Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ & ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ ΤΙΤΟΣ ΣΥΛΛΙΓΑΡΔΑΚΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥΣ ΤΟΥ (7/5/1970 - 11 /9/1987 )

 

Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρός Τίτος Συλλιγαρδάκης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ & ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ ΚΥΡΟΣ

ΤΙΤΟΣ ΣΥΛΛΙΓΑΡΔΑΚΗΣ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥΣ ΤΟΥ

(7/5/1970 - 11 /9/1987 )

 

      Η εισήγηση του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη κατά την Εσπερίδα "Εις τιμήν και μνήμην Τίτου Συλλιγαρδάκη"

 

          Μια σειρά εβδομήντα δύο (72) εγκυκλίων, κατ’ επιλογήν του ιδίου του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Τίτου Συλλιγαρδάκη, δημοσιεύονται σε έκδοσή του υπό τον τίτλο «Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον» (Ρέθυμνον 1981). Τα κείμενα των εν λόγω εγκυκλίων αντλούνται από το Αρχείο της πρώτης δεκαετούς δημιουργικής- εκ των δεκαεπτά συνολικά ετών- αρχιερατείας του, προσδιορίζονται δε από τον ίδιο ως: «υπομνήσεις ιερών καθηκόντων…».

  Μέσω των εξαπολυθεισών εγκυκλίων ενός Ιεράρχη, προερχομένων  απευθείας από τη γραφίδα και την ένθερμη σκέψη των καρδιακών του χώρων, κρίνουμε ότι μιλάει ακόμα πιο  ά μ ε σ α  το πρόσωπο, ώστε, τελικά, διά της προσεκτικής μελέτης αυτών, να μπορούμε να αποκομίσουμε, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, το πλήρες διαμέτρημα της προσωπικότητάς του, του χαρακτήρα και των αρετών του και της πολύπλευρης και πολυσχιδούς δραστηριότητάς του. Μπορούμε, δηλαδή, μέσω των εγκυκλίων ενός επισκόπου- όπως στην προκείμενη περίπτωση- να παρακολουθήσουμε επαρκέστερα και ασφαλέστερα τον χαρακτήρα και την εν γένει προσωπικότητα και δράση του με έναν τρόπο παρατήρησης, οπωσδήποτε, πιο άμεσο και, ένεκα τούτου, και πιο βέβαιο και δυνατό, απ’ ό,τι αν η μελέτη μας γινόταν μέσα από διάφορες άλλες πηγές, περιοδικά, βιβλία, διαδίκτυο, εφημερίδες κ.λπ., που η αναφορά τους στο πρόσωπο γίνεται εμμέσως και μέσω της έρευνας τρίτων.

     Στην προκείμενη περίπτωση του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Τίτου Συλλιγαρδάκη, όπως έχουμε ήδη εξαρχής επισημάνει, οι εβδομήντα δύο αυτές εγκύκλιοι είναι αντιπροσωπευτικές της όλης ζωής, δράσης και διακονίας του, αποτελούν προσωπική του, δημοσιεύσιμη, επιλογή και αφορούν στην πρώτη γόνιμη και δημιουργική δεκαετία της αρχιερατείας του (1970- 1980), που ετέθησαν τα θεμέλια του αρχιερατικού του οικοδομήματος, ώστε να δίδουν αρκετά σαφή και βέβαια συμπεράσματα για τη γραμμή που ακολουθούσε και τις αρχές, τα πρότυπα και τις προτεραιότητες που έθετε κατά την άσκηση των ποιμαντορικών του καθηκόντων.

    Να σημειώσουμε, πάντως, ότι εκ των παραπάνω εβδομήντα δύο εγκυκλίων, οι είκοσι δύο αφορούν ειδικά σε ποιμαντορικές εγκυκλίους για τις εορτές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και, σπανιότερα, και της Πεντηκοστής, οπότε εναπομένουν πενήντα (50) εγκύκλιοι γενικότερης θεματολογίας, που, οπωσδήποτε, είναι αρκετές για τη μελέτη μας και τις επιμερίζομε στις εξής τέσσερις (04) θεματικές κατηγορίες, ανάλογα προς τη συχνότητα των εξαπολυθεισών, σε κάθε μία, εγκυκλίων:

 Α΄) σε εγκυκλίους σχετικές προς τον καταρτισμό και την επιμόρφωση των ιερέων της Μητροπόλεως, σύμφωνα προς την ορθόδοξη θεολογική και πολιτισμική παράδοση και κληρονομιά. Πολλές από τις εγκυκλίους της κατηγορίας αυτής εστιάζουν αποκλειστικά και μόνο στην κατηχητική παιδεία και στο απ’ άμβωνος κήρυγμα.

 Β΄) σε εγκυκλίους σχετικές προς το ιεροτελεστικό και τελετουργικό της Εκκλησίας μέρος, προς επίτευξη του λατρευτικού, τελετουργικού και συνάμα μυστικού και μυστηριακού χαρακτήρα των ιερών Ακολουθιών σύμφωνα προς το Τυπικό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14, 40). Οπότε, πολύ συχνά ο σεπτός Ιεράρχης διά των εγκυκλίων του δίνει στους κληρικούς της Μητροπόλεώς του οδηγίες και διατάξεις για το πώς και πότε πρέπει να τελούνται οι διάφορες ακολουθίες.

 Γ΄) σε εγκυκλίους σχετικές προς τη διοίκηση, την ενοριακή δομή, την Τοπική Εκκλησιαστική Ιστορία και την περισυλλογή και διαφύλαξη των κειμηλίων των ενοριών

 Δ΄) σε εγκυκλίους σχετικές προς τη φιλανθρωπία και τα Φιλόπτωχα Ταμεία της Μητροπόλεως.

  Όπως, λοιπόν, μπορούμε να παρακολουθήσουμε- από την ενδελεχή ανάλυση και μελέτη των πενήντα (50) αυτών εγκυκλίων[1]- κατά την άσκηση των καθηκόντων του τον αείμνηστο Ιεράρχη Τίτο Συλλιγαρδάκη φαίνεται να κατακοσμούν σπάνιες αρετές και να εμφορείται από τις εξής αρχές και προτεραιότητες στην άσκηση του ποιμαντικού έργου του.          

    Α΄. Συχνότερη όλων προβάλλει η έμπονη του αείμνηστου Ιεράρχη αγωνία προς μιαν υποδειγματική επιμόρφωση και κατάρτιση του κλήρου της Εκκλησίας των Ρεθυμνίων και θωράκιση αυτού με βαθιά εκκλησιαστική παιδεία και πλούτο χριστιανικών αρετών, πού συνίσταται στην καλλιέργεια, πρωτίστως, των ιερατικών κλήσεων και στην παροχή παιδείας με την ουσιαστική και βαθιά τού όρου έννοια, αφού κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας «Παιδεία μετάληψις ἁγιότητος ἐστί…».

  Πρόκειται για την πρώτη, από τις παραπάνω εκτεθείσες, Θεματική Ενότητα, στην οποία αναλογούν οι μισές σχεδόν των εγκυκλίων. Εκ των πενήντα (50) εγκυκλίων που μελετήσαμε οι είκοσι τέσσερις (24) (48%) την αναφορά τους έχουν στην θεματική αυτήν ενότητα με τον εξής επιμερισμό:

  Ι. Για τα Κατηχητικά Σχολεία και το απ’ άμβωνος κήρυγμα (10 εγκύκλιοι και ποσοστό 20%), ενώ,

  ΙΙ. ακόμα, μεγαλύτερης σημασίας για τον Ιεράρχη φαίνονται να είναι τα Ιερατικά Συνέδρια και τα Ειδικά Επιμορφωτικά Σεμινάρια (11 εγκύκλιοι και ποσοστό 22%), τα οποία επαναλαμβάνονται αυστηρά κατ’ έτος και σε κάποιες, μάλιστα, χρονιές διοργανώνονται και δύο επιμορφωτικές συνάξεις με την 1η να αποκαλείται Συνέδριο και τη 2η Ειδικό Σεμινάριο.

