ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Ρετζέπηδες, Βλατάκηδες ή Κουρμούληδες;

 

Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες, Ι. Σταθάκη 1913, Αλφά Μυλοποτάμου

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

 

ΤΟ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

                                       Ρετζέπηδες, Βλατάκηδες ή Κουρμούληδες;

 

 

  ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

         www.ret-anadromes.blogspot.com

 

         Οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες, «νέοι και γενναίοι, οθωμανικοίς ονόμασι προσαγορευόμενοι εις το φαινόμενον, καθώς και οι γονείς αυτών, γεωργοί το επιτήδευμα»[1], ήταν όλοι τους γόνοι της εύανδρης και πολυπληθούς κώμης των Μελάμπων Αγίου Βασιλείου, Ρεθύμνου, συγγενείς μεταξύ τους, τέκνα πλούσιας, καλής και εναρέτου οικογενείας, έγγαμοι και πατέρες παιδιών. Ο Μανουήλ και ο Αγγελής, γιοι Ιωάννου Ρετζέπη, ήταν αυτάδελφοι, γνήσιοι αδελφοί, ο δε Γεώργιος ήταν γιος του Κωνσταντίνου Ρετζέπη και ο Νικόλαος άλλου Ιωάννου Ρετζέπη, όλοι τους εξάδελφοι μεταξύ τους, αλλά και με τους αδελφούς Μανουήλ και Αγγελή.

       Μια πρώτη απλή επισήμανση που έχουμε να κάνουμε αφορά στο οικογενειακό όνομα των Αγίων, στο οποίο μπορεί, ίσως, να υπάρξει για ορισμένους κάποια σύγχυση, λόγω τής εκ των πραγμάτων του βίου τους τριπλής εκφοράς του (Ρετζέπηδες, Βλατάκηδες, Κουρμούληδες). Ρετζέπηδες ήταν κατά το οθωμανικόν, Βλατάκηδες κατά το ελληνικόν και Κουρμούληδες ως κρυπτοχριστιανοί.

       Οι Ρετζέπηδες ήταν κρυπτοχριστιανοί από θηλυγονία και κατάγονταν από τη μεγάλη κρυπτοχριστιανική οικογένεια των Κουρμούληδων της Μεσαράς. Είχαν κτήματα και τη διαμονή τους στον Κουσέ της Μεσαράς[2], αλλά αρκετοί από αυτούς βρίσκονταν και στα Ρεθεμνιώτικα, όπως εδώ στις Μέλαμπες. Όμως, το θωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε εξαρχής ότι οι άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες, προερχόμενοι από συγγενικές μεταξύ τους ενάρετες και χριστιανικές οικογένειες- όπως η συγκεκριμένη οικογένεια των Βλατάκηδων της κώμης των Μελάμπων- συνειδησιακά δεν υπήρξαν ποτέ μωαμεθανοί Ρετζέπηδες, αλλά σταθερά χριστιανοί Βλατάκηδες και ως κρυπτοχριστιανοί Κουρμούληδες. Έτσι, και από τα δύο τελευταία οικογενειακά (Βλατάκης- Κουρμούλης) αναγνωρίζονται μέχρι και σήμερα απόγονοι των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων.

Το «Ρετζέπ(ης)» έγινε βαφτιστικό όνομα κάποιου προγόνου, κοινού πάππου, των Αγίων, με το όνομα Μανουήλ Βλατάκης και μετέπεσε, στη συνέχεια, όπως και τόσα άλλα βαπτιστικά ονόματα, σε επώνυμο[3]. Αυτός, λοιπόν, ο πρόγονος των Αγίων, κάποια στιγμή, δεν άντεξε την πίεση και την καταδυνάστευση του κατακτητή, λύγισε και με πόνο ψυχής προσποιήθηκε αλλαξοπιστία και επέλεξε τη γεμάτη φόβο και αγωνία ζωή του κρυπτοχριστιανού, προκειμένου να κερδίσει τη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του και τη σημαντική περιουσία του, δεδομένου ότι οι κρυπτοχριστιανοί δεν πλήρωναν φόρους στο κράτος, ούτε δέχονταν ενοχλήσεις, απειλές και διώξεις από τους Οθωμανούς συμπολίτες τους.

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η αλλαξοπιστία αυτή του πάππου των Αγίων, Μανουήλ Βλατάκη, πιθανόν να συνέβη κατά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770-71)- στην οποία, πιθανότατα, θα είχε λάβει κι εκείνος μέρος- προκειμένου να σώσει τη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του από τις φοβερές διώξεις με τις οποίες, μετά την καταστολή της, απάντησαν οι Τούρκοι. Οπότε, ο εν λόγω πρόγονος των Αγίων πιθανότατα δέχτηκε τον εξιλαμισμό όχι για οικονομικούς μόνο λόγους- όπως συνέβη με πολλούς άλλους Κρητικούς- αλλά προκειμένου να σώσει την ίδια του τη ζωή και την οικογένειά του από τον αφανισμό[4]. Προς τούτο, συνδέθηκε συγγενικά με την πανίσχυρη κρυπτοχριστιανική οικογένεια των Κουρμούληδων της Μεσαράς, νυμφευόμενος, μάλιστα, μια Κουρμουλοπούλα από το χωριό τους, τον Κουσέ. Έκτοτε- και σύμφωνα και με το συναξάρι των Αγίων- το οθωμανικό αυτό όνομα του πάππου, «Ρετζέπ(ης)», παρέμεινε ως όνομα και των ιδίων των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και των γονέων τους[5], αφού κληρονομικά ακολούθησαν και οι Άγιοι τον κοινό πρόγονό τους στην πορεία του αυτήν.

