Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ* Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 3ο

         ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

     
  Η  ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΗ  ΤΟΥ  ΧΑΡΟΥ

      Ξεκάθαρη περιγραφή της μορφής του Χάρου δεν έχουμε πουθενά. Ο Χάρος εμφανίζεται, συνήθως, σκιώδης, σαν φάντασμα, με περιγραμμικές αδρές πινελιές. Βγαίνει για να μακελέψει πότε πεζός, ξυπόλυτος, και πότε καβαλάρης, πάνω σε μαύρο άλογο, φορώντας και ο ίδιος μαύρα, ενώ αλλού εμφανίζεται και με λευκά ρούχα και μάτια σαν την αστραπή[1]. Έτσι, ο Διγενής στο τραγούδι «Ο Διγενής και ο Χάρος»[2] μονολογεί:

  «Κανένα δεν εδείλιασα από τους αντρειωμένους,
   κι εδά είδα έναν ξυπόλυτο και μαυροφορεμένο
   φορεί του ξωτικού μαλλιά, της αστραπής τα μάτια».

   Αναλυτικότερα, σε πολλά μοιρολόγια, στο «αντροκάλεσμα» (όπου, δηλαδή, το υποψήφιο θύμα ζητά να «παλέψει» με τον Χάρο), δηλώνεται και η εξωτερική εμφάνιση του Χάρου πάντοτε ως «άντρα» και, μάλιστα, καλαντρειωμένου.

Μ’ άντρας εσύ, άντρας κι εγώ, κι οι δυο καλαντρειωμένοι»[3].     

      Στο μοιρολόγι «Αι τρεις θυγατέρες της καλογριάς κι ο Χάρος»[4] έχουμε και μιαν άλλη, φρικιαστική, περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του Χάρου, που δίνει, μάλλον, την εντύπωση σκελετού, καταχανά (=βρικόλακα):

«Ποιος είσαι άγριο φάντασμα κι όποιος σε ιδεί φοβάται,  
το αίμα επάγωσε, το λοϊκό σκορπάται.
Είσαι πετσί και κόκαλα, καταχανάς του άδη,
Σύρε να πας εις το καλό, θανατικού σημάδι».

        Παρόμοια, και περισσότερο σαν εφιάλτης που έρχεται μέσα στον ύπνο[5], εμφανίζεται ο Χάρος και σε άλλο μοιρολόγι, όπου το υποψήφιο θύμα τον νιώθει πάνω του σαν «θεριό» να τον καταπατεί στο στήθος και το στόμα:

 «’Να όνειρο ’νειρεύτηκα κι ήθελα να σας το ‘πα.
 Ένα θεριό μ’ επάτησε στο στήθος και στο στόμα,
 κι απήτις και μ’ επάτησε, με πιάν’ απού τη χέρα,
στο Νάδη περπατούσαμε μιαν Παρασκή ούλη μέρα»[6].

    Ως θηρίο (θεριό) που κατατρώγει τους ανθρώπους εμφανίζεται και σε άλλα μοιρολόγια ο Χάρος, όπως και στο επόμενο, όπου μια μάνα στον Άδη «επιβεβαιώνει» τον γιο της- σαν να μη το είχε εκείνος ακόμα καλά- καλά συνειδητοποιήσει- ότι τον «έφαγε» κι αυτόν ο Χάρος κι έτσι βρέθηκε κοντά της στον Κάτω Κόσμο κι όχι ότι κατέβηκε στον Άδη (σύμφωνα με προηγηθείσα δήλωσή του) «τη μάνα του για να δεί, αφήνοντας στη ζωή γυναίκα και μωρό παιδί»:

    « Ο Χάρος, γιε μου, σ’ έφαε κι εσένα
     μα δε ντα άφηνες για μένα»[7].  
                                
      Με όλως διαφορετική, τέλος, εικόνα εμφανίζεται ο Χάρος στο μοιρολόγι «Ο Νικολάκης εις τον Άδην»[8]. Εδώ, ο Χάρος εμφανίζεται ως «άγγελος» που ζητά από τον Νικολάκη να του παραδώσει την ψυχή του:

    «Άγγελος ήρθε, μάνα, και ζητά μου,
    να πάρει την ψυχή μ’ από κοντά μου.
    -Μην του τη δώσεις, γιέ μου, την ψυχή σου,
     γιατί ευθύς θα λύσει το κορμί σου,   
     θα λιώσει το κορμί να γίνει χώμα,
     κι η λυγερή σου γλώσσα με το στόμα…»  

