Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟ - Απάντηση στον κ. Ελευθέριο Ν. Σκανδάλη



Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟ

(Απάντηση στον κ. Ελευθέριο Ν. Σκανδάλη)
 

              ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ




Με πολύ ενδιαφέρον παρακολούθησα το άρθρο τού Δρος Οικονομολόγου κ. Ελευθερίου Ν. Σκανδάλη γύρω από την προέλευση τού ονόματος Ατσιπόπουλο, του γνωστού σε όλους μας και προσφιλούς οικισμού τού Ρεθύμνου (βλ. εφημ. «Κρητική Επιθεώρηση» 8/1/2014 και «Ρέθεμνος» 11/1/2014). Όμως, η ιστορική και κυρίως η γλωσσολογική εδραίωσή του, καθώς και το πνεύμα που διέπει το όλο κείμενο με βρίσκουν παντελώς αντίθετο!

Πρώτον ο  συντάκτης τού ως άνω άρθρου φαίνεται σαν να επιδιώκει να «επιβάλει» τη λατινογενή – βυζαντινή προέλευση τού τοπωνυμίου και να αποκλείσει τους περί αφρικανικής- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει- προέλευσης τού τοπωνυμίου ισχυρισμούς ορισμένων, μέθοδος που επιστημονικά δεν είναι αποδεκτή. Επίσης, η ενασχόλησή μου για δύο, κοντά, δεκαετίες με 8000, περίπου, τοπωνύμια τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου (39 συνολικά χωριά) και η ετυμολογία αυτών με γνώμονα πάντοτε την ιστορία και τη γλωσσολογική επιστήμη, με κάνει να θεωρώ ως, τουλάχιστον, ατυχή την άποψη τού κ. Σκανδάλη ότι δεν μπορεί η ετυμολογία των τοπωνυμίων να γίνεται με «όρους γλωσσολογικών κανόνων» (sic). Αυτό είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο, γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτό το ίδιο το όνομα- και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα που δεν είναι γλώσσα συμβατική- απηχεί τη βαθύτερη ουσία, αυτήν την ίδια την «ταυτότητα» τού όντος και επ’ αυτού είναι γνωστός ο λόγος τού Αντισθένη «ρχή παιδεύσεως τν νομάτων πίσκεψις» ή του θείου Πλάτωνα που δίδασκε ότι «ς ν τά νόματα εδ, εσεται καί τά πράγματα» (από τα ονόματα, δηλαδή, γνωρίζουμε και τα πράγματα). Στην ιστορική, περαιτέρω, εδραίωση τής άποψης τού κ. Σκανδάλη δεν διέκρινα πειστική από επιστημονικές πηγές τεκμηρίωση, αλλά, μάλλον, μία σειρά προσωπικών «υποθέσεων» για τον βυζαντιακό χαρακτήρα τού οικισμού και τη «λατινογενή» προέλευση του μακροτοπωνυμίου, χωρίς, πάντως, και να εξηγεί τι, τελικά, σημαίνει η λέξη «Ατσιπόπουλο» [κάπου αναφέρονται αόριστα κάποια βαπτιστικά (;;;) Ακτζιπόπουλο και Πρινιακός, που το τελευταίο, του γειτονικού οικισμού «Πρινές», γιατί να μην είναι φυτωνυμικό;]. Οπότε, με αυτά τα δεδομένα δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε σε ασφαλείς ετυμολογικές προσεγγίσεις.

