Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης * * * Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ός αιώνας)


Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης


Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ός αιώνας)
[Αθήνα 2016, σχ. 8ο (20 Χ 14), σσ. 176]


 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
                www.ret-anadromes.blogspot.com

Ο Παναγιώτης Ιω. Καμηλάκης, λαογράφος, τέως ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, από την ιστορική Κάντανο, της επαρχίας Σελίνου, Χανίων, ικανοποιώντας παράκληση Κιμωλίων φίλων του και, μάλιστα, του τ. Δημάρχου Κιμώλου και ιδρυτή της εφημερίδας «Κιμωλιακά Νέα», Θεοδώρου- Γερασίμου Μαγκανιώτη, κατέγραψε, πρόσφατα, και διέσωσε ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία γύρω από την οικονομική ζωή και τα επαγγέλματα των Κιμωλιατών από τα μέσα του 17ου έως τον 20ο αιώνα. Το βιβλίο αυτό με τίτλο: «Οικονομική Ζωή και Επαγγέλματα της Κιμώλου (17ος- 20ος αιώνας)» εκδόθηκε στη μνήμη του Εμμανουήλ Α. Σάρδη, με χορηγία της οικογένειάς του και εντάχθηκε στη σειρά των αυτοτελών εκδόσεων της παραπάνω εφημερίδας, οι οποίες, με την έκδοση αυτήν, συμπλήρωσαν αισίως τον αριθμό δέκα (10).   

Πρόκειται για μιαν εργασία καλογραμμένη, σε πολυτονικό σύστημα, ευσυνείδητη, ευσύνοπτη και κατανοητή, που, πραγματικά, σέβεται τον αναγνώστη της και την ελληνική γλώσσα. Εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ένα τόσο μικρό και φτωχό ελληνικό νησί (36, μόλις, τετρ. χλμ. και 900, περίπου, μόνιμων κατοίκων) του κυκλαδικού Πολύνησου, καίτοι παραμερισμένο και απομονωμένο από τα λοιπά νησιά των Κυκλάδων, που αποτέλεσαν το επίκεντρο της ιστορικής και κοινωνικής κονίστρας, όμως έχει να παρουσιάσει και αυτό τη δική του ιστορία στη μακρά διάρκεια του χρόνου. Και είναι αυτή ακριβώς η απομόνωση και αυτόνομη ιστορική κάθοδος τής Κιμώλου στην Ιστορία, που την κατέστησε, περαιτέρω, ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για την μελέτη της οικονομικοκοινωνικής ζωής τόσον της ιδίας όσο και του συμπλέγματος των νησιών των Κυκλάδων και του Αρχιπελάγους από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα. Η οικονομική και επαγγελματική δραστηριότητα των κατοίκων της Κιμώλου εξετάζεται στα πλαίσια της παραδοσιακής ζωής του νησιού, των καθημερινών ενασχολήσεων των κατοίκων και των επαγγελμάτων τους.

 Κίμωλος διά των αιώνων ακούγεται το όνομα του νησιού ή Κίμωλο (χωρίς το τελικό [ς]) ή Κίμουλο (από ρίζα κιμο= λευκός και κατάληξη - ωλός) για τον πωρόλιθο που εξορύσσεται άφθονος στο εν λόγω ηφαιστειογενές νησί, που εξ αιτίας του πετρώματος αυτού τα εδάφη του, από μακριά, φαίνονται λευκά στον χρωματισμό. Κατά τη Μυθολογία η νήσος ακουγόταν και ως Εχινούσα «διά το πλήθος των εχίνων κατά τα παράλια αυτής» (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία).

Ενδιαφέροντα για μας, ειδικά, τους Κρητικούς στοιχεία του παρουσιαζόμενου βιβλίου ανευρίσκουμε αρκετά τόσο στον χώρο των κοινών κατακτητών και ιδιαίτερα της γνωστής μάστιγας της πειρατείας (του Χαϊρεντίν Μπαμπαρόσσα), που έπληξε αμφότερες της περιοχές, όσο και των κοινών περιηγητών (Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700- 1792), που τον καιρό της Τουρκοκρατίας αλώνιζαν την Κρήτη και τα νησιά του συμπλέγματος των Κυκλάδων. Αλλά και η παρουσία Κρητών παροίκων στο μελετώμενο νησί ήταν, φαίνεται, γενναία, από τη στιγμή που ανάμεσα σε τέσσερις παροίκους, στην απογραφή του 1929, οι τρεις προσδιορίζονταν με το πατριδωνυμικό «Κρης». Κοινό, επίσης, ανάμεσα Κρήτης (και, μάλιστα, Ρεθύμνου) και Κιμώλου και το οικογενειακό «Γαβαλάς», καθώς και η παράσταση του δελφινιού (κατά το υπόδειγμα της αρχαίας Ρίθυμνας) σε παραστάσεις χάλκινων νομισμάτων που ανευρέθηκαν στην τοποθεσία «Ελληνικά» (πανελλήνιο και αυτό, το τελευταίο, τοπωνύμιο, που δηλώνει την εκεί ύπαρξη αρχαιοτήτων). Κυρίως, όμως, η μεγάλη σχέση της Κρήτης με την Κίμωλο σημειώνεται με τη συνεισφορά της Κιμώλου στη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866- 69, οπότε τα τρία εμπορικά πλοία που εφοδίαζαν τους Κρητικούς με εθελοντές και πολεμοφόδια εύρισκαν, συχνά, ασφαλή κρησφύγετα στους στενούς όρμους του νησιού. Αλλά και τότε, με την Κρητική Επανάσταση, αλλά και αργότερα, πολλοί πρόσφυγες των κρητικών επαναστάσεων βρήκαν στην Κίμωλο και σε άλλα Κυκλαδονήσια το ασφαλές καταφύγιο που αναζητούσαν.

Όσον αφορά, τώρα, στην ειδικότερη του βιβλίου θεματολογία, την οικονομική ζωή και τα επαγγέλματα των Κιμωλιατών, αυτά, συχνά, εξετάζονται με αμιγώς λαογραφικές παραμέτρους, όπως από τα τοπωνύμια του νησιού, όσα από αυτά συνδέονται με αυστηρά οικονομικές δραστηριότητες (Αλώνια, Ελιώνας, Κλήμα, Μύλοι, Τσουκαλαρειά, Χειρόμυλοι κ.λπ.). Σημαντική, επίσης, στο σημείο αυτό, και η συνεισφορά των εκλογικών καταλόγων (του 1871), όπου μια προσεκτική αυτών μελέτη αποκαλύπτει ότι επί 427 ανδρών εκλογέων το μεγαλύτερο ποσοστό (33, 72%) δηλώνεται ως ασχολούμενο με τη γεωργία και ακολουθεί δεύτερο, αμέσως, στη σειρά, ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό (28, 57%), που δηλώνεται ασχολούμενο με επαγγέλματα της θάλασσας, ενώ μεταξύ των οικογενειακών ονομάτων παρατηρούνται και οικογενειακά, όπως Λογοθέτης, Παπαδάκης, Σαλβαράς, Χαλκιόπουλος κ.λπ.

