ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ- ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑΝ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ

ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑΝ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

Μελέτες για τις σχέσεις της Θήβας με την Περσία και τις άλλες ελληνικές πόλεις από την μάχη των Λεύκτρων έως την μάχη της Μαντινείας 371- 362 π.Χ.[Εκδόση Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών- Σαριπολείου Βιβλιοθήκης, Αθήνα 2009, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 244]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com

Πρόσφατα και σε εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση 244 σελίδων, κυκλοφόρησε η διδακτορική διατριβή του γνωστού φιλολόγου και Κρητολόγου κ. Παναγιώτη Μ. Παρασκευά, Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων Χανίων, που εγκρίθηκε, από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Το βιβλίο μελετά τις σχέσεις των ελληνικών πόλεων με την Περσία κατά την περίοδο 371- 362 π.Χ., που αποτελούν μέρος των ευρύτερων ελληνοπερσικών σχέσεων και της εξέλιξής τους από την εποχή του Κύρου Β΄ του Αχαιμένους (6ος αι. π.Χ) μέχρι το 371 π.Χ. αλλά και αργότερα έως την κατάκτηση της Ασίας από τον Μ. Αλέξανδρο. Τις σχέσεις αυτές η μέχρι σήμερα έρευνα έχει αποπειραθεί να μελετήσει είτε μέσα από συνολικές μελέτες, είτε μέσα από επί μέρους. Γενικά, πάντως, όλα τα έργα- όπως, για παράδειγμα, αυτά του Ε. Meyer και του Beloch- διερευνούν τις σχέσεις αυτές μέσα από μια γενική θεώρηση της αρχαιότητας, που προσφέρει μεν μιαν αναλυτική θεώρηση του όλου των εξελίξεων, τους διαφεύγουν, όμως, οι λεπτομέρειες μιας πιο διεισδυτικής εικόνας της συγκεκριμένης περιόδου και μάλιστα του μεγέθους μιας δεκαετίας.
Ο Συγγραφέας στο «Εισαγωγικό Σημείωμα» της διατριβής του παραθέτει μιαν όλως ενδιαφέρουσα σειρά εξειδικευμένων έργων ξένων ερευνητών, που όλα εξετάζουν τις εν λόγω ελληνοπερσικές σχέσεις, όμως, άλλως ο καθένας μελετά το πλέγμα και τα αποτελέσματα των σχέσεων αυτών. Όλες, περαιτέρω, είναι μελέτες που ως επίκεντρό τους θέτουν την Αθήνα και τη Σπάρτη, παραβλέποντας σε σημαντικό βαθμό τον ρόλο της Θήβας, αλλά και των άλλων ελληνικών πόλεων που, οπωσδήποτε, αθροιστικά επηρέασαν όχι μόνον τις Ελληνοπερσικές αλλά και τις ενδοελληνικές σχέσεις.
Έτσι, η παρούσα μελέτη επιχειρεί πρωτίστως να εξετάσει τις ελληνοπερσικές σχέσεις κατά την περίοδο 371- 362 και κάτω από αυτήν την παραθεωρημένη και όλως υποβαθμισμένη από τις λοιπές μελέτες οπτική γωνία, της Θήβας, κατά πρώτο λόγο, αλλά και των λοιπών ελληνικών πόλεων (Κορίνθου, Άργους, Αρκάδων, Φλειούντος, Φερών αλλά και Συρακουσών), χωρίς, πάντως, ουδόλως να υποβαθμίζει και τον ρόλο της Σπάρτης ή της Αθήνας.
Η Θήβα, που κατόρθωσε μετά τη νίκη στη μάχη των Λεύκτρων να καταστεί η τρίτη δύναμη στην Ελλάδα, μετά την Αθήνα και τη Σπάρτη, επιχείρησε την πλήρη ανατροπή των σχέσεων μεταξύ των ηγεμονίδων πόλεων στην Ελλάδα, διεκδικώντας, με τη σειρά της, και τη δική της ηγεμονία και διασαλεύοντας συνειδητά το πλέγμα που ρύθμιζε από το 387/6 π.Χ. τις ελληνοπερσικές σχέσεις. Το θάρρος αυτό η Θήβα το έλαβε από το γεγονός ότι πέτυχε, αφενός, την εξουδετέρωση της Σπάρτης με τις επανειλημμένες εισβολές της στη Λακωνική και την ίδρυση, αφετέρου, της Μεσσήνης και της Μεγαλόπολης. Ίδρυσε, επίσης, το «Κοινό των Βοιωτών» με χρήματα περσικά, που τροφοδότησαν τον εμφύλιο σπαραγμό στην Ελλάδα και το κυριότερο(!). η Θήβα υπήρξε, πραγματικά, η μόνη πόλη της Ελλάδας που περηφανευόταν για τη στυγερή αυτή συνεργασία της με τους Πέρσες. Έτσι, όταν όλοι οι Έλληνες το 480 π.Χ. περηφανεύονταν- και ειδικά η Αθήνα και η Σπάρτη- για τον τιτάνιο αγώνα τους ενάντια των Περσών, ο Πελοπίδας, το 367 π.Χ., περηφανευόταν για τη συνεργασία και τον συνασπισμό των Θηβαίων με τους Πέρσες και τη συμφωνία μιας περσοθηβαϊκής συνεργασίας στήριξης από τους Πέρσες της θηβαϊκής Αρχής στην Ελλάδα. Και κάτι τέτοιο είναι γεγονός ότι δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα.