Τέλος, στο συγκεκριμένο άρθρο διακρίνω μια προσπάθεια «εξωραϊσμού» τού τοπωνυμίου (να μην είναι αφρικανικό), που δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Μάλιστα, στο παρελθόν ένιωσα την ανάγκη να «απαντήσω» δημοσία σε εκλεκτό, και πάλι, τέκνο τού Ατσιπόπουλου, στον Αντιστράτηγο ε.α. κ. Νικόλαο Σαμψών, όταν με δημοσίευμά του στην «Κρητική Επιθεώρηση» (1/10/2004) πρότεινε «να αντικατασταθούν τα [τοπωνυμικά] απομεινάρια τής Τουρκοκρατίας με ελληνικές λέξεις». Απάντησα και πάλι δημοσία με δύο άρθρα μου («Κρητική Επιθεώρηση» 7/10/2004 και «Κρητική Επιθεώρηση» 5/11/2004) με τα οποία υποστήριζα ότι με την προτεινόμενη, συχνά, μετονομασία ξένων και ειδικά τουρκικών τοπωνυμίων περιφρονείται και αλλοιώνεται ένα μέρος τής Τοπικής μας Ιστορίας, τα δε συνδεόμενα προς αυτά τα τοπωνύμια ιστορικά ζητήματα αγνοούνται και παραμερίζονται παντελώς. Και- όπως παρατήρησε ο ρεθεμνιώτης Γλωσσολόγος, Καθηγητής τής Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, αείμνηστος Γ. Κουρμούλης- «η απώλεια και ενός μόνον τοπωνυμίου είναι πολλές φορές μεγάλης σημασίας, γιατί είναι ενδεχόμενο να παρασύρει μαζί του στο σκοτάδι ένα ιστορικό γεγονός, μια σελίδα του τόπου στον οποίο αυτό υπήρχε». Και, φυσικά, είναι δυνατόν την ιστορική πραγματικότητα ενός τόπου να την διασώζει αυτό μόνο το τουρκικό (ή περσικό ή αφρικανικό ή οποιοδήποτε άλλο) τοπωνύμιο, ενώ αυτό που θα δώσουμε εμείς, στη συνέχεια, προς αντικατάστασή του, να είναι εντελώς άσχετο προς αυτήν και απλά να εξυπηρετεί έναν κακώς εννοούμενο εξευγενισμό.

Σε αυτήν την ατυχή λύση περιέπεσαν οι Νομαρχιακές Επιτροπές (Ν. 4096/ 1929) και τα Συμβούλια Τοπωνυμίων (άρθρο 23 και 24 του Α.Ν. 1488/ 1938), που συστάθηκαν από την Πολιτεία κατά το έτος 1929, με τον σκοπό τής Μετονομασίας κάποιων τοπωνυμίων τής Χώρας. Οι Επιτροπές αυτές ανέλαβαν να μετονομάσουν όχι μόνο τουρκικά, αλλά και κάποια άλλα ελληνικά τοπωνύμια, που, παρετυμολογούμενα, θεωρήθηκαν ως υβριστικά από τους κατοίκους ορισμένων περιοχών. Και ανέφερα, στα παραπάνω άρθρα μου, άφθονα τέτοια παραδείγματα «εξωραϊστικής» καταστροφολογίας, που μετονόμασαν ιστορικής σημασίας τοπωνύμια με κοινότυπα νεοελληνικά ονόματα, χωρίς καμιά ειδική βαρύτητα, γιατί μερικοί άσχετοι κοινοτικοί άρχοντες τα θεώρησαν ως…. τουρκικά ή οτιδήποτε άλλο.

