ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ * * * Περιηγήσεις στην Εκπαιδευτική Ιστορία του Ρεθύμνου

 

ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ  

  

Περιηγήσεις στην Εκπαιδευτική Ιστορία

του Ρεθύμνου

                 [Έκδοση «Γραφοτεχνική Κρήτης», Ρέθυμνο 2021, σχ. 8ο (21Χ13), σσ. 64]  

 

 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            http://ret-anadromes.blogspot.com

          

Ο Χάρης Κ. Στρατιδάκης είναι ένας δραστήριος και εξαιρετικά ανήσυχος δάσκαλος, Δρ. Παιδαγωγικής της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και πρώην Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης στη 2η Περιφέρεια Χανίων. Η προσφορά του στην Ιστορία, την Παιδαγωγική και την Ιστορία της Εκπαίδευσης του τόπου μας, με τα βιβλία και τα δεκάδες δημοσιεύματά του, είναι πολύτιμη και απ’ όλους αναγνωρισμένη.

Πρόσφατα, γνώρισε το φως της δημοσιότητας ένα νέο πόνημά του, στη σειρά των «Περιηγήσεών» του, που αφορά στην Εκπαιδευτική Ιστορία του Ρεθύμνου, πόλης και διοικητικού διαμερίσματος, σε διάστημα δύο αιώνων, από το 1795, που λειτούργησε το πρώτο σχολείο, μέχρι την αλλαγή του 20ου αι. προς τον 21ο. Αποτελεί έκδοση του Σχολικού Μουσείου του Δήμου Ρεθύμνου, που ως κύριο μέλημά του έχει τη διαχρονική ανάδειξη των πτυχών της εκπαιδευτικής ιστορίας του τόπου, διό και προλογίζεται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Διαχείρισης του Σχολικού Μουσείου Δήμου Ρεθύμνου, Αντιδήμαρχο κ. Στέλιο Αρκ. Σπανουδάκη.

 Πιο συγκεκριμένα, στη μελέτη αυτήν του κ. Στρατιδάκη παρακολουθούνται αδρομερώς και παρουσιάζονται με ακρίβεια προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ενδιαφερόντων τού κάθε φιλομαθούς Ρεθεμνιώτη τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ρεθύμνου κοινά, αλληλοδιδακτικά, δημοτικά, παρθεναγωγεία, νηπιαγωγεία, γυμνάσια, λύκεια, ακόμα και τα μουσουλμανικά και παν ό,τι έχει σχέση προς αυτά και τους ανθρώπους που εργάστηκαν για τη λειτουργία τους, δασκάλους και καθηγητές, καθώς, επίσης, και τα βιβλιοπωλεία, τα ωδεία και φροντιστήρια σχολικών μαθημάτων και ξένων γλωσσών, οι σχολές λογιστικής, δακτυλογραφίας και ζωγραφικής του παλιού Ρεθέμνους, συνοδευόμενα όλα με ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό, που κάνει την έκδοση λίαν εύχρηστη και ελκυστική.    

        Ειδικότερα, η περιήγηση στην εκπαιδευτική ιστορία του Ρεθύμνου κατανέμεται στους εξής οκτώ περιπάτους:

            Α) Εκπαιδευτική Ιστορία περιόδου 1795- 1925, που αφορά στην κυρίως πόλη, με 36 στάσεις και

            Β) Εκπαιδευτική Ιστορία περιόδου 1925- 2000, που αφορά, επίσης, στην κυρίως πόλη, με 25 στάσεις

            Και ακολουθούν άλλοι έξι περίπατοι με 10 στάσεις ο καθένας, που αφορούν στην Εκπαιδευτική Ιστορία του Δυτικού Ρεθύμνου, των Βρυσινοχωριών, των Αρκαδιώτικων χωριών και των χωριών των επαρχιών Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου και Μυλοποτάμου.

   Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον Χάρη Κ. Στρατιδάκη, εκλεκτό συμπολίτη και φίλο, συγγραφέα της παρούσας ξενάγησης.

Στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα * * * Η μάχη στον Αϊ- Γιάννη τον Καμένο (13/6/1821) - Θάνατος του Ισμαήλ

Στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα

Θέμα Επικαιρότητας

 

Η μάχη στον Αϊ- Γιάννη τον Καμένο

(13/6/1821)-

Θάνατος του Ισμαήλ

 

ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

                www.ret-anadromes.blogspot.com

 

 Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της Μονής Πρέβελη (βλ. άρθρο μας Ρεθεμνιώτικα Νέα 26/5/2021), ο Ισμαήλ αγάς Κουντούρης ή Ψαροσμαήλης προχώρησε προς τον Αϊ- Γιάννη τον Καμένο και την Καλή Συκιά (13/6/1821). Εκεί περίμενε να έλθουν ενισχύσεις από το Ρέθυμνο ή το Ηράκλειο. Όμως, αντί των ενισχύσεων κατέφθασε εναντίον του - επιστρέφοντας από την Παναγία τη Θυμιανή- το σώμα του Πρέβελη με τον Μελχισεδέκ Τσουδερό, τους αδελφούς του Γεώργιο και Ιωάννη (εικ.), τον Μιχαήλ Κουρμούλη, και τους Σφακιανούς αρχηγούς Ρούσσο Βουρδουμπά, Κουτρουμπά, Τσιριντάνη, Πωλογιώργη, τους Δεληγιαννάκηδες και άλλους Σφακιανούς.

Οι τρεις Τσουδεροί: Γεώργιος, Μελχισεδέκ, Ιωάννης

Οι Τσουδεροί και ο Βουρδουμπάς κατέβαιναν από τα Σφακιά με σκοπό, αρχικά, να περιτρέξουν τις επαρχίες του Ρεθύμνου και να τις ξεσηκώσουν κατά του κατακτητή. Δεν πρόφταξαν, όμως, να προχωρήσουν πέρα από τον Αϊ- Γιάννη τον Καμένο, γιατί συνάντησαν εκεί την εν λόγω πρώτη τουρκική αντίσταση. Εξάλλου, είναι σημαντικό το στοιχείο που αναφέρουν τόσο ο Κριτοβουλίδης όσο και ο Ψιλάκης ότι, δηλαδή, στη μάχη αυτή έλαβε μέρος και ο Μιχαήλ Κουρμούλης με ένα ισχυρό σώμα αγωνιστών, πράγμα που καταδεικνύει ότι δεν είχε προφτάσει ούτε αυτός να φτάσει εγκαίρως στη Μεσαρά προς αντιπερισπασμό και ξεσήκωμα των μεμυημένων του κάμπου και να παρεμποδίσει το πέρασμα των Τούρκων του Μεγάλου Κάστρου προς το Αμάρι. Η μάχη αυτή του Αϊ- Γιάννη του Καμένου, αφεύκτως, ήταν η πρώτη που συνάφθηκε μετά την ορκωμοσία των αρχηγών στην Παναγία τη Θυμιανή, αφού, εξάλλου, η πρώτη ενέργεια των Τούρκων σημειώθηκε προς την κατεύθυνση αυτήν, που, κατά τις πληροφορίες τους, παρουσίαζε το κεντρικό σημείο της επαναστατικής των Κρητικών δράσης[1].

Εκεί, λοιπόν, στον Αϊ- Γιάννη τον Καμένο, θα γίνει η πρώτη, αμέσως μετά τη συνέλευση στην Παναγία τη Θυμιανή και την καταστροφή της Μονής Πρέβελη, πεισματώδης και ορμητικότατη και από τα δύο μέρη μάχη, που εμέλλετο μέσα σε λίγες ώρες να φέρει την πανωλεθρία για τους τριακόσιους άγριους Αμπαδιώτες Τούρκους του Ισμαήλ Κουντούρη και του Γλυμίδη, γενναίων και των δύο οθωμανών αρχηγών[2].

  Αρχικά, οι Τούρκοι φάνηκαν να περιφρονούν τους Έλληνες και, για λίγο, μάλιστα, άρχισαν να υπερτερούν αυτών, όταν αίφνης σκοτώνεται, με τη σύμπραξη των οπλαρχηγών Μαυρούλιου, Μπαγιάρτη και Μαρκουλάκη, ο Ισμαήλ αγά Κουντούρης, που με θρασύ πείσμα και χωρίς προφυλάξεις επιτέθηκε κατά των Ελλήνων[3]. Μαζί του πληγώθηκε και ο επίφοβος γενίτσαρος Γλυμιδαλής[4] και κάποιος Αράπης Μεμίσης, έχασαν και δυο σημαίες, τις οποίες κυρίευσαν οι άνδρες του Βουρδουμπά και του Μελιδόνη, ενώ ο Γ. Τσουδερός κατόρθωσε να πάρει πολλά ζώα φορτωμένα και να περισυλλέξουν άφθονα όπλα και πολεμοφόδια.

 Στη μάχη αυτή του Αϊ- Γιάννη του Καμένου- που παρουσίαζε αγώνα δύο φυλών με ξεχυμένο πάθος, ορμή και εκδίκηση- ο κάθε πολεμιστής έδειξε την ευγενέστερη άμιλλά του, προσπαθώντας να περάσει τον άλλο στην αυτοθυσία και τον ηρωισμό. Κατά τον Μουρέλλο, στη μάχη αυτήν παρουσιάστηκαν πλείστες μεταλλαγές πότε προς όφελος των χριστιανών και πότε προς όφελος των Τούρκων. Μα ο τραυματισμός του Γλυμίδ’ Αλή την ώρα που ορμητικός προχωρούσε κατά των χριστιανών φωνάζοντας:

-      Σταθήτε, κερατάδες γκιαούρηδες, να σάσε δείξω πώς πολεμούνε οι άντρες!

έφερε τον πρώτο κλονισμό κι ο σκοτωμός του Μπαϊρακαγασή Ισμαήλ Κουντούρη, στη συνέχεια, τον μετέτρεψε σε πανικό.

-      Απάνω ντως, μωρέ, των Μπουρμάδω κι εσπάσαμέ τσι!

φώναζαν οι καπεταναίοι στα παλικάρια τους και το κυνήγημα των Τούρκων βάσταξε κάμποσες ώρες[5].

Ο Παπαδοπετράκης σημειώνει, περαιτέρω, ότι καθ’ ομολογίαν τού Δελή Μουσταφά- όταν συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη μάχη που ακολούθησε στο Βαθιακό Αμαρίου (28 Ιουνίου)- στη μάχη του
Αϊ- Γιάννη Καμένου φονεύθηκαν τριακόσιοι Τούρκοι, αριθμός υπερβολικός, που, ίσως- όπως ομολογεί, και πάλι, ο ίδιος- ο αριθμός αυτός να αναφέρεται στους νεκρούς όλων των μαχών που έγιναν στο Ζουρίδι, τον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου και στο Βαθιακό. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν επτά και πολύ περισσότεροι ήταν αυτοί που τραυματίστηκαν. Είναι χαρακτηριστική, στο σημείο αυτό, η αινιγματική γραφή του Παπαδοπετράκη, που αναφέρεται σε αυτούς ακριβώς τους θανάτους (υπογραφές) των Τούρκων στη μάχη του Αϊ- Γιάννη του Καμένου: «Ο Δελή Μουστάφας καλούσε χλευαστικώς τους Έλληνας να υπογράψουν την συνθήκη. Η υπεροψία, όμως, και ο εγωισμός απετύφλου αυτόν και δεν έβλεπεν ότι οι Αμπαδιώται πρώτοι επεκύρωσαν αυτήν εις τον Άγιον Ιωάννην με 300 περίπου υπογραφάς και την του αρχηγού αυτών Κουντουροσμαΐλη φέρουσαν και ημερομηνίαν 16 Ιουνίου)»[6].

