ΜΠΑΜΠΗ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΚΗ *** Σπονδή στο Μεγαλώνυμο Αρκάδι *** Συμφωνικό Ποίημα


           ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ & ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ 


ΜΠΑΜΠΗ   ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΚΗ

Σπονδή στο 
Μεγαλώνυμο Αρκάδι
 Συμφωνικό  Ποίημα


   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 Ήταν μια σπάνια προσφορά για τα Γράμματα, την Τέχνη και τον μουσικό πολιτισμό του Ρεθύμνου η βραδιά αφιέρωμα στο Αρκάδι, το Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017, στην αίθουσα «Παντελής Πρεβελάκης» της πόλης μας, που, σύμφωνα με τον λόγο και την ευφυή σκέψη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας, κ. Ευγενίου, ήλθε να σηματοδοτήσει την έναρξη ενός νέου κύκλου εορτασμών του δράματος, αυτόν της τρίτης εκατονταετίας της Αρκαδικής Εθελοθυσίας, που αρχίζει από φέτος, μετά τον περυσινό πανηγυρικό εορτασμό των εκατό πενήντα χρόνων. Ο σεβασμός που οφείλουμε στην ιστορική μνήμη του Έθνους μάς υπαγορεύει τη συνεχή ανανέωση αυτής της επετείου ως ταπεινού μνημόσυνου και ευλαβικού και αιώνιου αφιερώματος στη στρατιά των αθανάτων νεκρών μας, αλλά, επιπλέον, και για τη συνεχή άντληση υψηλών διδαγμάτων προς παραδειγματισμό ιδιαίτερα των νεοτέρων.     

Με τη συναυλία του Σαββάτου κλείνει η ιστορική, θα την ονόμαζα, ενότητα έργων του διαπρεπούς Ρεθύμνιου μουσικοσυνθέτη κ. Μπάμπη Πραματευτάκη, με την οποία έχουν υμνηθεί σπουδαία γεγονότα της τοπικής μας Ιστορίας . η Μάχη της Κρήτης, το Ολοκαύτωμα των χωριών του Κέντρους, η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα αλλά και οι αγώνες των αδελφών μας Κυπρίων (με το τιτάνιο έργο του «Ο γιος μου ο Πενταδάκτυλος»). Και πάντα με τη συνεχή και διακριτική, θα έλεγα, ποιητική παρουσία δίπλα του της επί δεκαετίες συνεργάτιδός του κ. Εύας Λαδιά, της ιστορικής δημοσιογράφου του τόπου μας, αλλά και της εκλεκτής ποιήτριας, λογοτέχνιδος και ιστοριοδίφου των ιστορικών πηγών του Ρεθύμνου που- καίτοι μη κρητικής καταγωγής- έχει δουλέψει και αγαπήσει την ιστορία του τόπου και, μάλιστα, αυτήν του Αρκαδικού Δράματος, όσο πολλοί λίγοι ντόπιοι ερευνητές.
      Έτσι, στα πλαίσια του κύκλου αυτού και υπό την αιγίδα της Ι. Μητρόπολεως, της Αντιπεριφέρειας και του Δήμου Ρεθύμνου παρουσιάστηκε και έκλεισε τους φετινούς εορτασμούς για το αρκαδικό έπος το μεγαλόπνοο έργο του Μπάμπη Πραματευτάκη «Σπονδή στο Μεγαλώνυμο Αρκάδι», συμφωνικό ποίημα δομημένο σε πέντε μέρη: Προσκύνημα- Μνήμης Εσπερινός- Πρώτη Αυγή στο Μετερίζι- Κραυγή Ηφαιστείου- Ηρώων Εφύμνιον. Με το έργο του αυτό ο κ. Πραματευτάκης έθεσε τη σφραγίδα για ένα μεγάλο έργο και για το Αρκάδι που μόνιμα τον ενέπνεε και για το οποίο έχει δημιουργήσει επανειλημμένα σπουδαίες μουσικές επενδύσεις για τις ανάγκες άλλων εκδηλώσεων [«Ωδή στο Αρκάδι» (1954), «Το Αρκάδι των Αγγέλων» 
(Φέφης Βαλαρή- Μαρίας Σακαδάκη), «Από το Μέρωνα στο Αρκάδι» (από την τριλογία «Αρκαδίου Έπος») της Εύας Λαδιά].

 

Και της τελευταίας αυτής μεγάλης δημιουργίας του κ. Πραματευτάκη το ποιητικό κείμενο (λιμπρέτο) φέρει, και πάλι, τη σφραγίδα της κ. Εύας Λαδιά, η οποία κατάφερε να επεξεργαστεί, συνδέσει και επιμεληθεί κείμενα ντόπιων ποιητών και συγγραφέων (Παντελή Πρεβελάκη, Κώστα Απανωμεριτάκη και φυσικά και δικά της), αλλά και ο ίδιος ο συνθέτης προσέθεσε προηγούμενες μουσικές δημιουργίες του σε ποίηση Ιωάννου Πολέμη και Μιχάλη Καυκαλά. Τα διανθίσματα, επίσης, από την ορθόδοξη εκκλησιαστική υμνολογία υπήρξαν εξαιρετικά καίρια και επιτυχή και συνέβαλαν τόσο νοηματικά όσο και μουσικά στο αποτέλεσμα, που- όπως όλοι διαπιστώσαμε από την ακρόαση της συναυλίας του Σαββάτου- ήταν καταπληκτικά υψηλό σε νοήματα και ποιητικές και μουσικές εξάρσεις. 
     Το έργο παρακολουθεί απ’ αρχής το αρκαδικό δράμα, των θυσιών τη θυσία, τονίζοντας και προβάλλοντας στο κοινό τα κύρια σημεία αυτού. Στο Α΄ Μέρος ο συνθέτης αρχίζει με τον χερουβικό ύμνο της Μεγάλης Πέμπτης «του Δείπνου σου του Μυστικού» και ο ακροατής εισάγεται σιγά- σιγά στη συντελούμενη θυσία από την Αγία Τράπεζα στην αλήθεια και τη σκληρή πραγματικότητα των πολιορκουμένων Αρκαδιωτών ηρώων. Στο ίδιο Μέρος και η ευγενής του Ποιητή Πολέμη προτροπή: «Μπρος στο κουρέλι σκύψετε με δακρυσμένα μάτια,  ὅταν ἡ δόξα τ' ἅρπαξε μέσ' ἀπό τή φωτιά…».     

Στο Β΄ Μέρος πρωταγωνιστής είναι το κυπαρίσσι, το κυπαρίσσι που πάντοτε ενέπνεε τον συνθέτη από την πρώτη του, κιόλας, απόπειρα να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στη σύνθεση. « Ήταν»- θα μας πει ο ίδιος στο πρόγραμμα της εκδήλωσης- «ο χώρος, το μοναστήρι κι εκείνο το δέντρο που με ενέπνεαν. Εκείνο το δέντρο που έχει ακόμα στον κορμό του τα σημάδια από τη συγκλονιστική μέρα που η μονή έγινε βωμός θυσίας». Στο δέντρο αυτό ο συνθέτης εστιάζει το μουσικό θέμα του για μιαν ακόμα σπονδή- πέραν των πολλών που σημειώσαμε παραπάνω- στο μεγαλώνυμο Αρκάδι, για μιαν ολοκληρωμένη, τη φορά αυτή, σκέψη, σαν ένα προσκύνημα στην κοίτη αυτήν της πανανθρώπινης υπέρβασης… Το κυπαρίσσι, λοιπόν, στο θρηνητικό του τραγούδι, το ακούμε, τώρα, να αναφωνεί: «Η μάνητα του Σουλτάνου έπεσε βαριά στο νησί. Ο πασάς ανέλαβε να καταπνίξει τους επαναστάτες». Στο ίδιο Μέρος και ο μονόλογος του Ηγουμένου με το συγκλονιστικό εκείνο «Κύριε ελέησον» της ύστατης επίκλησης του ανθρώπου στη βοήθεια του Θεού.     

