Ρ Ε Σ Ι Τ Α Λ Π Ι Α Ν Ο Υ *** Από το μπαρόκ στο μοντέρνο *** του πανοσιολ. Αρχιμ. π. Ελευθερίου Κουμασίδη


Ρ Ε Σ Ι Τ Α Λ   Π Ι Α Ν Ο Υ


Από το μπαρόκ στο μοντέρνο


του πανοσιολ. Αρχιμ. π. Ελευθερίου Κουμασίδη


 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
      
http://ret-anadromes.blogspot.com



        Το Ρέθυμνο, τη Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017, έζησε στιγμές μουσικής μαγείας και ανάτασης, με τη συναυλία που έδωσε ο πανοσιολ. αρχιμανδρίτης π. Ελευθέριος Κουμασίδης, στο Ωδείο της πόλης μας, με τον τίτλο: «Από το μπαρόκ στο μοντέρνο». Τη συναυλία αυτή συνδιοργάνωσαν η Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και το Μουσικό Σχολείο Ρεθύμνου και την τίμησαν με λόγο μεστό τόσο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ευγένιος όσο και ο Διευθυντής του Μουσικού Σχολείου κ. Σπυρίδων Ραφτάκης


         Η μεγαλύτερη όμως χαρά, από τη συναυλία αυτήν, ήταν για μας ότι στο πρόσωπο του πιανίστα, π. Ελευθερίου, αντικρίσαμε έναν κληρικό απαλλαγμένο από προκαταλήψεις, με εξαιρετική ευρύτητα πνεύματος και εντυπωσιακό ζήλο στη διακονία του, παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα και της σοβαρής μουσικής και μάλιστα μέσω ενός τόσον απαιτητικού οργάνου, όπως είναι το πιάνο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και το γεγονός ότι ο εν λόγω ιερεύς καταφέρνει να δίνει επιτυχώς και συναυλίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, χαρίζοντας στους ακροατές του τέρψη και παραμυθία και χωρίς, όπως υπογραμμίζεται, να αμελεί στο ελάχιστο και τα ιερατικά του καθήκοντα. Ε, αυτό είναι, ασφαλώς, μια αληθινή ευλογία για τον ίδιο και το ποίμνιό του, πράγμα που τον έχει κάνει ιδιαίτερα αγαπητό τόσο στη Μητρόπολη Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης, της οποίας είναι κληρικός, όσο και στο νησί του, το Αγκίστρι της Αίγινας, όπου υπηρετεί, εξυπηρετώντας και τους τρεις οικισμούς αυτού, Σκάλα, Μύλους και Λιμενάρια.

         Ο π. Ελευθέριος Κουμασίδης γεννήθηκε στην Αίγινα. Είναι απόφοιτος της Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ είναι, επίσης, και πτυχιούχος πιάνου του Ωδείου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε με βαθμό «Άριστα» και τιμητικό έπαινο. Στην Αίγινα, ειδικά, έχει δώσει αρκετές συναυλίες, έχοντας καθιερώσει κάθε καλοκαίρι να δίνει και μια συναυλία στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου της πόλης, ενώ επί σειρά ετών πλαισίωνε και τη Δημοτική Χορωδία του νησιού. Ως εφημέριος στο Αγκίστρι έχει δώσει νέα πνοή στη λειτουργία των Κατηχητικών Σχολείων του νησιού μαζί με τους συνεργάτες του.
          Στη συναυλία της Δευτέρας ο π. Ελευθέριος παρουσίασε έργα
Mozart, Chopin, Bach, de Falla, Debussy, Sati. Και πιο συγκεκριμένα, από τον Μότσαρτ ερμήνευσε τη Φαντασία σε ρε, έναν υπέροχο συνδυασμό βιεννέζικου ύφους με το εκφραστικό αισθηματικό ύφος του Bach. Εδώ, ο π. Ελευθέριος άφησε να κλείσει η φαντασία με συγκρατημένο αλλά λυτρωτικό μείζονα τρόπο. Από τον Μπαχ επέλεξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα του (τις γνωστές τοκάτες και φούγκες) και πιο συγκεκριμένα την τοκάτα σε μι, της οποίας, επίσης, είχαμε μια δεξιοτεχνική απόδοση. Ακολούθησε ο Σοπέν, που, όπως είναι γνωστό, αξιοποίησε στο έπακρον τους παραδοσιακούς, κυρίως, χορούς της πατρίδας του, τις Πολωνέζες και τις Μαζούρκες, που, όμως, οι δικές του δεν προορίζονται για χορό, αφού είναι πολύ γρήγορες και δεξιοτεχνικές, Στη συναυλία της Δευτέρας ο πιανίστας ερμήνευσε τη Μαζούρκα έργο 17, που απέδωσε με εξαιρετικά ευέλικτες ταχύτητες, καθώς και το υπέροχο πρελούδιο της βροχής, τονίζοντας στην νότα «λα» τον ήχο της σταγόνας. Η δεξιοτεχνία του π. Ελευθερίου έλαμψε γλυκά αφήνοντας τα κομμάτια να κυλήσουν απαλά χωρίς ιδιαίτερες εκρήξεις, όπως για παράδειγμα στο Νυχτερινό του de Falla που ακολούθησε. Σε αυτό βοήθησε και η επιλογή των ίδιων των κομματιών από τον ερμηνευτή πιανίστα.