Ο θάνατος, λοιπόν, του αρχηγού κατατρόμαξε τους Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι πανικόβλητοι πετούσαν τα όπλα τους δώθε κείθε, που τα συγκέντρωναν, στη συνέχεια, οι επαναστάτες. Έτσι, νικητές οι Σφακιανοί και
Αγιοβασιλειώτες μαχητές δεν σταμάτησαν στον Αϊ-Γιάννη τον Καμένο, αλλά έκριναν καλό να τραβήξουν με μια γρήγορη καταδίωξη των Τούρκων και στην κατάληψη και των άλλων χωριών. Έτσι, την ίδια μέρα κατέλαβαν τους Κούμους και τους Αρμένους και, ξεκαθαρίζοντας τα δυο αυτά χωριά από τους Τούρκους που έμεναν σε αυτά, όπλισαν με τα τουφέκια που άρπαξαν από τους Τούρκους του Αι- Γιάννη νέους εθελοντές, διαλέγοντας από αυτούς τους πιο δυνατούς.

Έτσι, η μάχη αυτή στον Αϊ-Γιάννη τον Καμένο έδωσε θάρρος στους χριστιανούς και πολλαπλασίασε αυτούς που επιθυμούσαν να πολεμήσουν κατά των Τούρκων. Οι Τούρκοι, πάλι, διηγούνταν στο Ρέθυμνο όπου οπισθοχώρησαν, ότι «οι ραγιάδες σήκωσαν κεφάλι άγριο» και δεν σκέπτονταν στο εξής να συνεχίσουν να παραμένουν ραγιάδες[7], ενώ με τους συνεχείς ακροβολισμούς τους και τις ενέδρες τους αναθαρρημένοι περιόρισαν τους Τούρκους του Ρεθύμνου μέσα στο φρούριό τους.



[1] Μουρέλλος Ι. Δ. Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον Κρήτης 1931, 456. Παπαδοπετράκης Γρηγόριος, Ιστορία των Σφακίων, ήτοι μέρος τής Κρητικής Ιστορίας, Εν Αθήναις 1888, 211.

[2] Κριτοβουλίδης Κ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 23.

[3] Κριάρης Παναγιώτης Κ., Ιστορία της Κρήτης, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις.1902, 50, όπου και παραθέτει άσμα που τραγουδιόταν τον καιρό εκείνο, που μαρτυρεί την πανωλεθρία των Τούρκων με τις πρώτες επιτυχίες των Ελλήνων στην αρχή, κιόλας, της Επαναστάσεως.

[4] Ο Γλυμιδ’ αλής, κατά τον Κριτοβουλίδη (Κριτοβουλίδης, Κ. 1859: 23. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου 1901: 314), φέρεται να φονεύεται στη μάχη αυτή του Αγίου Ιωάννου του Καμένου, ενώ σύμφωνα με παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια [Δημοτικό Τραγούδι, στη Συλλογή Π.Ι. Φαφουτάκη, Ποίημα 9ο, σ. 72, αναφερόμενο στον Γλυμιδ’ αλή τον ωμότατο εκ της τάξεως των ζορμπάδων ήτοι των παλληκαράδων (sic)], αλλά και τον ιστορικό Κριάρη (Κριάρη, 56)] φέρεται να φονεύεται στη μάχη των Ακονίων, στην ομώνυμη περιοχή του όρους Βρύσινας, νότια του Ρουσοσπιτιού, στην οποία και πάλι συμμετείχε δυναμικά το σώμα του Πρέβελη με τον Γεώργιο Τσουδερό και τους αρχηγούς Μανουσέλη και Δεληγιαννάκη.

[5] Μουρέλλος, Ι. Δ. 1931: 455.

[6] Παπαδοπετράκης, Γρηγόριος 1888: 202, 211, 213. Μουρέλλος, Ι. Δ. 1931: 455.

[7]Ψιλάκης, Βασίλειος Ιστορία τής Κρήτης, τ. Γ΄, έκδοση Αρκάδι, Αθήναι χ.χ, 264-265. Κριτοβουλίδης, Κ. 1859:  23. Παπαδοπετράκης Γρηγόριος 1888: 202. Δετοράκης Θεοχάρης, Ιστορία τής Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης 1990, 325. Μουρέλλος, Ι. Δ. 1931: 455.

Στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα - Και με την ευκαιρία του εορτασμού της Παναγίας της Θυμιανής και του Κουρκουλού

 

Στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του Εικοσιένα

Και με την ευκαιρία του εορτασμού της Παναγίας της Θυμιανής και του Κουρκουλού

 

Κουρκουλός - Παναγία Θυμιανή-

Καταστροφή της Μονής Πρέβελη από τον Ισμαήλ


ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

  

1.  Από τον Κουρκουλό (Ροδάκινου) στην Παναγία τη Θυμιανή


      Την τελευταία Κυριακή του Μαΐου, κάθε χρόνο, γιορτάζουμε τα γεγονότα στην Παναγία τη Θυμιανή, με θεία λειτουργία και άλλες τιμητικές εκδηλώσεις, ενώ πέντε μέρες πιο πριν γιορτάζουμε και τα γεγονότα στον Κουρκουλό του Ροδάκινου. Με την ευκαιρία, λοιπόν, αυτήν αξίζει, νομίζω, να θυμηθούμε τι συνέβη τις μεγάλες και επίσημες αυτές ημέρες.

Η πρώτη επαναστατική σημαία του αγώνα του Εικοσιένα στην Κρήτη υψώθηκε στις 24 Μαΐου από τον ηγούμενο της Μονής Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερό, στο ύψωμα Κουρκουλός του Ροδάκινου, όπου και ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών του σώματος Πρέβελη που μόλις είχε συγκροτηθεί από τους αδελφούς τού Ηγουμένου Γεώργιο και Ιωάννη Τσουδερό και άλλους αγωνιστές της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Η πρώτη αυτή σημαία ήταν το αντιμήνσιο της Αγίας Τράπεζας του αγίου Γεωργίου, ένα τετράγωνο άσπρο πανί με κεντημένο έναν σταυρό στη μέση[1] (εικ. 1).

Εικ. 1. Αγιος Γεώργιος Κουρκουλός (Ροδάκινου)

Το 1959 οι Ροδακινιώτες της Αθήνας κατέθεσαν στο Υπουργείο Εσωτερικών και το Γενικό Επιτελείο Στρατού αποδεικτικά στοιχεία για την ύψωση της πρώτης επαναστατικής σημαίας στον Κουρκουλό και στις 17 Μαΐου 1959 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Βασιλικό Διάταγμα, που όριζε την 24η Μαΐου «ως ημέραν επισήμου εορτής εις ανάμνησιν του ιστορικού τούτου γεγονότος» και στις 24 Μαΐου του 1960 οι Ροδακινιώτες έκαναν στον Κουρκουλό τον πρώτο επίσημο εορτασμό[2] (εικ. 2).

Εικ. 2. ΠΗΓΗ Πολιτιστικός Σύλλογος Ροδάκινου (rodakinocreta)

Το σώμα, στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς τα Σφακιά. Εδώ, στην Παναγία τη Θυμιανή Κομιτάδων (ναό δίκλιτο, αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Θεοτόκου και την Αγία Τριάδα, με τοιχογραφίες από τα χρόνια της Ενετοκρατίας), στις 29 Μαΐου 1821, ημέρα Κυριακή, οι Αγιοβασιλειώτες ενώνονται μαζί και με άλλους Κρήτες οπλαρχηγούς και μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης Κρητών αποφασίζεται η επίσημη κήρυξη της Επανάστασης του Εικοσιένα για την Κρήτη και καταστρώνεται το επίσημο σχέδιο του αγώνα[3] (εικ. 3).

Εικ. 3. Παναγία Θυμιανή- Κομιτάδες

Το ό,τι η Επανάσταση του 1821 στην Κρήτη ξεκίνησε από την Παναγία τη Θυμιανή των Σφακίων αναγνωρίστηκε επίσημα και με το Β.Δ. 93, ΦΕΚ Α΄18/1/1966, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: «Ορίζομεν ημέραν εορτασμού της επετείου της κηρύξεως εν Κρήτη της Επαναστάσεως του 1821 κατά του Τουρκικού ζυγού την τελευταίαν Κυριακήν του μηνός Μαΐου και τόπον εορτασμού την Μονή Θυμιανής Παναγίας της Επαρχίας Σφακίων…».

Ουσιαστικά, πάντως, θεωρούμε ότι η επανάσταση στην Κρήτη είχε, ήδη, ξεκινήσει από τα μέσα Μαΐου με τις εκστρατείες των Τούρκων στο εσωτερικό της Κρήτης και με τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Ι. Μονή Πρέβελη με τους Αμπαδιώτες Τούρκους και τον Ισμαήλ Αγά Κουντούρη, που κατέληξαν στην καταστροφή της Μονής και εξώθησαν τον Ηγούμενο και τους αδελφούς του, Γεώργιο και Ιωάννη, στο ύψωμα Κουρκουλός, του Ροδάκινου απ’ όπου, αν και υπήρχαν σοβαρά προβλήματα, ξεκίνησαν την Επανάσταση του Εικοσιένα στην Κρήτη. Έτσι, το επαναστατικό κίνημα που είχε, ήδη, ξεκινήσει με ορμή και ενθουσιασμό στα δυτικά το έφερνε, πλέον, ο δυτικός άνεμος και προς την άλλη Κρήτη, που άρχιζε και αυτή με δυναμικά και σταθερά βήματα να οργανώνει τον ξεσηκωμό της, ενώ δίπλα της αντίκρυζε τα φρικτότατα μαρτύρια των άοπλων θυμάτων του κρητικού λαού, αποτέλεσμα της οργισμένης αντίδρασης των Τούρκων κατακτητών.