Στο Γ΄ Μέρος και ενώ τα τουρκικά λεφούσια εισβάλλουν κατά της Μονής, από μέσα οι νέοι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» ακούγονται να ψάλλουν το τροπάριο των Αγίων της ημέρας, απόλυτα αρμόδιο στην περίσταση της στιγμής: «Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγοι, δυσωπούμεν υμάς ημείς οι ανάξιοι, ίνα ταις υμών δεήσεσι τειχίσητε ημάς….». Όμως, η θεία θέληση προορίζει τους Αρκαδιώτες στην υπέρβαση και την έκλαμψη! Με το στόμα του βαρύτονου ο ηγούμενος θα αναφωνήσει εν επιγνώσει του βεβαίου κινδύνου: «Απάνω τους γενναίοι, δεν είμαστε μονάχοι, η Παναγιά στο πλάι μας τα όπλα ευλογεί».  

 Στο Δ΄ Μέρος το έργο οδηγείται, πλέον, προς την ολοκλήρωση και τη δοξαστική αποκορύφωση, μέσα από τη φωτιά των όπλων και του μεγάλου κανονιού, της «Μπουμπάρδας Κουτσαχείλας», που έχει καταφθάσει μπροστά στην πύλη του μοναστηριού. Το ηρωικό ταπεινό μοναστήρι, στην έσχατη αυτή στιγμή, πολεμάει γενναία. Η έκρηξη ελεεί τους νικημένους, η αγωνία γίνεται θρίαμβος, κι΄ αυτό το μοναστήρι το ηρωικό, που πολέμησε σαν κάστρο, πεθαίνει τώρα σαν ένα ηφαίστειο (Β. Ουγκώ). Και στο σημείο αυτό, στο έσχατο αυτό σημείο, ήρθε η ώρα ο συνθέτης να βάλει στα βάθρα τους υψηλά τους ήρωες του δράματος της αυτοπύρωσης, τον Κορωναίο, τον Αδάμ Παπαδάκη και τον Μαρουλιανό παπα.  

 Και το έργο ολοκληρώνεται στο Ε΄ Μέρος με το Εφύμνιο, που εκφράζει, ακριβώς, την επιθυμία του συνθέτη για προσωπική μετοχή και βίωση των γεγονότων.    

Και τη θεμελιώδη αυτήν ευστοχία στα κείμενα, το μουσικό ύφος και τον σχεδιασμό από τον μουσικοσυνθέτη Μπάμπη Πραματευτάκη, συμπλήρωσαν και φώτισαν θαυμάσια- σε μιαν αποτελεσματικότερη ολοκλήρωση μουσικού λόγου και παρτιτούρας- οι επιλεγμένες φωνές των μονωδών, αφενός, (Ν. Μαρκαντώνη, Ρωμανού Σκουμπουρδή, Φέφης Βαλαρή, Μαριέλλας Βιτώρου, Ν. Γαβαλά, Α. Κατικάκη και Μπάρμπαρας Λιονή), της πανελλήνια γνωστής Μικτής Χορωδίας του Συλλόγου των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (σε διδασκαλία Κώστα Ευαγγελάτου) και των Αναγνωστών Βαγγέλη Στεφανάκη και Τάσου Κόλλια, αλλά και των μουσικών εκτελεστών της περίφημης Συμφωνιέτας Αθηνών, αφετέρου, υπό τη στιβαρή καθοδήγηση του αρχιμουσικού Γιώργου Αραβίδη. με το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα και τη γενναιοδωρία των φωνών τους οι πρώτοι και τα πλούσια και εναλλασσόμενα χρωματικά ποικίλματα και μοτίβα οι δεύτεροι. Όλοι τους είχαν την ευκαιρία να αποτυπώσουν το πλήρες καλλιτεχνικό διαμέτρημά τους, με στόχο, προφανώς, την ανάδειξη μιας όψης των πραγμάτων τελείως διαφορετικής από τη γνώριμη, χαρίζοντας στο φιλόμουσο κοινό μιαν ερμηνεία λαμπερή, ανάλαφρη, φωτεινή, ανεπιφύλακτα δυναμική και υπερδεξιοτεχνική, με εντυπωσιακή ευκρίνεια και καθαρότητα, ευέλικτες αρθρώσεις και πλαστικότητα ήχου, αποδεικνύοντας μεγάλη, ασφαλώς, επεξεργασία και εξοικείωση, που ενθουσίασε πραγματικά το ακροατήριο σε ένα εξαιρετικά φωτισμένο όσο και λυτρωτικό εσωτερικό ταξίδι σύμφωνο με το πνεύμα και την ανάγκη του ανθρώπου προς μέθεξη των μεγάλων γεγονότων της αρκαδικής εποποιίας. 

     Δεν μας μένει παρά να σφίξουμε θερμά το χέρι των εκλεκτών φίλων δημιουργών Μπάμπη Πραματευτάκη και Εύας Λαδιά, και, ακόμα, να συγχαρούμε έναν προς έναν όλους τους προαναφερθέντες συντελεστές της θαυμάσιας αυτής μουσικής εκδήλωσης για τη σαφή, άκρως ευσυνείδητη και καταξιωμένη ερμηνεία τους.


ΜΑΝΟΣ Φ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ *** Ρεθεμνιώτες Ανταποκριτές στο Αλβανικό Μέτωπο

ΜΑΝΟΣ Φ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ

Ρεθεμνιώτες Ανταποκριτές στο Αλβανικό Μέτωπο
[Εκδόσεις Καλαϊτζάκης Α.Ε. , Ρέθυμνο 2017, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 112]


     ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
            www.ret-anadromes.blogspot.com

