Λαογραφικά του αγίου Νικολάου

Ο άγ. Νικόλαος με εικόνες από τον βίο του (Αγγέλου, 15- 16 αι.)


  
    Συναξαριακά- Βιογραφικά στοιχεία


      Ο άγιος Νικόλαος Μύρων (6 Δεκ.) γεννήθηκε στα Πάταρα της Μ. Ασίας, στα μαρτυρικά χρόνια των φοβερών τυράννων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού (γ΄ αιώνας). Από παιδί αφιερώθηκε ολόκληρος στον Θεό, αμέσως δε μετά τον θάνατο των γονέων του έγινε εκουσίως πτωχός, διαμοιράζοντας την περιουσία του στους πτωχούς και ανήμπορους. Έγινε επίσκοπος Μύρων Λυκίας και ίδρυσε πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα. πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, ξενώνες, νοσοκομείο. Κατά τους διωγμούς του Διοκλητιανού και του Μαξιμίνου στήριξε τους πιστούς και γι’ αυτό εξορίστηκε. Επέστρεψε, όμως, και πάλιν στα Μύρα, όταν ανέλαβε τη βασιλεία ο Μ. Κωνσταντίνος. Έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο κατά του Αρείου, που έγινε στη Νίκαια, το 325. Εκεί, για την ορθή του πίστη και διδασκαλία, αναδείχθηκε, σύμφωνα και με το απολυτίκιό του, «κανόνας πίστεως», δηλαδή άριστον υπόδειγμα χριστιανού επισκόπου και διδασκάλου. Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», επειδή τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο. Τα λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα έως και τον ενδέκατο αιώνα, όταν το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στην ιταλική πόλη Μπάρι, όπου τοποθετήθηκαν στον Ναό του Αγίου Στεφάνου.


       Προστάτης των ναυτικών


      Σε όλο το εύρος του Χριστιανισμού ο άγιος Νικόλαος θεωρείται κύριος των λιμένων και των θαλασσών και κατ’ εξοχήν προστάτης των ναυτικών και των εργαζομένων, γενικά, στη θάλασσα, καθώς και προστάτης του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. Γι’ αυτό και οι εκκλησίες του οικοδομούνται σε παραθαλάσσιες και μάλιστα ναυτικές περιοχές, όπου διαβιούν άνθρωποι όπως και οι παραπάνω, που έχουν άμεση σχέση με τη θάλασσα. Βέβαια, αυτά μετά τα χρόνια της Ενετοκρατίας, που ο άγιος Νικόλαος προστάτης, μέχρι τότε, των επαγγελματιών (υποδηματοποιών, μικρεμπόρων κ.λπ.), διαδέχθηκε και ανέλαβε την προστασία των ναυτιλομένων από τον μέχρι τότε προστάτη τους άγιο Φωκά. Επί πλέον, ο άγιος Νικόλαος έχει χαρακτηριστεί ως «ο θησαυρός των πτωχών, ο συνοδίτης των οδοιπόρων, ο κυβερνήτης των εν θαλάσση, ο ιατρός των νοσούντων, ο έξαρχος της ευεργεσίας, ο συμπαραστάτης των θλιβομένων»[1].
Θεωρείται από τους πιο δημοφιλείς Αγίους της Εκκλησίας μας. Παντού, σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, από τον δέκατο, κυρίως, αιώνα και μετά, χιλιάδες ναών αφιερώνονται σε αυτόν, ούτως ώστε να μπορούμε να πούμε ότι έρχεται στη δεύτερη, μετά την Παναγία Μητέρα, θέση ως προς τον αριθμό των ναών των αφιερωμένων σε αυτόν. Η ορθόδοξος Ανατολή τον τιμά ιδιαιτέρως και τον θεωρεί ως το κατ’ εξοχήν πρότυπο «πατρός και ποιμενάρχου».


 Ο «ασπρογένης», ο «παππούς» καπετάνιος


 