  Δυο εγκύκλιοι στη θεματική αυτήν Ενότητα αναφέρονται και στην ειδική περιοδική έκδοση της Μητροπόλεως, τον «Παράκλητο», την οποία ο Ιεράρχης θεωρεί «δώρον του Παρακλήτου», δηλαδή της αγάπης του Θεού και δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται γι’ αυτήν.

  Ιστορικό πλαίσιο

  1. Ένα από τα πρώτα έργα που υλοποίησε ο Μητροπολίτης Τίτος υπήρξε και η έκδοση περιοδικού υπό τον τίτλο «Παράκλητος», που το 1ο τεύχος αυτού εξεδόθη από το πρώτον, κιόλας, έτος της αρχιερατείας του (1970). Το περιοδικό αριθμούσε 1000 συνδρομητές και τυπωνόταν με τις συνδρομές αποκλειστικά των συνδρομητών του (εγκύκλιος 3760/18-11- 1971). Προς τούτο, δια των εγκυκλίων του αυτών ζητούσε επιμόνως από τους κληρικούς για την εγγραφή και νέων συνδρομητών και να μην αναλώνονται απλά στην «κατ’ έντυπον» διανομή του περιοδικού στους πιστούς.

   Β΄. Ακολουθούν σε συχνότητα εγκύκλιοι που αναφέρονται στο ιεροτελεστικό και τελετουργικό μέρος της Εκκλησίας. Πρόκειται για τη δεύτερη Θεματική Ενότητα, στην οποία αναλογούν δώδεκα (12) εκ των πενήντα εγκυκλίων (ποσοστό 24%) που ο Ιεράρχης επέλεξε και δημοσίευσε στο «Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον» για την πρώτη δεκαετία της αρχιερατείας του.

  Ιδιαίτερα, πάντως, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι εκ των εγκυκλίων αυτών οι οκτώ (08) (εκ των δώδεκα) εξαπολύθηκαν στα τρία, κιόλας, πρώτα έτη της αρχιερατείας του (1970- 1972), πράγμα που καταδεικνύει, προφανώς, το μορφωτικό επίπεδο στο οποίο ο Ιεράρχης θα ανεύρε την Εκκλησία των Ρεθυμνίων αμέσως μετά την άφιξη και ενθρόνισή του σε αυτήν και τον έμπονο και θυσιαστικόν αγώνα στον οποίο θα απεδύθη στη συνέχεια προκειμένου να διδάξει και ενημερώσει τον κλήρο σχετικά με την τέλεση των ιερών Ακολουθιών και των μυστηρίων συμφώνως προς το Τυπικό της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

  Έτσι, για παράδειγμα, έχουμε εγκυκλίους διά των οποίων δίδονται οδηγίες και διατάξεις κυρίως επί του ιεροτελεστικού και τελετουργικού μέρους, για το πώς και πότε, δηλαδή, πρέπει να τελούνται οι διάφορες ακολουθίες, όπως η νεκρώσιμος ακολουθία (εγκύκλιος 2268/16-1-71), οι εορτές της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Γεωργίου (εγκύκλιος 1188/10-4-71), η τέλεση των ακολουθιών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (εγκύκλιος 309/9-3-72), η διάταξη και η αρτοκλασία του εσπερινού (εγκύκλιος 3671/ 18-11-1971), η διάταξη του Όρθρου (εγκύκλιος 4212/ 17-12-1971), η διάταξη της Θείας Λειτουργίας (εγκύκλιος 536/ 18-2-1972) κ.λπ., ενώ δίδονται οδηγίες και για τα ιερά άμφια, την ενδυμασία και αναστροφή του ιερέως (εγκύκλιος 114/ 14-1-1971 και 3139/ 14-11-1970).

     Ιστορικό πλαίσιο

     Γενική Παρατήρηση:

    Αιτία, ίσως, για την οποία ο αείμνηστος Ιεράρχης αφιερώνει το μέγιστο μέρος των έξαπολυθεισών εγκυκλίων του (συνολικά τριάντα έξι από τις πενήντα!- ποσοστό 72%) για τις δύο αυτές πρώτες Θεματικές Ενότητες, δηλαδή την επιμόρφωση και κατάρτιση του κλήρου και, ιδιαίτατα για τη δεύτερη, την αφορώσα στο ιεροτελεστικό και τελετουργικό μέρος της Εκκλησίας (για οποίο, όπως έχουμε, ήδη, επισημάνει, τις οκτώ από τις δώδεκα εγκυκλίους τις απέστειλε στα τρία, κιόλας, πρώτα χρόνια της αρχιερατικής του διακονίας), αιτία, λέγω, γι’ αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε το γεγονός ότι το έτος 1970, που ο αείμνηστος Μητροπολίτης ανέλαβε τον θρόνο, η Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου διατελούσε, ήδη, σε χηρεία δύο και πλέον ετών, λόγω παραίτησης του προκατόχου του Αθανασίου Αποστολάκη από την 1/4/1968 για λόγους υγείας. Η αναδιοργάνωση, λοιπόν, αυτή στο κατηχητικόλατρευτικό και κηρυκτικό της Εκκλησίας έργο κρινόταν άμεση και επιβεβλημένη. Επιδίωξή του, βέβαια, ήταν και η επιθυμία του να εμφυσήσει ένα νέο πνεύμα στα της Μητροπόλεώς του.

   Γ΄.  Έπονται σε συχνότητα εγκύκλιοι που αναφέρονται σε θέματα σχετικά προς τη διοίκηση και την ενοριακή δομή, την Τοπική Εκκλησιαστική Ιστορία και την περισυλλογή και διαφύλαξη των ι. εικόνων και κειμηλίων των ενοριών. Στην κατηγορία αυτήν (πρόκειται για τη Γ΄ Θεματική Ενότητα) ανήκουν εννέα (09) εκ των πενήντα (50) δημοσιευομένων στο «Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον» εγκυκλίων (ποσοστό 18%). 

  Δ΄. Τελευταίες σε συχνότητα είναι εγκύκλιοι που αναφέρονται στα Φιλόπτωχα Ταμεία και στην αρετή της φιλανθρωπίας και των πράξεων αγάπης. Στην κατηγορία αυτήν (Δ΄ Θεματική Ενότητα) στο «Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον» ανήκουν πέντε (05) εκ των δημοσιευομένων πενήντα (50), συνολικά, εγκυκλίων (ποσοστό 10%).  

     Στο θέμα, πάντως, αυτό, της φιλαθρωπίας, στερρά της Ι. Μητροπόλεως επιθυμία ήταν- σύμφωνα προς την εγκύκλιο 3519/11-12-1973- όπως επικεφαλής κάθε φιλανθρωπικής και κοινωνικής δραστηριότητας να είναι το Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμείον, το οποίο, όπως σημειώνεται, «κατήργησεν την επαιτείαν εις την πόλιν, παρέχει φαρμακευτικήν περίθαλψιν εις πλείστους ασθενείς, επιδόματα εις απόρους μαθητάς, διερμηνεύον την συμπαράστασιν της Μητρός Εκκλησίας εις τους αναξιοπαθούντας αδελφούς».

    Ιστορικό πλαίσιο

   Πάντως, παρότι- σύμφωνα προς τις παραπάνω εγκυκλίους- το μεγάλο βάρος φαίνεται, κατά την πρώτη δεκαετία, να το κρατούν- για τους λόγους που ήδη έχουμε αναφέρει- οι τρεις πρώτες θεματικές ενότητες (επιμόρφωση του κλήρου της Μητροπόλεως, τελετουργικό- τυπικό και ενημέρωση επί ενοριακών θεμάτων), η ποιμαντορία τού αειμνήστου Ιεράρχη δεν υπολειπόταν και από ένα αρκετά πλούσιο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο, με κύριους εκφραστές του το ζωντανό «Φιλόπτωχο Ταμείο», με τους περίφημους εκείνους «Εράνους της Αγάπης» κατά τις περιόδους του Πάσχα και των Χριστουγέννων, τα συσσίτια των επί μέρους ενοριών αλλά και το Γηροκομείο Ρεθύμνου για το οποίο το ενδιαφέρον του ήταν αδιάπτωτο και καθημερινό. Παρακολουθούσε από κοντά τις ανάγκες του, συντρόφευε τους γέροντες τροφίμους του και προέδρευε ανελλιπώς σε όλες τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.

