ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ *** Η πίστη του λαού μας για το αγιοκωνσταντινάτο



ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
ΤΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Η πίστη του λαού μας για το   αγιοκωνσταντινάτο

 ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


      Η περίπτωση των λατρευτικών της χριστιανικής πίστης αντικειμένων- όπως εδώ και το αγιοκωνσταντινάτο- είναι μια, ακόμη, θεολογική αλήθεια, η οποία αναδεικνύει και αποδεικνύει το γεγονός της μετοχής και αυτής της άψυχης φύσης στη χάρη του Θεού. Με τέτοια γεγονότα και φαινόμενα καταδεικνύεται με τρόπο σαφή και έκδηλο το γεγονός της αποπνευμάτωσης της ύλης, καθώς η χάρη του Θεού μεταστοιχειώνει όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου, περαιτέρω δε και όλη τη φυσική δημιουργία.
    Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά ο λαός μας πιστεύει ότι το  
ά γ ι ο     κ ω ν σ τ α ν τ ι ν ά τ ο  (α γ ι ο κ ω σ τ ά ν τ ι ν ο, στην Κρήτη) έχει τη δύναμη να διώχνει τη βασκανία, να σταματά το αίμα, να θεραπεύει την επιληψία (σεληνιασμό)[1], το λύσιμο του ομφαλού, τον πυρετό, τον ίκτερο (κοιν. χρυσή). Ακόμα, ότι βοηθά τις ετοιμόγεννες να γεννήσουν εύκολα και τις ανύπανδρες να βρουν άνδρα, ενώ γίνεται η ελπίδα του ξενιτεμένου για τον περιπόθητο γυρισμό στην πατρίδα.

   Όλες αυτές οι δοξασίες- που συχνά καθίστανται και προλήψεις- γύρω από το άγιο κωνσταντινάτο, πηγάζουν από την πίστη του λαού μας, που το συνδέει με τον ά γ ι ο  Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο  (306-337). Σύμφωνα, λοιπόν, με μια παράδοση, η  α γ ί α  Ε λ έ ν η, όταν το 326 μ.Χ. βρήκε τον Τίμιο Σταυρό στα Ιεροσόλυμα, διέταξε να κοπεί στα δύο και ο μισός να παρέμενε στον τόπο του θείου μαρτυρίου, στα Ιεροσόλυμα, και ο άλλος μισός να έπαιρνε τον δρόμο προς τη Βασιλεύουσα. Την ώρα που το πριόνι χάραζε, για να κόψει το Τίμιο Ξύλο, ο άρχοντας χρυσοχόος του παλατιού φρόντισε να μαζέψει τα ιερά πριονίδια που έπεφταν χάμω, για να μη σκορπιστούν γύρω και τα πατήσουν τα βέβηλα πόδια των ασεβών και απίστων. Αυτά τα πριονίδια, λέγεται, τα πήγε, στη

συνέχεια, στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο  στην Κωνσταντινούπολη και τα χρησιμοποίησε κατά την κοπή του νέου αυτοκρατορικού νομίσματος, με το ιδιότυπο βαθουλωτό σχήμα και την παράσταση του Τιμίου Σταυρού ανάμεσα στον άγιο Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη.

  Γι’ αυτό, λένε ότι το αγιοκωνστάντινο, έκτοτε, όταν είναι γνήσιο, έχει τη δύναμη του Τιμίου Ξύλου.  να μη λαβώνεται όποιος το φέρει επάνω του, να επιταχύνει τη ζύμωση του ψωμιού, να μην καίγεται στην φωτιά το βαμβάκι με το οποίο το έχουμε περιτυλιγμένο. Τέτοιες παραδόσεις έκαναν τους παλιούς μας να θεωρούν το αγιοκωστάντινο πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο, να το χρησιμοποιούν ως φυλακτό και να το φυλάσσουν, συνήθως, στο εικονοστάσι του σπιτιού τους, ενώ, σε μερικά μέρη, και να το λειτουργούν μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Πέμπτη.

  Όμως, ο Φαίδων Κουκουλές, αντίθετα προς την παραπάνω όμορφη του λαού μας παράδοση, θεωρεί ότι τα άγιο- Κωνσταντινάτα αναφέρονται στον αυτοκράτορα Α λ έ  ξ ι ο  τον Γ΄ Ά γ γ ε λ ο, που έτρεφε απεριόριστο σεβασμό προς τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ώστε φορούσε εγκόλπιο νόμισμα με την εικόνα του εν λόγω προστάτη του Αγίου. Επομένως, λέγει ο Φ. Κουκουλές, η παλιότερη του εθίμου του αγιοκωνσταντινάτου μνεία πρέπει να αναχθεί στα έτη της βασιλείας αυτού του αυτοκράτορα (1195-1203)[2].