Όμως, είναι γεγονός, όπως σημειώσαμε παραπάνω, ότι ο πρόγονος αυτός των Αγίων, ο Μανουήλ Βλατάκης, προσποιήθηκε μόνον ότι αλλαξοπίστησε, γιατί στην πραγματικότητα δεν έπαυσε ποτέ τόσον αυτός ο ίδιος όσο και η ευρύτερη οικογένειά του και αυτά τα εγγόνια του, οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες, να διατηρούν μέσα τους κρυφή και άσβεστη τη χριστιανική πίστη και ελπίδα, παραμένοντας, πάντα, στην ψυχή, κάτω από την κρυπτοχριστιανική τους ταυτότητα, Ρωμιοί και πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί. Έτσι, τους έβλεπες να παρουσιάζονται έχοντας εικονικά στα χείλη τους τον Μωάμεθ, ενώ ο Χριστός δεν έπαυε ποτέ να θερμαίνει μέσα βαθιά τα φύλλα της καρδιάς τους!

        Μπορεί, λοιπόν, οι Άγιοί μας, να κληρονόμησαν την κατάσταση αυτήν από τον κοινό πρόγονο και πάππο τους, συνειδησιακά, όμως, ποτέ εκ παραδόσεως δεν την αποδέχτηκαν και ως φυσιολογική στη ζωή τους και αναγκάζονταν κι εκείνοι να προσποιούνται «κατ’ επιφάνειαν μόνον και εν αναποδράστω ανάγκη» τους μωαμεθανούς και ότι εφάρμοζαν πιστά τα θρησκευτικά τους καθήκοντα τα απορρέοντα από τον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο (παντρεύονταν, δηλαδή, και κατά το μωαμεθανικό τυπικό, πήγαιναν στο τζαμί και διάβαζαν το κοράνι), μέσα τους, όμως, άναβε δυνατή η φλόγα της ορθόδοξης πίστης και αφοσίωσής τους στον Χριστό και την Ελλάδα. Αυτό τους ανάγκαζε να εκτελούν, παράλληλα, και τα χριστιανικά θρησκευτικά τους καθήκοντα (να εκκλησιάζονται, να εξομολογούνται και να κοινωνούν) όχι, βέβαια, χωρίς δυσκολίες και πάντοτε μυστικά στο απόμακρο, συνήθως, χωριό των προστατών και αρχηγών τους κρυπτοχριστιανών Κουρμούληδων[6], στον Κουσέ της Μεσαράς[7], με σοβούντα και μόνιμα επικρεμάμενο πάνω τους τον κίνδυνο, αν ανακαλύπτονταν, να διακύβευαν τόσο τη ζωή τη δική τους, όσο και των τέκνων τους και των λοιπών προσφιλών τους προσώπων.  

Οι Άγιοι, δηλαδή, Τέσσερις Νεομάρτυρες ως κρυπτοχριστιανοί ή «μυστικοί χριστιανοί»- όπως τους αποκαλεί το συναξάριό τους- εκτός από Μελαμπιανοί «Βλατάκηδες»- ήταν και «Κουρμούληδες» και διατηρούσαν στενές σχέσεις με το χωριό Κουσές των Αστερουσίων, έδρα τής μεγάλης αυτής κρυπτοχριστιανικής οικογένειας. Από εδώ, από τον Κουσέ, οι Άγιοί μας έλκουν την κρυπτοχριστιανική τους ιδιότητα, εκ των κρυπτοχριστιανών, δηλαδή, αρχηγών και προστατών τους Κουρμούληδων τού εν λόγω χωριού. Οι Κρήτες κρυπτοχριστιανοί, οι οποίοι απέπτυαν τον μωαμεθανισμό επί Τουρκοκρατίας, είχαν στο εξής ως αρχηγούς και προστάτες τους τούς αδελφούς Κουρμούληδες τής Μεσαράς, κυρίους πολυάριθμων κολλίγων (δηλαδή δούλων κρυπτοχριστιανών), που και εκείνοι με τη σειρά τους ονομάζονταν «Κουρμούληδες». Γιατί, όπως δίδαξε ο Στέφανος Ξανθουδίδης, οι υπαγόμενοι επί Ενετοκρατίας σε έναν φεουδάρχη λάμβαναν, στη συνέχεια, το επώνυμό του και από αυτό, ακριβώς, εξηγείται η πληθώρα των Καλλέργηδων, Σκορδιλών, Βαρούχηδων κ.ά., που, ως χωρικοί και δουλοπάροικοι, λάμβαναν τα ονόματα των ευγενών αυτών οικογενειών στις οποίες υπάγονταν και δούλευαν[8].

Θεωρούμε, λοιπόν, ότι οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες, συνειδησιακά- ως προς την πρώτη τους επωνυμία- δεν υπήρξαν ποτέ μωαμεθανοί Ρετζέπηδες- όπως τους ήξεραν οι συγχωριανοί τους- αλλά ένιωθαν πάντοτε μέσα τους Έλληνες χριστιανοί, Βλατάκηδες, και ως κρυπτοχριστιανοί Κουρμούληδες, ευρισκόμενοι, δηλαδή- σύμφωνα με όσα σημειώσαμε παραπάνω- κάτω από την προστασία της ισχυρής αυτής και μεγάλης κρυπτοχριστιανικής οικογένειας της Μεσαράς.