Έτσι, η ονομασία τού χωριού Σκιλλούς (από το αρχαίο σκίλλα= σχίνος, πβ. και το αρχαίο Σκιλούς στην Πελοπόννησο) παρετυμολογήθηκε προς το σκύλος και μετονομάστηκε στο εντελώς άσχετο όνομα Καλλονή(!) (125/21.5.56 ΦΕΚ τ. Α΄). Παρόμοια το Δελημανωλιανά από το νεοελληνικό όνομα Δελημανώλης (πβ. Δεληγιάννης, Δεληγιώργης), μετονομάστηκε σε Κοιλάδα, ενώ ο συνοικισμός Μουχτάρω με πολλή ευκολία μετονομάστηκε σε Ευαγγελισμό (για την υπάρχουσα, ασφαλώς, εκεί ομώνυμη εκκλησία), χωρίς να ληφθεί υπόψη η σύνδεση του τοπωνυμίου προς το βυζαντινό Μουρτάριοι, την οποία είχε καταδείξει πιο πριν ο κρητολόγος Στέφανος Ξανθουδίδης. Το χωριό τού Νίκου Καζαντζάκη, Βαρβάρω, μετονομάστηκε σε Αρχάγγελο, χωρίς να ληφθεί, και πάλι, υπόψη ότι στους Βυζαντινούς χρόνους «βάρβαροι» ονομάζονταν οι ξένοι μισθοφόροι, οπότε  το πρώτο όνομα τού χωριού απηχούσε μίαν ιστορική πραγματικότητα, αφού συσχετιζόταν με τη διαμονή, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, σε αυτό «ξένων μισθοφόρων». Τέλος, αναφέραμε το τοπωνύμιο Κανλί  Καστέλι (=ματωμένο φρούριο)- στο οποίο, καίτοι τουρκικό, διατηρούνταν σπουδαία ανάμνηση τής αιματηρής μάχης και πανωλεθρίας που έπαθαν οι Τούρκοι από τους Βενετο- κρητικούς στο μέρος αυτό. Το Κανλί Καστέλι, λοιπόν, με πολλή ευκολία και πάλι, μετονομάστηκε- απλά για τη δίκλιτη ομώνυμη εκκλησία του, όπως παραπάνω και το Βαρβάρω- σε Προφήτη Ηλία (!) (ΒΔ 20.9.55). Όμως, όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, αυτό το τελευταίο όνομα δεν έχει να διασώσει τίποτε απολύτως από την τόσο ενδιαφέρουσα ιστορία του τόπου, πράγμα που το επιτύγχανε μόνο το τουρκικό.

                                  *           *           * 

Μετά από αυτά τα γενικά στοιχεία προχωρώ στο επίμαχο θέμα τού ονόματος τού προσφιλούς οικισμού τής πόλης μας. Η απάντησή μου υπάρχει καταγεγραμμένη στο βιβλίο μου «Τοπωνυμικό τής Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου)», Ρέθυμνο 2011, σελ. 656. Στο βιβλίο μου αυτό παραθέτονται 8000, περίπου, τοπωνύμια, τα οποία ετυμολογούνται, αιτιολογούνται και επεξεργάζονται λεπτομερώς, καθώς και εισαγωγικά στοιχεία (γεωγραφικά, πληθυσμιακά, ιστορικά, αρχαιολογικά, λαογραφικά κ.λπ) για κάθε χωριό (39 συνολικά χωριά) της εν λόγω επαρχίας. Το εν λόγω βιβλίο μου εκδόθηκε από τη Γραφοτεχνική Ρεθύμνου, ως Ε΄ τόμος στη σειρά των Πρακτικών τού «Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την επαρχία Αγίου Βασιλείου» (Πλακιάς 2008).

Ετυμολογώντας. λοιπόν, το μακροτοπωνύμιο «Ατσιπάδες», ανάμεσα σε αρκετές απόψεις που παραθέτω διαφόρων ερευνητών, ξεχωρίζω την άποψη τού επιφανούς και σοφού Κρητολόγου Στεφάνου Ξανθουδίδη, που ο ίδιος την αποδίδει και για την ετυμολογία τού μακροτοπωνύμιου «Ατσιπόπουλο». Κατά τον Ξανθουδίδη, λοιπόν, οι Ατζιπάδες ήταν στρατιώτες μισθοφόροι ή δορυφόροι και σωματοφύλακες, μελαψοί στο χρώμα, επίσης, μισθοφόροι Άραβες ή Αφρικανοί από αυτούς που πολλούς και από διάφορες χώρες αριθμούσε ο στρατός των Βυζαντινών. Γιατί, λοιπόν, να αρνηθούμε αυτήν την ιστορική πραγματικότητα των βυζαντινών στρατευμάτων, προσπαθώντας να «ωραιοποιήσουμε» το όνομα τού Ατσιπόπουλου ότι δεν είναι αφρικανικό;

