ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ
Δόξα εν υψίστοις λέγοντες τω σήμερον εν Σπηλαίω τεχθέντι, εκ τής Παρθένου και Θεοτόκου, εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας.
(Κάθισμα, ήχος δ')
**********************
Αγαπητοί φίλοι,
Ευχόμαστε σε όλους και στον καθένα σας χωριστά
προσωπική και οικογενειακή
υγεία, ευτυχία και χαρά,
το δε Νέο Έτος 2011
ευτυχισμένο και δημιουργικό.

ΜΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ




ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


ΜΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Οι δυτικές περιοχές του Ρεθύμνου μέχρι το στρατόπεδο περί το έτος 1970. Έχει αναγερθεί το Κέντρο Νεότητος (σημερινό 1ο Γυμνάσιο), δεν έχει, όμως, ανεγερθεί ακόμα το επισκοπείο.


Στην φωτογραφία αυτήν διακρίνεται, πέραν των δυτικών περιοχών του Ρεθύμνου και μεγάλο μέρος της πόλεως αραιοκατοικημένο, όπως ήταν πριν από 40 περίπου χρόνια.



1. Ο λόφος τού Τιμίου Σταυρού

Το βραχώδες ύψωμα του Τ. Σταυρού, επί Ενετοκρατίας, ακουγόταν ως Φουρκοκέφαλο ή ύψωμα τού Αγίου Αθανασίου και παρουσιάζεται σε όλες τις αναφορές των Βενετσιάνων αξιωματούχων ως ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα της Fortezza, επειδή ακριβώς κυριαρχεί επικίνδυνα πάνω σε αυτήν και ο εχθρός μπορούσε με άνεση από εκεί να προσβάλλει αυτό το ίδιο το φρoύριο. Το πρώτο όνομα (Φουρκοκέφαλο) το αναφέρει ο Μα­ρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στο έργο του «Κρητικός πόλεμος» και εξη­γείται από το γεγονός ότι κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας εκεί ήταν ο χώρος εκτέλεσης των Ρεθυμνίων επαναστατών από τους Βενετσιάνους[1], που με τον τρόπο αυτόν φοβέριζαν και παραδειγμάτιζαν τον λαό κάθε φορά που τολμούσε να «ξεμυτίσει» και επαναστατήσει κατά της εξουσίας τού κατακτητή. Στο γεγονός αυτό θα πρέπει να αναζητήσουμε και την ετυμολογία την ονομασίας «Φ ο υ ρ κ ο κ έ φ α λ ο»[2].
Ο λόφος τού Τιμίου Σταυρού
με τον ομώνυμο ναΐσκο στην κορυφή του
Σχετικά τώρα με τη δεύτερη ονομασία (Άγιος Αθανάσιος), ίσως η ύπαρξη πάνω στον λόφο τού Τιμίου Σταυρού εκκλησίας αφιερωμένης στον άγιο Αθανάσιο θα μπορούσε να δώσει μιαν εξήγηση για την προέλευση του ονόματος. Όμως, το όνομα τού λόφου μπορεί εξίσου να εξηγηθεί και από τις δύο εκκλησίες του αγίου Αθανασίου, που υπήρχαν στους πρόποδές του, η μία με την προσωνυμία άγιος Αθανάσιος των Φράγκων και η άλλη με την προσωνυμία άγιος Αθα­νάσιος των Ελλήνων[3].
Ο λόφος τού Τιμίου Σταυρού στις μέρες μας το όνομά του το οφείλει στο ομώνυμο εκκλησάκι, που κάτασπρο σαν περιστέρι δεσπόζει, από το 1935, στην ψηλότερη κορυφή του. Το 1935, ο Θεός μίλησε και ανέδειξε τον τόπο αυτόν του μαρ­τυρίου και του αίματος σε ιερό προσκύνημα τού Τιμίου Σταυρού. Μια ευλαβέστατη γυ­ναίκα, η Αικατερίνη Βασιλάκη ή Στεφάναινα, όπως την έλεγαν, είχε ως οι­κογενειακό κειμήλιο έναν σταυρό με Τίμιο Ξύλο με ευλαβική ιστορία και πολλά θαύματα. Το σπίτι της είχε γίνει προσκύνημα και τα θαύματα που γίνονταν καθημερινά δεν ήταν λίγα. Αυτή, λοιπόν, η ευ­λαβέστατη γυναίκα ζητούσε τόπο να χτίσει ναό αφιερωμένο στον Τίμιο Σταυρό, όπου επισήμως πλέον θα γινόταν ή προσκύνηση τού Τιμίου Ξύλου. Η Στεφάναινα δεν είχε τύχει παιδείας και ούτε γνώριζε την ιστορία αυτού του χώρου. Όμως, το Πνεύμα του Κυρίου την καλούσε σε αυτόν ακριβώς τον τόπο του μαρτυρίου και του αίματος. Με την εργατικότητα τήυ ίδιας και με τη συνδρομή πολλών κατοίκων τού Ρεθύμνου, ο ναός χτίστηκε και τέθηκε σε λειτουργία. Σήμερα είναι ένα από τα ωραιότερα προσκυνήματα της πόλης μας, που το ευλαβούνται ιδιαίτερα οι Ρεθεμνιώτες[4].
Είναι, πάντως, ενδιαφέρον και άγνωστο, ίσως, στους πολλούς ότι τον ίδιο καιρό που, στα χρόνια τής Ενετοκρατίας, ανθούσε το μοναστήρι τού Σωτήρος, στον Κουμπέ (α΄ περίοδος ζωής του), στον γειτονικό αυτόν λόφο τού Τ. Σταυρού μαρτυρείται η παράλληλη παρουσία και δύο, ακόμα, μοναστηριών. του Αγίου Αντωνίου και της Παναγίας τής Μεσαμπελίτισσας, ενώ πολύ αργότερα και ταυτόχρονα, πάλι, με την επανίδρυση τής Ι. Μονής τού Σωτήρος από τον νεότερο Ιδρυτή και Κτήτορά της Γέροντα Νέστορα Βασσάλο (1935), στον λόφο τού Τ. Σταυρού ιδρύεται και τρίτο μοναστήρι- παλαιοημερολογίτικο αυτό το τελευταίο- προς τιμήν της Αγίας Τριάδος. Ταυτόχρονη, αλληλεπιδραστική και παράλληλη στον χώρο και τον χρόνο υπήρξε η πορεία όλων αυτών των ιερών καθιδρυμάτων, που, για τον λόγο αυτόν, κρίνουμε χρήσιμη μια σύντομη συσχέτιση και ιστορική σε αυτά αναφορά.

2. Το μοναστήρι τού Αγίου Αντωνίου

Η αρχαιότερη αναφορά τής μονής προέρχεται από έγγραφο τού ρεθύμνιου νοταρίου Τζώρτζη Τρωΐλου, του έτους 1592. Ο Γαβριήλ Αχέλης όρισε με διαθήκη του να ταφεί στο νεκροταφείο τού μοναστηριού τού Αγίου Αντωνίου στη Μεσαμπελίτισσα[5]. Και Μεσαμπελίτισσα δεν ονομαζόταν μόνο η γνωστή από πολλές πηγές Μονή της Θεοτόκου[6], αλλά και όλη η ευρύτερη περιοχή. Όπως φαίνεται από νοταριακό έγγραφο τού Τζώρτζη Πάντιμου, τού έτους 1640[7], το μοναστήρι τής Μεσαμπελίτισσας ήταν το πιο γνωστό στην περιοχή και η αναφορά σε αυτό βοηθούσε στον ακριβή προσδιορισμό τής θέσης που βρίσκονταν τα γειτονικά σε αυτό μικρότερα μοναστήρια.
Τέλος, η ύπαρξη μοναστηριού τού Αγίου Αντωνίου στον λόφο τού Τιμίου Σταυρού μαρτυρείται σαφώς και από τον ποιητή του «Κρητικού πο­λέμου» Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή, που ση­μειώνει επί λέξει τα εξής:
«Κι οι Τούρκοι τσι λου­μπάρδες των τσι επήγα για μια νύχτα και δεν εφοβηθήκασι τσι μπάλες απού ερίχτα,
τσ' επήγε και τσ' ανέβασε, έτοιες φριχτές λουμπάρδες,
εκεί στην πόρτα τσ' εκκλησιάς, που 'τον οι καλο­ γράδες, έστησε το καστέλι τού 'ς τόπον που μπάλα σώνει,
μέσα στο Φουρκοκέφαλο τον Άγιο Αντώνη»
[8].
Ο σπηλαιώδης ναός τού αγίου Αντωνίου
 (που θα υπήρξε προφανώς
το καθολικό τής Ι. Μονής τού Αγίου Αντωνίου
 τής Ενετοκρατίας)
και δίπλα ο, επίσης σπηλαιώδης,
 ναΐσκος της αγίας Άννας.
Είναι, πάντως, γεγονός ότι η επισήμανση αυτή τού Μπουνιαλή- ότι το μοναστήρι «που 'τον οι καλογράδες» βρισκόταν πάνω στο λόφο Φουρκοκέφαλο- το αντιδιαστέλλει σαφώς από το μοναστήρι τού Σωτήρος Χριστού, στην περιοχή του Κουμπέ. Παρόλα αυτά, η ταυτόχρονη παρουσία των δύο μοναστηριών κατά την ίδια περίοδο τής Ενετοκρατίας στους δύο αυτούς όμορους λοφίσκους, στις Δυτικές παρυφές τής πόλεώς μας, δημιούργησε στο παρελθόν κάποιες συγχύσεις, πράγμα, ακριβώς, που φανερώνει αυτήν την αλληλεπιδραστική στη συνείδηση των Ρεθυμνίων και παράλληλη στον χώρο και τον χρόνο συνύπαρξη των δύο αυτών ιερών γυναικείων καθιδρυμάτων[9].
Ορισμένα ερείπια, που σώζονται μέχρι σήμερα στην ανατολική πλαγιά του λόφου τού Τ. Σταυρού και πίσω από το ιερό τής σημερινής εκκλησίας τού Αγίου Αντωνίου, πρέπει να βρίσκονται στη θέση που σημειώνεται το μοναστήρι (;) στον γνωστό πίνακα ζωγραφικής τού ανώνυμου Ρεθεμνιώτη ζωγράφου (1616), δηλαδή στη ΝΑ πλευρά τού λόφου[10]. Το τέλος τού μοναστηριού θα πρέπει να επήλθε μαζί με το τέλος και του άλλου μοναστηριού, του Σωτήρος Χριστού, το έτος 1645 που έχουμε την τούρκικη επίθεση κατά των Ενετών τού Ρεθύμνου και την οριστική υποταγή τής Κρήτης στον τουρκικό ζυγό.

3. Η Μονή τής Μεσαμπελίτισσας

Λίγο πιο κάτω, στις υπώρειες τού λόφου- εκεί όπου σήμερα ορθώνεται η εκκλησία τού νεκροταφείου η αφιε­ρωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και τον Άγιο Δημήτριο- την ίδια εποχή με το μοναστήρι τού αγίου Αντωνίου υπήρχε κι ένα άλλο μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία τη Μεσαμπελίτισσα, από τα άφθονα αμπέλια τής τσαρδάνας και τού λιάτικου που καταπράσινα απλώνονταν στη γύρω περιοχή. Ή Ιωάννα Στέριωτου, αντιγράφοντας από το σχεδιάγραμμα τής μονής από τον Ζ. Magagnatto (1559), την αναφέρει ώς «Santa Maria ή Mισoαμπελίτισσα (Misoambelitisa)». Οι μοναστηριακές ονομασίες Μεσαμπελίτισσα και Μεσαμπελίτης ήταν αρκετά συνήθεις στην Ενετοκρατούμενη Κρήτη, από την αφθονία των αμπελώνων, στους οποίους, συχνά, συνέπιπτε να βρίσκονται τα εν λόγω μοναστήρια[11].
Η μονή είναι βέβαιο ότι λειτουργούσε στα τέλη του 16ου αιώνα, αφού τοπωνύμιο Μεσαμπελίτισσα αναφέρεται σε δικαιοπρακτικό έγγραφο τού νοταρίου Τζώρτζη Τρωΐλου τού έτους 1592, χωρίς, πάντως, να γίνεται λόγος και για την ίδια τη μονή[12]. Η μονή, στη συνέχεια, αναφέρεται και σε άλλη νοταριακή πράξη τού Τρωΐλου, όπου σημειώνεται ότι βρισκόταν κοντά στην πόλη τού Ρεθύμνου και ότι σε αυτήν κατοικούσαν ως μοναχές οι αδελφές τής Μαρίνας Μαρούδη, το έτος 1599. Το μοναστήρι διακρίνεται και σε σχεδιάγραμμα τής πόλης που έγινε από τον μηχανικό Ντανιέλ Βικέντι[13].
Μετά την ολοκληρωτική άλωση της πόλεως από τους Τούρκους, ο ναός της Με­σαμπελίτισσας μετατράπηκε σε τεκέ[14].