Φ. Β. Τσάκωνας

   «Ρεθεμνιώτες Ανταποκριτές στο Αλβανικό Μέτωπο» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Μάνου Φ. Τσάκωνα, στο οποίο γίνεται πλήρης και συστηματική κάλυψη τού εν λόγω ενδιαφέροντος θέματος, των πολεμικών, δηλαδή, ανταποκριτών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940. Μιας πτυχής του ελληνοϊταλικού πολέμου που, εν πολλοίς, μπορώ να πω ότι διέφευγε μέχρι τώρα στα ψιλά της τοπικής μας, τουλάχιστον, Ιστορίας. Και όμως το θέμα- όπως απέδειξε ο κ. Μ. Τσάκωνας με το παρουσιαζόμενο βιβλίο του- έχει και για το Ρέθυμνο ένα όλως ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στηριζόμενο σε ένα πλουσιότατο αρχειακό υλικό που εμψυχώνεται και ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μέσα από σημαίνοντα πρόσωπα της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, φίλοι, τα περισσότερα, και συμπολεμιστές του πατέρα του, ανθυπολοχαγού Φώτη Τσάκωνα
     Πρόκειται για τη δεύτερη επίσημη εμφάνιση του Μάνου Τσάκωνα στα ρεθεμνιώτικα Γράμματα. Πρώτη ήταν αυτή με το, εξίσου, πολύτιμο βιβλίο του: «Ρέθυμνο 1930- Ο μεγαλοπρεπής εορτασμός του Αρκαδίου παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου» (Ρέθυμνο 2016), με το οποίο ο κ. Τσάκωνας (και με τον ίδιο ακριβώς αριθμό σελίδων!!) έδωσε το γενναιόδωρο παρόν του στον περυσινό εορτασμό των εκατό πενήντα χρόνων από την αρκαδική εποποιία. Αλλά και η δεύτερη αυτή έκδοσή του- στα πλαίσια του φετινού εορτασμού της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940- είναι, σαφώς, το ίδιο φροντισμένη και ποικίλως επιμελημένη, όπως και η πρώτη, με ένα πλουσιότατο υλικό από την προϊστορία, κι εδώ, της πολύκλαδης οικογένειάς του, γύρω από την οποία, όπως βλέπουμε, μέχρι στιγμής, στρέφονται τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του. Γι’ αυτό, στα βιβλία του εμφιλοχωρεί, πάντοτε, και ο συναισθηματικός παράγων αλλά και οι αναμνήσεις και τα ακούσματα των παιδικών χρόνων, που- όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας το ομολογεί- τον ωθούν και τον βοηθούν εξαιρετικά στο να θυμηθεί, να συμπληρώσει και να βάλει σε μια σωστή τάξη και σειρά το υλικό των βιβλίων του.

   Το νέο βιβλίο του Μάνου Τσάκωνα, πέραν των πολεμικών, από το Μέτωπο, ανταποκρίσεων, που αποτελούν, βέβαια, και τη βασική του θεματολογία, όλως φυσικά και αβίαστα εξακτινώνεται και φθάνει και αγκαλιάζει και αυτήν την πόλη του Ρεθύμνου, στην εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρησις» του οποίου- μοναδική τον καιρό εκείνο εφημερίδα- δημοσιεύονται κάποιες από τις πολεμικές ανταποκρίσεις. Η «μετακίνηση» αυτή από την εμπόλεμη ζώνη και την πρώτη γραμμή του πυρός, στην πόλη του Ρεθύμνου, ντοκουμενταρισμένη κατάλληλα από το πολύτιμο αρχείο του πατέρα, Φώτη Τσάκωνα, δίνει, τωόντι, τη δυνατότητα στον συγγραφέα να «φωτογραφίσει» και- παράλληλα προς όσα συμβαίνουν στο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων, στα βουνά της Αλβανίας- να καταγράψει την εικόνα της πόλης του Ρεθύμνου κατά τις δίσεκτες κι εφιαλτικές εκείνες ώρες, προσκομίζοντάς μας πλούσια στοιχεία από την καθημερινότητά της, με αποκόμματα εφημερίδων, σχετικά με πολεμικά και πολιτικά γεγονότα, με ομιλίες και κοινωνικές και αθλητικές εκδηλώσεις, που συνέβαιναν σ’ αυτήν, παράλληλα με τις πολεμικές επιχειρήσεις στο μέτωπο, για να τονώσουν το ηθικό των κατοίκων και να παροτρύνουν σε βοήθεια των πολεμιστών μας.
   Και μπορώ να βεβαιώσω, στο σημείο αυτό, ύστερα από μιαν επιμελημένη κι εμπεριστατωμένη ανάγνωσή του, ότι έχουμε ένα βιβλίο καλογραμμένο και πολλαπλώς τεκμηριωμένο, που διαβάζεται εύκολα κι ευχάριστα και σ’ αυτό- πέραν των όσων μέχρις εδώ έχουμε σημειώσει- συντελούν, επίσης, και τα ποικίλα διακοσμητικά μοτίβα που το εμπλουτίζουν, όλα Ελλήνων καλλιτεχνών που βρέθηκαν στον πόλεμο κι απέδωσαν σκηνές του πολέμου, όπως τα σκίτσα και τα σχέδια του Αλεξάνδρου Αλεξανδράκη και του Νικολάου Νείρου, τα χαρακτικά του Κώστα Γραμματόπουλου και, κυρίως, ένα πολύ ενδιαφέρον αρχειακό υλικό από αλληλογραφία και έντυπα του 1940, κάρτ- ποστάλ και ανέκδοτες φωτογραφίες του πατέρα τού συγγραφέα, Φώτη Τσάκωνα, με τους πολεμικούς ανταποκριτές των εφημερίδων σε πανηγυρικές φωτογραφίσεις τους στις νεοκατακτημένες από τα ελληνικά στρατεύματα πόλεις της Αλβανίας, καθώς και προσωπικών αντικειμένων,  ποικίλων εγγράφων και εφημερίδων της εποχής, που επιμελώς διέσωσε και παρέδωσε στον υιό του ο υπολοχαγός και πολεμικός ανταποκριτής Φώτης Τσάκωνας.
   Πρωτεύουσα θέση στο βιβλίο κατέχει ο πρύτανης των Ρεθυμνίων Ανταποκριτών, δημοσιογράφος και ανθυπολοχαγός, Κωστής Παπαδάκης, φίλος του Φώτη Τσάκωνα, από τον Βάτο Αγίου Βασιλείου, ο οποίος και έπεσεν ηρωικά οκτώ, μόλις, ημέρες από την έναρξη του πολέμου. Πρόλαβε και απέστειλε στις εφημερίδες (στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», όπου αρθρογραφούσε) την πρώτη και… τελευταία του, δυστυχώς, ανταπόκριση. Ένας ήρωας που με δική του πρωτοβουλία ζήτησε και κατετάγη ως μάχιμος και όχι ως πολεμικός ανταποκριτής, όπως θα μπορούσε. Αλλά το ηρωικό και αδαμάντινο ήθος του άνδρα το βλέπουμε ανάγλυφο να ξεπροβάλλει, τόσο στην τελευταία του αυτήν ανταπόκριση, όσο και στη συνέντευξη που έδωσε, πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, στα «Κρητικά Νέα» (22/11/1978), η αδελφή του, γνωστή ψυχολόγος Μαρία Παπαδάκη- Χουρδάκη, πρωτεργάτρια στην ίδρυση της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
  Δεύτερη ακολουθεί η ανταπόκριση, για την κατάληψη της Κορυτσάς, και του ετέρου φίλου του Μ. Τσάκωνα, Γιώργου Ανδρουλιδάκη, στην εφημερίδα «Πρωΐα» της 24ης Νοεμβρίου 1940 και τρίτη αυτή του ανθυπολοχαγού Φώτη Τσάκωνα, πατέρα του συγγραφέα, στην εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρησις», στις 3 Δεκεμβρίου 1940. Ακολουθεί και  τέταρτη ανταπόκριση και πάλι από τον Γιώργο Ανδρουλιδάκη για την κατάληψη του Αργυροκάστρου, στην εφημερίδα «Πρωΐα», της 10ης και 13ης Δεκεμβρίου 1940 και ακολουθούν, λίγο αργότερα, ανταποκρίσεις και από τον ρεθεμνιώτη γιατρό Νίκο Λυράκη (Κρητική Επιθεώρηση 25 και 29 Ιανουαρίου 1941), του με αρχικά Π.Κ. (Κρητική Επιθεώρησις 15/3/ 1941), του Στέλιου Ν. Φαρσάτη (Κρητική Επιθεώρησις, 4 Απριλίου 1941) και, τέλος, ημερολογιακές σελίδες του Κώστα Αντωνάκη από την εποποιΐα του ελληνικού στρατού στην Αλβανία του 1940. Εντυπωσιάζει σε όλους το ξεχωριστό πάθος και η πίστη για την τελική νίκη με την οποία περιγράφουν τις μάχες και την καθημερινότητα των στρατιωτών εκεί στην πρώτη γραμμή του πολέμου.
    Ύστερα απ’ όλα αυτά, ο εκλεκτός φίλος Μάνος Τσάκωνας είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης των Ρεθεμνιωτών και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί, τωόντι, περισπούδαστη και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για το τόπο μας. Ο κ. Τσάκωνας έχει βαθιά τη συναίσθηση της ευθύνης που τον βαραίνει, όμως ο κίνδυνος της λησμονιάς είναι που βαραίνει περισσότερο στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του, γιατί πιστεύει ότι και αυτή η απλή αναφορά του ονόματος του Πατέρα και των λοιπών παλαιών συμπολιτών και φίλων του, αποτελεί γι' αυτόν την πιο μεγάλη ανταμοιβή, που τον κάνει να νιώθει κι εκείνος ως ένας ακόμα «ανταποκριτής». «Ανταποκριτής» ναι (!)- για να χρησιμοποιήσω τον μετριόφρονα λόγο του- της υποχρέωσης και του καθήκοντος να μεταφέρουμε από γενιά σε γενιά την ιστορία, ως ελάχιστη ένδειξη τιμής προς εκείνους που την ανέδειξαν και μας έκαναν υπερήφανους. «Ανταποκριτής» και όχι συγγραφέας. Γι’ άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό- ας μου το επιτρέψει- συγγραφέα για το ήθος και τη μετριοφροσύνη που συνοδεύουν και χαρακτηρίζουν το πόνημά του και του ευχόμαστε ο Θεός να του δίνει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο των "Ρεθεμνιώτικων Γραμμάτων". 

