ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Γ. ΣΥΡΙΑΝΟΓΛΟΥ * * * Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου

 

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Γ. ΣΥΡΙΑΝΟΓΛΟΥ

 

Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου

[Εκδοτικές Επιχειρήσεις Καλαϊτζάκης Α.Ε., Ρέθυμνο 2022, σχ. 8ο (20,5Χ15), σσ. 364]

  

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Ο Παρασκευάς Γ. Συριανόγλου, Μικρασιάτης δεύτερης γενιάς, τιμά όσο λίγοι την καταγωγή του, συγγράφοντας και δραστηριοποιούμενος στον τόπο μας σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο αυτόν του Μικρασιατικού ελληνισμού, με έμφαση, πάντα, στη ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Νέα Φώκαια τής Μικράς Ασίας. Έτσι, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στα κυριότερα έργα του, το 1998 μάς παρουσίασε τα λαογραφικά τής Μ. Ασίας (Π. και Ν. Φώκαιας) με το βιβλίο του «Θεμέλια τού πολιτισμού μας», το 2003 έδωσε νέα έμφαση στα λαογραφικά τής Νέας Φώκαιας με το βιβλίο του «Λαϊκός Πολιτισμός, Λαογραφικά Νέας Φώκαιας Μ. Ασίας» και συνεχίζει το 2006 με τη μυθιστορία «Όσα δεν έγραψε η ιστορία- Νέα Φώκαια Μικράς Ασίας», το 1010 με το θεατρικό «Η Δύση της Ανατολής», το 2014 με το μυθιστόρημά του «Μια αγάπη δυο θεοί» και σήμερα με ένα νέο εκπληκτικό μυθιστόρημα, με τον αινιγματικό αλλά και πρωτότυπο τίτλο «Θέλω μόνο τ’ όνομά σου».

Ο Παρασκευάς Συριανόγλου συχνά έχει τον τρόπο του να διδάσκει την Ιστορία, και μάλιστα αυτήν της αγαπημένης του Μικρασίας, με έναν τρόπο ευχάριστο και εποικοδομητικό. μέσα, δηλαδή, από συγκλονιστικές μυθιστορίες, στις οποίες οι πρωταγωνιστές δεν είναι πλάσματα της φαντασίας του, αλλά πρόσωπα αληθινά, υπαρκτά, που έζησαν στο πετσί τους τα περιγραφόμενα, κάθε φορά, γεγονότα. Έτσι και το παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο του, με τον εντυπωσιακό τίτλο «Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου», αφορά σε μια παρόμοια δυναμερή διήγηση γύρω από τις αλησμόνητες πατρίδες, με αληθινά πέρα ως πέρα τα καταγραφόμενα γεγονότα, τα οποία ο συγγραφέας μεταφέρει όπως ακριβώς του τα διηγήθηκε ο Γιώργος, ο εγγονός του πρωταγωνιστή αυτού του βιβλίου Γιωργή Καλαβρυτινού, που του εμπιστεύτηκε την ιστορία του παππού του.

Ο Γιωργής Καλαβρυτινός έφυγε από το Βραχώρι, της Τριχωνίδος, έφτασε και πολέμησε στη περίφημη Μάχη του Σκρά, τον Μάη του 1918, μια από τις σημαντικότερες και πλέον νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και νικητής πλέον συνέχισε την πατριωτική του δράση, κινούμενος από τον ακαταπόνητο οίστρο της αγάπης του για την πατρίδα και φτάνοντας στην όμορφη και μαρτυρική Σμύρνη, στη Μικρά Ασία. Εκεί, πρωτάρης, έζησε έναν ορμητικό και παράφορο έρωτα δίπλα στην αγαπημένη του Αρετή, μια χαρισματική και πανέμορφη Σμυρνιοπούλα. Αντίκρυσε, όμως, κατάματα και τον Χάρο, που δεν τόλμησε, πάντως, να τον αγγίξει, όταν, βιώνοντας τη μεγάλη εκείνη μικρασιατική καταστροφή και άγρια κυνηγημένος βρέθηκε στον Πειραιά, όπου μάταια περίμενε τον ερχομό και της αγαπημένης του. Η αλήθεια, τελικά, που περίμενε και τους δύο τραγικούς ήρωες έφτασε πολύ αργά, καθυστερημένη και οδυνηρή στον τόπο του Γιώργη, στο Βραχώρι της Τριχωνίδος, όταν πια το κόκκινο τριαντάφυλλο της καρδιάς τους είχε ολότελα και για τους δύο μαραθεί. Και το διήγημα κλείνει έτσι πικρά και τραγικά για τους ήρωές μας, όπως πικρά και τραγικά ήταν και τα γεγονότα που καταμέτρησαν στη ζωή τους, χωρίς το αναμενόμενο στις διηγήσεις του είδους αυτού happy end, παραμένοντας και οι δυο τους πληγωμένοι και βαθιά βουτηγμένοι και αλύτρωτοι στο πιο οδυνηρό σκοτάδι της ψυχής τους και ανήμποροι να πράξουν διαφορετικά και να δώσουν μιαν άλλη τροπή στην απελπισία και στα μεγάλα αδιέξοδα που η ζωή, δίχως οίκτο, τους είχε συσσωρεύσει εμπρός τους.  

Ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του, παράλληλα με την ερωτική των ηρώων του ιστορία, παρακολουθεί και την ιστορία των Ελλήνων τής Σμύρνης στα τελευταία πριν από τον μεγάλο ξεριζωμό χρόνια, φθάνοντας την εξιστόρησή του μέχρι και την επιστροφή των ηρώων του- Γιώργη και Αρετής Βασιλειάδου- μέσα από μύριες κακουχίες και βασανισμούς, στην νέα τους πατρίδα, την Ελλάδα. Αναπλάθει μνήμες και καταστάσεις, σκιαγραφεί μορφές, κάνει θαυμάσιες φωτογραφικές περιγραφές και απεικονίσεις τόπων και γεγονότων, που σε κάνουν να βιώνεις και να ζεις άμεσα το κλίμα των δίσεκτων και δυσβάστακτων εκείνων χρόνων. Παρουσιάζει ρεαλιστικά το στημένο σκηνικό των «συμμάχων», που όφειλαν, κατά τη διαταγή, να τηρήσουν απόλυτη ουδετερότητα και δεν δίστασαν να θυσιάσουν έναν ολόκληρο λαό, με έναν βαρύτατο και σπουδαίο πίσω του πολιτισμό και να τον παραδώσουν, μαζί με τον επίσκοπό του, τον αξιοθρήνητο Σμύρνης Χρυσόστομο, σ’ ένα ανελέητο και φρικιαστικό μαρτύριο. Και όλες αυτές τις φρικαλεότητες οι σύμμαχοι, ψυχροί θεατές, να τις παρακολουθούν μακρόθεν, απαθείς και ατάραχοι πάνω από τα πλεούμενά τους!