 

 



                      [1]  Ιλαρίωνος, Επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου 1877: 165 (συναξάρι).

                   [2]  Μουρέλλος, Ι. Δ., Ιστορία της Κρήτης, τ. Α΄, Ηράκλειον 1931: 370. Ψιλάκης, Βασίλειος Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, Αθήναι χ.χ: 32.

              [3] Το Recep (απ’ όπου προέρχεται το βαπτιστικό Ρετζέπης) σημαίνει τον έβδομο μήνα του σεληνιακού έτους.

                        [4] Γρυντάκης, Γιάννης Μιχ., «Οι Τέσσερις Νεομάρτυρες Ρεθύμνης μέσα στην ιστορική συγκυρία» », Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 24 (2005), 30-31.  

                    [5] Και με αυτό το όνομα αναφέρονται και στο συναξάριό τους, προκειμένου, προφανώς, να δηλωθεί η κρυπτοχριστιανική τους ταυτότητα.

                 [6]   Τωμαδάκης, Νικόλαος Β., ό.π., 326.

                [7]  Παπαδάκης, Κωστής Ηλ., «Σχέσεις Αστερουσίων και επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. “Βίοι παράλληλοι” ρεθεμνιώτικου και ηρακλειώτικου Νότου», στο συνέδριο Τα Αστερούσια της Παράδοσης και της Ιστορίας, Ηράκλειο 2017: 291- 292.

                 [8]   Τωμαδάκης, Νικόλαος Β., ό.π.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΔΗΜ. ΚΑΛΟΧΡΙΣΤΙΑΝΑΚΗΣ * * * Η Ιερά Μονή Κουδουμά κατά τον αντιστασιακό αγώνα (1941- 45)

 


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΔΗΜ. ΚΑΛΟΧΡΙΣΤΙΑΝΑΚΗΣ


 

Η Ιερά Μονή Κουδουμά κατά τον αντιστασιακό αγώνα (1941- 45)

(Έκδοση Ι. Μ. Κουδουμά, Αθήνα 2023, σχ. 18Χ24, σσ. 316)

 

 

 

  ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

 

Ο κ. Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, χρόνια τώρα ασχολείται συγγραφικά και με αξιοσημείωτο, ομολογουμένως, ζήλο για την ανάδειξη της διαχρονικής Ιστορίας του τόπου του, των Αστερουσίων, μιας περιοχής παρθένας με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, μεγάλη παράδοση και λαμπρά ιστορία, που αποτέλεσε την πόρτα εισόδου του μοναχισμού από την αρχική του κοιτίδα, την Αίγυπτο, αρχικά στον ελλαδικό και στη συνέχεια και στον πανευρωπαϊκό χώρο. Απ’ εδώ (από τους Καλούς Λιμένες, τόπο βιβλικό) πέρασε, ως γνωστόν, και διαχείμασε και ο θείος των Εθνών Απόστολος κι εδώ, στις απόκοσμες κορυφές και στ’ απομονωμένα αστερουσιανά σπήλαια, βρήκε καταφύγιο ο ορθόδοξος μοναχισμός.

 Τελευταίο του βιβλίο το παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό και επιγραφόμενο: «Η Ιερά Μονή Κουδουμά κατά τον αντιστασιακό αγώνα (1941- 45)». Πολλοί συνέβαλαν στην εκδοτική πληρότητα και καλαισθησία και του παρόντος συγγράμματος τού κ. Ζαχαρία Καλοχριστιανάκη,  και βέβαια ο πολύ αγαπητός οικείος Μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος, που του παρεχώρησε προς αναδίφηση άπαν το ογκώδες αρχείο της πάλαι ποτέ Επισκοπής Αρκαδίας, καθώς και ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Κουδουμά κ. Μακάριος.

Ο συγγραφέας με πυξίδα του την ιστορική αλήθεια μελετά, συλλέγει, ταξινομεί και παρουσιάζει διαχρονικά την Ι. Μονή Κουδουμά από την ίδρυσή της μέχρι και τα τελευταία ιστορικά γεγονότα, που αφορούν στο θέμα του, την αντιστασιακή της Μονής δράση κατά τα έτη 1941- 1945. Ο συγγραφέας αισθάνεται βαθιά ικανοποίηση και νιώθει να αποζημιώνεται απεριόριστα, που όλοι οι αρχηγοί του αγώνα και της Εθνικής Αντίστασης έχουν κάτι να πουν και για τη Μονή Κουδουμά και για τα σπουδαία γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σημάδεψαν το Μοναστήρι κατά τα χρόνια αυτά της Εθνικής κατά των Γερμανών Αντίστασης.  δυο φορές εκκενώθηκε από τους ναζιστές καταπατητές του, πυρπολήθηκε και ολοσχερώς καταστράφηκε και πλήρωσε τη συμμετοχή του στον Αγώνα με ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια και με δυο νεκρούς μοναχούς.

Στην ανάπτυξη του θέματος αναφέρεται αδρομερώς στο ξεκίνημα της Αντίστασης και στους πρώτους αντιστασιακούς, ενώ εκτενέστερα θα τον απασχολήσουν ιερωμένοι αντιστασιακοί με πρώτους- πρώτους στον κατάλογο τον Επίσκοπο Αρκαδίας και στη συνέχεια Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μαρκάκη και τον διάδοχό του (εις αμφότερα) Ευγένιο Ψαλιδάκη, πρότυπα και οι δύο θαρραλέων, αγνών και θερμών πατριωτών.