Ιδαίτερα, όμως, αγαπητός είναι στην Ελλάδα- χώρα κατεξοχήν θαλασσινή- όπου τον τιμούν ιδιαίτερα οι ναυτικοί μας, στους οποίους έρχεται μόνιμα αρωγός και σωτήρας στις δύσκολες στιγμές τους, σύμφωνα με συναξαριακές και νεοελληνικές παραδόσεις. Αλλεπάλληλες φορές- και όσο ζούσε και μετά θάνατον- ο άγιος Νικόλαος παρενέβη με τρόπο θαυματουργικό, για να προστατεύσει πλοία και ταξιδιώτες που παράδερναν κινδυνεύοντας στη δίνη των κυμάτων. Έχουν να διηγηθούν την ολόσωμη παρουσία του Αγίου στις τρικυμίες, πάνω στο τιμόνι, όταν οι ναύτες και οι καπετάνιοι μην έχοντας πια ελπίδα καμιά, προστρέχουν, για να σωθούν, στον «ασπρογένη καπετάνιο», τον «παππού», ο οποίος τρέχει και προφθαίνει σε κάθε ανάγκη και δυσκολία. Όλοι έχουν προσωπική πείρα της ταχύτατης προστασίας του θαυματουργού αυτού Αγίου, που μπορεί, για τον λόγο αυτόν, να ονομαστεί «γοργοϋπήκοος», θαυματουργός[2]. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο άγιος Νικόλαος είναι αυτός που επινόησε το πηδάλιο, χαρίζοντας στα πλοία μεγάλα και ασφαλή ταξίδια. Μικρά και μεγάλα ελληνικά καράβια έχουν, γι’ αυτό, απαραιτήτως, την εικόνα του, ενώ πολλές είναι οι εκκλησίες του και περισσότερο στα νησιά και τα παράλια της Χώρας μας.
     Θέλοντας ο ελληνικός λαός να εξηγήσει αφενός την ιδιαίτερη αυτήν τιμή που γνωρίζει στην ορθόδοξη Ανατολή ο άγιος Νικόλαος και, αφετέρου, τον ανά τέσσερα- και, μάλιστα, δυσοίωνα, κατά τις λαϊκές αντιλήψεις- χρόνια εορτασμό του άλλου αγίου, του Κασσιανού του Ομολογητή (29 Φεβρουαρίου), του αποκαλούμενου και Ρωμαίου, έπλασε μιαν όμορφη και χαρακτηριστική παράδοση. Σύμφωνα, λοιπόν, με την εν λόγω παράδοση, ο Θεός τιμώρησε τον άγιο Κασσιανό να εορτάζει κάθε τέσσερα χρόνια, όταν ο τελευταίος του παραπονέθηκε ότι οι άνθρωποι τιμούν εξαιρετικά τον άγιο Νικάλαο, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε με τον ίδιο. Τότε είναι που ο Θεός του έδειξε τον άγιο Νικόλαο που κατέφθανε κάθιδρως από το πέλαγος, όπου είχε προστρέξει προς βοήθεια και σωτηρία ναυτικών που είχαν ζητήσει τη βοήθειά του[3]  (εικ. 1). Χαρακτηριστικά της θαλασσινής του ιδιότητας και της προστασίας που ο Άγιος παρέχει προς τους θαλασσινούς (αντίστοιχος προς την Αφροδίτη Θαλασσαίην ή Ευπλοίαν ή Πελαγίαν ή Ποντίαν των αρχαίων) είναι και τα λατρευτικά του επίθετα: Ναύτης (Γαλαξίδι), Θαλασσίτης (Χίος, Πάρος), Αρμυρής (Μάνη)[4], Νεφοκράτης (Κύπρος)[5]. Έτσι, ο Άγιος Νικόλαος αντικατέστησε στον Χριστιανισμό τον προστάτη των ναυτιλλομένων κατά την αρχαιότητα Ποσειδώνα. Οι εικόνες του είναι γεμάτες αφιερώματα πλοίων, προερχόμενα από τάματα των ναυτικών που κάποτε κινδύνευσαν. Στη Σάμο πολλοί από τους παλιότερους ναυτικούς, σε περιπτώσεις επικίνδυνων τρικυμιών, ρίχνουν στη θάλασσα το καντήλι ή λίγα από τα κόλλυβα που παρασκευάζονται στους ενοριακούς ναούς που εορτάζουν και διανέμονται στους πιστούς στο τέλος του εσπερινού της παραμονής[6]. Το ίδιο κάνουν και οι θαλασσινοί της Κίου, οι οποίοι σκορπώντας τα στη θάλασσα λέγουν: «Αϊ- Νικόλα μου, και πάψε την ορμή σου! Και αμέσως παύει η τρικυμία»[7].


       Άις-Νικόλας  ο  «Κλέφτης»


        Παλιά, όταν άκμαζε η πειρατεία, οι πειρατές, ως ναυτικοί και αυτοί, θεωρούσαν τον άγιο Νικόλαο ως «προστάτη» τους άγιο, στον οποίο  ξεχώριζαν,  μάλιστα,  και  αφιέρωναν ένα μέρος από τη λεία τους, για να έχουν, λέει, γενναία τη… βοήθειά του κατά τις πειρατικές τους επιδρομές. Μάλιστα, όταν οι πειρατές έμελλαν να αποπλεύσουν, τελούσαν και αγιασμό πάνω στο πλοίο και ευχόντουσαν: «άγιε Νικόλα, στην πλώρη μας και το μερτικό σου να βγει και με το παραπάνω», πράγμα που σήμαινε να συνεργήσει ο Άγιος στην πειρατική πράξη τους, να έχουν μεγαλύτερα κέρδη, οπότε, αναλογικά, και το κέρδος του Αγίου να μεγαλώσει… Προς τούτο αυτός ο άγιος Νικόλαος ονομαζόταν άις-Νικόλας ο Κλέφτης. Πάντως, όλα αυτά αποτελούν, θεωρώ, παλιά ελληνική κληρονομιά από το αρχαίο ελληνικό Δωδεκάθεο, όπου κι εκεί ο θεός Ερμής ήταν, όπως γνωρίζουμε, κλέφτης και… προστάτης της κλοπής.


         Άλλοι Άγιοι «προστάτες» των Κλεφτών ήταν η Παναγία η Κλεφτρίνα και ο Σταυρός ο Κλέφτης (14 Σεπτ.), γιατί από την παραμονή της ημέρας αυτής, που σχεδόν έληγε η συγκομιδή και ο τρυγητός, η επίβλεψη των αμπελώνων γινόταν αμελέστερη, με αποτέλεσμα τα παιδιά να εισέρχονται σε αυτούς και να κλέβουν τα σταφύλια, προστατευόμενα, δήθεν, από τον τίμιο Σταυρό[8]. Ο Παντελής Πρεβελάκης βάζει τη θειά Ρουσάκη να ονομάζει τον άι-Νικόλα «Κλέφτη», γιατί βοηθούσε, λέει, τα κλέφτικα καράβια στον ξεσηκωμό του 1866[9].


          Προστάτης των ορφανών, των φτωχών και ανυπόδητων


           Όμως τον άγιο Νικόλαο δεν έχουν προστάτη τους μόνο οι ναυτικοί. τον έχουν και όλοι όσοι χρειάζονται κάποιον να κυβερνήσει τη ζωή τους· τα ορφανά παιδιά, οι φτωχοί και ανυπόδητοι, τα ανύπανδρα κορίτσια (εικ. 2), ώστε σχετική να είναι η προσφώνησή του ως «Αϊ Νικόλα των Μοιρών», από παρετυμολογία, ασφαλώς, του ονόματος της ιδιαίτερης πατρίδας του, Μύρων της Λυκίας[10]. Έτσι, η ευαγγελική «φιλανθρωπική» δράση της Εκκλησίας βρήκε την πιο λαϊκή της έκφραση στον θρύλο του αγίου Νικολάου[11]. Στην υμνογραφία του διαβάζουμε:


    Ορφανών προστάτην σε  και χηρών 


     Πεινώντων τροφέα, πενομένων τε πλουτιστήν,


     Αιχμαλώτων ρύστην, πλεόντων τε σωτήρα,


     Κεκτήμεθα, παμμάκαρ, σοφέ Νικόλαε.     


