Ο άδικος θάνατος του αγνού Γάλλου φιλέλληνα, λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα (15/4/1822)

 

Ο άδικος θάνατος του αγνού Γάλλου φιλέλληνα,

λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα  

(15/4/1822)

 

       ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

 www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Το έξυπνο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα (βλ. άρθρο μας Ρεθεμν. Νέα 22-1-2022) απέτυχε παταγωδώς και οι απώλειες των χριστιανών υπήρξαν εξαιρετικά βαριές, ενώ σκοτώθηκε και ο ίδιος. Σε αυτό συνετέλεσαν τα εξής τραγικά γεγονότα: στις 15 Απριλίου οι γύρω από τον Γ. Τσουδερό Αγιοβασιλειώτες, ο Πωλογεωργάκης, ο Ιωάννης Μοσχοβίτης με τους Αμαριώτες του, ο Μανουσογιάννης και οι λοιποί Ρεθεμνιώτες που είχαν καταλάβει τη θέση Πέταλο του Βρύσινα, προς το Ρουσοσπίτι, φανερώθηκαν άστοχα και δέχτηκαν επίθεση από δεκαπλάσιους Τούρκους και αναγκάστηκαν, τελικά, να υποχωρήσουν, φθάνοντας μέχρι το χωριό Κούμια (Κούμοι;), αφού έχασαν και περί τους τριάντα στρατιώτες και μαζί με αυτούς και τον γιο του Τσουδερού, Μανόλη[1]. Όμως, και η βοήθεια που, κατά το σχέδιο, οι γύρω από τον Τσουδερό θα έπρεπε να ελάμβαναν από το ευρισκόμενο στον Κάστελο σώμα του Πρωτοπαπαδάκη και των Μανουσέλη, Σηφοδασκαλάκη και Μαυροθαλασσίτη δεν έφτασε ποτέ. Αντίθετα, ο Πρωτοπαπαδάκης, παρόλο τον εγνωσμένο ηρωισμό του, «αναξίως εαυτού πολιτευθείς»[2], παρασυρμένος από καταχθόνιο σχέδιο του Αφεντούλιεφ- αντί της προβλεπόμενης από το σχέδιο, όταν ήλθε η ώρα, επίθεσης κατά του  κάστρου της πόλης- παρέμεινε (όπως ειπώθηκε εκ των υστέρων), απαθής και ανάλγητος θεατής στον Κάστελο, να παρακολουθεί την εν λόγω οπισθοχώρηση και τα παθήματα των συναδέλφων του και συναγωνιστών του περί τον Γ. Τσουδερό και τον επακολουθήσαντα θλιβερό θάνατο του μεγάλου εκείνου και αγνού Γάλλου φιλέλληνα, λοχαγού Βαλέστρα[3]. Γιατί ο Βαλέστρας, νομίζοντας ότι το σχέδιό του προχωρούσε κανονικά και κατά γράμμα, εξόρμησε από τις θέσεις του, δυτικά, στις πλαγιές του Ατσιπόπουλου και τον Κουμπέ προπορευόμενος και παροτρύνοντας τον στρατό του να εκτελέσει επίθεση κατά του φρουρίου του Ρεθύμνου, που το θεωρούσαν αφρούρητο.

Του επιτέθηκε, όμως, τότε, παρ’ ελπίδα, αθρόος ο τουρκικός στρατός και από εμπρός και από τα πλάγια, γιατί ο μεν Πρωτοπαπαδάκης παρέμεινε, όπως είδαμε, ακίνητος και ανάλγητος θεατής στις θέσεις του στον Κάστελο, ενώ το ανατολικό τμήμα προς τα Περβόλια και το Πέταλο ήταν ελεύθερο, μετά την υποχώρηση των σωμάτων του Τσουδερού, του Μανουσογιάννη, του Ιωάννη Μοσχοβίτη και του Πωλογιωργάκη.

Ο Βαλέστρας καταλαμβάνεται εκτός του οχυρού, ενώ μάταια περιμένει να καταφθάσει η- σύμφωνα με το σχέδιο- συνδρομή των λοιπών σωμάτων. Κάποια στιγμή, οι περί τον Βαλέστρα αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είχε συμβεί και αναγκάζονται, καταδιωκόμενοι, να υποχωρήσουν. Είχαν, όμως, ήδη, περικυκλωθεί. Εκατόν είκοσι πέντε παλικάρια πέφτουν νεκροί γύρω του και ο Χιώτης υπασπιστής του λοχαγός Κόκκινος και αρκετοί άλλοι συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Ο Βαλέστρας  πληγώνεται. Ο γιγαντόσωμος στο σώμα και την ψυχή Ασφεντιώτης Ανδρέας Βούρβαχης τον παίρνει στους ώμους του και τρέχει να τον γλιτώσει. Από παντού Τούρκοι και τουρκικά βόλια. Προχωρεί σε μια ξερή ρεματιά και τον αφήνει λαβωμένο πίσω από μια πυκνή βάτο. Ήταν αρκετά ασφαλής εκεί. Όμως, ο Βούρβαχης δεν φεύγει από δίπλα του, παρά τις προτροπές του Βαλέστρα να τον αφήσει, για να μη δίνει στόχο, και να επέστρεφε τη νύκτα για να τον πάρει[4].  

Δεν πρόφτασε, όμως. οι νικητές ανακάλυψαν τον πληγωμένο Βαλέστρα, του απέκοψαν το κεφάλι και το δεξί χέρι και τα έφεραν και τα επιδείκνυαν θριαμβευτικά στο Ρέθυμνο[5], ενώ σκότωσαν και τον υπασπιστή του, λοχαγό Κόκκινο, και όλους τους αιχμαλώτους.