Η όλη ιστορία, η πολιτική και στρατιωτική πραγματικότητα της μελανής εκείνης εποχής εξελίσσεται αργά, πραγματικά σαν παραμύθι, χάρη στη δυναμική και ικανή λογοτεχνική γραφίδα τού συγγραφέα της Παρασκευά Γ. Συριανόγλου, σε μια γλώσσα κομψότατη και ευρηματική, με πλούσιο το σμυρνιώτικο ιδίωμα και άφθονα στοιχεία θεατρικής οικονομίας, εξασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση την ενότητα και το απόλυτο ενδιαφέρον της υπόθεσης. Μέσα από ένα πολυδαίδαλο σχήμα συναρπαστικής και καθηλωτικής αγωνίας και πολλών αλυσιδωτών εκπλήξεων και αιφνιδιασμών, προοδευτικά και μέσα από μιαν εκπληκτική διαδρομή ενθυμήσεων και συγκλονιστικών επεισοδίων και καταστάσεων, η ηρωίδα τού έργου, η Αρετή, η όμορφη κι ευγενική Σμυρνιώτισσα Ρωμιοπούλα, διαγράφει όλη τη δραματική περιπέτεια της ζωής της. Το ενδιαφέρον του θεατή σε όλη την έκταση του έργου διατηρείται αμείωτο και επιτυγχάνονται, θεωρούμε, απόλυτα οι στόχοι του λογοτέχνη.

  Συγχαίρουμε κι ευχαριστούμε θερμά τον φίλο συμπολίτη συγγραφέα κ. Παρασκευά Γ. Συριανόγλου. Είναι άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και τής αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί μια περισπούδαστη, πράγματι, και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για τον μικρασιατικό ελληνισμό.

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866 * * * Μια δραματική Επιστολή του Ι. Ζυμβρακάκη προς τον Βίκτορα Ουγκώ

 

Βίκτωρ Ουγκώ

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866

Μια δραματική Επιστολή του Ι. Ζυμβρακάκη

προς τον Βίκτορα Ουγκώ



      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Και η Κρητική Επανάσταση του 1866- όπως και ο απελευθερωτικός αγώνας του Εικοσιένα- δεν άφησε ασυγκίνητο τον Βίκτορα Ουγκώ (1802-1885) των δικαίων τής οποίας στάθηκε ολόθερμος διαλαλητής. Εργάζεται ακούραστα, γράφει στίχους, κάνει εκκλήσεις προς όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους που μάχονται τη σκλαβιά να ενώσουν τη φωνή τους με τη δική του, που, όσο και αν την υψώνει, χάνεται μέσα στη θριαμβευτική αντάρα της αδικίας. Στηλιτεύει την τακτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τις ατέλειωτες συζητήσεις ανάμεσα στους διπλωμάτες που καταστρώνουν πρωτόκολλα, τη στιγμή που στην Κρήτη σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν, σακατεύουν, ξεκοιλιάζουν γυναίκες, γερόντους και παιδιά.

Γράφει στους ηγέτες του επαναστατημένου λαού της Κρήτης και τους βεβαιώνει ότι δεν θα σταματήσει να βροντοφωνάζει το δίκιο τους, που όποια έκβαση και αν έχει ο ιερός αυτός και ηρωικός αγώνας τους καμιά δύναμη δεν μπορεί να το σβήσει.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης

Η παρακάτω δραματική και βαθιά επώδυνη απάντηση έρχεται προς τον Βίκτορα Ουγκώ από το στρατόπεδο των επαναστατών της Κρήτης και φέρει την υπογραφή του Ι. Ζυμβρακάκη*.

 

« Ήρθε ένας αέρας από την μεγάλη σου ψυχή και στέγνωσε για λίγο τα δάκρυά μας. Στα παιδιά μας είπαμε: πέρ’ από τις θάλασσες υπάρχουν δυνατοί και γενναίοι λαοί, που θέλουν τη δικαιοσύνη και θα σπάσουν τα δεσμά μας. Ανίσως και χαθούμε στην πάλη, ανίσως στους πέντε δρόμους σάς αφήσομε ορφανά, να γυρίζετε στα βουνά με τις πεινασμένες μανάδες σας, αυτοί οι λαοί θα σας κάμουν παιδιά τους και τα βάσανά σας θα τελειώσουν.

Όμως, ανώφελα αγναντεύομε κατά τη δύση. Καμιά βοήθεια δεν μας πρόφτασε. Και τα παιδιά μας είπανε: Μας γέλασαν! Μα ήρθε το γράμμα σου, πολυτιμότερο για μας και από τα καλλίτερα άρματα. Σφραγίζει το δίκαιό μας. Και ξεσηκωθήκαμε, γιατί το ξέραμε το δίκαιό μας αυτό.

Δεν είχαμε την αξίωση εμείς, φτωχοί βουνίσιοι, με λειψά άρματα, να νικήσουμε μοναχοί μας δυο αυτοκρατορίες, την Τουρκιά και την Αίγυπτο, που έπεσαν επάνω μας ενωμένες. Σκοπός μας ήταν να επικαλεστούμε τη δημόσια γνώμη, να κάνουμε έκκληση στις μεγάλες ψυχές, που, όπως εσύ, στέκουν οδηγοί αυτής της δημόσιας γνώμης.

Η υλική δύναμη, χάρη στις επιστημονικές ανακαλύψεις, είναι σήμερα υποχείρια του πολιτισμού. Πριν από τέσσερις αιώνες η Ευρώπη ήταν ανήμπορη μπροστά στους βαρβάρους. Σήμερα ψηφίζει τον νόμο ανάμεσά τους. Έτσι, αν η Ευρώπη το θελήσει, δεν θα υπάρχει πια καταπίεση μέσα στην ανθρωπότητα. Για ποιον λόγο, λοιπόν, αφήνει κοντά στις ιταλικές ακτές, καταμεσής στη Μεσόγειο, τριάντα ώρες μακριά από τη Γαλλία, να υπάρχει ένας τύραννος πασάς;

Αν μπορούσες να ξέρεις την ιστορία τής κάθε μιας από τις φαμίλιες μας, όπως κατέχεις την ιστορία του πολύπαθου νησιού μας, θα ’βλεπες από τη μιαν ως την άλλη άκρη την εξορία, τον διωγμό, τον θάνατο, τον πατέρα να σφάζεται από το μαχαίρι των τυράννων, τη μάνα να τη σηκώνουν από τα παιδιά και να την παίρνουν για την πιο ατιμωτική απ’ όλες τις σκλαβιές, τις αδελφές να τις ατιμάζουν, τ’ αδέλφια να τα αιματοκυλούνε στη γης.