         Με τα κομμάτια αυτά ο π. Ελευθέριος πρότεινε στο ακροατήριό του μια ποιότητα τα ακούσματα της οποίας θα συνεχίσουν να το συνοδεύουν για καιρό. Κομμάτια ορισμένα δύσκολα και απαιτητικά, ο π. Ελευθέριος τα προσέγγισε με ευκολία και αμεσότητα, δίνοντας μια ανάγνωση λεπτομερώς επιμελημένη. Σε όλα ανεξαιρέτως τα σημεία της παρτιτούρας ο πιανίστας κατάφερε να ελευθερώσει γενναιόδωρα όλη την κομψότητα και την αέρινη χάρη της μουσικής. Οι νότες έσπασαν και ξεπέρασαν απαλά τις φυλακές του πενταγράμμου και ανέπνευσαν ολόδροσες μαζί με το κοινό. Ο π. ελευθέριος, περαιτέρω, κατόρθωνε να δίνει στις νότες του ζωή, καθαρότητα και ζωντάνια, να αναδεικνύει παραγράφους και ενότητες και να τονίζει ανάσες ολίγων, μόλις, δευτερολέπτων, που, σταματώντας το χρόνο αστραπιαία, πρόβαλαν τη δομή και το σκεπτικό του μουσικοσυνθέτη. Και το κυριότερο ο π. Ελευθέριος απέδωσε όλα τα κομμάτια που ερμήνευσε με ένα πραγματικό ρομαντικό στυλ, με την ηρεμία και τον στοχασμό που χαρακτηρίζει την εποχή από τη οποία και προέρχονται, αποφεύγοντας μιαν παταγώδη και εκρηκτική εκτέλεση, με εξαιρετικά φωτεινά ξεκινήματα κι όμορφες κατακλείδες.


 Ευχή μας ο π. Ελευθέριος να συνεχίσει να τονίζει επιτυχώς την ποιμαντική παρουσία του ράσου και σε τέτοιες λόγιες και σοβαρές κοσμικές εκδηλώσεις, παράλληλα με τις καθαρά πνευματικές του καθοδηγητικού ρόλου του στην Εκκλησία.  

Μοναχής Φιλοθέης *** «Ο μπαρμπα- Γιάννης των Ελλήνων»



Μοναχής Φιλοθέης
 
«Ο μπαρμπα- Γιάννης των Ελλήνων»
[Εκδόσεις «Επιστροφή», Μητροπόλεως Αργολίδος, 2016, σχ. 8ο (25 Χ 17), σσ. 108]

     ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

«Ο μπάρμπα- Γιάννης των Ελλήνων» είναι ένα βιβλίο πρωτότυπο, γραμμένο σε απλή, εκλαϊκευμένη μορφή και με πλουσιότερη, θα έλεγα, τη λογοτεχνική – διηγηματική παρά την ιστορική μορφή στη δομή του, καίτοι διαπραγματεύεται ένα καθαρά ιστορικό θέμα, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον «μπάρμπα- Γιάννη»- όπως θωπευτικά και αγαπητικά ο ελληνικός λαός αποκαλούσε τον πρώτο του Κυβερνήτη.

Η διήγηση, περαιτέρω, λειτουργεί στο εν λόγω βιβλίο κατά τρόπο πρωθύστερο. δηλαδή από το τέλος, από τη στιγμή της δολοφονίας του Κυβερνήτη, η οποία του ανακοινώνεται μυστικά την παραμονή από μια έμπιστη του γυναίκα. Όλα, στη συνέχεια, μέχρι το τέλος της διήγησης και μέχρι να λάβει χώρα η άθλια πράξη των Μαυρομιχαλαίων αποτελούν ένα κουβάρι αναμνήσεων του Κυβερνήτη, από τα πρώτα, ακόμα, παιδικά του χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του, αναμνήσεων που έρχονται και περνούν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό του. Έτσι, το βιβλίο με τον όμορφο αυτόν λογοτεχνικό τρόπο που είναι δοσμένο απευθύνεται και μπορεί να γίνει ευχάριστο ανάγνωσμα όλων των ηλικιών και μάλιστα των νέων της Ελλάδας.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η μοναχή Φιλοθέη, Ηγουμένη του Ι. Ησυχαστηρίου «Παναγία των Βρυούλων», της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, που με αγάπη περισσή και πραγματικό σεβασμό και ενδιαφέρον προς το πρόσωπο του Κυβερνήτη έσκυψε και διεξήλθε μεγάλο πλήθος πηγών- τους περισσότερους από 10 τόμους του Αρχείου Ι. Καποδίστρια (Κέρκυρα 1976- 1983, υπό Κων. Δαφνή)- καθώς και πληθώρα μελετών γύρω από το πρόσωπό του. Κίνητρο της μοναχής Φιλοθέης να ασχοληθεί με τον Καποδίστρια στάθηκε, σύμφωνα με το προλογικό της σημείωμα, το γεγονός ότι από μικρή είχε έναν καημό που την κατέτρωγε αδυσώπητα. ότι δεν είχε κι εκείνη, ως πρόσφυγας (Μικρασιάτισσα) που ήταν, μια πατρίδα σαν όλα τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Η ανάγκη και η αγωνία της αυτή, να έχει κι εκείνη μιαν πατρίδα, είναι που την ώθησαν πρωταρχικά να αγκαλιάσει και να δεχτεί ως πατρίδα της ολόκληρη την Ελλάδα και να νιώσει, έτσι, για πρώτη φορά, στην ψυχή της ένα καινούριο, παράξενο συναίσθημα πληρότητας και ηθικής ικανοποίησης. Διαβάζοντας, στη συνέχεια, ενώ μεγάλωνε και προόδευε στη μόρφωσή της, την ιστορία του ελληνικού έθνους, για την οποία έδειχνε ιδιαίτερη κλίση και ενδιαφέρον, δεν ήταν πια δύσκολο να φθάσει και να οδηγηθεί στην ασφαλή σκέψη ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας- με τον οποίο ασχολείται το παρουσιαζόμενο βιβλίο της- υπήρξε ο πρώτος έλληνας πολιτικός που αγάπησε πραγματικά την Ελλάδα και δούλεψε ακούραστα, όσο τον άφησαν οι εχθροί του, θυσιάζοντας τα πάντα, για να φτιάξει στους Έλληνες μιαν καινούρια πατρίδα, τη νεότερη Ελλάδα. Η νεανική της αυτή αγωνία είναι που την οδήγησε, ίσως, στο να αφιερώσει το βιβλίο της αυτό στα νιάτα της Ελλάδας, στο «ροδόχρουν τούτο όνειρο της πατρίδος μας», όπως χαρακτηριστικά και με νόημα αποκαλούσε τα ελληνικά νιάτα ο Κυβερνήτης Καποδίστριας.

