ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ [ΚΑΜΕΝΟΣ]

ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ

3. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ [ΚΑΜΕΝΟΣ][1]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Χωριό τού δήμου Φοίνικα, νομού Ρεθύμνου, κάτοικοι (απογραφή 2001) 213, υψόμετρο 460 μ., στο 29ο χιλιόμετρο τού δρόμου Ρέθυμνο- Αρμένοι- Αγ. Βασίλειος- Άγιος Ιωάννης προς Πλακιά, εφτακόσια περίπου μέτρα πριν από την είσοδο στο φαράγγι τού Κοτσυφού. Βρίσκεται σε πολύ ωραία τοποθεσία μέσα σε ελαιώνες, αμπέλια και κήπους.
Αναφέρεται στην πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου το 1577 από τον Fr. Barozzi (fo27r), επίσης από τον Καστροφύλακα (K173) ως San Zuane Caimeno, με 74 κατοίκους, το 1583.Το 1834, στην Αιγυπτιακή απογραφή ως Haghio Ianni[2].To 1881 αναφέρεται στο δήμο Λάμπης με 273 χριστιανούς κατοίκους, το 1900 στον ίδιο δήμο με 316 κατ., το 1928 αποτελεί ομώνυμη κοινότητα και έχει 316 κατ., το 1940 κατ. 358, το 1951 κάτ. 247, το 1961 κάτ. 206, το 1971 κάτ. 147, το 1981 κάτ.162, το 1991 κάτ.146 και το 2001 κατ. 213.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Λέγεται, πάντως, ότι προέρχεται από την συνένωση των συνοικισμών Μαρμαράς, Σαλβαράδων, Παναγιά, Μεσονήσι, Αγία Παρασκευή, Γεφύρια, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Καψαλιανά και ίσως και μερικών άλλων μικρότερων, συνενώσεις που απέβλεπαν, κυρίως, στην προστασία των κατοίκων από πειρατικές επιδρομές
Το χωριό και σήμερα ακούγεται ως Άγιος Ιωάννης Καημένος. Το 1770 είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι κατέκαψαν την εκκλησία του αγίου Ιωάννη και όταν οικοδομήθηκε και πάλι η εκκλησία καθιερώθηκε στον άγιο Γεώργιο. Πάντως, να πήρε το χωριό την ονομασία του «Καμένος» από τη συγκεκριμένη πυρκαγιά του 1770, όπως σημειώνει στη Γεωγραφία του ο Εμμ. Λαμπρινάκης[3], είναι απίθανο, αφού ήδη αναφέρεται με αυτήν την ονομασία από τον Καστροφύλακα, στα 1583 (San Zuane Caimeno). Άρα, το συμβάν αυτής τής καύσης που έδωσε το όνομά της στο χωριό θα πρέπει να τοποθετηθεί πριν από το έτος 1583.
Η μάχη του Αγίου Ιωάννου Καμένου: Στη θέση που βρίσκεται το χωριό αναχαιτίστηκε η είσοδος των Τούρκων στα Σφακιά, από τους επαναστάτες Ρούσο Βουρδουμπά, Μ. Κουρμούλη, Γ. Τσουδερό, Α. Μελιδώνη και Πωλογεωργάκη, κατά την επανάσταση του 1821. Εδώ, επίσης, ανάμεσα Αγίου Ιωάννου και Καλής Συκιάς, φονεύθηκε και ο περιβόητος Ισμαήλ αγάς Κουντούρης ή Γλυμίδης με είκοσι δύο άλλους Τούρκους, στις 17 Ιουνίου του 1821[4]. Οι Τούρκοι βλέποντας τον θάνατο τού αρχηγού τους πετούσαν έμφοβοι τα όπλα τους και έφευγαν. Δεν γνώριζαν το άγριο τοπίο, που ήταν γεμάτο χαράδρες και γκρεμνούς, έπεφταν σε συνεχείς ενέδρες και έπαθαν μεγάλη καταστροφή, πανωλεθρία.