   Πέραν, όμως, της τοπικής αυτής φιλανθρωπικής πρόνοιας, που περιορίζεται στα στενά όρια της  μητροπολιτικής περιφέρειας της Εκκλησίας των Ρεθυμνίων, ιδιαίτερα εντυπωσιακή κρίνεται και η μέριμνα της Ι. Μητρόπολης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και προς τέσσερις εμπερίστατες αδελφές ορθόδοξες Εκκλησίες της ξένης, μέριμνα που προβάλλεται διά τεσσάρων, αντιστοίχως, εγκυκλίων του Ρεθυμνίου Ιεράρχη και πιο συγκεκριμένα με: δύο προς την αδελφή ελληνική Εκκλησία της Κύπρου, μία προς την, επίσης, ελληνική Αρχιεπισκοπή του Όρους Σινά και μία προς την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας.

   Στη συνέχεια μελετούμε τις εν λόγω τέσσερις εγκυκλίους κατά  χρονολογική σειρά και παραθέτουμε και τα «ιστορικά πλαίσια» των καταστάσεων που τις δημιούργησαν:

   Η 1η και η 2η, για βοήθεια στην Εκκλησία της Κύπρου στάλθηκε με αφορμή την τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου1974 και τη δεινή κατάσταση στην οποία περιήλθε, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, με σκοπό την ανατροπή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ’, προφασιζόμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων (συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου).

    Η 3η εγκύκλιος, για τη βοήθεια στο Θεοβάδιστο Όρος Σινά, στάλθηκε εξ αιτίας του περίφημου «Πολέμου των Έξι Ημερών», γνωστού και ως Αραβοϊσραηλινού Πολέμου του 1967 ή Τρίτου Αραβοϊσραηλινού Πολέμου, που βύθισε στη βία και το αίμα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κάνοντας την ειρήνη άπιαστο όνειρο.

   Και η 4η εγκύκλιος, για την βοήθεια στην αδελφή Εκκλησίας της Ρουμανίας, στάλθηκε με αφορμή τον σεισμό της 4ης  Μαρτίου 1977, που στοίχισε τη ζωή σε 1600 ανθρώπους, ενώ καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές 35.000, περίπου, κτίρια.

       Συμπεράσματα

    Από τη μελέτη που πραγματοποιήσαμε σε πενήντα (50) συνολικά εγκυκλίους της πρώτης δεκαετίας (1970- 1980) της αρχιερατείας του μακαριστού Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Τίτου Συλλιγαρδάκη, διαπιστώσαμε ότι το μέγιστο βάρος του ενδιαφέροντος και των προτεραιοτήτων που ο Ιεράρχης έθετε κατά την άσκηση των ποιμαντορικών του καθηκόντων το κράτησαν- για τους λόγους που αναφέρουμε στις επί τόπου παρατηρήσεις μας- οι τρεις πρώτες Θεματικές Ενότητες, στις οποίες επιμερίσαμε τις πενήντα αυτές εγκυκλίους και λιγότερο η τέταρτη ως εξής:

   α΄) ως πρώτη προτεραιότητα για τον Μητροπολίτη Τίτο προβάλλει η Επιμόρφωση και Κατάρτιση δι’ Ιερατικών Συνεδρίων και Ειδικών Επιμορφωτικών Σεμιναρίων και συνάξεων του κλήρου της Ι. Μητροπόλεώς του με βαθιά εκκλησιαστική παιδεία και πλούτο χριστιανικών αρετών, ενώ ειδική βαρύτητα φαίνεται να δίδεται και στα Κατηχητικά Σχολεία και στο απ’ άμβωνος κήρυγμα [για τη θεματική αυτήν ενότητα εξαπολύθηκαν 24 εγκύκλιοι (ποσοστό 48%)]

   β΄) ως δεύτερη προτεραιότητα του Ιεράρχη προβάλλει η σωστή ενημέρωση των ιερέων της Μητροπόλεώς του επί του τυπικού, ιεροτελεστικού και τελετουργικού της Εκκλησίας μέρους, προκειμένου να καλλιεργηθεί ο “κατ’ επίγνωσιν ζήλος” της λατρευτικής αυτών εφέσεως [για τη θεματική αυτήν ενότητα εξαπολύθηκαν 12 εγκύκλιοι (ποσοστό 24%)]

  γ΄) ως τρίτη προτεραιότητα παρουσιάζεται η ακριβής ενημέρωση του κλήρου επί ποικίλων ενοριακών θεμάτων [για τη θεματική αυτήν ενότητα εξαπολύθηκαν 09 εγκύκλιοι (ποσοστό 18%)] και

  δ΄) η άσκηση της φιλανθρωπίας και πράξεων αγάπης προβάλλει ως η τέταρτη προτεραιότητα του Ιεράρχη [για τη θεματική αυτήν ενότητα εξαπολύθηκαν 05 εγκύκλιοι (ποσοστό 10%)].

 


[1] Ορισμένες από τις πενήντα αυτές εγκυκλίους συχνά τις διερμηνεύουμε και διασαφηνίζουμε και ιστορικά, δίνοντας το ακριβές «ιστορικό πλαίσιο» μέσα στο οποίο εξαπολύθηκαν.

π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ * * * ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥ ΣΤΕΝΟΥ

 


π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

 

 

ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥ ΣΤΕΝΟΥ

[Αθήνα 2021, σχ. 8ο (21Χ14), σσ. 250]

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

    Ο π. Ανδρέας Ηλ. Μαμαγκάκης, Ρεθεμνιώτης από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, είναι συνταξιούχος θεολόγος και δραστηριοποιείται στην Αθήνα ως ιερεύς του ι. ναού του Αγίου Διονυσίου, της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και το «Ρέθυμνο του Ονείρου και τη Νοσταλγίας», με αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, εδώ στο Ρέθυμνο, των δεκαετιών 1950- 60. Το προτελευταίο (6ο στη σειρά) βιβλίο του έφερε τον εντυπωσιακά αλληγορικό τίτλο: «Οι τελευταίοι άγγελοι της Σμύρνης και οι Κυρίες με τα μαύρα» και το είχαμε παρουσιάσει το 2019.

  Σήμερα επανέρχεται στην επικαιρότητα με μιαν όλως καινούρια, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μυθιστορία του υπό τον εντυπωσιακό τίτλο «Οι κορυφαίοι του Μακρύ Στενού». Ο Ρεθυμνιώτης αναγνώστης σίγουρα θα παραξενευτεί και θα διερωτηθεί μέσα του, σαν δει τον τίτλο, ποιοι, αλήθεια, να ήταν αυτοί οι μεγάλοι, οι «κορυφαίοι» του… Μακρύ Στενού της πόλης μας.

  Και πρόκειται, όπως μας αποκαλύπτει, για όχι μία ή δύο αλλά για τρεις μορφές που μεγάλωσαν και έζησαν για αρκετά χρόνια στο Μακρύ Στενό και με τα έργα τους δόξασαν, στη συνέχεια, και λάμπρυναν το Ρέθυμνο από το δικό της η κάθε μια μετερίζι. Τη ζωή των ανδρών αυτών ο π. Ανδρέας μάς παρουσιάζει με μια μυθιστορία γεμάτη αγάπη για τον γενέθλιο τόπο και πλούσιες χωροταξικές και λοιπές πληροφορίες σχετικές με πρόσωπα της εποχής, δρόμους και μέσα μεταφοράς και άλλα εθιμικά του τόπου του στοιχεία. Μια μυθιστορία με αληθινά πέρα ως πέρα, στη ρίζα τους, τα καταγραφόμενα γεγονότα- περιπλεγμένα, όμως, γερά με την αχλύ του μυθιστορηματικού στοιχείου- προερχόμενα από προσωπικές τού συγγραφέα τους εμπειρίες, που διαβάζεται ευχάριστα και προσφέρει πλούσιες γνώσεις γύρω από το παλιό, της δεκαετίας του ’20, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και το νεότερο, της δεκαετίας του ’60, Ρέθυμνο.

   Ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του έργου του κρατά μυστικά τα ονόματα των ηρώων του και αναφέρεται σε αυτούς με μόνο το μικρό όνομά τους,  που, πάντως, και από αυτό μόνο, για τους «υπόψιασμένους» Ρεθεμνιώτες, δεν είναι καθόλου δύσκολο να ανακαλύψουν την πλήρη ταυτότητα τους, την οποία, πάντως, κάποια στιγμή και προς το τέλος του μυθιστορήματός του, το κάνει αυτό και από μόνος του ο συγγραφέας, σημειώνοντας τα πλήρη ονόματά τους: Αντρέας Ροδινός, λυράρης, που λάμπρυνε, παρά το σύντομο της ζωής του, το μουσικό στερέωμα της Κρήτης, Νίκος Μαμαγκάκης, μουσουργός πανελληνίου βεληνεκούς, συνθέτης της μουσικής των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου (1972), του «Ηφαιστείου» (1966) και του «Ήλιου του  Θανάτου» του Π. Πρεβελάκη και τόσων άλλων μουσικών έργων, από τους μεγάλους της ελληνικής μουσικής σκηνής, που άφησε έργα αθάνατα στην ελληνική και παγκόσμια μουσική βιβλιοθήκη και ο συνομήλικός μας Δημήτρης Κοκολάκης από τους κορυφαίους Έλληνες μπασκετμπολίστες, με ύψος που θα πλησίαζε τα δυο μέτρα και δέκα εκατοστά, που για μια δεκαετία μεσουράνησε σε όλα τα ελληνικά και ξένα γήπεδα με την Εθνική.

  Και οι τρεις- όπως ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά- υπήρξαν κορυφαίοι και μεγάλα ονόματα στο πόστο του ο καθένας. Ο πρώτος απείχε χρονικά από τους δυο τελευταίους σαράντα περίπου χρόνια. Και το πιο παράδοξο σε αυτήν την μυθιστορία είναι ότι και οι τρεις υπήρξαν μεταξύ τους συγγενείς, μεγάλωσαν στο Μακρύ Στενό ή, επισήμως, στην οδό Νικηφόρου Φωκά, πράγμα για το οποίο καμάρωναν και καυχιόνταν σε όλη τους τη ζωή. Δόξασαν το Μακρύ Στενό και το Ρέθεμνος, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν και τα χωριά τους, το Αρχοντοχώρι (Ατσιπόπουλο) και το Φραντεσκοχώρι (Φρατζεσκιανά Μετόχια).

     Και ο συγγραφέας θα γράψει επιλογικά. όσοι προσπάθησαν να γράψουν γι’ αυτούς, και ειδικά για τον μακαρίτη τον Αντρέα Ροδινό, δεν μπόρεσαν παρά ελάχιστα. Άραγε, το Ρέθυμνο και το Μακρύ Στενό συνεχίζουν να ενθυμούνται και να αγαπούν τα εύοσμα αυτά άνθη που δόξασαν την πόλη του Μαρίνου και του Εμμανουήλ Τζάνε, των επιλεγομένων Μπουνιαλή; Και καταλήγει με θλίψη ο συγγραφέας. η Μεσαμπελίτισσα που σκεπάζει τους δύο από αυτούς, αυτή το ξέρει...

Ο π. Ανδρέας Μαμαγκάκης είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων και γι’ αυτό το νέο πόνημά του. Ζει και εργάζεται μόνιμα στον Πειραιά, αλλά δεν ξεχνά τον και τόπο του, το χωριό του, την παλιά του γειτονιά και τους ανθρώπους της. Έχει βαθιά μέσα του τη συναίσθηση της ευθύνης που τον βαραίνει. Ο κίνδυνος της λησμονιάς είναι που προσμετρά περισσότερο στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε και γι’ αυτήν τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του.


ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΕΘΕΛΟΘΥΣΙΑ * * * (8 και 9 Νοεμβρίου 1866)

 


                             ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ 

ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΕΘΕΛΟΘΥΣΙΑ

  (8 και 9 Νοεμβρίου 1866)

 


    ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Η επανάσταση του 1866 αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο του κρητικού ζητήματος, που ήταν ζήτημα «κατ’ εξοχήν» εθνικό. Ο κρητικός λαός αισθανόταν έντονη την ανάγκη να ενωθεί αδιάσπαστα με τη μητέρα Ελλάδα, με την καρδιά που θα του έδινε το απαραίτητο για την επιβίωσή του αίμα.

    Η Κρήτη, αν και είχε λάβει ενεργό μέρος στην Επανάσταση του ελληνικού Έθνους στα 1821, και παρά τους μετέπειτα αγώνες της, δε μπόρεσε, δυστυχώς, ως τα 1866, για λόγους ευρωπαϊκής, κυρίως, πολιτικής, να κερδίσει την πολυπόθητη λευτεριά της. Έτσι, φτάνουμε στη μεγαλειώδη Κρητική Επανάσταση του 1866-69. Το Αρκάδι, το μοναστήρι σύμβολο, θρύλος και δόξα, αποτελεί το αποκορύφωμά της.

     Το Αρκάδι σήμερα φαίνεται να βουλιάζει αναπαυμένο στη δόξα του σε χώρο άγριο ανάμεσα σε δάση, βουνοκορφές και φαράγγια ζαλιστικά. Χτίστηκε στα χρόνια του Αυτοκράτορα Ηρακλείου. Ένα βενετσιάνικο χρονικό μιλά για τους τριακόσιους καλόγερούς του και κάποιο άλλο για τα εξαίρετα κρασιά του που φυλάγανε οι μοναχοί στα κελάρια του. Σε Πατριαρχικό Σιγίλιο του 1849 το Αρκάδι μνημονεύεται ως Σταυροπηγιακό. Η παράδοση πως το μοναστήρι χτίστηκε από τον παλιό Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αρκάδιο ελέγχεται ως ανακριβής, ενώ το σωστό είναι ότι ιδρύθηκε από κάποιο Αρκάδιο, μοναχό.

     Μα καιρός είναι, νομίζω, να παρακολουθήσουμε από κοντά τα μεγάλα γεγονότα των ημερών εκείνων, που παρόμοιά τους σπάνια έχει να επιδείξει η ιστορία των λαών.

     Το πρωινό εκείνο της 8ης Νοεμβρίου 1866 οι ελάχιστοι υπερασπιστές του μοναστηριού αντίκρισαν το μέγα πλήθος του τούρκικου στρατού να πλησιάζει ακάθεκτο σε δύο φάλαγγες η μία από την περιοχή του χωριού Καβούσι και η άλλη από την περιοχή του χωριού Σκουλούφια, δυτικά του μοναστηριού. Οι δύο αυτές θέσεις, δυστυχώς, δε στάθηκε δυνατόν εξαρχής να οχυρωθούν ικανοποιητικά από τις δυνάμεις των χριστιανών, η μεν πρώτη, γιατί έφτασε είδηση που καλούσε τους οπλοφόρους να εμποδίσουν τον εχθρό σε άλλη περιοχή, τα δε Σκουλούφια, γιατί οχυρώθηκαν με ελάχιστες δυνάμεις.