  
* Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων





[1] Πβ. Παπαδογιάννης 1973, 135- 136.
[2] Βλαστός 1850, 1273, αρ. 59.
[3] «Ο Χάρος και ο νιος», Βλαστός 1850, 1228, αρ. 7.
[4] Βλαστός 1850, 1234, αρ. 12.
[5] Ο όρος εφιάλτης χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα όνειρο, που προκαλεί μια δυνατή δυσάρεστη αισθηματική αντίδραση σε αυτόν που το βιώνει. Η αντίδραση, συνήθως, είναι φόβος ή τρόμος, προκαλεί ακόμα και αισθήματα πόνου, πνιγμού και θανάτου, ενώ, πολλές φορές, δημιουργεί και την αίσθηση ότι κάποιος πέφτει από μεγάλο υψόμετρο.
[6] Αποστολάκης 20102, 381, αρ. 638.
[7] Γυναίκα, δηλαδή, και μωρό παιδί. Αποστολάκης 20102, 385, αρ. 643.
[8] Βλαστός 1850,1260, αρ. 40.


ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ * * * Από το Ρέθυμνο και τη λοιπή Ελλάδα


ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ
    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ


  ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Από το Ρέθυμνο και τη λοιπή Ελλάδα
                                           (23 Απριλίου)


                ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
        www.ret-anadromes.blogspot.com
         
http://historicalcrete.ims.forth.gr
    

    Ο άγιος Γεώργιος, ο μεγαλομάρτυς, ο Τροπαιοφόρος (23 Απρ.), στρατιωτικός άγιος και Δρακοντοκτόνος, από τους γνωστότερους αγίους της Ορθοδοξίας, καταγόταν από σπουδαία οικογένεια της Καππαδοκίας και είχε το υψηλό αξίωμα του κόμητος, όταν μαρτύρησε επί Διοκλητιανού (284-304) στη Νικομήδεια ή, κατ’ άλλους, στη Λύδα[1], που ήταν αναμφίβολα πατρίδα της μητέρας του. Ως μεγαλόψυχος στρατιωτικός και ένοπλος Άγιος, ο Γεώργιος θεωρείται, κατά το απολυτίκιό του, ως των «αιχμαλώτων ελευθερωτής», των «πτωχών υπερασπιστής» και των «βασιλέων υπέρμαχος». Στην Υμνογραφία του, επίσης, ο άγιος Γεώργιος αποκαλείται «Χριστού γεώργιον», γιατί το όνομα «Γεώργιος» είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική ζωή και παράγεται από το ουσιαστικό γεώργιον, το [< ρ. γεωργώ (γη + έργο)], που σημαίνει το καλλιεργημένο χωράφι ή άγρό. Γίνεται όμως και επίθετο «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γι’ αυτό ο Θεός.

     Ο άγιος Γεώργιος, από τους πλέον δημοφιλείς αγίους της Ορθοδοξίας, εικονίζεται πολύ συχνά σε βυζαντινούς και νεότερους ναούς της Ελλάδας και, μάλιστα, σε αυτούς της υπαίθρου, όπου τιμάται ιδιαίτερα. Μετά τον 11ο αιώνα, εμφανίζεται πάντοτε έφιππος, ντυμένος με τη στρατιωτική του ενδυμασία, να τιθασσεύει τον δράκο και να σώζει από βέβαιο θάνατο τη βασιλοπούλα, που του είχε δοθεί ως βορά, για να αφήσει το νερό της πολιτείας να τρέξει ελεύθερα προς χρήσιν από τον λαό. Πριν από τον 11ο αι. οι παραλλαγές του βίου του αγίου Γεωργίου δεν αναφέρουν το επεισόδιο της δρακοντοκτονίας, ενώ στις παραστάσεις ο άγιος εικονίζεται να σκοτώνει τον αυτοκράτορα  Διοκλητιανό [2].


 Ο άγιος Γεώργιος φονεύει τον δράκοντα και σώζει τη βασιλοπούλα (α΄μισό 17ου αι., Κρητικής Τέχνης, Ιστορικό Μουσείο Μόσχας)