4. Η νεότερη Μονή τής Αγίας Τριάδος

Στον λόφο τού Τιμίου Σταυρού βρίσκεται, όπως ήδη σημειώσαμε, και η νεότερη μονή της Αγίας Τριάδος, που ακολουθεί το Παλαιό Ημερολόγιο. Η Μονή ιδρύθηκε το 1935 από τη μοναχή Συ­γκλητική ή κατά κόσμον Ζωή Πενθερουδάκη, ιερορράπτρια. Αργότερα, στην εν λόγω μονή προσήλθαν και οι μοναχές Θεοδοσία (κατά κόσμον Σμαράγδα Ψαρουδάκη) και Ελεούσα (κατά κόσμον Αικατερίνη Γαβαλά).
Το μοναστήρι, αρχικά, ήταν ιδιοκτησία των παραπάνω μοναχών, οι οποίες με επίσημη συμβολαιο­γραφική πράξη το παρα­χώρησαν στην Ι. Μονή Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, που βρίσκεται στην Πάρνηθα, περιοχή Θρακομακεδόνων, τής οποίας, σήμερα, αποτελεί μετόχιο. Εκτός από τον κεντρικό ναό της Αγ. Τριάδας, μέσα στο μοναστήρι υπάρχει και ναός του αγίου Γεωργίου.
Η βενετσιάνικη Ι. Μονή 
τού Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ,
νεότερο έργο 

μακαριστού Νέστορος Βασσάλου.
Εκτός των παραπάνω τριών Ι. Μονών, οι λοιπές εκκλησίες τής λοφοσειράς τού Κουμπέ είναι οι εξής, ξεκινώντας και πάλι από τον λόφο τού Τ. Σταυρού και προχωρώντας προς την Ι. Μονή τού Κουμπέ δυτικότερα (με την οποία θα ασχοληθούμε αναλυτικότερα σε προσεχές άρθρο μας, από βιβλίο μας που έχουμε υπό έκδοσιν γι' αυτήν στο Τυπογραφείο).

5. Οι σπηλαιώδεις ναοί τού Αγίου Αντωνίου- Αγίας Άννας 

Κάτω ακριβώς από την κορυφή του βράχου τού Τιμίου Σταυρού, προς βορράν, βρίσκεται σήμερα ο σπηλαιώδης ναός του αγίου Αντωνίου και δίπλα σε αυτόν και ο μικρότερος ναός τής αγίας Άννας. Λέγεται ότι στο σημείο αυτό οι Ενετοί έρριπταν τα πτώματα των επαναστατών, απ' όπου, στη συνέχεια, τα παρελάμβανε ο λαός της πόλης και τα έθαβε στο νεκροταφείο.


Ναός αγίων 
Κωνσταντίνου και Ελένης
6. Ι. Ναός τού Αγίου Κωνσταντίνου

Δίπλα ακριβώς στο κοιμητήριο, βόρεια αυτού, βρίσκεται ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που έχει δώσει το όνομά του και στη νεοσύστατη ενορία τής περιοχής.



7. Ι. Ναός τού Αγίου Νικολάου


Ι. Ναός αγίου Νικολάου
σε φωτογραφία του 1930;
Μερικές δεκάδες μέτρα δυτικότερα τού λόφου τού Τιμίου Σταυρού και πάνω, ακριβώς, από το κύμα τής θάλασσας, βρίσκεται ο ι. ναός τού αγίου Νικολάου, της ομώνυμης συνοικίας τής πόλης μας, με θαυμάσιες εικόνες στο τέμπλο, προερχόμενες από τον χρωστήρα τού μεγάλου βυζαντινού αγιογράφου Φώτη Ν. Κόντογλου τού Κυδωνιέως (1951).


8. Ι. Ναός Αγίας Φωτεινής


Ναός αγίας Φωτεινής,
Kουμπέ
Ακόμα δυτικότερα από τον άγιο Νικόλαο ορθώνεται ο ναός τής αγίας Φωτεινής. Πρόσφατα (2007) κατεδαφίστηκε ο παλιότερος ναΐσκος μέσα στο ομώνυμο ελαιουργείο, ενώ ήδη από το έτος 1975 έχει αντικατασταθεί από τον αρκετά μεγαλύτερό του νεότερο ενοριακό (εγκαίνια 1985, από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Τίτο Συλλιγαρδάκη).
Ο παλιός ναός κτίστηκε γύρω στα 1910 κατόπιν εύρεσης, κατά θαυματουργικο τρόπο, της εικόνας τής αγίας Φωτεινής, στον χώρο τής παλιάς εκκλησίας, από τον λοχαγό Σταύρο Ρήγα. Ο Στ. Ρήγας ήταν ένας από τους δέκα αξιωματικούς πού είχε στείλει η ελεύθερη Ελλάδα στην Κρητική Πολιτεία, προκειμένου να οργανώσει την Κρητική Πολιτοφυλακή, η οποία, αργότερα, στους Βαλκανικούς Πολέμους, έμελλε να πετύχει πραγματικά θαύματα. Ο Στ. Ρήγας, κατά τη διαμονή του στην πόλη μας, είχε την πρωτοβουλία τής ίδρυσης- στο μέρος αυτό τής Αγίας Φωτεινής, στη δυτική πλευρά τού Γαλλιανού ποταμού- τού Σκοπευτηρίου τής πόλης, για να γυμνάζεται στην ελεύθερη σκοποβολή η νεολαία τού Ρεθύμνου. Σκοτώθηκε ως Συνταγματάρχης το έτος 1921 στο Ουσάκ τής Μ. Ασίας.
Απόδειξη του γεγονότος ότι από πολύ παλιά, πριν από το 1910, στο μέρος αυτό υπήρχε ναός τής αγίας Φωτεινής αποτελεί το γεγονός ότι το παρακείμενο σε αυτόν ρυάκι οι παλιοί Ρεθυμνιώτες το έλεγαν «τσ’ Αγιάς Φωθιάς ο ποταμός»[15].
Σπηλαιώδης ναός 
αγίου Σπυρίδωνος Κουμπέ

9. Ι. Ναός αγίου Σπυρίδωνος


Αθανάσιος Βασσάλος
Λίγες δεκάδες μέτρα ακόμα δυτικότερα τού ναού της αγίας Φωτεινής, στο σύνορο με την Ι. Μονή τού Σωτήρος, βρίσκεται ο σπηλαιώδης ναός του αγίου Σπυρίδωνος. Εδώ επί Βενετοκρατίας θα πρέπει να ήταν η θέση τού ναού τής Αγίας Κυριακής, που εικονίζεται στο σχεδιάγραμμα τού Basilicata τού έτους 1618[16].
Εδώ, πριν από το 1935- έτος ίδρυσης τής Ι. Μονής τού Σωτήρος- κατέφυγε ο ιερομόναχος Αθανάσιος Βασσάλος[17], που ως τότε μόναζε στο Άγιον Όρος. Ανακαίνισε τον παλιό σπηλαιώδη ναό και σύντομα τον μετέτρεψε στο γνωστό και πολύ αγαπητό στην πόλη μας προσκύνημα. Μετέφερε την Αγία Τράπεζα στο κέντρο τού ιερού Βήματος, που προηγουμένως εφαπτόταν στον ανατολικό βράχο και διεύρυνε τον χώρο τού ιερού. Έφτιαξε ξύλινο τέμπλο με εικόνες τού ανιψιού του Νέστορος Βασσάλου, ο οποίος τον καιρό εκείνο ασκήτευε στο Άγιον Όρος και εκεί ασκούσε την αγιογραφία[18]. Οι εικόνες αυτές τού Νέστορος καταστράφηκαν όλες και σώζεται μόνο η εικόνα τού αγίου Ιωάννη. Μέσα στον ναό τού αγίου Σπυρίδωνος βρίσκεται σήμερα ο τάφος τού Αθανασίου Βασσάλου, που τάφηκε εκεί, ίσως, κατόπιν ενεργειών τού Νέστορος Βασσάλου.
Ο ναός του αγίου Σπυρίδωνος 
μετά τις πρόσφατες επεμβάσεις
Νεότερες επεμβάσεις στο ναΰδριο έγιναν πρόσφατα (2005) από την ενορία τής αγίας Φωτεινής, στην οποία και ανήκει από το έτος 1974[19].
Το "σπήλαιο της Γεννήσεως"
στον ναό του αγίου Σπυρίδωνος Κουμπέ
10. Ι. Ναός τού αγίου Αντωνίου, στην Ατσιπουλιανή Καμάρα 

Λίγες εκατοντάδες μέτρα δυτικότερα από την Ι. Μονή τού Σωτήρος Χριστού, σε εξόχου κάλλους μικρή φάραγγα, βρίσκουμε το, επίσης, σπηλαιώδες ναΰδριο τού αγίου Αντωνίου. Ενώ κάτω ακριβώς από το Μοναστήρι βρίσκεται η πηγή τού Κουμπέ και δίπλα σε αυτήν, 
δυτικά, τα θεμέλια μικρού άγνωστου ναού, που η κ. Μ. Αρακαδάκη θεωρεί ότι πρόκειται για τον άγιο Γεώργιο στους Πετζακάδες. Το τοπωνύμιο, δηλαδή (Πετζακάδες), δηλώνει ύπαρξη στην περιοχή τού ναού βυρσοδεψείων, κάτι που όμως δεν τεκμηριώνεται στα χρόνια τής Βενετοκρατίας[20].