Αλλά οι Αϊγιαννιώτες μαζί με Ροδακινιώτες έλαβαν μέρος και στη μάχη των Σελλιών, στις 17 Ιουλίου 1867, στην οποία ο Τουρκικός στρατός, καίτοι πολυαριθμότερος, υπέστη μεγάλη καταστροφή. Άλλη μάχη με τους Τούρκους στον Άη- Γιάννη φέρεται να έγινε το έτος 1890, καθώς και πολλές άλλες μικρότερης έκτασης και σημασίας, λόγω της θέσης «κλειδί» που το χωριό κατέχει στην περιοχή.
Παρά το ό,τι η ονομασία του χωριού «Άι- Γιάννης Καμένος» παραπέμπει με ασφάλεια σε ομώνυμο χωριό, που η εκκλησία του «άγιος Ιωάννης» γνώρισε, κάποτε, μεγάλη, από πυρκαγιά, καταστροφή, όμως κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρουμε και σχετική παράδοση που μας έκανε γνωστή ο πρώην Γυμνασιάρχης κ. Γ. Κουμεντάκης- η οποία χαρακτηρίζεται για την γλυκύτητα και την ευγένειά της, αλλά και γιατί οι παραδόσεις πρέπει να καταγράφονται επιμελώς και να μεταφέρονται στις επόμενες γενιές[5].
Σύμφωνα, λοιπόν, με την παράδοση αυτήν, η ονομασία του χωριού «Καμένος» οφείλεται στο εξής γεγονός. μια σεμνή και ανέγγιχτη βοσκοπούλα, έβλεπε κάθε βράδυ, σε μιαν ερημιά, να προβάλλει από έναν βάτο μια φωτεινή φλογίτσα, ένα απαλό γλυκό φως. Το έδειχνε στους άλλους συγχωριανούς της, μα αυτοί δεν έβλεπαν τίποτε. Στο τέλος, πεισμάτωσαν «οι μη βλέποντες» κι έβαλαν φωτιά στον βάτο, προς λύσιν του μυστηρίου. Η φωτιά, μετά από λίγο, έσβησε κι ένα αποκαΐδι λαμποκοπούσε μέσα στη στάκτη. Το πήραν οι χωριανοί κι έκπληκτοι είδαν πως ήταν ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, που από τη φωτιά είχε καεί στη μια του γωνία. Το πήραν με ευλάβεια και στην περιοχή του έστησαν το χωριό τους, που, ευλαβώς, για τον λόγο αυτόν, φέρει, έκτοτε, το όνομα «Καμένος». Το εικόνισμα αυτό φυλάσσουν, μέχρι σήμερα, οι χωριανοί ως λαμπρό και πολυτίμητο του χωριού τους κειμήλιο.
Βυζαντινοί ναοί του χωριού είναι η Μεταμόρφωση τού Σωτήρος, στην τοποθεσία Σαλιβαράδω, ΒΑ του Άϊ- Γιάννη, όπου επί Βενετοκρατίας (1577) υπήρχε εγκατάσταση ομώνυμου χωριού. Σώζονται λίγες αγιογραφίες και τέσσερις παλιές εικόνες. ανάμεσά τους ο Ιωάννης ο Πρόδρομος (1642), η Παναγία η Οδηγήτρια (1689) και ο Χριστός (1777).
Για τον συγκεκριμένο ναό υπάρχει παράδοση ότι για την ανέγερσή του ο κτήτωρ αυτού- ονόματι Σαλβαράς- χρησιμοποίησε αντί για νερό το γάλα που έπαιρνε από τα βόδια και τα γίδια που έβοσκε στο κοπάδι του. Κατά μια εκδοχή λόγω παντελούς ξηρασίας και έλλειψης νερού στην περιοχή, κατά δε μια άλλη γιατί οι κτήτορες είχαν πολλά κοπάδια από τα οποία προσπορίζονταν μεγάλες ποσότητες γάλακτος. Η περιοχή έκτοτε ονομάζεται Σαλβαράδων, εκ τού ονόματος αυτού τού πρώτου οικιστή και κτήτορος τού ναού τού Σωτήρος, Σαλβαρά.