        Σε ορισμένες περιοχές της Β. Ελλάδας ο άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης των κτηνοτρόφων και θεράπων Άγιος των ζώων που ασθενούν. Επίσης– λόγω του ακοντίου που φέρει, που, κατά κάποιο τρόπο, υπενθυμίζει το νυστέρι του χειρούργου και αυτός, όπως και άλλοι δρακοντοκτόνοι άγιοι, θεωρείται άγιος προστάτης και θεράπων κατά τις εγχειρήσεις[3].
       Τέλος, στη Μάνδρα της Ξάνθης, υπάρχει εικόνα του αγίου Γεωργίου με την επωνυμία του Κουδουνά. Σε αυτόν αφιερώνουν οι μητέρες τα άρρωστα παιδιά τους, στα οποία κρεμούν ένα κουδουνάκι, από αυτά πού κρέμονται στην εικόνα του, μέχρι το παιδί να γίνει καλά και να επέλθει η ίαση. Ο ίδιος άγιος Γεώργιος (ο Κουδουνάς), στην Πρίγκηπο, θεωρείται ότι θεραπεύει την παραφροσύνη με τα κουδούνια που απεικονίζονται στην εικόνα του, που, σε παλιότερες εποχές, τα φόραγαν στους τρελούς. Γι’ αυτό και όταν εκεί λένε: «αυτός είναι για τον Κουδουνά» εννοούν ότι είναι φρενοβλαβής. Στον εν λόγω άγιο Γεώργιο συρρέουν κάθε χρόνο στη γιορτή του- πέραν των ορθοδόξων- και δεκάδες Τούρκοι, που τους ωθεί στον άγιο η πίστη τους ότι θα τους βοηθήσει στο πρόβλημά τους. Είναι χαρακτηριστικό, περαιτέρω, ότι οι μουσουλμάνες με σεβασμό παρακαλούν τον αϊ- Γιώργη να κάνει το θαύμα του, του εξηγούν τις επιθυμίες τους με κάθε λεπτομέρεια, του γράφουν σημειώματα, του αφήνουν και λίγα χρήματα, μήπως και αυτό βοηθήσει. Ανάβουν κεριά, κολλούν ζάχαρες πάνω στον βράχο, δένουν κόμπους πάνω σε δέντρα και θάμνους…[4] 

      Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, θεράπων άγιος των μικρών παιδιών θεωρούνταν και ο άγιος Γεώργιος, όπως φαίνεται από το «περί σφουγγάτου» θαύμα αυτού, με το οποίο έδωσε δύναμη και σφρίγος σε ένα ασθενικό παιδί. Υπάρχει, δηλαδή, παράδοση για ένα ζαβό παιδί, που δεν «εμπόρκε» (μπορούσε) να καταπονέσει και αυτός κανένα συνομήλικό του. Μια μέρα πήγε μπροστά στο εικόνισμα του Άι- Γιώργη και του είπε: «Άι μου Γιώρκη μου, να με βοηθήξης να καταπονέσω κι εγώ κανένα συνομήλικόν μου και να σου φέρω ένα σφουγγάτο[5]». Την ίδκιαν κιόλας ημέραν το παιδί εκαταπόνεσεν ένα συνομήλικόν του, με τον οποίο επαλαίψασιν στο πλατύ της εκκλησιάς. Γεμάτος χαρά ετηγάνισε πεντέξι αυγά, έκαμεν ένα σφουγγάτο και το πήγε μπρος στο εικόνισμα του Άι- Γιώργη». Σαν έφυεν ο μικρός έτυχε να περάσει ένας Χαρκίτης πεινασμένος. Έφαγε το σφουγγάτο, μετά όμως δεν μπορούσε να κουνήσει, καζικώθηκε. Παρακαλεί τον Άι- Γιώργη να τον ελευθερώσει αλλά τίποτα. Τάσσεται ένα, δυο, τρία, τέσσερα γρόσια. Μόνο στα τέσσερα γρόσια ο άγιος εισάκουσε και μπόρεσε να ξεκολλήσει από την θέση του. Φεύγοντας ο Χαρκίτης ακούστηκε να λέγει: «Άι- Γιώρκη μου, καλόν ήταν το σφουγγάτον σου, μα πολύ ακριβό!». Από εδώ γεννήθηκε η παροιμία «αυτουνού τα σφουγγάτα είναι πολύ ακριβά», προκειμένου να χαρακτηρίσουν τη φιλαργυρία κάποιου[6].
       Υπάρχει, πάντως, και άλλη παραλλαγή τής παραπάνω ιστορίας . έτσι, σε συλλογή θαυμάτων του αγίου Γεωργίου παρουσιάζεται ο Άγιος ως έξυπνος επιχειρηματίας, που ξέρει πώς να αυξήσει την περιουσία του, πώς να κάνει παζάρια και πώς να παίρνει την ανταμοιβή του με το παραπάνω, να απαιτεί και να παίρνει από τρεις εμπόρους την υπέρογκη πληρωμή του σε κανονικό νόμισμα και όχι υποτιμημένο, εξωθώντας τους να του πουν: «αϊ- Γιώργη μου, ακριβά πουλάς τα σφουγγάτα σου και εμείς από σένα δεν αγοράζομε ξανά»[7].