Από τις παραπάνω δύο κυριότερες επαγγελματικές ενασχολήσεις των κατοίκων της Κιμώλου, η πρώτη, η «γεωργία», υπαγορεύεται από την, οπωσδήποτε, περιορισμένη ελαιοκομία του νησιού, ενώ η δεύτερη, η «ναυτιλία», αποτελούσε, ανέκαθεν, σημαντική πηγή εσόδων για το νησί και εξυπηρετούνταν από τους ντόπιους μικρούς πλοιοκτήτες, που όργωναν συστηματικά τους ναυτικούς δρόμους στα εκεί γύρω κοντινά νησιά, ενώ κάποτε εξακτινώνονταν και ακόμα μακρύτερα και μέχρι την Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα, εξυπηρετούντες τον μεσαίο εκ των τριών θαλασσίων δρόμων, από τη Δυτική, δηλαδή, και κεντρική Μεσόγειο προς την Κωνσταντινούπολη, που περνούσε από τη Μήλο και την Κίμωλο και συνέχιζε από την κεντρική αλυσίδα των αγαιοπελαγίτικων νησιών προς το βόρειο Αιγαίο και την Κωνσταντινούπολη.

Τέλος, πέραν των πληροφοριών αυτών που αποδεικνύουν την αξία του παρουσιαζόμενου βιβλίου και αναφέρονται στην οικονομική ζωή, στα επαγγέλματα και στις σχέσεις της Κιμώλου προς την Κρήτη, οφείλουμε, νομίζω, για το γενικότερο εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, να αναφερθούμε και στα δύο, εν πολλοίς, άγνωστα προϊόντα της Κιμώλου. στους πωρόλιθους (τα πώρια)  και στην κιμωλία γη των αρχαίων (στον σημερινό πηλό). Οι πρώτοι, οι πωρόλιθοι της Κιμώλου, χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στις οικοδομές ως ακρογωνιαίοι λίθοι (αγκωνάρια), των οποίων γίνεται σημαντική εξαγωγή και στα νεότερα χρόνια (19ος- 20ος αι.). Μεταφέρονταν με τα κιμωλιακά ιστιοφόρα προπαντός στην Ερμούπολη (ιδίως κατά την περίοδο της ακμής και ανοικοδόμησής της κατά τον 19ο αι.), αλλά και στον Πειραιά για τις οικοδομικές ανάγκες του ίδιου, αλλά και για τις ανάγκες της ελληνικής πρωτεύουσας.   

 Η εξόρυξη της δεύτερης, της κιμωλίας γης (πηλού) των αρχαίων, υπήρξε ήδη από την αρχαιότητα- οπότε χρησιμοποιούνταν στην ιατρική- μέχρι και τα νεότερα χρόνια ένα μικρό μεν αλλά διαρκές έσοδο για τους Κιμωλιάτες. Η Κίμωλος ήταν και είναι ονομαστή μεταξύ των Κυκλάδων για το προϊόν της αυτό, που στο παρελθόν χρησίμευε αντί σαπουνιού για τη λεύκανση και τον καθαρισμό τόσο των υφασμάτων και κυρίως των μαλλιών, όσο και του σώματος των λουομένων είτε σε γλυκά είτε σε θαλασσινά νερά. Το σαπουνόχωμα αυτό («πηλός» των ντόπιων), που στη λαϊκή γλώσσα λέγεται και τεμπεσίρι, είναι αργιλώδες, λευκόφαιο στο χρώμα και αφαιρεί από τα υφάσματα και το σώμα τις λιπαρές ουσίες. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε ανέκαθεν αντί σαπουνιού, από το οποίο και ονομάστηκε- όπως ήδη σημειώσαμε- τοπικά, σαπουνόχωμα για τις καθαρτικές ιδιότητες που έχει. Το σαπουνόχωμα της  Κιμώλου είχε βραβευθεί παλαιότερα και σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, ενώ λόγω και των κοιτασμάτων αργυρούχου βαρυτίνης και μπετονίτη που περιέχονται στο υπέδαφός της, η Κίμωλος σήμερα είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών «Natura 2000». Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στη Διεθνή Έκθεση του Λονδίνου (1851) εκτέθηκαν τέσσερα, κυρίως, προϊόντα από τις Κυκλάδες. σαπουνόχωμα Κιμώλου, σμύριδα Νάξου, θειάφι και μυλόπετρες Μήλου.

 Πρόκειται για ένα σύγγραμμα μεγάλης λαογραφικής αλλά και ιστορικής ευθύνης, τόσο για την Κίμωλο, όσο και για τις Κυκλάδες και τον ελληνικό, γενικότερα, χώρο. Απ’ όσο μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από τη βιβλιογραφία, η Κίμωλος δεν έχει, μέχρι σήμερα, να επιδείξει παρόμοιο ιστορικολαογραφικό έργο. Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό φίλο και δόκιμο συγγραφέα και λαογράφο κ. Παναγιώτη Καμηλάκη και του ευχόμαστε ο Θεός να του δίνει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του τόσο στον χώρο τής Λαογραφίας, όσο και των Ελληνικών Γραμμάτων, γενικότερα, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

Α Ι Μ Ι Λ Ι Ο Υ Γ Α Σ Π Α Ρ Η * * * "Ορίζοντας"




Α Ι Μ Ι Λ Ι Ο Υ  Γ Α Σ Π Α Ρ Η

"Ορίζοντας"
Τοπία με την τεχνική τής υδατογραφίας εμπνευσμένα από το τοπίο της πόλης του Ρέθυμνου


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
             www.ret-anadromes.blogspot.com