Αιμίλιου Γάσπαρη * * * Δείγματα Ποιητικά

Αιμίλιου Γάσπαρη

Δείγματα Ποιητικά
[Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα 2016, σχ. 8ο  (23 Χ 16), σσ. 112]



   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


Για λογαριασμό των Εκδόσεων «Ινφογνώμων» κυκλοφόρησε πρόσφατα η τελευταία ποιητική συλλογή, με τον τίτλο «Δείγματα Ποιητικά», του φιλoλόγου, εικαστικού και ποιητή Αιμίλιου Γάσπαρη με μια ποίηση γεμάτη καθάρια και ολοζώντανα χρώματα, εξαγνισμένη από τον χρωστήρα τής βαθιάς και πολυδιάστατης σκέψης του, μια ποίηση περιγραφική- ημερολογιακή, που, συχνά, φαίνεται να αναδύεται βαθιά μέσα από χώρους ίδιους και πολύ προσωπικούς, από χώρους στους οποίους έζησε ο ποιητής, Γερμανία, Θήβα, Ρέθυμνο , Απείρανθο, Ρόδο και Ατσιπόπουλο. Την ποίηση του Αιμίλιου Γάσπαρη βρίσκουμε, περαιτέρω, να χαρακτηρίζει έντονος φιλοσοφικός, ιστορικός και κοινωνιολογικός  προβληματισμός, συμμετρία δομής, πλαστική και μουσική αρτιότητα, πρωτοτυπία του θέματος, ευρυθμία και χαρακτηριστική άνεση εργασίας πάνω στον ελεύθερο στίχο, με εκφραστική γλώσσα και εξαιρετική τεχνική, λεκτική ευκινησία και υποβλητική δύναμη των εικόνων, των μεταφορών και των παρομοιώσεων: Η μέρα ανέρχεται, ο ήλιος αργεί, μέχρι τότεΠολλοί θα φύγουν για τα εργοστάσιαΕκεί τα φουγάρα δεν σταματούν να καπνίζουνΤα πρώτα τριξίματα της μέρας εδώ
Κι αν είσαι τυχερός πιάνεις δουλειά αργά
Κι αν είσαι τυχερός έχεις χώρο στάθμευσης.Που να σταθμεύσεις όμως τα τόσα σου αισθήματα
 [Δείγματα Ποιητικά, 6η πρωινή, 23- 6- 2005- Άσπρος ήλιος (από την ενότητα των ποιημάτων της Γερμανίας)].
Η συλλογή είναι χωρισμένη σε εννιά ενότητες, που δίνουν και το στίγμα των ποιητικών αναζητήσεων τής συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής: Δείγματα Ποιητικά, Ποιήματα Δύο, Συνομιλία με Γερμανούς Ποιητές, Κύκλος της Θήβας, Ασύνδετος Λόγος, Τραγούδια της Νύχτας, Ελεγεία για την Πόλη, Περιπλάνηση, Επιτάφιος και η Συλλογή κλείνει με Σχόλια και Σημειώσεις του Ποιητή.       
Τα θέματά του ο ποιητής στην πρώτη (Δείγματα Ποιητικά) και στην τρίτη ενότητα (Συνομιλία με Γερμανούς Ποιητές) τα αντλεί από τη διαμονή του στη Γερμανία (Σιντέλφιγκεν), όπου υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας σε παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς Ελλήνων μεταναστών. Στις ενότητες αυτές (που αφορούν στη Γερμανία και στους Γερμανούς ποιητές), καθώς και στην επόμενη ενότητα, που επιγράφεται «Κύκλος της Θήβας», και αφορά στην αρχαία θηβαϊκή πραγματικότητα του γνωστού οιδιπόδειου μύθου, συνδετικός ιστός είναι πάντα η ποίηση και μάλιστα, εδώ, αυτή που στάθηκε ικανή να κρατήσει απείραχτο από τη φωτιά της αλεξανδρινής οργής το σπίτι μόνο του ποιητή Πινδάρου. Αυτό είναι που συγκίνησε τον φίλο Ποιητή και αφιέρωσε το ποίημα του εν λόγω κύκλου «Στο σπίτι του Ποιητή» (Πινδάρου). Έτσι, στα ποιήματά του αυτά, την ποίησή του ο Ποιητής αξιοποιεί με ξεχωριστή μαεστρία και ‘πιδεξιοσύνη, με στοιχεία που δανείζεται από τα αποθεματικά μιας εξαιρετικά πλούσιας και λιπαράς γενικής παιδείας και κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής εμπειρίας κι ευαισθησίας, που, ευστόχως, εξακτινώνεται μέχρι τα βάθη τής ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα τής ελληνικής διανόησης, χρησιμοποιώντας επιτυχώς άλλοτε τα δεκανίκια τής ιστορίας και της μυθολογίας και άλλοτε της θεολογίας, της φιλοσοφίας και της φιλολογίας. Ενώ η έλλειψη στα ποιήματα των σημείων στίξης νιώθω να μου αφήνει, γιατί όχι, περισσότερα περιθώρια μιας πιο προσωπικής ερμηνευτικής προσέγγισης. Είναι γεγονός ότι όποιος διαθέτει υψηλή ποιητική αισθητική και συγκίνηση, χωρίς, όμως, διανοητικότητα, δεν φθάνει ποτέ ως την πλήρη έκφραση, τουλάχιστον στην έκφραση που έχει αντικειμενική υπόσταση και που είναι, γι’ αυτό, και μεταδοτή στους άλλους. Και ναι μεν η ποίηση στηρίζεται κατ’ εξοχήν πάνω στη συγκίνηση και το συναίσθημα, όμως πρέπει πάντα ο ποιητής να διαθέτει και ένα ποσοστό διανοητικότητας. Και αυτό το επιτυγχάνει, πιστεύω, σε υψηλό βαθμό η ποίηση τού φίλου Αιμίλιου Γάσπαρη.  Στις τελευταίες ενότητες της Συλλογής τα ποιήματα αποπνέουν περίσσότερο άρωμα ευαισθησίας, ανθρωπιάς, ανάμνησης και αγάπης που επεκτείνεται, περαιτέρω, σε ένα τρυφερό σφιχταγκάλιασμα με το χωριό του, το Ατσιπόπουλο, την πόλη του, το Ρέθυμνο, τους ανθρώπους, τα γεγονότα, τη γειτονιά. Ποιήματα ώριμα, βαθιάς εξομολογητικής διάθεσης, θύμησες που έρχονται να ξεθάψουν από τη λήθη του παρελθόντος, νοσταλγικές μνήμες και περιπλανήσεις. Λεπτός άνθρωπος ο ποιητής δέχεται την έμπνευση τόσο από τον εσωτερικό του κόσμο όσο και από τη γύρω του πραγματικότητα. Νοσταλγός του όμορφου παρελθόντος, πικραίνεται από τη σύγχρονη εξέλιξη των πραγμάτων, γιατί οι αλλαγές δεν γίνονται, συνήθως, αρμονικά. Έτσι, ο ποιητής εκδηλώνει το παράπονό του, που το «Πανόραμα», στο Ατσιπόπουλο, έχασε σήμερα την παλιά του ομορφιά: Λίγα βήματα πιο κάτω από τον εθνικό δρόμοΟι άνθρωποι τούτη την ώρα δεν φαίνονταιΜόνο πρασινίζουν τα τελευταία αμπέλιαΣτην άκρη, στο φρύδι της πλαγιάς
Μια συνομιλία με το κύμαΠαλεύουν κι αυτά και οι αχλαδιές και οι αμυγδαλιές
Και πιο πάνω κι άλλα γιατί η πλαγιά κτίζεταιΑλλάζει το τοπίο μεγάλα σπίτια
Θαυμάζεις με τη νέα μορφή που παίρνει ο τόποςΚίνηση και πρόοδος και τα βράχια παρελθόνΣτου Βιολή του ΧαράκιΚάθε τόσο κι ένα εκτελείταιΑμπέλι και η θέα λιγοστεύειΩστόσο τα δειλινά είναι υπέροχα! …. Ενδιαφέρον και άξιο να σημειωθεί ότι τα ποιήματα που φιλοξενούνται στην παρουσιαζόμενη συλλογή πλαισιώνονται με τον δικό του ζωγραφικό πίνακα το καθένα, ολάκερο ή αποσπασματικό, δημιούργημα και αυτός αυτού του ίδιου του καλλιτέχνη Ποιητή τους.
Η ποίησή του  φίλου Αιμίλιου Γάσπαρη, συμπερασματικά, θέλγει και συγκινεί βαθιά την ψυχή, διατηρώντας σε πολύ υψηλά επίπεδα την ποιητική θερμοκρασία και διάθεση τού αναγνώστη της. Του απευθύνουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια και του ευχόμαστε συνεχώς να ανεβαίνει στον γόνιμο και καρποφόρο δρόμο των ποιητικών και εικαστικών του, εν γένει, αναζητήσεων.

