Αναμνήσεις από τη δεκαετία του 1950 *** Τ ο μ α γ α ζ ί μ α ς *** Οδός Κωνσταντινουπόλεως 28 - Μεγάλη Πόρτα


Αναμνήσεις από τη δεκαετία του 1950

 

Τ ο  μ α γ α ζ ί  μ α ς

Οδός Κωνσταντινουπόλεως 28- Μεγάλη Πόρτα

 

   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ



Το μαγαζί του πατέρα μου, στη Μεγάλη Πόρτα, εκπροσωπούσε ένα τυπικό  λ α δ ά δ ι κ ο  του Ρεθέμνους της δεκαετίας του πενήντα, κι ακόμα πιο παλιά, δεδομένου ότι ο πατέρας μου πρωτάνοιξε το μαγαζί μας στις αρχές, ακόμα, της δεκαετίας του ’30. Τα λαδάδικα είχαν τότε τη μεγαλύτερη πέραση, ήταν τα πιο δοξασμένα κι αναγνωρίσιμα ανάμεσα στα μαγαζιά της εποχής, αφού σε μια περιοχή μεγάλης ελαιοπαραγωγής- όπως είναι ο τόπος μου- οι λαδάδες, όχι βέβαια όλοι, ήταν κάτι σαν τους σημερινούς τραπεζίτες, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

 Το μαγαζί μας βρισκόταν στο μέσο, περίπου, της οδού Κ ω ν σ τ α ν τ ι ν ο υ π ό λ ε ω ς, της ακόμα πιο παλιά Μεγάλης Ρούγας (και σήμερα οδού Εθνικής Αντιστάσεως), στο νούμερο 28, απέναντι ακριβώς από το «Ξενοδοχείο των Εμπόρων», του Διογένη Ζωνουδάκη, από το Δουμαεργειό (εικ.). Μιλάμε για την περιοχή της Μεγάλης Πόρτας, της Porta Guora των Βενετσιάνων, της κεντρικότερης από τις πύλες των τειχών, που κάποτε περικλείνανε την πόλη του Ρεθέμνους.

 
Το μαγαζί του πατέρα μου (κατά το 1950), όπως είναι σήμερα (φωτ. 1-8-2008). Από πάνω το πατρικό μου σπίτι (το 1950)

      Στη γλώσσα των Οθωμανών μπέηδων η Μεγάλη Πόρτα ακουγόταν ως  Ο ρ τ ά  Κ α π ή. Οι άλλες είσοδοι των τειχών της πόλης μου ήταν τσ’ Άμμος η Πόρτα ή Πόρτα Κουμ Καπί, στ’ ανατολικά, κι η Μαρμαρόπορτα ή Καινούρια Πόρτα ή Χανιόπορτα ή Πόρτα του Κισλά ή Πόρτα του Στρατώνα, στα δυτικά, στην θέση του σημερινού ΚΤΕΛ, στη συνοικία του Αγίου Νικολάου, με τον Φόρο, από τον οποίο όφειλαν να περάσουν και να καταβάλουν τον σχετικό φόρο (κάτι σαν τα σημερινά διόδια στις εθνικές οδούς της Χώρας) οι εισερχόμενοι από τα δυτικά χωριά στην πόλη του Ρεθύμνου. Η τελευταία ονομασία της Δυτικής εισόδου των τειχών (Πόρτα του Κισλά ή του Στρατώνα) όφειλε το όνομά της στον εκεί παρακείμενο στρατώνα των Ρώσων, που κτισμένος πολύ πριν από τη Ρωσική παρουσία στη πόλη μου, ονομάσθηκε έτσι, γιατί διέμειναν σ’ αυτόν οι Ρώσοι (1897- 1909), στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας (1896 – 1913).

Η Μεγάλη Πόρτα κι η Πόρτα της Άμμου άνοιγαν το ξημέρωμα κι έκλειναν το βράδυ, με τη δύση του ήλιου. Αυτό γινόταν για λόγους ασφάλειας και, πολλές φορές, άνθρωποι που δεν προλάβαιναν έγκαιρα να μπουν στην πόλη, αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν έξω απ’ αυτήν, σε κοντινά, εκεί γύρω, χωριά (1). Η Μαρμαρόπορτα, πάλι. άνοιγε κι έκλεινε μόνο για στρατιωτικούς λόγους. Τα θυρόφυλλα τους ήταν ξύλινα με μεταλλική εξωτερική επένδυση, όπως φτιάχνονταν, τον καιρό εκείνο, οι περισσότερες καστρόπορτες. 