 

2.  Η καταστροφή της Μονής Πρέβελη από τον Ισμαήλ

     Ο Ισμαήλ αγάς Κουντούρης ή Ψαροσμαήλης, όπως είδαμε σε προηγούμενο άρθρο μας (Ρέθεμνος 15/5/2021), επισκέφτηκε στις 23 Μαΐου 1821 με τριακόσιους άγριους Αμπαδιώτες Τούρκους εκ των «επιφοβωτάτων γειτόνων των επαρχιών Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου μέχρι και Σφακίων» την Ι. Μονή Πρέβελη, με σκοπό να συλλάβει τον Ηγούμενό της Μελχισεδέκ Τσουδερό και τους πατέρες του μοναστηριού. Όταν, πάντως ο Ισμαήλ, την άλλη μέρα, κατάλαβε το παιγνίδι που του έπαιξε ο Ηγούμενος, που του διέφυγε τη νύκτα με όλους τους μοναχούς, οργισμένος και μη έχοντας κάτι άλλο να κάνει, πυρπόλησε το Πίσω Μοναστήρι, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου που ήταν αποθηκευμένες εκεί (εικ. 4).

Εικ. 4. Ι. Μονή Πρέβελη

Ανέβηκε, στη συνέχεια, στο βουνό Τσιλίβδικα, προκειμένου να αρπάξει τα αιγοπρόβατα και τυροκομικά της Μονής. Όμως, όπως διαπίστωσε, έλειπαν όλα, γιατί είχε φροντίσει και γι’ αυτά την προηγούμενη νύχτα ο Μελχισεδέκ. Εκνευρισμένος άρχισε να βρίζει και να προκαλεί τους Καλλικρατιανούς, που σκορπισμένοι και κρυμμένοι ένα γύρο στα χαμόδεντρα και τους βράχους άρχισαν να πυροβολούν εναντίον του και των στρατιωτών του και έγινε εκεί κανονική μάχη[4].

Κατά τον Μουρέλλο, πάλι, αρχικά, τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη, αφού ο Ισμαήλ αγάς Κουντούρης ήταν τεχνίτης και, μη θέλοντας να εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα, δεν ζήτησε να καταδιώξει τον Μελχισεδέκ και τους καλογήρους, όταν διαπίστωσε τι είχε συμβεί. Απεναντίας, δεν πείραξε τίποτε από τα πράγματα της Μονής, έκλεισε όλα τα κελιά και παρέδωσε τα κλειδιά σε δυο ανάπηρους μοναχούς που δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τους άλλους και είχαν παραμείνει στη μονή κρυμμένοι σε διπλανό σπήλαιο, με την εντολή να τα δώσουν στον ηγούμενο «που, όπως τους έλεγε, άδικα και παράδικα φοβήθηκε και το ’σκασε, ενώ αυτός ήταν καλός φίλος, όπως το απέδειχνε, που δεν πείραξε τίποτε στη μονή». Το σχέδιό του, πάντως, ήταν άλλο. να παράσερνε τον Τσουδερό σε επιστροφή στη μονή και τότε να τον συλλάμβανε. Δεν είχε μάθει ως την ώρα εκείνη την ένωση των αδελφών Τσουδερών και τον οπλισμό τόσων ανδρών στον Κουρκουλό και στο Ροδάκινο. Όταν αργότερα, μετά από δυο μέρες, διαπίστωσε πώς είχαν τα πράγματα, ότι, δηλαδή, ο Μελχισεδέκ είχε αποχωρήσει οριστικά από τη Μονή και δεν σκεφτόταν να επιστρέψει, διάρπαξαν τα πάντα από τη μονή και άρχισαν να κυνηγούν τα μοναστηριακά κοπάδια προς τις πλαγιές[5].



[1] Γιάννης Τσουδερός Ευθυβούλου, «Κουρκουλός, Τσιλίβδικας και Χάλαρα: Τα πρώτα τρία αλληλένδετα επαναστατικά γεγονότα, που ’γιναν στις 25 του Μάη του 1821 στο νοτιοδυτικό τμήμα της επαρχίας Λάμπης κ’ είναι η αιτία που ’γινε η πρώτη Γενική Συνέλευση των Οπλαρχηγών της Κρήτης στις 29 του Μάη στην Παναγία τη Θυμιανή», Πρεπραγμένα Ι΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Γ1, Χανιά 2011, 20.

[2] Χομπίτης Αναστάσιος, Μια ζωή δοσμένη στην πατρίδα, 1980, 242- 244. Όπως πληροφορούμαι από τον φίλο Αντιδήμαρχο Πολιτισμού και Δημόσιας Υγείας, Δήμου Αγίου Βασιλείου, κ. Γιάννη- Νεκτάριο Χαραλαμπάκη, ο Δήμος συναποφάσισε με τους τοπικούς παράγοντες του Ροδάκινου, να επαναφέρει τον εορτασμό της Ύψωσης της Επαναστατικής σημαίας στον Κουρκουλό στις 24 Μαΐου κάθε χρόνο. Φέτος κατ’ εξαίρεσιν, λόγω της επιδημίας, ο εορτασμός ορίστηκε για τις 22 Αυγούστου, οπότε θα γίνουν και αποκαλυπτήρια σχετικής Αναμνηστικής Πλάκας.

[3]  Παναγιώτης Κριάρης Κ., Ιστορία της Κρήτης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις 1902, 49. Γρηγόριος Παπαδοπετράκης Ιστορία των Σφακίων, ήτοι μέρος τής Κρητικής Ιστορίας, Εν Αθήναις 1888, 186.

[4] Αυτή, σημειώνει ο Γιάννης Ε. Τσουδερός, ήταν η πρώτη μάχη της Επανάστασης (Γιάννης Τσουδερός: Αφιέρωμα στην Ιστορία τής Κρήτης κ’ ειδικότερα τού Ρεθέμνου 1536 ως 1924, Ρέθεμνος 1995, 21). Πβ. Γρηγόριος Παπαδοπετράκης, ό.π., 177- 178.

[5] Ι. Δ. Μουρέλλος, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειον Κρήτης 1931, 408 και 416.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ- ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΙ- ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ

 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΙ- ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ  ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ

 

  ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

        www.ret-anadromes.blogspot.com

 

 Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος, ή άλλως Κυρ- Ιωάννης αποκαλούμενος, γνωστός σε πολύ λίγους ως ο ιδρυτής της Ιεράς Μονής Μυριοκεφάλων Ρεθύμνου, είναι ακόμα λιγότερο γνωστός ως ο ιδρυτής ενός μεγάλου αριθμού ναών, μοναστηριών και προσκυνημάτων στο δυτικό διαμέρισμα της Κρήτης, όπου κυρίως εργάστηκε ιεραποστολικά κατά τα τέλη του 10ου (γενν. 970 μ.Χ.) μέχρι και το δεύτερο, περίπου, μισό του 11ου αιώνα (+ 1027)[1].

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος, έχοντας ιδιαίτερη πατρίδα του τον Σίβα, στα Αστερούσια, περί τα τέλη του επιγείου βίου του κατέληξε στο Δυτικότατο άκρο της Κρήτης, στην επαρχία Κισάμου, περιοχή Καβούσι, πρώην κοινότητας Πλατάνου, όπου έζησε ασκητικά μέχρι το τέλος του οσιακού βίου του. Εκεί, στο Καβούσι, βρίσκεται το σπήλαιο που μόνασε, καθώς και ο τάφος όπου μέχρι σήμερα το σώμα του αναπαύεται ειρηνικά.

Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος αποτελεί, έκτοτε, αγιασμό και ευλογία για την Ι. Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου, η οποία τον τιμά και τον γεραίρει ως τοπικό άγιό της στις 20 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, μαζί με τον άγιο Ευστάθιο. Ομοίως, ευλογία και αγιασμό αποτελεί και για την Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, αλλά και για τις λοιπές Μητροπόλεις των νομών Ρεθύμνου και Χανίων, η παρουσία εντός των φυσικών τους ορίων πολλών ι. ναών και προσκυνημάτων- λαμπρών, όλων, δημιουργημάτων του αγίου Ιωάννου του Ξένου- και κυρίως της Ι. Μονής της Κυρίας Θεοτόκου, της Αντιφωνήτριας, των Μυριοκεφάλων, την οποία ο Ιωάννης σεβόταν ιδιαίτερα και την καθιέρωσε ως το κυριότερο των ιερών καθιδρυμάτων του, ίσως για τον βαθύ σεβασμό που ο Άγιος έτρεφε προς το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά και για την ιστορική Θεοφάνεια και το θαύμα της ανάβλεψής του μετά από επτά ημέρες, που συνέβησαν και τα είχε βιώσει κατά συνταρακτικό τρόπο στον χώρο αυτόν. Με τη Διαθήκη του, λοιπόν, ο Ιωάννης έθετε τα πάντα, κινητά και ακίνητα, όσα δημιούργησε κατά τον επίγειο βίο του, υπό την εξουσία της Κυρίας Θεοτόκου της ιστορικής, έκτοτε, Μονής των Μυριοκεφάλων, που την έθετε επίκεντρο όλης της επίγειας δημιουργίας του. Έτσι, όλα τα δημιουργήματα του Ιωάννη του Ξένου, στους νομούς Ρεθύμνου και Χανίων, μπορούν να χαρακτηριστούν ως παρεκκλήσια και εξαρτήματα της Ι. Μονής Μυριοκεφάλων, σύμφωνα με την παραπάνω θέληση του Δημιουργού τους.

 Παναγία Μυριοκεφάλων (από ΝΑ) 

 Η επιλογή αυτή της περιοχής των Μυριοκεφάλων, ως κέντρου αναφοράς όλων των καθιδρυμάτων του Οσίου, οφείλεται- κατά τη Διαθήκη του- σε υπόδειξη αυτού του ίδιου του Θεού. Όμως, και η θέση της Μονής ήταν εξαιρετικά σπουδαία- εκεί κοντά στα σύνορα των νομών Χανίων και Ρεθύμνου-, ώστε να εποπτεύει και να αποτελεί το φυσικό κέντρο του όλου χώρου δράσης του Ιωάννη. Εξάλλου, τον καιρό εκείνο (Β΄ Βυζαντινή περίοδο) ξαναϊδρύεται η επισκοπή Λάμπης, της Α’ Βυζαντινής περιόδου- την οποία είχαν καταστρέψει οι Άραβες- με το νέο όνομα επισκοπή Καλαμώνος και εγκαθίσταται στο γειτονικό χωριό, που, για τον λόγο αυτόν, πήρε το γνωστό όνομα Επισκοπή.

Τον Βίο και την Ακολουθία του Οσίου συνέγραψε κατά το έτος 1843 κάποιος Σπυρίδων, πιθανόν μοναχός. Την ακολουθία αυτήν αντέγραψε «ποιήσας και τα μεγαλυνάρια» ο ιερομόναχος Ματθαίος, που ζούσε μέχρι το έτος 1844 ως προϊστάμενος της Ι. Μ. Μυριοκεφάλων[2]. Πρόκειται για το χειρόγραφο των Μυριοκεφάλων την ακολουθία του οποίου περισυνέλεξε και εξέδωσε το έτος 1922 ο επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου Άνθιμος Λελεδάκης, με υπομνηματισμό του εφημερίου Τοπολίων Βασ. Μπλαβάκη, ο οποίος είχε ασχοληθεί περί την λατρεία του Αγίου και τον ναό του στην Ακτή της Δυτικής Κρήτης (Μεσόγεια)[3].