Σ’ αυτούς που μας αφήνουν να υποφέρουμε τόσα βάσανα, μ’ όλο που μπορούσαν να μας σώσουν, τους λέμε μόνον αυτό: δεν κατέχετε, λοιπόν, την αλήθεια;

Εσύ, Ποιητή, είσαι το φως που φωτίζει. Σ’ εξορκίζομε, συνέχισε να φωτίζεις εκείνους που δεν μας ξέρουν, εκείνους που οι απατεώνες τους διαβάλλουν ενάντια στην άγια υπόθεσή μας.

Εσύ, Ποιητή, είσαι ο δημιουργός των λαών, όπως οι τραγουδιστάδες του παλιού καιρού.

Με τα παλιά τραγούδια σου, τ’ «Ανατολίτικα»**, έχεις κιόλας δουλέψει περίτρανα για να φτιαχτεί ο σημερινός ελληνικός λαός. Αποτελείωσε το έργο σου.

Μας λες νικητές. Αλλά με σένα μαζί, ναι! θα νικήσουμε!

Εξ ονόματος του κρητικού λαού και μ’ εντολή των καπεταναίων του νησιού.

Ι. Ζυμπρακάκις*».

 

Ο Β. Ουγκώ υπακούει στη φωνή του κρητικού λαού. Συνεχίζει ακούραστα τον αγώνα του. Απευθύνεται στα έθνη, στους λαούς, στους πνευματικούς ανθρώπους. Εξιστορεί το Αρκάδι, τον ασύγκριτο ηρωισμό τού κρητικού λαού, τις ωμότητες της Τουρκιάς. Και αφού βλέπει πως η Ευρώπη στέκεται κουφή, εξακοντίζει την επίκλησή του στην Αμερική:

 

«Η σκοτεινή εγκατάλειψη ενός λαού στη βία και στον στραγγαλισμό, σε μιαν εποχή με ακμαίο πολιτισμό, είναι ατιμία που θα ξαφνιάσει την ιστορία. Αυτοί που κάνουν αυτό το έγκλημα είναι υπεύθυνοι απέναντι στην παγκόσμια συνείδηση. Οι σημερινές κυβερνήσεις κάνουν την Ευρώπη να κοκκινίζει…

Η προδοσία και η παράδοση της Κρήτης είναι άτιμη πράξη και άτιμη πολιτική. Αργά ή γρήγορα την Κρήτη θα τη λογαριάσουμε ανάμεσα στους ήρωες και πιο πολύ ανάμεσα στους μάρτυρες. Οι ήρωες θριαμβεύουν με τη ζωή, οι μάρτυρες με τον θάνατο. Η Κρήτη πεθαμένη θα έχει την τρομερή ενόχληση του τάφου. Αυτό το πράγμα θα είναι ένα μίασμα παραπάνω στην πολιτική σας. Η Ευρώπη θα έχει δυο Πολωνίες στο μέλλον, τη μια στον βορρά, την άλλη στον νότο. Η τάξη θα βασιλεύει στα σφακιώτικα βουνά, όπως βασιλεύει στη Βαρσοβία και οι βασιλιάδες της Ευρώπης θα ’χουν ευτυχία ανάμεσα σε δυο πτώματα.

Η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν ανήκει αυτή την εποχή στον εαυτό της, ανήκει στους βασιλιάδες. Αυτή την ώρα η Ελλάδα και η Κρήτη δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από την Ευρώπη. Η Ευρώπη πάει προς τα πίσω, αλλά η Αμερική προχωρεί. Η Ευρώπη αρνείται τον ρόλο της, η Αμερική πρέπει να τον πάρει στα χέρια της. Αυτή η παλιά δημοκρατία, η Ελλάδα, πρέπει να πάρει βοήθεια και προστασία από μια νέα δημοκρατία, την Αμερική. Ο Θρασύβουλος ζητά τη βοήθεια του Ουάσιγκτον. Τίποτε δεν είναι πιο μεγάλο. Ο Ουάσιγκτον θα ακούσει και θα πάει!

Στον δέκατο όγδοο αιώνα η Γαλλία ελευθέρωσε την Αμερική. Τι μεγαλόκαρδη ανταποδοτική χειρονομία θα ήταν, η Αμερική να ελευθερώσει την Ελλάδα! Αμερικανοί, έχετε σ’ εμάς ένα μεγάλο χρέος. Ελευθερώστε την Ελλάδα και σας το εξοφλούμε  αυτό το χρέος. Να το πληρώσετε στην Ελλάδα είναι σαν να το πληρώνετε στη Γαλλία».

------------------------------------ 

  Βίκτορος Ουγκώ, Οι Άθλιοι, τ. Β΄ (Η ζωή και το έργο του), εκδόσεις «Παγκόσμια Λογοτεχνία», Αθήναι 1970, 1197- 1199.

* Ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913) ήταν Έλληνας στρατιωτικός του 19ου αιώνα, που έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. 

** Το 1829 ο Βίκτωρ Ουγκώ εξέδωσε τα «Ανατολίτικα» (Οrientales, 1828), ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο φιλελληνισμός του Ουγκώ, που φανερώνεται με το έργο του αυτό, παρέμεινε θερμός και αγνός και δεν άφησε ευκαιρία που να μην εκδηλωθεί από το 1821 μέχρι την Κρητική Επανάσταση του 1866.

Βίκτωρ Ουγκώ * * * Ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής * * * Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

 

Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885)

Βίκτωρ Ουγκώ 

Ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής

Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

 

         ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

    Αυτόν τον καιρό, και για πολλοστή φορά, διεξέρχομαι έργα του μεγάλου ελληνολάτρη ποιητή και πατριάρχη του γαλλικού ρομαντισμού, του φιλελεύθερου διανοητή και κοινωνικού αναμορφωτή της εποχής του, Βίκτορος Ουγκώ (1802-1885). Πάντα, εκ νεότητός μου, το έργο του Β. Ουγκώ με συγκινούσε και με συνάρπαζε απεριόριστα.

