πολύμοχθο του παρουσιαζόμενου έργου του. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στην πνευματική και πολιτισμική τού Τόπου κληρονομιά είναι, νομίζω, εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές του και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών, ενώ η προσπάθειά του, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα της ψυχής του.

Κεντρική Διάθεση: Βιβλιοπωλείο Στέλιου Δασκαλάκη

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΌΠΟΛΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ * * * 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Ύμνοι των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος

 


 

   ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΌΠΟΛΗ                                                                   200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

   ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ                                          ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

 

 

 

Ύμνοι των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και  της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος

 

 

       ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

         www.ret-anadromes.blogspot.com

 

 

 

Το Σάββατο 27 Απριλίου 2024, στον ιερό Ναό των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων πόλεως Ρεθύμνης, ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου, έλαβε χώρα συναυλία από τη Χορωδία τής Σχολής Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής τής Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Πλουσιότατο το Πρόγραμμα, κάτω από τη στιβαρά καθοδήγηση του Χοράρχη και Πρωτοψάλτη τού Μητροπολιτικού μας Ναού κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη, απέδωσε ύμνους βυζαντινούς επετειακούς για τους Αγίους Τέσσερις Μάρτυρες, αφενός- για τη συμπλήρωση, φέτος, 200 χρόνων από τη μαρτυρική τελείωσή τους- και εορτίους, αφετέρου, για την προ των θυρών Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, καθώς και ποικίλα ελληνικά λαϊκά τραγούδια, υπό τον γενικό τίτλο: «Ύμνοι των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος».


Η Χορωδία τής Σχολής Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής 
τής 
Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου

Εντυπωσίασε το «εισοδικόν» (κατά την είσοδο του Χορού στον ι. Ναό) κοντάκιο «Τη Υπερμάχω», μελωδία διαχρονική, που ο χρόνος άφησε μέχρι σήμερα εντελώς αναλλοίωτη, προϊόν συνεργασίας (κατά Θ. Δετοράκη) δύο μεγάλων ποιητών, κορυφαίων εκπροσώπων της βυζαντινής υμνογραφίας, των αδελφών υμνογράφων Ιωάννου του Δαμασκηνού και Κοσμά του Μελωδού (7ου- 8ου αι. μ.Χ.). Χωρίς δεξιοτεχνικές υπερβολές, με ελεγχόμενη αναπνοή, εντυπωσιακά σβησίματα και απόλυτη ενσυναίσθηση τής σημασίας τού ύφους οι Χορωδοί φώτισαν και ανέδειξαν τον συγκεκριμένο ύμνο, σε μια σπάνια ηχοχρωματική ποικιλία, σύμφωνη, πάντα, προς το κλίμα των αγίων ημερών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τις αυστηρές απαιτήσεις τής βυζαντινής σημειογραφίας.

       Από τους επετειακούς, για τους Αγίους Τέσσερις Μάρτυρες, ύμνους ξεχωρίσαμε το προσόμοιο του Εσπερινού (ήχος πλ. του Α΄) «Χαίρεις των Αθλητών η τετράς… », το Δοξαστικό  (ήχος πλ. του Β΄) «Τετράδα θεοστεφή» και το γνωστό εύμολπο Απολυτίκιο των Αγίων «Της Κρήτης γεννήματα…» (ήχος Δ΄ χρωματικός), ποίημα του Επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικου Νικολετάκη (1838- 1869). Στο Α΄ Μέρος εντυπωσίασε, επίσης, το Ριζίτικο –Θρήνος, σε στίχους του Πρωτ. π. Νικολάου Νικηφόρου, Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεώς μας, και Μουσική προσαρμογή του Χοράρχη κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη.

Από τους εορτίους- του Β΄ Μέρους- Ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδος ξεχωρίσαμε, από μεν τους παλαιότερους, το «Αλληλούϊα» (ήχος πλ. του Δ΄ 3φωνος) και το «Ιδού ο Νυμφίος» (επίσης, ήχος πλ. του Δ΄ 3φωνος) και από τους νεότερους (κυρίως του 18ου αιώνα), το κάθισμα του Όρθρου της Μ. Δευτέρας (ήχος Α΄ χρωματικός) «Τα πάθη τα σεπτά…», το γνωστό εξαποστειλάριο (των τριών πρώτων «Ακολουθιών του Νυμφίου» της Μεγάλης Εβδομάδος) «Τον  νυμφώνα σου βλέπω» (ήχος Γ΄), το συγκινητικό Αντίφωνο της Ακολουθίας των Παθών της Μ. Πέμπτης «Σήμερον κρεμάται…», σε θαυμάσια εμμελή- κατά τον παραδοσιακό τρόπο- απαγγελία από τον Κωνσταντίνο Καραγιώργη και τα Εγκώμια (Α΄, Β΄. Γ΄ Στάση), όπως ψάλλονταν παλαιότερα, κατά παράδοση Σίμωνος Καρά.