Αναφορά, επίσης, γίνεται και στα μοναστήρια της Κρήτης που έπαιξαν τον πρώτο ρόλο για την συγκέντρωση, φιλοξενία, εφοδιασμό και τροφοδοσία των Άγγλων, Αυστραλών, Νεοζηλανδών και λοιπών εμπερίστατων κατοίκων του νησιού, αλλά και που απέκρυψαν και φυγάδευσαν, στη συνέχεια, με υποβρύχια προς την Αύγυπτο συμμάχους και γυναικόπαιδα, με το μεγαλύτερο βάρος στο σημείο αυτό να το σηκώνουν τα Μοναστήρια του Πρέβελη και του Κουδουμά, με τους Ηγουμένους τους Αγαθάγγελο Λαγουβάρδο και Παρθένιο Χαιρέτη, που κατά την αντίσταση ανέλαβαν, αντίστοιχα, ανάλογους και ισοδύναμους  ρόλους.  

Αναφέρεται, στη συνέχεια, και στους τόπους αντίστασης της περιοχής Κουδουμά, που ήταν οι Τρεις Εκκλησιές, το Μοναστήρι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, η Αγία Μονή, η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο Άγιος Νικόλαος (το μετόχι του Κουδουμά).

Αναφέρεται, τέλος, και σε διάφορα θαυμαστά γεγονότα που καταδεικνύουν το μέγεθος της βαρβαρότητας και ασέβειας των κατακτητών που δεν εξαντλούνταν μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στη βεβήλωση και καταστροφή και αυτών των μνημείων λατρείας.   

Πολύ ενδιαφέροντες κρίνουμε και τους πίνακες στο τέλος του βιβλίου με τα Ευρετήρια: α) Κυρίων Ονομάτων και β) Τόπων, καθώς και την τετράγλωσση απόδοση (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Ρωσικά) περίληψης του κειμένου.

 Για όλα αυτά, ο κ. Καλοχριστιανάκης είναι αληθινά άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί, τωόντι, περισπούδαστη και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για το τόπο, απόρροια των συστηματικών και ενδελεχών ερευνών του στον χώρο της κρητικής, εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στον τόπο είναι, νομίζω, αυτή που καθοδήγησε τις προσπάθειές του και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η προσπάθειά του, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα της ψυχής του και ενθαρρύνει την ανάληψη και στο μέλλον παρόμοιων πρωτοβουλιών. Χωρίς κανένα δισταγμό μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το φωτισμένο ενδιαφέρον ορισμένων ανθρώπων, το γνήσιο συναίσθημα ευθύνης του καθενός μας απέναντι στους συμπολίτες του, η ολοπρόθυμη συνεργασία με τους άλλους για ανώτερους σκοπούς και ιδανικά αποτελούν την ασφαλέστερη δικλείδα για την προαγωγή και ιστορική και πνευματική ανάπτυξη και καταξίωση ενός τόπου.   

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * Οι πρώτες τιμές στους Αγίους Τέσσερις Μάρτυρες

 Η πρώτη φορητή εικόνα των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων (1836), από τον Ζακύνθιο ζωγράφο Ιωάννη Φραγκόπουλο, της οποίας θα γίνει, την Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024, η λιτανευτική μετακομιδή από τον ι. Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται,  στον ι. Ναό των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, όπου θα παραμείνει μέχρι τον προσεχή Νοέμβριο 2024.

  200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

 

Οι πρώτες τιμές

στους Αγίους Τέσσερις Μάρτυρες*

 

 

   ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Τους αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου Μανουήλ Αγγελή, Γεώργιο και Νικόλαο τούς δόξασε ο Θεός και τους τίμησε απεριόριστα ο γενέθλιος τόπος τους, οι Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου, αλλά και η πόλη τους, το Ρέθυμνο, όπου μαρτύρησαν για τον Χριστό και ετάφησαν.

 Οι νεομάρτυρες, ουσιαστικά, ήταν εξωμότες, που, κάποια στιγμή, αρνήθηκαν την πάτριο πίστη, την Ορθοδοξία, κάτω από τις αφόρητες πιέσεις που δέχονταν από τον βάρβαρο κατακτητή και ασπάστηκαν τον Μωαμεθανισμό, ενώ άλλοι, για διαφορετικούς λόγους, επέλεξαν να γίνουν κρυπτοχριστιανοί, όπως και οι Αγιοί μας, οι Τέσσερις Μάρτυρες, που κληρονόμησαν την κατάσταση αυτήν από έναν κοινό πρόγονο και πάππο τους, τον Εμμανουήλ Βλατάκη. Συνειδησιακά, όμως, ποτέ δεν αποδέχτηκαν την κατάσταση αυτήν ως φυσιολογική στη ζωή τους και αναγκάζονταν να προσποιούνται «κατ’ επιφάνειαν μόνον και εν αναποδράστω ανάγκη» τους μωαμεθανούς, μέσα τους, όμως, άναβε δυνατή η φλόγα της ορθόδοξης πίστης και αφοσίωσής τους στον Χριστό και την Πατρίδα. Κι όταν, στο τέλος, ερχόταν το «πλήρωμα του χρόνου» και φανέρωναν τη χριστιανική τους πίστη, τότε οι Νεομάρτυρες μέσα από φρικτά βασανιστήρια έδιναν και τήν «καλήν ομολογίαν» και δέχονταν τον αιμάτινο στέφανο του μαρτυρίου.