Σαν κάνω να θυμηθώ το παλιό Ρέθεμνος ο δρόμος αυτός με την περήφανη Πόρτα του, εκεί στο έμπα του, από την κεντρική πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων, είναι που ανασταίνεται πάντα πρώτος στη θύμησή μου. Εκεί γέλασα στα πρώτα παιδικά μου χρόνια, εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα, έτρεξα, πήδησα, έπεσα, χτύπησα, μάτωσα τα γόνατά μου, έκλαψα, εκεί έπλασα τα πρώτα μου όνειρα…. Κάθε τοίχος του δρόμου αυτού, κάθε γωνιά του μού θυμίζουν χρόνια αξέχαστα, χρόνια μαλαματένια, όταν το Συντακτικό κι η Αριθμητική δεν είχαν πάρει ακόμα θέση στη ζωή μου.

 

Το μαγαζί του πατέρα μου

Το μαγαζί του πατέρα μου στη Μεγάλη Πόρτα- για να γυρίσω και πάλι στο θέμα μου- μπορεί, «βασικά», να εκπροσωπούσε ένα τυπικό  λ α- δ ά δ ι κ ο  της δεκαετίας του πενήντα, ήταν, όμως, επίσης, κι ένα κανονικό  μ π α κ ά λ ι κ ο  της ίδιας εποχής. Η επιγραφή με τα μεγάλα μαύρα γράμματα, πάνω από τη μεγάλη βαριά πόρτα, με τα γκρίζα σιδερένια ρολά, έγραφε: «ΗΛΙΑΣ ΜΙΧ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ- ΕΛΑΙΑ- ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ». Όμως, θυμάμαι που ο πατέρας μου συχνά έλεγε ότι το μπακάλικο δεν του απέδιδε και τόσο, όσο το λαδάδικο, που ήταν καρπερό και πλουτοφόρο και του άφηνε «χοντρά» λεφτά. Το λάδι, τον καιρό εκείνο, ήταν χρήμα που περνούσε καλύτερα κι απ’ το χρυσάφι και το εμπόριο του λαδιού, γι’ αυτόν τον λόγο, γινόταν με κάποια τάξη, πιότερο από τ’ άλλα προϊόντα. Και τα λαδάδικα, σ’ έναν τόπο πλούσιας ελαιοπαραγωγής- όπως είναι ο δικός μου- ήταν κάτι σαν τις Τράπεζες, από τα πρώτα μαγαζιά του τόπου κι οι κατέχοντες αυτά θεωρούνταν από τους πιο εύπορους κι ευκατάστατους πολίτες. Μόνο στη σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως υπήρχαν, τότε, μαζεμένα τέσσερα, ίσως και πέντε, τέτοια μαγαζιά! Θυμάμαι πρόχειρα τα λαδάδικα του Αναστασάκη, από τ’ Αγαλλιανού και των αδελφών Μπιρλιράκη στην οδό της Αγίας Βαρβάρας και του Μανιού του Δασκαλάκη- που πουλούσε και είδη κιγκαλερίας-  απέναντι από το δικό μας, στην Κωνσταντινουπόλεως (σημερινή οδό Εθνικής Αντιστάσεως).

Βέβαια, ο λαδάς ζούσε μόνιμα στον κόσμο της αβεβαιότητας και του φόβου κι αδιάκοπα ελλόχευε ο κίνδυνος γι’ αυτόν να φτάσει και στο αντίθετο άκρο και να χρεοκοπήσει, αν τα πράγματα, από κάποια στιγμή και πέρα, δεν πήγαιναν καλά, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης των διακυμάνσεων του Χρηματιστηρίου, εξαιτίας του πανικού που δημιουργείται στον χώρο της οικονομίας από διάφορα οικονομικά ή πολιτικά γεγονότα.