Υποσημειώσεις
[1] Α. Ν. Νενεδάκη, Ρέθεμνος, Τριάντα αιώνες Πολιτεία, Αθήνα 1983, 16.
[2] Στο ερμηνευτικό λεξικό του Δημητράκου βρίσκουμε την εξής ερμηνεία του α' συνθετικού της ονομασίας: 1. (η) φούρκα= πάσσαλος διχαλωτός 2. δοκός σε σχήμα Τ ή σταυρού, όθ. κατ' επέκτ. αγχόνη, κρεμάλα.
[3]Τις θέσεις των δύο εκκλησιών μπορούμε να δούμε στον πίνακα 44- με το νούμερο 28 η μία και 27 η άλλη- της διδακτορικής διατριβής της Ι. Στεριώτου [Οι Βενετικές οχυρώσεις τού Ρεθύμνου (1540- 1646), Συμβολή στη φρουριακή αρχιτεκτονική του 16ου και 17ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1979, τ. Α΄].
[4] Περισσότερα για τον ι.ναό τού Τ. Σταυρού βλ. στα βιβλία: 1) Πίτερη Ιωάννη, Θαύματα τού Τιμίου Σταυρού, Ρέθυμνο 1998, 11. 2) Ο λόφος τού Τιμίου Σταυρού τής πόλης μας, Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης 1ου Γυμνασίου Ρεθύμνης (Κωστή Ηλ. Παπαδάκη), Ρέθυμνο 1994, 25- 26, 3) Θεοδ. Ι. Ρηγινιώτη, Σύγχρονοι Άγιοι, Ρέθυμνο 2004, 147-148.
[5] Γιάννη Γρυντάκη, Το πρωτόκολλο τού Ρεθυμνιώτη συμβολαιογράφου Τζώρτζη Τρωΐλου, 1990, 82, αρ. εγγρ. 39.
[6] Βλ. το αμέσως επόμενο μοναστήρι.
[7] Γ. Γρυντάκη, Το πρωτόκολλο τού Ρεθυμνιώτη νοταρίου Τζώρτζη Πάντιμου, 1990, 123 (αρ. εγγρ. 211) και σημ.100, σ.163.
[8] Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, Ο Κρητικός πόλεμος (1645-1669), έκδοση κριτική εισαγωγή - επιμέλεια Α. Ν. Νενεδάκης, Αθήνα 1979, σ. 84 (του πρωτοτύπου), στ. 23-28.
[9] Έτσι, ο αείμνηστος Καθηγητής μας στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Β. Δρανδάκης[9] ανάμεσα σε επτά εκκλησίες πού μνημoνεύoνται στον «Κρητικό Πόλεμο» τού Μαρίνου Τζάνε Mπoυνιαλή, κατέταξε και το μoναστήρι τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος στον Κουμπέ- που, όμως, δεν αναφέρεται ουδόλως από τον Μαρίνο Μπουνιαλή- παρασυρμένος σε τούτο από τους στίχους τού παραπάνω αποσπάσματος τού «Κρητικού Πολέμου», που αναφέρονται σε «εκκλησιά που ‘τον οι καλο­γράδες». Όμως, το γυναικείο μoναστήρι «που 'τον οι καλογράδες», το λέγει σαφώς ο ποιητής του «Κρητικού Πολέμου, βρισκόταν στο ύψωμα Φουρκοκέφαλο, όπως ο ίδιος αποκαλεί τη βραχώδη πρoεξoχή που υψώ­νεται πάνω από το σημερινό νεκροταφείο- και όχι στον λοφίσκο δυτικότερα, όπου, μέχρι σήμερα, βρίσκεται το μoναστήρι τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, Κουμπέ, που τον καιρό εκείνο ήταν ανδρικό. Για όλα αυτά βλ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, "Τα μοναστήρια του Αγίου Αντωνίου στο λόφο Φουρκοκέφαλο και της Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος στον Κουμπέ", Νέα Χριστιανική Κρήτη, έτος Β΄, τεύχ. 3, Ρέθυμνον 1990, 127- 140. Και τη σχετική ανασκευή τού Ν. Β. Δρανδάκη, στο: «Ναοί Ορθοδόξων του Ρεθέμνους, αναφερόμενοι κυρίως στα κατάστιχα δυο Ρεθυμνίων συμβολαιογράφων τής Ενετοκρατίας», Νέα Χριστιανική Κρήτη, έτος Γ΄, τεύχ. 5-6 (Ιαν.- Δεκ.1991), 80, υποσ. 1.
[10] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, "Τα μοναστήρια τού Αγ. Αντωνίου στο λόφο Φουρκοκέφαλο...", ό.π.,127. Επίσης, Ν. Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β', Ηράκλειο 1993, 47.
[11] Έτσι, και έξω από τον Χάνδακα υπήρχε η Μονή τού Αγίου Ιωάννου τού Μεσαμπελίτη.
[12] Γ. Γρυντάκη, Πρωτόκολλο Τρωΐλου , ό.π., 82, αρ. εγγρ. 39.
[13] Ό.π. 213, σημ. 92.
[14] Τεκές = Μονή Δερβισών (Βλ. Ι. Ε. Νουχάκη, Κρητική Χωρογραφία, Εν Αθήναις 1903, 205).
[15] Ι. Γ. Δρανδάκη, "Η Αγία Φωτεινή", Κρητική Επιθεώρησις τής 31/5/ 1973, όπου καταγράφεται και όλο το ιστορικό ανεύρεσης τής εικόνας από τον λοχαγό Σταύρο Ρήγα.
[16] Εξάλλου, όπως με βεβαίωσε ο ιερεύς τού ναού π. Χαράλ. Κουτάντος- τον οποίο και από τη θέση αυτήν ευχαριστώ για τη βοήθειά του στη μελέτη των δύο ναών- στη θέση τού ιερού ναού τού αγίου Σπυρίδωνος, κατά την πρόσφατη ανακαίνισή του, βρέθηκαν ίχνη βενετσιάνικων κτισμάτων.
[17]Ο Αθανασίος Βασσάλος τού Νικολάου ήταν δεύτερος εξάδελφος τού Νέστορος. Ασκήτευε στο Άγιον Όρος και λόγω τής εξαιρετικής του καλλιφωνίας, περί το έτος 1900, προσλήφθηκε διάκος από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί χειροτονήθηκε ιερομόναχος και έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Είχε ενορία και, ταυτόχρονα, ασκούσε και την τέχνη τού ωρολογοποιού, που την είχε μάθει από παιδί στο Ηράκλειο Κρήτης. Συγκέντρωσε χρήματα και επέστρεψε στο Ρέθυμνο, τα οποία ξόδευσε σε ποικίλες αγαθοεργίες. ανέλαβε τον εξωραΐσμό του εν λόγω σπηλαιώδους ναού τού αγίου Σπυρίδωνος, έκτισε εκκλησία και υδραγωγείο στην Κάλυβο Μυλοποτάμου, προικοδότησε άπορα κορίτσια και έκανε διάφορα αφιερώματα σε ναούς (πληροφορίες κ. Λιλίκας Πετουσάκη, το γένος Βασσάλου).
[17] Σοφία Σειράχ 8, 8.
[18] Ο εξωραϊσμός αυτός τού ναϋδρίου έγινε το έτος 1934, που ο Νέστωρ μετέβη για ένα χρόνο στο Άγιον Όρος προς εξακρίβωση τής αλήθειας για το Νέο Ημερολόγιο.
[19] Πιο πριν το ναΰδριο ανήκε στην ενορία Γάλλου.
[20] Μαρία Αρακαδάκη, Το "Terrritorio di Rettimo” προς τα μέσα τού 17ου αιώνα, Πληροφορίες από την έκθεση τού Nicola Gualdo (1633), στον τόμο «Τής Βενετιάς το Ρέθυμνο» (Πρακτικά Συμποσίου,) Βενετία 2003, 273.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΝΟΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ


ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΓΡΥΝΤΑΚΗ

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΝΟΤΑΡΙΟΥ
ΑΝΤΡΕΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗΡΕΘΥΜΝΟ 1634- 1646
[Τόμος 6ος στη σειρά των «Πρακτικών» τού «Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την π. Επαρχία Αγίου Βασιλείου», Ρέθυμνο 2010, σσ. 424, σχ. 8ο (24Χ17)]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Νοτάριος
, στα χρόνια της Ενετοκρατίας, ήταν ο συμβολαιογράφος και νοταριακά έγγραφα λέγονταν οι διάφορες δικαιοπραξίες που αυτός συνέτασσε. Τα νοταριακά έγγραφα αποτελούν σήμερα μια από τις σημαντικότερες πηγές του μεσαιωνικού και νεότερου πολιτισμού. Μέσα στις λίγες γραμμές μιας δικαιοπραξίας βρίσκονται κρυμμένες πάρα πολλές από τις πτυχές της καθημερινότητας των ανθρώπων τής συγκεκριμένης εποχής, σχετικές, κυρίως, με τον οικονομικό, πολιτιστικό και συναισθηματικό τομέα. Σε αυτές, επί πλέον, μπορεί κανείς να διακρίνει τις επιδιώξεις, τις χαρές, τα όνειρα, τις προσδοκίες αλλά και τα βάσανα, τις λύπες, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις και, γενικότερα, τον χαρακτήρα ενός ολόκληρου λαού, σε μια συγκεκριμένη φάση της ιστορίας του.
Και πιο συγκεκριμένα, από τις νοταριακές πράξεις μπορούμε να αντλήσουμε εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τον γάμο, το διαζύγιο, την προίκα, τα ταφικά έθιμα της εποχής, τη θρησκευτική πίστη και ευλάβεια, τις αγοραπωλησίες και τις ενοικιάσεις. Και, ακόμα, να εντοπίσουμε ένα μεγάλο πλήθος τοπωνυμίων πολλά από τα οποία χάθηκαν στο διάβα τού χρόνου (ή συνεχίζουν να υπάρχουν αλλοιωμένα ή και αναλλοίωτα), να βγάλουμε συμπεράσματα για τη μόρφωση των συμπατριωτών μας τον καιρό εκείνο, για τα επαγγέλματά τους (τσαγκάρηδες, μαραγκοί, ράφτες, χρυσοχόοι, χειρουργοί, βαστάζοι, καπετάνιοι, δάσκαλοι, κληρικοί) και για πάρα πολλά άλλα πράγματα. Μέσα από τις αγορές και τις πωλήσεις σπιτιών ή κτημάτων παρακολουθούμε, περαιτέρω, την οικονομική κατάσταση των κατοίκων και αισθανόμαστε τον πόνο των φτωχών και αδυνάτων δίπλα στην πλεονεξία και φιλοκέρδεια των πλουσίων, ενώ μέσα από τα προικοσύμφωνα διακρίνουμε την αγάπη των γονιών προς τα παιδιά τους, τις ξεχωριστές συνήθειες και τα είδη των προικιών που συνήθως κάλυπταν οικιακά σκεύη και ρουχισμό. Ώστε, σε τελική ανάλυση, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κάθε διαθήκη αποτελεί μια καθαρή σκιαγράφηση, μερική ή ολική, του χαρακτήρα τού διαθέτη, ενώ μέσα από τις ασήμαντες αυτές λεπτομέρειες τού καθημερινού κοινωνικού βίου μπορούμε ανετότερα να παρακολουθήσουμε και αυτά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και τη συνθετότητα των εξελίξεων που αυτά επιφέρουν στη ζωή τού ανθρώπου.
Από τα τριακόσια κατάστιχα Κρητικών νοταρίων που διασώθηκαν και φυλάσσονται στα Κρατικά αρχεία της Βενετίας μόνο επτά ανήκουν σε Ρεθεμνιώτες και κανένα από αυτά σε Χανιώτες. Και, βέβαια, μέγα μέρος των πρωτόκολλων αυτών εξαφάνισε η πτώση του Ρεθύμνου στα χέρια των Τούρκων το 1646. Οι επτά Ρεθεμνιώτες νοτάριοι, των οποίων σώζονται τα κατάστιχα, είναι οι εξής: παλιότερος ο Ιωάννης Λόγγος και ακολουθούν ο Τζώρτζης Τρωίλος, ο Εμμ. Βαρούχας, ο Ιω. Βλαστός, ο Τζώρτζης Πάντιμος, ο Μαρίνος Αρκολέος και ο Αντρέας Καλλέργης.
Αυτού τού τελευταίου νοτάριου, του Αντρέα Καλλέργη, ο ρεθεμνιώτης ιστορικός Γιάννης Μιχαήλ Γρυντάκης μεταφέρει στην ελληνική τις 420 πράξεις από τις οποίες αποτελείται το πρωτόκολλό τής τρίτης περιόδου επαγγελματικής του δραστηριότητας, που ξεκινά από το έτος 1634 και φθάνει μέχρι το 1646 (πρωτόκολλο είναι το επίσημο βιβλίο μέσα στο οποίο έγραφαν τις πράξεις τους οι νοτάριοι). Να σημειώσουμε, λοιπόν, ότι ο Αντρέας Καλλέργης τού Τζώρτζη- ο πλέον αγαπημένος τής πόλης τού Ρεθύμνου νοτάριος- ήταν από τους πρώτους σε πελατεία, που θα άσκησε το επάγγελμά του για τριάντα έξι, τουλάχιστον, χρόνια (1610- 1646), μέχρι, δηλαδή, την τουρκική εισβολή εναντίον τού Ρεθύμνου, όταν ο Καλλέργης θα πλησίαζε, πλέον, τα ογδόντα χρόνια τής ζωής του.
Και στο σημείο αυτό- και παρά τις πληροφορίες που παραθέσαμε αμέσως παραπάνω για τον νοτάριο Αντρέα Καλλέργη- δεν θα έπαυσε θεωρούμε ο αναγνώστης μας να διερωτάται για τον λόγο που ώθησε το «Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για την π. Επαρχία Αγίου Βασιλείου» να αποφασίσει να περιλάβει ως 6ο τόμο στη σειρά των «Πρακτικών» του τον εν λόγω νοτάριο. Όπως σε Εισαγωγικό Σημείωμά της εξηγεί η Οργανωτική Επιτροπή τού Συνεδρίου, είναι διαπιστωμένο ότι οι περιοχές που είναι μακριά από τα αστικά κέντρα δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στις νοταρικές πηγές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση τού νοταρίου τής πόλεως τού Ηρακλείου Μιχαήλ Μαρά, στις τριάντα χιλιάδες δικαιοπραξίες τού οποίου δεν υπάρχει ούτε μια που να αφορά στο νότιο τμήμα τού νομού. Αλλά και σε νοταρίους τού νομού Ρεθύμνου παρατηρείται ότι δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου σε χωριά και σε κατοίκους τού νότιου τμήματός του. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση τού νοτάριου Αντρέα Καλλέργη, που σε ένα μεγάλο μέρος των πράξεών του μιλούν τα χωριά και οι άνθρωποι τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου. γι’ αυτό και το συνέδριο τον περιέλαβε στα Πρακτικά του.
Όπως δηλώνει ο κ. Γρυντάκης, κατά την επεξεργασία των 420 αυτών πράξεων τού πρωτόκολλου τού Αντρέα Καλλέργη βρέθηκε μπροστά στο μεγάλο δίλημμα. να έκανε μια απλή μεταγραφή τους στην ελληνική ή να προχωρούσε σε μια ακριβή μετάφρασή αυτών. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις θα είχαμε να κάνουμε με ένα τεράστιο σε όγκο κείμενο που πολλοί λίγοι θα ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσουν. Μπροστά στο πρόβλημα αυτό, ο συγγραφέας προτίμησε να δώσει σε σύντομη ή εκτενή περίληψη μεταφρασμένες τις πράξεις που θεωρεί λιγότερο σημαντικές και σε ελεύθερη μετάφραση αυτές που κρίνει σημαντικότερες (κυρίως διαθήκες, διανομές περιουσιών, γάμους και προικοσύμφωνα), προτείνοντας, με τον τρόπο αυτόν, στο αναγνωστικό του κοινό ένα κείμενο πιο ευχάριστο στην ανάγνωσή του, πιο εύληπτο και πιο γοητευτικό, που έρχεται να διδάξει τον καθημερινό βίο και τη ζωή των προγόνων του της Ενετοκρατίας. Στις περιλήψεις, πέρα από τα κύρια σημεία τού περιεχομένου των πράξεων, σημειώνονται λεπτομερώς και τα κύρια ονόματα και τα τοπωνύμια, εξαιτίας τού ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος που αυτά παρουσιάζουν.
Η φιλολογική επιμέλεια τού Θεοδώρου Στ. Πελαντάκη συνετέλεσε αποτελεσματικά στη φροντισμένη εμφάνιση τού όλου βιβλίου από κάθε πλευρά. Ο συγγραφέας, από την άλλη μεριά, φρόντισε ιδιαίτερα να το εμπλουτίσει με όλα εκείνα τα στοιχεία που θα καθιστούσαν ανετότερη την πρόσβαση τού αναγνώστη σε αυτό, ειδήμονος και μη. Έτσι, ξεκινά με μια θαυμάσια Εισαγωγή, που αναφέρεται στον νοτάριο Αντρέα Καλλέργη και στο Πρωτόκολλό του και παραθέτει διευκρινιστικές πληροφορίες για την πορεία που ακολούθησε κατά το στήσιμο τού βιβλίου του. Ακολουθούν, στη συνέχεια, γλωσσάριο και οι 420 πράξεις του νοταρίου, μια σε κάθε σελίδα, τουλάχιστον. Κάτω από κάθε πράξη υπάρχουν πλούσια επεξηγηματικά σχόλια για τις λέξεις ή τις φράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγχυση ή αδυναμία κατανόησης στον αναγνώστη. Παράλληλα, δίδονται και πληροφοριακά στοιχεία, όπου αυτά κρίνονται αναγκαία. Και το βιβλίο κλείνει με χρήσιμα Ευρετήρια ονοματεπώνυμων, τοπωνυμίων, εκκλησιών και μοναστηριών, πόλεων, χωριών και συνοικιών, μετοχίων και καβαλαριών, ώστε το βιβλίο, τελικά, να καθίσταται μια εξαιρετική εγκυκλοπαίδεια Τοπικής Ιστορίας και μάλιστα, σε ένα μεγάλο μέρος του, της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Ακολουθεί Ευρετήριο Πράξεων, Βιβλιογραφία και Πίνακας Περιεχομένων.
Το παραπάνω έργο του κ. Γιάννη Γρυντάκη είναι αξιολογότατο και έρχεται να καλύψει ένα σημαντικότατο κενό στη επιστήμη τής Ιστορίας. Λαμπρός ερευνητής ο ίδιος ερευνά και εξετάζει με ευρυμάθεια, γλαφυρότητα και συνθετικό πνεύμα ένα σπουδαίο χώρο τής Ιστορίας, όπως είναι οι νοτάριοι της Ενετοκρατίας, προσφέροντάς μας πλουσιότατες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τοπικού επιπέδου ιστορικές πληροφορίες. Τον ευχαριστούμε θερμά και γι’ αυτό το τελευταίο πόνημά του και του ευχόμαστε να είναι υγιής, και συνεχώς να ανεβαίνει τον γόνιμο δρόμο τής συστηματικής και καρποφόρας προσπάθειάς του.