Οι νεομάρτυρες υπήρξαν το ζείδωρο του ηλίου φως, ο φάρος μέσα στη νυκτερινή της σκλαβιάς τρικυμία, τα μυρίπνοα άνθη του χειμώνα της Τουρκοκρατίας, οι «αντιστασιακοί», άλλοις λόγοις, άνδρες της Εκκλησίας, που προετοίμασαν τους ραγιάδες και τους οδήγησαν να αγωνιστούν κι εκείνοι για την ανάκτηση της Πίστης και της εθνικής ελευθερίας τους. Αυτή η δύναμη των νεομαρτύρων να υποστούν τα μαρτύρια και τον θάνατο είναι εκείνο που έσωσε την Ορθοδοξία και την Ελλάδα στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν τουρκέψαν όλοι οι Ρωμιοί.

  Έτσι και οι Τέσσερις Μάρτυρες του Ρεθύμνου. Σαν έφθασε η δύσκολη εκείνη ώρα του 1821, αποκάλυψαν την πίστη τους στον Χριστό κι έπιασαν τα όπλα και πολέμησαν γενναία για την Πατρίδα για τρία ολόκληρα χρόνια, μέχρι το έτος 1824, όταν ο εθνικός των Ελλήνων αγώνας κατεστάλη προσωρινά, λόγω της βοήθειας που προσέφεραν οι Αιγύπτιοι στους Τούρκους. Τότε- σύμφωνα και με το συναξάριό τους- οι Νεομάρτυρες Άγιοί μας, που είχαν μείνει σώοι και αβλαβείς από τη συμμετοχή τους στις φονικές μάχες των τριών αυτών χρόνων, επέστρεψαν κι εκείνοι, όπως και οι λοιποί χριστιανοί ομοχώριοί τους, στο χωριό τους, τις Μέλαμπες, και συνέχισαν να διαμένουν εκεί κανονικά, «ζώντας φανερά πια ως χριστιανοί και πράττοντες τα χριστιανικά αυτών καθήκοντα».

 Ενώ μπορούσαν- και μάλιστα αυτοί για έναν λόγο παραπάνω (για την εξωμοσία τους το 1821)- να έφευγαν από το νησί με τους χιλιάδες αμάχους που απομακρύνθηκαν μετά την προσωρινή καταστολή του εθνικού αγώνα από τους Τούρκους, αυτοί δεν το έκαναν! Υπολογίζεται ότι μόνο στους πρώτους μήνες του 1824 απομακρύνθηκαν από την Κρήτη περί τους 60.000 κρητικοί. Μέσα σε αυτούς που έφυγαν, με βάση τη λογική, θα έπρεπε να ήταν και οι τέσσερις Βλατάκηδες, αφού η αποκήρυξη από μέρους τους του Ισλάμ έθετε σε άμεσο κίνδυνο την ίδια τη ζωή τους. Δεν λειτούργησε όμως σε αυτούς η λογική και το ένστικτο της επιβίωσης. Η πίστη τους στον Χριστό και την Πατρίδα τα παραμέριζε και τα δύο. Μπορούσαν να φύγουν και να σωθούν, έμειναν όμως για να μαρτυρήσουν και αυτό έχει μεγάλη σημασία! Δεν θα γίνονταν, δηλαδή, μάρτυρες αναγκαστικά αλλά με τη θέλησή τους!

   Και πραγματικά, η δύναμη τής ομολογίας και του φρικτού Μαρτυρίου των Τεσσάρων Μαρτύρων υπήρξαν την ώρα εκείνη συγκλονιστικά! Το ηθικό των χριστιανών- που μέχρι τη στιγμή εκείνη τους ήξεραν Οθωμανούς Ρετζέπηδες και τώρα τους έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους ορθόψυχους να αποκαλύπτονται αληθινοί Χριστιανοί και Έλληνες- αναπτερώθηκε γενναία και η θυσία και το μαρτύριό τους αναγνωρίστηκαν αμέσως και από την πρώτη, κιόλας, στιγμή. τόσο συγκίνησε ο αγώνας τους και το Μαρτύριό τους το χριστεπώνυμο πλήρωμα τής Εκκλησίας των Ρεθυμνίων και όχι μόνον.

    Έτσι, ο πιστός λαός του Ρεθύμνου- χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά αναγνώρισή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο- αναγνώρισε αμέσως κι εντελώς αυθόρμητα την αγιότητά τους και προχώρησε από πολύ ενωρίς, ίσως και από το επόμενο, κιόλας, του μαρτυρίου τους έτος να τους τιμά, τελώντας θείες Λειτουργίες αφιερωμένες στη μνήμη τους. Χωρίς, επίσης, να έχει προηγηθεί καμιά αναγνώρισή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο- συνετάγη και η πρώτη τους Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε το έτος 1852 και φιλοτεχνήθηκε και η πρώτη τους εικόνα, ποίημα Ιωάννου Φραγκόπουλου, Ζακυνθίου, το 1836- δώδεκα, μόλις, χρόνια από το μαρτύριό τους- που σήμερα φυλάσσεται στον Μητροπολιτικό Ναό του Ρεθύμνου. Λίγο αργότερα, το έτος 1877, αφιερωνόταν και ο πρώτος ναός στη μνήμη τους, το νότιο κλίτος του ι. ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο χωριό Ακτούντα Αγίου Βασιλείου και δέκα χρόνια μετά (1888) και στο χωριό τους, τις Μέλαμπες, γινόταν η πρώτη προσπάθεια ανέγερσης ι. ναού, από τον λόγιο επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιο Ξηρουδάκη, χωρίς ο πιστός λαός, επαναλαμβάνουμε, να έχει ουδεμίαν ανάγκη και της επίσημης αναγνώρισης και αγιοκατάταξής τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η οποία έφθασε πολύ αργότερα, 153 χρόνια μετά (!) κατόπιν των δυναμικών ενεργειών τού φιλάγιου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Τίτου Συλλιγαρδάκη. Ο Τίτος στις 15 Μαρτίου 1977, επί Πατριάρχου Δημητρίου, έστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επίσημη επιστολή με την οποία, αφού αναφερόταν στη ζωή και στο μαρτυρικό τέλος των Αγίων, καθώς και στον απεριόριστο σεβασμό που έτρεφε προς αυτούς ο κλήρος και ο πιστός λαός του Ρεθύμνου, ζητούσε την επίσημη ένταξή τους στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, προκειμένου η μνήμη τους, στο εξής, να λάβει και πάνδημο, πέραν του τοπικού, χαρακτήρα.