Ο παραγωγός έπαιρνε το λάδι από τον μύλο και το πήγαινε κατ’ ευθείαν στον έμπορο της εμπιστοσύνης του. Του το παρέδιδε παίρνοντας μιαν απόδειξη, που του ’δινε το δικαίωμα να ζητήσει το αντίτιμο της αξίας του λαδιού οποιαδήποτε στιγμή ήθελε και με την τιμή της ημέρας εκείνης. Με το χαρτί αυτό μπορούσες και την κόρη σου να παντρέψεις. ν’ αφήσεις, δηλαδή, το λάδι κι ένα και δυο και τρία χρόνια στον έμπορο και όταν βρισκόταν γαμπρός και σου χρειάζονταν χρήματα, πήγαινες και το «έκοβες» στην τρέχουσα τιμή. Με αυτόν τον τρόπο απέφευγες τα τραπεζικά δάνεια και δεν κρατούσες στα χέρια σου ρευστό, καθώς ο πληθωρισμός αύξανε υπερβολικά και, τις πιο πολλές φορές, αυτό γινόταν σε βάρος σου…

Για τον έμπορο, πάλι, ήταν ασύμφορο να κρατεί το λάδι χωρίς να το ρίχνει στην αγορά. Έτσι, οι τοπικές, εθνικές ή παγκόσμιες συγκυρίες μπορούσαν, οποιαδήποτε στιγμή, να τον καταστρέψουν, όπως έγινε με το οικονομικό «κραχ» του 1930 στην Αμερική, όταν οι λαδέμποροι του Ρεθύμνου στερήθηκαν τις αγορές που παραδοσιακά απορροφούσαν τ’ αποθέματά τους σε λάδι και πολλοί απ’ αυτούς είδαν τους κόπους τους κυριολεκτικά να εξανεμίζονται και να χάνονται και να οδηγούνται οι επιχειρήσεις τους σε ολική χρεοκοπία και καταστροφή. Από την κρίση αυτή γλίτωσαν μόνον οι φρόνιμοι και προσεκτικοί έμποροι, αυτοί που δεν επεδίωκαν μεγάλα κέρδη κι έπαιζαν με τις πενταροδεκάρες. Αλλά πάντα, όπως και να ’χει το πράγμα, «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» κι αν είναι να σου τρέξει ο παράς, έρχεται με το τσουβάλι.

Πρόθεσή μου, όμως- όπως έχω, ήδη, εξαρχής δηλώσει- είναι ν’ αφηγηθώ τις αναμνήσεις μου από το Ρέθεμνος των παιδικών μου χρόνων, με κέντρο κι αρχή αναφοράς μου το μαγαζί του πατέρα μου, το λαδάδικό μας, στη Μεγάλη Πόρτα. Όμως, χρέος μου το θεωρώ, με το αφήγημά μου αυτό, να δώσω, ταυτόχρονα, και την εικόνα ενός τυπικού μπακάλικου της ίδιας εποχής, αφού μπακάλικα- σαν κι αυτό του πατέρα μου, που λειτουργούσε στον ίδιο με το λαδάδικό μας χώρο- έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν στην αγορά του Ρεθύμνου αλλά και κάθε σύγχρονης πολιτείας (όμως, αυτό θα το κάνουμε με άλλο άρθρο μας σε αυτήν την ίδια εφημερίδα).

 


[1] Ο F.W.Sieber, Ταξιδεύοντας στη νήσο Κρήτη, Αθήνα 1994, 206, σημειώνει χαρακτηριστικά: «…Η πύλη είχε κλείσει, όταν έφτασα στο Ρέθυμνο κι έτσι πέρασα τη νύχτα μου στα Περιβόλια…» και σ. 282, όπου λέγει: «έφτασα στα Χανιά …το βράδυ, πριν κλείσουν τις πύλες».

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (3η συνέχεια)


ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ  

(3η συνέχεια)

      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

 ΕΠΙΘΕΤΑ    

           Συχνά, επίσης, κακοποιούνται τα προπαροξύτονα επίθετα σε –ος, που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά. Έτσι, έχουμε επίθετο άρρωστος, -η, -ο, αλλά και ουσιαστικό ο άρρωστος. Στην πρώτη περίπτωση, του επιθέτου, ο τονισμός στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού θα μείνει σε όλες τις πτώσεις στην ίδια συλλαβή και, έτσι, θα πούμε του άρρωστου παιδιού, των άρρωστων παιδιών, τους άρρωστους εργάτες. Ως ουσιαστικά, όμως, οι ίδιες λέξεις κατεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα στη γενική του ενικού (του αρρώστου) και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού (των αρρώστων, τους αρρώστους). Πόσο συχνά, όμως δεν ακούμε να λέγεται λάθος από τη μια «του αρρώστου παιδιού» και από την άλλη «ο θάλαμος του άρρωστου».