Ε Ρ Γ Α Κ Α Ι Η Μ Ε Ρ Α Ι ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΦΡΥΓΑΝΑΚΗΣ

Ε Ρ Γ Α Κ Α Ι Η Μ Ε Ρ Α Ι
ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

[Εκδόσεις «Γραφικές Τέχνες Καραγιαννάκη», Ρέθυμνο 2010, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 344]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

http://ret-anadromes.blogspot.com/

Ο συνάδελφος Γιώργος Δ. Φρυγανάκης- συνταξιούχος σήμερα Καθηγητής- είναι γεγονός ότι κατά τα χρόνια που υπηρετούσε στη Μέση Παιδεία έδινε μονίμως πνοή και οράματα στους μαθητές του και τους εμψύχωνε αδιαλείπτως από τον δικό του ζήλο και ενθουσιασμό, φυσικό επακολούθημα των οποίων υπήρξε η αξιόλογη εργασία τους που επιτελούνταν όλα αυτά τα χρόνια είτε με τις κατά διαστήματα ποικίλες ελεύθερες εκδόσεις τους (να θυμηθούμε, εδώ, και τις «Απόψεις» των Καθηγητών τού Πειραματικού Λυκείου), είτε με την επί χρόνια έκδοση τού γνωστού ετήσιου περιοδικού "Σχεδία" των μαθητών του 2ου Λυκείου Ρεθύμνης όταν, ακόμα, ο κ. Φρυγανάκης υπηρετούσε ως Καθηγητής στο συγκεκριμένο σχολείο.
Πρόσφατα ο κ. Φρυγανάκης επανήλθε στη δημοσιότητα με μιαν ογκώδη έκδοσή του- τριακοσίων πενήντα, περίπου, σελίδων- με τον τίτλο «Έργα και Ημέραι», που αφορά στα Πεπραγμένα τού Συλλόγου Φιλολόγων Ρεθύμνου (Σ.Φ.Ρ.). Στα «Εισαγωγικά» τού παρουσιαζόμενου βιβλίου ο συγγραφέας διευκρινίζει τη σκοπιμότητα τής συγγραφής αυτής που αναφέρεται σε έναν Σύλλογο που έκλεισε αισίως το ¼ τού αιώνα και μαζί του έκλεισε και ο πρώτος κύκλος των «Έργων και Ημερών» του, που σήμανε την αποχώρηση, αφενός, από το Δ.Σ. τής παλιάς φρουράς των ιδρυτικών στελεχών και την ανάγκη, αφετέρου, ανανέωσης που εκφράζει η εθελούσια αυτή έξοδος.
Αυτόν, λοιπόν, τον κύκλο θέλησε ο Γιώργος Φρυγανάκης να αποτυπώσει στο παρουσιαζόμενο βιβλίο του ως ελάχιστο φόρο τιμής σε όλους εκείνους που συνέβαλαν άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο στην πραγματοποίηση των σκοπών τού Συλλόγου. Εξάλλου, με την κατάθεση των Πεπραγμένων ενός Συλλόγου, μπορούμε να παρακολουθήσουμε και ένα τμήμα από τη ζωή τής ίδιας τής πόλης στην οποία ο Σύλλογος ανήκει, και είναι, ασφαλώς, και αυτό ένα από τα ζητούμενα τής εν λόγω έκδοσης.
Και στο σημείο αυτό οφείλω να παρατηρήσω ότι ο κ. Φρυγανάκης «φύσει και θέσει» είναι ο μόνος πραγματικά κατάλληλος να αναλάβει αυτό το έργο, αφού διετέλεσε τα περισσότερα χρόνια τού πρώτου αυτού κύκλου ζωής τού εν λόγω Συλλόγου τής πόλης μας σε νευραλγικές θέσεις τού Δ.Σ. και μάλιστα Πρόεδρος αυτού, ώστε να γνωρίζει εκ των έσω και περισσότερο οποιουδήποτε άλλου ότι αφορά στα Έργα και τις Ημέρες αυτού. Οπότε, λοιπόν, ο συγγραφέας στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του το ένιωθε ως δική του ευθύνη να άφηνε ένα έργο είκοσι πέντε χρόνων να περιέλθει στα δίκτυα τής λησμονιάς. Βοηθητικά στην προσπάθειά του αυτήν στάθηκαν- όπως ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά- η απαλλαγή του από τον ηλεκτρονικό… αναλφαβητισμό αλλά και η πρόσφατη αποχώρησή του από την υπηρεσία.
Πρόκειται για μια πολύχρονη δουλειά μόχθου, που κατόρθωσε να τιθασεύσει ένα ογκώδες αρχειακό υλικό είκοσι πέντε χρόνων και να το συστηματοποιήσει με τόση τάξη και μεθοδικότητα, που πραγματικά εκπλήσσει τον αναγνώστη για την ακρίβεια, τη συνέπεια και ευκρίνειά της. Είμαι σε θέση να γνωρίζω αρκετά για τον συγκεκριμένο σύλλογο, ώστε να μπορώ να κρίνω την εξαιρετική δουλειά τού κ. Φρυγανάκη.
Η δομή τού παρουσιαζόμενου βιβλίου έχει ως εξής:
Στην αρχή παραθέτεται «Προεισαγωγική Αναφορά» τού συγγραφέα στην προσφορά τού εκπαιδευτικού λειτουργού που αγωνίζεται για την παιδεία και τη διαμόρφωση τού χαρακτήρα των παιδιών τού ελληνικού λαού, καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι η ψυχή τού εκπαιδευτικού έργου και του Σχολείου τής Μ. Εκπαίδευσης είναι ο φιλόλογος, τόσο λόγω της ανομοιογένειας και του ετερόκλητου των μαθημάτων που ο εν λόγω λειτουργός καλείται να διδάξει, όσο και για τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα τής επιστήμης του, αυτονόητο ζητούμενο για μια κοινωνία με σοβαρότατο έλλειμμα παιδείας και ανθρωπισμού. Αυτός, εξάλλου, καταλήγει, είναι ο και λόγος που σε κάθε εκπαιδευτική περιφέρεια της Χώρας μας παράλληλα με τις Ενώσεις Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης ιδρύεται και ένας Σύνδεσμος Φιλολόγων για τη στήριξη τού πολυεύθυνου έργου τού φιλολόγου.
Η λοιπή δομή τού παρουσιαζόμενου βιβλίου έχει ως εξής:
1. Ιστορικό ίδρυσης τής Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (Π.Ε.Φ.) και καταστατικό ίδρυσης αυτής, μέσα στην οποία κυοφορήθηκε και γεννήθηκε και στο πνεύμα τής οποίας λειτούργησε ο Σύλλογος Φιλολόγων Ρεθύμνου.
2. Παραθέτονται βασικά έγγραφα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία τού Σ.Φ.Ρ.
3. Ανά διετία και Δ.Σ. ακολουθεί και μια έκθεση Πεπραγμένων κατά βασικό τομέα δραστηριότητας.
4. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευφυές κρίνεται το τέταρτο μέρος του εν λόγω βιβλίου, που αφορά στην παράθεση σημαντικών συμπληρωματικών στοιχείων (δημοσιευμάτων τοπικών, κυρίως, εφημερίδων), που, οπωσδήποτε, έχουν να προσθέσουν τη δική τους νότα προδιαθέτοντας ευχάριστα τον αναγνώστη και παραθέτοντας κάποιες επί πλέον λεπτομέρειες στα Πεπραγμένα.
Στο τέλος γίνεται αναλυτική παρουσίαση των εκδόσεων τού Σ.Φ.Ρ. και των περιεχομένων τού περιοδικού «Αναζητήσεις», τού γνωστού βήματος λόγου και διαλόγου των φιλολόγων τού νομού μας και όχι μόνο και ο τόμος ολοκληρώνεται με τον Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τού Σ.Φ.Ρ. και την παρουσίαση των τεσσάρων διοργανώσεών του (2003- 2008).
Εξαιρετικά χρηστικά και τα δύο Ευρετήρια στο τέλος τού βιβλίου. το πρώτο αναφέρεται σε όλα τα βασικά θέματα (πρόσωπα, πράγματα), που απασχόλησαν τον Σύλλογο κατά το 25ετές αυτό διάστημα και το δεύτερο στα ονόματα όλων εκείνων που συνεργάστηκαν κατά το διάστημα αυτό με τον Σ.Φ.Ρ. με εισηγήσεις τους, ομιλίες και γραπτές καταθέσεις απ’ οπουδήποτε.
Όπως ευστοχότατα ο κ. Φρυγανάκης παρατηρεί η καλύτερη ανταμοιβή του είναι η αίσθηση ότι με την έκδοσή του αυτή δίνεται μια «δεύτερη ζωή» σε μια εθελοντική προσφορά είκοσι πέντε χρόνων, στην οποία αναλώθηκε πολύς προσωπικός χρόνος και μόχθος πολλών συναδέλφων τού τόπου μας. Μια «δεύτερη ζωή» που μπορεί να ζωογονήσει το μέλλον τού Σ.Φ.Ρ. και αυτό, ασφαλώς, είναι και η δική μας ευχή με την ευκαιρία τής παρουσίασης αυτής.
Θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον φίλο Γιώργο Δ. Φρυγανάκη αποκλειστικό συντελεστή του όμορφου αυτού έργου. Η αίσθηση του χρέους απέναντι στην πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά τού τόπου του είναι, νομίζω, εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές του και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η προσπάθειά του, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα της ψυχής του και ενθαρρύνει την ανάληψη και στο μέλλον παρόμοιων πρωτοβουλιών. Χωρίς κανένα δισταγμό μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το φωτισμένο ενδιαφέρον ορισμένων ανθρώπων για την ιστορική και πνευματική τού τόπου τους ανάδειξη, το γνήσιο συναίσθημα ευθύνης του καθενός μας απέναντι στον συνάνθρωπό αποτελούν την ασφαλέστερη βάση για την προαγωγή και ανάπτυξη ενός τόπου.

Ο ΠΛΑΚΙΑΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ


XΑΡΙΔΗΜΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
ΝΤΑΡΑΜΑΝΕΛΙΤΗ

Ο ΠΛΑΚΙΑΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ

[Εκδόσεις "Γραφικές Τέχνες Καραγιαννάκη", Ρέθυμνο 2010, σχ. 8ο (21Χ22), σσ. 201]

Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα σημειώσει για τον συμπολίτη φίλο δικηγόρο Χάρη Ανδρέα Παπαδάκη ότι συνηθίζει με τα βιβλία του να μας διδάσκει την Τοπική Ιστορία με έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που, συνήθως, χαράσσει και ακολουθεί η κλασική ιστοριογραφική επιστήμη. Γιατί στον Χάρη Παπαδάκη αρέσει ξεκινώντας από τα «ψιλά» και όλως επουσιώδη ενός τόπου να ανάγεται και να αγκαλιάζει με έναν τρόπο εκπληκτικό ολόκληρο το φάσμα της ιστορικής πραγματικότητας αυτού. Με παρόμοιο τρόπο, μπορώ να πω ότι ο κ. Παπαδάκης προσέγγισε και τον παρουσιαζόμενο με το παρόν σημείωμά μας τόπο, τον τόπο καταγωγής του, τον Πλακιά. Ο λόγος για το βιβλίο- λεύκωμα με τον τίτλο: «Ο Πλακιάς τού χθες», που γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας και ασχολείται με την ιστορική, κοινωνική και οικονομική αναδίφηση των αφορώντων στην εν λόγω περιοχή.
Όπως σημειώνει στα «Προλεγόμενά» του ο συγγραφέας, παρά το ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρέθυμνο, ο πατέρας του τον έμαθε από πολύ μικρό παιδί να αγαπά τον τόπο τής καταγωγής του, το χωριό του, τα Σελλιά, και το λιμάνι τής περιοχής, τον Πλακιά. Από μικρός συνέδεσε την περιοχή με τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών του χρόνων, την αγάπησε πολύ και σήμερα έφτασε να γίνει και μόνιμος κάτοικος αυτής. Ο συγγραφέας είχε την ευτυχία να γνωρίσει τον Πλακιά ως ένα μικρό, απλό ψαροχώρι, με μια υπέροχη φύση, που συνδύαζε βουνό και θάλασσα, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και χωρίς υποδομές. Ένας μικρόκοσμος με ελάχιστες μόνιμες οικογένειες τον χειμώνα, μερικούς ντόπιους παραθεριστές το καλοκαίρι, Ρεθεμνιώτες- χωραΐτες και Αθηναίους σταφυλάδες, ως και απειροελάχιστους ξένους τουρίστες, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει. Αυτός, όμως, ο γνήσιος και αυθεντικός Πλακιάς, το όμορφο ψαροχώρι τής εποχής εκείνης, χάθηκε ολοκληρωτικά. Τη θέση του σήμερα καταλαμβάνει μια κοσμοπολίτικη, τουριστική κωμόπολη.
Όλα αυτά είναι που έσπρωξαν τον Χάρη Παπαδάκη να δημιουργήσει το παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό φωτογραφικό λεύκωμα για τον Πλακιά. «Φωτογραφικό» προκειμένου να λειτουργήσει- χρησιμοποιώ τη χαρακτηριστικά εύστοχη φράση του- ως εικονομήνυμα, που μέσα από αυτό οι μεγαλύτεροι θα θυμηθούν τα παλιά και οι νεότεροι θα ευαισθητοποιηθούν και θα προσπαθήσουν να σεβαστούν την ομορφιά τής περιοχής, που δεν σεβαστήκαμε εμείς οι μεγαλύτεροι.
Του «βιβλιολευκώματος» προηγείται θαυμάσια και περιεκτικότατη Εισαγωγή είκοσι πέντε, περίπου, σελίδων, που αναφέρεται στην ιστορική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα τής περιοχής. Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στο γεγονός τής εξόρυξης στο παρελθόν- και πιο συγκεκριμένα κατά τα χρόνια τής Αιγυπτιοκρατίας (1830- 1940)- λιγνίτη από την περιοχή του Πλακιά και την ύπαρξη ορυγμάτων, σιδηροτροχιών, βαγονέτων αλλά και υποτυπώδους λιμένος για την εξαγωγή και μεταφορά του στην Αίγυπτο. Κυριαρχική θέση εδώ προσλαμβάνουν χαρακτηριστικά και σπουδαία τοπωνύμια τής περιοχής, όπως η Σπιτάρα, το Δαμνώνι, ο Κουρταλιώτης, η Παλίγκρεμνος και οι θρυλικές Γονατές τού Διγενή- εξαιρετικά σημαντικό, αυτό το τελευταίο, ακριτικό τοπωνύμιο- που οριοθετούν με τα φαντάσματα, σήμερα, ερείπιά τους τον χώρο εξόρυξης και εξαγωγής τού εν λόγω ορυκτού. Τον λιγνίτη τού Πλακιά οι Αιγύπτιοι θεώρησαν ότι ήταν εξαιρετικής ποιότητας και ποσότητας ικανής για να καλύψει τις ανάγκες της Αιγύπτου, που θα την ανεξαρτητοποιούσε πλήρως από την εισαγωγή λιγνίτη από την Αγγλία, άποψη, πάντως, που δεν αποδείχθηκε επαρκής και δεν είχε, γι’ αυτό, συνέχεια και στο μέλλον. Σημαντική θέση στο βιβλίο παραχωρείται, περαιτέρω και στον εντοπισμό ιχνών ρωμαϊκής αγροικίας στο Βουκελάρη, ανατολικά τής Σούδας, καθώς και στη διαχρονικά άναρχη δόμηση τού οικισμού, κάτι που φαίνεται να πονά και θλίβει ιδιαίτερα τον συγγραφέα.
Στην καταγραφή της Ιστορίας του τόπου ο κ. Παπαδάκης είναι πάντα πολύ προσεκτικός ερευνητής, ανατρέχοντας με ξεχωριστή επιμέλεια και σύνεση στην ανεύρεση και παράθεση των σωστών κάθε φορά πηγών και της ανάλογης βιβλιογραφίας, κάτι που και στην εργασία του αυτήν- παρά την «λευκωματική» της μορφή- φαίνεται να τον απασχόλησε σοβαρά. Ο Χάρης Παπαδάκης διακριβώνεται για μια ακόμη φορά ότι είναι σοβαρός συγγραφέας και μελετητής, που στηρίζεται συχνά σε σπάνιο αρχειακό υλικό- ανατρέχοντας, κάποτε, προς ανεύρεσή του εκατοντάδας χιλιόμετρα μακριά (Τυνησία Τουρκία, όπως από προσωπική πείρα είμαι σε θέση να γνωρίζω)- ενώ τα αρχεία των εφημερίδων και ειδικότερα τα φύλλα τής εφημερίδας τής Κυβέρνησης, φαίνεται να του είναι πάντοτε ιδιαίτερα οικεία και προσφιλή, τα οποία ως ικανότατος δικηγόρος με χαρακτηριστική άνεση και επιδεξιότητα διεξέρχεται και χρησιμοποιεί, όπως, ακριβώς, κάνει και στο παρόν «βιβλιολεύκωμά» του με τα φύλλα τής «Επίσημης Εφημερίδος της Κρητικής Πολιτείας» (Ε.Ε.Κ.Π.).
Ο συγγραφέας, πέραν των ανωτέρω, για τη συγγραφή τού παρουσιαζόμενου λευκώματος κατέφυγε και σε προφορικές μαρτυρίες από υπερήλικες γνώστες πολλών πραγμάτων τής εν λόγω περιοχής, ενώ το εξαιρετικά αξιόλογο και παντελώς άγνωστο στο ευρύτερο κοινό φωτογραφικό υλικό προέρχεται από κατοίκους, επίσης, της περιοχής και προσδίνει στο βιβλίο μιαν εξαιρετικά αξιόλογη όσο και αξιόπιστη ασπρόμαυρη εικόνα τού χώρου και της εποχής. Οι φωτογραφίες αναπαράγουν τόσο την ομορφιά τού τοπίου, όσο και τους ανθρώπους του και τις ποικίλες δραστηριότητές τους, με κυριότατη τον καιρό εκείνο δραστηριότητα- πάρεργο πάντως στις συνήθεις γεωργοκτηνοτροφικές τους ενασχολήσεις – το ψάρεμα.
Η προσπάθειά τού Χάρη Παπαδάκη υπήρξε φιλόπονη, εξαντλητική, συχνά επίπονη και αγωνιώδης. Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό και δόκιμο συμπολίτη μας συγγραφέα και του ευχόμαστε να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο των Ρεθεμνιώτικων Γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.


ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ Με ειδική αναφορά στο Μαρτύριο και στον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων




Εντυπωσιακή εικόνα των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνου, με κρητικές ενδυμασίες και το απολυτίκιό τους ποίημα Καλλίνικου Νικολετάκη. Έκδοση ιερού Ναού 4 Μαρτύρων (1953;)





ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ 4 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Με ειδική αναφορά στο Μαρτύριο και στον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων

    Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τοπωνυμίων, που χαρακτηρίζουν περιοχές, γειτονιές, αλλά και ολόκληρα χωριά της Χώρας μας, με το όνομα του πανέμορφου αυτού και επιβλητικού δέντρου, του πλατάνου, που καλλιεργείται από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα ως διακοσμητικό σε πάρκα και δενδροστοιχίες. Βασική απαίτηση του δέντρου αυτού είναι τα πολύ υγρά εδάφη. Και τέτοια όντας τα εδάφη της μικρής γλωσσίδας, πάνω στην οποία οι πρώτοι οικιστές του οικοδόμησαν το Ρέθυμνο, παρέχουν, ασφαλώς, εξαιρετικά γόνιμο και κατάλληλο έδαφος για την ευδοκίμησή του. Είναι γεγονός ότι όλο το παλιό Ρέθυμνο κυριολεκτικά «επιπλέει» μέσα στο νερό και ότι, ακόμα, κάθε φορά που οι κάτοικοί του επιχειρούν να ανοίξουν τα θεμέλια μιας νέας κατοικίας, στα δυο, μόλις, μέτρα συναντούν άφθονο νερό, που τους δυσκολεύει πολύ στην ανέγερσή της.
    Έτσι, το Ρέθυμνο στην ιστορική του πορεία φιλοξένησε στα εδάφη του αρκετά πλατάνια. Σε δύο, όμως, περιπτώσεις το φυτό αυτό κατέστη ιδιαίτερα σημαντικό και σπουδαίο. Άφησε το όνομά του, στην πρώτη, και περιβλήθηκε με θλιβερά γεγονότα ιστορικής σημασίας και στις δύο, που έλαβαν χώρα κάτω από το έντονα δροσιστικό φύλλωμά του, σηματοδοτώντας για δεκαετίες, τώρα, τον τόπο.
Ο λόγος, για τη γνωστή και σήμερα με την ονομασία «Πλάτανος» πλατεία του Ρεθύμνου (επίσημα, σήμερα, πλατεία Τίτου Πετυχάκη), αλλά και για την άλλη, επίσης, γνωστή πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων, όπου, ορισμένοι σύγχρονοι συγγραφείς μέχρι πρόσφατα έδειχναν τον πλάτανο των Αγίων [1] .
     Στην πρώτη, βέβαια, περίπτωση, της ομώνυμης πλατείας του «Πλατάνου», είχαμε- κατά σαφείς και ασφαλείς πληροφορίες- ένα μόνο πελώριο πλάτανο [2] - όπως, εξάλλου, τούτο υποδηλώνεται και από την εκφορά της ονομασίας της πλατείας στον ενικό αριθμό <στον Πλάτανο>- που δροσιζόταν πλούσια από τα νερά της παρακείμενης κρήνης του Rimondi και χρησίμευε για τους απαγχονισμούς των χριστιανών. Στην πλατεία αυτήν και κάτω από τη σκιά, προφανώς, του μοναδικού αυτού πλατάνου, οι Τούρκοι διέσχισαν το στήθος του επισκόπου Γερασίμου Κοντογιαννάκη ή Περδικάρη, «ζώντος έτι», το έτος 1822[3] . Στη συνέχεια, με το αίμα της καρδιάς του επισκόπου οι Τούρκοι ράντισαν τις σημαίες τους, για να κερδίζουν, όπως έλεγαν, στις μάχες τους Χριστιανούς.
   Στην άλλη περίπτωση, της ανοιχτότερης και κατά πολύ μεγαλύτερης πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων, στη θέση Μεγάλη Πόρτα, ο Εμμ. Γενεράλις [4] αναφέρει ότι εκτός των τειχών της πόλεως, και μέσα σε «ελεεινά ξύλινα παραπήγματα» [5] , ήταν τα κρεοπωλεία, παρά τα οποία υψωνόταν πελώριος πλάτανος από τον οποίο οι Τούρκοι κρεμούσαν τους χριστιανούς.
   Και στις δύο, λοιπόν, περιπτώσεις- και αυτήν της πλατείας του Πλατάνου και αυτήν της πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων- βλέπουμε ότι κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου ο Τούρκος κατακτητής συνήθιζε να εκτελεί τους χριστιανούς υπηκόους του, είτε με απαγχονισμό, είτε με καρατόμηση, οπότε ο πλάτανος, εδώ, αποκτά μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική ιδιαιτερότητα [6] .
   Στην περίπτωση, πάντως, των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων παρατηρείται μεγάλη σύγχυση στα διάφορα κείμενα που μέχρι σήμερα έχουν γνωρίσει το φως της δημοσιότητας, ως προς τον πραγματικό αριθμό των πλατάνων στην ομώνυμη των Αγίων πλατεία, ενώ η ίδια σύγχυση παρατηρείται και σε ό,τι αφορά στον τρόπο του Μαρτυρίου τους. Έτσι, αλλού γίνεται λόγος για έναν και μοναδικό πλάτανο, «που θύμιζε, λέγει, στους Ρεθεμνιώτες τη θυσία και το φρικτό μαρτύριο των νεομαρτύρων» [7]και αλλού για τόπο «όπου υπήρχαν ένας ή περισσότεροι αιωνόβιοι πλάτανοι, κάτω από τη σκιά των οποίων οι άγιοι νεομάρτυρες μαρτύρησαν». Σχετικά, τώρα, με τον τρόπο του μαρτυρίου τους, άλλοι από τους ερευνητές ομιλούν περί αποτομής της κεφαλής των Αγίων και άλλοι περί απαγχονισμού τους.
    Έτσι, ειδικότερα, για «αποτομή» της κεφαλής των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων κάνουν λόγο, από τους παλιούς λογίους, οι Εμμ. Λαμπρινάκης [8], Ι. Νουχάκης[9] και Εμμ. Γενεράλις, πλην όχι και τόσο σαφώς αυτός ο τελευταίος [10] , αλλά και όλοι όσοι προέρχονται από τους κόλπους της Εκκλησίας (επίσκοποι, θεολόγοι, εκκλησιαστικοί υμνογράφοι κτλ.).
   Για αποτομή, λοιπόν, κάνουν, περαιτέρω, λόγο όλοι ανεξαιρέτως οι βίοι μετά ακολουθιών των Αγίων, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αναφέρουμε δειγματικά τον παλαιότερο από αυτούς, τον οποίο ανακάλυψε ο Νικ. Τωμαδάκης στην Ι. Μονή Οδηγήτριας Κερά Γωνιάς Κισάμου, του έτους 1852[11], που είχε όμως συνταχθεί πολύ πρωτύτερα με τη συνεργασία των Μελετίου Νικολετάκη, Μητροπολίτη Κρήτης (1831-1839) και Καλλινίκου Νικολετάκη, επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου (1832-1868) και του λογίου δασκάλου του Ρεθύμνου Νικ. Σταυράκη [12] , πριν από το θάνατο του Μελετίου, που συνέβη το έτος 1839, άρα στα αμέσως επόμενα από το μαρτύριο των Αγίων χρόνια [13] .
    Ο γνωστός, επίσης, Άγγλος περιηγητής R. Pashley, που περιόδευσε την Κρήτη και το Ρέθυμνο στα 1834- άρα δέκα, μόλις, χρόνια από το μαρτύριο των Αγίων- και παίρνει τις πληροφορίες του από το άμεσό του περιβάλλον, ομιλεί σαφώς μεν περί καρατομήσεως, αλλά τριών και όχι τεσσάρων νεομαρτύρων [14], καθώς και ο Στέργ. Σπανάκης [15]. Αλλά περί αποτομής κάνουν λόγο και οι περισσότεροι σύγχρονοι Ρεθυμνιώτες λόγιοι, ο π. Ιωάννης Πίτερης [16], ο Μιχ. Μ. Παπαδάκης [17]κ.ά. Στην προαναφερθείσα, μάλιστα, μελέτη του ο Μιχ. Παπαδάκης [18]δημοσιεύει και το ενδιαφέρον κείμενο της προκήρυξης του Μεχμέτ πασά, το οποίο, επίσης, κάνει λόγο για σφαγή των Τεσσάρων Νεομαρτύρων στην πλατεία της Μεγάλης Πόρτας: «
Ταϋτέρου στσι δυο ώρες σαμπάιλέν (αύριο στις οκτώ το πρωί) θα σφάξουνε στη Μεγάλη Πόρτα τέσσερις γκιαούρηδες. Θα γενούνε και άλλα μαζλουχάθια και λοής λοής μασκαραλίκια.. Τα ντουκινάνια (καφενεία) κι ούλοι οι μαγατζέδες θάναι σφαλιχτοί και όποιος θέλει νάρθει στο σεΐρι» [19].Άλλοι Ρεθυμνιώτες συγγραφείς- πάντως πολύ ολιγότεροι από τους προηγούμενους- ομιλούν για «πλατάνους, στους οποίους κρεμάστηκαν οι άγιοι νεομάρτυρες». Έτσι, από τους πιο παλιούς, ο συγγραφέας «του Χρονικού μιας Πολιτείας», Παντελής Πρεβελάκης, μιλεί για απαγχονισμό τους, στον πλάτανο που- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει- «θράσευε» και τότε, όταν έγραφε το Χρονικό του- το έτος 1938- στην πλατεία, έξω από την εκκλησία τους [20].
   Από τους νεότερους για απαγχονισμό, επίσης, των Αγίων μιλούν οι Εμμ. Φραγγεδάκης [21], Α. Μαλαγάρη- Χ. Στρατιδάκης [22], ο Δ. Αετουδάκης [23], και ο Μ. Τρούλης [24]. Ο κ. Τρούλης, μάλιστα, αποδέχεται απαγχονισμό των τριών μόνο νεομαρτύρων, ενώ ο τέταρτος, λέγει, ο Νικόλαος, σκοτώθηκε αργότερα, τον Μάρτιο του 1828, πολεμώντας τους Τούρκους στον πύργο του Ξωπατέρα [25]. Την ίδια άποψη αφήνει να διαφανεί και ο Χ. Παπαδάκης [26], όμως αρκετά παραλλαγμένη, αφού δεν παρουσιάζει τον Νικόλαο μαχόμενο στον πύργο του Ξωπατέρα, αλλά να πεθαίνει από ασφυξία από τους καπνούς της φωτιάς που έβαλαν οι Τούρκοι μέσα στον πύργο- κάτι, πάντως, που δεν είναι σύμφωνο με την άκρως ενδιαφέρουσα μαρτυρία που μας παραδίνει ο ιστορικός Ν. Ψιλάκης, περί ενός εξαιρετικά ανδρείου Νικολάου Βλατάκη [27].
    Πάντως, συμπληρωματικά, και όσον αφορά στην τελευταία αυτήν παρένθεση, σχετικά με τον τρόπο τελείωσης του τέταρτου νεομάρτυρα, του Νικολάου, αλλά και με το ζήτημα της μυστηριώδους εξαφάνισης της κάρας του, έχω να παρατηρήσω ότι ο Νικόλαος είναι ο μάρτυρας που η λαϊκή παράδοση τον αφήνει τελευταίο στη «λίστα» του μαρτυρίου, να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς το μαρτύριο των τριών άλλων. Η παράδοση, λοιπόν, συνεχίζει, ότι πτοημένος, προς στιγμήν, από τη φρικιαστική θέα του μαρτυρίου των άλλων, ο Νικόλαος έδειξε κάποια νευρικότητα και συγκίνηση μπροστά στον θάνατο. Μα, στο τέλος, συνεχίζει η παράδοση, βρήκε και αυτός την ψυχραιμία του και έδωσε με δύναμη πίστης και θάρρος την απάντηση που έδωσαν και οι τρεις άλλοι στον Τούρκο αξιωματικό.
    Και θα ολοκληρώσουμε το παρόν θέμα, που αφορά στον τρόπο τελείωσης των Τεσσάρων Νεομαρτύρων, με αναφορά μας σε τοιχογραφία αναπαράστασης του μαρτυρίου τους, που απαντάται στον ναό τους, στην πόλη του Ρεθύμνου. Στην τοιχογραφία, λοιπόν, αυτήν και ενώ ο αγιογράφος αποδέχεται σαφώς το δι’ αποτομής των κεφαλών των Αγίων μαρτύριό τους, αφού απεικονίζει την σχετική αναπαράσταση, με την επιγραφή: «Η αποτομή των κεφαλών των αγίων τεσσάρων Νεομαρτύρων Γεωργίου, Αγγελή, Μανουήλ και Νικολάου», όμως, σε άλλο υπόθεμα της ίδιας τοιχογραφίας, απεικονίζει, και σκηνή Τεσσάρων αγχονών, που κρέμονται από πλάτανο, χωρίς τα σώματα, πάντως, των Αγίων και με την επιγραφή: «Πλάτανος απαγχονίσεως»(!). Η τοιχογραφία είναι εκτεταμένη, καταλαμβάνει όλο το κάτω μέρος της κόγχης του ιερού και αποτελείται από τέσσερα υποθέματα. Τα άλλα δύο υποθέματά της επιγράφονται: α) οι άγιοι Νεομάρτυρες ενώπιον του πασά Καδή και β)
οι άγιοι ενώπιον του Δικαστηρίου.Ο αγιογράφος με το παραπάνω υπόθεμα: «Πλάτανος απαγχονίσεως» μόνο σύγχυσης μπορεί να γίνει αίτιος στον απλό πιστό. Σε ένα θέμα απόλυτα ξεκαθαρισμένο από την υμνολογική και εικονογραφική παράδοση της τοπικής μας Εκκλησίας δεν χρειάζονται, νομίζω, του είδους αυτού οι καινοτομίες, που απλά επιζητούν τον εντυπωσιασμό και την πρωτοτυπία ή, ακόμα, τη δραματική ένταση και το τραγικό...
    Αυτά, λοιπόν, τα τελευταία- κείμενα και αγιογραφία- είναι, νομίζω, που δημιουργούν τη σύγχυση γύρω από τον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Μελαμπιανών Νεομαρτύρων. Η ευσέβεια, μάλιστα, του πιστού λαού του Ρεθύμνου, ύστερα από αυτά, σε κάποιες περιπτώσεις, ορίζει επακριβώς και τον αριθμό των πλατάνων σε τέσσερις, όσοι, δηλαδή, ήταν και οι νεομάρτυρες, στους οποίους, λένε, ανά εις κρεμάστηκαν,
«δεχθέντες τον δι’ απαγχονισμού θάνατον».Πάντως, περίπτωση χρησιμοποίησης και της αγχόνης, παράλληλα με τον δια ξίφους αποκεφαλισμό, προς περαιτέρω τιμωρία, παραδειγματισμό και τρομοκράτηση του χριστιανικού στοιχείου, παντελώς αποκλείεται. Όλα τα συναξάρια των Αγίων συμφωνούν ότι οι δήμιοι, προς εκφοβισμό των λοιπών χριστιανών, απλά, άφησαν- κατά διαταγή του Μεχμέτ Πασά- τα σώματά τους στον τόπο του μαρτυρίου άταφα επί τρεις ημέρες, μέχρι που παρέλαβαν αυτά οι Αντώνιος Πουρδούνης και Γεώργιος Λαγός, για να τα ενταφιάσουν στην Μονή του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια. Επί πλέον, οι δήμιοι Οθωμανοί χωροφύλακες έφεραν και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και τα παιδιά αυτών [28].
    Μετά από όλα αυτά, στην πλειάδα των παραπάνω απόψεων, συμπερασματικά, παραθέτουμε και την προσωπική μας άποψη, σύμφωνα με την οποία ο υπεραιωνόβιος πλάτανος, κάτω από τον οποίο μαρτύρησαν οι Άγιοι, θα υπήρχε, πιθανόν, στο μέρος που έπιανε το άγιο βήμα της πρώτης εκκλησίας, αυτής που θεμελίωσε ο Διονύσιος Καστρινογιαννάκης, στις 21-4-1909. Η άποψη αυτή για την θέση του μαρτυρίου στον χώρο του αγίου Βήματος ανήκει στον μακαριστό επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Διονύσιο Καστρινογιαννάκη [29] και εκκλησιολογικά, τουλάχιστον, την βλέπω ως την μόνη ορθή, ως την μόνη που αρμόζει στη εκκλησιαστική συνείδηση και παράδοση της Εκκλησίας, να λάβει, δηλαδή, ιδιαίτερη μέριμνα, δια του πρώτου κτήτορος επισκόπου της, κατά την ανοικοδόμηση του ιερού ναού των Αγίων, τον χώρο του σεπτού μαρτυρίου τους, με τον υπεραιονόβιο πλάτανο, να τον καταλαμβάνει το άγιο Βήμα του ναού. Η Εκκλησία του Χριστού θεμελιώνεται και στηρίζεται επί του αίματος και των θυσιών των Μαρτύρων της πίστεως, ενώ είναι γνωστό ότι στους χρόνους των διωγμών οι τάφοι των Μαρτύρων χρησίμευαν αντί αγίας Τράπεζας. Άρα, σύμφωνα με την άποψη αυτήν ο ιερός πλάτανος των Αγίων θα πρέπει να ορθωνόταν πίσω, περίπου, από το σημερινό άγιο Βήμα του ναού [30]. Κάτω από τον γέρικο αυτόν πλάτανο, όπου επί Τουρκοκρατίας [31]γίνονταν οι εκτελέσεις, ο Τούρκος δήμιος απέκοψε τις κεφαλές των τεσσάρων νεομαρτύρων, στην επίμονη άρνησή τους να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό και να αλλαξοπιστήσουν. «Ημείς χριστιανοί εγεννήθημεν και χριστιανοί θέλομεν αποθάνει», υπήρξε η γενναία και αποστομωτική απάντησή τους, ενώ, στη συνέχεια- κατά το φρικτό και φοβερό μαρτύριό τους και μέχρι της τελευταίας των αναπνοής- προσεύχονταν ενδόμυχα, εκφωνούντες μυστικά το «Κύριε ελέησον» [32].