Ηγούμενος Γαβριήλ
       Τη στιγμή εκείνη της εμφάνισης του εχθρού οι πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα παρακολουθούσαν με ευλάβεια τη θεία λειτουργία. Έφταναν ήδη στον Απόστολο της ημέρας, που ήταν της εορτής των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ: «όπου επισκιάσει η χάρις σου, Αρχάγγελε, εκείθεν του διαβόλου διώκεται η δύναμις… Δι’ ο αιτούμεν σε τα πυρφόρα αυτού βέλη τα καθ’ ημών κινούμενα απόσβεσον...». Με τον ερχομό της είδησης όλοι τους αναστατωμένοι τελειώνουν εσπευσμένα τη θεία Λειτουργία και βγαίνουν έξω από την εκκλησία. Οι σκοποί με όση δύναμη έχουν αρχίζουν να φωνάζουν ομαδικά: «στ’ άρματα παιδιά !! στ’ άρματα !!». Κατόπιν ο σαραντάχρονος μόλις και μεγαλοπρεπέστατος στην εμφάνιση Ηγούμενος Γαβριήλ απευθύνεται στο λαό με τούτα τα γεμάτα ηρωισμό και ευλάβεια λόγια: «παιδιά μου, κατά το ιερό μας Ευαγγέλιο θάνατος δεν υπάρχει αλλά μετάβαση στους ουρανούς. Ας πολεμήσουμε, λοιπόν, ηρωικά, με πνεύμα αυτοθυσίας και ας οδεύσουμε στον Πλάστη μας με πρόσωπο καθαρό. Ζήτω ο πόλεμος ! Ζήτω η λευτεριά !».

     Τις τελευταίες ζητωκραυγές, πήραν, στη συνέχεια, στο στόμα τους οι πολεμιστές και τα γυναικόπαιδα κι ένα παράξενο πανηγύρι ξέσπασε ανάμεσά τους.


      Ο φρούραρχος του μοναστηριού ανθυπολοχαγός πεζικού Δημακόπουλος Ιωάννης, από τις Καλάμες της Μεσσηνίας, με φωνή επιβλητική από συγκίνηση και αποφασιστικότητα συμπληρώνει: «θα πολεμήσουμε ως άντρες για την πίστη και την πατρίδα» και συνεχίζει: «στις θέσεις σας πολεμιστές, στις θέσεις σας παιδιά!».

    Τρέχουν αμέσως όλοι τους και καταλαμβάνουν τις προκαθορισμένες για κάθε πολεμιστή θέσεις, γύρω από το τείχος του μοναστηριού καθώς και στις πόρτες και στα παράθυρα.

    Ο Ηγούμενος Γαβριήλ που έχει το γενικό πρόσταγμα, αεικίνητος όπως είναι τρέχει και προφταίνει τα πάντα. και η θέα του μόνη εμπνέει αυτοπεποίθηση. Ο λόγος του εμψυχώνει και αναπτερώνει το πάντοτε ακμαίο φρόνημα των αγωνιστών. Είναι, γενικά, ο παρήγορος άγγελος όλων ανεξαιρέτως των υπάρξεων που είχαν κλειστεί στο τιμημένο μοναστήρι.

   Μαζί του, παράλληλα, ακουγόταν και η ενθαρρυντική φωνή του ανθυπολοχαγού Ιωάννη Δημακόπουλου, που παρότρυνε σταθερά σε αυτοθυσία, με τους γενναίους βοηθούς του, τον επιλοχία Χριστοφίδη και τον ανθυπασπιστή  Λοντόπουλο και την υπέροχη εκείνη ηρωίδα, τη σεβάσμια «Χριστομάνα», όπως την ονομάζει ο Δημακόπουλος, Χαρίκλεια Δασκαλάκη, από την Αμνάτο. Λέγεται, μάλιστα, ότι μεταξύ άλλων ενασχολήσεων της τελευταίας ήταν και να εφοδιάζει τους μαχητές με κρεμμύδια, για να κρυώνουν με αυτά τα πυρακτωμένα τους όπλα. Ακόμα, με κίνδυνο της ζωής της, τους μετέφερε και πολεμοφόδια, τρόφιμα και νερό και δεν παρέλειπε να τους μεταδίνει από τον άμετρο πατριωτισμό, από το θάρρος και τη φλόγα που θέρμαιναν τα αδάμαστα στήθια της, παρηγορώντας και στηρίζοντας μ' όλες της τις δυνάμεις τον πανίερο αγώνα.

     Ο Μουσταφά πασάς δεν αποσώνει στο Αρκάδι. Τσαντηρώνει με την ακολουθία του στο άδειο αρχοντικό του Ν. Νταμπέργα, στη Μέση. Τις επιχειρήσεις διευθύνει ο γαμπρός του Σουλεϊμάν Βέης. Τρεις φορές ο Σουλεϊμάν, προτού αρχίσει η επίθεση, καλεί με τουρκοκρητικό κήρυκα, από τον παρακείμενο λόφο του Κορέ, τους αγωνιστές του μοναστηριού να παραδοθούν. Τους υποσχόταν την ασφάλεια της ζωής τους και της Μονής, αν παραδίνονταν ειρηνικά, διαφορετικά ήταν υποχρεωμένος να αρχίσει "πυρ" εναντίον τους. Η ψυχρή λογική έλεγε ότι θα δέχονταν τις προτάσεις αυτές, από τη στιγμή που οι υπερασπιστές του μοναστηριού διέθεταν μόλις 257 μάχιμους άνδρες, από τους 964 (παιδιά, γυναίκες, μοναχούς) που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι, ή, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, 250 μάχιμους άνδρες και 1.500 γυναικόπαιδα.

     Αντίθετα, απ’ έξω το τουρκικό ασκέρι άγγιζε τους 20.000 άνδρες: 15.000 πεζικό, 2 πεδινά πυροβόλα, 2 πεδινές πυροβολαρχίες και αρκετό ιππικό, σύνολο 20.000 περίπου άνδρες, Ασιάτες, Αιγύπτιοι, Αλβανοί και αρκετές χιλιάδες Τουρκοκρητικοί.

Χαρίκλεια Δασκαλάκη

     Οι μαχητές, όμως, του Αρκαδιού απορρίπτουν αμέσως τις δελεαστικές προτάσεις των Τούρκων, γιατί απλούστατα σκεφτόντουσαν με την καρδιά που την κατεύθυνε το ηρωικό πνεύμα και είχαν πάρει την αμετάκλητη απόφασή τους να αμυνθούν και να αποκρούσουν τους Τούρκους, ακόμη και αν η περίσταση απαιτούσε να θυσιαστούν για χάρη της πατρίδας όλοι τους μέχρις ενός. Τούτο και η θρυλική Δασκαλοχαρίκλεια, αυτή η περίφημη Μπουμπουλίνα του Αρκαδιού, δεν έπαυε να το κραυγάζει ψηλά πάνω από τα τείχη:

«... στους Καπετάνιους φώναζε να μην παραδοθούνε,

να μην πιαστούν αιχμάλωτοι,  κάλιο να σκοτωθούνε ...».


      Ο Σουλεϊμάν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η χούφτα αυτή των κρητικών πολεμιστών του Αρκαδίου θα επέμενε μέχρι τέλους να πολεμήσει. Περίμενε πως στο τέλος θα «λογικεύονταν» και θα παραδινόταν χωρίς καν μάχη, ειρηνικά. Όμως, οι σκέψεις του δεν βγήκαν αληθινές. Οι υπερασπιστές του μοναστηριού επέμειναν στην απόφασή τους. Έτσι, αναγκαστικά τώρα ο Σουλεϊμάν προχωρεί στο σχέδιο του. Διατάζει επίθεση που την υποστηρίζουν 30 ορειβατικά πυροβόλα.

     Στις 8 του Νοέμβρη εξαπολύονται από τους Τούρκους αλλεπάλληλες επιθέσεις που αποκρούονται όλες αποτελεσματικά. Οι απώλειες των Τούρκων είναι πολύ βαρύτερες, γιατί έκαναν τις επιθέσεις τους ακάλυπτοι, ενώ οι υπερασπιστές του μοναστηριού, που αμύνονταν, είχαν ελάχιστες απώλειες, γιατί προστατεύονταν από το τείχος. Ακόμα, τα ολόσωμα βλήματα του πυροβολικού, τα οποία είχαν βάρος τρία μέχρι και εφτά κιλά, δεν έφερναν καμιά απολύτως φθορά στο τείχος της μονής.