             Ιδιαίτερα τιμά τον άγιο Νικόλαο και ο ρωσικός λαός ως προστάτη της συγκομιδής, ενώ στη Δύση τιμάται ως προστάτης των παιδιών και των μαθητών, επειδή- σύμφωνα με έναν παλιό μεσαιωνικό θρύλο- ανέστησε τρία παιδιά που τα είχε σφάξει ένας χασάπης, για να βάλει το κρέας τους στον κιμά[12]. Τέλος, ο άγιος Νικόλαος θεωρούνταν προστάτης και του βενετσιάνικου Ρεθύμνου, στον οποίο και ήταν αφιερωμένοι έξι (06) ναοί της παραθαλάσσιας πόλης του Ρεθύμνου, στα χρόνια της Ενετοκρατίας[13].


 Άγιοι Προστάτες των ναυτικών


·  Αγία Ανέμη. πρόκειται για ανύπαρκτη αγία (στη Σαμοθράκη)
·       Αγία Μαρίνα (στη Χίο)
·       Ταξιάρχης Μιχαήλ  (στη Σύμη)
· Άγιος Νικόλαος Μύρων (6 Δεκ.) (πανελλήνια)
·  Αγία Παρασκευή (στην Αμοργό) [με το προσωνύμιο Καλοταριά (= νηνεμία)]
·        Αγία Πελαγία (8 Οκτ.) (στη Σάμο)
·  Άγιος Φωκάς, ο ιερομάρτυς και θαυματουργός [ο Σινωπεύς (22 Σεπτ. και 22 Ιουλ.), στον ελληνικό νησιωτικό χώρο, και ιδιαίτερα στη βυζαντινή Νάξο].



___________________________________________




 [1] Νεοφύτου του Εγκλείστου, «Εγκώμιον εις τον άγιον Νικόλαον», βλ. στον Μελίτωνα Καρρά, «Το κοινωνικόν έργον του αγίου Νικολάου εις τα Μύρα», Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 3 (Ιαν.- Ιουν. 1990), 156.
 [2] Γεωργ. Θ. Μηλίτση, Ο άγιος Νικόλας ο Θαυματουργός και Μυροβλήτης, Τρίκαλα 2002, 64.
 [3] Τέτοιες  παραδόσεις βλ. στην Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, «Οι προστάτες του Φλεβάρη» και στη Βασιλική Λεονταρίτου, «Ο Κασσιανός Ιωάννης και ο Κουτσοφλέβαρος», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 4 Φεβρουαρίου 2001, σελ. 17 και 20 αντίστοιχα. Βλ. και Γεωργ. Θ. Μηλίτση, Ο άγιος Νικόλας ο Θαυματουργός και Μυροβλήτης, Τρίκαλα 2002, 93.
 [4] Γεωργίου Ν. Αικατερινίδη, «Τ’ Αγιονικολοβάρβαρα», στο «Επτά Ημέρες», ένθετο της «Κυριακάτικης Καθημερινής», 2/12/2001, 21.
 [5] Γιατί, ακριβώς, ο άγιος κρατούσε τα σύννεφα, για να μην ξεσπάσει ισχυρή βροχή, που, καμιά φορά, συνοδεύται και από ισχυρή τρικυμία [Φαίδωνος Κουκουλέ, «Αγίων Επίθετα», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, τ. 10 (1931), 400].
[6] Μ. Ν. Βαρβούνη, Λαϊκή λατρεία και θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Σάμου, Αθήνα 1992, 197.
[7] Γ. Α. Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957, 34.
[8] Φαίδωνος Κουκουλέ, «Αγίων Επίθετα», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, τ. 10 (1931), 401.
           [9] Παντελή Πρεβελάκη, Ο Ήλιος του Θανάτου, Αθήναι 1984 5 , 93.
[10]  Γεωργ. Ν. Αικατερινίδη, ό.π. (σημ. 807).
[11] Ορθόδοξος Πνευματικότης, Γραμμένο από ένα μοναχό της Ανατολικής Εκκλησίας, Πρόλογος- Μετάφρασις Σάββα Χρ. Αγουρίδη, Αθήναι χ.χ.,19.
[12] Νέος Συναξαριστης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. 4ος (Δεκέμβριος), Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας- Άγιον Όρος, Αθήναι 2005, 65.
           [13] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό της πόλης του Ρεθύμνου μετά των οικισμών αυτης, Ρέθυμνο (ανέκδοτη εργασία).

ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ *** Λαογραφικά του αγίου Σάββα


ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ
  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Λαογραφικά του αγίου Σάββα
                            (5 Δεκεμβρίου)

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
   www.ret-anadromes.blogspot.com
    
http://historicalcrete.ims.forth.gr

Συναξαριακά στοιχεία


  Ο άγιος Σάββας, ο ηγιασμένος (5 Δεκ.), γεννήθηκε στη Μουταλάσκη της Καππαδοκίας (σημερινό Ταλάς) το έτος 439 (εικ. 1). Μπήκε από παιδί στον μοναχικό βίο με γυμνασίαρχο τον Μέγα Ευθύμιο, τον μεγάλο δάσκαλο της ερήμου. Ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός –παρά το νεαρότατον της ηλικίας του– που από τον Μέγα Ευθύμιο προσαγορεύτηκε «παιδαριογέρων». Ο άγιος Σάββας έγινε προστάτης μοναχών και δάσκαλος πολλών μοναστηριών της Παλαιστίνης. Κοιμήθηκε το 532 στην Ιερά Μονή της Μεγίστης Λαύρας της Παλαιστίνης, μια πνευματική όαση στην καρδιά της ερήμου της Ιουδαίας που ὁ ίδιος ίδρυσε και που εξακολουθεί αδιάκοπα από τότε, εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια, να υφίσταται μέχρι σήμερα μέσα σε ένα εχθρικό και άγριο περιβάλλον. Εδώ φυλάσσεται ως ιερό θησαύρισμα το άφθαρτο σκήνωμα του Οσίου ιδρυτού της (εικ. 2).