Σε επίσκεψή μου στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας πριν μερικά χρόνια, είδα να εκτίθεται σειρά όλη σολδίων και χρυσών νομισμάτων (υπερπύρων) και μολυβδόβουλων, στα οποία ο εν λόγω αυτοκράτορας εικονίζεται, τωόντι, με τον άγιο Κωνσταντίνο. Πάντως, στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας βρήκα να εκτίθενται κωνσταντινάτα και από Λέοντα τον Γ΄, τον  Ίσαυρο (717- 41), όχι, όμως, και νωρίτερα!... Οπότε, η ιστορία του κωνσταντινάτου μπορεί να παραμένει ένα πρόβλημα, η πίστη, όμως, του λαού μας σε αυτό συνεχίζει να είναι αμετακίνητη και εδραία.

          Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε να εξηγήσουμε την πίστη των χριστιανών της Κ α π π α δ ο κ ί α ς ότι οι άγιοι και Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη (21 Μαΐου), είναι προστάτες και βοηθοί εκείνων που πηγαίνουν ως προσκυνητές στους Αγίους Τόπους. Υπάρχει, μάλιστα, και ευχή που την έλεγε ο μικρασιατικός ελληνισμός: «Με τη βοήθεια του αγίου Κωνσταντίνου να πάτε και με την ευχή της αγίας Ελένης να γυρίσετε». 

         Η πίστη αυτή του Μικρασιατικού ελληνισμού εδράζεται, προφανώς, στο μέγα έργο που οι εν λόγω Άγιοι επιτέλεσαν στην Αγία Γη, και μάλιστα η αγία Ελένη, που στη Βηθλεέμ και τον Γολγοθά διεξήγαγε μεγάλες ανασκαφές κατά τις οποίες ανακαλύφθηκαν οι τόποι της Γέννησης, της Σταύρωσης, της Ανάστασης, καθώς και ο Τ ί  μ ι ο ς  Σ τ α υ ρ ό ς του Κυρίου σύμφωνα με τα παραπάνω. Εκεί, η αγία Ελένη ανέγειρε, με αυτοκρατορικές χορηγίες, τους μεγαλοπρεπείς ναούς της Γέννησης (στη Βηθλεέμ) και της Ανάστασης (στον λόφο του Γολγοθά), που μέχρι σήμερα αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία και σεβάσματα του Χριστιανισμού.

   

[1] Στον Φαίδωνα Κουκουλέ βρίσκουμε και θεραπεία σεληνιασμού με «φλωρί Κωνσταντινό», από Ηπειρωτικό ιατροσόφιο του ΙΖ΄ αιώνα [«Κωνσταντινάτα», περιοδ. Λαογραφία 6 (1917), 216-17].

           [2] Φαίδωνος Ι. Κουκουλέ, «Κωνσταντινάτα», περιοδ. Λαογραφία 6 (1917), 220. Πβ. και Γιάννη Χλουβεράκη, «Το Κωνσταντινάτο», περιοδ. Αμάλθεια, Άγιος Νικόλαος Κρήτης, 144-145 (Ιουλ.- Δεκ. 2005), 211-212.

ΛΕΥΤΕΡΗ Κ. ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗ *** Ρεθυμνογνωσία



 ΛΕΥΤΕΡΗ Κ. ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗ

Ρεθυμνογνωσία
[Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», Ρέθυμνο 2017, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 496]