Η λέξη κατά τον Ξανθουδίδη δεν φαίνεται να είναι ελληνική. Πιθανότατα πρόκειται για βαρβαρική, που προσαρμόστηκε, όμως, στο ελληνικό κλιτικό σύστημα, με τη συνήθη κατάληξη –άς. Ο Ξανθουδίδης πιστεύει ότι πρόκειται για την περσική λέξη sipahi ή sipah, που δηλώνει τον στρατιώτη (πβ. τούρκ. Σπαχής και αγγλ., στην Ινδία, Sipahi Sepoys και γαλλ., στην Αφρική, spahis= έφιππα τάγματα ιθαγενών Αράβων και Ινδών). Τη λέξη αυτήν παρέλαβαν οι Βυζαντινοί είτε απ’ ευθείας ή διά των Αράβων και διά του προθετικού [α] και τσιτακισμού την έκαμαν ατζυπάς, -άδες (sic).

Τέλος, σχετικά με το ζήτημα της ανεύρεσης της λέξης Ατσιπάς στην Κρήτη- και μάλιστα ως ονόματος διαφόρων χωριών- ο Στ. Ξανθουδίδης θεωρεί ότι η διασπορά αυτή έγινε με τους στρατούς τού Νικηφόρου Φωκά που ανέκτησαν την Κρήτη, μετά από σκληρούς και αιματηρούς αγώνες, από τους Άραβες, ανάμεσα στους οποίους στρατιώτες θα υπήρχαν, ασφαλώς, και μισθοφόροι Ατσιπάδες. Γνωρίζουμε δε ότι ο συνετός στρατηγός, στη συνέχεια, μετά την κατάκτηση τού νησιού και προκειμένου να εξασφαλίσει την κατοχή του, αλλά και προς ενίσχυση τού ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού, κατοίκησε πολυάριθμους παλαίμαχους στρατιώτες του και μισθοφόρους, μοιράζοντας την Κρητική γη σε αυτούς . τότε, μαζί με τους λοιπούς Έλληνες, κατοίκησαν στη Μεγαλόνησο και Αρμένιοι (γι’ αυτό και σήμερα υπάρχουν τέσσαρα χωριά «Αρμένοι» στο νησί, καθώς και «Αρμενοχώρι»), Τσάκωνες (πβ. χωριό: «Τσακώνω»), Σλάβοι (πβ. χωριά «Σκλάβοι», «Σκλαβεροχώρι» και άλλοι Βάρβαροι (χωριά: «Βάρβαροι» και «Βαρβάρω»= μισθοφόρων), αλλά και Ατσιπάδες [πβ. «Ατσιπάδες» (Κοξαρές), «Ατσιπάδες» (Μεγάλης Βρύσης Μονοφατσίου), «Ατσιπάδες» (δήμου Αρκαλοχωρίου), αλλά και «Ατσιπόπουλο» Ρεθύμνου και σημαίνει, λοιπόν, αυτό το τελευταίο, στρατιώτες μισθοφόρους ή δορυφόρους και σωματοφύλακες εκ διαφόρων χωρών από τους οποίους αριθμούσαν πολλούς τα βυζαντινά στρατεύματα, άρα το τοπωνύμιο, ως έχει, διασώζει- όπως έχουμε, ήδη, προαναφέρει- μίαν ενδιαφέρουσα ιστορική πληροφορία!