Η Λαύρα του αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη


Προστάτης της Υγείας


 Στην υμνογραφία του ο άγιος Σάββας αναφέρεται ως «θεραπευτής ασθενούντων» και, ειδικότερα, του καρκίνου. Γι’ αυτό τόσο το ναΰδριο όσο και αυτό το ίδιο το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της Αθήνας, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, φέρουν το όνομά του «Άγιος Σάββας».
   Επίσης, οι μικρομάνες τιμούν με πολύ σεβασμό τη μνήμη του αγίου Σάββα, γιατί τον έχουν ως προστάτη των παιδιών τους[1], ενώ στην πατρίδα του, την Καππαδοκία, όσο υπήρχε ελληνισμός, τον  τιμούσαν με δημοτελείς θυσίες ζώων (κουρμπάνια) και όσοι  επισκέπτονταν το μοναστήρι του, στα Ιεροσόλυμα (χατζήδες),  έπαιρναν χουρμάδες από τις υπάρχουσες εκεί χουρμαδιές και τους προσέφεραν σε άτεκνα ζευγάρια ως θεραπευτικούς κατά της στειρότητας[2]. Όπως λένε, επίσης, στην Ηλεία, ο άγιος Σάββας «σαβανώνει ούλες τσ’ αρρώστιες και τα μολέματα των παιδιών»[3].
Τέλος, ο άγιος Σάββας θεωρείται προστάτης των αιχμαλώτων, των οποίων με προθυμία σπεύδει και διαρρηγνύει τα δεσμά.


 Έφορος και κύριος επί των φυσικών στοιχείων


    Ο άγιος Σάββας ο ηγιασμένος θεωρείται –όπως ο άγιος Νικόλαος των θαλασσών– έφορος και προστάτης της στεριάς. Υπάρχουν, μάλιστα, παραδόσεις ότι έβγαζε από τις ξέρες και τις ερημιές δροσερό νερό. Ο άγιος Σάββας, επίσης, εποπτεύει και  στερεώνει τον κόσμο και, ως εκ τούτου, «είναι προστάτης για τσι σεισμούς» [πβ. και τη λαϊκή φράση: «Η γης σαββάσει» (ρήμα απρόπωπο που σημαίνει ταράσσει, τρέμει)][4].

 Ο άγιος Σάββας, περαιτέρω, από παρετυμολογική σύνδεση του ονόματός του με τα «σάβανα», έχει αποκτήσει και νεκρικό χαρακτήρα και οι οικογένειες τελούν μνημόσυνα και τρισάγια για τους νεκρούς τους. Ο άγιος Σάββας, λέγει ο λαός, «σαβανώνει», γιατί η γιορτή του πέφτει μεσ’ στη βαρυχειμωνιά και, συχνά, πεθαίνουν οι γέροι από το κρύο. Από τον Πόντο έχουμε και την παροιμία: «άε Βαρβάρα φύσα, άε Σάββα βρέξον, αε Νικόλα σόντσον (= χιόνισε)», που αναφέρεται, κλιμακωτά, στους τρεις Αγίους του τριήμερου των Νικολοβάρβαρων, όπως ονομάζονται από τον λαό. Αλλά και με την έννοια του δυνατού ψύχους που επικρατεί ή τότε αρχίζει να δυναμώνει (βαρβαρώνει, γιατί με την εορτή της αγίας Βαρβάρας άρχεται ο χειμώνας), στη γιορτή των τριών αγίων του τριημέρου (αγίας Βαρβάρας – αγίου Σάββα – αγίου Νικολάου), ο λαός μας (Σιάτιστα κ.α.) συνηθίζει να λέγει ασμάτια και παροιμίες αναφερόμενος στο γεγονός αυτό της σφοδρότητας του ψύχους:
    «Η αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (= το κρύο δυναμώνει), ο άγιος Σάββας σαβανώνει (= με το χιόνι που είναι άσπρο σαν σάβανο) και ο αϊ- Νικόλας παραχώνει (= κουκουλώνει)». Στη Σύμη επίσης ακούγεται το παρακάτω δίστιχο:
   «Άγια-Βαρβάρα γέννησε κι άης Σάββας το εδέχτη κι άης Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει» (εννοείται το χιόνι)[5].
 

-----------------------------------------------



[1]  Κ. Ψυχογιού, Ηλειακά, 614.
[2] Δημ. Σ. Λουκάτου, Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης, Αθήνα 1985, 29. Πβ. τον άγιο Συμεώνα, που σχετίζεται κι αυτός με το ίδιο θέμα της στειρότητας των ζευγαριών.
[3]  Ντ. Ψυχογιού, «Ηλειώτικα παιδοκόμια», Λαογραφία 13 (1950), 346.
[4]  Νίκου Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Ηράκλειο 2005, 406.
[5]
Ντ. Ψυχογιού, «Ηλειώτικα παιδοκόμια», Λαογραφία 13 (1950), 346. Αθαν. Τσακνάκη, «Επανομή. Ιστορία – Λαογραφία», Χρονικά Χαλκιδικής 17-18 (1969), 102.