    Με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, μου δόθηκε η αφορμή να δημοσιεύσω επανειλημμένα σημειώματα για κρητικά, κυρίως, πολεμικά γεγονότα του «Εικοσιένα». Τώρα, με την εκπνοή των εορταστικών εκδηλώσεων της μεγάλης Επετείου, σκέφτηκα να συμπληρώσω τα σχετικά προς το Εικοσιένα άρθρα μου, συγκεντρώνοντας σε δυο- τρεις συνέχειες κάποια ακόμα στοιχεία που απαντούν και τα συναντούμε συχνά στο έργο του Ουγκώ, και την αναφορά τους έχουν σε μιαν άλλη πτυχή του Μεγάλου Ελληνικού Αγώνα. στον θέμα του Φιλελληνισμού. Και ο Ουγκώ υπήρξε, αναμφισβήτητα, ένας μεγάλος φιλέλλην, αλλά και φίλος και ολόθερμος υπερασπιστής και διαλαλητής της ελευθερίας και των δικαίων όλων των λαών.

Ο μεγάλος φιλέλληνας Λόρδος Βύρων
     Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι ήταν φαίνεται που έδωσε την πρώτη αφορμή στον Ουγκώ, για να μιλήσει ενθουσιαστικά, για να φωνάξει σε όλους τους λαούς για τα δίκαια της Ελλάδας. Και ήταν, τότε, μόλις είκοσι δύο ετών, όταν, ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Εμείς του χρωστούμε βαθιά ευγνωμοσύνη. Έδειξε στην Ευρώπη πως οι ποιητές της Νέας Σχολής και αν δεν λατρεύουν πια τους θεούς της κλασικής Ελλάδας, πάντα, όμως, θαυμάζουν τους ήρωές της. Και λιποτάχτες αν είναι του Ολύμπου, τουλάχιστο ποτέ δεν αποχωρίστηκαν από τις Θερμοπύλες». Και συνεχίζει:

 

          «(…) Ελλάδα του λόρδου Μπάιρον, Ελλάδα του Ομήρου,

          Εσύ γλυκιά μας αδελφή, εσύ δική μας μάνα».

 

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου και οι τρεις συντελεστές της Νίκης

       Ύστερα από τρία χρόνια, στις 20 Οκτωβρίου του 1827, ξεσπά το Ναυαρίνο, η περίφημη εκείνη ναυμαχία μεταξύ του ευρωπαϊκού και του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου, όταν ο τριεθνής στόλος, υπό τους ναυάρχους Δεριγνύ, Κόδριγκτον και Χέυδεν κατατρόπωσε τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο του Ιμπραήμ έξω από το Ναυαρίνο και άνοιξε τον δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν κατά κράτος και αναγκάστηκαν να ελευθερώσουν την Πελοπόννησο από τα στρατεύματά τους. Γύρω στις 6 το απόγευμα, η λιμνοθάλασσα είχε γεμίσει από τα κατεστραμμένα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Δώδεκα φρεγάτες, είκοσι δύο κορβέτες και είκοσι πέντε μικρότερα πλοία είχαν βυθισθεί, ενώ 6.000 άνδρες σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Λέγεται ότι πολλοί από τους πυροβολητές του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ήταν δεμένοι για να μην μπορούν να απομακρυνθούν. Έτσι, όταν τα πλοία τους βυθίζονταν, όλοι συμπαρασύρονταν μαζί τους στον βυθό και πνίγονταν. Οι σύμμαχοι, αντίθετα, έχασαν μόλις 172 άνδρες, ενώ οι τραυματίες ανήλθαν σε περίπου 500. Δύο πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς και αρκετά υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες.

Στο ομώνυμο τραγούδι του Ουγκώ, το Ναυαρίνο είναι η πόλη με τα γραμμένα σπίτια, η χρυσοθόλωτη ή σαν εμψυχωμένη λευκή Ναυαρίνα. Οι δυο ουγκικές Ελλάδες και οι δυο ρομαντικά καταστόλιστες, η Ελλάδα του Ομήρου και η Ελλάδα του Μπάυρον, δισυπόστατη θεότητα, χορεύουν πάνω στα συντρίμμια των τουρκοαιγυπτιακών καραβιών. Ο Βίκτωρ Ουγκώ εκφράζει τη χαρά και ικανοποίησή του για την καταστροφή του στόλου των Τούρκων και λυπάται που ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877), που είναι και ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, δεν ήταν εκεί για να το απολαύσει. Γιατί το «Ναυαρίνο» του Β. Ουγκώ με τον Κανάρη αρχίζει και με τον Κανάρη γεμίζει:

«Κλάψε, Κανάρη, εσύ ο λαίλαπας των πελάγων να βρεθείς μακριά από το Ναυαρίνο, εκατόν είκοσι εχθρικά καράβια να χαθούν χωρίς εσένα, να μην καούν από Σένα!». Και συνεχίζει:

«Αλλά παρηγορήσου, Κανάρη, η Ελλάδα σου είν’ ελεύθερη! Ελλάδες του Ομήρου και του Μπάυρον, εσύ η αδελφούλα μας και η μάννα μας εσύ, ψάλλετε, ανίσως η πικραμένη σας φωνή δεν έχει σβήσει από τα γοερά σας ξεφωνητά! Καημένη Ελλάδα, ήσουν τόσο ωραία και δεν σου ταίριαζε να ’σαι μέσα στο μνήμα!».

Και αφού ο Ποιητής μάς ζωγράφισε στο «Ναυαρίνο» πανηγυρικά τον γενικό χαλασμό του εχθρού, ξαναγυρνά νοσταλγικά στο κατανυκτικό του μοιρολόγι. Το θέμα τού το δίνει η σπαραγμένη κι αιματοκύλιστη Ελλάδα:

«Ω! Νικήσαμε! Ναι η Αφρική ηττήθηκε. Τον ψευδοπροφήτη κάτω απ’ τα πόδια του ο αληθινός Θεός πατά... Για πολύ καιρό οι λαοί έλεγαν: «Ελλάδα»! Ελλάδα! Ελλάδα! Πεθαίνεις. Φτωχέ, απελπισμένε λαέ, στους πύρινους μέσα ορίζοντες μέρα με τη μέρα ξεψυχάς. Του κάκου, για να σε γλιτώσουμε, δοξασμένη κι αγαπημένη πατρίδα, ξυπνούμε τον κοιμισμένο στον άμβωνά του ιερέα, του κάκου ζητιανεύουμε έναν στρατό για σένα από τους βασιλιάδες μας. Οι βασιλιάδες μας όμως κουφοί, οι άμβωνές μας σιωπηλοί. Το όνομά σου δεν ζεσταίνει πια παρά μόνο τις καρδιές των ποιητών! Ένας λαός είναι καρφωμένος στο σταυρό, τι σημασία έχει, αλίμονο, σε ποιο σταυρό! Ως και οι θεοί σου φεύγουν! Παρθενώνες, Προπύλαια, τείχη ελληνικά, κόκκαλα από τις πολιτείες σου τις κολοβωμένες, όπλα γίνεστε στα χέρια των απίστων! Αλλ’ ας γίνει τώρα ο θρήνος μας περίχαρο ανάκρουσμα! Ο παλιωμένος κολοσσός, ο Τούρκος, πάει, ξαναστριμώχνεται στην Ανατολή, η Ελλάδα είναι ελεύθερη και μέσα από το μνήμα του ο Μπάιρον χειροκροτεί το Ναβαρίνο».    