   Η αντίληψη που θέλει τον εικαστικό χώρο αποκλειστικό προνόμιο των ειδικών βρίσκεται, θεωρώ, έξω από την πραγματικότητα. Η ζωγραφική ως καλλιτεχνική ενασχόληση έχει μεγάλη ευρύτητα και διαθέτει χώρους όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αποδώσει αξιόλογα, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα κινηθεί και θα δημιουργήσει σε συνθήκες ελευθερίας και ευγενούς εσωτερικής διάθεσης. Και η ζωγραφική για μένα είναι πρώτα απ’ όλα διάθεση. Αυτά και άλλα πολλά δήλωνε σε παλιότερη έκθεσή του ο φιλόλογος καλλιτέχνης και φίλος κ. Αιμίλιος Γάσπαρης, με θέμα το χωριό του, το παλιό Ατσιπόπουλο. Σήμερα ο φίλος καλλιτέχνης επανέρχεται με μια νέα έκθεσή του στο Κιμωλία ART CAFE, της Παλιάς Πόλης (πλατεία 25ης Μαρτίου), με μια σειρά νέων έργων του εμπνευσμένων, αυτή τη φορά, από το τοπίο της πόλης του Ρέθυμνου, σε σχέση, όμως, και πάλι με το Ατσιπόπουλο, αφού η πόλη θεάται από τα δυτικά, από τα ατσιπουλιανά, δηλαδή, μέρη. Η έκθεση θα διαρκέσει από τη Δευτέρα 28 Μαΐου ως το Σάββατο 30 Ιουνίου  2018, και θα λειτουργεί κατά τις ώρες 10:00- 21:00.

        Ο Αιμίλιος Γάσπαρης άρχισε πριν από χρόνια να ασχολείται με τα χρώματα και το σχέδιο, κάτι που, οπωσδήποτε, γι’ αυτόν έγινε πολύ  γοητευτικό και ευχάριστο. Το υλικό που χρησιμοποιεί είναι το χαρτί και ζωγραφίζει ακολουθώντας την τέχνη της υδατογραφίας (ακουαρέλας) μιας πολύ ενδιαφέρουσας και συναρπαστικής καλλιτεχνικής διαδικασίας. Είναι λίγο και σαν το παιγνίδι που δεν σου δημιουργεί επιπρόσθετες υποχρεώσεις. Αρκούν τα χρώματα, η ιδέα και το χαρτί και, πάνω απ’ όλα, εσωτερική διάθεση και φαντασία για μιαν όμορφη καλλιτεχνική δημιουργία!



     Με τον όρο υδατογραφία ή τον αντίστοιχο διεθνή (από την ιταλ. γλώσσα) ακουαρέλα, αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο είδος ζωγραφικής, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στους τοπιογράφους τού 18ου αιώνα. Και βλέπω να συμβαίνει κάτι παρόμοιο και με τον Αιμίλιο Γάσπαρη, που κι εκείνος τρέφει πραγματικά απεριόριστη λατρεία στα τοπία και, μάλιστα, σε αυτά του χωριού του και της πόλης του, του Ρεθύμνου. Ξεκίνησε, αρχικά, με κάποιες γωνιές από την πλούσια αρχιτεκτονική ιστορία τού χωριού του και, στη συνέχεια, επέλεξε και άλλες θεματικές στις οποίες εστίασε και τις επεξεργάστηκε εικαστικά. Και πιο συγκεκριμένα . επέλεξε και διέσωσε θέματα που σήμερα δεν υπάρχουν πια, έτσι όπως ήταν μέχρι τα μέσα τού 20ου αιώνα.
     Η ζωγραφική του Αιμίλιου Γάσπαρη εκφράζει και τη φορά αυτήν μιαν απεριόριστη νοσταλγία προς το παρελθόν και μιαν εσώτερη και ψυχικά έντονα φορτισμένη απόπειρα να ιχνηλατήσει και να ερμηνεύσει ζωγραφικά τους απόηχους τού τόπου από το σχετικά κοντινό παρελθόν ως τις μέρες μας. Και το βασικό αυτό μήνυμα εκπέμπεται δυναμικά μέσα από έναν υπέροχα διαγραφόμενον ο ρ ί ζ ο ν τ α  με το Ρέθυμνο να κυριαρχεί, μέσα από τον πολύτιμο ορίζοντα της ψυχής του καλλιτέχνη, γεμάτο χρώματα, αρώματα και μνήμες από τα πιότερο μακρινά παιδικά του χρόνια. Μια διαδρομή που φτάνει μέχρι σήμερα γοητευτική και μοναδική, από το χωριό του στην πόλη του, μια πορεία που, όσο κι αν άλλαξε με το πέρασμα του χρόνου, παραμένει, όμως, εξαιρετικά πλούσια πηγή σε περιεχόμενο και εμπνεύσεις.
      Πρόκειται για έργα μικρών διαστάσεων που φιλοτεχνήθηκαν τα  περισσότερα το έτος 2018 πάνω σε ξύλο και σε χαρτί, καθώς και μια σειρά έργων τυπωμένων μετά από ηλεκτρονική επεξεργασία και με χρώματα έντονα και δυναμικά, που εντείνουν τη σχέση του καλλιτέχνη με την πραγματικότητα, που απορρέει άμεσα από την καρδιά και διευρύνει τη σκέψη και τις αναμνήσεις, ορίζοντας έτσι και δίνοντας σάρκα και οστά στη δική του πρόταση και στην επίδραση που ο ίδιος έχει δεχτεί  από τον τόπο αυτόν.
     Το παρουσιαζόμενο τοπίο που περιλαμβάνει, όπως σημειώσαμε, την πόλη του Ρεθύμνου από τα δυτικά, από τον Κουμπέ και το στρατόπεδο μέχρι τους λόφους προς και γύρω από το Ατσιπόπουλο, υπήρξε και είναι για τον καλλιτέχνη μια από τις μεγαλύτερες σταθερές και εξαιτίας της ομορφιάς του και της δύναμης που εξέπεμπε αείποτε ο χώρος αυτός, αλλά και εξαιτίας της απίστευτης αλλοίωσης και καταστροφής που έχει στις μέρες μας από την επιθετικότητα του ανθρώπου υποστεί, κάτι που πληγώνει αφάνταστα τον καλλιτέχνη και δεν παύει, σε κάθε περίπτωση, να το εκφράζει, διαμαρτυρόμενος γι’ αυτό, είτε με την πένα του, είτε με τον χρωστήρα του. Είτε από  ψηλά, από το Άγιο Πνεύμα και τη Μαδαρή, είτε από τις ταράτσες των σπιτιών, είτε από τ’ αμπέλια στην Τζιανανή, το Κάστρο και η πόλη και τα βουνά και οι λόφοι ήταν η καθημερινή επαφή του καλλιτέχνη και η μόνιμη οπτική απόλαυσή του.