     Τα αποτελέσματα της πρώτης μέρας είναι για τους Τούρκους αποκαρδιωτικά, που, με μία δύναμη 20.000 ανδρών, δεν καταφέρνουν να συντρίψουν την ολιγάριθμη φρουρά του Αρκαδιού, και, επιπλέον, έχουν σοβαρές απώλειες σε τραυματίες και νεκρούς. Παρόλα αυτά, κατορθώνουν να κυριεύσουν τους στάβλους και τον ανεμόμυλο, την πρώτη αμυντική θέση του μοναστηριακού συγκροτήματος. Τα κτίσματα αυτά έγκαιρα είχε συμβουλεύσει τους χριστιανούς ο Γενικός Αρχηγός Πάνος Κορωναίος να τα γκρεμίσουν, για να μη χρησιμοποιηθούν από τους Τούρκους ως προμαχώνες, καθώς ακόμα και να μαζέψουν μέλισσες, για να τις εξαπολύσουν την κατάλληλη στιγμή ενάντια στον εχθρό. Κανένας, όμως, δεν τον άκουσε τότε. Πάντως, κι έτσι, και έχοντας τα κτίσματα αυτά και μέχρι να πέσουν στα χέρια των Τούρκων, προσέφεραν στους πολιορκούμενους του μοναστηριού κάποια σημαντική ανακούφιση, αφού εφτά μόλις γιγαντομάχοι Κρητικοί, που είχαν κλειστεί μέσα στον ανεμόμυλο, προξένησαν στις τάξεις του εχθρού την πιο μεγάλη φθορά, μέχρι το βράδυ που όλοι τους έπεσαν ηρωικά.

Πάνος Κορωναίος

      Με το πέσιμο της νύχτας οι πολιορκούμενοι μπαίνουν στον Ιερό Ναό, γονυπετούν μπροστά στις άγιες εικόνες και κάνουν παράκληση προς τον Ύψιστο Θεό, στο τέλος της οποίας ορκίζονται όλοι μαζί ομόφωνα -άνδρες γυναίκες και καλόγεροι- μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής, τον παρακάτω όρκο: «ορκιζόμεθα εν ονόματι της πίστεως και της πατρίδος ν’ αποθάνωμεν άπαντες υπέρ της ελευθερίας της φίλης ημών πατρίδος». Στη συνέχεια συγκροτείται πρόχειρο πολεμικό συμβούλιο και αποφασίζεται να σταλούν αμέσως μαντατοφόροι στον Κορωναίο, ο οποίος περιόδευε από μέρες στις επαρχίες Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου, με σκοπό τη συγκέντρωση ενισχύσεων. Το πρώτο μήνυμα υπογράφουν ο Γαβριήλ, ο φρούραρχος Δημακόπουλος, οι καπεταναίοι και τα μέλη της επιτροπής που είχαν μείνει να πολεμήσουν. Το δεύτερο, πιο λακωνικό, υπογράφεται από τον Ηγούμενο και τον Δημακόπουλο. Το παραθέτουμε κατά λέξη:

                                 Προς τον κύριον Πάνο Κορωναίο

Συνταγματάρχην

και Γενικόν Αρχηγόν,

όπου ευρίσκεται

Γενναιότατε Αρχηγέ Π. Κορωναίε, προφθάσατε μιαν ώραν ταχύτερον, διότι μας έκλεισε και τακτικός και άτακτος στρατός πολύς.

Εν τη Ιερά Μονή Αρκαδίου την 8 Νοεμβρίου 1866.

     Τον επικίνδυνο ρόλο του νυχτερινού ταχυδρόμου σηκώνουν εθελοντικά στους ώμους τους οι οπλαρχηγοί ιερέας Νικόλαος Κοκκινίδης ή Πάπα Κρανιώτης (γιατί ήταν από τα Κράνα του Μυλοποτάμου), Ι. Κούβος κι ο Αδάμ Παπαδάκης ή, συνηθέστερα, Αδαμάκης (από το Πίκρι Ρεθύμνου). Ντύνονται τούρκικα ενδύματα, τους κατεβάζουν με σχοινιά από το παράθυρο που ήταν πάνω από τη μικρή πόρτα του νότου και, προσποιούμενοι τους Τούρκους, περνούν από τις τάξεις του εχθρού και κατορθώνουν να πραγματοποιήσουν την αποστολή τους.

                      Ήταν αμέτρητ’ η Τουρκιά ’πόξω στο μοναστήρι,

όταν κατέβηκ’ ο Αδάμ από το παραθύρι.

Ήβαλε το σαρίκιν του κι επήρε το τουφέκι,

και τσι εχθρούς ξεγέλασε μ’ ένα «σελαμαλέκι».


      Οι δύο πρώτοι μαντατοφόροι, παπα-Κρανιώτης και Κούβος, δεν τα καταφέρνουν να επιστρέψουν στο μοναστήρι, λόγω της μεγάλης απόστασης που είχαν να διανύσουν (παπα-Κρανιώτης), αλλά και γιατί έγιναν αντιληπτοί και καταδιώχτηκαν από τους Τούρκους (Κούβος). Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι και ανέβαλαν να θυσιαστούν για χάρη της πατρίδας, γιατί μετά από λίγο ο μεν παπα-Κρανιώτης έπεφτε νεκρός σε μάχη στο Μυλοπόταμο, ενώ ο Κούβος, την επόμενη κιόλας ημέρα, συλλαμβανόταν αιχμάλωτος των Τούρκων. Μόνο ο Παπαδάκης, πάντως, τα καταφέρνει να επιστρέψει στο μοναστήρι, τα μεσάνυχτα κιόλας της ίδιας νύχτας, φέρνοντας στον Ηγούμενο την απάντηση του Αρχηγού.

      Αναμφισβήτητα ο Παπαδάκης είναι ο ηρωικότερος των ηρώων του αρκαδικού δράματος, γιατί με τη θέλησή του, ενώ είναι ελεύθερος, μακριά από την κόλαση της φωτιάς και έξω από τον ανοιχτό τάφο όπου τον περιμένει, όμως βαδίζει σταθερά και αποφασιστικά προς αυτόν και, μάλιστα, προχωρώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο!

   Και να η απάντηση του Αρχηγού, που έφερε στον ηγούμενο Γαβριήλ ο ήρωας Αδάμ Παπαδάκης: «θέλομεν πράξει παν το δυνατόν όπως έλθωμεν εις βοήθειάν σας, αλλά μη όντες εις θέσιν να σας βεβαιώσωμεν περί τούτου, πράξατε ό,τι η συνείδησίς σας υπαγορεύει».

     Ο Μουσταφά-πασάς, κατά την ίδια εκείνη νύχτα της 8ης προς την 9η Νοεμβρίου, δεν μπορεί να ησυχάσει. Αφού διαπίστωσε πως τα βλήματα του ορειβατικού πυροβολικού ήταν ανίσχυρα να γκρεμίσουν τα τείχη του μοναστηριού, αποφασίζει να μεταφέρει από τη Φορτέτζα Ρεθύμνου ένα εξαιρετικά μεγάλο κανόνι, την «Μπουμπάρδα Κουτσαχείλα». Η επιχείρηση αυτή δεν ήταν καθόλου εύκολη, γιατί το κανόνι αυτό είχε εξαιρετικά μεγάλο βάρος. Μόνο το κάθε βλήμα του ζύγιζε 57 κιλά! Για τη μεταφορά της Μπουμπάρδας, καθώς και των βλημάτων της, διατέθηκαν 500 άνδρες και πάρα πολλά μουλάρια.

     Ξημερώνει πια η δεύτερη μέρα της πολιορκίας. Το ημερολόγιο δείχνει 9 Νοεμβρίου 1866. Ημέρα Τετάρτη. Οι υπερασπιστές του Μοναστηριού διατηρούν άκαμπτο το φρόνημά τους. Η απόφασή τους να φτάσουν ακόμα και μέχρι τον θάνατο ήταν οριστική και αμετάκλητη.