Εικ. Ιωσήφ Βαλέστρας

Έτσι, νεότατος, 32 μόλις ετών, πέθανε ο άριστος εκείνος στρατιωτικός και σπάνιος φιλέλλην (εικ.) και μαζί με αυτόν χάθηκαν και οι πολλές και μεγάλες ελπίδες των Κρητικών για στρατιωτική επιτυχία. Όπως δε λέγουν οι ιστορικοί Κριτοβουλίδης, Παπαδοπετράκης, Κριάρης και Ψιλάκης[6], ο ωραίος εκείνος και επίσημος φιλέλλην Γάλλος πολεμιστής υπήρξε θύμα της αλόγου ραδιουργίας του αρμοστή Κομνηνού Αφεντούλη, που τον υποπτευόταν ότι ήθελε ή μπορούσε, την κρίσιμη εκείνη στιγμή, να του αμφισβητήσει ή και αφαιρέσει την ανώτατη εξουσία που κατείχε, πράγμα, βέβαια, που ο Βαλέστρας ουδέποτε το είχε διανοηθεί[7]. Χρησιμοποίησε δε προς επίτευξη του βδελυρού σκοπού του, τον διακεκριμένο μεν και εξαίρετο, αλλά, ταυτόχρονα, και αδιάλλακτο αρχηγό Πρωτοπαπαδάκη, που έρεπε έντονα προς τη ζηλοτυπία. Ο ίδιος, μάλιστα, ο Πρωτοπαπαδάκης, καταδιωκόμενος, στη συνέχεια, από τους Σφακιανούς συναρχηγούς του, ομολόγησε ευθαρσώς ότι είχε ρητή διαταγή από τον Αφεντούλη να μη συμφωνήσει ποτέ με τα «ανόητα σχέδια» του Βαλέστρα και να αφήσει να χάσει ανόητα τους άνδρες του[8]. Και όμως, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κριτοβουλίδης, το σχέδιο αυτό του έμπειρου περί τα πολεμικά Βαλέστρα, που ήταν από όλους εγκεκριμένο, «αν συμφώνως όλοι οι οπλαρχηγοί συνεπολέμουν και συνέδραμον αλλήλους εις την μάχην, η νίκη ήτον άφευκτος εις τους Έλληνας». Κατέστρεψε, όμως, τα πάντα την ημέρα εκείνη η διαγωγή που επέδειξε ο Πρωτοπαπαδάκης, όταν, «χωρίς να ρίψη όπλον κατά των εχθρών ούτ’ αυτός, ούτε κανείς των στρατιωτών του, ανεχώρησαν άπαντες από τας θέσεις των ανάλγητοι επί τοις παθήμασι των συναδέλφων και συναγωνιστών των. Και η διαγωγή των αύτη …..υπηρέτησε τότε τον Αφεντούλην μάλλον ή εαυτόν και την πατρίδα του!»[9]. 

Δυστυχώς, θεωρείται ότι και σε πολλά άλλα θέματα η διοίκηση και η διαγωγή του Αφεντούλη απέτυχε οικτρά, γιατί αμέσως μετά την άφιξή του στην Κρήτη ενέσπειρε διχόνοια στους Κρήτες οπλαρχηγούς, μοιράζοντας σωρηδόν βαθμούς και κρατώντας για τον εαυτό του τον βαθμό του αρχιστατήγου[10]. Αλλά μήπως και η ρήξη των οπλαρχηγών Μελιδόνη – Βουρδουμπά, που κατέληξε στον άδικο θάνατο του πρώτου από το μαχαίρι του δευτέρου δεν έχει τις ρίζες της στην αλλοπρόσαλλη αυτή διαγωγή του Αφεντούλη ως προς τη διανομή των βαθμών;

 



[2] Η βαριά αλλά δίκαιη αυτή κατηγορία ανήκει στον Σφακιανό Παπαδοπετράκη, που δύσκολα ανέχεται και την παραμικρότερη καθ’ οιουδήποτε Σφακιανού μομφή (Μουρέλλος).

[3] Κριτοβουλίδης, Κ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 93. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης, 1901, 381- 382. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., Ιστορία της Κρήτης, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις 1902, 56.

[4] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 93. Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 580. Ψιλάκης, Βασίλειος Ιστορία τής Κρήτης, χ.χ, Αθήναι, 318- 319. Βλ. τα εν λόγω γεγονότα της μάχης περί το Ρέθυμνο και του θανάτου του φιλέλληνα Ιωσήφ Βαλέστρα και στον Τρικούπης, Σπυρίδων 19782Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Β΄, 219- 220.

[5] Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 56. Πβ. και Δετοράκης, Θεοχάρης, Ιστορία τής Κρήτης, Ηράκλειο 1990, 330 .

[6] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 93- 94. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, ό.π., 383. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 56. Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319.

[7] Πβ. και Στέφ. Ξανθουδίδη, ο οποίος την αποτυχία του μεγάλου φιλέλληνα αποδίδει σε ελλιπή εκτέλεση του σχεδίου (Ξανθουδίδης, Στέφανος, Επίτομος Ιστορία της Κρήτης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Εν Αθήναις 1909, 131).

[8] Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319- 320.

[9] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 94.

[10] Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 55. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου , ό.π., 364, 371. Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 320 και Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 535, 582.

Το έξυπνο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Ιωσήφ Βαλέστρα

 

Το έξυπνο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Ιωσήφ Βαλέστρα

 (15/4/1822)

 

ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

          Στις 20 Μαρτίου 1822 αποβιβάστηκε στο Λουτρό των Σφακίων, με μερικούς αξιωματικούς και στρατιώτες, ο ένθερμος Γάλλος φιλέλληνας Ιωσήφ Βαλέστρας (εικ. 1), γιος του γέροντος Γάλλου εμπόρου Βαλέστρα, ο οποίος διέμενε προ πολλών ετών στα Χανιά. Ο νεαρός Ιωσήφ Βαλέστρας είχε διδαχθεί στη Γαλλία την τακτική στρατιωτική και ως λοχαγός είχε υπηρετήσει υπό τον στρατηγό Ναπολέοντα Α΄, τον Βοναπάρτη, Αυτοκράτορα της Γαλλίας. Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Ελλάδα επέστρεψε αυθόρμητα από την Ευρώπη, συνέστησε στην Καλαμάτα τακτικό σώμα στρατού και ονομάστηκε χιλίαρχος από τον Δημήτριο Υψηλάντη[1]. Στη συνέχεια, άφησε την Πελοπόννησο, προτιμώντας να αγωνιστεί στην Κρήτη, όπου- όπως έχουμε ήδη σημειώσει- έφτασε στα τέλη Μαρτίου του 1822. Τα προτερήματα του Βαλέστρα ενθάρρυναν τους Κρητικούς και τον διοικητή, που άδικα τον υποπτεύθηκαν στην αρχή ότι είχε σταλθεί ως κατάσκοπος των πράξεών του[2].

Εικ. 1. Ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιωσήφ Βαλέστρας  (Συλλογή ΕΕΦ)

Ο Βαλέστρας, βλέποντας με τα μάτια του τον ενθουσιαστικό παλμό και την ορμητικότητα των μαχητών της Κρήτης, κατευθύνθηκε προς το Ρέθυμνο, όπου σκέφθηκε ότι με τέτοιους ανδρείους αγωνιστές άνετα θα μπορούσε να γίνει κύριος του φρουρίου της πόλεως (Φορτέτσας) (εικ. 2), που το θεωρούσε ως ευκολοπόρθητο, αλλά και γιατί πίστευε ακράδαντα ότι με την κατοχή ενός φρουρίου, «ως εις κιβωτόν κατά την επανάστασιν», θα εξασφάλιζε τα αναγκαία για τον πόλεμο εφόδια, αλλά και θα ασκούσε από εκεί ευκολότερα και αποτελεσματικότερα τη διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων[3]. Ή, όπως λέγει ο Σπυρίδων Τρικούπης, ατελεσφόρητα θα ήταν τα κατορθώματα των Κρητών ενόσω δεν κατείχαν μιαν οχυρή πόλη, «διότι και η Αρχή του τόπου επλανάτο τήδε κακείσε και κέντρον πολεμικόν ήτο το απόκεντρον Λουτρόν και καταφύγιον δεν είχε ο αγών εν καιρώ ανάγκης»[4]. Με τέτοιες πεποιθήσεις ο νοήμων και έμπειρος περί τα πολεμικά λοχαγός Βαλέστρας προσδιόρισε το Ρέθυμνο ως το πλέον ενδεικνυόμενο πολεμικό κέντρο των εμπολέμων Ελλήνων στην Κρήτη, γιατί, ακριβώς, το Ρέθυμνο κατείχε γεωγραφικώς κεντρική θέση μεταξύ Χανίων και Μεγάλου Κάστρου. Με τον τρόπο αυτόν επιθυμούσε να συμβάλει στρατιωτικά και να συνδράμει στην ευόδωση του πατριωτικού έργου.

Εικ. 2. Ρέθυμνο- Το Κάστρο (Φορτέτζα)

Πλήρης, λοιπόν, με τα αγνά φιλελληνικά αισθήματα, που φλόγιζαν την καρδιά του, ήταν, όπως έλεγαν, έτοιμος, να πολεμήσει γενναία, αγαλλόμενος και τραγουδώντας σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης νύκτας, από τη 13η προς τη 14η Απριλίου του 1822, ημέρα που θα λάμβανε χώρα η θλιβερή εκείνη μάχη στο Ρέθυμνο, που έμελλε να στοιχίσει τη ζωή του και τη ζωή τόσων άλλων Ελλήνων στρατιωτών. Με το ξίφος του ανά χείρας, ο Βαλέστρας εμφανιζόταν σε όλους έτοιμος να ορμήσει από τα χωριά Πάνω και Κάτω Βαρσαμόνερο ενάντια στο κάστρο του Ρεθύμνου.

Το σχέδιο του- που το κοινοποίησε και στον αρμοστή Κομνηνό Αφεντούλη, διαβεβαιώνοντάς τον για τη δόξα που τον περίμενε αν κυρίευε ένα από τα φρούρια της Κρήτης - προέβλεπε τις εξής κατά σειράν ενέργειες. ο Πρωτοπαπαδάκης, που κατείχε το κέντρο, στον Κάστελλο, και τον μαχιμότερο στρατό, θα προκαλούσε αρχικά σε μάχη τους Τούρκους και έπειτα, οπισθοχωρώντας εκουσίως, θα τους απομάκρυνε κατά το δυνατόν πιο μακριά από το φρούριο του Ρεθύμνου, από το οποίο εκείνοι θα εξέρχονταν- κατά τη πάγια τακτική τους- προς αντεπίθεση. Τη στιγμή εκείνη, προβλεπόταν από τα πλάγια, εξορμώντας από τα Περιβόλια, να κτυπούσαν ο Γεώργιος Τσουδερός με τους Αγιοβασιλειώτες του, τον Πωλογεωργάκη, τον Ιωάννη Μοσχοβίτη με τους Αμαριώτες του και τον Μανουσογιάννη, ενώ ο Βαλέστρας, την ίδια στιγμή, με τα εκλεκτά στρατεύματα του Στρατή Δεληγιαννάκη και του Μανουσέλη που είχε μαζί του, θα ορμούσε από το αντίθετο μέρος, από τον Κουμπέ, και θα συμπλήρωναν την κύκλωση των Τούρκων, με αντικειμενικό σκοπό να ορμούσε, στη συνέχεια, ο Βαλέστρας ακάθεκτος προς το κάστρο και να επιχειρούσε με έφοδο την άλωση της πόλης του Ρεθύμνου. Έτσι, οι εχθροί τιθέμενοι ανάμεσα σε τρία πυρά (από Κάστελο- Περιβόλια και Κουμπέ) να κατανικιόντουσαν και οι μαχητές του Βαλέστρα να έφθαναν αισίως στον αντικειμενικό τους σκοπό[5], στην κατάληψη του φρουρίου της πόλης του Ρεθύμνου.  