Το βιβλίο, ειδικότερα, εστιάζει, κυρίως, στη βαθιά χριστιανορθόδοξη και εθνική ταυτότητα του Κυβερνήτη, που όσο διατελούσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας δούλευε μεν στο πλευρό του Τσάρου, αλλά ούτε στιγμή δεν έπαυσε να εργάζεται και για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Αναφέρεται στην σχέση του με την Ελληνορουμάνα αρχοντοπούλα Ρωξάντρα Στούρτζα, που ομόρφυνε για λίγο την πολυτάραχη ζωή του, αλλά και στη σωτηρία της Ελβετίας, αφού, ως γνωστόν, ο Καποδίστριας υπήρξε ο εμπνευστής της ελβετικής ουδετερότητας, αλλά και ο άνθρωπος που κατάφερε να «φέρει» στην ελβετική συμπολιτεία τα καντόνια της Γενεύης και της Λωζάνης, νικώντας κατά κράτος, διπλωματικά, τον άρχοντα της ευρωπαϊκής διπλωματίας στη μετά τον Ναπολέοντα εποχή, τον Μέτερνιχ, ενώνοντάς την και κερδίζοντας τον απεριόριστο σεβασμό και την αγάπη των Ελβετών, που θεωρούν, έκτοτε, τον Καποδίστρια ως εθνικό τους ήρωα. Αναφέρεται, επίσης, στα φοβερά για την Ελλάδα συνεδρια στο Τροπάου και στο Λάιμπαχ και τον θανάσιμο εχθρό του Καποδίστρια, τον αυστριακό πρωθυπουργό Μέτερνιχ, που έδωσαν στους επαναστατημένους Έλληνες- και μάλιστα στα χρόνια μετά την ίδρυση της Ι. Συμμαχίας (που λειτουργούσε, πάντοτε, σκληρά και αμείλικτα απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα)- την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο στον αγώνα τους οι Έλληνες να περιμένουν τη βοήθεια καμιάς Ευρωπαϊκής Κυβέρνησης. Παρακολουθούμε, τέλος, τις προσπάθειές του για τη διεθνοποίηση του ελληνικού αγώνα και τη δημιουργία ενός τεράστιου φιλελληνικού ρεύματος στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, ενώ ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Καποδίστριας θέτει, πλέον, τις βάσεις για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους σε μια χώρα ερειπωμένη και έναν λαό καθημαγμένο, μέχρι τη μέρα της δολοφονίας του (27 Σεπτεμβρίου 1831) από χέρια δυστυχώς... ελληνικά.    

      Το προλόγισμα του βιβλίου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκτάριο- φίλο αγαπητό των φοιτητικών μας χρόνων- μας υπενθυμίζει ότι το Ναύπλιο και το Άργος διασώζουν ακόμη και σήμερα πολλά από τα ίχνη της εκεί παρουσίας του μεγάλου αυτού πολιτικού άνδρα, αφού το πρώτο, το Ναύπλιο- ως η δεύτερη (μετά την Αίγινα), πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους- δέχτηκε πλούσια την ευεργετική τού Κυβερνήτη παρουσία, αλλά είχε και το θλιβερό προνόμιο να ζήσει τη φρικτή εμπειρία της άθλιας δολοφονίας του, έξω από τον ναό του αγίου Σπυρίδωνος, όπου ο Κυβερνήτης προσήρχετο για τον συνήθη, κυριακάτικο, εκκλησιασμό του.