Ο άγιος Θεόδωρος, στην τοποθεσία Μεσονήσι, επίσης ΒΑ του χωριού, με κατεστραμμένες τις περισσότερες αγιογραφίες του. Τέλος, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, όπου υπάρχει σπανιότατη τοιχογραφία (δύο σε ολόκληρη την Κρήτη) της Κρίσεως του Πιλάτου.
Κεντρικός ναός τού χωριού σήμερα είναι ο δίκλιτος των αγίου Παντελεήμονος και αγίας Βαρβάρας, ενώ προσμετρούνται και αρκετά παρεκκλήσια (αγίας Άννας, ο νεκροταφειακός του αγίου Γεωργίου, αγίου Νικολάου, αγίου Σπυρίδωνος, αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης) και εξωκλήσια (αγίας Κυριακής, ο σπηλαιώδης τού αγίου Αντωνίου, της Ζωοδόχου Πηγής, της Κοίμησης τής Θεοτόκου, της Οσίας Μαρίας τής Αιγυπτίας).
Το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ιωάννη ιδρύθηκε με δαπάνες των χωριανών, στις 7 Οκτωβρίου 1889. Το έτος 2000 ο Δήμος Φοίνικα συνέπτυξε τα σχολεία τής περιοχής και έκτοτε τα παιδιά τού Αγίου Ιωάννη, μαζί με τα παιδιά τής Κανέβου, μεταφέρονται στο Δημοτικό Σχολείο τού Πλακιά.
Από το έτος 1982 στο χωριό λειτουργεί και ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Ο Σαλβαράς» με πολλές δράσεις κυρίως γύρω από τη διατήρηση τής λαϊκής μας μούσας παράδοσης. Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός στην πορεία τού θεωρείται η αδελφοποίηση στην οποία ο σύλλογος προχώρησε τής κοινότητάς τους με την κοινότητα Άϊ- Γιάννη Πιτσιλιάς Λεμεσού, Κύπρου και το ανέβασμα από τη θεατρική του ομάδα τού «Ερωτόκριτου» τού Βιτσέντζου Κορνάρου.
Παλαιότερες οικογένειες τού χωριού Άγιος Ιωάννης ο Καμένος είναι οι Κουμεντάκηδες, οι Τρανταλίδηδες, οι Ζαμπετάκηδες, οι Παυλάκηδες, οι Γιακουμογιαννάκηδες, οι Μαριδάκηδες, οι Δασκαλαντωνάκηδες, οι Κατσουλάκηδες, οι Παυλάκηδες, οι Θεοδωράκηδες, οι Κουτσουδάκηδες.
Από τα άφθονα σπήλαια του χωριού, και ειδικά του φαραγγιού του Κοτσυφού, αναφέρουμε το Σπήλαιο των Αγίων (διαστάσεων: 6Χ2Χ3), που χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη των εικόνων του Αγίου Ιωάννη στις διάφορες επαναστατικές περιόδους, το Σπήλαιο του Βρυσιδόστενου (διαστάσεων 24Χ12Χ6), όπως και το σπηλαιοβάραθρο Τρυποδιάσελλο (βλ. υποσ. 109), που υπήρξαν καταφύγια στις διάφορες επαναστατικές περιόδους.
Στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη παρατηρούνται αρκετές εκτάσεις με δάση θηλυκού κυπαρισσιού, που οφείλονται στις άφθονες βροχές που δέχεται ο συγκριμένος τόπος, ίσως λόγω της γειτνίασής του με το φαράγγι τού Κοτσυφού. Έτσι, στο χωριό ευδοκιμούν όλων των ειδών τα δέντρα. κυπαρίσσια, δρύς, πλατάνια, αχλαδιές, μουριές, αμυγδαλιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, καλά κρασιά από λιάτικο σταφύλι και όλων των ειδών τα δημητριακά.