 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Έχω επισημάνει και στο παρελθόν ότι θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή της ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια, έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση της ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση αυτών. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που, σε τελική ανάλυση, η εργασία αυτή, συνήθως, αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό ερωτικής αγάπης και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων του τόπου καταγωγής.
      Μια τέτοια δουλειά, που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και αφορά, όμως, όχι σε ένα αλλά σε εκατό χωριά του νομού Ρεθύμνου είναι και η παρουσιαζόμενη με το σημείωμά μας αυτό, με τον πρωτότυπο τίτλο «Ρεθυμνογνωσία» (κατά το…«Πατριδογνωσία»), του εκλεκτού συνταξιούχου δασκάλου, από τον Άρδακτο Αμαρίου, κ. Λευτέρη Κ. Κρυοβρυσανάκη, συγγραφέα και πολλών άλλων ρεθεμνιώτικων βιβλίων και Αθλητικού Συντάκτη των «Ρεθεμνιώτικων Νέων» (1987- 2016).
    Το εν λόγω, λοιπόν, βιβλίο αποτελεί απόρροια της εθελοντικής συνεισφοράς όχι πολλών, όσα και τα χωριά, αλλά ενός μόνον ανθρώπου, που δεν ωθείται, άρα, σε τούτο από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις του τόπου καταγωγής, αλλά από το γενικότερο προσωπικό του ενδιαφέρον και την αγάπη του συνολικά για τον ευλογημένο τόπο μας- όπως o ίδιος αποκαλεί το Ρέθυμνο- με τις πλούσιες φυσικές ομορφιές, τη μακραίωνη Ιστορία, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα που συνθέτουν το βιβλίο της διαχρονικής του πορείας στο ιστορικό γίγνεσθαι.
       Ο συγγραφέας, στα 36 χρόνια που υπηρέτησε ως δάσκαλος, μόνιμο μέλημά του είχε πώς να μεταγγίσει στους μαθητές του το ενδιαφέρον να γνωρίσουν καλύτερα τον τόπο τους, ενώ η συνεχής και για πολλά χρόνια υπηρεσία του σε μονοθέσια σχολεία (από τα 36 χρόνια υπηρεσίας τα 28 διανύθηκαν σε μονοθέσια σχολεία!), τον ώθησε, ως δάσκαλο και συγγραφέα, να φροντίζει συνεχώς για τον εμπλουτισμό, με πλούσιο υλικό βάσης, του αρχείου του με στοιχεία για τα χωριά αυτά, σαν την μέλισσα- όπως γράφει και ο ίδιος χαρακτηριστικά- που πετά από λουλούδι σε λουλούδι συλλέγοντας το μέλι της γνώσης. Οι πληροφορίες του προέρχονται από πηγές έγκυρες του τόπου που υπηρετούσε κάθε φορά, με οδηγό του πάντα- όπως προλογικά σημειώνει- ό,τι ευγενέστερο και υψηλότερο διακρίνει και καταξιώνει την προσωπικότητα του ανθρώπου. τη θρησκεία, την πατρίδα, το σχολείο, την οικογένεια, τον αθλητισμό και τον πολιτισμό. Αποτέλεσμα του μόχθου του αυτού ήταν να καταγράψει μαρτυρίες, αναμνήσεις και αφηγήσεις, τις οποίες διασταύρωσε, επιβεβαίωσε και ταυτοποίησε και συμπληρώνοντάς τις σήμερα και με μια βιβλιογραφία, που αναφέρεται, βασικά, σε τοπικά βιβλία και σχετική αρθρογραφία στις εφημερίδες αναφερόμενη σε χωριά και οικισμούς του νομού μας, δημιούργησε το παρουσιαζόμενο έργο του.
       Το σύνολο του βιβλίου είναι δομημένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξετάζει τα γεγονότα τού κάθε χωριού- οικισμού σύμφωνα, βασικά, με την ιστορική του πραγματικότητα και τη διαχρονική συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες, άλλα και άλλα ήσσονος σημασίας θέματα, που και αυτά, βεβαίως, ανάγονται ευρύτερα στην ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου. Παραθέτει, επίσης, κατά χωριό, τα πληθυσμιακά στοιχεία των διαφόρων απογραφών που έλαβαν χώρα από την Ενετοκρατία μέχρι και σήμερα, αλλά και πλείστα άλλα στοιχεία που αφορούν στο όνομα του χωριού, τη γεωφυσική του πραγματικότητα και στα σπήλαια που υπάρχουν σε αυτό, στην Εκκλησία (ναούς- ιερείς), στο Σχολείο, με αναφορά στις σχολικές μονάδες, στο μαθητικό δυναμικό και στους δασκάλους που υπηρέτησαν, στον πολιτισμό και στον αθλητισμό, καθώς και σε όλους τους επιστήμονες, πολιτικούς, δικαστικούς, στρατιωτικούς και λοιπούς ανθρώπους του πνεύματος και του πολιτισμού που διακρίθηκαν στο κάθε χωριό.
      Πέραν όμως, του βασικού αυτού υλικού της καταγραφής των 100 χωριών του νομού Ρεθύμνου, οι πρώτες εκατό σελίδες του βιβλίου αναφέρονται σε γενικότερα θέματα που αφορούν στην Εκκλησία (Μητροπολίτες) και στις Μονές, στη Διοίκηση (με λεπτομερή αναφορά στα πολιτικά πρόσωπα του νομού), στο Στρατό, στα Σώματα Ασφαλείας και στην Εκπαίδευση του νομού Ρεθύμνου (με αναφορά δεκάδων στρατιωτικών και πρωτοπόρων  δασκάλων του πνεύματος).
    Πιστεύουμε ότι ο εκλεκτός και δημιουργικά ανήσυχος  συγγραφέας τού παρόντος έργου, κ. Κρυοβρυσανάκης, επιτέλεσε το καθήκον του στο ακέραιο. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στο τόπο του είναι, ασφαλώς, εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειες του και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η χρησιμότητα του έργου είναι προφανής, παρέχοντας στον απλό αναγνώστη ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά και στον ερευνητή του τόπου ένα υλικό που, οπωσδήποτε, προσφέρεται για περαιτέρω επεξεργασία και αξιοποίηση. Τα περισσότερα από τα εννιά βιβλία του κ. Κρυοβρυσανάκη, που έχει μέχρις στιγμής εκδώσει, κεντρική αναφορά τους, όπως γίνεται από τον ίδιο τον τίτλο τους άμεσα φανερό, έχουν τον νομό μας, το Ρέθυμνο (Ρεθεμνιώτικος Πανδέκτης, Ρεθεμνιώτικος Στίβος, Ρεθεμνιώτικο Ποδόσφαιρο, Πανόραμα Ρεθύμνου, αλλά και το παρουσιαζόμενο, τελευταίο του, έργο Ρεθυμνογνωσία). Γι’ αυτήν την πολύτιμη  προσφορά του στον τόπο του ο κ. Λευτέρης Κρυοβρυσανάκης είναι άξιος θερμών συγχαρητηρίων και πολλών ευχαριστιών.