 

        ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

1.              Λέμε: «χρειάστηκαν τριάμισι χρόνια, λεπτά» και όχι «τρεισήμισι χρόνια» (όμως: τρεισήμισι ώρες, μήνες). Δηλαδή, όπως θα λέγαμε με απλές λέξεις τρία χρόνιατρεις ώρες, προστιθέμενου κατά τη σύνθεση του επιθέτου «μισός», που γίνεται –ήμισι έπειτα από σύμφωνο και –μισι έπειτα από φωνήεν (τρεισ- ήμισι και τριά– μισι).

2.              Επίσης, δεν λέμε: «στις μία», αλλά: «στη μία, στη μιάμιση».

 

       ΡΗΜΑΤΑ

1.                                Ένα άλλο λάθος που το συναντούμε πολύ συχνά στον καθημερινό τύπο είναι αυτό που αφορά στο γ΄ ενικό πρόσωπο του αορίστου της καθαρεύουσας σε –η (συνέβη, παρέβη). Επειδή ο τύπος αυτός, παρότι έχει γίνει πολύ οικείος στη Δημοτική, κακοποιείται πολύ εύκολα, αν, κάποτε, χρησιμοποιείται, τουλάχιστον να χρησιμοποιείται σωστά και να γράφεται συνέβη, παρέβη, μετέβη και όχι συνέβει, παρέβει, μετέβει. Παρόμοια, λέμε ανετράπη, εστάλη, απεστάλη, εισήχθη κ.λπ. (και ο αντίστοιχος πληθ., εννοείται, σε –ησαν: επενέβησαν κ.λπ.) και όχι επενέβει, ανετράπει,  εστάλει, απεστάλει κ.λπ.

2.                             Επίσης, οι προστακτικές β΄ πληθυντ. των ρημάτων σε –ώ (β΄ συζυγίας), «προσπαθήστε», «ταχυδρομήστε», «ειδοποιήστε» κανονικά πρέπει να γράφονται με [η] και όχι, όπως τις βλέπουμε, συνήθως, με [ει], γιατί προήλθαν από το προσπαθήσετε, ταχυδρομήσετε, ειδοποιήσετε με συγκοπή του [ε]. Αλλά κλείστε (<κλείν-ω) ή να κλείσετε.

3.                             Συχνά μπερδεύεται το γ΄ ενικό παρατατικού παθητικής φωνής (στεγαζόταν) με το γ΄ πληθυντικό παρατατικού της ίδιας φωνής (στεγάζονταν). Έτσι, πρέπει να πούμε: «Το παλιό γυμνάσιο Αρρένων Ρεθύμνου στεγαζόταν (και όχι στεγάζονταν) σε κτίρια που βρίσκονταν (και όχι βρισκόταν) βόρεια του καθεδρικού ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου της πόλεως». Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει συμφωνία υποκειμένου και ρήματος ως προς το πρόσωπο και τον αριθμό.

4.                      Να προσέχουμε τους παθητικούς παρακείμενους «έχω χαθεί», «έχω προσβληθεί», να τους γράφουμε με [ει] και όχι «έχω χαθή», όπως είναι στη καθαρεύουσα. Το ίδιο ισχύει και με τον υπερσυντέλικο «είχα διδαχθεί», «είχα ευχηθεί» (Δημοτική), αλλά «είχον διδαχθή», «είχον ευχηθή»  (καθαρεύουσα).

5.                             Δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στα αρχαιόκλιτα συνηρημένα της παθητικής φωνής σε –ούμαι (διηγούμαι, ασχολούμαι, καταργούμαι κ.λπ.) και τα συνηρημένα της Δημοτικής σε –ιέμαι, όπως αγαπιέμαι, γελιέμαι και να λέμε διηγιέμαι, ασχολιέμαι, καταργιέμαι κ.λπ.

6.                 Το ίδιο σφάλμα γίνεται, συχνά, και με τα αρχαιόκλιτα σε –ώμαι (εξαρτώμαι, διερωτώμαι, διασπώμαι, εγγυώμαι), που και αυτά, συχνά, τα συγχέουμε με τα συνηρημένα σε –ιέμαι (αγαπιέμαι) και λέμε και εδώ εξαρτιέμαι, -ιέσαι, διερωτιέμαι, -έσαι, -ιέται, αντί του ορθού εξαρτώμαι, εξαρτάσαι, εξαρτάται, διερωτώμαι, διερωτάσαι, διερωτάται κ.λπ.