    Παρότι, λοιπόν, οι Τούρκοι συχνά χρησιμοποιούσαν τον «δι’ απαγχονισμού θάνατον»- και μάλιστα, όπως ήδη σημειώσαμε, από τον γερο- πλάτανο της συγκεκριμένης πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων [33]- το μαρτύριο των Αγίων έγινε «δια ξίφους», και αυτό βεβαιώνει και η επίσημη παράδοση της Εκκλησίας μας μέσω της εικονογραφικής παράδοσης και της ασματικής ακολουθίας τους.
    Στο γνωστό απολυτίκιο των Αγίων- που «κατά παράδοσιν» ψάλλεται στην ακολουθία τους την 28η Οκτωβρίου και είναι ποίημα του λόγιου επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικου Νικολετάκη- αναφέρεται ότι «ούτοι διά πίστιν του Κυρίου σφαγέντες, το αίμα αυτών εθελουσίως εν τη Ρεθύμνη εξέχεαν…», ενώ και στο άλλο απολυτίκιο τού, επίσης, λόγιου και Κρητολόγου επισκόπου Λάμπης και Σφακίων, αείμνηστου Ευμένιου Ξηρουδάκη, μεταξύ άλλων, με περισσή λογοτεχνική δεινότητα, αναφέρεται: «…Χριστόν εκηρύξατε επί απίστων στερρώς, τετράριθμοι μάρτυρες, ξίφεσι τους αυχένας απετμήθητε πόθω, όθεν τοις των μαρτύρων ηριθμήθητε δήμοις…». Τέλος, και ο εικονογραφικός κύκλος των Αγίων, και μάλιστα μέσω της παλαιότερης γνωστής φορητής εικόνας τους, του έτους 1836- δηλαδή, δώδεκα, μόλις, χρόνια από το μαρτύριό τους- σε ένα από τα υποθέματά της, στην πάνω δεξιά της γωνία, εικονίζει τους Τέσσερις Νεομάρτυρες να δέχονται «τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατον» [34].
    Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έχουμε να τρανώσουμε ότι ο αιωνόβιος πλάτανος της πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων, που σήμερα έχει παύσει, δυστυχώς, να υπάρχει και να «μαρτυρεί», καθαγιάστηκε και ποτίστηκε από το πανάγιο αίμα των Αγίων και συνδέθηκε άρρηκτα στη συνείδηση των Ρεθυμνιωτών με το μαρτυρικό θάνατό τους κάτω από τη σκιά του φθίνοντος φθινοπωρινού φυλλώματός του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Ο Π. Πρεβελάκης σημειώνει ότι το έτος 1938 σωζόταν, ακόμα, ο πλάτανος των Τεσσάρων Μαρτύρων (Παντελή Πρεβελάκη, Το χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα 1976, 116).
[2]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 74.
[3]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π., Ο Λαμπρινάκης, εδώ, σημειώνει «συνοικία «Μεγάλη Βρύσις, παρά την οποία υπάρχει πελωρία πλάτανος ένθα η ομώνυμος πλατεία, εν ή οι Τούρκοι διέσχισαν το στήθος του επισκόπου Γεράσιμου Κοντογιαννάκη ή Περδικάρη ζώντος έτι το 1822». Επίσης, Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 19102, 31.
Πολύ πριν από την εκτέλεση του Περδικάρη, το έτος 1700, στην ίδια πλατεία, είχε γίνει το δια ξίφους μαρτύριο του Μαθιού, υιού του παπα- Γιώργη, από το Γερακάρη Αμαρίου, που και αυτός πρόσφατα- όπως και οι Τέσσερις Νεομάρτυρες- ανακηρύχθηκε άγιος, επειδή, ακριβώς, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει διακηρύσσοντας, όπως και εκείνοι, ευθαρσώς: «Εγώ χριστιανός εγεννήθηκα και χριστιανός θα αποθάνω».
[4]Ό.π.
[5] Στην κατάσταση αυτήν τα κρεοπωλεία καταγράφονται από τον Εμμ. Γενεράλη στην πρώτη έκδοση της Γεωγραφίας του, το έτος 1894 (σ. 62). Αντίθετα, στη δεύτερη έκδοση, του 1910, αποκαλούνται κανονικά «κρεοπωλεία», άρα, πρόκειται τα λεγόμενα «Χασαπιά», που είχαν εν τω μεταξύ ανεγερθεί. Και πράγματι, το έργο ανέγερσης των Χασαπιών ξεκίνησε στις 10 Μαρτίου 1894 και παραδόθηκε προς δημοσία χρήση το έτος 1895, επί Δημαρχίας Γιουσούφ Βέη Αληγιατζιδάκη (Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, Τα Κασαπιά του Ρεθύμνου και ουχί μόνον, Έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2005, 55).
[6]Πρβλ. και τα όσα γράφει για τον πλάτανο της Τριπολιτσάς ο Γέρος του Μοριά: «…όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο όπου κρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: Άϊτε, πόσοι από το σόγι μου και το έθνος μου εκρεμάστηκαν εκεί και διέταξα και τον έκοψαν»! (Γεωργ. Τερτσέτη, Απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821, 19).
[7]Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 1891, 62, όπου μιλεί απλά για έναν πλάτανο, από τον οποίο οι Τούρκοι κρεμούσαν τους χριστιανούς, χωρίς, πάντως, ειδική αναφορά και στο μαρτύριο των Αγίων. -Ελ. Γ. Δαφέρμου, Οι Τέσσερεις (sic) Μάρτυρες της Ρεθύμνης, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 21 (1980), 259 κτλ.
[8]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π.,76.
[9]Ιωάννου Εμμ. Νουχάκη, Κρητική Χωρογραφία, Εν Αθήναις 1903, 206.
[10]Εμμ. Γ. Γενεράλι, ό.π.,18911,62 και 19102, 31.
[11]Στη σελίδα 31 του χειρογράφου σημειώνεται (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου):
«Η φυλάδα αύτη εγράφθη διά πόθο και ευλαβία / της δούλης του θεού παρασκευής κουρμουλοπούλας / κατά μήνα αύγουστο: 8 1852 ρέθεμνος/ και εις όποιον ναόν θελήσει έχει χρέος να την αφιερώση διά μνημόσυνον / των γονέων της».[12]Πρόκειται, ασφαλώς, για διαφορετικό πρόσωπο από τον Σταυράκη που έγραψε τη Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης.
[13]Μιχ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος 21 (1980), 261. Πρβλ. και Θεοχ. Δετοράκη, Η Υμνογραφία των Τεσσάρων Νεομαρτύρων του Ρεθύμνου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος 21 (1980), 291.
[14]Κουρμούληδων στο επώνυμο, οι δυο αδέλφια και ο άλλος εξάδελφος (R. Pashley «Travels in Crete» 1, VII, 107).
[15]Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων (Μητρώον των οικισμών), Ηράκλειο 1991, 522. Καινούρια στοιχεία μη υπάρχοντα στην ήδη δοθείσαν εργασίαν μου. Να προστεθούν…
[16]Ιωάννη Πίτερη, Αφιέρωμα στους Αγίους Τέσσερις Ρεθύμνιους Νεομάρτυρες, Κρητική Επιθεώρηση της 28ης Οκτωβρίου 1979.
[17]Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, ό. π., 261.
[18]Μιχ. Μ. Παπαδάκη, ό.π., 261-262.
[19]Το κείμενο αυτό της προκήρυξης διέσωσε ο Ρεθυμνιώτης λόγιος φαρμακοποιός Ιωάννης Κούνουπας. Αλκ. Στυλ. Μαυράκη, Περιβόλια Ρεθύμνου, Το συναξάρι του τόπου, Ρέθυμνο 1995, 20 και Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, ό. π., 140.
[20]Κοντά σ’ αυτά, ο Πρεβελάκης σημειώνει ανακριβώς και τον αριθμό των καρών τους, που τις ανεβάζει σε τέσσερις, αγνοώντας (;) την απώλεια της τετάρτης, επίσης το έτος του μαρτυρίου τους, που το τοποθετεί στα 1866, στην αρχή της μεγάλης κρητικής επανάστασης, αλλά και τον τόπο καταγωγής τους, που τον συγχέει με τον τόπο της ταφής τους, τα Περιβόλια. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι, στη συγκεκριμένη του γραφή, ο Πρεβελάκης, πρώτα απ’ όλα, είναι ο άριστος τεχνίτης του λόγου, ο αγαπημένος λογοτέχνης των Ρεθεμνιωτών, που έψαλε και τραγούδησε την πόλη τους και την έκανε γνωστή σ’ όλο τον κόσμο και όχι ο ερευνητής ιστορικός, που ενδιαφέρεται για την ιστορική αλήθεια και μόνο. Όμως, παρόλα αυτά, δεν παύει να ασκείται επηρεασμός και σύγχυση, που, για όσους δεν γνωρίζουν καλά τα πράγματα, καθίστανται, ίσως, ακόμα εντονότερα (Παντελή Πρεβελάκη, Το χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα 1976, 116).
[21]Κρητική επιθεώρησις, 29 Μαρτίου 1966.
[22]Α. Μαλαγάρη- Χ. Στρατιδάκης, Ρέθυμνο, Αθήνα 1987, 11, 63.
[23]Δ. Αετουδάκης, Ρεθεμνιώτικο οδοιπορικό μέσα στο χρόνο, Αθήνα 1986, 143.
[24]Μ. Τρούλης, Ρέθυμνο, Ρέθυμνο 1998, 43.
[25]Ο λόγος για τον ήρωα της Μονής της Οδηγήτριας Ιωάσαφ Ξωπατέρα ή Ξέπαπα (+1828), που αποσχηματίστηκε, για να μην παραβιάζει τους κανόνες της Εκκλησίας πολεμώντας με τα ράσα.
[26]Χαρίδημος Α. Παπαδάκης , ό.π., 141. Ο Χ. Παπαδάκης στο ζήτημα αυτό δεν παίρνει εντελώς ξεκάθαρη θέση. Απλά καταγράφει χρονολογικά τα γεγονότα στον Πύργο του Ξωπατέρα και αφήνει σε μας να βγάλουμε τα ανάλογα συμπεράσματα γύρω από το μυστήριο της εξαφάνισης της 4ης κάρας, αυτής του Νικολάου Βλατάκη.
[27]Ο ιστορικός Βασ. Ψιλάκης αναφέρεται σε συγκεκριμένο επεισόδιο από τη ζωή του «ταχύτατου, ευστροφώτατου» και «ατρόμητου», όπως τον χαρακτηρίζει, Αχμέτ Αγά (εν τη κρυπτώ Νικολάου<Βλατάκη και πρώην Ρετζέπη>), «από τον μεγάλον οίκον Κουσέ των Κουρμούληδων καταγόμενου», ο οποίος κατάφερε να απομακρύνει από το χωριό του, τις Μέλαμπες, τον αγριογεννίτσαρο από το Βαθυακό Καπαρό, που έβαζε τις κοπέλες του χωριού να χορεύουν με την παπαδιά, ενώ αυτός έτρωγε παχυλώς (Β. Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης, Εκδόσεις «Αρκάδι», Αθήναι χ.χ., τ. 3, 31).
[28]Στυλ. Μ. Βυδάκης, στο συναξάρι της «Ακολουθίας των Άγιων Τεσσάρων νέων του Χριστού Μαρτύρων Αγγελή, Μανουήλ, Γεωργίου και Νικολάου των εν Ρεθύμνη μαρτυρησάντων», Εν Αθήναις 1852, 23- 24. Επίσης, στην ακολουθία των Αγίων που εκδόθηκε με επιμέλεια και Δαπάνη του Ιλαρίωνος, επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Εν Αθήναις 1877, 167, αλλά και στον «Βίο και Ακολουθία των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνης», έκδοση «Παναγίας Καλυβιανής», Μοίραι Ηρακλείου , χ.χ.,7.
[29]Δ. Τ., Οι Τέσσερις Μάρτυρες, Ρεθεμνιώτικα Νέα, 26-27 Οκτωβρίου 1991, σ. 6.
[30]Ο Χάρης Παπαδάκης τον τοποθετεί δέκα, περίπου, μέτρα νοτιοδυτικότερα, και πιο συγκεκριμένα, λίγο νοτιότερα από τον σημερινό νότιο τοίχο της εκκλησίας των Τεσσάρων Μαρτύρων, μεταξύ νότιας πόρτας και του νότιου καμπαναριού της εκκλησίας, υποθέτω στη μέση του οδοστρώματος της σημερινής λεωφόρου (Τα Κασαπιά του Ρεθύμνου και ουχί μόνον, Ρέθυμνο 2005, 139). Πάντως, με τις αλλαγές των διαστάσεων των τριών ναών, που έχουν μέχρι σήμερα ανεγερθεί προς τιμήν των Αγίων, δεν αποκλείεται η παραπάνω διαφοροποίηση (Καστρινογιαννάκη- Παπαδάκη) στην ουσία να συμπίπτει, περίπου.
[31]Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας τόπος εκτέλεσης των Ρεθεμνιωτών Επαναστατών από τους Βενετσιάνους ήταν ο λόφος του Τιμίου Σταυρού, στις νότιες παρυφές της πόλεώς μας, που, τότε, ονομαζόταν Φουρκοκέφαλο, δηλαδή τόπος αγχόνης [φούρκα (η)= πάσσαλος διχαλωτός, δοκός σε σχήμα Τ ή σταυρού και κατ’ επέκτασιν αγχόνη, κρεμάλα]. Βλ. σχετικά Α. Ν. Νενεδάκη, Ρέθεμνος, τριάντα αιώνες πολιτεία, 16 και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τα μοναστήρια του Αγίου Αντωνίου στο λόφο Φουρκοκέφαλο και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Κουμπέ, Νέα Χριστιανική Κρήτη 3 (1990), 129.
[32]Βλ. τα συναξάρια των Ακολουθιών των Αγίων της υποσ. 25.
[33]Πρβλ. την περίπτωση του Εμμανουήλ Φουντουλάκη από τα Ρούστικα, που, πιθανόν, το έτος 1892 τον κρέμασαν οι Τούρκοι «από της παρά τον ναόν των Τεσσάρων Νεομαρτύρων κατηραμένης πλατάνου…», Μιχ. Πρεβελάκη, ομιλία στο Ιδαίον Άντρον Ρεθύμνου, Κρητική Επιθεώρησις 5/12/1934 και Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, ό. π., 138-139.
[34]Ελ. Γ. Δαφέρμου, Η εικονογραφία των Τεσσάρων Μαρτύρων, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 21 (1980), 307. Αλλά και σε εικόνα του έτους 1859, που ζωγραφίστηκε με δαπάνη κάποιου Αντωνίου Χανιωτάκη, που ο ίδιος υποστηρίζει ότι επιστάτησε και αυτός στη μετακόμιση και ταφή των Αγίων- άρα, υποτίθεται ότι θα ήταν γνώστης του τρόπου τελείωσης των Αγίων – και στην εικόνα αυτήν, σε ένα από τα τέσσερα υποθέματά της, στο κάτω μέρος της εικόνας, ιστορείται η Αποτομή των Αγίων Τεσσάρων μαρτύρων (Μιχ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, ό.π., 282).

ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ Ή ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ;



Η Παραλία, ο Φάρος και η Φορτέτσα
 του παλιού Ρεθύμνου (1930;)
ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Ή ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ;


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Χρόνια, τώρα, ασχολούμαι με τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση των τοπωνυμίων της πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου (36 χωριά- 7000, περίπου, τοπωνύμια). Ερευνώντας, λοιπόν, αυτόν τον θαυμαστό τοπωνυμικό πλούτο της παραπάνω επαρχίας, αλλά και του νησιού μας γενικότερα, ερεύνησα και τον προβληματικό τύπο της ονομασίας της πόλης μας, όταν αυτή εκφέρεται στη γενική του θηλυκού (Ρεθύμνης), προκειμένου να εκφράσει το όνομα της πόλης ή, συνηθέστερα, του νομού. Από την έρευνά μου αυτήν έχω να καταθέσω τα εξής, προς αποκατάσταση του όλου ζητήματος που έχει ανακύψει.
Σύμφωνα με την απόφαση 286/8-2-1919 της Επιτροπείας των Τοπωνυμιών της Ελλάδος, επί του εγγράφου αριθμ. 2190 του Υπουργείου Εσωτερικών, της 4ης Φεβρουαρίου 1919,
«η ονομασία του νομού Ρεθύμνου είναι ορθή, διότι είναι αυτή η της πρωτευούσης αυτού εις ουδέτερον γένος εκφερομένη. Διετηρήθη δ’ εκ παλαιοτάτου χρόνου αύτη, διότι φαίνεται ότι από της αρχαιότητος ουδέποτε έπαυσε οικούμενος ο τόπος εκείνος και φέρων το αυτό όνομα. Ο τύπος του ονόματος της αρχαίας πόλεως, ως ασφαλώς γιγνώσκομεν εκ των νομισμάτων, είναι Ρίθυμνα. Εκ συμφυρμού του αρχαίου τούτου τύπου και της σημερινής εκφοράς επλάσθη το όνομα της Ρεθύμνης. Όθεν φανερόν είναι ότι προτιμοτέρα η ονομασία του νομού Ρεθύμνου, εκτός αν εξ υπερβολικού φιλάρχαιου ζήλου απορρίπτοντες τον σήμερον εν χρήσει τύπον του ονόματος ηθέλομεν εκλέξη τον αρχαίον. τότε δ’ όμως δεν έπρεπε να ονομασθή νομός Ρεθύμνης αλλά Ριθύμνης (βλ. Ν. Γ. Πολίτου, Γνωμοδοτήσεις περί μετονομασίας συνοικισμών και κοινοτήτων, Εν Αθήναις 1890, σ. 156).Η παραπάνω, λοιπόν, απόφαση της Επιτροπείας επί των τοπωνυμιών της Ελλάδας, του 1919, ξεκαθαρίζει σαφώς το θέμα. Προτιμότερη, λέγει, είναι η ονομασία «Ρεθύμνου» και όχι «Ρεθύμνης».Το τοπωνύμιο, στην περίπτωση αυτή, δεν καταργείται, ούτε και χάνεται. απλά συγκεκριμενοποιείται σε έναν τύπο αντί των δύο με τους οποίους, αστόχαστα, εκφέρεται σήμερα. Δεν είναι, εδώ, η ίδια περίπτωση με την Αρκούδαινα- Αρχοντική ή το Γενί Γκαβέ- Δροσιά, που με την μετονομασία τους το πρώτο τοπωνύμιο καταδικάζεται, πράγματι, σε αφανισμό μαζί και η ιστορία του. Στη περίπτωση του Ρεθύμνου το τοπωνύμιο δεν καταργείται, δεν χάνεται. Αυτό που σημαίνει Ρίθυμνα σημαίνει και το Ρέθυμνα και το Ρεθύμνη και το Ρέθεμνος και το Ρέθυμνο. Απλά, για λόγους πρακτικούς, διαγράφουμε το ανύπαρκτο, σήμερα, λόγιο απολίθωμα «Ρεθύμνης» και- τι πιο λογικό- κρατάμε τον τελευταίο υπαρκτό τύπο- «Ρέθυμνο»- στην αλυσίδα της εξέλιξης του τοπωνυμίου, όπως αυτός φέρεται σήμερα στο στόμα του λαού μας, σε ουδέτερο γένος. Το λόγιο απολίθωμα «Ρεθύμνης» το παραδίνουμε στους ειδικούς μελετητές, μαζί με τους άλλους πενήντα τύπους με τους οποίους διασώζεται η ονομασία της πόλης μας.
Μπορεί, τώρα, ο Γ. Χατζιδάκις πρώτος να υποστήριξε ότι ο τύπος Ρέθυμνο(ν) επεβλήθη από την παραπάνω Επιτροπή του 1919 και ότι είναι νόθος. Όμως, όπως και να έχει το πράγμα, ο τύπος αυτός επικράτησε απόλυτα στον 20ο αιώνα και αποτελεί, σαφώς, σήμερα, τη φυσική συνέχεια του τοπωνυμίου. Επί πλέον, δε νομίζω ότι απέχει φωνολογικά και μορφολογικά των λοιπών τύπων που διαμορφώθηκαν κατά την εξελικτική πορεία του τοπωνυμίου από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα- συνεχίζοντας πεισματικά να διατηρεί τους χαρακτηριστικούς σημασιολογικούς φθόγγους [ε] και [υ]- [Ρίθυμνα, Ρέθυμνα, Ρεθύμνη, Ρέθεμνος, Ρέθυμνο(ν)]. Και, ακόμα, οφθαλμοφανώς, αποτελεί φυσική συνέχεια του προτελευταίου εξ αυτών («Ρέθεμνος»), που ήταν σε ευρεία χρήση ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα της Κρήτης, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας: «Εμένα λέσι Χάνδακα και Ρέθεμνος εσένα» (Μ. Τ. Μπουνιαλή, Κρητικός Πόλεμος, έκδ. Αγαθ. Ξηρουχάκη, Τεργέστη 1908, 582).
Με την τροποποίηση αυτήν αποφεύγεται, ασφαλώς, η ταλαιπωρία, η σύγχυση, η ασάφεια και η απορία, στην οποία οδηγεί η παράλληλη χρήση και των δύο τύπων του ονόματος. Θυμάμαι φίλους μου, μορφωμένα παιδιά- μη Ρεθεμνιώτες- κατά τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, αλλά και κατά τα στρατιωτικά μου στη μακρινή Φλώρινα, που μου ονόμαζαν την πόλη μας Ρέθυμνα και Ρέθυμνο, στο θηλυκό γένος. «Κώστα, πήγες στη Ρέθυμνο;», μου είχε πει κάποια φορά ένας συμφοιτητής μου, επηρεασμένος, φυσικά, από τη γενική Ρεθύμνης με την οποία έβλεπε στους χάρτες να εκφέρεται ο νομός μας- κλίνοντας, και πάλι, λάθος το ουσιαστικό. Τόση σύγχυση και αμηχανία δημιουργεί αυτή η γενική Ρεθύμνης και, μάλιστα, στους αγνοούντες. Και άντε εγώ να του εξηγώ το φαινόμενο αυτό της διπλοτυπίας στο όνομα της πόλης μου!!…
Αυτό το ίδιο, ασφαλώς, πρέπει να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις ελληνικών πόλεων και χωριών, που παρατηρούνται δύο τύποι στην εκφορά της ονομασίας τους (συνήθως λόγιος, παράλληλα προς τον λαϊκό). Να λέμε, δηλαδή, «Ακαδημία της Αθήνας» ή «Πανεπιστήμιο της Αθήνας» και όχι «Ακαδημία Αθηνών» ή «Πανεπιστήμιο Αθηνών».
Κάνω τις προτάσεις μου αυτές γνωρίζοντας πολύ καλά ότι καμιά πολιτική βούληση και καμιά διδασκαλία δεν μπορούν, δυστυχώς, εύκολα να επιβάλλουν αυτά τα πράγματα στον λαό, ο οποίος παραμένει στερρά προσηλωμένος στα παραδεδομένα, χωρίς να εξετάζει το αστόχαστο αυτών.