Του αγίου Ιωάννου του Ξένου βρέθηκαν και άλλα χειρόγραφα με την ι. ακολουθία και τον βίο του, σε χώρους που έδρασε κατά τον επίγειο βίο του, δηλαδή στην Ι. Μ. Μυριοκεφάλων, στην πατρίδα του, τον Σίβα, και στα Τσουρουνιανά, όπου φυλάσσεται η αγία κάρα του.

Το σημείωμα που μας πληροφορεί για το χειρόγραφο των Τσουρουνιανών (19ου αιώνα) αναφέρει ως γραφέα του κώδικα τον ιερέα (οικονόμο) Συμεώνα Βασιλίδη, Αγιοτριαδίτη και φέρει ημερομηνία 17 Ιουνίου 1844[4]. Της ακολουθίας του χειρογράφου αυτού τον κανόνα του αγίου Κυρ Ιωάννη συνέγραψε- όπως δηλώνει η ακροστιχίδα του- ο «Δημήτριος αμαρτωλός ιερεύς Σουρούμης» από τον Αλυκιανό Κυδωνίας, που έχει γράψει διάφορους κώδικες και τώρα γίνεται γνωστός και ως ασματογράφος[5].

Ο βολλανδιστής πατέρας Ιππόλυτος Ντελεχάγιε


Σε αρχαιότερη γλώσσα βρέθηκαν γραμμένα η βιογραφία και η Διαθήκη του Αγίου από τον βολλανδιστή πατέρα Ιππόλυτο Delehaye, ο οποίος τοποθέτησε αυτά σε κάποιο βιβλίο του περί τυπικών μονών, το οποίο δημοσίευσε στη συνέχεια το έτος 1921[6]. Το σχετικό χειρόγραφο, αντίγραφο του 15ου αιώνα από το πρωτότυπο, είναι ο υπ΄ αριθμ. Canonici 19 κώδικας της Βοδληϊανής Βιβλιοθήκης της Οξφόρδης, φύλλα 278v-283. Ο Νικόλαος Τωμαδάκης θεωρεί ότι πρόκειται, πιθανόν, γι’ αυτά τα ίδια που έγραψε ο Ιωάννης ο Ξένος. Ο Βοδληϊανός κώδικας είναι αρχαιότερος άλλου κώδικα, νεότερου, που προέρχεται από την επαρχία Κισάμου Κρήτης (codex Cisamensis). Η γλώσσα του κώδικα αυτού της Κισάμου είναι λαϊκότερη και πιο κατανοητή από τον απλό άνθρωπο. Μάλλον πρόκειται για διασκευή αρχαιοτέρου κειμένου, το οποίο, πιθανόν, να είχε διασωθεί στα Μυριοκέφαλα. Διαφορά μεταξύ των δύο κειμένων είναι ότι το πρώτο, το και αρχαιότερο, μιλεί σε α΄ ενικό πρόσωπο και οπωσδήποτε σε γλώσσα λογιότερη, ενώ το νεότερο σε γ’ και γλώσσα καταφανώς απλουστευμένη στο δημώδες της εποχής της διασκευής εκείνης ιδίωμα. Έτσι, για παράδειγμα, στον μεν βοδληιανό κώδικα διαβάζουμε: «Κακείσε δε πάλιν ανυπέστρεψα εις την μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μυριοκεφάλου», ενώ στη δημώδη διασκευή του κώδικα της Κισάμου, στο ίδιο απόσπασμα, διαβάζουμε: «Εγύρισε πάλιν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων…».

 

 Και στο σημείο αυτό εισερχόμαστε στο κυρίως θέμα μας, που αφορά στο ιεραποστολικό έργο, τον Βίο και την Πολιτεία τού Ιωάννη τού Ξένου, όπως αυτά έχουν στο κείμενο της Διαθήκης του[7]. Ο Άγιος, λοιπόν, σύμφωνα με τον Βίο του, συνοικούσε- κατά το παράδειγμα και άλλων μεγάλων αγίων ανδρών της Εκκλησίας μας- με άγρια ζώα και θηρία[8] και περιφερόταν ζώντας ως ερημίτης από τόπου εις τόπον, ξεκινώντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Σίβα, Πυργιωτίσσης, μέχρι που έφτασε στο όρος των Λιθίνων[9]. Εκεί συνάντησε σπήλαιο και μέσα σε αυτό δύο μνημεία, τα οποία φωνή εξ ουρανού του απεκάλυπτε ότι ανήκουν στους αγίους Ευτύχιο και Ευτυχιανό[10], στους οποίους η ίδια φωνή τον διέτασσε να ανεγείρει ναό στο όνομά τους. Πρόκειται για τον πρώτο ναό που έκτισε ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος. Ο ναός αυτός αποτέλεσε και το πρώτο ιεραποστολικό ορμητήριό του και σε αυτόν, μάλιστα, εκάρη μοναχός -λαϊκός όντας μέχρι τής στιγμής εκείνης- από κάποιο ευλαβή γέροντα.

 Στη συνέχεια, οδοιπορώντας έφθασε στο όρος Μυριοκέφαλο[11], εντός των ορίων του νομού Ρεθύμνου, πάνω από το χωριό που ονομαζόταν, τότε, Τούρμα του Καλαμώνος[12]. Εδώ, για την δριμύτητα του χειμώνα προφυλάχτηκε σε παμμέγεθες ελληνικό κτίσμα, που υπήρχε πάνω στο όρος Μυριοκέφαλο, στο οποίο ο Άγιος μόλις εισήλθε έχασε το φως του για επτά ολόκληρες ημέρες. Ο Άγιος με γνώσεις, εδώ, αρχαιογνωσίας προσδιορίζει την ελληνική ταυτότητα του άγνωστου, πάντως, αυτού κτίσματος. Τοπική, πάντως, παράδοση κάνει λόγο ότι ο Άγιος κοιμήθηκε στο σπήλαιο της Αγίας Παρασκευής Βιλλανδρέδου και από το γλυκό ρόδινο φως που αντίκρισε όταν ξύπνησε ανακάλυψε την εικόνα της Παναγίας. Από εκείνη την ημέρα, μάλιστα, από το μέχρι τότε ξηρό σπήλαιο αναφέρεται ότι άρχισε να στάζει αγίασμα, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα θαυματουργό για τους δαιμονόπληκτους[13]. Την έβδομη ημέρα, και ενώ προσευχόταν στον Κύριο, άκουσε «φωνήν εξ ουρανού» που τον διέταζε να αναγείρει ναό στην πανύμνητο Θεοτόκο την Αντιφωνήτρια. Έκτισε ο Όσιος, τότε, την Ι. Μονή Μυριοκεφάλων, όπου- σύμφωνα με τον Βοδληϊανό κώδικα- άφησε έναν μοναχό, τον Λουκά[14]. Πάντως, από το μέγεθος της περιουσίας που ο όσιος άφησε στην Ι. Μονή Μυριοκεφάλων- 1300 πρόβατα και 300 αίγες και μετόχια στο Μουσέλα και τον Μέλικα κ.α.- πρέπει να δεχτούμε ότι ο αριθμός των μοναχών θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος, ώστε να μπορούν να επιβλέπουν την τεράστια αυτήν περιουσία του μοναστηριού[15]. Εξάλλου, και στο κατά πολύ μικρότερο μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, που ήταν εξάρτημα της Μονής Μυριοκεφάλων, σημειώνονται δώδεκα μοναχοί. 

 Παναγία η Αντιφωνήτρια Μυριοκεφάλων 

 Μετά την αποχώρησή του και από την Μονή των Μυριοκεφάλων ο άγιος Ιωάννης έφθασε σε άλλον τόπο, που ονομαζόταν «Μέλικας», μέρος εξαιρετικά ξηρό και άνυδρο, και σε αυτόν οικοδόμησε ναό προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Δούβρικα[16]. Μάλλον πρόκειται για την περιοχή των Δραμίων, της επαρχίας Αποκορώνου Χανίων, η οποία φαίνεται να πληροί τις προδιαγραφές που μας δίνει το συναξάρι του Αγίου. Ο χαρακτηρισμός της περιοχής με τη λέξη «χαμοβούνια» και η φράση της Διαθήκης του Ιωάννη «εξελθόντος μου της τοιαύτης μονής εύρον τόπον έτερον…» αποδίδουν, νομίζω, τη συγκεκριμένη θέση της ευρύτερης περιοχής των Δραμίων, που, τωόντι, χαρακτηρίζεται από πλήθος μικρών γηλόφων, αλλά και που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ι. Μονή των Μυριοκεφάλων, ώστε να δικαιολογείται η χρονική μετοχή της Διαθήκης: «εξελθόντος μου… εύρον», που σημαίνει: «μόλις βγήκα από το μοναστήρι βρήκα άλλο τόπο….»[17].

 Άγιος Γεώργιος Δούβρικας Δραμίων (άποψη από Ν.) φωτ. 2020

Από τον «Μέλικα» ο Ιωάννης έφτασε στο Άριο[18], κοντά στο χωριό Πηγή, της επαρχίας Ρεθύμνου, όπου ανέγειρε νέο ναό τον ονομαζόμενο Άγιο Γεώργιο τον Οψαροπιάστη. Υπάρχει παράδοση που δικαιολογεί το πρωτότυπο αυτό όνομα του Αγίου. Όταν, δηλαδή, παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων στους εργάτες του ανεγειρόμενου ναού, ο κτήτωρ άγιος Ιωάννης απέστειλε τους ψαράδες του χωριού να ψαρέψουν, στην παραλία του χωριού, στο όνομα του Αγίου Γεωργίου. Οι ψαράδες, μετά από αυτό, συνέλαβαν τόσο πολλά ψάρια, που, έκτοτε, ο άγιος Γεώργιος επωνομάστηκε «Οψαροπιάστης»[19].