7.                         Στην προστακτική αορίστου δεν βάζουμε αύξηση που μεταφέρει το ρήμα στην οριστική. Έτσι, δεν λέμε «παρήγγειλέ μου», αλλά «παράγγειλέ μου» ή «επέτρεψέ μας» αλλά «επίτρεψέ μας» ή «υπέγραψέ μου» αλλά «υπόγραψέ μου».

Ε Υ Χ Ε Σ



 Θερμές αναστάσιμες ευχές!

"Ει γαρ Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών" 

                                                     (Α΄ Κορ. ιε' 17)

Θεατρική Ομάδα Νοσοκομείου Ρεθύμνου ΑΝΤΙ - ΣΩΜΑΤΑ * * * Τ ο Ρ ο ζ Φ ο υ λ ά ρ ι





Θεατρική Ομάδα Νοσοκομείου Ρεθύμνου

ΑΝΤΙ - ΣΩΜΑΤΑ


Τ ο   Ρ ο ζ   Φ ο υ λ ά ρ ι


  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


        Η θεατρική ομάδα του Νοσοκομείου Ρεθύμνου «Αντι-Σώματα», σε συνδιοργάνωση με το ΤΕΙ Κρήτης, παρουσίασε το Σάββατο 1 & την Κυριακή 2 Απριλίου, στο αμφιθέατρο του ΤΕΙ Περιβολίων Ρεθύμνου, την πρώτη ολοκληρωμένη της δουλειά, με την αστυνομική κωμωδία Το  Ροζ Φουλάρι», της Γεωργίας Χιόνη.
            Η Θεατρική Ομάδα του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, με τον αλληγορικό και συμβολικό τής νοσηλευτικής των ηθοποιών της ιδιότητας τίτλο ΑΝΤΙ- ΣΩΜΑΤΑ, προσπαθεί να παρουσιάζει επιτυχίες γνωστών θεατρικών συγγραφέων, με έργα κοινωνικού βάθους, που αντλούν τη θεματική τους από τη σύγχρονη πραγματικότητα και τα προβλήματά της, μεταφέρουν εμπειρίες ζωής και θίγουν, με επίκαιρο και ευχάριστο, πάντα, τρόπο, το θέμα των ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό αποδείχθηκε σταθερά και με την τελευταία επιλογή της ανανεωμένης εξαιρετικά με νέα ταλέντα θεατρικής ομάδας, αλλά και με τον κόσμο που σταδιακά αυξάνεται, πράγμα που τους ανάγκασε, φέτος, στην αναζήτηση ακόμα μεγαλύτερης αίθουσας.

       Έτσι, η πολυμελής Θεατρική Ομάδα του Νοσοκομείου μας ευτύχησε, τη χρονιά αυτή, να δουλέψει με μια δυνατή, έξυπνη και πολύ ζωντανή αστυνομική κωμωδία, με τίτλο «Το Ρόζ Φουλάρι». Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό έργο της Γεωργίας Χιόνη, που έχει παιχτεί στο παρελθόν και από πολλούς άλλους θιάσους σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ένα έργο εντυπωσιακό για τους ευφυέστατους διαλόγους που αναπτύσσει, την ευρηματικότητα και την επικαιρότητά του, με πολλά απρόοπτα, μπερδεμένες καταστάσεις, που όλα μαζί προκαλούν αβίαστα το γέλιο των θεατών, είτε μέσω της πλοκής, είτε μέσω της καταπληκτικής απόδοσης των ηθοποιών, που έπαιξαν κυριολεκτικά συνεπαρμένοι σαν αληθινοί επαγγελματίες ηθοποιοί!

