Κωστής Ηλ. Παπαδάκης * Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα * * * Κριτική του Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ * Καθηγητή Λαογραφίας

 


Κωστής Ηλ. Παπαδάκης


Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου

 στην Επανάσταση του Εικοσιένα*

Ρέθυμνο 2022, σελ. 174.

 

Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Καθηγητής Λαογραφίας

Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας

Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Κοσμήτορας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών

του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

 

            Πρόκειται για μελέτη τοπικής ιστορίας, της οποίας ο υπότιτλος είναι απολύτως ενδεικτικός: «Με ενεργό συμμετοχή Αγιοβασιλειωτών στα κυριότερα πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης στην Κρήτη, 1821 – 1830». Μετά τους χαιρετισμούς (σ. 11), τον πρόλογο (σ. 13) και την εισαγωγή (σ. 15), η ύλη του τόμου διαρθρώνεται σε 36 επιμέρους μικρά κεφάλαια, όπου εξετάζονται συγκεκριμένα ζητήματα, η συμβολή ιδρυμάτων, όπως η μονή Πρέβελη και προσωπικοτήτων, όπως ο Γεώργιος Τσουδερός, ο ηγούμενος Μελχισεδέκ, οι μάχες του αγώνα, όπως οι μάχες στον Καψαλέ του Σπηλίου (1821) ή στα Ακόνια του Βρύσινα (1822), ο ρόλος των Οθωμανών ηγετών, οι διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του αιγυπτιακού στρατού, οι εκστρατείες, οι πολιορκίες και τα ολοκαυτώματα.

Η διήγηση, στηριγμένη σε έγγραφα, μαρτυρίες, βιβλιογραφία, αλλά και μια κριτική ανάγνωση μνημείων και προσωπικοτήτων, ολοκληρώνεται με τα σχετικά με το τέλος της Επανάστασης, το 1830 (σ. 158), με επίλογο (σ. 159), βιβλιογραφία (σ. 161), ευρετήριο (σ. 165), αλλά και αναγραφή της προγενέστερης εργογραφίας του συγγραφέα, ο οποίος είναι δόκιμος και έγκυρος ερευνητής της κρητικής ιστορίας και λαογραφίας, που ως σήμερα μας έχει δώσει πλήθος μελετών.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο μαρτύριο των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων, στις 28 Οκτωβρίου 1824 (σ. 103), στη συμβολή ναών και μονών, όπως η Παναγία η Θυμιανή (σ. 49), και οι αναφορές στα παράλληλα γεγονότων των πόλεων, ιδιαιτέρως μάλιστα του Ρεθύμνου (σ. 92).

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται για μια εμπεριστατωμένη και άρτια μελέτη, πραγματική επιστημονική συμβολή στην γνώση της κρητικής ιστορίας, και μάλιστα των επαναστατικών γεγονότων στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στη μεγαλόνησο, που αν και δεν οδήγησαν άμεσα στο επιθυμητό αποτέλεσμα της απελευθέρωσης του νησιού από τον οθωμανικό ζυγό, εντούτοις έδειξαν, για μια ακόμη φορά, τη γενναιότητα, την αποφασιστικότητα και το ζέον εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Κρητικών.


* Βιβλιοκρισία από το περιοδ. «Εκκλησιαστικός Φάρος», Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

 


ΧΡΥΣΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ * ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Α. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ * * * Δροσερή της φυλλωσιάς σκιά * Ο Ακάθιστος Ύμνος σε νεοελληνική μεταγραφή

 


ΧΡΥΣΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Α. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

 

Δροσερή της φυλλωσιάς σκιά

Ο Ακάθιστος Ύμνος

σε νεοελληνική μεταγραφή

[Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2023, σχ. 8ο (21 Χ 15), σσ. 204]



          ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

        www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, μεστό και τεκμηριωμένο το παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό νέο σύγγραμμα, υπό τον ποιητικότατο τίτλο «Δροσερή της φυλλωσιάς σκιά- Ο Ακάθιστος Ύμνος», που γνώρισε τον παρελθόντα Φεβρουάριο το φως της δημοσιότητας. Πρόκειται για ένα σημαντικό πόνημα, μια πραγματικά προσεγμένη περί τον «Ακάθιστο Ύμνο» επιστημονική μελέτη, που ενημερώνει, αξιολογεί, οριοθετεί και κατευθύνει προς ευρεία γνώση αλλά και ψυχική ωφέλεια του αναγνώστη.

 Δημιουργοί του οι Χρύσα Κοντογεωργουπούλου και ο Διονύσιος Α. Μαμαγκάκης, πτυχιούχοι και οι δύο και διδάκτορες βυζαντινολόγοι, του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πλούσιο συγγραφικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο σε προγράμματα, κυρίως, του ΕΚΠΑ, ενώ, περιπλέον, ο Δ. Μαμαγκάκης, πρέπει να το σημειώσουμε εδώ ότι- ως και εκ του ονόματος καθίσταται φανερόν- είναι Ρεθύμνιος στην καταγωγή, από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, γιος του Ρεθεμνιώτη συνταξιούχου θεολόγου, συγγραφέως και ιερέως του ι. ναού του Αγίου Διονυσίου, της Μητροπόλεως Πειραιώς, π. Ανδρέα Ηλ. Μαμαγκάκη, του οποίου στο παρελθόν έχουμε, επίσης, παρουσιάσει βιβλία από τον τοπικό τύπο, με τελευταίο την ενδιαφέρουσα μυθιστορία του υπό τον εντυπωσιακό τίτλο «Οι κορυφαίοι του Μακρύ Στενού».

Αυτοί, λοιπόν, οι δύο διδάκτορες βυζαντινολόγοι ένωσαν τις επιστημονικές τους δυνάμεις, ο ένας (ο Δ. Μαμαγκάκης) περί την ιστορική του θέματος μελέτη και εξέταση και η άλλη (η Χ. Κοντογεωργοπούλου)- βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών Ποιήτρια- περί τη λογοτεχνική και ποιητική του έργου μεταγραφή και απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα και το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους υπήρξε, τωόντι, πρωτότυπο και εντυπωσιακό.

 Ο «Ακάθιστος Ύμνος», ο «Εθνικός»- κατά τον κ. Μαμαγκάκη από το α΄ μισό του 7ου αιώνα- «Ύμνος» της Ρωμιοσύνης (της ελληνικής ταυτότητας, δηλαδή,  κατά τη βυζαντινή εποχή, που είχε ήδη διαμορφωθεί), αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, το θεολογικότερο, λυρικότερο και, ασφαλώς, το δημοφιλέστερο λογοτεχνικό κατόρθωμα της βυζαντινής Υμνογραφίας. Πρόκειται για ένα εγκώμιο και δοξολογία και ικεσία μαζί στη Μητέρα του Θεού, την αγιότερη και δημοφιλέστερη μορφή του χριστιανικού αγιολογίου, που εξακολουθεί για δεκατρείς και περισσότερο αιώνες να είναι κατά την περίοδο των ακολουθιών της Μ. Τεσσαρακοστής- της κατανυκτικότερης περιόδου του ορθοδόξου εκκλησιαστικού έτους- σε ενεργό λειτουργική χρήση σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και να γεμίζει τις καρδιές των πιστών με ευφροσύνη και κατάνυξη.

 Η βαθιά ενασχόληση των εν λόγω βυζαντινολόγων με τα προβλήματα της βυζαντινής Υμνογραφίας δικαιολογεί, ασφαλώς, όπως και οι ίδιοι εξομολογούνται, και την παρούσα δοκιμή τους για τον «Ακάθιστο Ύμνο» και τα προβλήματά του, που είναι και πολλά και δυσεπίλυτα, ενώ κάποια από αυτά εξακολουθούν, δυστυχώς, να παραμένουν άλυτα.