Αυτή θεωρώ ότι είναι η μόνη, μέχρι σήμερα, επιστημονικά αποδεκτή άποψη για το όνομα τού Ατσιπόπουλου και από ιστορικής και γλωσσολογικής άποψης, άποψη καθαρή, χωρίς άστοχες προσπάθειες εξωραϊσμού, βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα τού Βυζαντίου και μάλιστα επί των χρόνων τού λαοφίλητου για μας τους Κρητικούς Αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, που έζησε και δραστηριοποιήθηκε στα τελευταία χρόνια τής Αραβικής κατάκτησης, όταν ακόμα θα υπήρχαν, ασφαλώς, διεσπαρμένες και θα περιφέρονταν ανά την Αυτοκρατορία αραβικές και περσικές, όπως η παρούσα, λέξεις.      

Αντωνίου Βορεάδη (1859- 1913) «Κρήτη Παλαίουσα»


ΠΡΟΤΥΠΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

 Αντωνίου Βορεάδη (1859- 1913)

«Κρήτη Παλαίουσα»

            ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί δύο χρόνια από τότε (Κρητική Επιθεώρηση 7-3-2012) που ένιωσα βαθιά μέσα μου την ανάγκη να απευθυνθώ διά τού τύπου και να επαινέσω δημόσια τους μαθητές τού «Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου Ρεθύμνου». Αυτό συνέβη όταν στον τοπικό τύπο διάβασα για την επιστολή που τα παιδιά είχαν αποστείλει προς το Κανάλι 4 τής βρετανικής τηλεόρασης και με την οποία εξέφραζαν προς αυτό την έντονη αγανάκτηση και δυσαρέσκειά τους για την εκπομπή: «Γίνε Έλληνας για μια εβδομάδα». Ήταν, θεωρώ, αυτή μια υπέροχη κίνηση με την οποία οι μαθητές μας, τα παιδιά τού Πειραματικού Σχολείου, αποδεικνύονταν, πέρα από κάθε προσδοκία, Έλληνες ενημερωμένοι και ορθά σκεπτόμενοι, με ζωντανή εθνική συνείδηση, περηφάνια, αυτογνωσία και πολιτισμό. Ήταν μια θαυμάσια και δυναμική πράξη αντίστασης των παιδιών μας στη βαθιά και πολύπλευρη κρίση και διολίσθηση τής σημερινής Ελλάδας, που οφείλεται όχι μόνο σε κακοδιαχείριση τής Χώρας από τους πολιτικούς, αλλά και σε σοβαρό έλλειμμα Ανθρωπιστικής Παιδείας και ηθικής. Οι μαθητές με τρόπο ευθύ και πολιτισμένο μετέφεραν προς το αγγλικό κανάλι τις αγωνίες τους, τις αναζητήσεις και τους υγιείς προβληματισμούς τους, υπερασπιζόμενοι ορθά και χωρίς ακρότητες την Πατρίδα και μη επιτρέποντας στους άλλους να την ευτελίζουν βάναυσα, ασελγώντας με χυδαιότητα πάνω στο πληγωμένο σώμα της, με το να αποκαλούν το σύνολο των Ελλήνων διεφθαρμένους, τεμπέληδες και φοροφυγάδες. Γιατί αυτό έκανε, με την παραπάνω εκπομπή του, το κανάλι 4 της Αγγλικής τηλεόρασης.
Σήμερα νιώθω την ίδια ανάγκη. να επανέλθω και να ανανεώσω το «Μπράβο» μου εκείνο προς τα παιδιά αυτού του ίδιου Σχολείου τής πόλης μας και τους Καθηγητές τους- Αθηνά Δρανδάκη, Πολυτίμη Παπαδοπούλου, Μαν. Αναγνωστάκη, Κωφοπούλου Ιγνατία και Άννα Πατεράκη- για την εξαιρετικά πετυχημένη όσο και πλούσια εκδήλωσή τους, που επιμελήθηκαν και παρουσίασαν στο κοινό τού Ρεθύμνου, τη Δευτέρα 9/12/2013, στην αίθουσα «Παντελής Πρεβελάκης» τού Ωδείου τής πόλης μας.