           Η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: Δυο κλέφτες, η Μάχη και ο Περικλής (Πέρι), πηγαίνουν να κλέψουν τη βίλα του μακαρίτη ναυάρχου Επαμεινώνδα Κομνηνού. Η χήρα γυναίκα του έχει φύγει για εκδρομή. Ανενόχλητοι, λοιπόν, και χαλαροί οι δυο κλέφτες ανεβαίνουν μέχρι και στη σοφίτα του σπιτιού για να κλέψουν. Εκεί, όμως, που ετοιμάζονται, με τα τελευταία κλοπιμαία, να κατέβουν, επιστρέφει αιφνιδιαστικά η χήρα, μαζί με τις φίλες της και το γνωστό μέντιουμ Σαπφώ, για να καλέσουν το…. πνεύμα του μακαρίτη. Ανεβαίνουν, μάλιστα, στη σοφίτα, γιατί εκεί- όπως λέει το μέντιουμ Σαπφώ- είναι πιο δυνατό το «ενεργειακό πεδίο». Οι δυο κλέφτες κρύβονται. Κατά τη διάρκεια της πνευματιστικής συγκέντρωσης συμβαίνουν πολλά και παράξενα πράγματα. Το φως σβήνει ξαφνικά και ακούγεται ένας θόρυβος. Όταν το φως επανέρχεται, το μέντιουμ βρίσκεται «νεκρό», οι κλέφτες αποκαλύπτονται και πανικόβλητη η χήρα καλεί την αστυνομία. Καταφθάνει ο αστυνόμος Ζαχαρίας Δαγκλής, για να εξιχνιάσει την υπόθεση. Θα τα καταφέρει, άραγε; Ποια μυστικά θα αποκαλυφθούν από δω και πέρα; Γιατί, όπως λέει και η λαϊκή παροιμία, «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, ό ου μη φανερόν γενήσεται». Κάποια στιγμή στη ζωή όλα γίνονται φανερά, όλα αποκαλύπτονται… Έτσι και στο έργο μας,  η αλήθεια, τελικά, μέσα από κάποιες απρόσμενες εξελίξεις στη διάρκεια της ανάκρισης, θα βγει, θα λάμψει στην επιφάνεια, καλυμμένη κάτω από το θεατρικό «Ροζ Φουλάρι». Το θέατρο, πάντα, αντιγράφει πιστά τη ζωή και μας δίνει τη δυνατότητα να νιώσουμε την καθημερινότητα έτσι ξεκάθαρα, ζωντανά, με τις χαρές και τις λύπες της. Η ζωή και η φύση είναι πηγή έμπνευσης για την τέχνη. Ο καλλιτέχνης επιλέγει στοιχεία από τη ζωή και τη φύση, τα ανασυνθέτει και δημιουργεί στο έργο του τη δική του ζωή και φύση. Μας επιτρέπει, έτσι, να γελάσουμε και να κλάψουμε, να βιώσουμε πώς πάνω στη σκηνή ζωντανεύουν τα όνειρα και οι επιθυμίες μας, αυτή η ίδια η ζωή μας.

      Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, εργαζόμενοι του Νοσοκομείου μας και φίλοι τους συνεργάτες, φάνηκε ότι αγάπησαν το έργο βαθιά και ότι του έδωσαν ζωή από τη ζωή τους, πνοή και συναισθήματα από το συναισθήματά τους. Το έκαναν κυριολεκτικά κομμάτι του εαυτού τους. Κάθε ηθοποιός είναι μια προσωπικότητα με τις εμπειρίες του και τα βιώματά του. Κάθε ρόλος φανερώνει ένα κομμάτι τού εαυτού μας, ξεκλειδώνει πράγματα από την ψυχή μας και τα φέρνει έξω στο φως. Και αυτό έκαναν και οι ηθοποιοί του Συλλόγου Εργαζομένων του Νοσοκομείου μας, που μετείχαν «ψυχή τε και σώματι» στα διαδραματιζόμενα, με μια σωστή όσο και εντυπωσιακά περίπλοκη και ρεαλιστική ανασύνταξη μέσα στον σκηνικό χώρο, μέσα από σόλο, ντουέτα, τρίο και ομαδικά μέρη σε μίαν αδιάκοπη διαδοχή κίνησης και ακινησίας, που μαζί με τα πλούσια σκηνικά, θύμιζε μιαν εξακολουθητική ροή οπτικο- ακουστικο- κινητικής ενέργειας. Το παίξιμο τους ιδιαίτερα τεχνικό, χαριτωμένο, με έντονα παιγνιώδη διάθεση, χάρισε στο πολυπληθές  θεατρόφιλο της πόλης μας κοινό μιαν ιδιαίτερα ευχάριστη και ευφρόσυνη ατμόσφαιρα, κατά τις δύο παραστάσεις που έδωσαν στο Αμφιθέατρο του ΤΕΙ Περιβολίων, με πλούσιο προβληματισμό.