   Ο «Αϊ- Γιώργης» είναι ένα γνωστό, σε διάφορες παραλλαγές, καθαροδευτεριάτικο δρώμενο, κυρίως στα χωριά γύρω από τον Ψηλορείτη της Κρήτης. Το κυρίως θέμα επικεντρωνόταν στην παραπάνω πανελλήνια γνωστή παράδοση του «σφουγγάτου του Αϊ- Γιώργη». Στη συνηθισμένη περίπτωση ένας άνδρας παρίστανε τον αϊ- Γιώργη νεκρό. Μια ομάδα ανθρώπων άρχιζε να τον μοιρολογεί και να του ζητά συγχώρεση, γιατί κάποιος από το χωριό είχε, τάχατες, ασεβήσει, τρώγοντας το σφουγγάτο του Αϊ- Γιώργη και ο «άγιος» ήταν δυσαρεστημένος για την ασέβεια αυτήν. Μια ομάδα μουντζουρωμένων αναζητεί τον κλέφτη του σφουγγάτου. Αρχίζουν, λοιπόν, να σκύβουν ένας- ένας πάνω στον… νεκρό «άγιο», να ακουμπούν τα χέρια τους πάνω του και να ορκίζονται και να λέγουν: «να κολλήσω επαέ απού ‘μια, αν έφαγα εγώ το σφουγγάτο σου». Και, τελικά, κάποιος από όλους … κολλούσε. Ο νεκρός «άγιος» άπλωνε τα χέρια και τον αγκάλιαζε κρατώντας τον κολλημένο πάνω του. Ο δράστης είχε πια αποκαλυφθεί και οι λοιποί χωριανοί άρχιζαν να τον κτυπούν με τον στρούμπο (ένα ύφασμα που στην άκρη του έδεναν ένα μεγάλο κόμπο). Η εξορία του από την πόλη σηματοδοτεί την κάθαρση. του φορτώνουν στην πλάτη του όλα τα κακά, τα οποία απομακρύνονται κι αυτά μαζί του!

    Το σκηνικό αυτό αρκεί, για να καταλάβουμε πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες, πόσο έτοιμη είναι μια κοινωνία να θεωρήσει ως αποδιοπομπαίο τον ιερόσυλο, ακόμη και αν η ιεροσυλία είναι απολύτως φανταστική και γίνεται στο πλαίσιο μιας καθαροδευτεριάτικης παρωδίας[8]. 
 

 1.     Προστάτης της στάνης και της ποιμενικής ζωής

          Είναι προστάτης της στάνης και της ποιμενικής ζωής. Σχεδόν κάθε χωριό έχει και από ένα ξωκκλήσι αφιερωμένο σε αυτόν. Ένας λόγος που οι κτηνοτρόφοι τον θεωρούν προστάτη τους είναι γιατί η εορτή του συμπίπτει με την εποχή που η φύση στην Ελλάδα λουλουδίζει και θεωρείται ως απαρχή του καλοκαιριού. Τότε παρατηρείται και η μετακίνηση των κοπαδιών από τα χειμαδιά προς τα ψηλότερα μέρη. Οι ποιμένες, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στα χωριά της Πυλίας, ετοιμάζουν στη στάνη τους ιδιαίτερο εορτασμό. Προσκαλούν συγγενείς και φίλους και παραθέτουν γεύμα, σφάζοντας τον «αϊγιοργίτ(σ)η», όπως λέγεται ο σιτευτός αμνός που προορίζεται για την εορτή του Αγίου[9]. Σύμφωνα με όλα αυτά, ο καλοσυνάτος άγιος Γεώργιος φαίνεται να έχει πάρει στα έθιμα του ελληνικού λαού τη θέση του Πάνα, του αρχαίου ελληνισμού[10]. 


      2.     Ο αϊ- Γιώργης στην Ασή- Γωνιά


        Είναι πολύ εντυπωσιακά τα ποιμενικά έθιμα που αναβιώνουν στη χάρη τού αϊ- Γιώργη στην Ασή- Γωνιά, στους Κούμους και στην Καρωτή Ρεθύμνου. Ιδιαίτερα στην Ασή- Γωνιά οι βοσκοί στολίζουν τα πρόβατά τους με τα μελωδικότερα λέρια τους και τα οδηγούν στην εκκλησία του προστάτη τους αϊ- Γιώργη του Γαλατά. Τα ζώα μαντρώνονται στην «κούρτα» έξω από την εκκλησία και αρμέγονται ένα- ένα. Ευλογούνται από τον ιερέα και, στη συνέχεια, το γάλα προσφέρεται στους κατοίκους του χωριού και σε όλον τον κόσμο που συρρέει στη χάρη του. Το έθιμο από τους κατοίκους θεωρείται τόσο παλιό όσο και το ίδιο το χωριό. Σε 30.000 υπολογίζονται τα ζώα της περιοχής και είναι αδιανόητο για κάποιον Ασηγωνιώτη βοσκό να μην οδηγήσει τα πρόβατά του να τα ευλογήσει ο ιερέας την ημέρα αυτή[11]. Λέγεται ότι κάποτε ένας κτηνοτρόφος της περιοχής αρνήθηκε να οδηγήσει το κοπάδι του στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου, προφασιζόμενος ότι η απόσταση είναι μεγάλη και τα ζώα του κουράζονται. Το ίδιο βράδυ ο κτηνοτρόφος, ενώ βρισκόταν στο βουνό, αισθάνθηκε μία ράβδο να τον χτυπά με δύναμη σε όλο του το κορμί, χωρίς να βλέπει γύρω του κανένα.