    Η κατάθεση αυτή με τους τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς και την εξαιρετική απεικόνιση του υπέροχου αυτού γενέθλιου τόπου, με έναν υπεύθυνο χειρισμό της γραμμής και του φωτός εντυπωσιάζει και εντυπώνεται στο κοινό. Δεν αποτελεί μόνο μιαν ελκυστική εικονογραφία του τόπου, μιαν απλή παραστατική ζωγραφική, αλλά και μια σύνδεση των αισθήσεων με τη νοσταλγία, τις αναμνήσεις και το συναίσθημα. Με τα εκρηκτικά χρώματα διαστέλλεται η φαντασία  και με το απλό και οικείο ύφος τονίζεται το γλυκό παιγνίδισμα  της διαδρομής από το χωριό στην πόλη, από το Ατσιπόπουλο στο Ρέθυμνο κάτω από τα γλυκόηχα τιτιβίσματα των πουλιών. Από το σήμερα σ’ ένα  παρελθόν που φαίνεται να είναι τόσο μακρινό και από την παιδική ηλικία σε μιαν ωριμότητα βυθισμένη στη βαρύτητα των χρωμάτων.

     Με τα συγκεκριμένα έργα του που παρουσιάζονται, τις μέρες αυτές, στην έκθεση ζωγραφικής του στο Κιμωλία ART CAFE, όπως επισήμανε εμφατικά και ο ίδιος ο καλλιτέχνης εκφράζεται πρώτα απ’ όλα αυτή η αγάπη του για το συγκεκριμένο τοπίο, αλλά και η τόσο σημαντική θέση που αυτό κατέχει στη ζωή του. Αποτελεί τον δικό του ορίζοντα, τον ορίζοντα του Ρεθέμνους από τα δυτικά, από τις παρυφές του χωριού του, του Ατσιπόπουλου, που μονίμως τον έχει μέσα του και τον κουβαλά όπου κι αν βρίσκεται και καθοριστικά τον ορίζει.
         Αξίζει να στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι η συγκεκριμένη ζωγραφική ενότητα αποτελεί τη συνέχεια αυτής που με τον τίτλο «Μνήμης  Έργα» αφορούσε στο Ατσιπόπουλο και παρουσιάστηκε πριν από πέντε χρόνια (2013) στο «Σπίτι του Πολιτισμού», στο Ρέθυμνο, αλλά και αυτής που ως θέμα της είχε τον Κόλπο του Αλμυρού και παρουσιάστηκε με τίτλο «Δοκιμές σ’ ένα  θέμα» στον Βάμο, το 2014.
     Μετά από όλα αυτά, συγχαίρουμε, και πάλι, τον φίλο Αιμίλιο Γάσπαρη μέσα από τη καρδιά μας για τις ευγενικές του αυτές ευαισθησίες, που μόνιμα είτε μέσα από την ποιήσή του είτε μέσα από τη ζωγραφικές του συνθέσεις κουβαλά στα τρίσβαθα της ψυχής του και προσδιορίζουν τον ίδιο και τις δημιουργίες του με τα πιο ευγενικά αισθήματα. Του ευχόμαστε να έχει καλή συνέχεια στις γόνιμες και δημιουργικές αυτές αναζητήσεις του στη ζωγραφική, που γίνονται όλες ανοίγματα φωτός, που αφήνουν από μέσα τους να περάσει και να διαχυθεί πλούσιο το φως των εναγώνιων αναζητήσεών και αναμνήσεών του, σε μίαν αληθινά σπάνια σε πλούτο χρωματική κλίμακα και λάμψη, που μεταγγίζεται και δίνει σε όλους μας δυναμικές διεξόδους σε ό,τι ευγενικό και ωραίο κουβαλά η ψυχή από τα παιδικά χρόνια .


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: "ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ"


                    
ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ.  ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

"ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ" *

Πολλοί είναι οι επιστήμονες που με τις εργασίες τους έχουν συμβάλει στη διάσωση και μελέτη της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η ευλογημένη γη της Κρήτης ευτύχησε να δει αντίστοιχα αξιόλογους ερευνητές που με τις σημαντικές και ρηξικέλευθες μελέτες τους έχουν αναδείξει μεγάλο αριθμό από τον εθνολογικό, γλωσσικό και ονοματολογικό της πλούτο. Ένας από αυτούς είναι, χωρίς αμφιβολία, ο κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης με το εν γένει πολύπτυχο φιλολογικό (ιστορικό, γλωσσολογικό, λαογραφικό) αλλά και ειδικότερα ονοματολογικό του έργο. Κορωνίδα αυτού είναι χωρίς αμφιβολία το μνημειώδες βιβλίο του "Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου" που εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 2011. Και μόνο από την έκδοση του τεράστιου αυτού τοπωνυμικού υλικού θα άξιζε ο συγγραφέας να μπει στο πάνθεον των μεγάλων Κρητών ερευνητών και μάλιστα ονοματολόγων.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό σε όγκο και ποιότητα έργο σε σχέση όχι μόνο με τα κρητικά και ειδικότερα τα ρεθυμνιώτικα τοπωνύμια αλλά και τις εν γένει τοπωνυμικές έρευνες συμβάλλοντας αποφασιστικά στον εμπλουτισμό της ονοματολογικής βιβλιογραφίας με αντίστοιχα εγχειρίδια αναφοράς. Περιέχει 8.000 περίπου τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια από την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου ομαδοποιημένα σε 39 μέρη που αντιστοιχούν στο σύνολο των ισάριθμων χωριών της παραπάνω επαρχίας. Ενδεικτικό εξάλλου αφενός της ερευνητικής δεινότητας και αφετέρου της μεγάλης αγάπης του κ Παπαδάκη τόσο για τα τοπωνύμια όσο και για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη, είναι η ακάματη μεθοδικότητα με την οποία κατάφερε να δαμάσει το τεράστιο αυτό ονοματολογικό corpus που ο ίδιος είχε αποθησαυρίσει και να το παρουσιάσει με τρόπο ονοματολογικά άρτιο για τον ειδικό ονοματολόγο επιστήμονα και εύληπτο για τον μέσο αναγνώστη. Τα τοπωνύμια καθενός από τα 39 χωριά παρουσιάζονται κατ' αλφαβητική σειρά, γεγονός που καθιστά εύκολη την αναζήτησή τους, ενώ δίνεται πλήθος χρήσιμων ονοματολογικών, ιστορικών, εθνολογικών πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες δημιουργίας του κάθε τοπωνυμίου.
Ακόμη, στην προσπάθειά του ο συγγραφέας να παραθέσει τις περισσότερες δυνατές πληροφορίες για το κάθε τοπωνύμιο δεν δίστασε -και ορθώς όπως μαρτυρά το αποτέλεσμα- να αναμετρηθεί με τον ιδιαίτερα ακανθώδη και δύσβατο χώρο της ετυμολογίας. Στην ευστοχία των περισσότερων ετυμολογικών του προτάσεων συνέβαλλαν ασφαλώς τόσο η στέρεη φιλολογική του κατάρτιση όσο και οι γνώσεις του αναφορικά με την κρητική και μάλιστα ρεθυμνιώτικη ντοπιολαλιά αλλά και οι πάμπολλες πληροφορίες που συνέλεξε από τη μακροχόνια επιτόπια έρευνα που, μη φειδόμενος κόπων, πραγματοποίησε. Τέλος, η πληρότητα της τοπωνυμικής βιβλιογραφίας που πλαισιώνει το παραπάνω έργο αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας δεν αρκέστηκε μόνο στην επιτόπια έρευνα και τη διατύπωση προσωπικών απόψεων αλλά εργάστηκε μεθοδικά συμβουλευόμενος ένα μεγάλο αριθμό ονοματολογικών εργασιών.
Ως γλωσσολόγος αλλά και Πρόεδρος της «Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας» αισθάνομαι την ανάγκη να συγχαρώ τον κ. Κωστή Ηλ.Παπαδάκη, λαμπρό μέλος της Εταιρείας μας, για το μνημειώδες αυτό βιβλίο που χάρισε στην επιστημονική κοινότητα και εύχομαι να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλους ερευνητές προκειμένου να συμβάλλουν στη διάσωση του ονοματολογικού πλούτου της χώρας και τη γενικότερη ανάδειξη της επιστήμης της Ονοματολογίας.