Λαογραφικά της αγίας Βαρβάρας

 ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Λαογραφικά της αγίας Βαρβάρας


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ  www.ret-anadromes.blogspot.com

Η αγία Βαρβάρα, η μεγαλομάρτυς (4 Δεκ.), κατέστη μια από τις εξέχουσες και δημοφιλέστερες αγίες της Ορθοδοξίας. Έζησε στη βασιλεία του Μαξιμιανού (286-305), διαπομπεύθηκε γυμνή και υπέφερε πολλά βασανιστήρια και, στο τέλος, «πατρικαῖς χερσί, τῷ πατρικῷ ξίφει, την τελείωσιν δέχεται», με αποκεφαλισμό, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου «καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ» (Ματθ. ι, 36).
  Π ρ ο σ τ ά τ ι ς  τ η ς  Υ γ ε ί α ς

  Ο λαός μας πιστεύει ότι η αγία Βαρβάρα προφυλάσσει και θεραπεύει τους ανθρώπους από ρευματικά και αρθριτισμούς και από τη φοβερότατη μάστιγα της ευλογιάς και μάλιστα αυτής των μικρών παιδιών. Αν σκεφθεί κανείς πόσο κακό προξενούσε παλιότερα η αρρώστια αυτή στα μικρά παιδιά, αυλακώνοντας το πρόσωπάκι τους με πολλά αντιαισθητικά  σημάδια, αντιλαμβάνεται πόση λατρεία απολάμβανε η Αγία στους παλιούς χρόνους, τότε που το εμβόλιο της ευλογιάς ήταν ακόμα άγνωστο. Γι’ αυτό και τα νοσοκομεία των λοιμωδών νοσημάτων έχουν ως έμβλημά τους την εικόνα της Αγίας.
 Στην Ηλεία, περαιτέρω, λένε ότι η αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (λαογραφική παρετυμολογία από το όνομά της) τις έγκυες γυναίκες, δηλαδή τις κάνει πιο σκληρές και ανθεκτικές στους κινδύνους της εγκυμοσύνης[1]. Η αγία Βαρβάρα προστατεύει, επίσης, και από παθήσεις των οφθαλμών και από τον αιφνίδιο θάνατο[2]. Γι’ αυτό το τελευταίο, τον αιφνίδιο θάνατο, υπάρχει μοναστηριακή παράδοση που επιβάλλει να γίνεται προσευχή με κομβοσχοίνι στην αγία Βαρβάρα για την αποτροπή του αιφνιδίου θανάτου και την επίτευξη χριστιανικού και ειρηνικού τέλους. Επίσης, για τον ίδιο λόγο, η αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται, πολλές φορές, με ένα άγιο Ποτήριο στο χέρι, όντας προστάτιδα ενάντια στον αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας, δηλαδή, να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι τη θεία κοινωνία.
Επίσης, μεταξύ Τρύφου και Δρυμού Βόνιτσας υπάρχει μια ιαματική πηγή που φέρει το όνομα της αγίας Βαρβάρας και θεραπεύει τις γαστρικές, ρευματικές και δερματικές παθήσεις.


    Η «β α ρ β ά ρ α»


 Αν και το εμβόλιο της ευλογιάς έχει σήμερα εξαφανίσει την ασθένεια αυτήν, όμως, συχνά, ξαναζούν σε διάφορα μέρη του ελληνισμού παλιά λατρευτικά έθιμα, που αναφέρονται στην εκζήτηση της προστασίας της Αγίας, την οποία ο λαός μας αισθάνεται μέσα του ζώσα και πολύ δυνατή. Έτσι, οι πιστοί συνηθίζουν και σήμερα να προσφέρουν στην Αγία μελόπιττα, κόλυβα και κολυβόζουμο, που, από το όνομά της, λέγεται και αυτό «βαρβάρα». Σε μερικά μέρη της Μ. Ασίας (Σιγή, Μπαϊντίρι) οι γειτόνισσες κάθε σταυροδρομιού πήγαιναν η κάθε μια και από κάτι που χρειαζόταν για να γίνει η «βαρβάρα». Άλλη πήγαινε το σιτάρι, που το κοπάνιζαν εκεί έξω στο σταυροδρόμι, άλλη τη ζάχαρη και άλλη τις σταφίδες, τα αμύγδαλα και τα μπαχαρικά και εκεί έξω την έβραζαν. Το πρωί φώναζαν τον παπά να τη διαβάσει και μετά τη μοίραζαν στα σπίτια τους. Υπενθυμίζουμε ότι πρόγονος των χριστιανικών κολλύβων είναι η αρχαιοελληνική «πανσπερμία», ένα μείγμα από καρπούς όλων των ειδών, το οποίο προσέφεραν την «Ημέρα των Χυτρών», δηλαδή, την τρίτη και τελευταία μέρα της εορτής των Ανθεστηρίων, η οποία ήταν κάτι ανάλογο με τη μέρα των νεκρών. Η λατρευτική αυτή διαδικασία δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερή επιβίωση όμοιας λατρείας, που προσέφεραν κατά την αρχαιότητα στην «κουροτρόφο» θεά Εκάτη, που λεγόταν και «ενοδία» ή «τριοδίτης», γιατί, ακριβώς, καθόταν στα σταυροδρόμια και στα σταυροδρόμια της προσφερόταν η λατρεία. Από την αρχαία αυτήν λατρεία διατηρήθηκε και το έθιμο να φτιάχνουν και να προσφέρουν στην αγία Βαρβάρα τα «βαρβαροκόλυβα» και άλλα τρόφιμα[3].