Η έκδοση του ωραίου αυτού βιβλίου έγινε από τις εκδόσεις «Επιστροφή» της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, ενώ ενισχύθηκε οικονομικά από την Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδος. Η πλούσια εικονογράφησή του ανήκει στην αρχιτέκτονα Μαριάννα Α. Φιλήντρα και η καλλιτεχνική του επιμέλεια στη σκιτσογράφο Τέτη Σώλου.

Ύστερα από αυτά, γίνεται, νομίζουμε, καταφανής η σπουδαιότητα του συγκεκριμένου πονήματος για την ιστορία του τόπου. Ευχαριστούμε θερμά και συγχαίρουμε ειλικρινά την οσιολογιωτάτη Ηγουμένη Μοναχή Φιλοθέη γι' αυτήν την όντως μεγάλη και γενναιόδωρη προσφορά της προς το "θησαυροφυλάκιο» του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας *** Ο Λόγος ο του Σταυρού



 Αγίου Λουκά
 Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

Ο Λόγος ο του Σταυρού
Επιμέλεια: Μητρ. Αργολίδος Νεκτάριος
Μετάφραση: Μοναχή Ιερωνύμη

                                                 ΤΟΜΟΣ  Β΄

[Εκδόσεις ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, Ναύπλιο 2016, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 256]
  

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Νεκτάριος (Αντωνόπουλος), πέραν των λοιπών αρετών και χαρισμάτων του, είναι και ένας πολυγραφότατος συγγραφέας τριών, τουλάχιστον, δεκάδων βιβλίων. Είναι αυτός που με τα βιβλία του ανέδειξε και έκανε γνωστό ανά το πανελλήνιο τον σύγχρονο Ρώσο άγιο, Λουκά, Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας και Καθηγητή τh\Ης ανατομίας και χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Από το πλήθος των προαναφερθέντων βιβλίων του Σεβασμιωτάτου, ένδεκα αναφέρονται στον εν λόγω θαυματουργό Άγιο και κυκλοφορούν, εκτός από την ελληνική, και στη Γαλλική, Ρουμανική και Αλβανική γλώσσα. Γνωστή, ειδικά, επί του προκειμένου, είναι η «Συνοδοιπορία με τον Άγιο Λουκά» (τόμοι 3), στην οποία ο Μητροπολίτης Αργολίδος ακολουθεί τα βήματα τού Αγίου και με τον οικείο και γλαφυρό του λόγο μάς παρουσιάζει λεπτομερώς τα μέρη όπου έζησε, τους τόπους της εξορίας και δοκιμασίας του, αλλά και τους ανθρώπους που τον γνώρισαν και έζησαν κοντά του. Από την άλλη, είναι πανελλήνια γνωστή και η αυτοβιογραφία του Αγίου υπό τον τίτλο: «Αγάπησα το μαρτύριο» (η Ρωσία στα χρόνια της επανάστασης), στην οποία μιλεί και αυτοβιογραφείται ο ίδιος ο άγιος Λουκάς, ο διάσημος χειρουργός αλλά και κατάδικος και μάρτυς του σοβιετικού καθεστώτος.
    Η αγάπη του αυτή προς τον άγιο Λουκά είναι που τον ώθησε να πραγματοποιήσει δεκάδες, μέχρι σήμερα, ομιλίες και ταξίδια στη Ρωσία και να συνεχίζει επιτυχώς το εκδοτικό του έργο, περί τον εν λόγω σύγχρονο Άγιο, που είναι, πραγματικά, ανεξάντλητος. Έτσι, πριν από οκτώ, μόλις, μήνες (Απρίλιος 2016), από τις εκδόσεις «Επιστροφή», της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, εκδόθηκε, με την προσωπική επιμέλειά του, τόμος- τον οποίο, επίσης, παρουσιάσαμε από τοπική εφημερίδα- που περιέχει τριάντα πέντε (35) ομιλίες (κηρύγματα) του αγίου Λουκά, υπό τον τίτλο «Ρήματα Ζωής Αιωνίου», που εκφωνήθηκαν όλα στο Ταμπώφ της Ρωσίας, κατά τα έτη 1944-1946, όπου το αθεϊστικό κράτος του καιρού εκείνου τον απέστειλε ως αρχίατρο. Ένεκα τούτου, και η ρωσική Εκκλησία αναγκάσθηκε να τον μεταθέσει εκεί, στην Αρχιεπισκοπή του Ταμπώφ, όπου ο Άγιος μέσα από έναν τιτάνιο αγώνα κατάφερε να ξαναζωντανέψει την εκκλησιαστική ζωή και χριστιανική μαρτυρία του τόπου.
     Ο παρουσιαζόμενος σήμερα, με το σημείωμά μας αυτό, τόμος είναι ο δεύτερος στη σειρά, φέρει τον τίτλο: «Ο λόγος του Σταυρού» και έχει υπότιτλο «Λόγοι και Ομιλίες από τη Συμφερούπολη (1946- 1948). Πρόκειται, άρα, για τη συνέχεια του προηγούμενου τόμου. Εκδόθηκε και αυτός με την Επιμέλεια του εκλεκτού φίλου Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκταρίου και σε Μετάφραση, και πάλι, της μοναχής Ιερωνύμης, του Ι. Ησυχαστηρίου Παναγίας Βρυούλων, που μετέφρασε και αυτό το έργο με πολλή αγάπη, τιμή και σεβασμό προς τον Άγιο. Η εικονογράφηση και του β΄ αυτού τόμου είναι, επίσης, πολύ ενδιαφέρουσα και προέρχεται από σπάνιο φωτογραφικό υλικό που προέρχεται από το πλουσιότατο Αρχείο του Σεβασμιωτάτου.