Ένα κομψοτέχνημα ο Αγιος Δημήτριος, στον ομώνυμο Οικισμό, παρά την Πηγή (από ΒΑ)

  Σύμφωνα με τον Γ. Β. Αντουράκη, πρόκειται για τον κομψότατο ναό του αγίου Δημητρίου, πλησίον του χωριού Πηγή Ρεθύμνου, που έχει τα χαρακτηριστικά των ναών του αγίου Ιωάννου του Ξένου. Διαφορετική γνώμη έχει ο Μιχ. Κ. Ανδριανάκης, ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι ο συγκεκριμένος ναός του αγίου Ιωάννη πιθανόν να είναι αυτός της Παναγίας, του χωριού Κυριάννα, Ρεθύμνου, ο οποίος ανακατασκευάστηκε τον 17ο αιώνα και, τότε, πιθανότατα, να μετονομάστηκε σε Παναγία. Παρότι, θεωρώ πολύ δύσκολη μια τέτοια μετονομασία ναού[20], όμως βρίσκω δελεαστικότατη την άποψη του συγκεκριμένου ερευνητή το όνομα του χωριού να έχει την προέλευσή του από τον άγιο Ιωάννη τον Ξένο, τον αποκαλούμενο και Κυρ- Ιωάννη, οπότε με την εξελικτική πορεία Κυρ- Γιάννη (στον)> Κυργιαννά (στα)> Κυρ(γ)ιάννα (στην) να δόθηκε το όνομα του Οσίου στο συγκεκριμένο χωριό. Αυτή η άποψη είναι, οπωσδήποτε, πολύ δελεαστικότερη από την γνωστή και κοινότυπη ετυμολογία της ονομασίας του χωριού από κάποια «Κυρία Άννα». Την άποψη αυτήν ενδυναμώνει και το επίρρημα της Διαθήκης  του Οσίου «πλησίον»ήν τόπος καλός και εύχρηστος και πλησίον του χωρίου της Πηγής»), που δηλώνει ότι ο Ιωάννης δεν έκτισε τον ναό μέσα στην Πηγή, αλλά πλησίον αυτής[21]. Και, πράγματι, πλησίον- μόλις έξι χιλιόμετρα από την Πηγή- βρίσκεται η Κυριάννα. Πιθανόν, λοιπόν, η Πηγή, ως γνωστότερη, τον καιρό εκείνο, να χρησιμοποιήθηκε προς υπόδειξη της ευρύτερης περιοχής, όπως έγινε και με το Άριον πιο πάνω.

Σοβαρό, όμως, πρόβλημα στη συγκεκριμένη δελεαστική άποψη του κ. Ανδριανάκη -πέραν της προαναφερθείσας δυσκολίας που βρίσκουμε στη μετονομασία ενός ναού- θεωρούμε και τη συγκεκριμένη επωνυμία «Οψαροπιάστης» (Ψαροπιάστης), που, οπωσδήποτε, ετυμολογικά, υποδηλώνει στενότατη σχέση τού εν λόγω ναού προς τη θάλασσα. Έτσι, η παράδοση που επικαλείται ο Άνθιμος Λελεδάκης[22] φαίνεται να προτείνει μια πειστική εξήγηση της επωνυμίας του ναού. Αν σκύψουμε, λοιπόν και την εξετάσουμε προσεκτικά θα δούμε να γίνεται σε αυτήν λόγος για αλιείς του χωριού, τους οποίους ο Άγιος απέστειλε να ψαρέψουν στην πλησίον του χωριού θάλασσα, όταν παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων,  που εμπόδιζε τους εργάτες του ανεγειρόμενου ναού να συνεχίσουν το έργο. «Αλιείς», λοιπόν, θα μπορούσαν, ίσως,  να υπάρχουν σε χωριά που βρίσκονται από τη θάλασσα σε απόσταση μικρότερη ή, έστω, και ίση προς αυτήν που βρίσκεται η Πηγή, και όχι η Κυριάννα. Άρα, από την επωνυμία του ναού (Οψαροπιάστης) και μόνον υποθέτουμε ότι ο ναός αυτός θα πρέπει να βρισκόταν πλησίον του χωριού Πηγή και μάλιστα, κατά τον βόρειο άξονα αυτού, προς τη μεριά τού σχεδόν παραθαλάσσιου Αρίου.

Από την Πηγή ο Ιωάννης αναχωρεί ευθέως και πάλι για την Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου στα Μυριοκέφαλα, προς ηθική και οικονομική ενίσχυση των εκεί μοναζόντων, που δυναστεύονταν, κατά το συναξάρι του, από μεγάλη ανέχεια και πείνα. Στη συνέχεια, οδεύει προς το χωριό Μουσέλα, όπου ανεγείρει μετόχιο της Ι. Μ. Μυριοκεφάλων με ναό του Αγίου Παταπίου[23], τον οποίο κατέστησε πλήρη μονή με δύναμη δώδεκα μοναχών.

 Η περιοχή παρά την ανατολική όχθη του ποταμού Μουσέλα, όπου θα βρισκόταν το μετόχι και ορθώνεται σήμερα το εικονοστάσι του αγίου Παταπίου. 

 Στο σημείο αυτό μεσολαβεί ταξίδι του Αγίου στην Βασιλεύουσα, όπου μεταβαίνει προκειμένου να ζητήσει από τους «Ορθοδόξους Ημών Βασιλείς» χρυσόβουλο. Με αυτό το αυτοκρατορικό χρυσόβουλο η Μονή των Μυριοκεφάλων ελάμβανε κατ΄ έτος από το τελωνείο της Κρήτης δια ψυχική των σωτηρίαν [ενν. των Βασιλέων] νομίσματα λίτραν μίαν, ράσα δώδεκα (ή μόλις δύο κατά το μεταγενέστερο κείμενο του κώδικα του Κισάμου), μανδία δώδεκα και βλατήν ενδυτήν (ή βλαντί κόκκινο ένα, κατά τον κώδικα του Κισάμου)[24]. Πρόβλημα, πάντως, νομίζω, δημιουργεί η διατύπωση του Βολβηιανού κώδικα, στον οποίο- τουλάχιστον σε μένα- δίνεται η εντύπωση ότι ο θείος Ιωάννης μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη για να προσποριστεί χρυσόβουλο και πατριαρχικό γράμμα (σιγίλλιο) για την Μονή του Αγίου Παταπίου. Μόνο στον κώδικα της Κισάμου διευκρινίζεται ότι το αίτημα αναφέρεται στην Ι. Μ. Μυριοκεφάλων.

Στην Κωνσταντινούπολη και αυτός ο απλός λαός δέχεται τον Άγιο και του προσφέρει πρόθυμα δώρα για το μοναστήρι του, βιβλία, εικόνες και λοιπά ι. σκεύη, με τα οποία κατεκόσμησε τα κελιά της Μονής. Το απόσπασμα αυτό της Διαθήκης του Ξένου μάς δίνει μιαν ωραία εικόνα του κλίματος που επικρατούσε στη Βασιλεύουσα, τον καιρό εκείνο, σχετικά με την Κρήτη. Προ της ανάκτησης, δηλαδή, της νήσου από τον Νικηφόρο Φωκά την αποκαλούσαν «βαρβαροτρόφον» και «θεόλεστον», λόγω του πειρατικού κράτους των Σαρακηνών που επικρατούσε στο νησί. Τώρα υποδέχονται έναν Κρητικό ερημίτη με ιδιαίτερη  ικανοποίηση και του προσφέρουν πρόθυμα ό,τι θέλει για το μοναστήρι του. Ήταν, ασφαλώς, μια ηρωική εποχή και οι πολίτες είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία για το μεγάλο ελληνικό νησί[25].

Από όλα αυτά τα κειμήλια σήμερα δεν σώζεται, δυστυχώς, τίποτε, εκτός από την εικόνα της Θεοτόκου, αν την θεωρήσουμε ότι ανήκει σε αυτά, σύμφωνα με παράδοση που λέγει ότι η θαυματουργός εικόνα της Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας είναι μία από τις εικόνες που ο Άγιος μετέφερε από τη Κωνσταντινούπολη. Αν το πράγμα έχει έτσι, επειδή η μετάβαση του Οσίου στην Κωνσταντινούπολη έγινε επί Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ρωμανού του Β΄, που βασίλευε από το έτος 959 μέχρι το 964, η εικόνα αυτή των Μυριοκεφάλων αποτελεί παλαιότατο κειμήλιο της Μονής, ηλικίας άνω των 950 χρόνων.

 Η Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου

 Κατά το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, ο άγιος Ιωάννης ζήτησε, επίσης, από τον Πατριάρχη Αλέξιο τον Στουδίτη[26] (1025- 1043) και έλαβε σιγίλλιο, ώστε να είναι το Μοναστήρι αυτοδέσποτο και κυρίαρχο, ανεμπόδιστο και απείραχτο από οποιαδήποτε επιβουλή αρχοντικού ή εκκλησιαστικού προσώπου, πράγμα που το πέτυχε κάνοντάς το σταυροπηγιακό με μόνη υποχρέωση τώρα να γίνεται σε αυτό αναφορά του ονόματος του Πατριάρχη[27]. Εντυπωσιάζει, πάντως, το γεγονός ότι το όνομα της Μονής Μυριοκεφάλων δεν αναφέρεται ανάμεσα στα πέντε γνωστά- από τα δώδεκα  αυτοκρατορικά μοναστήρια- τα οποία υπήρχαν στην Κρήτη, στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Το κείμενο, όμως, της Διαθήκης είναι σαφές: «Ο Ιωάννης έλαβε από τον βασιλιά χρυσόβουλο»[28]. Αντίθετα, επί Τουρκοκρατίας άκμαζε με μεγάλες περιουσίες η κοντινή Μονή του προφήτη Ηλία, στα Ρούστικα, που είχε καταστεί και αυτή σταυροπήγιο. Αυτής της Μονής, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η Μ. Μυριοκεφάλων διετέλεσε εξάρτημα.

ΝΔ. άποψη του  ναού της Θεοτόκου (η Ζωοδόχος Πηγή) ή Άι- Κυρ Γιάννη, Αλυκιανού Χανίων

 Ο Ιωάννης, μετά την διευθέτηση αυτήν των πραγμάτων στα μετόχια και τα ιερά καθιδρύματά του, δεν δίνει εφησυχασμό και ανάπαυση στα μέλη του, αλλά εξέρχεται και πάλιν της Μονής (του Αγίου Παταπίου) και οδεύει προς νέο τόπο τον επικαλούμενο Κουφού[29], όπου ανεγείρει νέο ναό στην Υπεραγία Θεοτόκο (Ζωοδόχο Πηγή) του Κουφού (σήμερα Άι- Κυρ Γιάννης Αλυκιανού). Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής στον Κουφό πολύ μεγαλύτερος των άλλων του οσίου Ιωάννη, φανερώνει ότι θα τον έκτισε με την συνδρομή των ευσεβών χριστιανών που ήδη είχαν αναγνωρίσει το ιεραποστολικό έργο που ο όσιος επιτελούσε στην Κρήτη. Ο ναός, μετά την παρακμή της Παναγίας της Αντιφωνήτριας, στα Μυριοκέφαλα, που ο ίδιος ο Ιωάννης ο Ξένος είχε ορίσει ως επίκεντρο όλης της γήινης δημιουργίας του, υπήχθη στην Ι. Μονή της Χρυσοπηγής. Πρόκειται για βυζαντινό ναό σταυροειδή, μετά τρούλου, που οικοδομήθηκε περί το έτος 1004, σύμφωνα με το σχέδιο των λοιπών ναών του αγίου Ιωάννη του Ξένου.