   Στην περίπτωση αυτήν του Μαρτυρίου- και σύμφωνα με τους Πατέρες τής Εκκλησίας- η αναγνώριση τής αγιότητας στη συνείδηση τού πληρώματος τής Εκκλησίας είναι άμεση και δεδομένη. Δεν απαιτούνται τα λεγόμενα «τεκμήρια αγιότητας». Τι μεγαλύτερο τεκμήριο από το να θυσιάσουν για τον Χριστό την ίδια τους τη ζωή;


* Απόσπασμα από ομιλία του Κ. Η. Παπαδάκη, στην Ημερίδα για τα 200 χρόνια από την τελείωση των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων στις Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου, την Κυριακή 28/1/2024.




 










ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΘΕΟΔΟΣΑΚΗ * * * Σπερνό των Χριστουγέννων * Διηγήματα

 


ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΘΕΟΔΟΣΑΚΗ

 

Σπερνό των Χριστουγέννων

Διηγήματα

[Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Ηράκλειο 2023, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 175]

 

          ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

          www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ως δώρο ακριβό, χριστουγεννιάτικο, δέχτηκα πρόσφατα το καινούργιο βιβλίο διηγημάτων, με τίτλο «Σπερνό των Χριστουγέννων», του φίλου Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, από το Ηράκλειο, γνωστού και με το ποιητικό ψευδώνυμο τού «Κάστρου Ταχυδρόμος». Ο συγγραφέας- όπως προλογικά σημειώνει- μέσα από τα διηγήματά του αυτά, τραγουδά τη χαρά της αθωότητας και της μαγείας από εκείνα τα παλιά, τα μακρινά «κρητικοπαπαδιαμαντικά» Χριστούγεννα, που κι εκείνος έζησε στα μικράτα του, εκεί στο χωριό του, στη διπόταμη κοιλάδα του Χόνδρου Βιάννου.

Πρόκειται για ένα βιβλίο γεμάτο φως, Χριστό και Ορθοδοξία μέσα από δυο δεκάδες θαυμάσια διηγήματα, που την αναφορά τους έχουν όλα στις μέρες αυτές του αγίου Δωδεκαημέρου και αποτυπώνουν ξεκάθαρα τα γνήσια ελληνικά και μάλιστα τα κρητικά Χριστούγεννα μ’ ένα μοναδικά πλούσιο, δροσερό και απαιτητικά γενναιόδωρο κρητικό λεξιλόγιο.

Στα διηγήματα του κ. Θεοδοσάκη, ζωντανεμένα από πλουσιότατα λαογραφικά στοιχεία από την όμορφη παραδοσιακή γεωργική  του χωριού του κοινωνία, βλέπουμε, περαιτέρω, να διαγράφεται όλη η αγωνία τού αγρότη, του φτωχού και ταπεινού τής ελληνικής γης φαμελιάρη, προκειμένου άλλοτε να διασφαλίσει το ψωμί των παιδιών του κι άλλοτε να αντιμετωπίσει αρρώστιες βαριές και ανίατες για την εποχή εκείνη και ποικίλα άλλα οικογενειακά προβλήματα που συχνά οδηγούσαν τα βήματά του μακριά, στη σκληρή και μαύρη ξενιτιά.

Το βιβλίο αποτελεί ένα ευχάριστο ανάγνωσμα των ημερών τούτων που διερχόμαστε, γεμάτο από την ψυχή και τα γιορτινά ήθη και έθιμα της παλαιινής Κρήτης, που ο συγγραφέας αναστοράται κατά τρόπον αυθεντικό μέσα από την αγροτική παραδοσιακή κοινωνία του χωριού του. Στην κοινωνία αυτήν που οι άνθρωποι αν και ζούσαν φτωχικά συχνά βίωναν - ζώντας αρμονικά με τη φύση και τις γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες τους- τη μεγαλύτερη ευτυχία. Σημαντικό ότι μέσα από τα διηγήματα του παρουσιαζόμενου βιβλίου παρελαύνει ο πλούσιος λαογραφικός παράδεισος των παιδικών χρόνων του συγγραφέα, όπως ως μικρό παιδί τον έζησε και όπως νοσταλγικά, μέχρι σήμερα, τον θυμάται με την ανάμνηση των ηρώων του που πρωταγωνιστούν στα διηγήματά του και των μικρών παιδιών που με τα σιδερένια τρίγωνά τους ψέλνουν τα πατροπαράδοτα κάλαντα. Ένας ολόκληρος εθιμοτυπικός κόσμος ξεπηδά χαρούμενος μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, που πηγάζει από την όμορφη και αγνή ελληνική ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων της κρητικής υπαίθρου.