     Τον δεύτερο αυτόν τόμο προλογίζει ο πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Λουδοβίκος, συγγραφέας, διδάκτορας θεολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και καθηγητής δογματικής και φιλοσοφίας στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Σε κάποιο σημείο γράφει χαρακτηριστικά ο π. Νικόλαος, δίνοντας εύστοχα το στίγμα και τον χαρακτήρα των εν λόγω κηρυγμάτων του αγίου Λουκά, τα εξής περισπούδαστα λόγια: «Αυτό το μαχητικό ή, αν θέλετε, το επικίνδυνο, η επικίνδυνη οσμή της μάχης υπάρχει στο βιβλίο αυτό και το κάνει γοητευτικό. Δεν είναι ένα ευτυχισμένο βιβλίο, είναι ένα βιβλίο στο οποίο καταγράφονται εντολές, υποδείξεις, οι οποίες αφορούν στη μάχη και ακριβώς επειδή η εποχή μας έχει και τέτοια χαρακτηριστικά, για να μην πω ότι κυρίως τέτοια χαρακτηριστικά έχει, ακριβώς γι’ αυτό ένα τέτοιο βιβλίο είναι νομίζω συζητήσιμο ακόμα και σήμερα». Το βιβλίο, λοιπόν, αυτό του αγίου Λουκά είναι ένα βιβλίο μάχης, είναι, δηλαδή, γραμμένο- όπως μαρτυρείται, εξάλλου, και από τον τίτλο- από κάποιον που κάθεται πάνω στον σταυρό και είναι δυσκολεμένος, από έναν άνθρωπο σταυρωμένο. Και τέτοιος ακριβώς ήταν ο άγιος Λουκάς εν μέσω των εξοριών και των άλλων βασάνων που μόνιμα του επέβαλε το τότε σοβιετικό καθεστώς. Τα κηρύγματα αυτά, σημειώνει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος μοιάζουν, χαρακτηριστικά,  και μας θυμίζουν, εμάς των παλαιότερων, την εκπομπή εκείνη στο παλιό ραδιόφωνο: «Οδηγίαι προς Ναυτιλλομένους», μιαν εκπομπή ανιαρή μεν και στεγνή, που όμως απέβλεπε στην αποφυγή των θαλασσίων κακοτοπιών και στην εν γένει ασφάλεια των ναυτιλλομένων. Παρόμοια είναι και η αποστολή των κηρυγμάτων αυτών του αγίου Λουκά, που αποτελούν οδοδείκτες για την ασφαλή πνευματική, πλέον, πορεία του ανθρώπου στη ζωή, προς επιτυχία του ενός ποθητού, του θελήματος, δηλαδή, του ανθρώπου να ενωθεί με το θέλημα του Θεού και τη θέωσή του.    

     Στα τριάντα οχτώ χρόνια τής ιεροσύνης και αρχιεροσύνης του ο άγιος Λουκάς έκανε 1250 κηρύγματα, τα οποία θα ήταν, ασφαλώς, πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχαν οι διώξεις και οι εξορίες. Από αυτά τα 750 καταγράφηκαν και αποτέλεσαν δώδεκα δακτυλογραφημένους τόμους (περίπου 4500 σελίδες). Η Θεολογική Ακαδημία τής Μόσχας χαρακτήρισε αυτή τη συλλογή κηρυγμάτων «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και εξέλεξε τον συγγραφέα τους επίτιμο μέλος τής Ακαδημίας. Ο δε πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Βέτελεβ, καθηγητής τής Ομιλητικής- Ρητορικής, θεωρούσε τα κηρύγματα αυτά «θησαυρούς ερμηνείας τής Αγίας Γραφής».   
     Μελετώντας τα εν λόγω κηρύγματα του αγίου Λουκά διαφαίνονται σαφώς οι πλούσιες αρετές του κηρυγματικού λόγου του Αγίου, η απλότητά του, ο αυθορμητισμός και η ειλικρίνειά του, η θερμουργός πίστη του στον Θεό και ο ρεαλισμός με τον οποίο, συχνά, επιγράφει την γύρω του επικρατούσα ζοφερή πραγματικότητα. Και, πραγματικά, ο άγιος Λουκάς κατηχούσε επιμελώς και στερρώς στήριζε το ποίμνιο του Χριστού από την αθεϊστική προπαγάνδα, που σαν λοιμική αρρώστια είχε επιπέσει στην αχανή αυτή χώρα. Τα λόγια του αποστόλου Παύλου «ου γαρ απέσταλκέ με ο Χριστός βαπτίζειν, αλλά ευαγγελίζεσθαι» φαίνονται να ηχούσαν μόνιμα στην καρδιά του.
     Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος και εκλεκτό φίλο κ. Νεκτάριο και την Μεταφράστρια μοναχή Ιερωνύμη και τους ευχόμαστε να έχουν δύναμη, για να συνεχίζουν τη γόνιμη και δημιουργική παρουσία τους στον χώρο τής Εκκλησίας και της
Ορθοδοξίας.
            