Άγιος Παύλος, σταυροειδής μετά τρούλου, ΝΔ άποψη 

 Αναχωρεί και από εκεί και, αλλάζοντας κατεύθυνση, από τα κεντρικά και βόρεια της Δυτικής Κρήτης, οδεύει προς τις νότιες περιοχές του νομού Χανίων, όπου ιδρύει ευκτήριο οίκο στον άγιο Παύλο Σφακίων. Ο ναός του Αγίου Παύλου Σφακίων είναι μικρός σταυροειδής ναός- στον βυζαντινό ρυθμό που έκτιζε τους ναούς του όσιος Ιωάννης- και διατηρείται ακόμα και σήμερα ανατολικά της Αγίας Ρούμελης (στον «Οπίσω Αιγιαλόν» κατά την Διαθήκη του), πάνω σχεδόν από την άμμο, ώστε τον χειμώνα, όταν αγριεύει το κύμα του Νότιου Κρητικού, να πέφτει με ακατάσχετη ορμή στη νοτική του πλευρά και κοντά σε πηγή με ψυχρότατο νερό, όπως σημειώνεται σε περιγραφή του ευρύτερου χώρου από τον Χρ. Μπουοντελμόντι[30]. Η αντοχή του στις δύσκολες καιρικές συνθήκες έχει προβληματίσει πολλούς ειδικούς, και από παλιότερα είχε εκφραστεί η άποψη ότι σύντομα θα κατέρρεε[31]. Δεν ξέρουμε αν ο άγιος Ιωάννης παρέμεινε για αρκετό χρόνο, μετά την οικοδόμηση του ναού, στη συγκεκριμένη περιοχή, που, κατά την παράδοση, φιλοξένησε και τον πρώτο των Αποστόλων, τον Παύλο. Και αυτός, ασφαλώς, είναι και ο λόγος που ο Όσιος ίδρυσε ναό στη συγκεκριμένη περιοχή.

Ο Ιωάννης προχωρεί, στη συνέχεια, σε άλλη περιοχή ψηλότερα, στον Αζωγυρέα, Σελίνου Χανίων, παρά την Παλαιόχωρα, όπου οικοδομεί ναό του Αγίου Γεωργίου. Εντυπωσιάζει, πάντως, το γεγονός ότι η λατρεία του αγίου Ιωάννη του Ξένου εκτοπίστηκε στον Αζωγυρέ, αλλά και στον ναό των αγίων Πατέρων στα Άνω Φλώρια Σελίνου, που, όπως σημειώνει ο Ν. Ψιλάκης[32], λατρευόταν ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος μέχρι το έτος 1462, σύμφωνα με υπάρχουσα εκεί επιγραφή[33]. Αργότερα, όμως, ο άγιος Ιωάννης ξεχάστηκε παντελώς, και στον ίδιο του τον ναό τώρα λατρεύονται οι άγιοι Πατέρες και ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης, που, κατά την παράδοση, έδρασαν εκεί, στον πλησίστιο Αζωγυρέ. Επίσης, σε καμιά περιοχή δεν παρατηρείται λατρεία και των δυο Αγίων, Ξένου και Ερημίτη, ταυτόχρονα. Ούτε καν στον Αζωγυρέ[34], όπου φέρονται ότι έδρασαν αμφότεροι.

 Ο τάφος του Αγίου, ΒΑ του σπηλαιώδους ναού των αγίων Ιωάννου του Ξένου και Ευσταθίου, στην Ακτή Κισάμου

 Μετά από αυτό το μέγα ιεραποστολικό έργο, ο ταπεινός ερημίτης αισθάνεται- ως και ο άλλος μέγας ιεραπόστολος, ο Παύλος- να τον βαραίνει το πλήθος των αμαρτιών του και, μη έχοντας ανάπαυση επί της γης, οδηγεί τα βήματά του σε νέα, εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από τον «Οπίσω Αιγιαλόν»  που βρισκόταν, στο δυτικότερο άκρο της Κρήτης, στα μέρη του Κισάμου, σε περιοχή ονομαζόμενη Ακτή, όπου κτίζει εκκλησία και μοναστήρι και διαμένει μέχρι το τέλος του επίγειου βίου του. Εδώ φέρεται να γράφει- τελική πράξη του παναγίου βίου του- και τη Διαθήκη του.

 Οι ιστορικά- αρχαιολογικά βεβαιωμένοι ναοί του οσίου Ιωάννου του Ξένου, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα στοιχεία της Διαθήκης του, είναι οι εξής εννέα:

1. Ευτυχίου- Ευτυχιανού (όρος Ράξος-περιοχή Ματάλων)

2. Παναγίας της Αντιφωνήτριας( Μυριοκεφάλων)

3. Αγίου Γεωργίου Δούβρικα (περιοχή σημερινών Δραμίων)

4. Αγίου Γεωργίου Οψαροπιάστη (σημερινός ναός Θεοτόκου-Κυριάννας)

5. Μονή Αγίου Παταπίου (χωριό Μουσέλα, παρά τον ομώνυμο ποταμό)

6. Παναγία Ζωοδόχος Πηγή ( χωριό Κουφός, Κυδωνίας)

7. Απόστολος Παύλος («Οπίσω Αιγιαλόν» - Σφακιά)

8. Άγιος Γεώργιος- σήμερα μονή Αγίων Πατέρων (χωριό Αζωγυρές Χανίων)

9. Άγιος Ιωάννης– Ευστάθιος (ναός σπηλαιώδης Καβούσι Κισάμου–Τάφος του Αγίου[35].

 Όπως μπορούμε από τον πίνακα αυτόν να παρακολουθήσουμε, ο άγιος Ιωάννης κτίζει βασικά ναούς του αγίου Γεωργίου-τρεις στους εννέα ναούς ανήκουν στον άγιο Γεώργιο-  και της Θεοτόκου – δύο στους εννέα. Όλοι οι παραπάνω ναοί βρίσκονται στους νομούς Ρεθύμνου και Χανίων, εκτός αυτού των αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού, του πρώτου ναού που οικοδομήθηκε από τον Άγιο, στο όρος Ράξος της ίδιας επαρχίας, μετά την αποχώρησή του στην έρημο από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Σίβα Πυργιωτίσσης.

Το έργο του Κυρ Ιωάννου του Ξένου υπήρξε τεράστιο και πολυσχιδές. Δεν περιορίστηκε στη απλή δημιουργία ναών, ευκτήριων οίκων και μοναστηριών, αλλά τα καθιδρύματά του αυτά τα εφοδίαζε, επί πλέον και με ελαιώνες, αμπελώνες, ελαιοτριβεία, μελισσόκηπους, αιγοπρόβατα και τυροκομεία- δωρεές, τα περισσότερα των κληρονόμων ή των κατοίκων των γύρω περιοχών- για να επιτύχει, μέσω αυτών, την γεωργική και οικονομική ανάκαμψη και συντήρηση της υπαίθρου. Πρόκειται για έργο λαμπρό, παράδειγμα ισόρροπης ανάπτυξης και προόδου των Λαών[36].

Έτσι, κατασκευάζει υδατοδεξαμενή, για να συγκεντρώνει το νερό της βροχής στον άγιο Γεώργιο τον Δούβρικα, στον άγιο Πατάπιο οικοδομεί οικήματα κεραμόστεγα για τους μοναχούς που εγκαθιστά εκεί και δημιουργεί εκατό πενήντα μελίσσια, αμπέλι και κήπο με παντοία δέντρα, σωστό παράδεισο- κατά τη χαρακτηριστική έκφρασή του-, ενώ οι φιλόχριστοι άρχοντες, επίσκοποι και λοιποί, αφιερώνουν στη Μονή Μυριοκεφάλων χίλια τριακόσια πρόβατα, τριακόσια αιγίδια, δεκαέξι φορβάδια, πέντε ονοθήλειες και τέσσερα βορδόνια σαμαρικά «εις το αποκομίζειν την τροφήν των γερόντων από της Μουσέλας» και εις παράδεισο αποκατέστησε τον τόπο. Τα μετόχια του Μέλικος και του Αρίου ο Άγιος τα εφοδιάζει και με άλλα περιουσιακά στοιχεία. σίδηρα, χαλκώματα, μυλάρια, κουκουμίκια, απαλαρέας κτλ., ενώ τον Άγιο Γεώργιο, στον Αζωγυρέα, εφοδιάζει με μελισσουργείο.

Αυτά τα τελευταία στοιχεία μας παρέχουν μιαν, οπωσδήποτε, σαφή και ενδιαφέρουσα εικόνα των θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, γεωργικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων του καιρού εκείνου, της μεσοβυζαντινής Κρήτης. Ατομικά διάφοροι μικροϊδιοκτήτες και ελεύθεροι καλλιεργητές (το «φιλόχριστον πλήθος») αλλά και φιλόχρηστοι άρχοντες, επίσκοποι και λοιποί πουλούν ή δωρίζουν τα κτήματά τους στον Άγιο Ιωάννη. Σε άλλες περιπτώσεις στον Ξένο και στα ιδρύματά του προσφέρονται εκτάσεις και κτήματα που ανήκαν συλλογικά στην κοινότητα. Έτσι, από τον 10- 11ο αιώνα παρατηρείται μια προοδευτική αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας και σε αυτό συντελεί και η όλη δραστηριότητα του αγίου Ιωάννη, τον οποίο οι πιστοί εμπιστεύονται και αναγνωρίζουν για το λαμπρό εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο που επιτελεί στον τόπο σε μια εποχή δύσκολη και πιεστική, όπως είναι αυτή αμέσως μετά την Αραβική κατοχή της Κρήτης.  Όλα αυτά, λοιπόν, δεν είναι άσχετα προς τη νέα κατάσταση που δημιούργησε η ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 και η εκδίωξη των Αράβων από το νησί. Έκτοτε, παρατηρείται ένας νέος άνεμος αναδημιουργίας του χριστιανικού βίου και πολιτισμού στο νησί, που τόσα δεινά είχε υποστεί τα προηγούμενα χρόνια, λόγω της κατάκτησης και της πνευματικής αποτελμάτωσης που η κατάσταση αυτή είχε επιφέρει στις δομές του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου στο νησί. 

Τις εντυπωσιακές αυτές για την πολυποικιλότητά τους περιουσίες ο άγιος Ιωάννης αφήνει να διαχειρίζονται δημιουργικά, πρόσωπα που ο ίδιος επιλέγει και χειροτονεί και τα αφήνει, στη συνέχεια, οικονόμους στα διάφορα προσκυνήματά του. Έτσι, αφήνει:

  Εις τον ι. ναόν των αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού «έναν αδελφό»

 Στην ι. Μονή Μυριοκεφάλων «τον μοναχόν Λουκάν» ή, σύμφωνα με άλλο στίχο[37] του ίδιου συναξαρίου, περισσότερους του ενός μοναχούς.

  Στον άγιο Γεώργιο Δούβρικα τον μοναχό Νικόδημο, τον οποίο, στη συνέχεια, ο άγιος Ιωάννης «εις ιερέα απεκατέστησε».

Στον άγιο Γεώργιο τον Οψαροπιάστη «απέκειρε τον μοναχόν Ευτύχιον ιερέα».

Στην μονή του Αγίου Παταπίου «κατέλιπε μοναχούς δώδεκα», ενώ, τέλος, στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, στην περιοχή Κουφού, «απέκειρε τον μοναχό Κύριλλο» και τον εγκατέστησε σε κελίο που δημιούργησε εκεί.