Σε αυτό το Β΄ Μέρος ερμηνεύτηκαν και δύο λαϊκά τραγούδια: α΄) το Μοιρολόγι της Παναγιάς (Βορείου Αιγαίου, ήχος πλ. του Δ΄ από καταγραφή του Σίμωνος Καρά) και β΄) τα Κάλαντα Σάμου, της Μ. Παρασκευής (ήχος Λέγετος).

Τα λαϊκά τραγούδια, πρέπει όλοι μας να το καταλάβουμε καλά- σήμερα ιδιαίτερα, που ζούμε σε μέρες βαθιάς αλλοτρίωσης και συγκρητισμού- ότι είναι ο μέγας πλούτος τού ελληνικού μας Γένους. έχουν άνεση και τρόπον ομηρικό, είτε τραγουδώντας πράξεις ηρωικές τής καθημερινότητας, τον έρωτα, την πατρίδα και τη θρησκευτικότητα τού ελληνικού λαού, είτε συντροφεύοντας τη ζωή, τις λύπες και τις χαρές της, σε λόγο, πάντα, ρέοντα δημοτικό και μουσική που πηγάζει μέσα βαθιά από τα γάργαρα σπλάχνα τού ελληνικού λαού. 

                Όλα τα παραπάνω οι χορωδοί απέδωσαν με μια φωνή που έλαμπε σε όλες τις περιοχές, γενναιόδωρη, πλατιά, πειθαρχημένη, αγέρωχη και συνεπή, κάτω από τη στιβαρή καθοδήγηση τού χοράρχη τους κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη. Η καλαισθησία των διανθίσεων, των εκλεπτύνσεων και των διαφόρων ποικιλμάτων, αλλά και η φανερή δεξιοτεχνία χορωδών και χοράρχη στα ελεύθερα σημεία αυτοσχεδιασμού εντυπωσίασαν ιδιαιτέρα το ευσεβές ακροατήριο. Χωρίς δεξιοτεχνικές υπερβολές, με ελεγχόμενη αναπνοή, εντυπωσιακά σβησίματα και απόλυτη συναίσθηση τής σημασίας τού ύφους οι Χορωδοί φώτισαν και ανέδειξαν τους παραπάνω εκκλησιαστικούς ύμνους και τα λαϊκά τραγούδια όσο καλύτερα μπορούσαν. Από την ερμηνεία τους δεν απέλειπε ο παρορμητικός ενθουσιασμός, η καλλιέπεια, η χάρη και, οπωσδήποτε, το πνεύμα, παράγοντας απόλυτα αναγκαίος και ουσιώδης στην ερμηνευτική διαδικασία τής Εκκλησιαστικής σημειογραφίας.

  Ο θεολόγος κ. Γεώργιος Σηφάκης, Γραμματέας της Ι. Μητροπόλεως, στην αρχή τής εκδήλωσης έκανε αναφορά στον βίο και το μαρτύριο των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και μια βαθύτερη ανάλυση και διείσδυση στο νόημα των Ημερών της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και των πασχάλιων ύμνων που ακούστηκαν.

Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές τής προχτεσινής εκδήλωσης για την άκρως ευσυνείδητη και επιμελημένη ερμηνεία τους, πράγμα το οποίο εξήρε, στο τέλος, εμφατικά και ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Πρόδρομος, ευχαριστώντας θερμά τον Χοράρχη και τα μέλη τής Χορωδίας. Τους ευχαριστούμε και εμείς όλους, γιατί μας έδωσαν ένα αληθινό μάθημα σεβασμού τόσο της παραδοσιακής μας μουσικής, όσο και των Αγίων Ημερών που διερχόμαστε.


Ο Χοράρχης κ. Ευ. Καπαϊδονάκης με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης
και Αυλοπoτάμου κ. Πρόδρομο, στο τέλος της συναυλίας.


200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Εξισλαμισμοί- Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού κατά την Τουρκοκρατία

   Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες οι εκ Μελάμπων και εν Ρεθύμνη μαρτυρήσαντες. Η εικόνα είναι έργο του Φ. Κόντογλου (1957) και βρίσκεται στο τέμπλο του φερώνυμου ι. Ναού της γενέτειράς τους.

               200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

 Εξισλαμισμοί-

Το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού

κατά την Τουρκοκρατία

 

                ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

                                www.ret-anadromes.blogspot.com

 

          Το γεγονός ότι οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες (Γεώργιος, Αγγελής, Μανουήλ και Νικόλαος) υπήρξαν κρυπτοχριστιανοί Κουρμούληδες (κάτω, δηλαδή, από την προστασία της πανίσχυρης αυτής κρυπτοχριστιανικής οικογένειας της Μεσαράς) μάς υποχρεώνει να σημειώσουμε κάποια πράγματα σχετικά με το θέμα αυτό.