    Η εορτή του Αγίου εορτάζεται με ξεχωριστή λαμπρότητα και από τους νομάδες Σαρακατσάνους της ηπειρωτικής Ελλάδος, απόγονους της αρχαίας νομαδικής φυλής των Δωριέων, που τιμούν τον άγιο Δημήτριο, και όλως ιδιαιτέρως τον Άγιο Γεώργιο, ως βοηθούς και προστάτες τους[12]. Τον θεωρούν ως τον πρώτο Άγιο και παίρνουν στο όνομά του τον βαρύτερο όρκο.
 

      3.  Σε άλλα μέρη του ελληνισμού- Αϊ- Γιώργη ο Μεθυστής


             Στην Πάρο προστάτη τους έχουν τον Άγιο Γεώργιο και οι ψαράδες του νησιού, που του αφιερώνουν την καλύτερή τους ψαριά και τον τιμούν με πανηγύρι[13]. Στη Ρόδο, τέλος, κανένας άλλος άγιος δεν έχει τόσα μοναστήρια, όσα ο άγιος Γεώργιος, το σύμβολο της λεβεντιάς και παλικαριάς. Τον θεωρούν προστάτη της σποράς [επίσης και στην Κύπρο (άις Γιώρκις του Σπορά)], του θερισμού [και στην Κύπρο (άις Γιώργις του Θέρου)], των ποιμένων[14], των χωριών, των ξενιτεμένων[15] και των ανύπανδρων κοριτσιών[16]. Αλλά δες και τον αϊ Γιώργη τον Γοργό (Μακεδονία), δηλαδή τον γρήγορο να σπεύσει σε βοήθεια των επικαλουμένων αυτόν, καθώς και τον αϊ- Γιώργη τον Μεθυστή (στην Κρήτη) και Κρασά, σε άλλα μέρη του ελληνισμού, επειδή εορτάζεται την 3η Νοεμβρίου (κατάθεση του λειψάνου του αγίου στον ναό του στη Λύδα), οπότε ανοίγουν τα πιθάρια (πιθοίγια) και γίνεται η δοκιμή των νέων οίνων[17].
 __________________________ 


        [1] Otto F. A. Meinardus, The Saints of Greece, Athens 1970, 82.
      [2] Τίτου Παπαμαστοράκη, Θεόδωρος και Γεώργιος, Ο δράκος και το παλληκάρι, στο «Επτά Ημέρες», ένθετο τής «Κυριακάτικης Καθημερινής», 27/10/2002, 15.

  [3] Βασιλική Τζουράκη, Γιατρέ μου γίνονται θαύματα;, Αθήνα 20043, 164.
           [4] Μάγιας Τσόκλη, «Αη- Γιώργης Κουδουνάς, ο άγιος χριστιανών και μουσουλμάνων», εφημ. Καθημερινή (Αθηνών) 16/11/2011.
              [5] Το είδος τής δωρεάς (σφουγγάτο) αποδεικνύει, πιστεύω, την παιδική αφέλεια και αθωότητα. Το σφουγγάτο θα ήταν η αγαπημένη τροφή του μικρού παιδιού. Παρόμοια αφιερωτική πρακτική συναντάμε και στον δεκατετράχρονο Μακρυγιάννη, στο απόσπασμα «Στο πανηγύρι τ’ Αγιαννιού», των Απομνημονευμάτων του, όπου τον βλέπουμε προσβεβλημένο κι’ αυτόν για το ξύλο οπού έφαγε από έναν πατριώτη- γιατί του έσπασε το όπλο του- να προστρέχει στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, να αρχινά τα κλάματα και με μεγάλες φωνές και μετάνοιες να του λέγει: «Τ’ είναι αυτό οπούγινε σ’ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές εκάμαμεν συμφωνίες με τον άγιον».
           [6] Φαίδ. Κουκουλέ, «Το σφουγγάτον του αγίου Γεωργίου», Ημερολόγιον τής Μεγάλης Ελάδος (ΗΜΕ), τ. 15, 281 και Αναστασίου Γ. Βρόντη, «Ο άγιος Γεώργιος στη Ροδίτικη λογοτεχνία», Λαογραφία 11 (1934-37), 216-245.

     [7] Τίτου Παπαμαστοράκη, «Ο άγιος Δημήτριος και άλλα παλικάρια», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο τής «Κυριακάτικης Καθημερινής», 7 /10/2001, 11.