Κάνει, λοιπόν, ο Άγιος στον Βίο και την Πολιτεία του λόγο, για δεκαεπτά (17), συνολικά, μοναχούς και ιερείς, που τους εγκαθιστά και τους βάζει να εργάζονται δημιουργικά στα καθιδρύματα που εκείνος δημιουργεί προς δόξαν Θεού και την κατά Χριστόν προαγωγή και τελείωση του ανθρώπου. Ασφαλώς, πρόκειται για τους πρώτους δεκαεπτά μοναχούς και οικονόμους των ιερών του Ξένου καθιδρυμάτων, στους οποίους στη συνέχεια θα προστέθηκαν πολλοί περισσότεροι.

Για την ευρύτητα του έργου του, ο άγιος Ιωάννης εορτάζεται θεωρούμενος, εν πολλοίς, ως τοπικός Άγιος σε περισσοτέρους του ενός τόπους. Έτσι, σήμερα τιμάται τόσο στη γενέτειρα του, τον Σίβα Πυργιωτίσσης, όσο και στον τόπο όπου κοιμήθηκε, το Καβούσι, της επαρχίας Κισάμου, αλλά, επίσης και στους τόπους όπου ίδρυσε ναούς και μοναστήρια, όπως στην Ι. Μ. Μυριοκεφάλων, στο χωριό Τσουρουνιανά ή Αι- Κυρ Γιάννης- προς τιμήν του Αγίου- όπου σήμερα φυλάσσεται η αγία του κάρα και στα Μεσόγεια (Ακτή), όπου υπάρχει ναός τιμώμενος στη μνήμη του Οσίου.

  Πλην της Διαθήκης του ο Ιωάννης ο Ξένος άφησε και συγγράμματα, που τον αναδεικνύουν σε άνδρα εκκλησιαστικό αγχινούστατο. Ο Χρύσανθος Νοταράς σε «Κατάλογο των εν Άθωνι Βιβλιοθηκών», είχε γράψει ότι στη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου βρίσκονται «Ομιλίαι εις το κατά Ματθαίον εκλεγείσαι παρά Ιωάννου μοναχού του Ξένου». Επίσης, στις Ακολουθίες του και τους κανόνες ο Όσιος αναφέρεται ως «σοφός, σοφώτατος, πάνσοφος, μέγας φωστήρ» κ.τ.λ., ακριβώς ένεκα αυτών των συγγραφών του, ενώ εμφαντικώς τονίζεται και η δράση του με την ανοικοδόμηση ναών: «Την Κρήτην ενέπλησας ναών αγίων», «Την Κρήτην άπασαν ναών αγίων επλήρωσας, όντως εκόσμησας».

Είναι, πάντως, απορίας άξιον το πώς ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος συνεχίζει επί τόσους αιώνες να εορτάζεται κανονικά από την Εκκλησία της Κρήτης, χωρίς και την τυπική κατάταξή του στο εορτολόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μητροπολίτες του νησιού, όπως ο Τίτος Συλλιγαρδάκης («Κρητικόν Λειμωνάριον», Αθήνα 1984) και ο Πέτρας Νεκτάριος («Κρητικόν Πανάγιον», Ηράκλειον 2000) έχουν, ήδη, στα Αγιολόγιά τους κατατάξει και τον άγιο Ιωάννη τον Ξένο, με τις σχετικές ακολουθίες του και τα συναξάριά του, ώστε να λατρεύεται την ημέρα της μνήμης του, που, ακριβώς, ως μη όντας και επίσημα αναγνωρισμένος συνεορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου μαζί με τον άγιο Ευστάθιο[38], οπότε η Εκκλησία μας γηθοσύνως ψάλλει από την παλιά ακολουθία του Οσίου:   

    «Της Κρήτης τον γόνον, και Ασκητών εγκαλώπισμα,

  ναών παμπόλλων ιδρυτήν , Ιωάννην τον Όσιον, τιμήσωμεν

      εν ύμνοις οι πιστοί, βοώντες προς αυτόν χαρμονικώς.

     Σώζε πάντας ταις λιταίς σου, τους την μνήμην σου   τελούντας και βοώντας σοι.

  Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι,

    δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα»[39].

 

 Ενώ σε άλλο, νεότερο, απολυτίκιο του Οσίου η Εκκλησία μας και πάλι ψάλλει:

 

    «Των Κρητών τον φωστήρα, Εκκλησίας το καύχημα,

      και των μοναζόντων την στάθμην, Ιωάννην τιμήσωμεν.

         Χριστού γαρ τον Σταυρόν αναλαβών, ως Άγγελος εβίωσεν εν γη.

        Δια τούτο εκ κινδύνων παντοδαπών,

        λυτρούται τους κραυγάζοντας.

   Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι,

        δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα»[40].

 



[1] Αντίθετα, στο ανατολικό διαμέρισμα του νησιού, κατά το ίδιο, περίπου, χρονικό διάστημα, άκμασε ιεραποστολικά μια άλλη μεγάλη μορφή, περισσότερο, ίσως, γνωστή στον πολύ κόσμο, ο Νίκων ο Μετανοείτε, που τιμάται σήμερα στο νομό Λακωνίας και τη Σπάρτη, ο μητροπολιτικός ναός της οποίας είναι αφιερωμένος στη μνήμη του.  Ιεραποστολικά, επίσης, για μικρό όμως χρονικό διάστημα, έδρασε στην Κρήτη και όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ο οποίος, στη συνέχεια, αποχώρησε για το Άγιο Όρος.

[2] Επισκόπου Κισάμου και Σελίνου Ανθίμου Λελεδάκη, παρά Τίτω Συλλιγαρδάκη, Κρητικόν Λειμωνάριον, Αθήναι 1984, 76, υποσ. 9.

[3] Β. Ν. Τωμαδάκη, «Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος και η Διαθήκη αυτού», Κρητικά Χρονικά 1948 (Ιαν.- Απρ.), τ. Ι, 49 και Τίτου Συλλιγαρδάκη, Κρητικόν Λειμωνάριον, ό.π.

[4] Β. Ν. Τωμαδάκη, ό.π. 52.

[5] Β. Ν. Τωμαδάκη, ό.π. (σημ. 3).

[6] Deux Typica Byzantins de l’ epoque des Paleologues par Hippolyte Delehaye S. J., Bruxelles 1921, 188-196 : Appendice. Le Testament de Jean l’ Etranger, παρά Ν. Β. Τωμαδάκη, «Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος…», ό. π.(σημ. 3), 50.

[7] Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούμε και τα δυο κείμενα, τόσο το παλαιότερο- του βοδληιανού- όσο και το νεότερο- του κώδικα της Κισάμου- που δημοσίευσε ο Ν. Τωμαδάκης [ό.π. (σημ. 3) 57 και 61].

[8] Οι άγιοι της Εκκλησίας μας ζώντας στην προπτωτική κατάσταση  του ανθρώπου διατηρούν αρμονικές σχέσεις με όλη την υλική κτίση, νιώθοντας τους στεναγμούς και τις οδύνες της. Πολλές και ποικίλες αφηγήσεις είναι γνωστές γύρω από ζώα, συχνά, μάλιστα, και από άγρια θηρία, όπως λιοντάρια, αρκούδες, κροκόδειλους κτλ., τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με ορισμένους αγίους της Εκκλησίας μας και βρίσκονταν σε αρμονική και αγαστή επικοινωνία μαζί τους (Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Λαϊκή Πίστη και ΛατρείαΆγιοι Θεράποντες με “ειδικό» χάρισμα ιαμάτων- Προστάτες- Εφόροι και Επόπτες άγιοι τής Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας (Θεολογική- Λαογραφική Μελέτη), ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2018, σελ. 472 (Α΄ Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών) και Σουλτάνας Λάμπρου, «Αναστάσεις Ζώων στους Βίους των Αγίων», περιοδ. Θεοδρομία, τεύχ. 2 (1999), 60).

[9] Πρόκειται για το ακρωτήριο που και σήμερα ακούγεται με το ίδιο όνομα στην περιοχή των Ματάλων, κοντά στη Σίβα, την ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου, από την οποία μόλις ξεκινούσε την ιεραποστολική του δράση.

[10] Πρόκειται για Κρήτες αδελφούς, οι οποίοι από πολύ νεαρή ηλικία ασκήτεψαν μαζί με τη αδελφή τους Κασσιανή και απέκτησαν πλούσιο το δώρο της ταπείνωσης. Ήλθαν στα νότια της Κρήτης σε περιοχή έρημη με το όνομα Ράξος, που βρίσκεται κοντά στην Ι. Μονή της Οδηγητρίας, στην επαρχία Πυργιωτίσσης. Ο Ευτύχιος για την άκρα ταπείνωση και αγιότητά του αξιώθηκε να γίνει επίσκοπος Γορτύνης για αρκετό χρονικό διάστημα. Έγινε, όμως, διωγμός απίστων και εκδιώχτηκε από τη Γόρτυνα. Επέστρεψε στο Ράξο με τους αδελφούς του, όπου εν αγιότητι παρέδωσαν τις ψυχές τους και ενταφιάστηκαν. Εδώ βρίσκονται και οι τάφοι τους μέσα στο σπήλαιο του Οσίου Ιωάννη του Ξένου, όπου με θεία επιταγή ο Όσιος έκτισε ναό, το πρώτο κτίσμα που αναφέρεται στη βιογραφία του, στην αρχή, ακόμα, της ιεραποστολικής οδοιπορίας του. Στον ναό αυτόν που σώζεται μέχρι σήμερα φυλάσσονται δύο κάρες που αποδίδονται στους Ευτύχιο και Ευτυχιανό, ενώ τα λείψανά τους σώζονται στην Ι. Μονή Οδηγητρίας. Υπάρχουν, επίσης, και οι εικόνες τους, στις οποίες εικονίζεται και η αδελφή τους Κασσιανή. Η περιοχή όπου βρίσκεται ο ναός καλείται σήμερα από τους περιοίκους «στους Αγιούς», δηλαδή στους Αγίους. Γύρω από αυτό το κτίσμα του Ξένου υπάρχουν παλιά ερείπια πιθανώς των ρωμαϊκών ή βυζαντινών χρόνων. Η ασματική ακολουθία των Οσίων δημοσιεύθηκε με μέριμνα και δαπάνη της Ι. Μονής Οδηγητρίας το έτος 1921, ηγουμενεύοντος του αρχιμ. Ευμένιου Συγκελλάκη.     

[11] Από τα πολλά κεφάλια (λόφους) που υπάρχουν στην περιοχή.

[12] Πρόκειται για την επισκοπή Λάμπης, που παλιά λεγόταν Καλαμώνος. Η Τούρμα  (επί Βυζαντίου= υποδιαίρεση του θέματος της Ελλάδας) ταυτίζεται με την περιοχή της σημερινής Αργυρούπολης.

[13] Περιβαλλοντικό Κέντρο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης «Φάλκονας», Τα Σπήλαια του νομού Ρεθύμνης, Ρέθυμνο 1998, 19-20.