Ο Δ. Μαμαγκάκης, αφενός, με την ιστορική μελέτη τού έργου διεισδύει βαθιά στο θέμα και επιχειρεί μια λεπτομερειακή αναψηλάφηση των ιστορικών προβλημάτων των σχετιζομένων προς τη μορφολογία, το περιεχόμενο, τη χρονολόγηση (έργο, μάλλον, της προ ρωμανικής περιόδου, παρότι η συναξαριακή παράδοση συνδέει το κείμενο με την πολιορκία της βυζαντινής πρωτεύουσας από τους Αβαροσλάβους, το 626) και τον Ποιητή του Ύμνου, που παραμένει άγνωστος, αφού και αυτός ο φερόμενος Ρωμανός ο Μελωδός αμφισβητείται. Εξετάζει, περαιτέρω, το θέμα του με σαφήνεια, εκφραστική πληρότητα και επιστημονική ευσυνειδησία και ακρίβεια και προσάγει μετά από διεξοδική και σε βάθος έρευνα και νέα στοιχεία, ώστε η εργασία του να χαρακτηρίζεται για την πρωτοτυπία της, την  πληρότητα και αρτιότητά της.

 Η Χ. Κοντογεωργουπούλου, αφετέρου, μας προτείνει μια πραγματικά εξαιρετική λογοτεχνική απόδοση των κεντρικών υμνογραφικών έργων του τυπικού των Χαιρετισμών σε νεοελληνική μεταγραφή (συνοδευόμενη και με πλούσια σχόλια), δηλαδή του Κανόνα του Ιωσήφ του Υμνογράφου (9ος αιώνας) και των εικοσιτεσσάρων Οίκων του κοντακίου του Ακαθίστου, καθώς και του β΄ προοιμίου («Τη Υπερμάχω», που αποτέλεσε, ουσιαστικά, πολεμικό παιάνα για κάθε κρίσιμη του Γένους της Ρωμιοσύνης περίσταση) και του αριστουργηματικού θεοτοκίου («Την Ωραιότητα της παρθενίας σου»), που κλείνει την Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου. 

Επίσης, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα- κυρίως για τον ειδικό επιστήμονα- κρίνουμε και την παράθεση από τον Δ. Μαμαγκάκη πολλών και ποικίλων κρίσεων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων σε επίμαχα και προβληματικά σημεία του Ύμνου, που, συχνά, αποτελούν θέμα αμφισβήτησης μεταξύ των ειδικών και έντονης απορίας ακόμα και μεταξύ αυτών των απλών αναγνωστών. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, επίσης, θεωρούμε και την εξαιρετική λογοτεχνική απόδοση του Ύμνου από την Χ. Κοντογεωργοπούλου, στην οποία κυριαρχούν και γοητεύουν αισθητικά οι θαυμάσιες ομοιοκαταληξίες, παρηχήσεις, παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις και προσωποποιήσεις, που κατάφερε και διαφύλαξε ανέπαφες κατά τη μεταγραφή, ενώ- όπως προλογικά, σημειώνει και η ίδια- πολλή προσπάθεια έγινε προκειμένου να αποδώσει κάποιες λέξεις και εκφράσεις χωρίς να «χαλάσει» το μέτρο και τον ρυθμό ή προκειμένου να βρει την κατάλληλη λέξη, για μεταγραφή της στη Νέα Ελληνική, λέξεων του Ύμνου όπως: Παρθένος, παρθενία, Θεοτόκος, του ρήματος, για παράδειγμα, «νεουργείται» ή της γνωστής έκφρασης «χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε» κ.λπ. Και στο σημείο αυτό χρειάστηκε να εργαστεί περισσότερο ως ποιήτρια ή βυζαντινολόγος, όπως η ίδια ομολογεί. Σημαντικά, τέλος, κρίνουμε και τα στοιχεία του έργου που αφορούν στον Ακάθιστο Ύμνο και στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη (εικονογραφία και μελοποιία), καθώς και το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορικής μελέτης του Δ. Μαμαγκάκη, που προσλαμβάνει επετειακό, μάλλον, χαρακτήρα, σε σχέση με τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα.

 Μετά από όλα αυτά, η εν λόγω έκδοση του «Ακαθίστου Ύμνου» αποτελεί, θεωρώ, μιαν από τις εξέχουσες ελληνικές, αυστηρά επιστημονικές εκδόσεις του έργου, με χρήση μιας πλούσιας τετράγλωσσης ξένης βιβλιογραφίας, πράγμα που επιδαψιλεύει στους δημιουργούς της μεγάλη τιμή, για την οξυδέρκεια και την ποιότητα της δουλειάς τους και εγγυάται ότι θα προσελκύσει έντονο το ερευνητικό περί τον «Ακάθιστο Ύμνο» ενδιαφέρον όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της διεθνούς κοινότητας.

 Η εν λόγω μελέτη απευθύνεται πρωτίστως στον ερευνητή της θεολογικής και φιλολογικής επιστήμης και δη της Βυζαντινής Φιλολογίας και των σχετικών της Θεολογίας κλάδων, όμως, παράλληλα, έχει πολλά να επιδαψιλεύσει και στον απλό αλλά φιλομαθή αναγνώστη, ενημερώνοντάς τον με έγκυρες απαντήσεις σε πολλά άκρως ενδιαφέροντα και σημαντικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, το γιατί ο εν λόγω Ύμνος ονομάστηκε «Ακάθιστος» ή περί των ιδιαιτέρων γνωρισμάτων του (κοντακίων, προοιμίων, εφυμνίων κ.λπ.) ή, τέλος, και με πλείστα άλλα γενικότερα στοιχεία γύρω από τη βυζαντινή πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη- μια πραγματική από τον 7ο αιώνα Θεοτοκούπολη- στις κυριότερες περιόδους της ιστορικής της πορείας, στα χρόνια, δηλαδή, του Ηρακλείου, του εμβληματικού σταυροφόρου (610 - 641 ), των Κομνηνών (1081 - 1185) και των Παλαιολόγων (1269- 1453).

 Θερμά, όθεν, συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τους δύο παραπάνω συντελεστές τού ωραίου αυτού και πολύμοχθου έργου γι’ αυτήν τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά τους. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στην πνευματική και πολιτισμική τού Τόπου κληρονομιά είναι, νομίζω, εκείνη που τους καθοδήγησε και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η προσπάθειά τους, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα τής ψυχής τους.

Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης * * * ΣΤΟΥ ΑΪ- ΜΗΝΑ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ * (τόμ. 2)

 

Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης

 

ΣΤΟΥ ΑΪ- ΜΗΝΑ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

(τόμ. 2)

 

[Εκδόσεις «ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗ», Ηράκλειο 2023, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 200]


Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

  http://ret-anadromes.blogspot.com

  

 Ο Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης, από τον Χόνδρο της Βιάννου, με το γλυκύτατο ψευδώνυμο του «Κάστρου Ταχυδρόμος», στο τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Στου Αϊ Μηνά το Κάστρο», παρουσιάζει, μέσα από μια σειρά ιστορικών διηγήσεών του, τη ζωή των παλιών Ηρακλειωτών, των Ηρακλειωτών που έκτισαν και τράνωσαν την πολιτεία τους στα χρόνια πριν και αμέσως μετά την Κατοχή, ανεβάζοντας και κρατώντας τον πήχη της προόδου πολύ ψηλά και δημιουργώντας το σημερινό Ηράκλειο, το Ηράκλειο της οικονομικής και πολιτιστικής ευημερίας.