         Π ρ ο σ τ ά τ η ς  τ ο υ  Π υ ρ ο β ο λ ι κ ο ύ


 Η αγία Βαρβάρα είναι, περαιτέρω, προστάτης του πυροβολικού και των ορυχείων. Η επίσημη καθιέρωσή της στον Ορθόδοξο ελληνικό χώρο έγινε στις 4 Δεκεμβρίου του έτους 1829. Στον Δυτικό, όμως, χριστιανισμό την προστασία της αυτήν η Αγία φαίνεται να παρείχε στους πυροβολητές από πολύ παλαιότερα, ήδη από το τέλος του 15ου  μέχρι τις αρχές του 16ου αι., όταν η Εκκλησία, κατά κάποιο τρόπο, αρχίζει να συνδέεται με τα νέα όπλα των πυροβόλων και η μορφή της Αγίας απεικονίζεται τώρα πια πάνω στα κανόνια, ενώ, σύμφωνα με τον κανονισμό που είχε εισαχθεί από τον Κάρολο τον Ε΄ στη Σχολή Πυροβολικού της Σικελίας, κάθε πυροβολητής, καθώς έβαζε το βλήμα στο κανόνι, έπρεπε να κάνει το σημείο του σταυρού και να επικαλεστεί τη βοήθεια της Αγίας[4].
    Αυτός είναι και ο λόγος που η Αγία έχει τα ξωκκλήσια και τα ναωνύμιά της εκεί όπου βρίσκεται στρατηγική θέση περάσματος. Όπου, δηλαδή, η θέση θα ενδεικνυόταν για φρουριακή οργάνωση ή απ’ όπου με βαριά πολεμικά όπλα θα απαγορευόταν το πέρασμα. Λέγεται, μάλιστα, ότι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί,  προκειμένου  να  οχυρώσουν τον ελληνικό χώρο, κατέγραψαν κατ’ αρχάς και σημάδεψαν τα ξωκκλήσια της Αγίας Βαρβάρας, προκειμένου σε αυτά να τοποθετήσουν πυροβολεία[5]. Παλιότερα, «Αγία Βαρβάρα» ονόμαζαν οι ναυτικοί μας τις πυριτιδαποθήκες και τους χώρους πυρομαχικών των πολεμικών πλοίων. Στην καθιέρωση αυτήν υπάρχει, εμφανώς, ταύτιση του κεραυνού με το πυροβόλο όπλο, γιατί, σύμφωνα με το συναξάρι της Αγίας, η θεία Δίκη «κατῆλθεν ἐξ οὐρανού» με τη μορφή κεραυνού και κατέκαυσε τον θηριώδη παιδοκτόνο πατέρα της, ενώ για τον ίδιο λόγο η αγία Βαρβάρα θεωρείται προστάτης και κατά του κεραυνού.
Όπως είδαμε μέχρις εδώ, η αγία Βαρβάρα προστατεύει, κυρίως, τον φρουριακό και πολεμικό χώρο της χώρας (κανόνια, πυροβόλα όπλα, συντεχνίες πυρίτιδας, πυριτιδοποιεία και καλυκοποιεία και από τον μεσαίωνα και εξής και τα θύματα της πυρίτιδας[6]). Κοντά σε αυτά, όμως, η αγία Βαρβάρα θεωρείται προστάτιδα και πολλών δραστηριοτήτων του ειρηνικού χώρου, όπως των σταφιδεργατών του Ηρακλείου, αυτών που χειρίζονται κάθε είδους μηχανοκίνητο μέσο (αυτοκίνητο, τραίνο, αεροπλάνο), των μεταλλωρύχων, των λατόμων, των πανδοχέων και των αρχιτεκτόνων. Επίσης, την αγία Βαρβάρα επικαλούνται οι ψυχορραγούντες και πολλές φορές (ιδιαίτερα στην Δύση) οι φυλακισμένοι.


 Έφορος και κυρία επί των φυσικών στοιχείων


 Η αγία Βαρβάρα θεωρείται έφορος και κυρία και επί των φυσικών στοιχείων, της καταιγίδας, της πυρκαγιάς και ειδικά του κεραυνού. Στη Θράκη, επίσης, παρετυμολογικά, πιστεύουν ότι η αγία Βαρβάρα «βαρβατίζει» (= δυναμώνει) τα χωράφια, για να δώσουν πολύ καρπό. Προς τούτο ο παπάς κατά τη θεία λειτουργία «βγάζει» ύψωμα. Η γυναίκα που το παίρνει το βάζει στα εικονίσματα και, όταν ξεραθεί, το παραχώνει στο χωράφι για να «βαρβατίσει»[7].Αλλά και με την έννοια του δυνατού ψύχους που επικρατεί ή τότε αρχίζει να δυναμώνει (βαρβαρώνει), γιατί με την εορτή της αγίας Βαρβάρας άρχεται ο χειμώνας, στη γιορτή των τριών αγίων του τριημέρου (αγίας Βαρβάρας – αγίου Σάββα – αγίου Νικολάου), ο λαός μας (Σιάτιστα κ.α.) συνηθίζει να λέγει ασμάτια και παροιμίες αναφερόμενος στο γεγονός αυτό της σφοδρότητας του ψύχους:
 «Η αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει (= το κρύο δυναμώνει), ο άγιος Σάββας σαβανώνει (= με το χιόνι που είναι άσπρο σαν σάβανο) και ο αϊ-Νικόλας παραχώνει (= κουκουλώνει)».
 Στη Σύμη επίσης ακούγεται το παρακάτω δίστιχο: «Άγια-Βαρβάρα γέννησε κι άης Σάββας το εδέχτηκι άης Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει»
(εννοείται το χιόνι)[8] .


 Ε ι κ ο ν ι σ μ ό ς


 
Η αγία Βαρβάρα, ως Εμβληματοφόρος αγία, εξεικονίζεται με τα εξής σύμβολα, που το καθένα έχει τον δικό του συμβολισμό: σταυρό, πύργο, λουτρό με τρεις θυρίδες, σύμβολα πυροβολικού (κανόνι), άγιο δισκοπότηρο και κλάδο φοίνικος στο χέρι (βλ. εικ.).