Στη θέση Κάκλαμας έχουν εντοπιστεί υπολείμματα πόλης των ΥΜΙΙΙ και υπομινωικών χρόνων[6]. Επίσης, στη θέση Άννα- Γιάννα, 1500 μ. ΝΑ τού Αγίου Ιωάννη και σε μια έκταση τριακοσίων περίπου στρεμμάτων, βρέθηκαν κατάλοιπα από την Υστερο- Μινωική εποχή (Υ. Μ. ΙΙΙ).
Οικισμός της κοινότητας Αγ. Ιωάννου η Κάνεβος, κάτοικοι 71 (2001), υψόμ. 440μ. βρίσκεται ένα χιλμ. μετά τον Άγ. Ιωάννη (διαδρομή: Αρμένοι- Άγ. Βασίλειος- Παλιόλουτρα- Αγ. Ιωάννης- Κάνεβος), σε ωραιότατο κατάφυτο τοπίο ποικίλης βλάστησης, πριν από την είσοδο στο φαράγγι του Κοτσυφού, απ’ όπου περνά ο δρόμος προς τον Πλακιά.
Όπως σημειώνει ο Στ. Σπανάκης, το τοπωνύμιο δεν αναφέρεται στις παλιότερες απογραφές της Βενετοκρατίας, παρότι είναι γνήσιο βενετσιάνικο. Για πρώτη φορά αναφέρεται στην απογραφή του 1928, στην κοινότητα Αγ. Ιωάννου του Καμένου με 50 κατοίκους. Στην επόμενη απογραφή τού 1940 δεν αναφέρεται καθόλου, ενώ το 1951 αναφέρεται ίδια κοινότητα Κάνεβος, με 107 κατοίκους και συνεχίζει: το 1961: 66 κατ., 1971:48, 1981: 39, 1991: 46, 2001: 71.
Για την ονομασία του οικισμού «Κάνεβος» ο κ. Κουμεντάκης[7] μάς προτείνει τρεις εκδοχές. α) από το όρνιο καναβός (ή σκάρα, ο γύπας), που τέτοιοι υπάρχουν άφθονοι στο παραπλήσιο φαράγγι του Κοτσυφού, τρέφονται με πτώματα και θνησιμαία και γι’ αυτό θεωρούνται ως οι «νεκροθάφτες» της περιοχής, β) από το ενετικό θηλυκό ουσιαστικό caneva, που σημαίνει οιναποθήκη, καπηλειό (πρβλ. και την ιταλ. λέξη cava= υπόγεια αποθήκη)[8]. Και είχαν- λέγει ο κ. Κουμεντάκης- στο χωριό τέτοιες υπόγειες οιναποθήκες, στις οποίες οι χωριανοί φύλασσαν το κρασί, που γινόταν εξαίρετο λόγω και του εξόχου κλίματος της περιοχής. Την εκδοχή αυτήν ασπαζόμαστε και εμείς ως την πιθανότερη, με την προσθήκη ότι μάλλον στην περιοχή του σημερινού χωριού να υπήρχε κάποιο καπηλειό, κρασοταβέρνα με χάνι, ως μέρος περαστικό που είναι, και από εκεί να προήλθε, με την πάροδο του χρόνου, το όνομα του χωριού. Και γ) σε μια απίθανη λαϊκή ερμηνεία- που, όμως, την μεταφέρω και αυτήν σύμφωνα με την ήδη εκφρασθείσα επιθυμία μας να διατηρούμε επιμελώς τις παραδόσεις τού τόπου μας. Αυτή η τελευταία στηρίζεται στην επιφωνηματική φράση «καν ανεβώ»- δηλαδή «αν ανεβώ», που πρόφεραν τα παλιά χρόνια οι Ροδακινιώτες και οι Σφακιανοί σαν αναγκάζονταν- λόγω μη ύπαρξης γέφυρας- να ξεφορτώνουν από τα υποζύγια τα ασκιά τους με το λάδι και να τα φορτώνονται στη συνέχεια οι ίδιοι, προκειμένου να τα μεταφέρουν στην απέναντι όχθη του φαραγγιού. Έλεγαν λοιπόν, πριν επιχειρήσουν το δύσκολο αυτό και τολμηρό εγχείρημα, με την ιδιόρρυθμη Σφακιανή προφορά τους, την προαναφερθείσα επιφωνηματική φράση: «καν ανεβώ!...», δηλαδή θα τα καταφέρω να περάσω τις δυσκολίες του φαραγγιού(;), απ’ όπου και το γειτονικό χωριό έλαβε την ονομασία του Κάνεβος.