Με τις διηγήσεις του αυτές ο φίλος συγγραφέας ζωντανεύει, περαιτέρω, και αναζωογονεί ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης του Μεγάλου Κάστρου Ιστορίας. Με τα πιο εύγλωττα, ζωντανά και καθάρια χρώματα ανασταίνει ανθρώπους, παλιούς Ηρακλειώτες, που ανταλλάσσανε «καλημέρες» αγάπης στους τότε ζωντανούς και πολυσύχναστους δρόμους της πολιτείας και μέσα στον αγώνα της καθημερινής τους βιοπάλης, προκειμένου να διασφαλίσουν το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Όλοι αυτοί ήταν οι άνθρωποί του, οι δικοί του άνθρωποι, που τον υποδέχτηκαν, τον αγκάλιασαν και τον αγάπησαν ειλικρινά όταν, μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, έφτασε ξένος και αναζητητής ενός καλύτερου μέλλοντος από το ξέμακρο χωριό του, τον Χόνδρο της Βιάννου, στην πόλη του Μεγάλου Κάστρου και διορίστηκε ως ταχυδρομικός διανομέας, ειδήσεων «κουβαλητής», στο εκεί ταχυδρομείο. Τη στιγμή εκείνη ξεκινούσε ένα επάγγελμα που δεν μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι θα το αγαπούσε τόσο πολύ. Άνθρωπος ελεύθερος, ευγενικός, δραστήριος και κοινωνικός έζησε ανεπανάληπτες στιγμές ψυχικής ευεξίας και χαράς από τις δυνατότητες που του έδινε το νέο του αυτό επάγγελμα με το να επικοινωνεί και να γνωρίζει ανθρώπους, περνοδιαβαίνοντας καθημερινά από τους κεντρικότερους δρόμους της μεγάλης καστροπολιτείας, εκεί γύρω από το ιστορικό της κέντρο, και στον πιο κεντρικό της περιοχής δρόμο, την οδό της 25ης Αυγούστου. Ο δρόμος αυτός, με τον περίφημο ναό του αγίου Τίτου και τα περήφανα νεοκλασικά κτίρια και καταστήματά του, ήταν η οδός των τραπεζών, των πρεσβειών και των ναυτιλιακών και τουριστικών γραφείων. Και κοντά σε αυτά, ήταν, να σημειωθεί, και ο μοναδικός δρόμος της Καστροπολιτείας, που οδηγούσε από το λιμάνι στο κέντρο της πόλης και το αντίθετο και η δυνατότητα αυτή του έδινε και μιαν άλλη αξία. Ήταν, πώς να το κάνουμε, ο δρόμος του μισεμού και του καλοσωρίσματος, όπως χαρακτηριστικά τον σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκεί ο Δ. Θεοδοσάκης γνώρισε όλη την οικονομική και πολιτιστική αφρόκρεμα της καστροπολιτείας, το αρχοντολόι της εποχής. Ανάπτυξε σχέσεις φιλίας μαζί τους και, επικοινωνιακός τύπος όπως ήταν, χαιρόταν αυτήν την επικοινωνία κι ένιωθε βαθιά μέσα στην ψυχή του απεριόριστη χαρά και ευτυχία. Και όλα αυτά τα σημειώνει με έξοχο τρόπο, απαθανατίζοντάς τα σε ποίημά του με τον τίτλο «Αποχαιρετισμός», που ανάρτησε στον πίνακα των ανακοινώσεων του Ταχυδρομείου την τελευταία μέρα της συνταξιοδότησής του.    

 Eυτυχώς, όμως, που υπάρχει η νοσταλγία, αυτή η πανανθρώπινη δυνατή «αδυναμία», που ξαναφέρνει τους απομακρυσμένους οδοιπόρους στο όνειρο και στα πρώτα βήματα της ζωής. Και στο βιβλίο τού Δ. Θεοδοσάκη η δύναμη αυτή, η νοσταλγία για τα παλιά, είναι που μεγαλώνει το όνειρο και προετοιμάζει και προδιαθέτει για την πνευματική σοδειά που θα επακολουθήσει. Γιατί το παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό βιβλίο, από μακριά μυροφόρο και έντονα αισθαντικό, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μικρό «αντιδώρημα» του συγγραφέα- είκοσι χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του- προς όλα εκείνα τα πολλά και ωραία που του χάρισε κι εκεινού το σπουδαίο αυτό χτες της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αυτές τις ακατάλυτες μνήμες επέλεξε κι έπλεξε ο συγγραφέας σ’ ένα «ματσάκι αλησμονιάς», σ’ ένα πνευματικό κι ευώδες τριαντάφυλλο, προκειμένου να το δωρίσει και να το κρατήσουν στα χέρια τους οι παλιοί του εκείνοι φίλοι σαν έναν μεγάλο ευχαριστήριο «αποχαιρετισμό», αλλά και οι νεότεροι και όλοι εκείνοι που μέλλεται να έρθουν, για να δουν και εκείνοι και να μάθουν για τη ζωή του μόχθου και της αρετής των προγόνων τους, των παλιών Ηρακλειωτών.

 Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εμπειρίας και η ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή αυτήν του Δημήτρη Θεοδοσάκη την αμεσότητα του ρεαλισμού και τη λεπτότητα των αισθημάτων για την πατρώα γη και τους αγαπημένους του συμπολίτες. Και είναι γεγονός ότι ένας ολόκληρος κόσμος ξεπηδά ολοζώντανος μπροστά στα μάτια μας μέσα από τις ρεαλιστικές αυτές διηγήσεις, ενώ η εσωτερικευµένη πραγματικότητα επιτρέπει, συχνά, λυρικές εξάρσεις υποκειμενικών βιωμάτων, υποκινούμενων από μιαν έντονη συναισθηματική τού συγγραφέα φόρτιση, χωρίς, πάντως, να αναιρείται ποτέ ο ρεαλισµός των διηγήσεων ούτε η αυθεντικότητα της πραγματικότητας.

  Με το παρουσιαζόμενο βιβλίο του, ο Δημήτρης Θεοδοσάκης καταφέρνει να ζωντανέψει τη ζωή δεκατεσσάρων ανθρώπων μέσα από τις αφηγήσεις σαράντα δυο (!) γνωστών και φίλων του αφηγητών και από δεκάδες αυθεντικές φωτογραφίες, με ήρωες και πρωταγωνιστές πρόσωπα υπαρκτά, που τα περισσότερα από αυτά, αν δεν πρόκειται για προγόνους τους που έχουν προ πολλού φύγει από τη ζωή, και ο ίδιος τα συνανεστράφη στα πενήντα, τόσα, χρόνια που έζησε ανάμεσά τους. Ανθρώπους τόσο του μόχθου, όσο και της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής του Ηρακλείου, πανεπιστημιακούς, εμπόρους και βιοπαλαιστές. Δειγματικά αναφέρουμε τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Καποδιστριακού  Πανεπιστημίου Γεώργιο Γρατσέα, τον προοδευτικό και σπουδαίο οφθαλμίατρο Γιώργο Ι. Μαρκάκη, δημιουργό του περίφημου Λαογραφικού Μουσείου «Λυχνοστάτης», τον ρεθεμνιώτη Σπύρο Χιωτάκη, από τη Μύρθιο Ρεθύμνου, εκεί στα πόδια του Βρύσινα, παρά το φράγμα των Ποταμών, που ίδρυσε το τουριστικό Γραφείο Solmas Tours, με ένα ολόκληρο στόλο τουριστικών πούλμαν για τη μεταφορά των τουριστών ανά τη Μεγαλόνησο, τον Μανόλη Ματθαιακάκη, τελευταίο καφετζή στην κεντρική οδό της 25ης Αυγούστου, τον σπουδαίο κλασικό φιλόλογο και συγγραφέα, Κωστή Στεφανάκη, που με τη ζωή και την πολιτεία  του δίδαξε τον πατριωτισμό, τη γνώση και την αρετή, τον Αγκόπ Καζαντζιάν και τη γυναίκα του Σύλβια, που, για να σωθούν από την γενοκτονία των Τούρκων, οδηγήθηκαν από τη Μικρασία στο Ηράκλειο, όπου δραστηριοποιήθηκαν διατηρώντας κατάστημα υποδημάτων και άλλους πολλούς συμπολίτες του, με τη δική του μεγάλη ή μικρή του ιστορία ο καθένας.

 Τα θερμά μου, και πάλι, συγχαρητήρια στον αγαπητό μου φίλο Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, τον όμορφο αυτόν του «Κάστρου Ταχυδρόμο» και για την παρούσα πολύτιμη προσφορά του στα κρητικά γράμματα και τη νεότερη του Μεγάλου Κάστρου ιστορία. 

ΑΝΝΑΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ * * * ΔΕΝ ΜΑΤΩΣΑ ΕΓΩ ΤΙΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ * * Μουσικοθεατρική αφήγηση: Άννα Μπιθικώτση * Τραγούδι: Σωτήρης Δογάνης- Κατερίνα Μεγάλου

 ΑΝΝΑΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

 

ΔΕΝ ΜΑΤΩΣΑ ΕΓΩ ΤΙΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ

[Εκδόσεις ΚΟΥΡΟΣ, Αθήνα 2023, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 152]


Μουσικοθεατρική αφήγηση: Άννα Μπιθικώτση

Τραγούδι: Σωτήρης Δογάνης- Κατερίνα Μεγάλου

 

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

     Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο βιβλίο της συγγραφέως και ποιήτριας κ. Άννας Μπιθικώτση, με τον πρωτότυπο και ποιητικότατο τίτλο: “Δεν μάτωσα εγώ τις παπαρούνες”. Η Άννα Μπιθικώτση είναι πολύ γνωστή και αγαπητή και στην πόλη μας, το Ρέθυμνο, όχι μόνο για τη σπουδαία καλλιτεχνική της καταγωγή- κόρη του μεγάλου εκείνου βάρδου, του θρύλου του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, του Γρηγόρη Μπιθικώτση- που συνεχίζει και καταξιώνει το όνομά του στον χώρο της τέχνης, ως διακεκριμένη συγγραφεύς και ποιήτρια, αλλά και για τη στενή καλλιτεχνική συνεργασία της με τον γνωστό Ρεθεμνιώτη καλλιτέχνη Σωτήρη Δογάνη, πράγμα που την κάνει να επισκέπτεται συχνά την πόλη μας.

Άννα Μπιθικώτση (στο κέντρο), Σωτήρης Δογάνης, Κατερίνα Μεγάλου

Καλοί φίλοι από το παρελθόν είχα την ευκαιρία μαζί και την τιμή να παρουσιάσω το καλλιτεχνικό διαμέτρημά τους πριν από οκτώ χρόνια (Απρίλη 2015), από την κοσμοπλημμυρισμένη αίθουσα του Ωδείου της πόλης μας, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας, τότε, της σπουδαίας δισκογραφικής δουλειάς του Σωτήρη Δογάνη υπό τον τίτλο: “Με τα φτερά της Ρίζας”, έναν ψηφιακό δίσκο με ριζίτικα τραγούδια. Και κατέτασσα, θυμάμαι, το έργο του αυτό στη χορεία των αξιολογότερων δισκογραφικών εργασιών στο όνομα της μεταλαμπάδευσης των Αρχών τής Παράδοσης, του Πολιτισμού και της Κρητικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η ίδια αυτή εκδήλωση επαναλήφθηκε, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, και στην Καλή Συκιά, Ρεθύμνου.

Με τη μορφή μουσικοθεατρικής παράστασης παρουσιάστηκε προχτές, Δευτέρα 3 Απριλίου, με μια θαυμάσια εκδήλωση μουσικής και λόγου, από την αίθουσα του ι. ναού των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων της πόλης μας και το προαναφερθέν τελευταίο βιβλίο της λαμπρής και καταξιωμένης συγγραφέως και ποιήτριας Άννας Μπιθικώτση.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κούρος», στηρίζει με τις πωλήσεις του τις δράσεις και τον σκοπό του «Συνδέσμου Μελών Γυναικείων Σωματείων Ηρακλείου και Νομού Ηρακλείου», καθώς και τον «Ξενώνα Κακοποιημένης Γυναίκας και Παιδιού» και είναι αφιερωμένο στον Χρυσό Ολυμπιονίκη Πύρρο Δήμα, το απόλυτο σύμβολο του νικητή που όλοι κρύβουμε μέσα μας!

Η όλη εκδήλωση τελούσε υπό την αιγίδα της Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και προλογίστηκε κατάλληλα, με λόγο μεστό και τεκμηριωμένο, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Πρόδρομο, ενώ την παρουσίαση του όλου προγράμματος έκανε ο τέως Αντιδήμαρχος Πολιτισμού και Υπεύθυνος του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου, Βαγγέλης Στεφανάκης.

    Η βραδιά υπήρξε, τωόντι, υποβλητική, βαθιά μυσταγωγική! Τα πάντα κύλησαν άψογα και αποτελεσματικά, προσφέροντάς στο ρεθεμνιώτικο κοινό μια υψηλού περιεχομένου και αισθητικής εκδήλωση. Όπως και το ίδιο το βιβλίο και η παρουσίασή του υπήρξε αληθινά πρωτότυπη και εντυπωσιακή κάτω από την προσεγμένη καλλιτεχνική επιμέλεια της Άννας Μπιθικώτση. Ένας πραγματικός υμνικός μελωδισμός, που κατερχόμενος άνωθεν έπεσε ως δρόσος εξ ουρανού και δρόσισε, αγκάλιασε σφικτά και κράτησε ψηλά το ενδιαφέρον του κοινού. Φάνηκε καθαρά ότι οι συντελεστές τής βραδιάς δεν ζήτησαν να καταφύγουν στη λάμψη της ματαιότητας και τον κενό εντυπωσιασμό. Με τη φυσικότητα και τη βεβαιότητα των επιλογών τους απέφυγαν επιμελώς κάθε προσπάθεια ωραιοποίησης, προσεγγίζοντας περισσότερο την ουσία και την εσωτερική διαδρομή του λόγου και της μουσικής.

      Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η συγγραφέας, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της «δένει» πληγές με επιδέσμους ελπίδας και, σε πείσμα των καιρών, επιμένει να ονειρεύεται την ανατολή ενός καλύτερου κόσμου. Με φωνή που σπάει το φράγμα του ήχου, αντιδρά στις «ηνωμένες ληστείες» αγάπης, ονείρων και ρομαντισμού αρνούμενη να μετρά άπνοα κορμιά στο όνομα της ελευθερίας.

      Περιθάλπει την Ιδέα της πατρίδας, το μέλλον των παιδιών μας, τα θαύματα και τα τραύματα της ζωής, θετικές σκέψεις, νέες Ιθάκες, την ειρήνη των Ηπείρων, το χάδι της μάνας, του πατέρα τη φωνή, τις αποχρώσεις της Αγάπης, ανυπότακτες φωνές κι εκείνες τις παπαρούνες της ζωής που δεν μάτωσε…».

Άννα Μπιθικώτση- Σωτήρης Δογάνης

     Και πιο συγκεκριμένα- για την ιστορία της προχτεσινής βραδιάς- θαυμάσια αποσπάσματα του παρουσιαζόμενου βιβλίου αποδόθηκαν από την συγγραφέα Άννα Μπιθικώτση με μια έντονα δραματοποιημένη αφήγηση, με τη συνοδεία του πιάνου της soprano Κατερίνας Μεγάλου, που ανταποκρίθηκε απόλυτα στις απαιτήσεις τόσο του λόγου όσο και της μουσικής με αποτέλεσμα μια θαυμάσια και υπερδυναμική υποστήριξη. Ο λόγος της Άννας μελιστάλακτος, γεμάτος τρυφερότητα, αισθαντικότητα και αγάπη κατέληγε στα χείλη της τραγούδι, μουσική. Και με το όμορφο και πρωτότυπο αυτό τραγούδι της η συγγραφέας αναφέρθηκε και αγκάλιασε όλες τις αξίες της ζωής. την αγάπη και την ανθρωπιά, τη θρησκεία και την πατρίδα, το παιδί, τη μάνα και τη γυναίκα, τον ήλιο της δικαιοσύνης, στεφανώνοντας την κάθε αξία και μ’ ένα τραγούδι σχετικό από το σύγχρονο έντεχνο ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο, ερμηνευμένο από τους μεγάλους καλλιτέχνες της βραδιάς, τον Σωτήρη Δογάνη και τη σοπράνο Κατερίνα Μεγάλου.