  Ο κρυπτοχριστιανισμός - μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια Ιστορία των Θρησκευμάτων - αποδεικνύει και αναδεικνύει τη δύναμη τής πίστης τού Νεοέλληνα και την ταύτιση τού ελληνισμού με την Ορθοδοξία. Η μακραίωνη περίοδος της Τουρκοκρατίας, πλήγμα βαρύτατο στην ιστορική του ελληνισμού πορεία, προκάλεσε στους υπόδουλους ραγιάδες οδύνη μόνον και πόνο για τις αναρίθμητες συμφορές, αλλά, ταυτόχρονα, τους προσέφερε και στιγμές ανάτασης και εθνικού μεγαλείου, που και σήμερα αφήνουν έκπληκτους τους μελετητές, οι οποίοι ανακαλύπτουν δυνάμεις αστείρευτες ενός λαού που στάθηκε όρθιος βιολογικά, πνευματικά, ψυχικά, όταν όλα έδειχναν πως η πλήρης κατάρρευσή του είχε ήδη συντελεστεί[1].

Από τη ζωή των κρυπτοχριστιανών

             Σε πολλές, χιλιάδες, ανήλθαν οι κρυπτοχριστιανοί στην Κρήτη αμέσως μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους το 1669 (κατάληψη Μεγάλου Κάστρου) και τις ατέλειωτες διώξεις που οι τελευταίοι άσκησαν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, κατά του ντόπιου χριστιανικού στοιχείου. Κατά την περίοδο μετά την επανάσταση του 1770 και μέχρι το 1821 ο αριθμός των κρυπτοχριστιανών αυξήθηκε ακόμα περισσότερο. Στα δύσμοιρα εκείνα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς οι ραγιάδες έμειναν άοπλοι και ανυπεράσπιστοι κάτω από τα κτυπήματα των γενιτσάρων και των μπουρμάδων (δηλαδή των εξισλαμισμένων Κρητικών). Ο κάθε γενίτσαρος, εσπέχης, αγάς, μπέης, μπουρμάς, μουρτάτης (=αρνησίθρησκος) ή καπάνταης (=εξισλαμισμένος ψευτοπαλληκαράς) μπορούσε να κτυπά με το καμουτσίκι του τον τυχόντα χριστιανό «ώσπου ν’ αναπνέει», να του αρπάζει τη γυναίκα του, χωρίς να δίνει λόγο σε κανένα ή και να τον πυροβολεί έτσι απλά και μόνο για διασκέδαση ή… αστεϊσμό! Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο που αναφέρει στην ιστορία του ο Βασίλειος Ψιλάκης[2]. Κάποτε, λέγει, ένας γέρων ιερεύς περνούσε από ένα καφενείο, όταν ξαφνικά κάποιος από τους θηριώδεις εκείνους Τούρκους τού φώναξε να βγάλει το καλυμμαύχιό του και να το εναποθέσει πάνω σε ένα πάσσαλο, γιατί ήθελε, λέει, να δοκιμάσει το όπλο του! Τρομαγμένος ο δυστυχής γέρων ιερεύς εκτέλεσε κατά γράμμα τη διαταγή, αλλά ο Τούρκος αντί να σκοπεύσει το καλυμμαύχι έριξε κάτω νεκρό τον γέροντα ιερέα και… γελώντας, είπε στους γύρω του ότι, δυστυχώς, δεν πέτυχε τον στόχο του!....

            Ο Τούρκος κατακτητής δεν ανεχόταν επ’ ουδενί να βλέπει τον χριστιανό να είναι ντυμένος και να ζει καλά. Στην αντίληψή του ο χριστιανός έπρεπε να ζει ταπεινωμένος και να εργάζεται μόνιμα γι’ αυτόν. Ζητούσε, λοιπόν, αφορμή να ληστέψει και απογυμνώσει από κάθε περιουσιακό στοιχείο και από κάθε υπόληψη τους χριστιανούς.

            Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, και πάλιν, ο Β. Ψιλάκης, «εύφορον χριστιανικόν χωράφι, καρποφόρος ελαιών ιεράς μονής, προσοδοφόρος κήπος και περιβόλιον, δάσος προς ξυλείαν, πλούσιος μελισσών ή οίκημα οπωσδήποτε εμφανίσιμον ήσαν εις την διάθεσιν του τυχόντος μουσουλμάνου, μεγάλου ή μικρού, γείτονος ή και μακρότερον ακόμη κατοικούντος. Ο τέτοιος μουσουλμάνος δεν είχε τίποτε άλλο να κάμη παρά να αποστείλει δώρον εις τον κάτοχον χριστιανόν ένα ένσφαιρον φυσέκιον, τυλιγμένον εις ένα μανδήλι, πράγμα που εδήλωνεν ότι ο ιδιοκτήτης έπρεπε να παραχωρήσει αμέσως εις τον ευγενή αυτόν ιππότην το κτήμα που του υπεδείκνυε, διότι αλλέως θα εφονεύετο. μέσος όρος δεν υπήρχεν»[3].