[1] Ντ. Ψυχογιού, «Ηλειώτικα παιδοκόμια», Λαογραφία 13 (1950), 346. Αθαν. Τσακνάκη, «Επανομή. Ιστορία – Λαογραφία», Χρονικά Χαλκιδικής 17-18 (1969), 102.
[2]  George A. Williamson, «Οι προστάται της Ιατρικής Άγιοι εν τη Ελληνική Εκκλησία», Κυπριακά Χρονικά, 6 (1929), 225-26.
[3] Γ. Α. Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957, 33.
[4] J. R. Hale, War and public Opinion in Renaissance Italy, Italian Renaissance Studies, London 1960, p. 103.
[5] Παύλου Π. Γεννηματά, Η τοπωνυμιολογία ως τεχνολογία και τα ελληνικά τοπωνύμια εις την ξηράν και την θάλασσαν, Αθήναι 1977, 62-63.
[6] Επισκόπου Χριστουπόλεως Πέτρου, Η Αγία Βαρβάρα, Βίος – φρικτό Μαρτύριο, Παρακλητικός Κανών, Αθήνα 1997 4 , 45.
[7] Ελπ. Σαραντή-Σταμούλη, «Προλήψεις και δεισιδαιμονίες της Θράκης», Λαογραφία 13 (1950), 106.
[8] Ντ. Ψυχογιού, «Ηλειώτικα παιδοκόμια», Λαογραφία 13 (1950), 346. Αθαν. Τσακνάκη, «Επανομή. Ιστορία – Λαογραφία», Χρονικά Χαλκιδικής 17-18 (1969), 102.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ *** Οι Αρχιεπίσκοποι Κρήτης Ευγένιος και Τιμόθεος


ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ


Οι Αρχιεπίσκοποι Κρήτης Ευγένιος και Τιμόθεος
     [Ηράκλειο Κρήτης  2017, σχ. 16ο (16,5Χ12), σσ. 96]


          ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Μια νέα έκδοση τού γνωστού και στην πόλη μας ομότιμου Καθηγητή της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Γεωργίου Ε. Κρασανάκη, με τον τίτλο: «Οι Αρχιεπίσκοποι Κρήτης Ευγένιος και Τιμόθεος», έφθασε στα χέρια μας τον τελευταίο καιρό. Και το νέο αυτό πόνημά του, όπως θα δούμε στη συνέχεια, εντάσσεται, τελικά, στον γνωστό επιστημονικό του χώρο, αυτόν της Ψυχολογίας, παρότι- από μια πρώτη, τουλάχιστον, ματιά- φαίνεται, τη φορά αυτήν, να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο και το εν λόγω πόνημά του να αφορά περισσότερο σε «καρπόν ειρηνικόν δικαιοσύνης» τού πιστού και ευσεβούς πανεπιστημιακού δασκάλου, με τα δεκάδες βιβλία στο ενεργητικό του, που συνταξιούχος, τώρα πια, και απαλλαγμένος από τις «ανάγκες» της πανεπιστημιακής έδρας μπορεί να επιδίδεται και σε άλλες επιστημονικές αναζητήσεις που τον ευχαριστούν.
  Στο βιβλίο, λοιπόν, αυτό περιλαμβάνονται δυο εισηγήσεις του κ. Κρασανάκη, σε ισάριθμα επιστημονικά συνέδρια, που έλαβαν χώρα, προς τιμήν των δύο αυτών μεγάλων ταγών της Εκκλησίας τη Κρήτης. Το πρώτο, για τον Ευγένιο, πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο, στις 12- 13 Δεκ. 1998 και το δεύτερο, για τον Τιμόθεο, στις Μοίρες, του ίδιο νομού, στις 7 Αυγ. 2016. Και στις δύο εισηγήσεις εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα προλογικά σημειώσαμε, γίνεται συστηματική ανάλυση του ψυχολογικού προφίλ των δύο αυτών εκκλησιαστικών ανδρών. Καθηγητής Ψυχολογίας ο κ. Κρασανάκης κρίνει, μελετά και παρουσιάζει τη ζωή και το έργο τους βάσει ψυχολογικών κριτηρίων και υπό το πρίσμα μιας ειδικής ψυχολογικής εμβάθυνσης στην προσωπικότητά και τον χαρακτήρα τους. Όλα στο βιβλίο αυτό εξετάζονται κάτω από έναν αυστηρό αξιολογικό ψυχολογικό κώδικα, πράγμα που περικλείνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τον αναγνώστη που θέλει να πληροφορηθεί για τη ζωή τους.
   Όλως συνοπτικά, στη συνέχεια, σεβόμενοι τον χώρο της εφημερίδας που μας φιλοξενεί, θα παρουσιάσουμε από το βιβλίο του κ. Κρασανάκη ένα- δυο, μόνο, σημεία ψυχολογικής εμβάθυνσης του συγγραφέα στους άνδρες και αναφοράς του στο πλουσιότατο φιλανθρωπικό και κοινωνικό τους έργο. Έτσι, ο πρώτος, στην παρουσίαση, ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης  Ε υ γ έ ν ι ο ς (1912- 78), παρουσιάζεται ως ένας ανεπανάληπτος σωματικός τύπος, ως ο επιβλητικός, ως προς το ανάστημα, Ιεράρχης, ο γλυκύς, ο ιλαρός, ο πράος και φωτεινός στο βλέμμα και ο φύσει καλός στην εμφάνιση. Από πλευράς χαρακτηρολογίας ο Καθηγητής παραπέμπει στον μεγάλο ψυχολόγο C. G. Jung και, κρίνοντας σύμφωνα με την διδασκαλία του, τον ονομάζει ενδοστρεφή, που σημαίνει ότι ο αρχιεπίσκοπος στα προβλήματα που αντιμετώπιζε αποσυρόταν, κλεινόταν στον εαυτό του, δίνοντας την εντύπωση φοβισμένου ατόμου, ενώ στην πραγματικότητα σκεφτόταν, δούλευε και προσπαθούσε μόνος του να λύσει το πρόβλημα που ανέκυπτε. Ο Ιεράρχης ήταν, σημειώνει, περαιτέρω, ο Καθηγητής Κρασανάκης προικισμένος με υψηλή νοημοσύνη και γλωσσικά, στα επίσημα κείμενά του, εμφανιζόταν εξαιρετικά ικανός και καλλιεργημένος άνθρωπος, όμως το προφορικό κήρυγμά του τον αδικούσε και ο ίδιος είχε πάντοτε ταπεινή άποψη για τη ρητορική του δεινότητα.
   Ως προς τη δράση του υπήρξε σπουδαία τόσο από εθνικής όσο και από εκκλησιαστικής άποψης. Είναι, στο σημείο αυτό, γνωστή η σωτηρία από τον μακαριστό Ιεράρχη των κρατουμένων από τους Γερμανούς ως ομήρων πεντακοσίων Βιαννιτών, αλλά και των πενήντα Ηρακλειωτών, στην Αγιά Χανίων, αλλά επίσης, είναι γνωστή και η κατοπινή εκκλησιαστική δράση του, η φιλανθρωπία του, τα φιλόπτωχα ταμεία που ίδρυσε, οι υποτροφίες που όρισε να δίδονται σε άπορους φοιτητές, τα οικοτροφεία και το Ορφανοτροφείο που έστησε και λειτούργησαν λαμπρώς επί των ημερών του.