      [8] Ν. Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Ηράκλειο 2005, 122.

     [9]  Γ. Α. Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957, 182.

      [10]  Παύλου Π. Γεννηματά, Η τοπωνυμιολογία ως τεχνολογία και τα ελληνικά τοπωνύμια εις την ξηράν και την θάλασσαν, Αθήναιι 1977, 63.
          [11] Εύας Λαδιά, «Στου Αη- Γιώργη τη χάρη, Αναβιώνουν τα έθιμα των προβάτων σε Ασή Γωνιά- Κούμους και Καρωτή», εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα 23/4/2010.

      [12] Γ. Β. Καββαδία, Σαρακατσάνοι, Μια Ελληνική Ποιμενική Κοινωνία, Αθήνα 1991, 328.        [13] Αικ. Πολυμέρου- Καμηλάκη, «…και στ’ Αϊ – Γιωργιού τη χάρη», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 1 Απριλίου 2001, 27εξ.
        [14] Εξαιρετικά οι τσοπάνισσες της Ρόδου ευλαβούνται τον άη- Γιώργη. Τον έχουν προστάτη τους στα ποίμνιά τους και τους φανερώνει τα χαμένα κατσικοπρόβατα.

       [15] Στη Ρόδο, οι ξενιτεμένοι της Λίνδου συχνά επικαλούνται τη βοήθεια του αγίου Γεωργίου του Λαρδιακού και στις επιχειρήσεις τους τον βάζουν συνεταίρο. Και τους ακούς να λένε: «Άη μου Γιώργη, Λαρδιακέ, βό(η)θα με να πάει καλά η δουλειά μου και από τα κέρδη να σου δώσω τρία στα εκατό». Και ο άγιος ακούει τις προσευχές των ξενιτεμένων και έρχονται καλοτάξιδοι.
          [16] Οι λεύτερες παρακαλούν τον άη- Γιώργη να ανοίξει η τύχη τους και να παντρευτούν.
            [17] Στην Ηράκλεια της Προποντίδας επικαλούνται και τον άγιο Γεώργιο τον Αράπη, γιατί η εικόνα του είναι ανάγλυφη σε μαύρη πέτρα, αλλά και γιατί, κατά την παράδοση, ο άγιος ήταν μελαψός (βλ. και άι- Γιώργης Σποριάρης, επίσης στους Προστάτες Αγίους).


Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ -2-


Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*


[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

                                       - 2ο


   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

     http://historicalcrete.ims.forth.gr 


    Ο Χάρος των δημοτικών τραγουδιών, σαν κύριο όνομα, προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό όνομα Χάρων (-ωνος), από ρίζα χαρ- (χαίρω, χαρά) και τούτο, φυσικά, κατ’ ευφημισμόν από το ομώνυμο επίθετο ο, η χάρων, που χρησιμοποιείται με τη σημασία του «χαροπός», για χαρακτηρισμό κυρίως του λιονταριού, του αετού και των Κυκλώπων, δεδομένου ότι το επίθετο «χαροπός» στον Όμηρο, Ησίοδο και Σοφοκλή χαρακτηρίζει κατ’ εξοχήν την απαστράπτουσα λάμψη των ματιών των αρπακτικών πουλιών και ζώων. Και ο Χάρος, λοιπόν, ονομάζεται έτσι από τα αστραφτερά του μάτια.