Τη φιλολογική επιμέλεια είχε ο Δρ Γιώργος Τσερεβελάκης, ενώ την καλλιτεχνική τόσο στο εξώφυλλο, όσο και στις εσωτερικές του σελίδες, είχε ο π. Μιχάλης Πατεράκης, στον οποίο και ανήκουν οι θαυμάσιες εικόνες του βιβλίου, που τόσο απλόχερα προσδίνουν το απαραίτητο χριστουγεννιάτικο άρωμα και μια, επιπλέον, καλλιτεχνική ευχαρίστηση.  

Τι κρίμα που εμείς οι νεοέλληνες όλο και περισσότερο χάνουμε ή ξεχνούμε αυτόν τον πολύτιμο λαογραφικό μας θησαυρό. Ο ρυθμός τής νέας ζωής με τις ευκολίες και την ταχύτητα τής μηχανής, με τις μετακινήσεις των πληθυσμών, το ανακάτωμα των κοινωνιών και τα εύκολα ταξίδια, ολοένα αλλάζει και εξαφανίζει την παραδοσιακή σταθερότητα και ομορφιά. Eυτυχώς, όμως, που υπάρχει η νοσταλγία, αυτή η πανανθρώπινη δυνατή «αδυναμία», που ξαναφέρνει τους απομακρυσμένους οδοιπόρους στα πρώτα βήματα τής παιδικής τους ζωής. Και στο βιβλίο αυτό του κ. Θεοδοσάκη η δύναμη αυτή, η νοσταλγία του για τα παλιά, είναι που περιπλέκεται τόσο στενά με τα γιορτινά τού λαού μας έθιμα και τις γιορτινές ετούτες μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων, φέρνοντάς μας πιο κοντά στις ρίζες τής φυλής μας και στα ιερά εκείνα νάματα που εξέθρεψαν στο διάβα των αιώνων το δέντρο τού ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ * * * Η ΕΝΟΡΙΑ ΑΔΕΛΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1833- 1909 * ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΣΟΔΩΝ- ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

 


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ

                      ΔΡ. ΙΣΤΟΡΙΑΣ

   

 

Η ΕΝΟΡΙΑ ΑΔΕΛΕ

ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1833- 1909

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΣΟΔΩΝ- ΕΞΟΔΩΝ

ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

 ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΑΔΕΛΕ

[Έκδοση Ενορίας Αγίου Παντελεήμονα Άδελε, Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ.192]

 

 

     ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

             www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Το Άδελε, μεγάλο αρχοντοχώρι του Δήμου μας, έχει αποδείξει πολλαπλώς ότι σέβεται και αγαπά την Εκκλησία του. Είχε ανέκαθεν και άξιους εφημερίους, όπως εκ των έργων γίνεται φανερό, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το παρουσιαζόμενο βιβλίο με τον τίτλο: «Η ενορία Άδελε την περίοδο 1883- 1909, Μέσα από το βιβλίο Εσόδων – Εξόδων του ιερού ναού Αγίου Παντελεήμονα».

Το βιβλίο αποτελεί έκδοση της Ενορίας Αγίου Παντελεήμονος Άδελε και προλογίζεται προσηκόντως από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομο, ο οποίος ευστόχως εστιάζει και καταδεικνύει την αξιέπαινη και επιμελή διακονία του εφημερίου, Αιδ. Πρωτ. Παντελήμονος Σακελλαρίδη, του προκατόχου του π. Ανδρέου Παπαδογιάννη, για την διάσωση των ιστορικών αρχείων της Ενορίας, και, βέβαια, του συγγραφέα Παναγιώτη Παρασκευά για την ενδελεχή, με επιμέλεια και υπομονή, έρευνα της παρουσιαζομένης μελέτης, απονέμοντας σε όλους τον δίκαιο της Εκκλησίας έπαινο.

Ακολουθεί ο Πρόλογος του αξιοποιήσαντος το αρχείο, σημερινού εφημερίου, πρωτ. Παντελεήμονος Σακελλαρίδη, ο οποίος- μετά την ολοκλήρωση του Εκκλησιαστικού Κειμηλιοφυλακείου- παραδίδει σήμερα στην Ενορία τού Άδελε και γενικότερα του Ρεθύμνου και αυτό το δεύτερο ιστορικό ντοκουμέντο. Γιατί, να θυμίσουμε ότι πριν τρία μόλις χρόνια (2020), ο ίδιος ιερεύς, σοφά πράττοντας και αξιοποιώντας και τότε τον ίδιο ομοχώριό του επιστήμονα, τον κ. Παρασκευά, είχε φέρει στο φως και έτερο πολύτιμο κατάστιχο του ίδιου αρχείου, του έτους 1864, υπό τον τίτλο: Σημειώσεις περί του μερτικού των μαστόρων η ανέγερση του ναού του αγίου Παντελεήμονα Άδελε (1864- 1865). Το κατάστιχο αυτό αφορά- όπως και από τον τίτλο του επεξηγείται- στην ανέγερση του ιερού ναού του Αγίου Παντελεήμονος Άδελε (1864- 1865). Του κατάστιχου αυτού συνέχεια αποτελεί το παρουσιαζόμενο σήμερα με το σημείωμά μας αυτό νέο βιβλίο της Ενορίας. Ο Πρόλογος του π. Παντελεήμονος πολύ κατατοπιστικός για τον Αναγνώστη τον εισαγάγει αμέσως στην εποχή και στη θεματολογία του βιβλίου και τον καθιστά έτοιμο να παρακολουθήσει το ερευνητικό μέρος του κ. Παρασκευά που ακολουθεί.