Νίκος Χρ. Αλιπράντης *** Αναδρομές στον κόσμο της αρχαίας Πάρου




Νίκος Χρ. Αλιπράντης

Αναδρομές στον κόσμο της αρχαίας Πάρου
[Εταιρεία Γραφικών Τεχνών «ΑΒΕΛ», Αθήνα 2017, σχ. 8ο (21 Χ 15), σσ. 454]


            ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
               www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο κ. Νίκος Χρ. Αλιπράντης, από το όμορφο νησί της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, την Πάρο, είναι φιλόλογος, ιστορικός, λογοτέχνης, δημοσιογράφος, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων (το παρόν είναι το 43ο) και μελετών σχετικών με την Πάρο και την ιστορία της και από το έτος 1979 και εκδότης του έγκριτου και μοναδικού στο είδος του περιοδικού «Παριανά» (Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών), με το οποίο- σύμφωνα με το σκεπτικό της Ακαδημίας- προβάλλεται η Πάρος και η Κυκλαδική παράδοση. Είναι, ειρήσθω εν παρόδω, άξιος τιμής ο κ. Αλιπράντης για την ολοκληρωτική αυτήν, ψυχή τε και σώματι, επί δεκαετίες, αφιέρωσή του στην ανάδειξη της Ιστορίας του τόπου του.


Του κ. Ν. Αλιπράντη, πριν λίγες μέρες, μαζί με το περιοδικό «Παριανά», γίναμε αποδέκτες μιας θαυμάσιας ιστορικής μελέτης για το νησί του, την Πάρο, που κυκλοφορήθηκε πρόσφατα, στις αρχές του 2017. Ο λόγος για το «Αναδρομές στον κόσμο της αρχαίας Πάρου»,  ένα σύγγραμμα 454 σελίδων, στο οποίο- όπως και από τον τίτλο αμέσως καθίσταται φανερό- γίνεται μια πλήρης καταγραφή της αρχαίας ιστορίας της Πάρου, τόσο από τον χώρο της Μυθολογίας όσο και της Ιστορίας, μέσα από την έρευνα των θεών των Παρίων, αλλά και του κόσμου μέσα στον οποίο ήρωες, θεοί και άνθρωποι έδρασαν και έδωσαν δείγματα λαμπρά ιστορίας και υψηλού πολιτισμού σαν αυτού που άκμασε, και κατέστη παγκόσμια γνωστός, στα αέρινα κυκλαδίτικα νησιά, του Κυκλαδικού Πολιτισμού.