Ο έτερος μεγάλος Ιεράρχης με το μοναδικά σπουδαίο έργο- είναι γεγονός ότι στο πρόσωπο των δύο αυτών Ιεραρχών η Κρήτη ευτύχησε να γνωρίσει ένα μεγάλο διάστημα χρηστής εκκλησιαστικής ηγεσίας- ο έτερος, λέγω, μεγάλος Ιεράρχης, ο Τ ι μ ό θ ε ο ς, υπήρξε παιδί χήρας μάνας, πολύτεκνης, έζησε μέσα σε μια μονογονεϊκή οικογένεια και πέρασε, ως εκ τούτου, δύσκολα παιδικά κι εφηβικά χρόνια. Το έλλειμμα αυτό και η στέρηση του πατέρα που δοκίμασε ο Ιεράρχης, έπαιξαν- σύμφωνα με τον καθηγητή Κρασανάκη- βασικό ψυχολογικό ρόλο στις κατοπινή αναπλήρωσή τους. Γιατί ο Ιεράρχης, το κενό αυτό της δικής του στέρησης και ορφάνιας, το αναπλήρωσε αργότερα προσφέροντας απλόχερα στον πλησίον και μάλιστα στ’ αγαπημένα ορφανά του. Η αναπλήρωση αυτή είναι κάτι που παρατηρείται συχνά στον χώρο της Ψυχολογίας. Έτσι, κατά τον κ. Κρασανάκη, τα απωθημένα που θα βρίσκονταν, ασφαλώς, στην ψυχή του αείμνηστου Ιεράρχη από τα παιδικά του χρόνια, δεν τον επηρέασαν αρνητικά, αλλά, αντίθετα, τον ώθησαν θετικά, γενόμενα δυνάμεις ενισχυτικές του ίδιου αλλά και πολλών άλλων κι έγινε ο επίσκοπος αυτός πρωτοπόρος σε έργα αγάπης, θυσίας και προσφοράς, ο μεγάλος πατέρας όλων παντού και προπάντων στη «Νέα Βασιλειάδα» του, «στην Πολιτεία της Αγάπης», όπως χαρακτηριστικά ονομάζει ο συγγραφέας το τεράστιο έργο του στην Παναγία την Καλυβιανή, ένα έργο θρύλος, που κι εμείς, προσωπικά, θεωρούμε ότι μόνον από έναν άλλον εξίσου εμπνευσμένο Ιεράρχη έχει υλοποιηθεί στην Κρήτη. Από τον μακαριστό Ειρηναίο Γαλανάκη. Και αυτόν, όπως και τον Ειρηναίο, λέγεται ότι πολλοί τους είδαν να δουλεύουν ως εργάτες, χειρωνακτικά, στα πνευματικά τους «γεώργια».
    Και, όπως, περαιτέρω, σημειώνει ο συγγραφέας, ο εν λόγω Ιεράρχης πιστός στην παράδοση ήταν και ο μόνος που δεν έβγαλε ποτέ το ράσο ούτε το καλυμμαύχι του. Ο λόγος του γλυκύς, «πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος» (Κολ. δ΄, 6), ήταν για τον λαό του Θεού λόγος πίστεως, λόγος ζωής λυτρωμένης. Κι γι αυτά τα τελευταία- την γλυκύτητα, δηλαδή, του λόγου του- μπορώ κι εγώ ο ίδιος, προσωπικά, να μαρτυρήσω, από προσωπική μου εμπειρία, από τότε, εν έτει 1973, όταν κάθε Τετάρτη, 8-9 το πρωί, ερχόταν ως Μητροπολίτης, τον καιρό εκείνο, Γορτύνης και Αρκαδίας και μας μιλούσε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), στο Ηράκλειο. Και ήταν, θυμάμαι- και αυτό το ομολογούσαν και πολλοί άλλοι συμμαθητές μου στη Σχολή και, μάλιστα, αδιάφοροι και μη «στερροί» περί την πίστη- η ωραιότερη ώρα της εβδομάδας που με την γλυκύτητά του μας ξεκούραζε όλους ψυχικά και σωματικά από τις ταλαιπωρίες του καθημερινού προγράμματος και τα καψόνια που βιώναμε όλες τις άλλες ώρες στην εν λόγω Σχολή. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του!...   

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό φίλο συγγραφέα κ. Γεώργιο Ε. Κρασανάκη και του ευχόμαστε να έχει δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο της Εκκλησίας και της Επιστήμης, όπου η μέχρι σήμερα συμβολή του είναι και ουσιαστική και μεγάλη.