                                 Ξενοφών Τζαβάρας


* Την παρούσα κριτική στο βιβλίο του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη: "Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου" (Ρέθυμνο, 2011) απέστειλε και δημοσιεύθηκε στις τοπικές εφημερίδες ο κ. Ξενοφών Τζαβάρας, Δρ. Γλωσσολογίας και Πρόεδρος «Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας» Ελλάδος. Ευχαρίστως την αναδημοσιεύουμε και στο παρόν ιστολόγιό μας.


Σχολή Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου *** «ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ»


Σχολή Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής
Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου

   
                                                  «ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ»
Εκδήλωση Μνήμης για την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως
 (29 Μαΐου 1453)


        ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
  
www.ret-anadromes.blogspot.com
   
http://historicalcrete.ims.forth.gr

    Την Τετάρτη 30 Μαΐου 2018, στην αίθουσα «Παντελής Πρεβελάκης»  (Ωδείο) της πόλεώς μας, έλαβε χώρα εκδήλωση Μνήμης και Τιμής για την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (29 Μαΐου 1453), με τον τίτλο «ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ», από τη Σχολή Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής της Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

        Ενώπιον ενός πολυπληθούς ακροατηρίου παρουσιάστηκε από τη χορωδία της Σχολής ένα πλουσιότατο καλλιτεχνικό Πρόγραμμα, υπό την στιβαρή καθοδήγηση του Διευθυντή της, χοράρχη και πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη. Στο Α΄ Μέρος της εκδήλωσης η Χορωδία απέδωσε Βυζαντινούς ΄Υμνους της Πεντηκοστής και Ύμνους Μαρτύρων της Αλώσεως, ενώ στο Β΄ Άσματα και Θρήνους της Αλώσεως, υπό τη συνοδεία παραδοσιακής Ορχήστρας, θρήνους που από τη συγκίνηση ραγίζουν την καρδιά και αποτελούν την ενιαία ελληνική μουσική μας παράδοση και ταυτότητα. Πολύ ενδιαφέροντα, επί του προκειμένου, και τα σχετικά εισαγωγικά στα γεγονότα και στο Χρονικό της Αλώσεως, από τον θεολόγο και Γραμματέα της Ι. Μητροπόλεως κ. Γεώργιο Σηφάκη.
       Ειδικότερα, στο Α΄ Μέρος του Προγράμματος- με τους ύμνους της αγίας Πεντηκοστής («Πεντηκοστήν εορτάζομεν», «Πάντα χορηγεί», «Βασιλεύ Ουράνιε» κ.λπ.)- αποδόθηκαν μέλη του σπουδαίου και εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της μεταβυζαντινής παραδόσεως, μελοποιού Πέτρου Λαμπαδαρίου, του 18ου αι., πλην της ακροτελεύτιας «εκλογής ψαλμών», που τονίστηκε μουσικά από τον Χοράρχη κ. Καπαϊδονάκη.

      Τα μέλη του Β΄ Μέρους της εκδήλωσης, Ύμνοι και Θρήνοι της Αλώσεως, αποδόθηκαν με τη συνοδεία παραδοσιακής ορχήστρας και σύμφωνα προς όσα μας έχει παραδώσει και διδάξει ο μεγάλος Δάσκαλος της Εθνικής μας Μουσικής Σίμων Καράς. Τα ίδια αυτά μέλη που ακούστηκαν, της συλλογής Σίμωνος Καρά- για όσους ενδιαφέρονται περί τους μαργαρίτες αυτούς της εθνικής μας κληρονομιάς και ταυτότητας- κυκλοφορούν, όπως είδαμε στο διαδίκτυο, και σε ψηφιακό δίσκο (cd) από τον «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής» και με την επιμέλεια του ίδιου, του Σίμωνος Καρά.
       Η εν λόγω μουσική είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ιστορία και τα γεγονότα των ημερών εκείνων που μόλις «εμνήσθημεν»- με την ευκαιρία της 565ης επετείου από την Άλωση- και, προκειμένου να την αντιληφθούμε και να την καταλάβουμε, δεν μπορούμε, νομίζω, να τα παρακάμψουμε. Προβαίνουμε, λοιπόν, σε μια σύντομη αναφορά αυτών, σε μια σύντομη ανάμνηση του οδυνηρού χρονικού της αλώσεως της Πόλης.      

   Όταν τον Μάρτιο του 1449, ο Κωνσταντίνος Δράγαζης Παλαιολό­γος ανελάμβανε την βασιλεία, μόνη ή Κωνσταντινούπολη και τα περί αυτήν ήταν ελεύθερα. Παλεύοντας προς πλείστες δυσχέρειες ο Αυτοκράτορας οργάνωσε τα πράγματα τόσον επιτυχώς, ώστε, κατά την πολιορκία της Πόλεως το 1453, οι μόλις 6-7 χιλιάδες Έλληνες μαχητές να αντιπαραταχθούν με θάρρος και αποφασιστικότητα έναντι πλήθους 150.000 Τούρκων.   

  Ο πατριώτης ιστορικός Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής, αυτόπτης μάρτυρας της Αλώσεως, που έγραψε το περίφημο Χρονικό της Άλωσης, σε δέκα βιβλία, μας δίνει μια ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα της μάχης. Ο βασιλιάς κατά την πολιορκία τρέχει παντού, προτρέπει, εν­θαρρύνει, νουθετεί μάχεται ως απλός στρατιώτης, ενώ η γνωστή απάντησή του προς τον Μωάμεθ: «τό δέ τήν Πόλιν σοί δούναι, ούτ’ εμόν εστίν, ουτ’ άλλου τών κατοικούντων εν ταύτη, κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα της ζωής ημών» έρχεται να μάς ενθυμίσει τόσον «Ελεύθερους Πολιορκημένους» από τη νεότερή μας Ιστορία, όσο και το περίφημο εκείνο «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα από την ελληνική αρχαιότητα. Και έπειτα ακολουθεί το μέγα δράμα, όταν μαχόμενος και αμυνόμενος παρά την πύλη του Ρωμανού, μόνος, πλέον, εν μέσω χιλιάδων βαρβάρων, ακούστηκε να φωνάζει (κατά τους Κριτόβουλο και Δούκα) το ανεπανάληπτο εκείνο: «Η Πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι, δεν υπάρχει χριστιανός να λάβη την κεφαλήν μου;» Όμως, ναι δεν υπάρχει κανείς! Οι ήχοι των σπαθιών σιώπησαν εκεί κοντά του. Όλα τέλειωσαν πια. Κάποιοι Γενίτσαροι τον βλέπουν μόνο, τραυματισμένο στο πρόσωπο, σαν γονατισμένο και πληγωμένο λέοντα και τον πλησιάζουν με θράσος και φόβο συνάμα. Ευτυχώς, δεν αναγνωρίζουν ποιος είναι, μοιάζει με όλους τους άλλους. Έτσι, πέφτουν πάνω του σαν κοπάδι από ύαινες και «εις εκ των όπισθεν» τον αποτελειώνει…

    Από τη στιγμή εκείνη το Βυζάντιο, ο πυρφόρος του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού φάρος, ο εκπολιτιστής της Οικουμένης, έσβησε και μια βαριά ταφόπετρα δουλείας αβάστακτης κάθισε πάνω στο ελληνικό Έθνος.  O Σπυρίδων Ζαμπέλιος στην εκτεταμένη εισαγωγή του στο έργο του Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, δεν επικεντρώνεται στους εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της αυτοκρατορίας, αλλά στην άπληστη καθολική Δύση, η οποία από το 1204 συνέβαλε στην παρακμή της αυτοκρατορίας, που κατέληξε τελικά σε αυτό το φοβερό αποτέλεσμα. Αλλ’ η Θεία Πρόνοια επέλεξε, φαίνεται, τον Οθωμανό κατακτητή ώστε να σωθεί από τους Καθολικούς δυνάστες. Και σε αυτό το τελευταίο σημείο συμφωνεί και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, χωρίς όμως να υιοθετεί και τη φιλοσοφική θεώρηση του Ζαμπελίου.

      Τον Κωνσταντίνο, πάντως, με τον ενάρετο βίο του, τους υπέρ Χρι­στού και της Πατρίδας αγώνες του και το μαρτυρικό τέλος του, ό λαός μας θεωρεί ως ζωντανό νεκρό – ως «μαρμαρωμένο βασιλιά» – και «υπ’ αγγέλων δόξης δορυφορούμενον» και από του τάφου, στο εξής, τού Γένους την πορεία κατευθύνοντα.        

      Με αυτή δε την κοινή περί του μαρτυρίου και της αγιότητας του Κωνσταντίνου και των συν αυτώ Μαρτύρων της Κωνσταντινου­πόλεως αντίληψη, έγινε κατά την 500ετηρίδα της Αλώσεως, πρόταση για την επίσημη αναγνώριση της αγιότητάς των. Τότε έγιναν και συναρμόσθηκαν και τροπάρια, που βασίστηκαν σε ανάλογη ακολουθία «των εν Αμορίω Μαρτύρων», τους οποίους όχι μετά 500 έτη, αλλ’ ευθύς αμέσως ανακήρυξε αγίους η Εκκλησία.    

   Τα τραγούδια αυτά, πρέπει όλοι μας να το καταλάβουμε καλά- σήμερα ιδιαίτερα, που ζούμε σε μέρες βαθιάς αλλοτρίωσης, συγκρητισμού και παγκοσμιοποίησης- ότι είναι ο μέγας πλούτος τού ελληνικού μας Γένους . έχουν άνεση και τρόπον ομηρικό, είτε τραγουδώντας πράξεις ηρωικές, σε λόγο, πάντα, ρέοντα δημοτικό και μουσική που πηγάζει μέσα βαθιά από τα γάργαρα σπλάχνα τού ελληνικού λαού.

   Όσο για την προχθεσινή ερμηνεία των μελών, η άρτια προετοιμασία των χορωδών και η φανερή πίστη τους στα έργα που ερμήνευαν είχε ως αποτέλεσμα να αναδειχθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τα ηχοχρώματα και η ερμηνευτική διαδικασία κινήθηκαν, γενικά, στο πνεύμα του αυστηρού βυζαντινού μέλους, με φανερή προσήλωση στην πιστή απόδοση της βυζαντινής σημειογραφίας, τόσο στους ύμνους όσο και στα άσματα και τους θρήνους, και να ζεστάνουν τις παγωμένες ψυχές όλων μας, από την πολιτική και κοινωνική παγερότητα και αναλγησία που παρατηρείται παγκοσμίως στις μέρες μας. Φράσεις στρογγυλεμένες, σμιλεμένες, απουσία αιχμών, εμμονή στην ποιότητα του ήχου, καλαισθησία των διανθίσεων, των εκλεπτύνσεων και των διαφόρων ποικιλμάτων, χωρίς δεξιοτεχνικές υπερβολές και με σεμνή και στο πνεύμα της εκκλησιαστικής μας παράδοσης, καθοδήγηση από τον Χοράρχη, φώτισαν και ανέδειξαν τους ύμνους και τη μουσική, προσφέροντας στο πολυπληθές ακροατήριο «έργον καλόν καγαθόν», που είναι, θεωρούμε, ο μόνος τρόπος, σήμερα, αντίστασης, σε μια εποχή που ο άνθρωπος έχει πάψει να είναι άνθρωπος, ο πολιτισμός συγχέεται με τη βαρβαρότητα και η ανθρώπινη ζωή λογαριάζεται μόνο σαν ένας αριθμός κι ένα φτηνό μεροκάματο.
     Κι όλα αυτά κατέστησαν σαφείς μάρτυρες της σπουδαίας δουλειάς που τώρα και δυο, περίπου, δεκαετίες συντελείται στην εν λόγω- αναγνωρισμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού- Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Μητροπόλεώς μας με τη σφραγίδα και την πνοή του καταξιωμένου δασκάλου της και Πρωτοψάλτη κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη και την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας κ. Ευγενίου.