ΟΙ ΕΓΚΟΙΜΗΣΕΙΣ (αρχ. ενυπνιάσεις) * * * (Στην αρχαία, Ορθόδοξη και λαογραφική τακτική)


Με την ευκαιρία της εορτής του αγίου Αρτεμίου,
Προστάτη της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.)


  ΟΙ   ΕΓΚΟΙΜΗΣΕΙΣ 
(αρχ. ενυπνιάσεις)
 (Στην αρχαία, Ορθόδοξη και λαογραφική τακτική)


      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
            www.ret-anadromes.blogspot.com
             http://historicalcrete.ims.forth.gr

       
    Ο άγιος Αρτέμιος ο Μεγαλομάρτυς (20 Οκτ.)

        Ο άγιος Αρτέμιος, ο μεγαλομάρτυς (20 Οκτ.), άνδρας διάσημος και σπουδαίος στα πολιτικά αξιώματα του Βυζαντίου, έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έχοντας διοριστεί από αυτόν ηγεμόνας της Αλεξανδρείας και τιμηθεί ύστερα και με το αξίωμα του πατρικίου.        Ο άγιος Αρτέμιος (20 Οκτ.), τιμηθείς με το αξίωμα του πατρικίου, είναι προστάτης σήμερα της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.) (όπως και η αγία Ειρήνη (πριν το 1984) ήταν προστάτης της Ελληνικής Χωροφυλακής και ο άγιος Μηνάς της Αστυνομίας Πόλεων). Ο άγιος τιμάται τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία από τους ανθρώπους κυρίως της υπαίθρου. Είναι εξόχως τιμητική η εξεικόνισή του ίδια με τον Χριστό στο πρόσωπο (εικ. 1). Ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά στην Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης υποδεικνύει για την ιστόρησή του ότι: «Ὁ ἅγιος Ἀρτέμιος ὅμοιος τοῦ Χριστοῦ τό εἶδος» είναι.

1. Ο άγιος Αρτέμιος, όμοιος του Χριστού το είδος

Ο άγιος θεωρείται σπουδαίος θεράπων ποικίλων ψυχικών και σωματικών παθήσεων. Το εντυπωσιακό στην περίπτωση του αγίου Αρτεμίου- και σε αυτό κυρίως θα εστιάσουμε με το άρθρο μας αυτό- είναι ότι τη θεραπεία εκτελούσε κατόπιν εγκοιμήσεως, επί μεν των ανδρών ο ίδιος ο Άγιος, επί δε των γυναικών η βοηθός του αγία Φεβρωνία. Ο Άγιος εμφανιζόταν στον άρρωστο με όνειρο ολοζώντανος μπροστά του, εκτός αν ήταν μικρό παιδί, οπότε εμφανιζόταν στη μητέρα του, που, συνήθως, το συνόδευε στη θεραπεία του. Τη θεραπεία, στη συνέχεια, επιτελούσε με πολλούς και ποικίλους τρόπους· με απλό λόγο, με ευλογία, με χειραψία ή με ανόργανη εγχείρηση, με έμπλαστρο ή με αλοιφή και μάλιστα από το λαδάκι της κανδήλας του Αγίου ή, τέλος, με την κατάποση φαρμάκου.