      Τον καλό φίλο Σωτήρη Δογάνη με τη δυνατή, αγέρωχη και ομοιογενή φωνή του και την πηγαία εκείνη - για μας τους ρεθεμνιώτες, όπως τη νιώθουμε και την ακούμε μέσα μας-  αμόλυντη και καθάρια από τα ιερά και όσια τού τόπου μας κρητική αρχοντιά. Γιατί ναι από εκεί, από τις Αλώνες τού Ρεθύμνου γεμίζει το σταμνί του ο Σωτήρης, από την καθάρια Βρυσομάνα τής Ρίζας και από την άγια Πηγή στην αυλή τής εκκλησιάς τού χωριού του, τ’ Άι- Νούφρη, διατηρώντας, όπου κι αν βρεθεί, άσβεστο και θαλερό κι ακοίμητο το φως τής Κρητικής Ρίζας.

     Και τη θαυμάσια soprano Κατερίνα Μεγάλου, που στην προχτεσινή βραδιά λόγου και μουσικής έδειξε το σπάνιο της φωνής της διαμέτρημα. Οι φωνητικές της αρετές, όσο και η ξεχωριστή και σπάνια ευαισθησία της σε σχέση με το κείμενο, διασφάλισαν μιαν ιδιαίτερα λαμπερή, ανάλαφρη, φωτεινή κι ανεπιφύλακτα δυναμική ερμηνεία, που εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό.

Άποψη του κοινού

    Σε κάθε περίπτωση η βραδιά κύλησε όμορφη, απολαυστική, γεμάτη χάρη και κομψότητα, κάτω από εκείνο το χαρακτηριστικό και όλως ιδιαίτερο και ιδιότυπο ύφος λόγου και μουσικής, μουσικής και λόγου, λόγου φωτεινού, ανάλαφρου και λαμπερού και ανεπιφύλακτα δυναμικού, συνοδευόμενου με ευαίσθητα καλλιτεχνικά βίντεο, με ορχηστρική μουσική και τραγούδια που εμπεριέχονται στο cd που συνοδεύει το βιβλίο και στα οποία μουσικά επενδύει ο Κώστας Νικολόπουλος.

     Ιδιαίτερα ξεχωριστές και οι ζωντανές έντεχνες ερμηνείες της βραδιάς (όπως τα τραγούδια «Μην τον ρωτάς τον ουρανό» του Μ. Χατζιδάκη, «Της δικαιοσύνης ήλιε μυστικέ» και «Άρνηση» του Μ. Θεοδωράκη), που έδωσαν τη δυνατότητα στο κοινό να περπατήσει μαζί με τους ερμηνευτές στον χώρο της μουσικής, να γνωρίσει και να αισθανθεί τις ομορφιές της και να ζήσει μια ανεπανάληπτα όμορφη βραδιά, που κινούνταν πέρα από τα βάρβαρα σχήματα λόγου και μουσικής, που, συνήθως, αντιπροσωπεύουν και χαρακτηρίζουν τις μέρες μας και κατακλυσμικά θολώνουν τον αξιολογικό ορίζοντα τής εποχής μας.

 Τα θερμά συγχαρητήριά μου σε όλους τους συντελεστές της βραδιάς. στην Άννα, στον Σωτήρη και στην Κατερίνα.

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης * * * Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950), Βιβλιοπαρουσίαση υπό του Αντώνη Ε. Στιβακτάκη

 


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

 

Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης 

(1872 – 1950)

Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης.

 Ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς. Ρέθυμνο 2020

 

Του Αντώνη Ε. Στιβακτάκη

 

          Κάθε φορά που βλέπει το φως της δημοσιότητας κάποιο βιβλίο του εκλεκτού και πολύτιμου φίλου Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, αυτό και μόνο αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός για το Ρέθεμνος, για την Κρήτη, για τα Ελληνικά Γράμματα, για τον πολιτισμό γενικότερα.

       Αυτό ισχύει και για το νέο του βιβλίο με τον τίτλο «Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950). Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης. Ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς», το οποίο είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας από τη «Γραφοτεχνική Κρήτης» και αναμφίβολα φέρει έντονη τη σφραγίδα συγγραφικής δωρεάς του εν λόγω πολυγραφότατου συγγραφέα.

       Πρόκειται περί μιας εμπεριστατωμένης και αρκετά εκτεταμένης βιογραφίας του αοιδίμου Ιεράρχου Βασιλείου Μαρκάκη (1872 – 1950), ο οποίος διετέλεσε αρχικά Επίσκοπος της Νέας Επισκοπής Αρκαδίας (1902 – 1941) και εν συνεχεία Μητροπολίτης Κρήτης (1941 – 1950).

       Μάλιστα, θα έλεγα ότι το εν λόγω βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία συμπυκνωμένη επιτομή της ιστορίας της Εκκλησίας της Κρήτης κατά το 1ον ήμισυ του 20ου αιώνα.

       Στην αρχή του βιβλίου παρατίθεται με ημερομηνία «Εν Ηρακλείω τη 18η  Νοεμβρίου 2019» μία σύντομη Επιστολή – Χαιρετισμός του τότε Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ειρηναίου, Προέδρου της Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ειρηναίον, στην οποία αναφέρει ότι «...η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης κατά την Τακτικήν Συνεδρίαν Αυτής τη 17η Οκτωβρίου ε.ε (2019) απεφάσισεν όπως εκθύμως επιλογήση την, υπό της Ενορίας Αγίου Παντελεήμονος Κεραμέ της Υμετέρας Θεοσώστου Επαρχίας, έκδοσιν βιβλίου τού εγκρίτου συγγραφέως συνταξιούχου φιλολόγου καθηγητού – Θεολόγου κ. Κωνσταντίνου Παπαδάκη, το οποίον αφορά εις την προσωπικότητα του αοιδίμου Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Βασιλείου (Μαρκάκη) γόνου εκλεκτού της ως είρηται Ενορίας...».

Ακολουθεί «Αδελφικός Χαιρετισμός για τον Μεγάλο Επίσκοπο και Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο» από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ.κ. Ειρηναίο και εν συνεχεία «Χαιρετισμός (του) Εφημερίου Κεραμέ» π. Τίτου Λίτινα.

       Ο Πρόλογος του βιβλίου ανήκει στον συγγραφέα του Κωστή Ηλία Παπαδάκη. Είναι μεστός, περιεκτικός, εμπνευσμένος από τη συγκλονιστική πορεία της ζωής του αοιδίμου Ιεράρχου Βασιλείου, γραμμένος με την γνωστή εντόνως συναισθηματική και συγχρόνως διθυραμβική πέννα του εκλεκτού και εμπειρότατου συγγραφέως.

       Στη συνέχεια παρατίθεται το Α΄ Μέρος του βιβλίου, το οποίο έχει τον τίτλο: «Βασίλειος Εμμ. Μαρκάκης (1872 – 1950) – Βιογραφία» και εκτείνεται από τη σ. 21 έως και τη σ.152, περιλαμβάνοντας 14 κεφάλαια και δεκάδες υποκεφάλαια, τα οποία φωτίζουν λεπτομερώς την πορεία της ζωής του διαπρεπούς Ιεράρχου.

       Ακολουθεί το Β΄ Μέρος, το οποίο έχει τίτλο: «Ο Βασίλειος Μαρκάκης μέσα από εγκυκλίους του» (σ.157 – 177), το οποίο έχει μεγάλο ενδιαφέρον αφού σ’ αυτό παρατίθεται «μία σειρά τριάντα επιλεγμένων εγκυκλίων από το Αρχείο της (Νέας) Επισκοπής Αρκαδίας, οι οποίες, επιλεγμένες μία προς μία, φωτογραφίζουν, μπορούμε να πούμε, και επισφραγίζουν καθαρότατα σημαντικές πτυχές τής ποιμαντορίας του αοιδίμου Ιεράρχη, ως Επισκόπου Αρκαδίας κατά τα έτη 1908 – 1941».

       Αξίζει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι χαρακτηρίζονται από τον εκλεκτό συγγραφέα: α) ως πατριωτικές, β) ως εγκύκλιοι που αναφέρονται και κινούνται από την πίστη, την ευσέβεια και αγάπη του Βασιλείου προς τον Θεό και τη γνωστή φιλομάθειά του, γ) ως εγκύκλιοι που αναφέρονται στις αρετές της φιλανθρωπίας και πράξεων αγάπης του Βασιλείου και δ) ως εγκύκλιοι που καταδεικνύουν την αγάπη του για την πρόοδο, το πράσινο και αγροτική ανάπτυξη του τόπου.