  Μάλιστα, στο σημείο αυτό, ο εν κατακλείδι του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας λόγος μεστός, εύστοχος, στιβαρός, καίριος και χειμαρρώδης, μέσω αφοπλιστικά ευφυών παρετυμολογήσεων και παιγνιώδους αναστροφής των λέξεων γεμάτης δηκτικό χιούμορ (άλωση, ανάλωτοι, ευάλωτοι, ανάλατοι κ.λπ) κυριολεκτικά συνάρπασε το ακροατήριο και πρότεινε επιτακτικά έναν αυστηρά φρεσκαρισμένο κώδικα ηθικής και αξιακής συνείδησης, που λείπει στην εποχή μας, ενώ βασική του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας πρόταση υπήρξε και η πρόταση ονοματοδοσίας οδού της πόλης μας στο όνομα του Ρεθεμνιώτη ήρωα Ανδρέα Μακρή, εκ των χιλίων Κρητών στρατιωτών που έσπευσαν προς ενίσχυση της άμυνας της Βασιλεύουσας, με το 4ο καράβι και κυβερνήτη τον ίδιο, εκ των πέντε συνολικά που προσέτρεξαν.
     Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές της εν λόγω μεγάλης επετειακής μουσικής εκδήλωσης. στους μουσικούς, στα μέλη του χορού, στους ψάλτες και στον κανονάρχη, στις δυο εξαίρετες τραγουδίστριες των ασμάτων και ειδικά στον Χοράρχη κ. Ευαγγέλο Καπαϊδονάκη για την άκρως ευσυνείδητη και επιμελημένη παρουσία τους.

Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ *** Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ



Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 5ο

   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
     
    
                       Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

      Στο τραγούδι της Συλλογής του Π. Βλαστού με τίτλο: «Εις την τάβλα (τράπεζαν) μνημοσύνων» (Βλαστός 1850, 1223, αρ. 1.), ο Χάρος εμφανίζεται ιδιαίτερα μισητός για τα δεινά που επιφέρει στους ανθρώπους . διαγουμίζει και αφανίζει από προσώπου της γης άντρες από γενιές (κι όχι, δηλαδή, άχρηστους), αλλά και αυτά τα μικρά και αδύναμα παιδιά:

 «Πριν έρθ’ ο Χάρος κι εύρει μας και μάσε διαγουμίσει[1]
   και διαγουμίσει τσι γενιές και αναλώσει τσ’ άντρε
   και κάμει μάνες δίχως γιους και γιους δίχως μανάδες
   και κάμει και μωρά παιδιά ν’ αφήσουν την αγκάλη».   

   Στο τέλος του ίδιου τραγουδιού ο Χάρος εμφανίζεται και ιδιαίτερα ζηλόφθονος, φθονερός, σκληρός και ανοικτίρμων στρεφόμενος, κατ’ επιλογήν, στους πλέον ικανούς και άξιους εργάτες του κοινωνικού έργου της ζωής και μη φειδόμενος ουδενός. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα από την εξαμερή εικόνα επιτηδευμάτων της εποχής και ευγενών έργων και ενασχολήσεων του ανθρώπου ο Χάρος αντιδρά σε όλα καταλυτικά:

 «και πάρει νιους για τ’ άρματα, δασκάλους για την πένα
  και γέροντες για τη Βουλή και πρωτοκαπετάνιους
  βοσκούς πιτίδιους κι άξιους, πιδέξιους ζευγολάτες»
                        (Βλαστός 1850, σ. 1223, αρ. 1.).

     Στο τραγούδι «Αι τρεις θυγατέρες της καλογριάς κι ο Χάρος» (Βλαστός 1850, 1234, αρ. 12.), ο Χάρος, ζηλόφθονος και χαιρέκακος, όπως και παραπάνω, επέρχεται ως πέλεκυς φοβερός να «αποκόψει», πριν την γευθούν, την ευτυχία των τριών θυγατέρων της καλογριάς, που, σύμφωνα με το μοιρολόγι:

   «όνειρον είδανε κι οι τρεις πως θα στεφανωθούνε,
   και νυφικ’ άσπρα βάνανε, παπάδες τσι βλογούνε».

    Τη στιγμή, λοιπόν, αυτήν της ονειρεμένης τους ευτυχίας ο Χάρος περνά από πάνω τους «σαν άγριο γεράκι», έτοιμος να εφορμήσει και να τους πάρει την ψυχή. Δείχνει, έτσι, περαιτέρω, να μισεί τη μεγάλη ευδαιμονία των ανθρώπων, που, σαν την βλέπει να κορυφώνεται, άτεγκτος και αδυσώπητος, επεμβαίνει και την αφανίζει, σύμφωνα προς την αρχαία ελληνική αντίληψη ότι «το θείον είναι φθονερόν» και ζηλόφθονον στις μεγάλες καλοτυχίες του ανθρώπου.
   Σε αυτό το ίδιο μοιρολόγι, ο Χάρος αυτοαποκαλείται «πρικοχάροντας», άφοβος, άκαμπτος και ασυγκίνητος στο δράμα του ανθρώπου:

   «Εγώ μαι ο πρικοχάροντας κιανένα δε φοβούμαι
 εγώ τσι παίρνω τσι ψυχές τσ’ ανθρώπους δε λυπούμαι».

    Με αυτά τα ιδιαίτερα σκληρά λόγια ο Χάρος αποκρίνεται στις τρεις θυγατέρες της καλογριάς, ενώ στην παράκλησή τους να αφήσει τη μια, τουλάχιστον, από δαύτες στη μάνα τους, για να την έχει θάρρος κι απαντοχή, κατά τη γνωστή, εξάλλου- και από άλλα μοιρολόγια- παραγγελιά της Χαρόντισσας μητέρας του:

  «όπου ‘ναι πέντε παίρνε τρεις, κι όπου’ναι τρεις τον ένα    
   κι όπου ’ναι δυο και μοναχοί μην τσι ξεζευγαρώσεις;»

      (Βλαστός 1850, 1230, αρ. 9 και 1850, 1254, αρ. 35)

  ο Χάρος δίνει ακόμα σκληρότερη και αδυσώπητη την απάντηση:

    «Παράκλησες γη μαυλισές[2], φοβερισμοί γη χάδια,
     εμένα δε με πιάνουσι, μηδέ γητειές και μάγια
     κι οι τρεις θα μ’ ακλουθήξετε, κι ευθύς ετοιμαστείτε».