Εξαιρετική η Εισαγωγή στο βιβλίο, βαθιά φιλοσοφημένη και θεολογημένη (με τη διαχρονική του τελευταίου όρου σημασία, δηλαδή τόσο της αρχαίας ελληνικής, όσο και της νέας θρησκείας, αυτής του Ιησού Χριστού), με γλώσσα θαυμάσια λυρική, που ρέει απαλά σαν τα γαλήνια νερά του Ιορδάνη, εφαρμοσμένη στο πολυτονικό σύστημα, πράξη που δείχνει, ακριβώς, πόσον ο κ. Αλιπράντης  σέβεται και τιμά τον εαυτόν του, το έργο του και την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου του.


Στην «Εισαγωγή», περαιτέρω, παρακολουθούμε μιαν διαχρονική περιπλάνηση στο Παριανό και Κυκλαδίτικο τοπίο και στην επίσημη ιστορία της περιοχής, που λάμπει- όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας- κατά την αρχαιότητα, εκπίπτει, πάντως, σε λάμψη κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και τον μεσαιώνα και εμφανίζει μιαν νέαν, και πάλιν, αναλαμπή στους χριστιανικούς χρόνους. Ο κ. Αλιπράντης εξεικονίζει τη διαχρονική αυτήν πραγματικότητα με τους μαρμάρινους, αφενός, αρχαιοελληνικούς ναούς που άστραφταν κατά την αρχαιότητα στο φως του αιγαιοπελαγίτικου ήλιου και με τα χριστιανικά, αφετέρου, ξωκλήσια, απλωμένα σήμερα σε όλη την έκταση των γύρω από την Πάρο αιγαιοπελαγίτικων νησιών, που «λευκάζουν» γεμάτα γαλήνια χριστιανική απλότητα και κομψότητα, ώστε να καταστούν, στις μέρες μας, τραγούδι καθάριο, ελληνικό, από τη δεξιοτεχνική πένα του Ελύτη. Στοιχεία όλα αυτά, που, αν μη τι άλλο, φανερώνουν το έντονο πέρασμα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας από το νησί, που ενέπνευσε τους καλλιτέχνες, διαμόρφωσε τον αρχαίο κυκλαδικό πολιτισμό και δημιούργησε λαμπράν ιστορία.


Στο βιβλίο, ειδικότερα, καταγράφονται διαχρονικά οι πολύτιμοι θησαυροί της Πάρου, αποτελώντας, τρόπον τινά, μιαν επιτομή της διαχρονικής παριανής Ιστορίας. Στο εκτενέστερο όλων 1ο Μέρος παρακολουθείται λεπτομερώς η λατρεία δεκαπέντε (15) θεών και άλλων μικρότερων θεοτήτων του ελληνικού Δωδεκαθέου, με παράθεση των προσωνυμιών αυτών και πλείστων όσων για τους εν λόγω  θεούς στοιχείων, που μας είναι γνωστά από επιγραφές που εντοπίστηκαν στην Πάρο και τις οποίες ο κ. Αλιπράντης παραθέτει, ερμηνεύει, σχολιάζει και παραπέμπει στη σχετική με αυτές βιβλιογραφία.