       Στο Γ΄ και τελευταίο Μέρος του βιβλίου γίνεται εκτενής αναφορά στο κοινωνικό πρόσωπο του Μητροπολίτη Κρήτης Βασιλείου μέσα από το «Βιβλίο Επισκεπτών» της Επισκοπής του στους Αγίους Δέκα, επίσης, από μιαν «ευχετήρια κάρτα» του Νίκου Καζαντζάκη και από μιαν εγγραφή του Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Β. Τωμαδάκη.

       Το βιβλίο «κλείνει» με την παράθεση τού «Παρακλητικού Κανόνος εις την Υπεραγία Θεοτόκον εν ώρα πολέμου», τον οποίο ο Μητροπολίτης Βασίλειος ανεύρε σε προϋπάρχον παλαιότερο κείμενο, ανωνύμου υμνογράφου, τον διόρθωσε σε πολλά σημεία, διασκεύασε και προσάρμοσε στα κρητικά και εθνικά δεδομένα της εκάστοτε πολεμικής αναμέτρησης, τον εξέδωσε το πρώτον κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων και δεν έπαυεν «ανά πάσαν πολεμικήν αναμέτρησιν» δι’ εγκυκλίων του αλλά και με τα απ’ άμβωνος κηρύγματά του να προτρέπει τους πιστούς της Εκκλησίας της Κρήτης, όπως τον αναγιγνώσκουν τόσον «επ’ εκκλησίαις», όσο και «κατά μόνας» στο «ταμείον» των οικιών τους, κατά την ατομική τους προσευχή».

       Ακολουθεί λεπτομερής παράθεση της πλούσιας βιβλιογραφίας στην οποία στηρίχθηκε ο συγγραφέας για τη συγγραφή αυτού του πολύτιμου συγγράμματος.

       Ο εμπειρότατος ιστορικός ερευνητής χρησιμοποίησε σημαντική και εν πολλοίς σπάνια βιβλιογραφία, διερεύνησε αρχεία και βρήκε στοιχεία που βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.

       Πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί ότι τα κείμενα του βιβλίου πλαισιώνονται από πλήθος ιστορικών- μερικές από τις οποίες είναι σπάνιες- φωτογραφιών, που του προσδίδουν εποπτικότητα και το κάνουν περισσότερο προσιτό και ενδιαφέρον στον αναγνώστη.

       Τέλος, γίνεται αναλυτική αναφορά τής όλης εργογραφίας του συγγραφέα, από την οποία καταδεικνύεται ότι πρόκειται, πράγματι, περί ενός από τους πολυγραφότερους σύγχρονους συγγραφείς της Κρήτης σ’ ένα ευρύτατο πεδίο συγγραφικής αναζήτησης, έρευνας, καταγραφής και παρουσίασης.

       Τον ευχαριστούμε θερμά και τον ευγνωμονούμε!

FRANZ W. SIEBER * * * Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817 * * * Μετάφραση εκ του Γερμανικού κειμένου, Εισαγωγή, Σχόλια υπό ΔΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΗΛ. ΒΟΛΑΝΑΚΗ Αρχαιολόγου


   FRANZ  W. SIEBER

 

Ταξίδι στη νήσο Κρήτη

του ελληνικού Αρχιπελάγους

κατά το έτος 1817

        

Μετάφραση εκ του Γερμανικού κειμένου,

Εισαγωγή, Σχόλια

υπό ΔΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΗΛ. ΒΟΛΑΝΑΚΗ

Αρχαιολόγου

 

[Εκδόσεις Επτάλοφος Α.Β.Ε.Ε., Αθήνα 2022, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 712]

 

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                        http://ret-anadromes.blogspot.com

  Σε εποχές που τα ταξίδια ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα και επισφαλή, το περιηγητικό κείμενο λειτουργούσε πολλαπλά, τόσο για τον ταξιδιώτη/συγγραφέα, που ενδιαφερόταν να συγκρατήσει και να μεταφέρει μνήμες και εικόνες ενός κόσμου μακρινού, που γνώριζε ότι πολύ δύσκολα θα τον αντίκριζε ξανά, όσο και για τους αναγνώστες/αποδέκτες, που συμμερίζονταν την ταξιδιωτική του εμπειρία νοερά, εφόσον και γι’ αυτούς τα ταξίδια εκείνα τα χρόνια ήταν εγχείρημα ή και όνειρο, πρακτικά, συνήθως, απλησίαστο και όλως ανέφικτο.

Για τον λόγο αυτόν, τα κείμενα των περιηγητών, σε παλιότερες εποχές, έτυχαν ιδιαίτερα μεγάλης προσοχής και σημασίας. Είναι γενικά παραδεκτό ότι το μυθιστόρημα, με την κλασική του μορφή και δομή, συχνά γίνεται επίπονο και κουραστικό. Αντίθετα, το περιηγητικό χρονικό, πολλές φορές, καθίσταται αφήγηση- με λογοτεχνική χάρη- τόπων, γεγονότων, εικόνων, προσώπων με αποτέλεσμα να έχουμε, τελικά, ένα εξαίσιο στο είδος του πεζογράφημα. Και αυτό, βέβαια, εξαρτάται σε έναν μεγάλο βαθμό και από τις περιγραφικές και λογοτεχνικές ικανότητες τού κάθε περιηγητή. 

Παρακολουθούμε, λοιπόν, απλές και σύντομες αναφορές σε συγκεκριμένους τόπους, πλούσιες αρχαιογνωστικές αναλύσεις μνημείων και σημαντικών αρχαιολογικών χώρων ή γλαφυρές περιγραφές των ντόπιων ηθών και εθίμων, που κάνουν τα κείμενα αυτά να προσφέρουν σημαντικά πλούσιο υλικό για τον ιστορικό, τον αρχαιολόγο, τον φυσιοδίφη ή και τον απλό αναγνώστη. Έτσι- σύμφωνα με τα παραπάνω και την προσωπική τού κάθε περιηγητή οπτική γωνία- τα περιηγητικά κείμενα κατατάσσονται σε θεματικές ενότητες που άπτονται τόσο τού φυσικού και δομημένου χώρου, όσο και της αρχαιογνωσίας, της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, των εκφάνσεων τού καθημερινού βίου και πολιτισμού και των τρόπων πολιτικής εξουσίας. Λίγο- πολύ, και όλως σχηματικά, θα λέγαμε ότι συνθέτουν αυτό που συχνά ονομάζουμε «συνολική ιστορία».

Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα υπήρξε κατεξοχήν τόπος έλξης των περιηγητών σε κάθε εποχή, αλλά κυρίως επί Τουρκοκρατίας από το έτος 1500 μέχρι και το 1900. Είναι, περαιτέρω, γνωστό ότι η περιηγητική γραμματεία αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών, αν και συχνά μονομερή, για τον ελλαδικό χώρο, που από την αρχαιότητα έχει σημαδευτεί με περιηγητές, όπως τον Ηρόδοτο και, στη συνέχεια, και με τους Αρτεμίδωρο, Διόδωρο Σικελιώτη, Μεγασθένη, Παυσανία, Στράβωνα και, αργότερα, στα βυζαντινά χρόνια, τους Επιφάνιο, Στέφανο Βυζάντιο και  Ιωάννη Φωκά, ενώ ακόμα πιο αργά- και όσον αφορά ειδικότερα στην Κρήτη- και με τους ευρωπαίους Tournefort, Pococke, Sonnini, Simonelli, Savary, Olivier, R. Pashley, Scott, Sieber μέχρι και τον Βαυαρό Δέφνερ, των αρχών τού 20ου αιώνα.