     Ο Χάρος (Χάρων) είναι άγνωστος στον Όμηρο και τον Ησίοδο ως εκτελεστής του αδυσώπητου της φθοράς νόμου και ως ψυχοπομπός. Κατ’ αυτούς οι ψυχές έφθαναν μόνες τους στον Άδη ή με τη συνοδεία του ψυχοπομπού Ερμή. Ο Χάρος (Χάρων) των αρχαίων Ελλήνων έχει λαϊκή βάση. Μνημονεύεται για πρώτη φορά τον έκτο π.Χ. αιώνα στο χαμένο έπος «Μινυάς», του ποιητή Πρόδικου, μεγάλο μέρος του οποίου κατέχει η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθοου στον  Άδη και, με την ευκαιρία αυτήν, γίνεται στο εν λόγω έργο και μια ακριβής περιγραφή του Άδη. Από τη σκηνή αυτήν του Άδη εμπνεύστηκε ο ζωγράφος Πολύγνωτος και ζωγράφισε στους τοίχους της Λέσχης των Δελφών τον Χάρο, σαν γέροντα πορθμέα που μεταφέρει τις ψυχές του έφηβου Τέλιδα και της παρθένου Κλεοβοίας από τη μιαν όχθη του ποταμού Αχέροντα στην άλλη[1]. Από την τοιχογραφία εκείνη στους Δελφούς φαίνεται ότι ξεπήγασαν όλες οι μεταγενέστερες παραδόσεις και εμπνεύσεις των αρχαίων Ελλήνων για τον Χάρο (Χάροντα), τον γιο του Ερέβους και της Νύκτας – ως πορθμέα των ψυχών, αντί ενός οβολού, από τη μιαν όχθη του Αχέροντα ποταμού στην άλλη - ταυτιζόμενον άλλοτε με τον Θάνατο (τη θεότητα, με τα αγριωπά μάτια, που χτυπούσε τα θύματά της και με τα κορμιά τους πλούτιζε τον Άδη) και άλλοτε συγχεόμενο στη λαϊκή φαντασία με τον Άδη (που κατέτρωγε τις σάρκες των θυμάτων του[2]). Τελικά, και ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη αποστολή που είχε ο κάθε θεός από αυτούς, ο Άδης, ο Θάνατος και ο Χάρων εξέφραζαν την ίδια ιδέα[3]. Ειδικότερα, ο Χάρος παριστανόταν σαν εύρωστος και αυστηρός γέροντας, με μακριά άσπρη γενειάδα, σπινθηροβόλα μάτια, μαυροφορεμένος, με βρώμικο χιτώνα από τις λάσπες του ποταμού. Σε μεταγενέστερους χρόνους οι παραστάσεις του ταυτίστηκαν από τον λαό με τις παραστάσεις του Θανάτου.

     Αυτός ο Χάρος (Χάρων) των αρχαίων Ελλήνων, επειδή ακριβώς έχει λαϊκή την προέλευση, είναι τελείως άγνωστος στην Αγία Γραφή. Με την πάροδο του χρόνου ο Χάρος, σαν περισσότερο δημοφιλής στα λαϊκά στρώματα, αντικατέστησε πρώτα τον προσωποποιημένο Άδη και ύστερα τον, επίσης, προσωποποιημένο και περισσότερο δημοφιλή Θάνατο, θεότητα της ομηρικής εποχής και αδελφό του Ύπνου. Όλες οι ιδέες και παραστάσεις για τον Άδη, Θάνατο, και Χάρο (Χάροντα) των αρχαίων Ελλήνων, με την πάροδο του χρόνου, συγχωνεύτηκαν και διατηρήθηκαν από τον ίδιο τον λαό στον προσωποποιημένο νεοελληνικό Χάρο, που κατακλύζει πια τα νεοελληνικά μοιρολόγια και, μάλιστα, και μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, όπως δέχεται ο λαογράφος Γ. Σπυριδάκης[4].
    Γι’ αυτό στα νεοελληνικά μοιρολόγια δεν είναι καθόλου συνήθεις χριστιανικές αναφορές συνειδητής πίστης στον Θεό. Εκπλήσσει, μάλιστα, το γεγονός ότι- παρά την εξαιρετική σημασία που αποδίδουν στην Ανάσταση του Χριστού η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο ίδιος ο ελληνικός λαός- στα μοιρολόγια δεν υπάρχει η παραμικρή πίστη σε ανάσταση των νεκρών, όπως την πιστεύει η Ορθοδοξία. Και όχι απλά η λέξη κόλαση είναι ανύπαρκτη στα Κρητικά Μοιρολόγια, αλλά ούτε και οι λέξεις Παράδεισος, Ουρανός, Άδης δίνονται ως συνώνυμες. Ο Άδης, όπως τον συναντάμε στα Μοιρολόγια είναι κοινός για όλους, δίχως να ξεχωρίζει σε Κόλαση και Παράδεισο. Δεν υπάρχουν τιμωρίες για τους αμαρτωλούς και ο Άδης των δημοτικών τραγουδιών φαίνεται να συγγενεύει ξεκάθαρα προς τον Άδη της αρχαίας Ελλάδος. Είναι η βέβαιη και γενική κατάληξη μετά τον θάνατο, όπου οι ψυχές εξακολουθούν μεν να ζουν και να υπάρχουν (ως σκιές πλέον), αλλά το σώμα εξαφανίζεται και χάνεται[5].