         «Ένας Τούρκος με το γιαταγάνι στο χέρι, γράφει ο περιηγητής Charles Marie dIrumberie, κάνει να του παραδοθούν τα πάντα. η γυναίκα (του χριστιανού), η κόρη του, το ποίμνιό του, το κρασί του. Το παρατήρησα κυρίως στην Κρήτη, όπου κοντά στις πόλεις δεν υπάρχουν άλλες νεάνιδες παρά αυτές που η μικρή τους ηλικία ή το άσχημο πρόσωπό τους επιτρέπουν να παραμένουν ακόμα στις οικογένειές τους». Σε παρόμοιο μοτίβο κινείται και η παρατήρηση του περιηγητή G. A. Olivier, που γράφει χαρακτηριστικά: «Κανένας Έλληνας δεν μπορεί να παντρευτεί χωρίς την άδεια του αγά. Για να πάρει την άδεια, πρέπει να πληρώσει ένα πρόβατο, ένα αρνί, μερικά κοτόπουλα. Αν η νέα αρέσει στον αγά, την κρατά για τον εαυτό του, χωρίς κανείς τελικά να φέρει αντίρρηση»[4].

            Οι φοροεισπράκτορες, παράλληλα, ήταν τόσο σκληροί και αιμοδιψείς, ώστε δεν δίσταζαν να βασανίζουν, να πουλούν σαν δούλους ή να σφάζουν μέλη της οικογένειας που αδυνατούσε να πληρώσει τους φόρους. Περιοριζόμαστε σε μιαν όλως ακραία, ίσως και φρικώδη, περιγραφή του περιηγητή F. Richard, για να αντιληφθούμε καλύτερα την κατάσταση. Στην αγορά των Χανίων, αμέσως μετά την υποδούλωση της περιοχής, έβλεπες, συχνά, χριστιανούς να φέρνουν και να πουλούν τα ίδια τους τα παιδιά, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους φόρους και να αποφύγουν έτσι την εξόντωση ή τον εξισλαμισμό ολόκληρης της οικογένειας. Η αξία ενός παιδιού ήταν 4 γρόσια! Την άλλη χρονιά, σε περίπτωση που η οικονομική δυσπραγία συνεχιζόταν, μπορούσες να δεις τους ίδιους να πουλούν, τώρα, τις γυναίκες τους, και, μάλιστα, με την οκά, ζυγίζοντάς τις σε μεγάλους καμπανούς, που είχαν τοποθετηθεί στην αγορά. Τέλος, σαν δεν είχαν τίποτε άλλο για πούλημα, πουλιόντουσαν και οι ίδιοι και έμεναν για όλη τους τη ζωή δούλοι[5].  

         Όλα τα παραπάνω εγκλήματα και οι βιαιοπραγίες οδηγούσαν μοιραία τους χριστιανούς, ως μόνη λύση, στον εξισλαμισμό. Το δικαίωμα της ζωής ανήκε μόνον στους πιστούς του Μωάμεθ και οι Χριστιανοί, που νομίζονταν και από τους κύνες ευτελέστεροι, έπρεπε να αποφασίσουν ένα από τα δυο. ή να ζουν ως μωαμεθανοί ή να αποθάνουν, κατόπιν μυρίων κακώσεων και βασάνων, ως χριστιανοί. Έτσι, υποχρεωτικά, η λύτρωση ερχόταν μόνο μέσω της αλλαξοπιστίας!...

 


         [1] Μηλιώρης Νίκος, Οι Κρυπτοχριστιανοί, 2017.

 [2] Ψιλάκης, Βασίλειος: Ιστορία τής Κρήτης, μεταγλωττισμένη υπό Ν. Αγκαβανάκη, τ. Γ΄, εκδόσεις «Αρκάδι», Αθήναι χ.χ., 147.

          [3] Ψιλάκης, Βασίλειος χ.χ, ό.π., 44.

          [4] Πεπονάκης, Μανόλης Γ., Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645- 1899), Ρέθυμνο 1997, 61. Η καταβολή φόρου για τη χορήγηση άδειας γάμου λεγόταν resm-i-arus (γαμήλιος φόρος).

     [5] Γρυντάκης, Γιάννης Μ., «Οι Τέσσερις Νεομάρτυρες Ρεθύμνης μέσα στην ιστορική συγκυρία» », Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 24 (2005), 31.