 ΕΓΚΟΙΜΗΣΕΙΣ 
                 (αρχ. ενυπνιάσεις)
        

            Όσον αφορά στις ονομαζόμενες εγκοιμήσεις (αρχ. ενυπνιάσεις), ο ύπνος και η διανυκτέρευση στον ναό, για να επιτύχει ο πιστός τη θεραπεία του από μιαν αρρώστια, ήταν πολύ διαδεδομένος στην ελληνική αρχαιότητα και συνέχεια της αρχαιοελληνικής αυτής θρησκευτικής τακτικής αποτελούν οι εγκοιμήσεις- διανυκτερεύσεις που συναντούμε και σήμερα στον χώρο του χριστιανισμού. Η χριστιανική θρησκεία τις υιοθέτησε αυτούσια, υποκαθιστώντας τις χθόνιες θεότητες του παγανισμού με χριστιανούς μάρτυρες και αγίους, όπως ο άγιος Αρτέμιος, η αγία Θέκλα, οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης, οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, ο άγιος Θεράπων. Γύρω από τα θαυματουργά λείψανά τους στήθηκαν  τα νέα χριστιανικά κέντρα, συχνά στον ίδιο χώρο όπου πριν λειτουργούσαν τα ειδωλολατρικά και με παραπλήσιο προς αυτά τελετουργικό[1].


          Εγκοίμηση· ειδική περίπτωση ονειρομαντικής θεραπείας
        

     Η εγκοίμηση (incubatio) κατά την αρχαιότητα ήταν ειδική περίπτωση ονειρομαντικής θεραπείας. Γινόταν στα ιερά των θεών θεραπευτών και μάντεων, όπως ο Αμφιάραος και ο Ασκληπιός, όπου, έπειτα από ειδική προετοιμασία, ο ασθενής μεταφερόταν στο «άβατον» και τον ξάπλωναν πάνω στο ζεστό, ακόμα, δέρμα θυσιασμένου ιερού ζώου. Ενώ κοιμόταν, του εμφανιζόταν στο όνειρό του ή σε οπτασία ο θεός, δηλαδή ο ιερεύς- ιατρός, αφού μεταμορφωνόταν σε Αμφιάραο, και του υποδείκνυε τον τρόπο θεραπείας (χειρουργική ή άλλη) ή τον θεράπευε την ίδια στιγμή υπό το κράτος ονείρου ή οπτασίας, που  προκαλούνταν, πιθανόν, από φάρμακο (ναρκωτική ή άλλη ουσία) που δινόταν στον ασθενή[2] (εικ. 2).

2. Εικόνα εγκοίμησης σε αρχαίο Ασκληπιείο

         Η διαδικασία της εγκοίμησης διέφερε από κέντρο σε κέντρο. Ο σκοπός, πάντως, της γενικής θεραπείας ήταν ο ίδιος και εκπληρωνόταν, βασικά, με την πρόσφορη ίδρυση των ιεροθεραπευτηρίων αυτών σε χώρους κατ’ εξοχήν υγιεινούς και ευάερους και την τήρηση ορισμένων εξαγνιστικών τελετουργιών, που περιλάμβαναν την παροχή στους ασθενείς που προσέρχονταν σε αυτά προς θεραπεία όλων των μέσων υγιεινής, μακριά, βέβαια, από κάθε έννοια κατάχρησης· δηλαδή, σωματικών ασκήσεων, περιπάτων, υδροθεραπείας, ψυχαγωγικών θεαμάτων, μουσικής, αγώνων, αυστηρής νηστείας «ἀπό πάσης τροφῆς καί οἴνου»[3] και απόλυτης καθαριότητας και, τέλος, προσφοράς θυσιών και ύπνου σε συγκεκριμένο  καθαγιασμένο  χώρο[4]. Στα ιεροθεραπευτήρια η θεραπεία όλων των ασθενειών επιδιωκόταν, κυρίως, απ’ ό,τι φαίνεται, με δίαιτα (ιπποκρατική θεραπευτική), προσευχή, ελάχιστα φάρμακα και στοιχειώδεις, τουλάχιστον, εγχειρήσεις και νοσοκομειακή περίθαλψη. Μετά τη θεραπεία έπρεπε να πληρωθεί ένα αντίτιμο, ένα αφιέρωμα προς την ιαματική θεότητα.


                             Κέντρα εγκοίμησης στην αρχαιότητα

Τα πιο γνωστά κέντρα εγκοίμησης στην αρχαιότητα ήταν τα πολυάριθμα (άνω των τριακοσίων) Ασκληπιεία [σπουδαιότερα από τα οποία ήταν της Τρίκκης, της Ακροπόλεως, της Επιδαύρου και, περιφημότερο απ’ όλα, αυτό της Κω (εικ. 3)], τα οποία εξελίχθηκαν σε μεγάλα κτιριακά συμπλέγματα, που περιλάμβαναν κρήνη με ιερό νερό, γυμναστήρια, στοές, λουτρά, χώρους εγκαταβίωσης και αναψυχής, καθώς και ναό προς λατρεία του θεού.

3. Το Ασκληπιείο της Κω

          Οι πολυάριθμοι ασθενείς που συνέρρεαν στους χώρους τους έφερναν μαζί τους τάματα με παραστάσεις των μελών του σώματός τους που υπέφεραν και παρέμεναν εκεί μέχρι να επιτύχουν τη θεραπεία τους (εικ. 4). Στα Ασκληπιεία οι ιερείς, ως γιατροί, νοσήλευαν τους ασθενείς με υγιεινοθεραπεία και φαρμακοθεραπεία και με ηθικοποίηση και τόνωση της πίστης των ασθενών για την απόλυτη θεραπευτική ικανότητα του θείου[5]. Η είσοδος εις τα ιεροθεραπευτήρια παντός άλουστου σώματος ή άναγνης ψυχής απαγορευόταν, όπως μαρτυρεί και το επίγραμμα που ακολουθεί, που έχει χαραχθεί στα προπύλαια του Ασκληπιείου της Επιδαύρου: «Ἁγνόν χρή νηοῖο θυώδεος ἐντός ἰόντα ἔμμεναι· ἁγνείη δ’ ἐστί φρονεῖν ὅσια»[6]. Πίστευαν, κατά τα φαινόμενα, οι ιερείς- ιατροί ότι στον άνθρωπο υπάρχουν –εκτός των γνωστών στην επιστήμη επανορθωτικών δυνάμεων- και άλλες δυνάμεις άγνωστες και κατά πολύ θαυμασιότερες, οι οποίες, εάν αφυπνισθούν κατάλληλα και κινητοποιηθούν με την κατανυκτική προσευχή και την πίστη του ασθενούς, αναπτύσσουν μέσα σε ώρες ή και λεπτά ακόμη βαθιά θεραπευτική δύναμη πολύ ισχυρότερη από εκείνη των φαρμάκων του παθολόγου ή των ακτίνων του ακτινοθεραπευτού[7]. Για την αποτελεσματικότητα των εγκοιμήσεων στα αρχαία ιεροθεραπευτήρια, ο Γ. Ανδρουτσόπουλος θεωρεί ότι, σύμφωνα και με τη γνωστή διδασκαλία του Ιουστίνου, του  Φιλοσόφου  και  Μάρτυρος, «περί  σπερματικού  λόγου», ο Θεός θα εισάκουε και τότε, στον αρχαίο κόσμο, τις παρακλήσεις των ασθενών, εφόσον η προσευχή τους απευθυνόταν με βαθιά πίστη στην «άνωθεν» βοήθεια και αρωγή[8].