     Το βαρύ πυροβολικό, που τη νύχτα εκείνη είχε τοποθετηθεί σε απόσταση 47 μέτρων από το Μοναστήρι, άρχισε να σφυροκοπά με τα βαριά βλήματά του την ξύλινη δυτική πύλη, τη λεγόμενη Χανιώτικη Πόρτα. Ταυτόχρονα, τα 26 ορειβατικά πυροβόλα «ξερνούν» κυριολεκτικά τα βόλια τους κατά του μοναστηριού. Αλλά και το πεζικό αδειάζει με τα όπλα του πυκνότατα πυρά. Κύρια προσπάθεια των Τούρκων είναι να καταστραφούν με το βαρύ πυροβολικό τα σιδερωμένα θυρόφυλλα της Χανιώτικης Πόρτας (Δ. Πύλης) και απ’ αυτήν, στη συνέχεια, να χυθούν μέσα στο ιερό μοναστήρι.

       Και το κακό δεν καθυστερεί να έλθει με τη βοήθεια της «Μπουμπάρδας». Μεγάλες τρύπες ανοίγονται στα τειχιά και η πόρτα γίνεται ετοιμόρροπη. Οι άοπλοι υπερασπιστές ρίχνονται σ’ έναν τιτάνιο, γεμάτο λύσσα, αγώνα. Προσπαθούν, για μια τελευταία φορά, ν’ απομακρύνουν τον κίνδυνο. Βάζουν ό,τι πρόχειρο έβρισκαν μπροστά τους, για να στηρίξουν την ετοιμόρροπη Δυτική Πύλη. Κι αυτά τα μικρά παιδιά αγωνίζονται και συμμετέχουν σε μιαν έσχατη προσπάθεια επιβίωσης. Σακιά γεμάτα σιτηρά, πέτρες, σιδερικά, όλα τοποθετούνται από πίσω. Όλα, όμως, υποχωρούν και μαζί τους και η τελευταία προσπάθεια και ελπίδα των υπερασπιστών του μοναστηριού.

     Οι αγωνιστές πολεμούν γενναία, μαζί τους και οι γυναίκες και τα παιδιά, και πρώτοι-πρώτοι ο Γαβριήλ, ο Δημακόπουλος, ο Χριστοφίδης, ο Λοντόπουλος, ο Χριστοδ. Νταμουλής, η Δασκαλάκαινα, ο Εμμανουήλ Σκουλάς, ο Περβολιανός Εμμ. Παχλάς -με τους συγχωριανούς του Κων. Λαγουδάκη, Κων. και Βασ. Αθανασάκη και Μαν. Τζουστάκη- ο Ολύμπιος, ο  Γαληνάκης, ο Ιω. Σωπασής (Κούβος), Ντελής Δράκος, ο Ν. Βενιανάκης. Όλοι τους ρίχνονται σε έναν υπεράνθρωπο αγώνα. Όμως, τώρα πια, η νίκη βρίσκεται πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες!!...

     Ακολουθούν τρεις ακόμα λυσσαλέες προσπάθειες δύο ταγμάτων αιγυπτιακού στρατού. Οι δύο πρώτες αποκρούονται με εξαιρετικό ηρωισμό και θάρρος από τον Δημακόπουλο και τα γύρω του παλικάρια. Η τρίτη, όμως, θάταν τώρα πιά γύρω στις τέσσερις η ώρα το απόγευμα, δεν αναχαιτίζεται. Ξέφρενα πλήθη Τούρκων στρατιωτών διψασμένα για αίμα γεμίζουν τον περίβολο του μοναστηριού. Η ατμόσφαιρα, τη στιγμή αυτή, κυριολεκτικά συγκλονίζεται. Ο αγώνας πια μεταβάλλεται σ’ αγώνα σώματος προς σώμα και τα σπαθιά και τα κρητικά μαχαίρια, αλλά ακόμα και τα ξύλα και οι πέτρες, αντικαθιστούν τα όπλα.

                          Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσο φωνοκλήσι

Ετούτ’ η ώρα θ’ ακουστεί σ’ ανατολή και δύση.

        Ο εντελώς άνισος αγώνας, που κράτησε δύο ολάκερες μέρες, είχε τώρα πια κριθεί οριστικά. Νικητές φαινομενικά είναι οι Τούρκοι, μα τη στιγμή ακριβώς εκείνη η ηρωική κι αδούλωτη κρητική ψυχή ξεσηκώνεται. Αφού αλλιώς δεν μπορεί ν’ απολυτρωθεί από τη δουλεία της ύλης και του εξευτελισμού προτιμά να πετάξει με τους καπνούς και τις φλόγες του Αρκαδιού που καίγεται στ’ αθάνατα άντρα της δόξας και του αιώνιου μεγαλείου.

Ο Πυρπολητής Κωστής Γιαμπουδάκης

      Στη Β.Α. πλευρά του Μοναστηριού βρισκόταν η κρασαποθήκη που, προσωρινά, είχε μετατραπεί σε Μπαρουταποθήκη. Ο ήρωας Κωστής Γιαμπουδάκης, από το Άδελε, αφού διαπίστωσε ότι ελπίδα σωτηρίας δεν υπήρχε πια, πήρε τη μεγαλειώδη, την τιτανική του απόφαση! Ναι!! τ’ αποφάσισε!!... Θ’ ανατίναζαν τη Μπαρουταποθήκη του μοναστηριού! Γιατί το Αρκάδι ναι μεν δεν ήταν οχυρό ικανό για ν’ αμυνθεί, ήταν όμως βωμός θυσίας μοναδικός, απαράμιλλος για τη θεά Ελευθερία.

      Στάθηκε, την ύστατη τούτη στιγμή, μπροστά στην πόρτα της Μπαρουταποθήκης και φωνάζει σ’ όλους δυνατά τον πιο υπέροχο ύμνο της αθανασίας: «όσοι προτιμάτε το θάνατο απ’ την ατίμωση, μπείτε μέσα στην Μπαρουταποθήκη. Οι άλλοι να βγείτε όξω. Κανένα σας δεν θέλω να πάρω στο λαιμό μου!». Την ουρανία τού ήρωα κραυγή άρπαξε ένα μικρό κοριτσάκι, που περιδιαβαίνει τρέχοντας την αυλή του μοναστηριού με τα ίδια περίπου λόγια: «Όποιος θέλει να ’ρθει στο λαγούμι…». Όσοι βρέθηκαν κοντά και γύρω από την αποθήκη και άκουσαν τα όσα είπε ο Γιαμπουδοκωστής και επανέλαβε, στη συνέχεια, το κοριτσάκι, έτρεξαν και κλείστηκαν στον τόπο της εθελοθυσίας και της τιμής.

     Εδώ, τώρα πια, ανοίγονται στιγμές σπάνιες, βαθιά συγκινητικές. Οι μελλοθάνατοι ασπάζονται και συγχωρούν ο ένας τον άλλον. Ρίχνονται με δύναμη ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μουσκεύονται σε δάκρυα που καίνε. Οι μανάδες καταφιλούν τα τέκνα τους. Τα σφίγγουν υστερικά στην αγκαλιά τους. Θρήνος, οδυρμός, οδύνη! Στιγμές φρικιαστικές για τους ανθρώπους της ύλης, αλλά υπέροχες, μεγαλειώδεις, μοναδικές για τους ανθρώπους του πνεύματος και της θυσίας.

     Ο ήρωας Γιαμπουδάκης τραβά την πιστόλα του και την αδειάζει πάνω στα βαρέλια της πυρίτιδας. Μία έκρηξη τρομερή ακούγεται και η Μπαρουταποθήκη μεμιάς βρίσκεται στον αέρα, οδεύοντας στο θεσπέσιο κόσμο τ’ ονείρου και της αθανασίας!

             «…Και μέσα στον αναβρασμό που ο Χάρος εβρουχάτο

βροντή, σεισμός εγίνηκε κι ο κόσμος άνω κάτω.