       Η υπόθεση της Ελλάδας, στο ποίημα «Ναυαρίνο», παρουσιάζεται «υπεράνω πολιτικής». Καταδικάζεται η αδιαφορία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και της Παπικής Εκκλησίας, ενώ τονίζεται το καθήκον συμπαράστασης των Γάλλων προς τους Έλληνες, η περηφάνια τους για τη συμμετοχή τους στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου, σύμφωνα με τον στίχο του Ουγκώ, «όταν η Γαλλία μπαίνει στη μάχη, η τύχη αλλάζει» για την Ελλάδα.

Η αδελφική έξαρση και ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα χαρακτηρίζουν τον Ουγκώ στο ποίημά του, όπως και τους περισσότερους ποιητές και διανοούμενους της εποχής, και καταγράφονται σε δυνατούς μαχητικούς τόνους. Πρωτοστατούν τα επαναστατικά ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως η αρχή της ελευθερίας, ριζωμένης στη συλλογική μνήμη του 19ου αιώνα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΕΛΑΝΤΑΚΗΣ * * * ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ * ΑΠΟ ΤΟ 1800 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1913

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΕΛΑΝΤΑΚΗΣ

 

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΚΑΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ 1800 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1913

 

[Ρέθυμνο 2022, σχ. 8ο (24 Χ 16), σσ. 148]


  ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

      www.ret-anadromes.blogspot.com

 

    Και βέβαια δεν θα μπορούσε έναν εγκρατή κλασικό φιλόλογο και συγγραφέα και δόκιμο λειτουργό τής τοπικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που πέρασε επιτυχώς απ’ όλες τις βαθμίδες της και την υπηρέτησε αφοσιωμένα για σειρά ετών και από τη θέση του Προϊσταμένου, να τον άφηνε αδιάφορο το θέμα της Παιδείας του τόπου και των πρώτων αυτής διδαξάντων. Ο λόγος για το βιβλίο του καλού φίλου και συνεργάτη κ. Θεοδώρου Πελαντάκη «Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και διδάξαντες στα σχολεία του Νομού Ρεθύμνης από το 1800 μέχρι το 1913».

     Πρόκειται για μιαν εργασία που ακολουθεί μια λογική συνέχεια ανάμεσα στις παλαιότερες και στις νεότερες ερευνητικές προσπάθειες του είδους και εμπλουτίζει γενναία τόσο την Ιστορία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όσο και τον κατάλογο των διδαξάντων στα σχολεία του νομού κατά την παραπάνω χρονική περίοδο.

    Ειδικότερα στην εν λόγω εργασία γίνεται λεπτομερής αναφορά στα πρώτα σχολεία, τα κοινά όπως ονομάζονταν, που τα δημιούργησε η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία (1760), που απλώθηκε, στη συνέχεια,  σε όλα τα κράτη της Ευρώπης, φτάνοντας, τελικά, και στα τουρκοκρατούμενα Βαλκάνια. Η νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα χρειαζόταν ανθρώπους με περισσότερη παιδεία, που επιδιώχθηκε να δοθεί μέσω των σχολείων αυτών. Επινόημα της Αγγλίας είναι και τα αλληλοδιδακτικά σχολεία που ακολούθησαν τα κοινά. Εδώ τη διδασκαλία την έκαναν οι άριστοι μαθητές κατευθυνόμενοι σε τούτο από τον δάσκαλο.

      Στην μελέτη του κ. Πελαντάκη παρακολουθούνται, επίσης, και τα σχολεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τα οποία η Εκκλησία επεδίωκε να καλύψει τις λατρευτικές ανάγκες της σε αναγνώστες, ψάλτες, διακόνους, ιερείς και επιτρόπους. Εδώ, το εκπαιδευτικό σύστημα ονομαζόταν «Σταυρέ, βοήθει μοι» και τα εκκλησιαστικά βιβλία Ψαλτήριον, Οκτωήχι και Απόστολος χρησιμοποιούνταν ως διδακτικά εγχειρίδια για τους μαθητές. Αυτά ήταν τα- και άλλως- λεγόμενα ιερά γράμματα ή κολλυβογράμματα, με κύριο χαρακτηριστικό τους την διά της αναγνώσεως αποστήθιση και μάθηση.     

      Ειδικής βαρύτητας η παρατήρηση του συγγραφέα ότι αυτό το σύστημα εκπαίδευσης, που επί αιώνες ακολουθήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι που διεφύλαξε και καλλιέργησε την ελληνική γλώσσα και την πολιτιστική κληρονομιά που αυτή κρύβει, ως ελληνική συνείδηση, που συνετέλεσε στην εύκολη διάδοση του Διαφωτισμού και του επαναστατικού πνεύματος όταν ήλθε η ευλογημένη ώρα.

    Επόμενη βαθμίδα σχολείου ήταν το ονομαζόμενο Ελληνικό Σχολείο, το Σχολαρχείο, όπως αλλιώς ακουγόταν, τριετούς φοίτησης, με προσανατολισμό στα Αρχαία, κυρίως, Ελληνικά Γράμματα (Γραμματική, Συντακτικό, θεματογραφία). Τα σχολεία αυτά, τα σχολαρχεία, επί Κρητικής Πολιτείας (1899) καταργήθηκαν, επειδή θεωρήθηκαν πολύ μακριά από τις οικονομικές ανάγκες της κοινωνίας και, μετά από πολλούς σχεδιασμούς, ξαναϊδρύθηκαν το 1901 ως Ημιγυμνάσια, με προσθήκη μαθημάτων (όπως γεωπονικά, γαλλικά και τεχνικά). Αργότερα, τα σχολεία αυτά μετεξελίχθηκαν σε πλήρη εξατάξια γυμνάσια, που αποτελούσαν πια δεύτερη βαθμίδα μετά από το εξαετές δημοτικό σχολείο. Στο Ρέθυμνο, να σημειωθεί, μόλις το 1909 κατέστη πλήρες το Γυμνάσιο.

    Ακολουθεί η καταγραφή των σχολείων του νομού, με έμφαση στο «λαβυρινθώδες συγκρότημα», όπου στεγάζονταν (όπως και γύρω από τον ναό της αγίας Βαρβάρας) όλα τα σχολεία της πόλης: Ελληνικό Σχολείο, Γυμνάσιο, Ανώτερο Παρθεναγωγείο, και Δημοτικά Αρρένων και Θηλέων. Στην επαρχία Αγίου Βασιλείου ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ιστορία της περίφημης Μονής και Σχολής του Αγίου Πνεύματος Κισσού, ενώ ιδιαίτερα σημαντικός κρίνεται και ο Πίνακας με τα Ελληνικά Σχολεία του Ν. Ρεθύμνου, που ήταν: Ρεθύμνου Αρρένων και Παρθεναγωγείου, Αγίου Πνεύματος Κισσού, Σπηλίου, Μοναστηρακίου, Μυλοποτάμου, Ιερατική Σχολή Αγίας Ειρήνης, Αγίου Κωνσταντίνου, Ανωγείων, Αρχοντικής, Ατσιπόπουλου, Κοξαρές, Μελάμπων, Μέρωνα, Μύρθιου, Ρουστίκων, Σελλιών, Ζουριδίου και Αμνάτου.

    Ξένες και αδιανόητες για την εποχή μας φαίνονται οι πληροφορίες που αφορούν στην επίπλωση των πρώτων αλληλοδιδακτικών σχολείων, με τους περίφημους πίνακες αναγνώσεως και αριθμήσεως, τη δασκαλοκαθέδρα (με τη φυλακή από κάτω για τους ατακτούντες μαθητές), τον πίνακα της ατιμώσεως (μομφής), τα πρωτόγονα θρανία κ.λπ., καθώς, επίσης, και οι σε άθλια κατάσταση τελούσες αίθουσες διδασκαλίας, αλλά και η από τους διδασκάλους επιδεικνυόμενη αυστηρότητα, που ακολουθούσε τις παιδαγωγικές μεθόδους της εποχής με τον άφθονο ξυλοδαρμό. «το κρέας δικό σου και τα κόκκαλα δικά μου», έλεγε ο γονιός παραδίνοντας τον γιο του στον δάσκαλο. Βρισκόμαστε στην εποχή που θεωρούνταν ότι το ξύλο διαπαιδαγωγούσε τους μαθητές και τους έκανε σωστούς ανθρώπους και αυτό, μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη και των γονέων.

     Αναφέρονται, τέλος, και τα εφόδια με τα οποία, επί πολλές δεκαετίες, γινόταν κάποιος δάσκαλος στα σχολεία των Κοινών Γραμμάτων (κοινά), διδασκόμενος με τη σειρά: τα πινακίδια, τη φυλλάδα, την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τον Απόστολο.

    Σημαντική η πληροφορία ότι για τη συντήρηση και λειτουργία των σχολείων του Νομού Ρεθύμνου συνεισέφεραν οι μονές Αρκαδίου, Αρσανίου, Χαλέπας, Βωσάκου, Αγίας Ειρήνης, Χαλεβή, Ρουστίκων και Πρέβελη, οι συντεχνίες (συνάφια) των επαγγελματιών του νομού και ομογενείς του εξωτερικού. Τα σχολεία, τότε,  μαζί με τους ναούς, τα νοσοκομεία, τους πτωχούς και τα ορφανά, αποτελούσαν τα λεγόμενα «κοινά της πόλεως καταστήματα», που όλα έχρηζαν των συνεισφορών του κοινού.

     Το βιβλίο ολοκληρώνεται με παράθεση, κατά χρονολογική σειρά, πίνακα των 147 διδαξάντων, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, στα σχολεία του νομού Ρεθύμνης, μεταξύ των οποίων σπουδαίες μορφές, όπως ο Σχολάρχης και αγωνιστής του 1821 Πρακτικίδης Ζαχαρίας (1774- 1845), ο διαπρεπής φιλόλογος και Γυμνασιάρχης Νικόλαος Παλιεράκης (1855- 1925), ο σπουδαίος Κρητολόγος και Γενικός Επιθεωρητής Κρήτης Εμμανουήλ Γενεράλις (1860- 1943), ο γενναίος Μακεδονομάχος και πανεπιστημιακός διδάσκαλος Χρίστος Μακρής (1880- 1912), ο σοφός Αρδακτιανός φιλόλογος και Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Πρεβελάκης (1886- 1953), ο Μελαμπιανός φιλόλογος και πολιτισμικός του τόπου παράγων Μιχαήλ Τρουλλινός (1852- 1940), και ο σοφότερος των επισκόπων και κατόπιν Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος Ξηρουδάκης (1850- 1920).

    Συμπερασματικά- απ’ ό,τι αφήσαμε με τα παραπάνω να διαφανεί- η μελέτη του κ. Πελαντάκη αποτελεί ένα κείμενο καταλυτικής σημασίας στη διάσωση πληροφοριών και στην ενημέρωση των σχετικών με την Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Κρήτη, των σχολείων και των διδαξάντων σε αυτά κατά τους 18ο και 19ο αιώνες. Ένα κείμενο γνήσιο, καθαρό, δόκιμου και τορνευμένου ελληνικού λόγου, στο οποίο ο συγγραφέας φαίνεται να έχει βαθιά ενσυναίσθηση των σπουδαίων ικανοτήτων του στον χώρο τής Παιδείας και του Πολιτισμού των σχολείων, όπου υπηρέτησε ευσυνείδητα και για πολλές δεκαετίες. Είναι, όθεν, άξιος του «δικαίου επαίνου» και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί, τωόντι, περισπούδαστη και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για τον τόπο αλλά και για τη εκπαιδευτική, γενικότερα, ιστορία του και τον πολιτισμό του.

Οι Λαμπαίοι (Αγιοβασιλειώτες) και οι αρχηγοί τους Ιωάννης και Καπετάν Αναγνώστης Τσουδερός

 

Οι Λαμπαίοι (Αγιοβασιλειώτες)

και οι αρχηγοί τους Ιωάννης και Καπετάν Αναγνώστης Τσουδερός

 

              ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

        www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Οι Λαμπαίοι (Αγιοβασιλειώτες)

 

 Παραθέτουμε ενδιαφέροντα χαρακτηρισμό των Λαμπαίων (Αγιοβασιλειωτών), της ορεινής και τραχείας επαρχίας του Αγίου Βασιλείου, προερχόμενον από τη γραφίδα του πρώτου, ίσως, των ιστορικών της Κρήτης της περιόδου της ελληνικής παλιγγενεσίας, Καλλίνικου Κριτοβουλίδη (1859). Όπως, λοιπόν, σημειώνει στα «Απομνημονεύματά»[1] του ο πολύς Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, «οι Αγιοβασιλειώτες θεωρούνταν λαός λίαν εξασκημένος στα του πολέμου, που έφερε μεθ’ εαυτού πάντοτε τα όπλα και γινόταν, ένεκα τούτου, εξαιρετικά επίφοβος στους κατά καιρόν κρατούντες στην Κρήτη, τόσο με τη δυνατή παρουσία του, όσο και με αυτήν των γενναιόψυχων αρχηγών του (Ηγουμένου Μελχισεδέκ, Γεωργίου, Ιωάννου και Αναγνώστου Τσουδερού, αλλά και τόσων άλλων ήσσονος σημασίας αρχηγών) (εικ. 1).

 

Εικ. 1. Κρητικοί μαχόμενοι

1.  Ο αρχηγός επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ιωάννης Τσουδερός

 

    Ο Ιωάννης Τσουδερός (εικ. 2), αδελφός των Μελχισεδέκ και του γενναίου εκείνου αγωνιστή Γεωργίου Τσουδερού, ηγήθηκε των Αγιοβασιλειωτών σε αρκετούς αγώνες της Κρήτης κατά το 1821. Συμμετείχε στα γεγονότα στον Ασώματο, στον Κουρκουλό και στην Παναγία τη Θυμιανή. Ακολούθως, ενεργός ήταν η συμμετοχή του και στις νικηφόρες μάχες του Αϊ- Γιάννη του Καμένου και του Καψαλέ Σπηλίου, όπου με βέβαιο κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να περάσει πίσω από τον Ντελή Μουσταφά και τους δυο γυναικάδελφούς του, που, πραγματικά γενναία, και επί αρκετές ώρες, κρατούσαν ένα πέρασμα της περιοχής, χωρίς να κατορθώνουν οι χριστιανοί να τους πλησιάσουν και να τους συλλάβουν. Ο Ιωάννης Τσουδερός το κατόρθωσε! Τους συνέλαβε και τους υποχρέωσε να παραδοθούν. Για τον λόγο αυτόν, μετά την θανάτωση τού αιμοβόρου αυτού γενίτσαρου, του Δελή Μουσταφά, τα άρματά του δόθηκαν, ως επιβράβευση, σε αυτόν (στον Ι. Τσουδερό). Λέγεται, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Δελή Μουσταφάς ζήτησε από τους καπετάνιους να του τα δώσουν ως χάρη, για να τιμήσει αυτόν που δεν δείλιασε των αρμάτων του τη φοβέρα.

Εικ. 2. Ιωάννης Τσουδερός

    Παρών ήταν, επίσης, ο Ιωάννης και στο Πολεμάρχι Κισάμου, όπου σκοτώθηκε ο αδελφός του Ηγούμενος Μελχισεδέκ, ενώ και μετά τον ερχομό των Αιγυπτίων στην Κρήτη (28 Μαΐου 1822) ο Ιωάννης επικεφαλής πενήντα επαναστατών ήλθε από τη Γραμβούσα και συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο στην περιοχή του Ρεθύμνου με τον αδελφό του Γεώργιο. Τέλος, τον βρίσκουμε παρόντα και στη φονική μάχη στο Φραγκοκάστελο, με τον ατρόμητο Ηπειρώτη ίππαρχο Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη κατά του Μουσταφά πασά, ενώ αρκετά αργότερα τον βρίσκουμε και στην επανάσταση του 1841.

 

2.  Ο Καπετάν Αναγνώστης Τσουδερός


    Ο καπετάν Αναγνώστης Τσουδερός (εικ. 3) ήταν ένας από τους τρεις γιους του γενναιόψυχου Στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού. Γενναιόψυχος και αυτός, σαν και τον πατέρα του, πολεμικός άνδρας, τον βρίσκουμε να πολεμά στο πλευρό του πατέρα του και του θείου του Ιωάννη στη μεγάλη μάχη στο Φραγκοκάστελο, ενώ στις 23 Αυγούστου 1828 με τον Ατσιποπουλιανό καπετάνιο Κατσούρη και τον Καπετάν Μιχάλη Ρουστικιανό, εκδικούμενοι την εισβολή των Τούρκων στην Αρκούδαινα (Αρχοντική), σχημάτισαν σώμα από πεντακόσιους μαχητές, έπιασαν το Ατσιπόπουλο και ανάγκασαν τους Τούρκους να κλειστούν κατατρομαγμένοι στο φρούριο της Φορτέτσας.


Εικ. 3. Αναγνώστης Τσουδερός

   Την ίδια, επίσης, ημερομηνία, στον Αρμενόκαμπο, Ρεθύμνου, στη θέση Μοναχή Ελιά, αιφνιδίασε τους Τούρκους, σκοτώνοντας κάπου διακόσιους και υποχρεώνοντας τους άλλους να τραπούν σε άτακτη φυγή, ενώ την ίδια τύχη είχαν και οι άνδρες του Μεχμέτ Μπεγάκη, που έσπευσαν από τον Κάστελλο για ν’ ανακόψουν τη φυγή των ομοεθνών τους, αφήνοντας τον Μπεγάκη πίσω τους νεκρό μαζί με πολλούς στρατιώτες, ενώ και ο δρόμος γέμισε από πολύτιμα όπλα και ζώα.

      Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Τολό, στην περιοχή του Ναυπλίου, κι εκεί τον βρήκε η προαγωγή του σε λοχαγό της Βασιλικής Φάλαγγας το 1838[2].

      Συμμετείχε και σε πολλές άλλες πολεμικές αναμετρήσεις- εκτός αυτών του αγώνα της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του Εικοσιένα- όπως στην αποτυχημένη επανάσταση του 1841, αλλά και στη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866, όταν ήλθε από το Ναύπλιο και ετέθη αρχηγός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του[3]. Συμμετείχε, επίσης, στη μεγάλη νίκη των Κρητών στην Αγία Ρουμέλη, καθώς και στην αναχαίτιση της μεγάλης επίθεσης του Ομέρ πασά (1867), που με 30.000 επίλεκτους μαχητές επιχειρούσε να καταπνίξει την επανάσταση των Κρητικών.

      Πέθανε όλως αναπάντεχα περί τις 21 Απριλίου 1867 από τις κακουχίες της τελευταίας αυτής πολεμικής επιχείρησης.  



[2]  Λαδιά, Εύα, «Οι Τσουδεροί στην επανάσταση του 1821», εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα της 22/3/2019.

[3] Μελάς, Σπύρος, Το εικοσιένα και η Κρήτη, Αθήναι 1930, 376, σημ. 2. Ψιλάκης, Βασίλειος, Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, Αθήναι χ.χ, 376, υποσ. 2.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΗΜ. ΦΡΥΓΑΝΑΚΗ * * * Τα μικρά και τα μεγάλα (Αντι-ποιητικά Β΄)

 

ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΗΜ. ΦΡΥΓΑΝΑΚΗ

 

Τα μικρά και τα μεγάλα

(Αντι-ποιητικά Β΄)

[Βιβλιοπωλείο Ν. Δ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2021, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 390]

 


        ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

      Μια νέα ποιητική συλλογή κυκλοφορήθηκε πρόσφατα υπό τον γενικό τίτλο: «Τα μικρά και τα μεγάλα (Αντι-ποιητικά Β΄)» (τίτλος με κάποια, ίσως, αυτοκριτική διάθεση), που περιέχει ποιητικές δημιουργίες τού εκλεκτού φίλου και συναδέλφου Γιώργου Δημ. Φρυγανάκη. Πρόκειται για ποιήματα που ο Γ. Φρυγανάκης παρουσίαζε τακτικά (ανά εβδομάδα), τα πέντε τελευταία χρόνια (2017- 2021), από τη μόνιμη στήλη του στην έγκριτη τοπική εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», που στοιχειοθετούν ένα συναρπαστικό ημερολόγιο τής καθημερινής πραγματικότητας, εκδομένα σήμερα σε έναν τόμο 390 σελίδων.

  Πρόκειται για εύστοχα έμμετρα πολιτικής και κοινωνικής σάτιρας, με έντονο το στοιχείο τής κριτικής (συχνά δε και της αυτοκριτικής) και φανερή, συχνά, φιλοσοφική διάθεση. Ο Ποιητής νοιάζεται εξαιρετικά για τα καθημερινά, ελάσσονα και μείζονα, προβλήματα τοπικού, εθνικού και παγκόσμιου ενδιαφέροντος και το θεωρεί ως αυτονόητο καθήκον του να παίρνει στοχαστικά και μαχητικά δημόσια και υπεύθυνη θέση, κρίνοντας και σημασιολογώντας με άγρυπνη συνείδηση πρόσωπα και πράγματα και χαράσσοντας με υψηλό και γόνιμο φρόνημα τον δρόμο, έχοντας, πάντα, ως σταθερή και αδιασάλευτη αρχή η ποίησή του να καθίσταται πρόμαχος και προασπιστής των δικαιωμάτων τού ανθρώπου.

    Το γενικότερο τού Ποιητή πνεύμα που διέπει τα «Αντι- ποιητικά Β΄» εκφράζεται, κατά τον Ποιητή, κυρίως, στο έντονα «προς γραφήν» «προτρεπτικό» ποίημά του, με τον μονολεκτικό τίτλο: «Γράφε!» (Γράφε! Να γίνεται η πένα σου πυρσός τού Προμηθέα), και «Ήθελες να γράψεις», που δημοσιεύεται στο οπισθόφυλλο τού παρουσιαζόμενου βιβλίου, και στα οποία ο Ποιητής αναγνωρίζει την ηθική δύναμη τού λόγου να διορθώνει «δίκην δημοσίου κατηγόρου» κάθε κατάχρηση και αναίδεια τού ανθρώπου.

     Στην ποίηση τού Γ. Φρυγανάκη μπορούμε να θαυμάσουμε την εξαιρετική, αφενός, ποικιλότητα και το εκπληκτικό δημιουργικό δαιμόνιο τού ποιητή και, αφετέρου, τη σπουδαία γλωσσοπλαστική και συνθετική δύναμη, τον καυστικό και τσεκουράτο λόγο, το ανεξάντλητο και πηγαίο χιούμορ, γενικά την απλότητα τής ευμορφίας. Ο Ποιητής, κινούμενος μέσα στη χάρη ενός έντονα προσωπικού ύφους, κλιμακωτά και με όπλα του την καθαρότητα τής γλώσσας, τη θαυμαστή δομική (θα την έλεγα σχηματική) συμμετρία, τη μουσικότητα και λυρική αρτιότητα, την υποβλητική δύναμη των εικόνων και, κυρίως, την πρωτοτυπία των θεμάτων του, κατορθώνει να αισθητοποιήσει και εκφράσει τις σκέψεις του, αναγνωρίζοντας και εντοπίζοντας, ο καθένας, εύκολα στην ποίησή του σημάδια κάθε εποχής. Ο Ποιητής μπαίνει στα βαθιά τής πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς, προκειμένου να αποκόψει το σάπιο και να απλώσει το χέρι γεμάτο ελπίδα και αισιοδοξία, αφού πρώτα γκρεμίσει τον κόσμο τής παρακμής και της ασυδοσίας, τον κόσμο που έχει καταντήσει αγιάτρευτα άρρωστος και μολυσματικός, από «τα έλκη τού πολιτισμού…τα χάλια κάτω απ’ τα χαλιά, τα πρόσωπα κάτω απ’ τα προσωπεία, τις σάπιες ρίζες κάθε κόσμου κάκοσμου». Οι υψηλές του ιδέες (αγάπη για την πατρίδα, ειρήνη, ανεξαρτησία, ελευθερία, ηθική, ισότητα, χρηστότητα, εντιμότητα) διασώζουν ακέραιη την προσήλωση τού αναγνώστη στην ουσία, επιδικάζοντάς του συνάμα τον τίτλο τού δόκιμου σατιρικού ποιητή.

     Με όλα τα παραπάνω, η ποίηση τού Γιώργου Φρυγανάκη σαφώς  διασφαλίζει μέσα της, πέραν από το επικαιρικό- συγχρονικό και το διαχρονικό στοιχείο. Τα θέματά της διαχρονικά βρίσκονται στην επικαιρότητα και αφορούν και προβληματίζουν τον άνθρωπο τής κάθε εποχής. Και είναι αυτή η διαχρονικότητα που καθιστά, θεωρούμε, απόλυτα θεμιτή και αναγκαία τη δημοσίευση των ποιημάτων του αυτών στον παρουσιαζόμενο τόμο, αφιερωμένο στο τραγούδισμα και στον έλεγχο τής ιστορικής πορείας και παρουσίας τού ανθρώπου στην ελληνική κοινωνία, στον κόσμο και στον πολιτισμό.