Τέλος, η Χρυσ. Τσικριτσή [Συμβολή στη μελέτη των τοπωνυμίων της Κρήτης, Τοπωνύμια από οικογενειακά ονόματα, Αμάλθεια 6 (1975), 34], θεωρεί ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από οικογενειακό όνομα, ενώ ο Π. Βλαστός το σημειώνει Κάνωβο και το σχετίζει, εσφαλμένα, με την παλιά αιγυπτιακή πόλη Κάνωβας (Κάνωβος).
Τοπωνύμια από τη λέξη Κάνεβο και Κάνεβος υπάρχουν και σε άλλα μέρη της Κρήτης, όπως στον Πρινέ Ρεθύμνου, στις Βολιώνες Αμαρίου, στην Αγία Γαλήνη (ως Κάνεβα) και συνοικισμός στο Δήμο Ταυρωνίτη, της επαρχίας Σελίνου.
Επί Βενετοκρατίας η λέξη θα πρέπει να ήταν πολύ κοινή, όπως αυτό φαίνεται σε δημοτικά τραγούδια της εποχής, που δημοσίευσε ο Γεώργ. Κουρμούλης: Έτσι, ο πατέρας ή η μητέρα παραγγέλλει στον γιο ότι όταν πηγαίνει προς διασκέδαση πρέπει να προτιμά να παρακάθεται με πρόσωπα σεβαστά και καλύτερα από αυτόν, έστω και αν πρόκειται να φύγει από το συμπόσιο νηστικός:
Υιγιέ μ’ αν πας ‘ς την Κάνοβο απού ‘ν’ οι χαροκόποι,
τήρα διατήρα το σκαμνί τον τόπο να καθίζης
με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου…

Και το ίδιο δημοτικό σε άλλη παραλλαγή:

Γιε μου, κι’ αν πας ‘ςτην κάνεβο απού ’ν οι χαροκόποι
Ντήρα διαντήρα το σκαμνί την τάβλα να καθίζεις…

Σε τρίτη παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού δίδεται η ερμηνεία της άγνωστης λέξης «κάνοβο»- «κάνεβο» των παραπάνω παραλλαγών:
Γροικάτ’ είντα παράγγερνε γεις φρόνιμος του γιού ντου
-Γιε μου, κι αν πας ‘ςτο καπηλειό και βρης τσοι χαροκόπους…[9]
Ο Γ. Κουρμούλης παρατηρεί ότι είναι εύλογο να θεωρήσουμε, από το προσηγορικό «καπηλειό» της τελευταίας παραλλαγής, ότι και στις λέξεις «κάνοβο» και «κάνεβο» των δύο πρώτων παραλλαγών- εφόσον με αυτές δεν υποδηλώνονται σαφώς τοπωνύμια- υποκρύπτονται ουσιαστικά άγνωστα μέχρι σήμερα από ετυμολογική και σημασιολογική άποψη, που περαιτέρω τα ουσιαστικά αυτά για την ομοιότητα των στίχων θα πρέπει να είναι συνώνυμα ή συγγενικής μεταξύ τους και προς το προσηγορικό «καπηλειό» σημασίας[10]. Οπότε, κάνε(ο)βος= το καπηλειό, η οιναποθήκη, σύμφωνα με όσα παραθέσαμε παραπάνω κατά την ετυμολόγηση του τοπωνυμίου.