Φωτιά, καπνός, και κτίρια, κορμιά κομματιασμένα,

άντρες και γυναικόπαιδα στα νέφαλ’ ανεβαίνα.

Τρόχαλος έγιν’ η Μονή κι εσείστ’ ο Ψηλορείτης

κι αντιλαλούνε τα βουνά κι απ’ ακρ’ ως ακρ’ η Κρήτη…»


     Φλόγες ποικιλόχρωμες ορθώνονται στον ουρανό, πλεξούδες που λάμπουν και φωτίζουν τον γύρω κόσμο σε μία λάμψη θεία και υπερκόσμια. Άμορφα κορμιά σακατεμένα –Τούρκων, Αλβανών, Χριστιανών και Αιγυπτίων- πέτρες, ξύλα, χώματα, δοκάρια, σίδερα, πετάνε περίλαμπρα ψηλά στα ουράνια. Μια ακτινοβολία πυρακτώδης και εκτυφλωτική εκπέμπεται τη θαυμάσια τούτη ώρα πάνω απ’ το ματωμένο και καιόμενο Αρκάδι. Από τους εννιακόσιους εξήντα τέσσερις χριστιανούς που είχαν κλειστεί στο μοναστήρι, μονάχα τρεις με τέσσερις ξεφύγανε κι ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Αδάμ Παπαδάκης. Επίσης, εκατό δέκα τέσσερις άντρες και γυναικόπαιδα έπεσαν αιχμάλωτοι κι ανάμεσά τους η ομάδα του Δημακοπούλου με τον Κούβο και τον Ολύμπιο, που αργότερα τους τουφέκισαν, αφού πρωτύτερα τους βασάνισαν φρικτά. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν, πυρπολήθηκαν ή σφάχτηκαν. Είναι γεγονός ότι ο εχθρός όταν κατέλαβε το μοναστήρι διέπραξε τις πιο φρικιαστικές ωμότητες. Στον ιερό αυτόν χώρο διαδραματίστηκαν πράξεις ανήκουστες στην ιστορία ακόμα και των πιο βάρβαρων λαών της οικουμένης. Έτσι, από τα γυναικόπαιδα που διασώθηκαν, άλλα μεν κατέσφαξε άλλα δε τουφέκισε ανηλεώς στα κελιά τους όπου είχαν καταφύγει. Και το ακόμα φρικιαστικότερο! εγκύων γυναικών, ο Τούρκος, αφού πρώτα τις ατίμασε κτηνωδώς, ξέσκισε, στη συνέχεια, με το σπαθί τις κοιλιές τους, έβγαλε τα έμβρυα από τη μήτρα της ζωής και τα έριξε ζωντανά μέσα σε κλιβάνους όπου κατακάηκαν. Κατακρεούργησε, ακόμα, μητέρες και βρέφη μπροστά στα έκπληκτα μάτια συγγενών τους, που είχαν την κακή τύχη να διασωθούν, προς ώρας, και να αντικρίσουν όλες αυτές τις φρικαλεότητες των Τούρκων. Στην Τράπεζα του Μοναστηριού είχαν καταφύγει τριάντα εφτά παλικάρια. Τους είχαν εξαντληθεί τα πυρομαχικά. Οι Τούρκοι το αντιλήφθηκαν, μπήκαν μέσα και τους έσφαξαν όλους. Τα πτώματά τους έμειναν εκεί μέσα άταφα μέχρι το έτος 1869.

   Στο Πεδίο της μάχης και κυρίως στην αυλή του μοναστηριού, δηλαδή σε μία έκταση μόλις πέντε στρεμμάτων, απόμειναν τρεις χιλιάδες νεκροί. Ανάμεσά τους και ο γυναικάδελφος του πασά, Σουλεϊμάν Βέης. Ο αριθμός των τραυματιών υπολογίζεται σε οκτακόσιους ή, κατ’ άλλους, σε χίλιους τετρακόσιους. Πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν ύστερα στα επιταγμένα σπίτια και στα τζαμιά και στα νοσοκομεία των Χανίων, της Σούδας και του Ρεθύμνου.

      Η ψυχή των πολεμιστών της Κρήτης αναθερμαίνεται και ηλεκτρίζονται τα νεύρα των Ελλήνων της ελεύθερης Ελλάδας. Οι διανοούμενοι της Ευρώπης συγκλονίζονται και υψώνουν φωνή διαμαρτυρίας. Ο Σουλτάνος φοβάται επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και διάλυση της παραλυμένης αυτοκρατορίας του.

      Η ανατίναξη είχε γίνει γι’ αυτούς που αγαπάνε την Ελευθερία. Ήταν η ώρα που έδυε ο ήλιος της ενάτης Νοεμβρίου 1866. Στα γύρω χωριά είχαν κιόλας ανάψει τα πρώτα λυχνάρια. Κι όμως το σκοτάδι που πλάκωνε τη γη ήταν ανίσχυρο να κρύψει την υπερκόσμια λάμψη, που ορμητική όδευε από την Μπαρουταποθήκη προς τα ουράνια κι εφώτιζε την ανθρωπότητα ολάκερη στο ανηφορικό μονοπάτι του χρέους και της τιμής. Μπορεί στα δύσκολα της τουρκοκρατίας χρόνια οι Μούσες να το εγκατέλειψαν το Αρκάδι. Όμως το ιερό και άγιο Μοναστήρι δεν άφησε ποτέ να σβήσει από μέσα του η φλόγα των εθνικών ιδεωδών, ώσπου, μια μέρα σαν τη σημερινή, που παντοτινά θα την τιμούμε, η φλόγα αυτή έγινε ο πυρσός του Ολοκαυτώματος, που έκαμε το Αρκάδι αιώνιο σύμβολο δόξας κι ελευθερίας. Κι απ’ τη στιγμή εκείνη έδωσε ψυχή και σάρκα και οστά στη θεϊκή μαρμάρινη πλάκα που χθες και σήμερα αλλά και για πάντα θα υπάρχει στην μπαρουτοκαπνισμένη αποθήκη, για να μαρτυρά και να θυμίζει με τη φωνή του αείμνηστου Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη ότι:

Αυτή η φλόγα π’ άναψε μέσα

εδώ στην κρύπτη

κι απ’ άκρου σ’ άκρον φώτισε

τη δοξασμένη Κρήτη

ήτανε φλόγα του Θεού

μέσα εις την οποία

Κρήτες ολοκαυτώθησαν για την Ελευθερία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)   Βασ. Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης, τ. Δ΄, σσ. 238-241, Αθήναι χ.χ.

2)   Τιμ. Βενέρη, Το Αρκάδι δια των αιώνων, Αθήναι 1938.

3)   Στεργίου Σπανάκη, Κρήτη, τουριστικός οδηγός, Ηράκλειο, χ.χ. (λήμμα: Αρκάδι).

4)   Μ. Ι. Μανούσακα, Άγνωστα Κεφάλαια της παλαιοτέρας ιστορίας του Αρκαδίου, περιοδ. Κρητική Εστία ΙΔ΄ (1959-1960), σσ. 2780282, 324-326 και 346-349.

5)   Γ. Ν. Ορφανουδάκη, Αρκάδι, 1866, ΚΡΗΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Αφιέρωμα 1, ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ, Φλεβάρης 77.

6)   Γενεράλι Εμμ., «Αρκάδι», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 5, σσ. 526-529.

7)   Θεοχ. Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης, σσ. 367-369, Ηράκλειο Κρήτης 1990.

8)   Διον. Μαραγκουδάκη, Το ιερόν και ηρωικόν της Κρήτης Αρκάδι, 1996.

9)   Εφημ. «ΚΡΗΤΗ» - Ελευθερία ή Θάνατος, έτος Α΄, φ. 1, 27-11-1866, (βλ. Γ. Π. Εκκεκάκη, Τα Κρητικά βιβλία, Β΄ 1864-1913, Ρέθυμνο 1990, σσ. 226-228. του ίδιου και εφημ. «Κρητική Επιθεώρησις», φ.12889, της 9-10-1989).