    Μάλλον, λοιπόν, κάποιες φορές, εντελώς ασυναίσθητα, μαζί με τον Χάρο, «μπλέκει» η μοιρολογήτρα στα μοιρολόγια της και τον Θεό όχι, όμως, με την πίστη που απαιτεί από τον πιστό χριστιανό η ευαγγελική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι, στο μοιρολόγι της συλλογής του Γ. Τσουδερού «Μάνας για το γιο τζη που τον εσκότωσεν αστροπελέκι»[6] η μάνα πάνω στον πόνο της, για τον αδόκητο θάνατο του παιδιού της, μάλλον ασυναίσθητα και επηρεασμένη από την καθημερινή πραγματικότητα (πβ. καθημερινή επιφώνηση: αχ Θέ μου!), βάζει στο στόμα της και το όνομα του Θεού (ως ανώτερου του Χάρου, από τον οποίο ο Χάρος παίρνει τις διαταγές, όπως κατά την αρχαιότητα τις έπαιρνε από τον Πλούτωνα[7]), τον οποίο, μάλιστα, και ελέγχει και ψέγει δριμέως, κατά το ανθρώπινο, γιατί τακτοποίησε με αυτόν τον τρόπο τα πράγματά Του και επέτρεψε στον Χάροντα να χαθούν τα τόσα κάλλη και η ομορφιά του παλικαριού της: 


  «Παιδί μου, κανακάρη μου,
 φως μου κι απαντοχή μου,

 πώς σ’ έκαμεν ο Χάροντας

 σήμερ’ ανεβουλής[8] μου;    

 ……………………………
 Θε μου, πώς τα κουλάντρισες

 ούλα τα σόρντινά σου


 κι άφηκες και χυθήκανε
 τα κάλλη τσ’ αφεντιάς του;» 


       Έτσι, στο νεοελληνικό μοιρολόγι ο Χάρος, βασικά, έγινε δεκτός, γιατί άρεσε και προσαρμοζόταν άριστα στη δεκτικότητα της λαϊκής ψυχής, χωρίς, πάντως, να λησμονηθεί τελείως ούτε ο Θάνατος, ούτε ο Άδης των αρχαίων Ελλήνων[9]. Το γεγονός τούτο επιβεβαιώνει την προέλευση του νεοελληνικού Χάρου από τον Χάρο (Χάροντα) της κλασικής αρχαιότητας, γνώμη που ασπάζονται και ο Ν. Πολίτης και ο Στ. Κυριακίδης.
 

_________________________________________



[1] Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Ο θάνατος και ο Κάτω Κόσμος στη Δημοτική Ποίηση (εσχατολογία της Δημοτικής ποίησης) (διδακτορική διατριβή), Αθήνα 1984, 68. P. Decharme, Μυθολογία τής αρχαίας Ελλάδος (μετάφρ. Αλεξ. Μ. Καράλη), έκδ. Χρ. Γιοβάνη, Αθήναι χ.χ. 483.
[2] Το όνομα Άδης στο πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων εξέφραζε την οριστική αφάνεια του υπόγειου κόσμου, στον οποίον, πράγματι, παραμένει περιορισμένος ο Άδης, θεός τερατώδης, πελώριος, στυγνός, αμείλιχτος, άκαμπτος σε κάθε ικεσία (Decharme, ό.π, 472 και 474).
[3] Στέλιος Ε. Χιλιαδάκης, Παραδόσεις τού ελληνικού   λαού για την Κάτω γη και το Χάρο, τ. Α΄, Αθήνα 1929, 21.
[4] Αναγνωστόπουλος, ό.π,, 72.
[5]  Μανώλης Παπαδογιάννης, «Ο Χάρος και ο Κάτω  Κόσμος στα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης», Αμάλθεια, τόμ. 4,  τ. 15 (Απρ.- Ιούνιος 1973), Άγιος Νικόλαος- Κρήτης, 137.
[6]  Γιάννης Ευθ. Τσουδερός, Κρητικά Μοιρολόγια, Αθήνα 1976, 42.
[7] Πρόκειται για ευφημισμό του Άδη (= διανομέας του Πλούτου), γιατί παλιά ο Άδης νομιζόταν θεός της γεωργικής αφθονίας. Πρόκειται για προσπάθεια της ελευσίνιας λατρείας να διαλλάξει τις αρχαίες και φοβερές έννοιες των θεών του θανάτου προς ιδέες περισσότερο ευχάριστες, ώστε ο Άδης να μην προκαλεί πάντοτε φόβο (P. Decharme ό.π., 475).
[8] «Ανεβουλής μου» ([α]στερ.+ βουλή)= χωρίς τη θέλησή μου.
[9] Πβ., σχετικά, το μοιρολόγι «Παράκλησις εραστού προς τον Θάνατον» (Βλαστός 1850, 1269, αρ. 50), όπου ο εραστής «παρακαλεί» τον Θάνατο και «προσκυνά» τον Χάρο:


    «Ο Θάνατος εμήνυσε μαντάτο με τον Χάρο,
    ν’ αφήσω την αγάπη μου να τήνε πάρουν άλλοι,
    και τότε του μηνώ κι εγώ με τον αμπασαδόρο,

    -Παρακαλώ σε, Θάνατε, και προσκυνώ σε Χάρε,
    για να μ’ αφήσεις να χαρώ κι εγώ δυο τρεις ημέρες».