         Η παράσταση χωρίζεται σε δυο μέρη με το δεύτερο σαφώς να υπερτερεί, αφού εδώ έγιναν όλες οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές (με τη "τζογαδόρα" σύζυγο, τον "ατακτούλη" μακαρίτη και τη "σιγανοπαπαδιά" φίλη), αλλά και επειδή όλοι τους και στον ρόλο του ο καθένας ήταν με μια λέξη απολαυστικοί!...

         Η Θεατρική Ομάδα του Νοσοκομείου μας, του Νοσοκομείου Ρεθύμνου,  που έχει, πλέον, αποκτήσει αλάνθαστο κριτήριο, ξέρει άριστα ν’ αφουγκράζεται τις επιθυμίες των θεατών. Η περίοδος που διανύουμε είναι δύσκολη κι όχι μόνο σε επίπεδο θεατρικής έλλειψης, αλλά και σε οικονομικό επίπεδο. Μια κωμωδία, ένα χαλαρό Σαββατοκύριακο και αρκετή δόση γέλιου αποζητά, σήμερα, ο πολύς κόσμος κι αυτό ακριβώς δημιούργησε και τού προσέφερε η «Θεατρική Ομάδα του Νοσοκομείου» μας. Αυτό έδωσε κι αυτό εισπράχθηκε. Και όλα αυτά παρά τις αντίξοες συνθήκες του ωραρίου εργασίας και των υπόλοιπων υποχρεώσεων των νοσηλευτών και λοιπών εργαζομένων του Νοσοκομείου μας. Το έκαναν αυτό με πολλή διάθεση και χαρά και με πολλές θυσίες από τον προσωπικό τους χρόνο, σε γιορτές και αργίες, προσφέροντας γενναιόδωρα από τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους ως αληθινοί λειτουργοί της υγείας του ανθρώπου. Είναι, ακριβώς, η διάθεση προσφοράς των νοσηλευτών και εργαζομένων του Νοσοκομείου μας που συχνά επαινείται από μαρτυρίες πολλών ασθενών συμπολιτών μας, που διαπιστώνουν ότι μέσα στις σημερινές δυσκολίες που βιώνει η Ελλάδα, οι γιατροί, οι νοσηλευτές και οι εργαζόμενοι, γενικά, του Νοσοκομείου μας προσφέρουν μέσα από πολλές αντιξοότητες έργο κοινωνικό και αυτό θέλουμε να επαινέσουμε κι εμείς με το σημείωμά μας αυτό.



        Και για την ιστορία ν’ αναφέρουμε, στο σημείο αυτό, τα ονόματα των ηθοποιών και συντελεστών της μεγάλης αυτής παράστασης, σύμφωνα με το θαυμάσιο Πρόγραμμα και να ευχηθούμε σε όλους και στην άλλη με το καλό!

        Ηθοποιοί: Παπαδάκη Νίκη (Μάχη), Μαλιαρίτης Θανάσης (Περικλής), Καραϊσκάκη Μαρία (Ζηνοβία Κομνηνού), Κατριτζιδάκη Ιωάννα (Σαπφώ), Δουρουντάκη Ελένη (Μέλπω Καλούδη), Παλιεράκη Κοραλία (Νάνσυ), Αλεξάκη Καλλιρόη (Έρση Παπασκουφά), Καρούζος Γρηγόρης (Αστυνόμος Ζαχαρίας Δαγκλής), Αντωνιάδης Παναγιώτης (Επαμεινώνδας).
        Σκηνοθεσία –Εμψύχωση (Αντωνιάδης Παναγιώτης), Σκηνικά- Κοστούμια (Όλα τα «Αντισώματα»), Μουσική Επιμέλεια (Αντωνιάδης Παναγιώτης- Τριπολιτάκη Ζαμπία), Χειρισμός Μουσικής (Τριπολιτάκη Ζαμπία), Φωτισμοί (Πιοτογιαννάκης Στέλιος), Υποδοχή (Καστελιανού Αφροδίτη), Μακιγιάζ (Φραγκιαδάκη Μαρία), Κομμώσεις (Αλεξάκη Καλλιρόη), Υποβολείο (Βήττου Όλγα), Σχεδιασμός Αφίσας (Βερύκοκκου Γιώτα), Επιμέλεια Προγράμματος (Αμανατίδης Δημήτριος- Γεώργιος).