4.  Αφιέρωμα στον Ασκληπιό πιστού που υπέφεραν τα αυτιά του

          Ο γεωγράφος Στράβων αναφέρει[9] ότι στη Μ. Ασία, μεταξύ των πόλεων Τράλλεων και Νύσσας, βρισκόταν μικρή πόλη, στην οποία υπήρχε ένα  ιατροθεραπευτήριο,  στο  οποίο  η  εγκοίμηση  δεν  γινόταν  από  τους νοσούντες, αλλά από αυτούς που επόπτευαν το ιερό ιερείς. Αυτοί, λέγει ο Στράβων, «ἐγκοιμῶνται ὑπέρ αὐτῶν (δηλαδή των νοσούντων) καί διατάττουσιν ἐκ τῶν ὀνείρων τάς θεραπείας»[10].           Ο γεωγράφος Στράβων αναφέρει[9] ότι στη Μ. Ασία, μεταξύ των πόλεων Τράλλεων και Νύσσας, βρισκόταν μικρή πόλη, στην οποία υπήρχε ένα  ιατροθεραπευτήριο,  στο  οποίο  η  εγκοίμηση  δεν  γινόταν  από  τους νοσούντες, αλλά από αυτούς που επόπτευαν το ιερό ιερείς. Αυτοί, λέγει ο Στράβων, «ἐγκοιμῶνται ὑπέρ αὐτῶν (δηλαδή των νοσούντων) καί διατάττουσιν ἐκ τῶν ὀνείρων τάς θεραπείας»[10].         Παρόμοια προς τα παραπάνω ήταν το ονειρομαντείο και ιατροθεραπευτήριο Αμφιαράειον στον Ωρωπό, του ήρωος Αμφιαράου, το μαντείο του Τροφωνίου στη Λιβαδειά, τα Πλουτώνεια στη Μικρά Ασία ή, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, οι ναοί της Ίσιδος και του Σεράπιδος[11].

                                           Εγκοιμήσεις σήμερα σε προσκυνήματα της Ορθοδοξίας

Οι εγκοιμήσεις διατηρούνται μέχρι και σήμερα σε ελληνικές εκκλησίες που αποτελούν τόπους προσκύνησης και αναθημάτων. Στην Κωνσταντινούπολη ο αρχάγγελος Μιχαήλ ήταν ο μέγας ουράνιος γιατρός. Κυριότερος τόπος προσκύνησής του ήταν το «Μιχαήλιο», όπου βρισκόταν στο Σωσθένιο, πενήντα, περίπου, χιλιόμετρα μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Ο ασθενής εδώ –με την άδεια του ιερέα της εκκλησίας–  κοιμόταν  τη  νύχτα,  αναμένοντας την ιαματική φανέρωση του Αρχαγγέλου, όπως και κατά την αρχαιότητα του Ασκληπιού στη νήσο Κω[19] (εικ. 5). Επίσης, στον ναό των αγίων Αναργύρων στην Κέα[20] και της αγίας Μαρίνας στο Θησείο, γίνονται και σήμερα εγκοιμήσεις[21]. Και στο Μανταμάδο της Λέσβου όπως και σε πολλές άλλες πανηγυρίζουσες εκκλησίες– οι προσκυνητές, κατά τη συνήθεια της εγκοίμησης, περνούν τη νύχτα της παραμονής στον περίβολο της εκκλησίας, περιμένοντας το χάραμα  και  την  πανηγυρική θεία λειτουργία, που θα ολοκληρώσει τις «ὑπέρ ὑγείας» παρακλήσεις των προς τον Ταξιάρχη[22].

5 . Στο Μιχαήλιο οι ασθενείς μέσω της εγκοίμησης ανέμεναν τη θεραπεία τους (εικ. 14ου αι. Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών)

Χαρακτηριστική περίπτωση «εγκοίμησης» μπορούμε να παρακολουθήσουμε στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού: «Τό ἁμάρτημα τῆς μητρός μου», απ’ όπου παραθέτουμε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα, πλουσιότατο και σε πολλά άλλα λατρευτικά στοιχεία από τη σύγχρονη λαϊκή πίστη: «Ἡ μήτηρ μου ἐσήκωσε τό μαραμένον κοράσιον εἰς τήν ἀγκάλην της καί τό ἔφερεν εἰς τήν ἐκκλησίαν. Ἐγώ καί ὁ μεγαλύτερός μου ἀδελφός ἐφορτώθημεν τά στρώματα καί ἠκολουθήσαμεν κατόπιν. Καί ἐκεῖ, ἐπί τῶν καθύγρων καί ψυχρῶν πλακῶν, πρό τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας, ἐστρώσαμεν καί ἐπλαγιάσαμεν τό  γλυκύτερον ἀντικείμενον τῶν  μεριμνῶν μας, τήν μίαν καί μόνην μας ἀδελφήν. Ὅλος ὁ κόσμος ἔλεγεν ὅτι εἶχεν ἐ ξ ω τ ι κ ό ν… Ἔπρεπε λοιπόν νά μείνει σαράντα ἡμερονύκτια ἐντός της ἐκκλησίας, πρό τοῦ Ἁγίου Βήματος, ἐνώπιον τῆς μητρός τοῦ Σωτῆρος…Σαράντα ἡμερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ἠμπορεῖ νά ἀντισταθεῖ ἡ τρομερά ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν δαιμονίων, εἰς τόν ἀόρατον πόλεμον μεταξύ αὐτῶν καί τῆς θείας χάριτος… Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν ἐπί τῆς παιδικῆς μου φαντασίας ἡ πρώτη ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ διανυκτέρευσις (εικ. 6).Τό ἀμυδρόν φῶς τῶν ἔμπροσθεν τοῦ εἰκονοστασίου λύχνων, μόλις ἐξαρκοῦν νά φωτίζῃ αὐτό καί τάς πρό αὐτοῦ βαθμίδας, καθίστα τό περί ἡμᾶς σκότος ἔτι ὑποπτότερον καί φοβερώτερον, παρά ἐάν ἤμεθα ὁλωσδιόλου εἰς τά σκοτεινά. Ὁσάκις τό φλογίδιον μιᾶς κανδήλας ἔτρεμε, μοί ἐφαίνετο πώς ὁ Ἅγιος ἐπί τῆς ἀπέναντι εἰκόνος ἤρχιζεν νά ζωντανεύῃ καί ἐσάλευε, προσπαθῶν νά καταβῇ ἐπί τοῦ ἐδάφους, μέ τά φαρδιά καί κόκκινά του φορέματα, μέ τόν στέφανον περί τήν κεφαλήν καί μέ τούς ἀτενεῖς ὀφθαλμούς ἐπί τοῦ ψυχροῦ καί ἀπαθοῦς προσώπου του… Ἤναπτον πῦρ, ἔφερον νερόν καί ἐσκούπιζα τήν ἐκκλησίαν ὅταν ἦτο καθημερινή. Τάς ἑορτάς καί Κυριακάς, κατά τόν ὄρθρον, ἐχειραγώγουν τήν ἀδελφήν μου νά σταθῇ κάτω ἀπό τό Εὐαγγέλιον, τό ὁποῖον ἀνεγίγνωσκεν ὁ λειτουργός ἀπό τῆς Ὡραίας Πύλης. Κατά τήν λειτουργίαν ἤπλωνα χαμαί τό χράμι ἐπί τοῦ ὁποίου ἔπιπτεν ἡ ἀσθενής πρόμυτα, διά νά περάσουν τά Ἅγια ἀπό ἐπάνω της. Κατά δέ τήν ἀπόλυσιν ἔφερον τό προσκέφαλόν της ἐνώπιον τῆς ἀριστερᾶς τοῦ ἱεροῦ θύρας, διά νά γονατίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ὡς που νά ξ ε φ ο ρ έ σ ῃ ὁ παπάς ἐπάνω της καί νά τῆς σταυρώσῃ τό πρόσωπον μέ τήν Λόγχην, ψυθιρίζων τό σταυρωθέντος σου, Χριστέ, ἀνηρέθη ἡ τυραννίς, ἐπατήθη ἡ δύναμις τοῦ ἐχθροῦ, κτλ.»[23].