   Στο μοιρολόγι «Η Χαιρέταινα Ανωγειανή» (Βλαστός 1850, 1264, αρ. 42) η γριά Χαιρέταινα βλέπουμε να «τα έχει» με τον Χάρο, που τον θεωρεί άδικο στην κρίση του, με το να παίρνει τους νέους και να αφήνει πίσω του τους γέρους:

   «Και με το Χάρο τα ’χενε και με το Χάρο τα ’χει,
    σε κάθε λόγον τού λέγεν- άδικο να του λάχει,
    Χάροντα, Λουποθάνατε[3], άδικη κρίση κάνεις,
    Δεν ήβρες από το χωριό γέροντα για να πάρεις;
    ……………………………………………
    Μ’ ας έπαιρνες εμέ τη γριά που ’καμα τον καιρό μου,
    Εμένα και το γέρο μου ν’ αφήσεις τον υγιό μου». 

   Σε άλλο, πάλι, μοιρολόγι, στο «Φιλονικία μεταξύ της Χαρόντισσας, Χάροντα και τινος νεογάμβρου» (Βλαστός 1850, 1230, αρ. 9), ο Χάρος προσαγορεύεται από την ίδια τη Χαρόντισσα μάνα του με τα εξής ειδεχθέστατα ονόματα, δηλωτικά, ασφαλώς,, της εξαιρετικά μισητής στον άνθρωπο προσωπικότητάς του:
     «Χάρε πρικιέ, Χάρε γλυκιέ, Χάρε Φαρμακομούρη[4]»,

    Εντυπωσιάζει και δημιουργεί πρόβλημα η προσαγόρευση, εδώ, του Χάρου με το επίθετο «γλυκιέ», ανάμεσα στα δύο άλλα με εξαιρετικά μυσαρή σημασία. Θεωρώ ότι, το πιθανότερο, πρόκειται για ευφημισμό, ενώ καθόλου δεν αποκλείουμε και την περίπτωση η λέξη να χρησιμοποιείται με κυριολεκτική σημασία, όπως συμβαίνει σε μερικούς ανθρώπους όταν ο θάνατος αποτελεί γι’ αυτούς απαλλαγή και λύτρωση από μια ζωή μαρτυρική και βασανισμένη. Πβ. εδώ το μοιρολόγι που λέει:

  «το Χάροντα παρακαλώ να πάρει την ψυχή μου,
   …………………………………………..
   να πλύνω τσι λαβωμαθιές απού ’χει το κορμί μου
να σου μιλώ να μου μιλείς, να σου λιγαίνει ο πόνος»[5]

καθώς και το τραγούδι στο οποίο ο λαός επικαλείται τον Μιχαήλ αρχάγγελο, όπως και τον Χάρο, να έρθει να χτυπήσει τον άνθρωπο με το κοντάρι του, για να τον απαλλάξει από τα βάσανα της ζωής:

  «Ω Μιχαήλ αρχάγγελε, έλα με το κοντάρι
και σπάραξέ μου το κορμί, να στο γνωρίζω χάρη»[6].    

    Επίσης, ο γέρος που βαρέθηκε τη ζωή του, λέγει συχνά: «Θέ μου και πάρε με να γλυτώσω» ή, πάλι, πολλές φορές ο άνθρωπος, πνιγμένος από τις αναποδιές της ζωής, παρακαλεί τον Χάρο να τον πάρει και λέει: «Ε, μωρέ, χάρε, κι ήντα γίνηκες!»[7].  

    Στο μεθεπόμενο μοιρολόγι, της ίδιας ομάδας τραγουδιών (της πάλης, δηλαδή, Νιου με τον Χάροντα) και τίτλο: «Ο σιδηρούς πύργος των ανδρείων και ο Χάρος» (Βλαστός 1850, 1232, αρ. 11), ο Χάρος αποκαλείται, επί πλέον, και σκληρός, αχόρταγος και ανθρωποφάγος (με το να καταβροχθίζει τόσους και τόσους ανθρώπους):

    «Χάρε σκληρέ κι αχόρταγε, Χάρε ανθρωποφάγε!»,

   ενώ η σκληρότητά του αυτή και τα απάνθρωπα και ανελέητα αισθήματά του τον κάνουν να μην αφήνει τους γέρους στο ταξίδι τους ελεύθερους να πλησιάσουν τις πηγές, να πιουν νερό και να ξεδιψάσουν, τους νέους να παίξουν βόλι και να χαρούν και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζέψουν, σύμφωνα με την χαρακτηριστική παράκληση του μοιρολογιού:

    «Κόνεψε Χάρο σε χωριό, κόνεψε σε μια βρύση,
    να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοί να παίξουν βόλι
    και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώψουν»
                                                                                                                  (Βλαστός 1850, 1269, αρ. 51.).

   Στο μοιρολόγι, τέλος, «Τα τρία κοράσια» (Βλαστός 1850, 1241, αρ. 18.), ο Χάρος αποκαλείται και «Ψυχοκλέφτης», διότι έρχεται ξαφνικά και αναπάντεχα «ως κλέπτης εν νυκτί» (Θεσσ. Α' ε΄, 2.) και αρπάζει τις ψυχές των ανθρώπων:

      «κι ελόχεψέ τση ο Χάροντας αυτός ο ψυχοκλέφτης».


* Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων


       




[1] Πολύ πετυχημένο και το ρήμα «τρυγήσει» για τον Χάρο, που σε πολλά μοιρολόγια αναφέρεται «κατά παρομοίωσιν» ως τρυγητής
[2] Μαυλισά (από ρ. μαυλίζω)= εξαπάτηση, ξεγέλασμα, κολακεία.
[3] Λουποθάνατος:  α΄ συνθ. το επίθ. λουπός= μουλωχτός, κρυφός, ύπουλος όπως ο λούπης (= σαρκοφάγο όρνιο, είδος γυπαετού, που παραμονεύει το θύμα του). Μτφρ., εδώ για τον Χάρο, που κρύβεται, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, για να θανατώσει το θύμα του.
[4] Φαρμακομούρης είναι αυτός που έχει το πρόσωπό του δηλητηριασμένο, χλωμό.
[5] Σταμάτη Α. Αποστολάκη, Ριζίτικα, τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Χανιά 20101, 386, αρ. 644.
[6](Αναγνωστόπουλος 1984, 124).

 [7] [Καραταράκης (Στεργιογιάννης) 1960, 23]