[2] Τρικούπης, Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Χρ. Γιοβάνη, Αθήναι 19782, τ. Β΄, 218.

[3] Ψιλάκης, Βασίλειος, Ιστορία τής Κρήτης, μεταγλωττισμένη υπό Ν. Αγκαβανάκη, τ. Γ΄, εκδόσεις «Αρκάδι», Αθήναι χ.χ: 317.

[4] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 91. Τρικούπης, Σπυρίδων, ό.π., 218.

[5] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 92. Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 318.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΔΕΤΟΡΑΚΗΣ * * * Ο Ακάθιστος Ύμνος * * * ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

         


    ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΔΕΤΟΡΑΚΗΣ

  Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

 

 

Ο Ακάθιστος Ύμνος


ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

                                                         [ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ,

Ηράκλειο 2021, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 272]

 

      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

        www.ret-anadromes.blogspot.com


   Ο κ. Θεοχάρης Δετοράκης, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, είναι πολύ γνωστός στην πόλη μας, όπου επί τρεις δεκαετίες υπηρέτησε την επιστήμη της Βυζαντινής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή, αλλά και έξω από το νησί μας και τη Χώρα μας, γενικότερα, για το σπουδαίο επιστημονικό έργο του, που σε ένα μεγάλο μέρος αφορά και στην Κρήτη και την Ιστορία της. Είναι ευτύχημα ότι η Κρήτη βρισκόταν πάντοτε στο επίκεντρο των επιστημονικών ενδιαφερόντων του κ. Δετοράκη και υπηρετήθηκε ευσυνείδητα, και παράλληλα πάντοτε με τη Βυζαντινή Φιλολογία, σε θέματα ιστορικά, φιλολογικά, γλωσσικά και λαογραφικά. Ειδικά η «Ιστορία της Κρήτης» του κ. Δετοράκη, γραμμένη στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, έχει καταστεί στις μέρες μας ένα πολύτιμο χρηστικό βιβλίο, συνέχεια αυτών των μεγάλων ιστορικών της Κρήτης. 

   Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, μεστό και τεκμηριωμένο το «Προλόγισμα» του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας κ. Ευγενίου ενημερώνει, οριοθετεί και επικεντρώνει τον αναγνώστη στο ουσιώδες και στη χρησιμότητα τής εν λόγω κριτικής έκδοσης του «Ακαθίστου Ύμνου» προς ψυχική ωφέλεια των πιστών και ευρύτερη γνώση επί του θέματος που πραγματεύεται. Διά της εκδόσεώς της αυτής, επισημαίνει ο Σεβασμιώτατος, η Ι. Μητρόπολή μας αποβλέπει στη συνάντηση των παναγιόφιλων ανθρώπων της Εκκλησίας μας με το πρόσωπο της Κεράς Παναγιάς, όπως τόσο όμορφα στην Κρήτη Την προσφωνούμε.

Όπως, περαιτέρω, σημειώνει ο συγγραφέας στον «Πρόλογό» του, ο «Ακάθιστος Ύμνος» είναι, χωρίς αμφιβολία, το λαμπρότερο κατόρθωμα της βυζαντινής Υμνογραφίας. Εγκώμιο και δοξολογία και ικεσία μαζί στη Μητέρα του Θεού, την αγιότερη και δημοφιλέστερη μορφή του χριστιανικού αγιολογίου, που εξακολουθεί για δεκατρείς και περισσότερο αιώνες να είναι, κατά την περίοδο των ακολουθιών της Μ. Τεσσαρακοστής, σε ενεργό λειτουργική χρήση σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και να γεμίζει τις καρδιές των πιστών με ευφροσύνη και κατάνυξη. 

Η μακρόχρονη ενασχόληση του κ. Δετοράκη με τα προβλήματα της βυζαντινής Υμνογραφίας δικαιολογεί, όπως και ο ίδιος εξομολογείται, και την παρούσα δοκιμή για τον «Ακάθιστο Ύμνο» και τα προβλήματά του, που εξακολουθούν να είναι πολλά και άλυτα και προβληματικά. Και η μελέτη του κ. Δετοράκη διεισδύει βαθιά στο θέμα. επιχειρεί λεπτομερειακή αναψηλάφηση ιστορικών προβλημάτων σχετικών προς τον χρόνο και τον Ποιητή του Ύμνου και προωθεί και τεκμηριώνει με νέα στοιχεία παλαιότερη άποψή του για την περίπτωση να είναι ο «Ακάθιστος Ύμνος» προϊόν συνεργασίας δύο μεγάλων ποιητών, κορυφαίων εκπροσώπων της βυζαντινής υμνογραφίας, των αδελφών υμνογράφων Ιωάννου του Δαμασκηνού και Κοσμά του Μελωδού. Εξετάζει, επίσης, και προσάγει μετά από διεξοδική και σε βάθος έρευνα και ανάλυση και νέα στοιχεία από την πολύχρονη μελέτη των χειρογράφων, ώστε η εργασία του να χαρακτηρίζεται για τη σαφήνεια, την εκφραστική πληρότητα και επιστημονική ευσυνειδησία της.

 Η έκδοση αυτή του «Ακαθίστου Ύμνου» αποτελεί την πρώτη, ουσιαστικά, ελληνική κριτική έκδοση αυτού, πράγμα που επιδαψιλεύει μεγάλη τιμή στη Μητρόπολή μας που ανέλαβε την έκδοσή της και στον Επίσκοπό της, που είχε την οξυδέρκεια να διείδει την αξία του έργου και του δημιουργού του και να προβεί στην έκδοσή του και μαζί με την διάδοση του βιβλίου να πλατύνει, διεθνώς, και το όνομα της Μητροπόλεώς μας. Γιατί η ποιότητα της έκδοσης εγγυάται ότι θα προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της διεθνούς κοινότητας περί τον «Ακάθιστο Ύμνο».

Η μελέτη, βέβαια, του κ. Δετοράκη απευθύνεται πρωτίστως στον ερευνητή της φιλολογικής επιστήμης και δη της Βυζαντινής Φιλολογίας και των σχετικών κλάδων της Θεολογίας, όμως, παράλληλα, έχει πολλά να προσφέρει και στον απλό αναγνώστη και να τον ενημερώσει σε πλείστα άκρως ενδιαφέροντα ζητήματα. Έτσι, από την παρουσιαζόμενη μελέτη πας φιλομαθής μπορεί- όπως έχουμε ήδη επισημάνει- να πληροφορηθεί τόσο περί του Δημιουργού και του χρόνου δημιουργίας του Ύμνου, όσο και να βρει έγκυρες απαντήσεις και σε πολλά άλλα σημαντικά θέματα, όπως, για παράδειγμα, γιατί ο εν λόγω Ύμνος ονομάστηκε «Ακάθιστος» ή περί των ιδιαιτέρων γνωρισμάτων του (προοιμίων, εφυμνίων κ.λπ.) και των εκδόσεων και μεταφράσεων που έχει γνωρίσει τόσο στην ελληνική, όσο και σε άλλες γλώσσες. Εξαιρετικά ενδιαφέρον, επίσης, σημειώνουμε για τον φιλόλογο ειδικά και το κεφάλαιο: «Λογοτεχνία και Τέχνη- Ο Ακάθιστος Ύμνος ως λογοτέχνημα», όπου ο συγγραφέας παραθέτει κρίσεις Ελλήνων λογοτεχνών (Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Παπαρρηγόπουλου, Τωμαδάκη κ.λπ.) για τη εξαιρετική λογοτεχνική ποιότητά του, σταχυολογώντας χαρακτηριστικά λογοτεχνικά σχήματα του Ύμνου (όπως επαναλήψεις, ομοιοκαταληξίες, παρηχήσεις, παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις, οξύμωρα σχήματα, προσωποποιήσεις κ.λπ.). Ακολουθούν κεφάλαια, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη (εικονογραφία και μελοποιία), ενώ εξαιρετικά ενδιαφέρον, από θεολογικής και φιλολογικής άποψης, σημειώνουμε και το κεφάλαιο «Κριτικές και φιλολογικές παρατηρήσεις» σε επίμαχα και προβληματικά σημεία του Ύμνου, που συχνά αποτελούν θέμα αμφισβήτησης μεταξύ των ειδικών και έντονης απορίας των απλών αναγνωστών. Εδώ, ανάμεσα σε ποικιλία γραφών που παραδίδονται από τα χειρόγραφα και τους κώδικες κρίνεται και προτείνεται από τον συγγραφέα η ορθότερη όλων, ενώ ειδικής βαρύτητας θεωρούμε στο τέλος του βιβλίου και το «Γλωσσάριο» του Ακαθίστου.    

Θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε όλους τους παραπάνω συντελεστές τού ωραίου αυτού και πολύμοχθου έργου, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιο για την πρωτοβουλία της έκδοσης και τον Καθηγητή κ. Θεοχάρη Δετοράκη για το πολύμοχθο του έργου.  Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στην πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά τού Τόπου είναι, νομίζω, εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές τους και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η προσπάθειά τους, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα τής ψυχής τους. 

Στα 65 χρόνια από την Κοίμησή του * * * ΝΕΣΤΩΡ Ι. ΒΑΣΣΑΛΟΣ (1876- Ιαν. 1957)

 

Στα 65 χρόνια από την Κοίμησή του

 

ΝΕΣΤΩΡ  Ι. ΒΑΣΣΑΛΟΣ

(1876- Ιαν. 1957)

(Ιδρυτής τής Ι. Μονής τού Σωτήρος, Κουμπέ, Ρεθύμνου- Δάσκαλος τής Αγιογραφίας και Ζωγραφικής)

 

ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο Γέροντας Νέστωρ Ι. Βασσάλος (1876- 1957), από τους Δαφνέδες Μυλοποτάμου Ρεθύμνου, υπήρξε, κατά το έτος 1936, ο νεότερος ιδρυτής τής Ι. Μονής τού Σωτήρος, Κουμπέ, Ρεθύμνου (εικ. 1). Είναι τα έτη από το 1915 μέχρι το 1957, που σημαδεύτηκαν από την ευεργετική παρουσία του στην πόλη του Ρεθύμνου, όταν υπηρετούσε ως εφημέριος σέ πολλά χωριά τής επαρχίας, όπως στου Γάλλου, στην Αγία Ειρήνη, στο Ρουσσοσπίτι και στα Μικρά Ανώγεια, ενώ, ταυτόχρονα, παρέδιδε μαθήματα αγιογραφίας και ζωγραφικής σε δεκάδες Ρεθεμνιωτών και Ρεθεμνιωτισσών. Για ένα δε διάστημα (1927-1928) διετέλεσε και οικονόμος, επιστάτης, εις τύπον ηγουμένου, της Ι. Μονής Μυριοκεφάλων.

Εικ. 1. Νέστωρ Βασσάλος

Πριν από το 1915, και για μικρά διαστήματα, ο Νέστωρ μόνασε στην Ι. Μονή της Χαλέπας, στο Ρέθυμνο- όπου τον παρέλαβε ο θείος του Παρθένιος Βασσάλος, που τον καιρό εκείνο εκτελούσε χρέη Ηγουμένου- και για έναν χρόνο και στη Μονή Κουδουμά, στο Ηράκλειο, στα χρόνια της πολυθρύλητης και από δεκάδες θαύματα σημαδεμένης ηγουμενίας του οσίου Παρθενίου, ενώ για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα (1894- 1911) μόνασε στο Άγιον Όρος, στο κελί του Αγίου Δημητρίου, της Ι. Μονής Διονυσίου (εικ. 2), στο οποίο επανήλθε από το Ρέθυμνο, για δεύτερη φορά, κατά τα έτη 1934- 1935.

Εικ. 2. Άγιον Όρος- Ι. Μονή Διονυσίου

Η δεύτερη αυτή μετάβασή του στο Άγιον Όρος (1934- 1935) πραγματοποιήθηκε προκειμένου ο Νέστωρ να εξετάσει και να ζητήσει τη γνώμη των Αγιορειτών Πατέρων γύρω από το θέμα του Νέου Ημερολογίου, που τον καιρό εκείνο είχε ανακύψει και δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα και στην Εκκλησία της Κρήτης, με επίκεντρο την Ι. Μονή του Κουδουμά, στα Αστερούσια Ηρακλείου, στην οποία- όπως είδαμε- ως έφηβος για έναν χρόνο είχε μονάσει και την υπεραγαπούσε. Είχε, μάλιστα, αποφασίσει, στη διάρκεια της επίσκεψής του αυτής, να διαμείνει εκεί μόνιμα. Όμως, «ἄλλαι αἱ βουλαί ἀνθρώπων, ἄλλα δέ Θεός κελεύει». Γιατί στο διάστημα αυτό τής αυστηρής άσκησής του στο κελί του Αγίου Δημητρίου και των πνευματικών του περί την Ορθοδοξία και το Νέο Ημερολόγιο διερευνήσεων, ο Νέστωρ- όπως ακριβώς ο ίδιος σημειώνει στην ιδιόχειρη Διαθήκη του, που φυλάσσεται στην Ι. Μονή του Σωτήρος- «εἶδεν ὀπτασίαν διαφωτισθείς ἐκ θείου πνεύματος καί διαταχθείς ἐκ θείας ἀποκαλύψεως νά κατέλθῃ καί πάλιν εἰς Κρήτην, διά νά ἀνακαλύψῃ τόν ἱερόν Ναόν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ (ἡ Μεταμόρφωσις) κείμενον ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ χωρίου Γάλλου, τῆς τοποθεσίας Κουμπέ, ὅς ἔχων ἄφθονον καί ἰαματικόν ὕδωρ, τοῦθόπερ (sic) ἀρδεύεται καί ἡ πόλις Ρέθυμνα (sic)».

Κατόπιν, λοιπόν, της οπτασίας του αυτής, επέστρεψε και πάλι στο Ρέθυμνο, προκειμένου, όπως του υπέδειξε ο Κύριος, να ιδρύσει την Ι. Μονή του Σωτήρος, Κουμπέ (εικ. 3). Ανεύρε, πράγματι, στο μέρος όπου διετάχθη από τον Κύριο, παλαιά, άγνωστη μέχρι τότε, ορθόδοξη μονή, των ύστερων χρόνων τής Ενετοκρατίας (και πιο συγκεκριμένα των ετών 1620-1645), που αφορά στην α΄ περίοδο ζωής και δράσης τής Μονής του Σωτήρος, ενώ με την επανίδρυση και επαναλειτουργία της, το 1936, άρχεται η β΄ περίοδος ζωής και δράσης της, με Ηγούμενό της, μέχρι την κοίμησή του το 1957, τον Νέστορα Βασσάλο.

Εικ. 3. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Κουμπέ 

Τα χρόνια, λοιπόν, αυτά (1915-1957) της παρουσίας του Νέστορος Βασσάλου στο Ρέθυμνο αποτέλεσαν, κατά κοινή ομολογία, καθοριστικό παράγοντα και ορόσημο πνευματικότητας για την πόλη τού Ρεθύμνου. Είναι η εποχή που όλοι οι παλιοί Ρεθεμνιώτες θυμούνται νοσταλγικά, όταν η πολιτεία τους φοιτούσε ανελλιπώς κάτω από τη στοργική, πνευματική και φιλάνθρωπη παρουσία του θρυλικού Γέροντός της. Η φήμη του, τότε, διέτρεχε απ’ άκρου σ’ άκρον τη μικρή και ήσυχη πολιτεία.

Ο όλος βίος του, η αγία πολιτεία του, η φιλανθρωπία του, η αγάπη του προς τον άνθρωπο και η σημαντική προσφορά του στον πολιτισμό αυτού του τόπου, με την πολύχρονη διδασκαλία τής ζωγραφικής τέχνης και αγιογραφίας- σε μιαν εποχή ιδιαίτερα μίζερη και εξαθλιωμένη- τον έκαναν να αγαπηθεί ιδιαίτερα από τους Ρεθεμνιώτες, που προσέτρεχαν όλοι τους αθρόοι, νέοι και γέροι, στο μοναστήρι του, στον Κουμπέ.

    Άντρες, γυναίκες και παιδιά ανηφόριζαν καθημερινά στην κυψέλη αυτήν της χάριτος, για να ακούσουν λόγο, να εξομολογηθούν ή να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ζωγραφικής που παρέδινε καθημερινά ο ασκητικός ιερομόναχος σε κείνες τις δύσκολες ημέρες του πολλαπλά στερημένου προπολεμικού (1936- 40) αλλά και μεταπολεμικού Ρεθύμνου.

    Ήταν και αυτό ένας συρμός, μια μόδα της εποχής, στο πλαίσιο εξευρωπαϊσμού του τόπου, που παρατηρούνταν ήδη από τα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας, κάτω από την επήρεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο νησί, με έφεση, κυρίως, προς τη διδασκαλία γαλλικών, ζωγραφικής και πιάνου στα παιδιά. Ως κάτι το καινούριο στην πόλη του Ρεθύμνου, τον καιρό εκείνο, και η διδασκαλία των Καλών Τεχνών (Ζωγραφικής- Αγιογραφίας) από τον Νέστορα Βασσάλο, εντάχθηκε σε αυτό το γενικότερο κλίμα και το ενδιαφέρον των Ρεθεμνιωτών, όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε αμέριστο και ζωηρό, με όλα, ασφαλώς, τα περαιτέρω οφέλη, που σήμαινε αυτή η επικοινωνία των Ρεθεμνιωτών νέων με την Τέχνη αλλά και την αγιορείτικη πνευματικότητα, την οποία ο Νέστωρ μετέφερε στη μικρή, τότε, πόλη του Ρεθύμνου. Ο Νέστωρ, μάλιστα- όπως βλέπουμε και από σχετική επιγραφή σε ιστορική φωτογραφία που σώζεται στο Μοναστήρι του στον Κουμπέ- είχε συστήσει άτυπα και «Όμιλο Ερασιτεχνών Ζωγράφων», που μετρούσε άνω των εκατό μαθητών, σε εκείνη τη μίζερη και πολλαπλά στερημένη εποχή του μεσοπολεμικού Ρεθύμνου (εικ. 4).

Εικ. 4. Μια ιστορική φωτογραφία με τον νεότερο Ιδρυτή της Μονής Σωτήρος, Νέστορα Βασσάλο, και τους μαθητές του στη ζωγραφική (1927)
       Το πρώτο εργαστήρι διδασκαλίας της ζωγραφικής, περί το έτος 1915, ο Νέστωρ το είχε στήσει στο οίκημα τής οδού Πάνου Κορωναίου, απέναντι ακριβώς από την οδό Σμύρνης, στην περιοχή της Σωχώρας. Αργότερα, τα μαθήματά του συνέχισε να τα παραδίδει και στον μικρό οικίσκο, που σώζεται μέχρι σήμερα, πλάι στο σπηλαιώδες ναΰδριο τού αγίου Σπυρίδωνος, ΒΑ τού σημερινού μοναστηριού, του οποίου χώρου μικρό τμήμα ιδίοις εξόδοις είχε αγοράσει και εγκαταβιούσε εκεί υπό τύπον μικρού ασκητηρίου.

     Όλα αυτά θα μπορούσαν, ασφαλώς, να αναδείξουν τον Γέροντα Νέστορα Βασσάλο σε θρησκευτικό και πολιτιστικό παράγοντα τού τόπου. Γιατί η δράση αυτή του Νέστορος ανάμεσα στους Ρεθυμνιώτες θεωρούμε ότι σαφώς καταδεικνύει ότι ο καλόγερος αυτός είχε βαθιά μέσα του την επίγνωση τόσο της πνευματικής όσο και της κοινωνικής και εγκόσμιας διάστασης του Χριστιανισμού. Και μόνη η παρουσία του στην πόλη τού Ρεθύμνου εξασκούσε κάτι σαν μαγεία, ενθουσίαζε και μαγνήτιζε στο πέρασμά του τους Ρεθεμνιώτες, που τον σέβονταν αληθινά και τον υπεραγαπούσαν.

     Ο Νέστωρ Βασσάλος κοιμήθηκε τον ύπνο των δικαίων στην κλινική τού Γρηγορίου Δάνδολου, στις 4 Ιανουαρίου 1957, σέ ηλικία 85 ετών.

Η πολιορκία του πύργου των Λιθινών, Σητείας (Δεκέμβριο 1828)

 

Στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα

 

 

Η πολιορκία του πύργου των Λιθινών, Σητείας

(Δεκέμβριο 1828)

 

 

        ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

      www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Στο χωριό Λιθίνες, τον Δεκέμβριο του 1828, μέσα σε ένα παλιό ισχυρότατο βενετσιάνικο πύργο, που ανήκε στην φεουδαρχική οικογένεια του Φραγκίσκου Βλάχου, πρόφτασαν και κλείστηκαν εκατό σαράντα οπλισμένοι Τούρκοι και διακόσια πενήντα γυναικόπαιδα, περί τα τετρακόσια, δηλαδή, άτομα συνολικά. Οι χριστιανοί επαναστάτες τους πολιορκούσαν επί τρία συνεχή ημερονύχτια.

Στην επιχείρηση αυτήν έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στρατάρχη Τσουδερό και οι Αγιοβασιλειώτες, ενώ εν μέσω αυτών ο Νίκος Φασατάκης αναφέρει ονομαστικά και τον Σελλιανό Κωνσταντίνο Δ. Τσουρμπάκη, που- όπως φαίνεται από τα πιστοποιητικά του- στα 1828 συμμετείχε, πράγματι, στη συγκεκριμένη εκστρατεία[1]. Όπως, μάλιστα, διηγείται με συντομία ο ίδιος ο Τσουρμπάκης, όταν έφτασαν στη Σητεία, οι Τούρκοι κλείστηκαν στον Πύργο των Λιθινών και τους πολιορκούσαν για τρεις ημέρες συνεχώς. Οι επαναστάτες τούς έδιναν όρκους και υποσχέσεις για τη σωτηρία τους, αν παραδίνονταν, αλλά αυτοί δεν είχαν το θάρρος, αλλά ούτε και έδιναν πίστη στις υποσχέσεις τους, για να παραδοθούν. Στο τέλος οι επαναστάτες γκρέμισαν τον πύργο και τους έκαψαν όλους όσοι ήταν μέσα[2].

Ας παρακολουθήσουμε, όμως, λεπτομερέστερα τη διήγηση των παραπάνω γεγονότων, στην οποία τον ενεργό ρόλο διαδραμάτισε ο Αγιοβασιλειώτης Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός (εικ.). Στις τρεις, λοιπόν, μέρες που πολιορκούσαν τον πύργο οι επαναστάτες έπεσαν δεκατέσσερις από αυτούς και πληγώθηκαν αρκετοί, ενώ οι εχθροί ήταν, οπωσδήποτε, ασφαλέστεροι και καλώς οχυρωμένοι μέσα στον τριώροφο πύργο. Στο πρώτο και δεύτερο πάτωμα βρίσκονταν οι ένοπλοι και απέκρουαν τους χριστιανούς, οι δε απόλεμοι και τα γυναικόπαιδα βρισκόταν στο τρίτο. Ένιωθαν, λοιπόν, ασφαλείς, γι’ αυτό και δεν υπάκουαν στις προσκλήσεις των χριστιανών για παράδοση[3].

Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός

 Ο Τσουδερός, τότε, βιάστηκε να δώσει ένα τέλος στην πολιορκία, γιατί ήθελε να προλάβει δυο κακά. τη βοήθεια, αφενός, των Τούρκων από την Ιεράπετρα και το Ηράκλειο και τη σωτηρία, αφετέρου, των λοιπών Τούρκων που δεν είχαν προφτάσει να φύγουν, αλλά είχαν καταφύγει σε άλλους γειτονικούς πύργους. Κάθε καθυστέρηση μπορούσε να τους δώσει αυτόν τον καιρό που ζητούσαν, γι’ αυτό ο ίδιος ο Τσουδερός, προσωπικά, αφού νύχτωσε τη δεύτερη μέρα, πήρε μια σπουδαία πρωτοβουλία, προκειμένου να τους εκβιάσει. πλησίασε τον πύργο άνοιξε ένα όρυγμα στα θεμέλιά του και τοποθέτησε μέσα μια στάμνα γεμάτη μπαρούτι με μακρό φυτίλι. Αφού απομακρύνθηκε αρκετά έδωσε φωτιά, αλλά το μπαρούτι δεν μπόρεσε να χαλάσει τον δυνατό παλιό πύργο. Η σάπια, όμως, ξυλεία του πήρε σε κάποια σημεία φωτιά, η οποία γρήγορα απλώθηκε και σε όλο το υπόλοιπο κτίριο. 

Τότε άκουγες θρήνους και οδυρμούς από τα κλεισμένα γυναικόπαιδα, ενώ απεγνωσμένες ήταν και οι προσπάθειες των ανδρών, που άλλοι συνέχιζαν να πολεμούν παλικαρίσια τους πολιορκητές τους και άλλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά, που είχε αρχίσει να απλώνεται επικίνδυνα, με ό,τι μέσο είχαν στη διάθεσή τους. Έτσι, μέσα στον πανικό και τη ζάλη τους, τη στιγμή εκείνη, δημιούργησαν οι ίδιοι το μεγάλο κακό, όταν, κάποια στιγμή, αντί για νερό έριξαν προς κατάσβεση της φωτιάς ένα πιθάρι ρακή, που βρέθηκε μέσα στο πύργο και το εξέλαβαν ως… νερό! Η φωτιά τότε φούντωσε και τεράστιες γλώσσες οι φλόγες έζωσαν κυριολεκτικά και κατέτρωγαν τον πύργο. Όμως, ούτε και τότε οι πολιορκούμενοι, ούτε για μια στιγμή, δεν διανοήθηκαν να ανοίξουν τις πόρτες και να παραδοθούν!

-Παραδοθείτε, μωρέ, για να γλυτώσετε, τους φώναζαν απ’ έξω οι επαναστάτες. Δεν λυπάστε τα παιδιά σας;

- Καλιά θα καούμε ούλοι μας, παρά να πέσομε στα χέρια σας![4]

Και πραγματικά κάηκαν όλοι τους, ηρωικοί απόγονοι μιας δυνατής γενιάς, που και αν τους απομάκρυνε η θρησκεία, κρατούσαν, όμως, αρκετά από τα ηρωικά χαρακτηριστικά των προγόνων τους. Ο αριθμός των φονευθέντων Τούρκων στον πύργο του χωριού Λιθίνες ανέρχεται στους 400, που πέθαναν όλοι με την ανατίναξή του από τον Στρατάρχη Γ. Τσουδερό. Μόνο μια γυναίκα σώθηκε, που στην απελπισία της πήδηξε από ψηλά στα στρώματα που έσπευσαν οι Έλληνες και της έστρωσαν καταγής. 

------------------

[1] Φασατάκης, Νίκος, Η τ. επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, Αθήνα 2003, 72 και Φασατάκης, Νίκος, Αγωνιστές και θύματα της τ. Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα 2001, 116- 117. Εν μέσω δεκάδων αγωνιστών και θυμάτων της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, ο εν λόγω Κωνσταντίνος Δ. Τσουρμπάκης είναι ο μόνος τόσο παλαιός αγωνιστής, από τα χρόνια της επανάστασης του Εικοσιένα.

[2] Φασατάκης, Νίκος 2001: 116- 117.

[3] Κριτοβουλίδης, Κ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 461.

[4] Κριτοβουλίδης, Κ. 1859: 461. Μουρέλλος, Ι. Δ., Ιστορία της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειον Κρήτης 1932, 1067- 1068. Όλως διαφορετικά διηγείται τα γεγονότα ο σφακιανός Γρηγόριος Παπαδοπετράκης, που την πράξη του Στρατάρχη Γ. Τσουδερού, να πυρπολήσει τον πύργο των Λιθινών, βάζει τον εκ Μουρίου σφακιανό Γεώργιο Πλάτση να την κάνει (Παπαδοπετράκης, Γρηγόριος, Ιστορία των Σφακίων, ήτοι μέρος τής Κρητικής Ιστορίας, Εν Αθήναις 1888, 413). Πβ. και Ψιλάκης, Βασίλειος, Ιστορία τής Κρήτης, μεταγλωττισμένη υπό Ν. Αγκαβανάκη, τ. Δ΄, εκδόσεις «Αρκάδι», Αθήναι χ.χ., 52, υποσ. 1.