Παρακολουθούμε, λοιπόν, στο εν λόγω κεφάλαιο μιαν εντυπωσιακή σειρά προσωνυμιών θεοτήτων της Πάρου Αθηνά (Πολιούχος, Πρόμαχος, Ποντία, Κυνθία κ.λπ.), Απόλλων (Δήλιος, Εκηβόλος, Κύνθιος, Προστατήριος, Πύθιος κ.λπ.), Ασκληπιός (Σωτήρ, Ύπατος κ.λπ.), Αφροδίτη (Πάνδημος, Τιμούχος), Άρτεμις (Δηλία, Εύκλεια), Ζεύς (Αφροδίσιος, Ελάστερος, Ύπατος), Ηρακλής (Καλλίνικος) κ.λπ. Παρακολουθούμε, επίσης, γιορτές (Θεοξένια, Θεσμοφόρια, Δορποφόρια, Πλυντήρια κ.λπ.), ιερά άλση που χαρακτηρίζουν το τοπίο, επιγραφές και αφιερώματα στους θεούς και πολλά άλλα γύρω από την αρχαία ελληνική θρησκεία στοιχεία, που συνεχίζουν να παρατηρούνται, κατά τον ίδιο ή και παρεμφερή τρόπο, και σήμερα στον χώρο της Ορθοδοξίας, πράγμα που αποδεικνύει, ακριβώς, τον υψηλό βαθμό παρείσφρησης στοιχείων από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο στον χώρο της Ορθοδοξίας, που έχει, πιστεύουμε, και μιαν έντονα θετική πλευρά, αφού αποτελεί τον αδιάψευστο μάρτυρα της αδιάκοπης και φυσικής συνέχειας του εθνικού βίου και πολιτισμού των Ελλήνων. Αυτό ακριβώς με ικανά θεολογικά κριτήρια προσπαθεί, στην εισαγωγή του και στο 1ο Μέρος του βιβλίου του, να αποδείξει και ο κ. Αλιπράντης. ότι, δηλαδή, το αδιαίρετο της ελληνικής μας εθνικής παράδοσης, σε όλο το μήκος της ιστορικής της πορείας- από το ξεκίνημα, ακόμα, των Μινωικών χρόνων μέχρι σήμερα- ενάντια αρνητών της, όπως ο Fallmerayer, είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Έτσι, από το πολύτιμο αυτό βιβλίο καθίσταται φανερό ότι από  την ανατολή, ακόμα, του ελληνισμού μέχρι και σήμερα παρατηρούνται παρόμοιες ψυχικές, θρησκευτικές και λατρευτικές αντιδράσεις και ξαναγεννιούνται από το μηδέν παρόμοιοι τρόποι λατρείας και παρόμοιες αντιλήψεις για τον Θεό και τους Αγίους. Ζει, λοιπόν, πάντα, μέχρι και σήμερα, το πρωτόγονο και παραδοσιακό πνεύμα των αρχαίων ελλήνων στη ζωή και τις κινήσεις του έθνους τους. Και υπό την έποψη αυτήν το βιβλίο του κ. Αλιπράντη θεωρούμε ότι κέκτηται πολύ μεγάλη, εθνική σημασία και αξία.   


Στο 2ο Μέρος παραθέτονται μελετήματα για τον κόσμο της αρχαίας Πάρου με σημαντικά και ενδιαφέροντα κεφάλαια, όπως αυτό που αφορά στα ονόματα της αρχαίας Πάρου (τα οποία ο κ. Αλιπράντης ερμηνεύει και ετυμολογεί), στα θρησκευτικά αξιώματα στην αρχαία Πάρο, στα Γυμνάσια, στο θέατρο, στην αγορά, στο αγορανομίο και μάλιστα το κεφάλαιο που αφορά στον μέγα, τον υψιπέτη παριανό γλύπτη, τον Σκόπα, τον επιφανέστερο καλλιτέχνη όλων των εποχών μετά τους κορυφαίους, τον Φειδία και τον μαθητή του, ισάξιο του δασκάλου του, Αγοράκριτο τον Πάριο.


Σε Παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου, ο κ. Αλιπράντης υπό τον αρχαιοπρεπέστατο τίτλο: «Ανδρών αγαθών μνήμη αγήρως» περιλαμβάνει όλους αυτούς που ανακάλυψαν και προέβαλαν παγκοσμίως τον κόσμο της αρχαίας Πάρου, Έλληνες και ξένους, μεταξύ των οποίων και οι πανελλήνια γνωστοί Έλληνες αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι Αναστάσιος Ορλάνδος (που, ως γνωστόν, ανέδειξε και αποκατέστησε τον παλαιοχριστιανικό ναό της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής) και ο Παριανός Νικόλαος Κοντολέων. Ακολουθούν πλουσιότατη Βιβλιογραφία και εξαιρετικά εκτενή και εύχρηστα Ευρετήρια.



Πρόκειται για ένα βιβλίο μεγάλης, θεωρούμε, ιστορικής και εθνικής σημασίας, αναφερόμενο τόσο στην ανεμόεσσα Πάρο, όσο και στις Κυκλάδες. Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό και δόκιμο συγγραφέα και ιστορικό κ. Νίκο Αλιπράντη και του ευχόμαστε ο Θεός να του δίνει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του τόσο στον χώρο της ιστορίας της αγαπημένης του Πάρου, όσο και των Ελληνικών Γραμμάτων, γενικότερα, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική, γι’ αυτό και πολλαχώς αναγνωρισμένη, είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.