Ήταν, πραγματικά, μια εκδήλωση όλως πρωτότυπη στην επιλογή και την παρουσίασή της, ποιοτική και εξαιρετικά χρήσιμη για τα παιδιά που την βίωσαν προσωπικά, εμψυχώνοντάς την, αλλά και για το ρεθυμνιώτικο κοινό που την παρακολούθησε, λόγω των πολλαπλών ηθικών και πατριωτικών μηνυμάτων της, ενώ υπήρξε, περαιτέρω, και λίαν τιμητική για άνδρα κύρους και πολλαπλής κοινωνικής προσφοράς, τον Αντώνιο Βορεάδη, τον Κρήτα (1859- 1913), 1ο Νομάρχη Ρεθύμνου κατά την περίοδο τής Κρητικής Πολιτείας (1899- 1901), άριστο εκπαιδευτικό, ταλαντούχο λογοτέχνη και ποιητή, ανήσυχο δημοσιογράφο και εκδότη τής εφημερίδας «Ηράκλειο», ακέραιο χαρακτήρα και άνθρωπο, χαρισματικό και οξυδερκή πολιτικό και ένθερμο συνοδοιπόρο τού Ελευθερίου Βενιζέλου στους αγώνες του για τα την Ένωση.
Με την εκδήλωσή τους αυτήν, ενταγμένη στα 100 χρόνια από την Ένωση τής Κρήτης με τη Μητέρα Ελλάδα, τα παιδιά του Πειραματικού Γυμνασίου παρουσίασαν- στα πλαίσια τής «Παγκρήτιας Εκπαιδευτικής Δράσης “Αντώνιος Βορεάδης, ο Κρής: Από τους Πρωταγωνιστές στους Αγώνες για την Ένωση τής Κρήτης- 100 χρόνια από τον θάνατό του”»- το έργο τού Βορεάδη «Κρήτη Παλαίουσα», με παράλληλη έκθεση φωτογραφικού και αρχειακού υλικού για τον άνδρα και την Κρήτη κατά τα χρόνια τής Ένωσης. Το Πρόγραμμα τής εκδήλωσης εξαιρετικά πλούσιο περιλάμβανε αφήγηση (γύρω από τη ζωή τού Αντωνίου Βορεάδη), τραγούδι με λύρα- λαούτο (Ύμνος τής Κρήτης, Ελεγείον εις τον Αντώνιον Βορεάδην), χορό (Ανωγειανός Πηδηχτός, Πεντοζάλης) και το θεατρικό δρώμενο «Κρήτη Παλαίουσα» τού Βορεάδη, ένα δράμα έρωτα και εθνικής προδοσίας, που καταγράφει την  τραγική κατάληξη τής επανάστασης τού 1527 κατά των Βενετών, που ανέδειξε τον Καντανολέο σε τοπικό ήρωα. Τις σχετικές πληροφορίες διασώζει ο Ant. Trivan, από τον οποίο αντλεί και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος την ύλη τού ιστορικού του μυθιστορήματος «Κρητικοί Γάμοι».
Ήταν μια επιλογή που η ποιότητά της την κάνει να ξεχωρίζει σε ποιότητα σημαντικά από τις επιλογές που, συχνά, κάνουν άλλα σχολεία τού τόπου μας. Δεν μένει, λοιπόν, παρά να επαινέσουμε, για άλλη μια φορά, τα παιδιά τού Πειραματικού Γυμνασίου και τους Καθηγητές τους. Με μια τέτοια νεολαία σίγουρα συνεχίζει να υπάρχει ελπίδα, αφού, μέσα από την εκδήλωσή τους- που με το σημείωμά μας αυτό παρουσιάζουμε- αποδεικνύεται- όπως είχα γράψει και στην προαναφερθείσα επιστολή μου- ότι οι νέοι μας αφυπνίζονται από τον λήθαργο τής απάθειας και της απραξίας και ζητούν πλέον να ανακτήσουν τα ιδανικά που οι μεγαλύτεροι εντέχνως τους υπέκλεψαν, με το κοινωνικοπολιτικό δράμα που ο ελληνικός λαός ζει τα τελευταία χρόνια, λόγω απαξίωσης θεσμών εθνικών παραδόσεων και ιδανικών. Αν μας απέμεινε κάποια ελπίδα γι’ αυτόν τον τόπο, αυτή είναι η ελληνική νεότητα, που θα κλείσει τα αυτιά της στις σειρήνες αυτού του κόσμου και θα αναζητήσει τα ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμα που θα την κρατήσουν ζωντανή, όποιες δυσκολίες και αν αντιμετωπίσει στο μέλλον.

ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΘΕΛΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ;



ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΘΕΛΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ;

       ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

    Σε μια από τις κορυφαίες στιγμές του βρέθηκε, ανέλπιστα, το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ της πόλεώς μας, την Τετάρτη 1 Αυγούστου 2001, με την παρουσία, στο θέατρο «Ερωφίλη» της Φορτέτσα, ενός από τα πρώτα και πιο δημοφιλή φολκλορικά συγκροτήματα της Σερβίας, που ήρθε και πρότεινε στο ρεθεμνιώτικο κοινό χορούς και τραγούδια από όλη τη γείτονα χώρα. Ήταν ένα θέαμα συναρπαστικό, πέρα και από την πιο τολμηρή φαντασία, ισάξιο, αν όχι και ανώτερο, όπως ομολόγησαν μερικοί από τους θεατές και από αυτά τα περίφημα Γεωργιανά Μπαλέτα. Η ζωντανή και δεξιοτεχνικότατη στα πολύ γρήγορα «τέμπο» επταμελής λαϊκή ορχήστρα στήριξε την απόδοση με απόλυτη ακρίβεια και ασφάλεια των καταπληκτικών χορευτών του λαϊκού σερβικού συγκροτήματος.
     Τα μοναδικά κομμάτια- σπουδαίας πολιτιστικής κληρονομιάς του φίλου και ομόδοξου Σερβικού λαού- που προτάθηκαν στο ρεθεμνιώτικο κοινό, κυριολεκτικά εξέπληξαν με την πλουσιότατη γκάμα ακροβατικών και μεγάλης ποικιλίας χορευτικών κινήσεών τους και εντυπωσίασαν ιδιαίτερα με τις πλουσιότατες και θαυμάσιες τοπικού χρώματος ενδυμασίες τους.
     Είναι γεγονός ότι οι φίλοι Σέρβοι χορευτές δόθηκαν ολόψυχα και με το σώμα και με το πνεύμα στη μάχη του χορού και της κίνησης, κυριολεκτικά εξαντλώντας τις κινητικές δυνατότητες του ανθρωπίνου σώματος. Η άκρως εμπνευσμένη επεξεργασία της χορογραφικής γραφής, πάνω σε πλούσια διασκευασμένες σερβικές χορογραφίες, έδωσε τη δυνατότητα στην 30μελή σερβική χορευτική ομάδα- που αποτελούνταν κυρίως από νεαρά αγόρια και κορίτσια- να επιδοθεί σε μια εκπληκτική ανασύνταξή της σε όλη την έκταση του σκηνικού χώρου, μέσα από καταπληκτικά σόλο, ντουέτα, τρίο και μεγαλύτερα σύνολα, σε μια αδιάκοπη διαδοχή ακροβατικών κινήσεων, που θύμιζαν ασταμάτητη ροή οπτικοκινητικής ενέργειας.