Στο κατάστιχο αυτό ιστορείται καταλεπτώς η χρηστή διαχείριση των εσόδων από τους Επιτρόπους του ναού, που μας παρέχουν ένα διαχρονικό μάθημα συνετής διαχείρισης του πλούτου και, ειδικά, όταν αυτός είναι πολύ μικρός. Ως ειδικός ο κ. Παρασκευάς φρόντισε με περισσή επιμέλεια, με την αγάπη και επιστημοσύνη του να αναδείξει και το θέμα αυτό πολυμερώς και πολυτρόπως.

 Ο συγγραφέας ξεκινά με μια λεπτομερειακή αναδρομή στα χρόνια εκείνα (1864- 1865) με τις μεγάλες πολεμικές αναταράξεις που έπληξαν και αυτό το Άδελε και που η Ενορία προσπάθησε μετά την ειρήνευση επιτυχώς να επουλώσει. Εντυπωσιάζει ο σεβασμός αφενός της Ενορίας στις δωρεές των πιστών που τις διεφύλαξε μέχρι τέλους και, ίσως, μερικές και μέχρι και σήμερα, και από την άλλη την ανάγκη των πιστών να χαρίσουν στον Άγιο, για τη βοήθειά του στην καθημερινή τους ζωή, να δώσουν λίγο λάδι για τα καντήλια μέσα από μια- δυο ελιές που δώριζαν στην Ενορία και συνήθως σε ελιές εξωχώραφες ή άνευ γης, όπως αναφέρονται στο κτηματολόγιο, πράγμα που δείχνει την ανάγκη εκχώρησης μεν της ελιάς αλλά όχι και της γης, ώστε αυτή η τελευταία να φυτευτεί και να αποφέρει κάποιο προϊόν στο σπίτι του εν λόγω φτωχοφαμελίτη Αδελιανού.

 Ηθικό συμπέρασμα της μελέτης του παρουσιαζόμενου βιβλίου η συνετή και με σοφία διαχείριση των εσόδων της Ενορίας (εισπράξεις παγκαριού, γάμων, βαπτίσεων, κηδειών) προς κάλυψη με περίσκεψη όλων των εξόδων (πληρωμής του αγιογράφου Ι. Σταθάκη, του ψάλτη, του εκκλησάρχη, καθώς και ποικίλων επισκευών, μέχρι και της καταβολής όλων των εξόδων των σχολικών αναγκών, και αυτής της υποδοχής του πρίγκιπα Γεωργίου στις 9/5/1899. Το εξαιρετικό απ’ όλα τα παραπάνω είναι ότι η ενορία Άδελε μετείχε επιτυχώς και κατά τις δυνάμεις της σε όλο το φάσμα της εθνικής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής και οικονομικής ζωής του τόπου.

Σπουδαίες, περαιτέρω, πληροφορίες του κατάστιχου αφορούν τόσο στο ίδιο το χωριό (στους ανθρώπους του, στα οικογενειακά τους ονόματα και στα τοπωνύμια), όσο και στον ναό και στο σχολείο του, γιατί οι σημειώσεις τού Κατάστιχου δείχνουν, ακριβώς- όπως επισημάναμε και παραπάνω- ότι η τοπική Ενορία του Αγίου Παντελεήμονα βοηθούσε αδιάλειπτα το Δημοτικό Σχολείο του χωριού, φροντίζοντας για τη στέγαση και λειτουργία του, πληρώνοντας τον δάσκαλο και όλα τα αναγκαία για τη διδασκαλία, πράγμα που επιβεβαιώνει τον σημαντικό ρόλο της Ενορίας στο θέμα της Εκπαίδευσης, αλλά και της λοιπής κοινωνικής και οικονομικής του τόπου ζωής.      

Πολύ ενδιαφέροντες κρίνουμε και τους πίνακες στο τέλος του βιβλίου με:

α) Πληροφορίες για το χωριό Άδελε και την Ενορία του Αγίου Παντελεήμονα (ιερείς, Επιτρόπους, ψάλτες, δασκάλους, τοπωνύμια).

β) το Γλωσσάρι ερμηνευτικών όρων του Κατάστιχου και

γ) το Ευρετήριο Όρων και Κύριων Ονομάτων. 

Το παραπάνω έργο τού καλού φίλου Π. Παρασκευά είναι αξιόλογο και έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην εκκλησιαστική, εκπαιδευτική και κοινωνική Ιστορία του τόπου. Λαμπρός ιστορικός ο ίδιος ερευνά και εξετάζει με ευρυμάθεια, γλαφυρότητα και συνθετικό πνεύμα ένα σπουδαίο ιστορικό του τόπου ντοκουμέντο. Είναι, λοιπόν, άξιος του «δικαίου επαίνου» όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του. Ευχή μας να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του τόσο στον ειδικό χώρο της εξειδίκευσής του, την Ιστορία, όσο και στον ευρύτερο χώρο των κρητολογικών και όχι μόνο μελετών, στις οποίες τόσο μεγάλη είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.