6 . Εγκοίμηση στον ναό της Παναγίας Πορετσού, Ηλείας (φωτ. Ελ. Ψυχογιού, Τα Πανηγύρια της Παναγιάς, στο ένθ. Επτά Ημέρες, Καθημερινής, 5 -8 -2001)

Επίσης, στον νομό Ρεθύμνου, στον ναό του αγίου Αντωνίου, στην Πατσό, έχουμε μιαν άλλη ιδιάζουσα περίπτωση εγκοίμησης. Ο Γ. Παντινάκης[24], φιλοξενούσε τασιματάρηδες του Αγίου και, αφού τους κοίμιζε στο σπίτι του για μια βραδιά, τους προέλεγε, την άλλη μέρα, την πορεία της θεραπείας τους από τον Άγιο[25]. Αυτό, όμως, το είδος εγκοίμησης διαφέρει ουσιωδώς από τα παραπάνω, που συμβαίνουν εντός της Εκκλησίας.Ο ύπνος σε αγίους τόπους –όπως έχουμε, ήδη, επισημάνει– είχε ως στόχο την εμφάνιση των θεών και την ίαση των ασθενειών. Η διάρκειά τους ποίκιλε από μια μέχρι οκτώ, σαράντα ή και περισσότερες νύκτες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της πάθησης. Πίστευαν ότι με το πρωινό ξύπνημα θα άρχιζε και η βελτίωση της υγείας του αρρώστου. Στην περίπτωση αυτήν η εγκοίμηση γινόταν άσχετα από κάποια εκκλησιαστική γιορτή. Προς ενδυνάμωση του αποτελέσματός της, η εγκοίμηση συμπληρωνόταν με νηστείες, πόση αγιάσματος, διαβάσματα από ιερά βιβλία, παρακλήσεις και άλλες τελετουργίες. Οι εγκοιμήσεις αναφέρονταν,  συνήθως,  σε  θεραπείες  σοβαρών  παθήσεων,  όπως  θεραπεία  δαιμονόληπτων –συνήθως παιδιών– ή επιληπτικών.
Μορφή εγκοιμήσεως –με ευδιάκριτο ευετηρικό σκοπό («για να βοηθήσει ο άγιος»)–που επιβιώνει και σήμερα σε ολόκληρη την Ελλάδα από γυναίκες, συνήθως, προβεβηκυίας ηλικίας, είναι και το ξενύχτι στον Εσταυρωμένο, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης (εικ. 7), ή την παραμονή της εορτής ή του πανηγυριού κάποιου αγίου[26], καθώς και η διανυκτέρευση δεκάδων πιστών στον περίβολο του ναού της Ευαγγελίστριας, στην Τήνο, ή και σε άλλα μεγάλα πανελλήνια προσκυνήματα.
7 . Μορφή εγκοίμησης με ευετηρικό σκοπό είναι και το ξενύχτι στον Εσταυρωμένο, το βράδυ της Μ. Πέμπτης (φωτ. Ελ. Ψυχογιού)

[1]  Γιώργου Θ. Καλόφωνου, «Εγκοίμησις», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 5 Ιανουαρίου 2003, 8.
[2]  Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλου, Τό ἱεροθεραπευτήριον τοῦ Ἀμφιάραου ἐν Ὠρωπώ, Αθήναι 1960, 3. Μάρω Κ. Παπαθανασίου, «Μαντικοί Θεοί και ήρωες», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 28/11/2004, 10.
[3] Στράβωνος ΙΔ΄, 650.
[4] Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλου, ό.π., 10.
[5] Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλου, ό.π., 9.
[6] Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, Στρωματείς V,1, 13.
[7]Πβ. Μ. Γερουλάνου, Ιατρική και Εκκλησία, Αθήνησι 1957, 44.
[8] Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλο, ό.π., 16.
[9] Στράβωνος ΙΔ΄, 649.
[10] Κ. Δ. Γεωργούλη, «Ελλάς», στη: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 5 (1964), 602.
[11] Γιώργου Καλόφωνου, ό.π., 7.
[12] Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλου, Τό ἱεροθεραπευτήριον τοῦ Ἀμφιάραου ἐν Ὠρωπώ, Αθήναι 1960, 9.
[13] Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, Στρωματείς V,1, 13.
[14]Πβ. Μ. Γερουλάνου, Ιατρική και Εκκλησία, Αθήνησι 1957, 44.
[15] Γ. Δ. Ανδρουτσοπούλο, ό.π., 16.
[16] Στράβωνος ΙΔ΄, 649.
[17] Κ. Δ. Γεωργούλη, «Ελλάς», στη: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια 5 (1964), 602.
[18] Γιώργου Θ. Καλόφωνου, «Εγκοίμησις», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 5 Ιανουαρίου 2003, 7.
[19]  George A. Williamson, «Οι προστάται της Ιατρικής Άγιοι εν τη Ελληνική Εκκλησία», Κυπριακά Χρονικά, 6 (1929), 234.
[20] Χαρ. Δ. Βασιλόπουλου, Οι άγιοι Ανάργυροι, Αθήναι 1986, 30.
[21]  Βασιλική Τζουράκη, Γιατρέ μου, γίνονται θαύματα;, Αθήνα 2004 3 , 193.
[22]  Άννας Παπαμανώλη-Guest, «Ταυροθυσία στον Αρχάγγελο», στο ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 6 Μαΐου 2001, 32.
[23]  Γ. Βιζυηνού, Τα Άπαντα, έκδοση Χρίστου Γιοβάνη, Αθήνα 1955, 38-40.
[24] Πληροφορήθηκα ότι ο εν λόγω Γ. Παντινάκης πέθανε πριν μερικά χρόνια.
[25]  Πληροφορία κ. Νικ. Καραγιαννάκη από τις Βολιώνες, Ρεθύμνου.
[26]  Βλ. και Μ. Ν. Βαρβούνη, Λαϊκή λατρεία και θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Σάμου, Αθήνα 1992, 140.