Η Κάνεβος κτισμένη στην είσοδο τού φαραγγιού τού Κοτσυφού αποτελεί φυσικό πέρασμα σε όσους πρόκειται να ταξιδέψουν από Ρέθυμνο προς Μύρθιο, Μαριού, Πλακιά, Σελλιά, Ροδάκινο και Σφακιά. Προκατοχικά τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν μόνο μέσω Κανέβου, όπου βρισκόταν το τέρμα τού λεωφορείου. Ο σημερινός δρόμος από Κάνεβο που εξυπηρετεί τα χωριά αυτά έγινε μεταπολεμικά. Μέχρι τότε, λοιπόν, η Κάνεβος ως επικοινωνιακό κέντρο είχε αναπτύξει σημαντική κίνηση και πολλά εμπορικά καταστήματα όλων των ειδών (υποδηματοποιεία, σιδηρουργεία, ραφεία, πεταλωτήρια, ντενεκετζίδικα, κουρεία επιπλοποιεία, εμπορικά ενδυμάτων κτλ, μέχρι και πανδοχείο), δεδομένου ότι πολλοί κάτοικοι των παραπάνω «Κάτω Χωριών» προτιμούσαν να ψωνίζουν από την Κάνεβο, για να μην ταλαιπωρούνται μεταβαίνοντες στο Ρέθυμνο, που το λεωφορείο- λόγω τής κακής κατάστασης τού δρόμου- απαιτούσε περί τις δύο ώρες να μεταβεί[11].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ευχαριστώ θερμά τον πρώην Γυμνασιάρχη κ. Γιάννη Γ. Κουμεντάκη και τον κ. Χρίστο Στυλ. Τρανταλίδη, για τη βοήθειά τους στη συγκέντρωση των τοπωνυμίων των χωριών Αγίου Ιωάννη Καμένου και Κάνεβου.
Τα παραπάνω τοπωνύμια συμπλήρωσα από την καταγραφή των τοπωνυμίων του Αγίου Ιωάννη του έτους 1953, από την, τότε, δασκάλα του χωριού Αλεξ. Τζεδάκη. Η καταγραφή αυτή φυλάσσεται, σήμερα, στην Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών (ΕΚΙΜ), στο Ηράκλειο.
[2] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 313.
[3] Πρβλ. Εμμ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 65, όπου ο Λαμπρινάκης σημειώνει πυρπόληση του συγκεκριμένου ναού από Γιαννίτσαρους το έτος 1770.
[4] Εμμ. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π., 65-66.
[5] Την ίδια ακριβώς παράδοση καταγράφει και η δασκάλα του χωριού, κατά το έτος 1953, Χρυσούλα Οικονομάκη, στην καταγραφή των τοπωνυμίων του Αϊ- Γιάννη από την Εταιρία Κρητικών ιστορικών Μελετών (ΕΚΙΜ).
[6]Bulletin de Correspondance Hellenique, Athennes et Paris, 1967, 149, στον Χάρη Κ. Στρατιδάκη, Αρχαιολογικές θέσεις στο Ν. Ρεθύμνης και τα Νεολιθικά ως και τα Ρωμαϊκά χρόνια, Κρητολογικά Γράμματα 9/10 και 11(1994-95), 109.
[7] Βλ. και Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 42.
[8]Την ίδια άποψη δες και στον αείμνηστο συντοπίτη μας Καθηγητή τής Γλωσσολογίας τού Παν/μιου Αθηνών, Γεώργ. Ι. Κουρμούλη (Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, Τοπωνυμικά Ζητήματα, Περί του ετύμου της λέξεως Κάνεβο, Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β΄, Αθήναι 1939, 245 εξ.). Ο Γ. Κουρμούλης σημειώνει, περαιτέρω, ότι το ιταλικό θηλ. ουσιαστ. canova ή caneva (= οιναποθήκη, καπηλειό) εισήχθη κατά την Ενετοκρατία στην Κρήτη και σχηματίστηκαν από αυτό τοπωνύμια μερικά μεν αυτούσια (Κάνεβα), μερικά δε μεταπλασθέντα κατά την κατάληξη, ώστε να λήγουν σε –ο (Κάνεβο-Κάνοβο) ή σε –ος (Κάνεβος- Κάναβος).
[9] Α. Κριάρη, Συλλογή Κρητικών δημοτικών ασμάτων, Αθήναι 1920, 205.
[10] Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, ό.π.,252.
[11] Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 38-39.

Δεν υπάρχουν σχόλια: