ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ *** ΕΠΙΡΡΗΜΑ



 ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ  

(4η συνέχεια)

      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ



ΕΠΙΡΡΗΜΑ


Εσφαλμένα πιστεύουν μερικοί ότι οι κατάληξη των επιρρημάτων στη Δημοτική είναι μόνο [-α]. Αντίθετα, και η λόγια κατάληξη [-ως] διατηρείται σε πολλά επιρρήματα και έτσι λέμε: προηγουμένως, επομένως, κυρίως, ακριβώς, επιεικώς, εντελώς, ευτυχώς, πιθανώς ή πιθανόν και, ακόμα, ευχαρίστως, εκτάκτως, αμέσως και όχι: προηγούμενα, επόμενα, κύρια, πιθανά, ευχάριστα, έκτακτα, άμεσα. Ορισμένα παραδείγματα: «Πιθανώς (ή πιθανόν) να είναι έτσι» και όχι «Πιθανά να είναι έτσι», όπως, πολλές φορές, το άκουσα να λέγεται από δημοσιογράφους και όχι μόνον «εν ονόματι» της Δημοτικής. Επίσης, λέμε: «έρχομαι ευχαρίστως» και όχι «ευχάριστα» κ.ο.κ. Αυτά τα τελευταία δημιουργούν σύγχυση με ουδέτερα επίθετα, πληθυντικού αριθμού, πχ. πιθανά κρούσματα, ευχάριστα θέματα κ.λπ.


Ακόμα, πολύ συνηθισμένα λάθη στη χρήση των επιρρημάτων είναι τα εξής:


Η πρόθεση πριν συντάσσεται με από και αιτιατική και λέμε: Πριν από την έναρξη των αγώνων υπήρξε μεγάλη ζήτηση εισιτηρίων. Πβ. και το επίρρ. πριν (τρεις μήνες πριν) και τον σύνδεσμο πριν (πριν φύγει).


Αντίθετα, η πρόθεση μετά δεν χρειάζεται να ακολουθείται από την πρόθεση από και έτσι το ορθό είναι να λέμε: Μετά την τέλεση των αγώνων και όχι: μετά από την τέλεση των αγώνων (λέμε, όμως, ύστερα από την τέλεση των αγώνων). Επίσης, μετά το μάθημα, μετά το φαγητό κ.λπ και όχι μετά από το μάθημα ή μετά από το φαγητό. Η σύνταξη μετά από είναι κανονική, όταν ακολουθεί αντωνυμία, π.χ. μετά από αυτόν θα περάσεις εσύ στην αίθουσα.  


                                            *  *  *

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ *** Η πίστη του λαού μας για το αγιοκωνσταντινάτο



ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
ΤΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Η πίστη του λαού μας για το   αγιοκωνσταντινάτο

 ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


      Η περίπτωση των λατρευτικών της χριστιανικής πίστης αντικειμένων- όπως εδώ και το αγιοκωνσταντινάτο- είναι μια, ακόμη, θεολογική αλήθεια, η οποία αναδεικνύει και αποδεικνύει το γεγονός της μετοχής και αυτής της άψυχης φύσης στη χάρη του Θεού. Με τέτοια γεγονότα και φαινόμενα καταδεικνύεται με τρόπο σαφή και έκδηλο το γεγονός της αποπνευμάτωσης της ύλης, καθώς η χάρη του Θεού μεταστοιχειώνει όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου, περαιτέρω δε και όλη τη φυσική δημιουργία.
    Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά ο λαός μας πιστεύει ότι το  
ά γ ι ο     κ ω ν σ τ α ν τ ι ν ά τ ο  (α γ ι ο κ ω σ τ ά ν τ ι ν ο, στην Κρήτη) έχει τη δύναμη να διώχνει τη βασκανία, να σταματά το αίμα, να θεραπεύει την επιληψία (σεληνιασμό)[1], το λύσιμο του ομφαλού, τον πυρετό, τον ίκτερο (κοιν. χρυσή). Ακόμα, ότι βοηθά τις ετοιμόγεννες να γεννήσουν εύκολα και τις ανύπανδρες να βρουν άνδρα, ενώ γίνεται η ελπίδα του ξενιτεμένου για τον περιπόθητο γυρισμό στην πατρίδα.

   Όλες αυτές οι δοξασίες- που συχνά καθίστανται και προλήψεις- γύρω από το άγιο κωνσταντινάτο, πηγάζουν από την πίστη του λαού μας, που το συνδέει με τον ά γ ι ο  Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο  (306-337). Σύμφωνα, λοιπόν, με μια παράδοση, η  α γ ί α  Ε λ έ ν η, όταν το 326 μ.Χ. βρήκε τον Τίμιο Σταυρό στα Ιεροσόλυμα, διέταξε να κοπεί στα δύο και ο μισός να παρέμενε στον τόπο του θείου μαρτυρίου, στα Ιεροσόλυμα, και ο άλλος μισός να έπαιρνε τον δρόμο προς τη Βασιλεύουσα. Την ώρα που το πριόνι χάραζε, για να κόψει το Τίμιο Ξύλο, ο άρχοντας χρυσοχόος του παλατιού φρόντισε να μαζέψει τα ιερά πριονίδια που έπεφταν χάμω, για να μη σκορπιστούν γύρω και τα πατήσουν τα βέβηλα πόδια των ασεβών και απίστων. Αυτά τα πριονίδια, λέγεται, τα πήγε, στη

συνέχεια, στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο  στην Κωνσταντινούπολη και τα χρησιμοποίησε κατά την κοπή του νέου αυτοκρατορικού νομίσματος, με το ιδιότυπο βαθουλωτό σχήμα και την παράσταση του Τιμίου Σταυρού ανάμεσα στον άγιο Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη.

  Γι’ αυτό, λένε ότι το αγιοκωνστάντινο, έκτοτε, όταν είναι γνήσιο, έχει τη δύναμη του Τιμίου Ξύλου.  να μη λαβώνεται όποιος το φέρει επάνω του, να επιταχύνει τη ζύμωση του ψωμιού, να μην καίγεται στην φωτιά το βαμβάκι με το οποίο το έχουμε περιτυλιγμένο. Τέτοιες παραδόσεις έκαναν τους παλιούς μας να θεωρούν το αγιοκωστάντινο πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο, να το χρησιμοποιούν ως φυλακτό και να το φυλάσσουν, συνήθως, στο εικονοστάσι του σπιτιού τους, ενώ, σε μερικά μέρη, και να το λειτουργούν μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Πέμπτη.

  Όμως, ο Φαίδων Κουκουλές, αντίθετα προς την παραπάνω όμορφη του λαού μας παράδοση, θεωρεί ότι τα άγιο- Κωνσταντινάτα αναφέρονται στον αυτοκράτορα Α λ έ  ξ ι ο  τον Γ΄ Ά γ γ ε λ ο, που έτρεφε απεριόριστο σεβασμό προς τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ώστε φορούσε εγκόλπιο νόμισμα με την εικόνα του εν λόγω προστάτη του Αγίου. Επομένως, λέγει ο Φ. Κουκουλές, η παλιότερη του εθίμου του αγιοκωνσταντινάτου μνεία πρέπει να αναχθεί στα έτη της βασιλείας αυτού του αυτοκράτορα (1195-1203)[2].

Σε επίσκεψή μου στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας πριν μερικά χρόνια, είδα να εκτίθεται σειρά όλη σολδίων και χρυσών νομισμάτων (υπερπύρων) και μολυβδόβουλων, στα οποία ο εν λόγω αυτοκράτορας εικονίζεται, τωόντι, με τον άγιο Κωνσταντίνο. Πάντως, στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας βρήκα να εκτίθενται κωνσταντινάτα και από Λέοντα τον Γ΄, τον  Ίσαυρο (717- 41), όχι, όμως, και νωρίτερα!... Οπότε, η ιστορία του κωνσταντινάτου μπορεί να παραμένει ένα πρόβλημα, η πίστη, όμως, του λαού μας σε αυτό συνεχίζει να είναι αμετακίνητη και εδραία.

          Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορούμε να εξηγήσουμε την πίστη των χριστιανών της Κ α π π α δ ο κ ί α ς ότι οι άγιοι και Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη (21 Μαΐου), είναι προστάτες και βοηθοί εκείνων που πηγαίνουν ως προσκυνητές στους Αγίους Τόπους. Υπάρχει, μάλιστα, και ευχή που την έλεγε ο μικρασιατικός ελληνισμός: «Με τη βοήθεια του αγίου Κωνσταντίνου να πάτε και με την ευχή της αγίας Ελένης να γυρίσετε». 

         Η πίστη αυτή του Μικρασιατικού ελληνισμού εδράζεται, προφανώς, στο μέγα έργο που οι εν λόγω Άγιοι επιτέλεσαν στην Αγία Γη, και μάλιστα η αγία Ελένη, που στη Βηθλεέμ και τον Γολγοθά διεξήγαγε μεγάλες ανασκαφές κατά τις οποίες ανακαλύφθηκαν οι τόποι της Γέννησης, της Σταύρωσης, της Ανάστασης, καθώς και ο Τ ί  μ ι ο ς  Σ τ α υ ρ ό ς του Κυρίου σύμφωνα με τα παραπάνω. Εκεί, η αγία Ελένη ανέγειρε, με αυτοκρατορικές χορηγίες, τους μεγαλοπρεπείς ναούς της Γέννησης (στη Βηθλεέμ) και της Ανάστασης (στον λόφο του Γολγοθά), που μέχρι σήμερα αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία και σεβάσματα του Χριστιανισμού.

   

[1] Στον Φαίδωνα Κουκουλέ βρίσκουμε και θεραπεία σεληνιασμού με «φλωρί Κωνσταντινό», από Ηπειρωτικό ιατροσόφιο του ΙΖ΄ αιώνα [«Κωνσταντινάτα», περιοδ. Λαογραφία 6 (1917), 216-17].

           [2] Φαίδωνος Ι. Κουκουλέ, «Κωνσταντινάτα», περιοδ. Λαογραφία 6 (1917), 220. Πβ. και Γιάννη Χλουβεράκη, «Το Κωνσταντινάτο», περιοδ. Αμάλθεια, Άγιος Νικόλαος Κρήτης, 144-145 (Ιουλ.- Δεκ. 2005), 211-212.

ΛΕΥΤΕΡΗ Κ. ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗ *** Ρεθυμνογνωσία



 ΛΕΥΤΕΡΗ Κ. ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗ

Ρεθυμνογνωσία
[Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», Ρέθυμνο 2017, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 496]


 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Έχω επισημάνει και στο παρελθόν ότι θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή της ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια, έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση της ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση αυτών. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που, σε τελική ανάλυση, η εργασία αυτή, συνήθως, αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό ερωτικής αγάπης και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων του τόπου καταγωγής.
      Μια τέτοια δουλειά, που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και αφορά, όμως, όχι σε ένα αλλά σε εκατό χωριά του νομού Ρεθύμνου είναι και η παρουσιαζόμενη με το σημείωμά μας αυτό, με τον πρωτότυπο τίτλο «Ρεθυμνογνωσία» (κατά το…«Πατριδογνωσία»), του εκλεκτού συνταξιούχου δασκάλου, από τον Άρδακτο Αμαρίου, κ. Λευτέρη Κ. Κρυοβρυσανάκη, συγγραφέα και πολλών άλλων ρεθεμνιώτικων βιβλίων και Αθλητικού Συντάκτη των «Ρεθεμνιώτικων Νέων» (1987- 2016).
    Το εν λόγω, λοιπόν, βιβλίο αποτελεί απόρροια της εθελοντικής συνεισφοράς όχι πολλών, όσα και τα χωριά, αλλά ενός μόνον ανθρώπου, που δεν ωθείται, άρα, σε τούτο από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις του τόπου καταγωγής, αλλά από το γενικότερο προσωπικό του ενδιαφέρον και την αγάπη του συνολικά για τον ευλογημένο τόπο μας- όπως o ίδιος αποκαλεί το Ρέθυμνο- με τις πλούσιες φυσικές ομορφιές, τη μακραίωνη Ιστορία, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα που συνθέτουν το βιβλίο της διαχρονικής του πορείας στο ιστορικό γίγνεσθαι.
       Ο συγγραφέας, στα 36 χρόνια που υπηρέτησε ως δάσκαλος, μόνιμο μέλημά του είχε πώς να μεταγγίσει στους μαθητές του το ενδιαφέρον να γνωρίσουν καλύτερα τον τόπο τους, ενώ η συνεχής και για πολλά χρόνια υπηρεσία του σε μονοθέσια σχολεία (από τα 36 χρόνια υπηρεσίας τα 28 διανύθηκαν σε μονοθέσια σχολεία!), τον ώθησε, ως δάσκαλο και συγγραφέα, να φροντίζει συνεχώς για τον εμπλουτισμό, με πλούσιο υλικό βάσης, του αρχείου του με στοιχεία για τα χωριά αυτά, σαν την μέλισσα- όπως γράφει και ο ίδιος χαρακτηριστικά- που πετά από λουλούδι σε λουλούδι συλλέγοντας το μέλι της γνώσης. Οι πληροφορίες του προέρχονται από πηγές έγκυρες του τόπου που υπηρετούσε κάθε φορά, με οδηγό του πάντα- όπως προλογικά σημειώνει- ό,τι ευγενέστερο και υψηλότερο διακρίνει και καταξιώνει την προσωπικότητα του ανθρώπου. τη θρησκεία, την πατρίδα, το σχολείο, την οικογένεια, τον αθλητισμό και τον πολιτισμό. Αποτέλεσμα του μόχθου του αυτού ήταν να καταγράψει μαρτυρίες, αναμνήσεις και αφηγήσεις, τις οποίες διασταύρωσε, επιβεβαίωσε και ταυτοποίησε και συμπληρώνοντάς τις σήμερα και με μια βιβλιογραφία, που αναφέρεται, βασικά, σε τοπικά βιβλία και σχετική αρθρογραφία στις εφημερίδες αναφερόμενη σε χωριά και οικισμούς του νομού μας, δημιούργησε το παρουσιαζόμενο έργο του.
       Το σύνολο του βιβλίου είναι δομημένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξετάζει τα γεγονότα τού κάθε χωριού- οικισμού σύμφωνα, βασικά, με την ιστορική του πραγματικότητα και τη διαχρονική συμμετοχή του στους εθνικούς αγώνες, άλλα και άλλα ήσσονος σημασίας θέματα, που και αυτά, βεβαίως, ανάγονται ευρύτερα στην ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου. Παραθέτει, επίσης, κατά χωριό, τα πληθυσμιακά στοιχεία των διαφόρων απογραφών που έλαβαν χώρα από την Ενετοκρατία μέχρι και σήμερα, αλλά και πλείστα άλλα στοιχεία που αφορούν στο όνομα του χωριού, τη γεωφυσική του πραγματικότητα και στα σπήλαια που υπάρχουν σε αυτό, στην Εκκλησία (ναούς- ιερείς), στο Σχολείο, με αναφορά στις σχολικές μονάδες, στο μαθητικό δυναμικό και στους δασκάλους που υπηρέτησαν, στον πολιτισμό και στον αθλητισμό, καθώς και σε όλους τους επιστήμονες, πολιτικούς, δικαστικούς, στρατιωτικούς και λοιπούς ανθρώπους του πνεύματος και του πολιτισμού που διακρίθηκαν στο κάθε χωριό.
      Πέραν όμως, του βασικού αυτού υλικού της καταγραφής των 100 χωριών του νομού Ρεθύμνου, οι πρώτες εκατό σελίδες του βιβλίου αναφέρονται σε γενικότερα θέματα που αφορούν στην Εκκλησία (Μητροπολίτες) και στις Μονές, στη Διοίκηση (με λεπτομερή αναφορά στα πολιτικά πρόσωπα του νομού), στο Στρατό, στα Σώματα Ασφαλείας και στην Εκπαίδευση του νομού Ρεθύμνου (με αναφορά δεκάδων στρατιωτικών και πρωτοπόρων  δασκάλων του πνεύματος).
    Πιστεύουμε ότι ο εκλεκτός και δημιουργικά ανήσυχος  συγγραφέας τού παρόντος έργου, κ. Κρυοβρυσανάκης, επιτέλεσε το καθήκον του στο ακέραιο. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στο τόπο του είναι, ασφαλώς, εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειες του και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η χρησιμότητα του έργου είναι προφανής, παρέχοντας στον απλό αναγνώστη ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, αλλά και στον ερευνητή του τόπου ένα υλικό που, οπωσδήποτε, προσφέρεται για περαιτέρω επεξεργασία και αξιοποίηση. Τα περισσότερα από τα εννιά βιβλία του κ. Κρυοβρυσανάκη, που έχει μέχρις στιγμής εκδώσει, κεντρική αναφορά τους, όπως γίνεται από τον ίδιο τον τίτλο τους άμεσα φανερό, έχουν τον νομό μας, το Ρέθυμνο (Ρεθεμνιώτικος Πανδέκτης, Ρεθεμνιώτικος Στίβος, Ρεθεμνιώτικο Ποδόσφαιρο, Πανόραμα Ρεθύμνου, αλλά και το παρουσιαζόμενο, τελευταίο του, έργο Ρεθυμνογνωσία). Γι’ αυτήν την πολύτιμη  προσφορά του στον τόπο του ο κ. Λευτέρης Κρυοβρυσανάκης είναι άξιος θερμών συγχαρητηρίων και πολλών ευχαριστιών.