Σήμερα, ο γνωστός Ρεθεμνιώτης και καλός φίλος Δρ. Αρχαιολόγος κ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης έρχεται στον χώρο της περιηγητικής γραμματείας με ένα πολύ γνωστό- αλλά από άλλες γλώσσες- περιηγητικό κείμενο, που αφορά στις περιηγητικές εντυπώσεις, τα βιώματα και τις πληροφορίες που μας δίνει, για τον χρόνο διαμονής του στην Κρήτη, ένας νεότερος, της Τουρκοκρατίας, περιηγητής, ο αυστριακός ιατρός Franz W. Sieber.

Oι πληροφορίες τού Sieber ανάγονται ειδικότερα στο έτος 1817, καθ’ όλη τη διάρκεια του οποίου περιηγούνταν ανά την νήσο Κρήτη. Οι αναμνήσεις του δε αυτές, να σημειωθεί, δεν περιορίζονται σε μιαν απλή καταγραφή εντυπώσεων, όπως θα περίμενε κανείς από ένα περιηγητικό κείμενο. Ο Sieber, αντίθετα, κάνει Ιστορία, τονίζει με προσεκτικές και οξυδερκείς παρατηρήσεις του τον στενό δεσμό των Ελλήνων προς τον έξοχο και λαμπρό πολιτισμό των προγόνων τους και εκφράζει γενναία συναισθήματα έναντι κατακτημένων και κατακτητών, έναντι Ελλήνων και Τούρκων. Συχνά, μάλιστα- όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους Ευρωπαίους περιηγητές- αφήνεται να εκφράσει όλο το μίσος από το οποίο διακατέχεται η ψυχή του έναντι των Τούρκων αφεντάδων, φανερώνοντας, ταυτόχρονα, φιλέλληνα συναισθήματα πόνου για την επικρατούσα κατάσταση δουλείας και ξεπεσμού στην Ελλάδα.

Από τη μεριά αυτήν αξίζει να εξάρουμε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τής Περιηγητικής Γραμματείας, που μας γνωρίζει τις δραστηριότητες και τις συνήθειες, τους νόμους και τους συνεκτικούς δεσμούς των Ελλήνων και των άλλων εθνοτήτων που διαβίωναν στις περιοχές τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσα από τη ματιά που έριχναν στον τόπο και στα στοιχεία ετερότητας οι διάφοροι ξένοι περιηγητές. Μέσα από αυτήν τη ματιά τού άλλου, Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, αρχαιοδίφες και διπλωμάτες, έμποροι και συλλέκτες, φυσιοδίφες, συχνά και ιερωμένοι καταθέτουν τις αναζητήσεις τους και τους τρόπους πραγματοποίησης των στόχων τους στις αποστολές τους και στις περιπλανήσεις τους, αποτυπώνοντας τα βιώματά τους και τις παρατηρήσεις τους στα περιηγητικά κείμενά τους, αλλά και τις σκέψεις τους που γεννιούνται από τη θέαση και τη συνάντησή τους με έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από τον δικό τους.

Βλέπουμε, έτσι, τον εν λόγω περιηγητή Sieber να αναφέρεται άλλοτε σε κλιματολογικές, εδαφολογικές, γεωργικές, βιοτεχνικές κ.λπ. πληροφορίες και άλλοτε να προχωρεί βαθύτερα σε εύστοχες ψυχολογικές για τους Κρητικούς παρατηρήσεις, να μελετά τα ήθη και τα έθιμα τού νησιού, τα οποία πλουσίως και επιμελώς φαίνεται να έχει γνωρίσει. μιλά, επίσης, για τους χορούς, τα φαγητά, τους αρραβώνες και τις διασκεδάσεις των Κρητικών (αναφέρεται, μάλιστα, σε αρραβώνα και γάμο στο Ρέθυμνο), ενώ παρακολουθεί και τα τής Εκκλησίας, παραθέτοντας θρησκευτικά έθιμα και λεπτομερείς περί νηστείας πληροφορίες. Έτσι, το παρουσιαζόμενο βιβλίο φαίνεται να έχει την αναφορά του στην Κρήτη συνολικά.

Ξέχωρη σημασία κατά την επίσκεψη του στην Κρήτη προσλαμβάνει και το ενδιαφέρον του και η ενδελεχής έρευνά του περί το φυτικό βασίλειο της Κρήτης και τη Βοτανολογία, οι εύστοχες παρατηρήσεις του οποίου γύρω από τις θεραπευτικές ιδιότητες των διαφόρων φυτών και βοτάνων είναι εξαιρετικά εντυπωσιακές. Περισυλλέγει, λοιπόν, μεγάλες ποσότητες από αυτά τις οποίες και συσκευάζει και παίρνει μαζί του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πράγα, προς χρήση στις ιατρικές εφαρμογές του, ενώ σημαντικό αποδεικνύεται και το ενδιαφέρον, τα συναισθήματα και οι σχέσεις που o Sieber, ως ιατρός, ανέπτυσσε με τους αρρώστους που συναντούσε κατά τις περιηγήσεις του ανά τη Μεγαλόνησο, τους οποίους φρόντιζε αδαπάνως ιατρικά, με αποτέλεσμα να υποχρεώσει και να δημιουργήσει γύρω του ένα μεγάλο φιλικό κύκλο.    

Ειδικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη κρίνεται και η λεπτομερής του Sieber αναφορά στην επικρατούσα- τον καιρό της επίσκεψής του στην Κρήτη- φοβερή επιδημία της πανώλους (πανούκλας) και των περιοριστικών μέτρων και προφυλάξεων που και τότε επιβάλλονταν (δεν κάθιζαν στο ίδιο κάθισμα και δεν έδιναν το χέρι σε άνθρωπο που υποπτεύονταν ότι νοσούσε από πανούκλα), πράγματα που ενθυμίζουν αντίστοιχα μέτρα και της δικής μας εποχής κατά της επιδημίας του κορωνοϊού.  

  Ο Μεταφραστής εκ της θεματολογίας του βιβλίου κινούμενος δράττεται τής ευκαιρίας και προσαρτά στο κείμενο καταπληκτικά υποσελίδια σχόλια, που επεκτείνουν, συμπληρώνουν και νοηματοδοτούν σπουδαία την υπό του περιηγητή παρεχόμενη γνώση, ενώ και αυτή τη μετάφρασή του εκ του Γερμανικού- με την άμεση και ουσιαστική βοήθεια της συζύγου του δρ. Μαρίας Gehlhoff- Βολανάκη- κάνει πολύ πιο κατανοητή με την προσθήκη, συχνά, λέξεων ή και ολόκληρων επεξηγηματικών φράσεων σε παρένθεση.

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό και δόκιμο φίλο συγγραφέα δρα Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη και του ευχόμαστε να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο των ρεθεμνιώτικων και όχι μόνο Γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ * * * «Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα»* * * Του ΓΙΩΡΓΗ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

 


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

«Η συμβολή της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα»

 

Κριτικό Σημείωμα του: ΓΙΩΡΓΗ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

 

    Δύο πολύ αξιόλογα βιβλία εκδόθηκαν πρόσφατα από τον δήμο Αγίου Βασιλείου, σχετικά και τα δύο με τις εορταστικές εκδηλώσεις των διακοσίων χρόνων από την Εθνοσωτήρια Επανάσταση του 1821, μια και ο δήμος αυτός, προς τιμήν του, πραγματοποίησε πλήθος εκδηλώσεων μ’ αφορμή αυτό το ιστορικό γεγονός σε πολλά επί μέρους σημεία της περιοχής του. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων υπήρξε η ημερίδα, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Σπήλι στις 17 Ιουλίου 2021 με τη σύμπραξη οκτώ Αγιοβασιλειωτών, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί από παλιότερα με την τοπική ιστοριογραφία. Τα Πρακτικά αυτής της ημερίδας αποτελούν το ένα βιβλίο με τον γενικό τίτλο: «200 Χρόνια από την Επανάσταση του 1821 στην Επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου» .