    Και όμως! Το καταπληκτικό αυτό μουσικό χορευτικό συγκρότημα χόρεψε σε ένα ανύπαρκτο ρεθεμνιώτικο κοινό! Ξεκίνησε την παράσταση με όχι περισσότερους από όσα τα δάχτυλα των δύο χεριών συμπολίτες, για να ανέλθουν- στις καλύτερες στιγμές του θεάτρου- σε μόλις τις τρεις- τέσσερις δεκάδες θεατών. Μια πρωτεύουσα νομού των τριάντα χιλιάδων μόνιμων κατοίκων δε μπόρεσε, αλήθεια, να διαθέσει ένα αξιοπρεπές θεατρικό κοινό, που, ακόμα και από απλή περιέργεια, να μπορούσαν να μπουν στον κόπο και να ανηφόριζαν για δύο ώρες στο θέατρο «Ερωφίλη», για να παρακολουθήσουν- με ένα δυσανάλογα προς την αξία της παράστασης ευτελές εισιτήριο των χιλίων δραχμών- έργα που σπάνια έρχονται και παρουσιάζονται στον τόπο μας 
     Αυτές, όμως, οι καταστάσεις επαναλαμβανόμενες συχνά λειτουργούν σε βάρος, οπωσδήποτε, της εγκυρότητας  του θεσμού και υποσκάπτουν την αξιοπιστία του προς τα έξω, όταν τα διάφορα συγκροτήματα που προσέρχονται από την Ελλάδα ή το εξωτερικό παίρνουν από τον τόπο μας προσωπική γεύση αυτής της θλιβερής εμπειρίας, να παίζουν, δηλαδή, μπροστά σε αδειανά καθίσματα.
   Είναι, πάντως, κρίμα για το Ρέθεμνος της παράδοσης, για το Ρέθεμνος των Τεχνών και των Γραμμάτων η συμπεριφορά αυτή που έδειξε σε ένα λαό ομόδοξο με δεδομένους δεσμούς φιλίας και αγάπης, που ξεκινούν από τα βάθη των αιώνων και του κοινού βυζαντινού παρελθόντος. Ένα λαό φίλο και ιδιαίτερα δοκιμασμένο τη στιγμή αυτή από τις βόμβες των «φίλων» νατοϊκών, που- περισσότερο από ποτέ άλλοτε- τώρα θα ήθελε με την ενθαρρυντική παρουσία της ανθρωπιάς και της ευαισθησίας μας να του αναπτερώναμε το τσακισμένο ηθικό με ένα θερμό χειροκρότημα και την εγκάρδια και ζεστή επιδοκιμασία μας.
     Ύστερα από όλα αυτά- και με όσα παρόμοια συνέβησαν και την προηγούμενη ακριβώς βραδιά με την μουσικοχορευτική παράσταση που έδωσε και πάλι ο «αδελφός» δήμος του Καστενάζο της Ιταλίας- είναι ανάγκη, νομίζουμε, για άλλη μια φορά, να διερωτηθούμε όλοι μας- Δημοτική Αρχή και ρεθεμνιώτικος λαός- αν θέλουμε πραγματικό πολιτισμό και αληθινή κουλτούρα στον τόπο μας. Αν ναι, τότε μόνη λύση, περισσότερο και από τους καρνάβαλους και τις γιορταστικές φιέστες του κρασιού, είναι, νομίζω, να διαφυλάξουμε το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ- τον μόνο έγκυρο φορέα υψηλής μουσικής, χορευτικής και θεατρικής παιδείας- ως «κόρην οφθαλμού», μακριά από ότιδήποτε- προσωπικό ή οικονομικό- είναι δυνατό να το βλάψει και αποσταθεροποιήσει μελλοντικά.
    Ευχόμαστε του χρόνου να δοθεί στα περίφημα σερβικά χορευτικά συγκροτήματα μια δεύτερη ευκαιρία να παρουσιαστούν στην πόλη μας, προκειμένου να λάμψουν μπροστά σε ένα πυκνότατο θεατρικό κοινό, όπως, εξάλλου, τους αξίζει.