Η Μεγάλη Πόρτα των παιδικών μου χρόνων (Σαν διήγημα)

Η Μεγάλη Πόρτα  των παιδικών μου χρόνων

                             (Σαν διήγημα)

 

 Κωστή Ηλ Παπαδάκη

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Η Μεγάλη Πόρτα- σήμα κατατεθέν τής πόλης μου- είναι σήμερα ένα από τα χαρακτηριστικότερα βενετσιάνικα μνημεία, που τραβά, από την πρώτη, κιόλας, στιγμή, αμέριστο το ενδιαφέρον τού επισκέπτη. Είναι, ίσως, το μοναδικό μνημείο τής πόλης μου που συνδέει- λόγω και τού σημείου όπου βρίσκεται- με τόση φυσικότητα τα χρόνια τής Γαληνοτάτης με τη σύγχρονή εποχή. σημείο αναφοράς για πολλές γενιές Ρεθεμνιωτών και ένα από τα ισχυρότερα τοπόσημα αποτέλεσε πρακτικά και συμβολικά τον κόμβο τής νεότερης ρεθεμνιώτικης εξωστρέφειας.

 Το σωζόμενο τμήμα της- από λαξευμένους λίθους με λοξότμητες ακμές, που στο πάνω μέρος τους δημιουργούν ημικυκλικό τόξο- είναι το μοναδικό λαμπρό δείγμα που απέμεινε από την παλιά βενετσιάνικη οχύρωση, προς τη μεσημβρινή πλευρά τής πόλης μου, που εκτεινόταν από τη ΝΔ γωνία τού σημερινού Εθνικού Σταδίου μέχρι και στσ’ Άμμος την Πόρτα, τη σημερινή πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη. Το τείχος, έπεσε στα πρώτα, ακόμα, χρόνια τής Κρητικής Αυτονομίας, θύμα κι αυτό της σκαπάνης τής εξέλιξης, του «πολιτισμού» και της «προόδου»…. Χρέος μου να πω, στο σημείο αυτό, ότι από τα οικοδομικά υλικά που συγκεντρώθηκαν από το γκρέμισμα των τειχών δεν πήγε τίποτα χαμένο, αφού με δαύτα στήθηκαν πάμπολλα από τα νεότερα νοικοκυριά τής πόλης, χωρίς να λείπουν, εξυπακούεται, οι παραφωνίες, οι κακοτεχνίες και οι υπερβολές. Εξάλλου, σ’ όλη τη διαδρομή τού τείχους απ’ Ανατολή σε Δύση τα σπίτια, από τη μέσα μεριά, το ακουμπούσαν και κυριολεκτικά το ’γλειφαν στοιβαγμένα πάνω του, λόγω τής στενότητας τού «εντός των τειχών» χώρου τής πολιτείας.

Το Ρέθυμνο, τον καιρό εκείνο, δοκίμαζε την εμπειρία ενός νέου αναζωογονητικού οικοδομικού οργασμού, ο οποίος, βέβαια, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε εξαιρετικά άχαρος, ρηχός και, κυρίως, ωφελιμιστικός. Εκείνη την εποχή τα πάντα άλλαζαν και το σημαντικότερο, η συντριπτική πλειοψηφία προσδοκούσε τον εκσυγχρονισμό των υποδομών τού Ρεθύμνου, είτε αυτές αναφέρονταν στις λειτουργίες τής πόλης είτε στο κτιριακό δυναμικό της. Ήδη από το έτος 1894 το Ρέθυμνο αγωνιούσε και ζητούσε πώς και πώς να εξακτινωθεί σταδιακά και ν’ απλωθεί έξω από τα τείχη τής πόλης, μέσα στα οποία ένιωθε κυριολεκτικά να ασφυκτιά και να βράζει στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που τού δημιουργούσαν οι στενοί δρόμοι, οι ακάλυπτοι οχετοί και τα ρυάκια, οι στάβλοι και τα χαλκωματάδικα. Τα τείχη, λοιπόν, κατεδαφίστηκαν «εν μια νυκτί», το έτος 1902, χωρίς να δαπανηθούν διόλου χρήματα, από τους ίδιους τους κατοίκους τής πόλης μου, μ’ αντάλλαγμα- όπως ήδη σημειώσαμε- απλά την προσπόριση των πρώτων υλών για την ανέγερση των νέων νοικοκυριών τους.

 Ο δρόμος αυτός ήταν τότε- στα παιδικά μου χρόνια της δεκαετίας του πενήντα- η «Μικρή Αγορά» τού Ρεθύμνου, το παζάρι, με άλλα λόγια, της πολιτείας μου, σε αντίθεση με την άλλη, τη «Μεγάλη Αγορά», τη σημερινή οδό Αρκαδίου, και παλιότερα Τσάρου, με τα μεγάλα αρχοντικά κι εμπορικά καταστήματα ζερβά κι αριστερά τού δρόμου. Μάλιστα, παρά τ’ όνομά της, «Μικρή Αγορά», ο δρόμος μου ήταν πολύ πυκνότερος σε κίνηση, αφού σε αυτόν συνωστίζονταν όλα τα καταστήματα τροφίμων τής πόλης, και κάθε πρωί, από τις επτά μέχρι κοντά στις δέκα, όλοι οι Ρεθεμνιώτες, αλλά και τα κοντινά και αλαργινότερα χωριά τού νομού αναγκαστικά στον δρόμο αυτόν συνωστίζονταν, για να πουλήσουν τη σοδειά και ν’ αγοράσουν τα σύνεργα τής γεωργικής και της κτηνοτροφίας, απαραίτητα στην καθημερινή βιοπάλη.

Χρέος μου, στο σημείο αυτό, να μνημονεύσω- για τους παλιότερους συμπολίτες μου, που ακόμα θυμούνται- μερικά από τα μαγαζιά τής γειτονιάς μου, στη Μεγάλη Πόρτα, τής δεκαετίας τού πενήντα. Κάτω, λοιπόν, από τη θεορατική αψίδα, εκεί στο έμπα της αγοράς από τους Τέσσερις Μάρτυρες, βρισκόταν το κουρείο τού Τσουράκη (που με τον γιο του, τον Γιάννη, είμαστε συμμαθητές) και το μπακάλικο τού Μάξιμου τού Πετρακάκη κι ακολουθούσαν, κατεβαίνοντας τη δημοσιά, το μανάβικο τού Θοδωρή τού Ντινιόζου, το χασάπικο τού Κάρταλη, ο φούρνος τού Ζαχάρη (Ζ. Αντωνακάκη), το μανάβικο των αδελφών Κώστα και Δημήτρη Χάσικου (γωνία Εθνικής Αντιστάσεως και Τομπάζη) και από την απέναντι, ακριβώς, μεριά το υφασματοπωλείο τού Μαθιουδάκη. Κι ακολουθούσαν το κουρείο τού Μάρκου Παπαδουράκη (γωνία Εθνικής Αντιστάσεως και Μπουνιαλή), όπου ο κ. Μάρκος μού έκανε τα πρώτα κουρέματα της ζωής μου, με τη χοντρή μηχανή, αφήνοντάς μου μπροστά- μπροστά, στο καυκί, ένα τσουλουφάκι μαλλιά- σύμφωνα με τη μόδα τής εποχής- για να το χτενίζω και να παρηγοριούμαι. Ακολουθούσαν το πιλοποιείο τού Κώστα Μαρμπουνάκη (από δώ αγόρασα το πρώτο μου πηλίκιο, σαν πήγα στο Γυμνάσιο), το πανάδικο τού Γιάννη τού Τζαγκαράκη (που με τον γιο του, τον Μπάμπη, είμαστε καλοί φίλοι και συμμαθητές), το μπακάλικο τού Μιχαλάκη τού Φουντούλη και το λαδάδικο τού Μανιού τού Δασκαλάκη, κάτω από το ξενοδοχείο των «Εμπόρων» και καταντικρύ τού δικού μας μαγαζιού. Αμέσως μετά από το μαγαζί μας ακολουθούσε το τυροπωλείο των Γιάννη και Κώστα Νενεδάκη, αδελφών τού γνωστού συντοπίτη και σπουδαίου λογοτέχνη Ανδρέα Νενεδάκη και αμέσως μετά ο φούρνος τού Γιάννη τού Τζέληση, ενός από τους μεγαλύτερους αθλητικούς παράγοντες τού Ρεθέμνους, ύστερα από τον λοχαγό της Στρατολογίας Τάσσο Μεσθεναίο, Ιδρυτή και Πατέρα τού ποδοσφαίρου και του Αθλητισμού στο Ρέθυμνο. Στο φούρνο τού Τζέληση- σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ηλεκτρικές κουζίνες και φουρνάκια μικροκυμάτων- όλος ο κόσμος μοσχομύριζε τσουρέκια και κουλουράκια τη Μεγαλοβδομάδα, πλούσια κρεατικά και κοτόπουλα τις Κυριακάδες και τις καθημερινές πιο απλά φαγητά. γεμιστά, μπριάμ, φασόλια…. Κι οι μυρωδιές πλημμύριζαν τη γειτονιά, γαργαλούσαν τα ρουθούνια και άνοιγαν τρελά την όρεξη...
 Κι έβλεπες, μια νότα γραφική, τις νοικοκυρές, και πιο πολύ εμάς τα μικρά παιδιά, να κουβαλάμε στη σειρά τις λαμαρίνες με τα κουλούρια τη Λαμπρή και τα ταψιά με τα φαγιά τις άλλες μέρες.

Ακολουθούσε, στη γειτονιά μου, το καφενείο τού Καστανιά και, αμέσως μετά, το μαγαζί τής Μπριλάκαινας, στη γωνιά των οδών Εθνικής Αντιστάσεως και Γοβατζιδάκη, που πουλούσε όλων των ειδών τα κουδούνια. λέρια, σκλαβέρια και μεσοσκλάβερα, γεργερέδες και τσάφαρα, καμπανέλια και καμπανελάκια, γιδόλερα, τραόλερα, λερόπουλα και λεράκια. Οι βοσκοί που έμπαιναν στην πόλη απαραίτητα επισκέπτονταν και το μαγαζί της Μπριλάκαινας κι ήταν μια δροσερή ομορφιά να τους ακούς όλους αυτούς να τα δοκιμάζουν και να θαρρείς πως βρίσκεσαι στην εξοχή κι ακούς γύρω σου το ανάερο σαλάγημα από εκατοντάδες πρόβατα, προβατίνες, τραγιά και γιτσικά.

 Στην απέναντι ακριβώς γωνιά τού δρόμου ο Ελευθέριος Γαγάνης πουλούσε τα ραδιογραμμόφωνά του, πρωτοφανέρωτο, κι αυτό, για την πολιτεία μου είδος. Καθημερινά τά βαζε να παίζουν «στη διά πασών», προκειμένου να τα διαφημίσει, και ξεσήκωνε ευχάριστα τη γειτονιά, ζωντανεύοντας αξέχαστες επιτυχίες τής εποχής, από δίσκους βινιλίου τής Columbia, της Odeon και της His Masters Voice, αρχικά των εβδομήντα οχτώ κι αργότερα- από το 1958 κι ύστερα- και των σαράντα πέντε στροφών. Κι τ’ άκουγες να παίζουν πότε τη «Ζιγκουάλα» τού Μ. Χιώτη, με τη Μάγια Μελάγια- ένα από τα πιο λαμπερά ονόματα που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό λαϊκό πεντάγραμμο- και πότε το «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», τού Μ. Χατζιδάκη ή τη «Μαντουβάλα», με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Εννοείται, βέβαια, ότι το πρωτείο στις επιλογές διατηρούσαν, πάντοτε, οι Κρητικές κοντιλιές, κάτι για το οποίο φρόντιζε ποιος άλλος επί δαύτου ειδικότερος από τον υπάλληλο τού Γαγάνη, και ξεχωριστά αγαπητό στους Ρεθεμνιώτες, πρωτοχορευτή Παρασκευά Μενιουδάκη, ψηλό, λεβέντη, ίσιο στο κορμί και στην ψυχή, που, λίγα χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατό του, πρόλαβε κι ίδρυσε τον ρεθεμνιώτικο χορευτικό σύλλογο «Σταυραετοί Κρήτης». Σε μια εποχή φτωχή και στερημένη ακόμα και σ’ αυτά τα βασικότερα για τη ζήση αγαθά, που τα περισσότερα ρεθεμνιώτικα νοικοκυριά δεν ήξεραν καν τι θα πει ραδιογραμμόφωνο, η προσφορά αυτή τού Γαγάνη ήταν καλοδεχούμενη κι έπεφτε σαν ουράνια αύρα στ’ αυτιά των παροικούντων τη Μεγάλη Πόρτα. 

Και συνεχίζω τ’ οδοιπορικό μου στη Μεγάλη Πόρτα με δυο- τρία, ακόμα, μαγαζιά που αφορούν στον άμεσο τής παλιάς μου γειτονιάς περίγυρο. Απέναντι, λοιπόν, από του Γαγάνη είχε το κορνιζάδικό του ο Παναγιώτης Τζαγκαράκης (ο Κορνιζάς, όπως ακουγότανε στη γειτονιά- γωνιά Εθνικής Αντιστάσεως και Αγίας Βαρβάρας), που το εμπόρευμά του ήταν, βασικά, εικόνες αγίων, που τις έβλεπες να κρέμονται ένα γύρο στο μαγαζί, μπαμπάκια και, φυσικά, κορνίζες. Παλιότερα, όπως είχα ακούσει, επαργύρωνε καθρέφτες και μεγέθυνε φωτογραφίες. Ακολουθούσε το ζαχαροπλαστείο τού Πενθερουδάκη και κατέναντί του, ακριβώς, το ψιλικατζίδικο τού Κωνσταντουδάκη και το ζαχαροπλαστείο τού Χαλβατζή (που και μ’ αυτού τον γιο, τον Βαγγέλη, είμαστε φίλοι και συμμαθητές). Στον όροφο τού ζαχαροπλαστείου αυτού άρχισε, για πρώτη φορά, ν’ ανοίγει φύλλο κρούστας και κανταϊφιού ο τελευταίος στην πόλη μας παρασκευαστής των προϊόντων αυτών Γιώργος Χατζηπαράσχος. Όταν αργότερα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας τού πενήντα, ο Χαλβατζής έκλεισε το ζαχαροπλαστείο του και μετοίκησε στο Ηράκλειο, στον ίδιο χώρο άνοιξε το φαρμακείο τού Βόλακα, ένα από τα πρώτα φαρμακεία στο Ρέθεμνος, μαζί μ’ αυτά τού Κούνουπα (το αρχαιότερο) και  τού Κατσιμπράκη. Σήμερα- τιμή και δόξα τού πολιτισμού μας- όπως κι μ’ όλα τα λοιπά καταστήματα, η πόλη μου έχει φτάσει ν’ αριθμεί δεκάδες φαρμακείων.