[14]  Σε άλλο, πάντως, σημείο του ίδιου κώδικα- που ο Ιωάννης επιστρέφει στη Μονή Μυριοκεφάλων, μετά την ίδρυση των ναών του αγίου Γεωργίου του Δούβρικα και του αγίου Γεωργίου του Οψαροπιάστη- γίνεται λόγος για μοναχούς (στον πληθυντικό αριθμό), που, σύμφωνα με τον νεότερο κώδικα της Κισάμου, ο αριθμός τους ήταν έξι.

[15] Η Ι. Μ. Μυριοκεφάλων φέρεται ότι λειτουργούσε με μικρή, έστω, δύναμη μοναχών ακόμα και κατά το έτος 1848 (ηγουμενία ιερομόναχου Ευλόγιου), όταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος ο Δ΄, με σιγιλλιώδες μεμβράνινο γράμμα του, αποφαίνεται συνοδικώς όπως το Μοναστήρι των Μυριοκεφάλων αποσπασθεί από τη μονή των Ρουστίκων- στην προστασία της οποίας, για κάποιο χρονικό διάστημα, ήταν υποταγμένο- και ανακηρυχθεί σε Σταυροπήγιο, ανακτώντας και πάλι την ανεξαρτησία του (Ευμενίου Φανουράκη, «Πατριαρχικόν εν μεμβράναις σιγίλλιον της εν Ρεθύμνω Ι. Μονής Μυριοκεφάλου», Κρητικά Χρονικά Ζ΄(1953), 389-393). Άρα, με το νέο αυτό σιγιλλιώδες γράμμα, για δεύτερη φορά, η Ι. Μ. των Μυριοκεφάλων ανακηρύσσεται σε Σταυροπήγιο. Η πρώτη είναι αυτή που πέτυχε ο ιδρυτής της Ιωάννης ο Ξένος, κατά το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη (βλ. σ. 6-7 παρούσας εργασίας μας). Το παρόν, πάντως, Πατριαρχικό Γράμμα φαίνεται να αγνοεί αυτήν την πρώτη ανακήρυξη της Μονής σε Σταυροπήγιο, στην οποία καθόλου δεν κάνει αναφορά. Η Ι. Μ. Μυριοκεφάλων από το έτος 1900 έπαυσε να λειτουργεί και διαλύθηκε σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. 276 Νόμο. Έκτοτε, και μέχρι και σήμερα διατηρείται ως λαμπρό προσκύνημα της περιοχής και του νομού Ρεθύμνου γενικότερα, στο οποίο κάθε χρόνο, την ημέρα της εορτής τής Παναγίας (8 Σεπτ.), συρρέουν πολλοί προσκυνητές από όλη την Κρήτη και όχι μόνο.

[16]  Η ονομασία Δούβρικας (ή Δρούπικας) είναι παραφθορά της λέξεως «υδρωπικία», πάθησης που προκαλείται από τους ελώδεις πυρετούς.

[17] Για κοντινή περιοχή κάνουν λόγο και ο αείμνηστος επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου Άνθιμος Λελεδάκης (παρά Τίτω Συλλιγαρδάκη, Κρητικόν Λειμωνάριον, Αθήναι 1984, 74, υποσ. 4), ο Γεώργιος Αντουράκης ( Αι Μοναί των Μυριοκεφάλων και Ρουστίκων Κρήτης μετά των παρεκκλησίων αυτών, Αθήνα 1977, 40-41), και ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ανδριανάκης (Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος και ερημίτης και ο ναός του Αλικιανού, Ελλωτία, περ. Β΄, τ. 1(1992), 184). Μακρύτερα τοποθετούν τον ι. ναό του αγίου Γεωργίου του Δούβρικα ο Ν. Τωμαδάκης (Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος και η Διαθήκη αυτού, Κρητικά  Χρονικά, Ι  (1948), 52- 53), που θεωρεί ότι πρόκειται για τον άγιο Γεώργιο τον Κουμπελή, στην τοποθεσία Μέλικας (Μελέχας), παρά την Ι. Μονή Γουβερνέτου, του Ακρωτηρίου Κυδωνίας Χανίων και ο Ν. Ψιλάκης (Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Β΄, Ηράκλειο 1993, 180), που τον τοποθετεί στην περιοχή της Φαιστού, όπου- σύμφωνα με έγγραφο που προτείνει του έτους 1261- υπήρχε χωριό με το όνομα «Μέλικας».

[18] Πρόκειται για αρχαία πόλη, στην περιοχή Σταυρωμένος Ρεθύμνου, παρά την Ι. Μ. Αρσανίου, της οποίας αδελφός υπήρξε ο εκ των εκδοτών της ακολουθίας του Οσίου Ιωάννου του Ξένου, αείμνηστος επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου Άνθιμος  Λελεδάκης, που χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος αυτής στις 23 Ιουλίου 1883.  

[19] Αλεξάνδρου Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 35.

[20] Υπάρχει ανέκαθεν η συνήθεια, που και σήμερα πιστά συνεχίζεται, στο χώρο παλιού ερειπωμένου ναού ή μοναστηριού να υψώνεται νέος ναός ή μοναστήρι και αυτό, συχνά, για σειρά πολλών ετών ή και εκατονταετηρίδων και, συνήθως, με το ίδιο όνομα αγίου.

[21]Έτσι, και ο κοιμητηριακός ναός του αγίου Γεωργίου, που κατά τον Άνθιμο Λελεδάκη θεωρείται ως ο ναός που έκτισε ο Ιωάννης Ξένος, βρίσκεται, μάλλον, μέσα στο χωριό Πηγή (όχι πάνω από 350-400 μ. από τις παρυφές του) παρά πλησίον αυτού.

[22]  Ό. π. (σημ. 19), 75, υποσ. 6.

[23] Ο άγιος Πατάπιος (Δεκεμβρίου 8) καταγόταν από την Θήβα της Αιγύπτου, για μακρά έτη έζησε ασκητικά στην έρημο, όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά.

[24] Βλ. Ν. Β.  Τωμαδάκη, «Ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος και η Διαθήκη αυτού», Κρητικά  Χρονικά, Ι (1948), 59-60, στ. 99- 126. Blatta, στη λατινική γλώσσα, σημαίνει πορφύρα. Στη βιογραφία δε αυτήν του Οσίου «βλαντήν» και ορθότερο «βλαττίνη» σημαίνει πολύχρωμο ύφασμα με χρώμα κόκκινο προς κατασκευή στην προκειμένη περίπτωση ιερατικών αμφίων (πρβλ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Η Ιερά μονή Βλατάδων και οι ιδρυτές της Δωρόθεος και Μάρκος Βλαττής», Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 10 (Ιούλ.- Δεκ. 1993), 196).

[25] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Β΄, Ηράκλειο 1993, 179.

[26] Ν. Β. Τωμαδάκη, ό. π., 60, στ. 111.

[27] Βέβαια, η ανακήρυξη ενός μοναστηριού σε Σταυροπηγιακό, εκτός των δικαιωμάτων που αποκτούσε διά της ανακηρύξεως, συνεπαγόταν και ορισμένες υποχρεώσεις, όπως την μνημόνευση του ονόματος του Πατριάρχη και την αποστολή κάθε χρόνο στο Πατριαρχείο κάποιου χρηματικού ποσού (βλ. Ευμενίου Φανουράκη, «Πατριαρχικόν εν μεμβράναις Σιγίλλιον», ό.π. (σημ. 15), 391, όπου κάνει λόγο για υποχρέωση της Σταυροπηγιακής Μονής Μυριοκεφάλων «να αποστέλλη κατ’ έτος προς το Κοινόν της καθ’ ημάς του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας το ήδη Συνοδικώς προσδιορισθέν ετήσιον γρόσια εκατόν πεντήκοντα…εις σημείον υποταγής και γνώρισμα της Σταυροπηγιακής αυτού Κλήσεως…».

[28] Ζαχ. Τσιρπανλή, Κατάστιχο Εκκλησιών και Μοναστηριών Κοινού, Ιωάννινα 1958, 38 κ.ε.  και Ψιλάκης, ό.π. (σημ. 25), 183.

[29] Ο Κουφός είναι κωμόπολη της επαρχίας Κυδωνίας όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο ι. ναός της Ζωοδόχου Πηγής που ανέγειρε ο όσιος Ιωάννης το έτος 1004.

[30] Cristof. Buondelmonti, Descriptio Insule Crete, edition critique, και μετάφραση στα ελληνικά και εισαγωγή της Μάρθας Αποσκίτη, Ένας γύρος της Κρήτης στα 1415, Έκδοση Πολιτιστικής Αναπτύξεως Ηρακλείου, Ηράκλειο 1983, 41.

[31] Ν. Ψιλάκη, ό.π., 450. Επίσης, Λασσιθιωτάκη, «Εκκλησίες της Δυτικής Κρήτης», Κρητικά Χρονικά, ανάτυπο από τον κγ΄ τ., 101. Ν. Β. Τωμαδάκη, «Όσιος Ιωάννης ο Ξένος και η Διαθήκη αυτού», ό. π., 60 και 65. 

[32] Ν. Ψιλάκη, ό.π., 578.

[33] Χωρίς, βέβαια, απ’ εδώ, στα Φλώρια, να έχει περάσει ο Ιωάννης ο Ξένος και να έχει αφήσει προσωπική του δημιουργία.

[34] Ψιλάκη, ό. π.

[35] Πρόκειται για μεταγενέστερο κτίσμα. Ο τάφος είναι κενός από λείψανα του Αγίου, που μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, παραμονές της τουρκικής Κατάκτησης (Μιχ. Γ. Ανδριανάκη, Πεπραγμένα του Ε΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο Κρήτης 1985), 40- 41). Η κάρα του Αγίου βρίσκεται στον ομώνυμο ναό του Άι- Κυρ Γιάννη, στα Τσουρουνιανά Κισάμου.

[36] Ειρηναίου Γαλανάκη, Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου, Προλόγισμα σε Ημερολόγιο του 2001, της Ενορίας Πλατάνου, Αφιέρωμα στον Άγιο Κυρ Ιωάννη τον Ξένο (Επιμ. Αρχιμ. Αμφιλοχίου Ανδρονικάκη, εφημερίου Πλατάνου και νυν Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου).

[37] Codex Bodleianus 281v, 81.

[38] Ανάγκη, λοιπόν, η Εκκλησία της Κρήτης να ξεκινήσει το ταχύτερο δυνατόν τη διαδικασία αγιοκατάταξης του Ιωάννη του Ξένου, ενός αγίου με τόσο μεγάλη και πολυσχιδή εκκλησιαστική δράση.

[39] Τίτου Μ. Συλλιγαρδάκη, Κρητικόν Λειμωνάριον, Αθήνα 1984, 68.

[40] Και τα δύο απολυτίκια βλ. στο Κρητικόν Πανάγιον, Προνοία του Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας κ. Νεκταρίου εκδιδόμενον, τ. Α΄, Ηράκλειον 2000, 115.