    Το δεύτερο βιβλίο είναι εξ’ ολοκλήρου πνευματικός καρπός του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, με τον γενικό τίτλο: «Η συμβολή της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στην Επανάσταση του Εικοσιένα», στο οποίο εξιστορεί όχι μόνο τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα στενά όρια της επαρχίας κατά το διάστημα (1821-1830) , αλλά κι εκείνα τα οποία έλαβαν χώρα σ’ ολόκληρη την Κρήτη, εφόσον υπήρχε ενεργός συμμετοχή Αγιοβασιλειωτών ή «Λαμπαίων», όπως αποκαλεί χαρακτηριστικά ο Κριτοβουλίδης τους κατοίκους του Αγίου Βασιλείου. Ο συγγραφέας στον πρόλογο του διευκρινίζει: «…Κριτήριό μας για τη θεώρηση ενός πολεμικού γεγονότος ως «αγιοβασιλειώτικου» – στην περίπτωση που αυτό λαμβάνει χώρα εκτός της επαρχίας- θέσαμε τη συμμετοχή σε αυτό Αγιοβασιλείωτη οπλαρχηγού ή Αγιοβασιλειωτών πολεμιστών. Και δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητες οι συμμετοχές αυτές «καθ’ άπασαν την Κρήτην», που, στην παρούσα έκδοση, έφθασαν να προσμετρούν περί τις σαράντα (40), ενώ οι οπλαρχηγοί της επαρχίας – με κορυφαίους τον Ηγούμενο Μελχισεδέκ Τσουδερό και τον αδελφό του Στρατάρχη Γεώργιο Τσουδερό – σε πολλές μάχες της Μεγαλονήσου, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο….».

    Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα το ’21 η επαρχία Αγίου Βασιλείου είχε την τύχη να έχει ηγέτες από την ιστορική οικογένεια των Τσουδερών, απογόνων της κραταιάς βυζαντινής οικογένειας των Καλλέργηδων. Η θρυλική μορφή του Μελχισεδέκ Τσουδερού, Ηγουμένου της Ιεράς και σεβάσμιας Μονής Πρέβελη, συνέβαλε καθοριστικά στην οργάνωση της περιοχής κατά την προεπαναστατική περίοδο και στην προμήθεια πολύτιμων όπλων, με χρήματα της Μονής, με τα οποία οπλίστηκε το πρώτο συντεταγμένο πολεμικό Σώμα στην Κρήτη το 1821, το λεγόμενο και Πρεβελιώτικο Σώμα. Δεν είναι ιστορικό λάθος, ούτε ακραίος τοπικισμός, αν ισχυριστούμε ότι, ανεπίσημα η επανάσταση στην Κρήτη ξεκίνησε από την ευρύτερη περιοχή του Πρέβελη, με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από την 23η έως την 26η Μαίου 1821 και με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Τσουδερογούμενο. Η ενεργός συμμετοχή του εξάλλου από την επίσημη έναρξη της Επανάστασης στις 29 Μαίου 1821, μέχρι και τις 5 Φεβρουαρίου 1823, όπου δυστυχώς για την Κρήτη πληγώθηκε θανάσιμα σε φονική μάχη με τους Τούρκους στο Πολεμάρχι Κισάμου, τον καταξιώνει ως μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της επαναστατημένης Κρήτης, με διττή ιδιότητα, εκείνη του Οπλαρχηγού κι εκείνη του Ηγουμένου της Μονής Πρέβελη.

    Τη σκυτάλη έκτοτε ανάλαβε επάξια ο αδελφός του Γεώργιος Τσουδερός ως εκατόνταρχος στην αρχή (1821), πεντακοσίαρχος (1822) και Στρατάρχης από το 1828 και μετά, αλλά ας δούμε τι γράφει για τον μεγάλο αυτό Πολέμαρχο ο συγγραφέας: «Ο Γεώργιος Τσουδερός είναι ο μεγάλος και χαρισματικός άνδρας, οπλαρχηγός και στρατάρχης της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, που συμμετείχε ως αρχηγός σε πάρα πολλές μάχες και επέζησε του αγώνα του Εικοσιένα. Έλαβε δε μέρος και στην επανάσταση των Χαιρέτηδων (1841). Δεν καταδέχτηκε να φύγει από την Κρήτη μαζί με τα παιδιά του, αλλά τριγυρνούσε μόνιμα στα ρεθεμνιώτικα, επιχειρώντας γρήγορες επιθέσεις παντού, για να μη προφταίνουν οι Τούρκοι να εντοπίζουν τη βάση του. Η δράση του Γεωργίου Τσουδερού έχει μείνει στην ιστορία, γιατί υπήρξε από τους ελάχιστους Κρητικούς αρχηγούς που διέτρεξε ολόκληρη την Κρήτη σπιθαμή προς σπιθαμή, από την Κίσαμο μέχρι τη Σητεία, πολεμώντας τον εχθρό. Τρομοκρατούσε και ξεμονάχιαζε τους Τούρκους και τους ανάγκαζε να κλείνονται φοβισμένοι στα φρούριά τους….» Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας δείχνει μια άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του: «…Είναι γεγονός ότι ο Γ. Τσουδερός έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης όλων των οπλαρχηγών της Κρήτης και πάντα όλοι προτιμούσαν τη συνεργασία μαζί του, γιατί από την αρχή του αγώνα κρατήθηκε μακριά από μικρομίση κι προσωπικές προστριβές, καλούμενος πάντα ως διαιτητής μέσα στους διαρκείς διαπληκτισμούς των άλλων…».

    Ανάμεσα στους τελευταίους ηρωικούς μαχητές που συνέχιζαν με πείσμα μέχρι και το τελευταίο έτος (1830) τον άτακτο πόλεμο κατά των Τούρκων ήταν ο Γ. Τσουδερός που συγκρατούσε ακόμα ολόκληρο το σώμα του, με τον αδελφό του Ιωάννη και τον γιο του Αναγνώστη. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν οι Τσουδεροί να κρατήσουν τους εχθρούς μέσα στο Ρέθυμνο κι έτσι τα γυναικόπαιδα που ήθελαν να φύγουν για την ελεύθερη Ελλάδα έμειναν απείρακτα στις νότιες παραλίες. Εγκατέλειψε την Κρήτη από τους τελευταίους, στα μέσα του έτους 1831, «…αφού είδε με πόνον ψυχής υποχρεωθείσαν πάλιν την πατρίδα του να επανέλθη εις τον αυτόν ζυγόν», γράφει ο σύγχρονός του Καλλίνικος Κριτοβουλίδης.

    Ο μεγάλος αυτός Πολέμαρχος, που ακριβοδίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο «Κολοκοτρώνης» της Κρήτης, ο οποίος έδωσε τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία της κι έχασε έναν του γιό, τον Μανόλη, στη μάχη του Βρύσινα στις 15/4/1822, πέρασε φρικτές στερήσεις στο υπόλοιπο της ζωής του. Το 1833 στη Μεθώνη στην Πελοπόννησο παρουσιάστηκε στον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, του υποσχέθηκε αναγνώριση και οικονομική ενίσχυση. Έτσι το 1838 ο Γ. Τσουδερός ονομάζεται Συνταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Τέλος πέθανε από την πείνα, πάμπτωχος, μακριά από την πατρίδα του στο Τολό Αργολίδος στις 10 Αυγούστου 1846, σε ηλικία 90 ετών, μέσα σε έναν αχυρώνα.

Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός
     Υ.Γ. Σε επιφώνησή του, μετά την παρουσίαση των δύο βιβλίων στο Σπήλι στις 24/8/22, ο Κωστής Παπαδάκης πρότεινε να κατασκευαστεί με δαπάνη του δήμου Αγίου Βασιλείου η προτομή του Στρατάρχη Γεωργίου Τσουδερού, ως οφειλόμενη τιμή του συνόλου των Αγιοβασιλειωτών για τους αγώνες του εναντίον των Τούρκων και ως ανθρώπου που ενθάρρυνε και οργάνωσε τους προγόνους μας και υπό την ηγεσία του οδηγήθηκαν στον ιερό υπέρ της ελευθερίας αγώνα το 1821.

    Θα είναι μεγάλη τιμή, νομίζω κι εγώ, για τον δήμο Αγίου Βασιλείου και τον δήμαρχο Γιάννη Ταταράκη να υλοποιήσει αυτήν την υποχρέωση!