Συμπερασματικά, ο συγγραφέας καταδεικνύει ότι η Θήβα έγινε ο μηχανισμός διά του οποίου η Περσία προκάλεσε την περαιτέρω διάσπαση του ελληνικού κόσμου σε πολλά κομμάτια μετά το 362 π.Χ., αλλά και νωρίτερα στη δεκαετία 371- 362, αποδυνάμωσε τη Σπάρτη σχεδόν ολοκληρωτικά, την Αθήνα στο μεσοπρόθεσμο μέλλον και, τελικά, οδήγησε στο χάος εκείνο που ο Ξενοφών απελπισμένος αναφέρει στο τέλος των «Ελληνικών» του.
Η κατανόηση της συγκεκριμένης μελέτης του κ. Παρασκευά διευκολύνεται ουσιαστικά από ένα ευρύτατα κατατοπιστικό «Εισαγωγικό Σημείωμα», όπως και από μια σειρά εξαντλητικών και άκρως διαφωτιστικών «Συμπερασμάτων», στο τέλος της διατριβής. Η περίληψη, περαιτέρω, στην Αγγλική, τα αναλυτικά Ευρετήρια Όρων και Ονομάτων, αλλά και η πλουσιότατη τετράγλωσση Βιβλιογραφία (ελληνική, γερμανική, αγγλική και γαλλική) ολοκληρώνουν την αποτελεσματικότητα της έρευνας στην ουσιώδη και εξαιρετική οικείωσή της από τον αναγνώστη.
Η διατριβή εκπονήθηκε κάτω από την ηθική και πνευματική καθοδήγηση του συμπατριώτη και παλιού δασκάλου του συγγραφέα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Εμμανουήλ Μικρογιαννάκη, την ουσιαστική επίβλεψη και διόρθωση του σώματος της διατριβής από την κ. Άννα Ραμού- Χαψιάδη και, επίσης, την καίρια συμβολή και τις λεπτές επισημάνσεις και παρατηρήσεις του κ. Κωνσταντίνου Μπουραζέλη, ενώ η έκδοσή της, σε μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση 244 σελίδων από τη Σαριπόλειο Βιβλιοθήκη, επιτεύχθηκε μετά από θετική αξιολόγηση και έγκρισή της από τον Πρόεδρο κ. Χρήστο Κίττα, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και τα μέλη της Επιτροπής του Σαριπολείου Ιδρύματος, γεγονός, οπωσδήποτε, που περιποιεί μεγάλη τιμή στο πρόσωπο του συγγραφέα.
Το παραπάνω έργο τού κ. Παναγιώτη Μιχ. Παρασκευά είναι αξιολογότατο και έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη επιστήμη της Ιστορίας. Λαμπρός ιστορικός ο ίδιος ερευνά και εξετάζει με ευρυμάθεια, γλαφυρότητα και συνθετικό πνεύμα ένα σπουδαίο ιστορικό ζήτημα. Είναι, γι’ αυτό άξιος του «δικαίου επαίνου» όλων μας και, μάλιστα, της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αφορά ειδικά στην επιστήμη της Αρχαίας Ιστορίας και αποτελεί περισπούδαστη και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη και συμβολή στη διεθνή ιστορική θεματογραφία. Ευχή μας να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του τόσο στον ειδικό χώρο της εξειδίκευσής του, την Ιστορία, όσο και στον χώρο των κρητολογικών και όχι μόνο μελετών, στις οποίες τόσο μεγάλη, επίσης, είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.

ΡΕΣΙΤΑΛ ΠΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΥΕΤΟ “BLANC- NOIR’’

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΙΑΔΟΣΕΩΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΩΔΕΙΟΥ - 1931 –

ΡΕΣΙΤΑΛ ΠΙΑΝΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΥΕΤΟ “BLANC- NOIR’’, ΜΕ ΤΙΣ:
ΕΛΕΝΗ ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΤΖΙΡΑΚΗ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com
Σε μιαν εποχή εξαιρετικά δύσκολη για μουσουργούς και επιλογές εκλεπτυσμένες, θεωρούμε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και άκρως ελπιδοφόρα, όσα ο καλός φίλος γιατρός και Πρόεδρος του «Συνδέσμου Διαδόσεως Καλών Τεχνών Ρεθύμνου», κ. Μανόλης Καλλέργης, ανέφερε προλογίζοντας την προχτεσινή συναυλία στο Ωδείο Ρεθύμνου. Ο κ. Καλλέργης θέλησε να φέρει τον ακροατή σε επαφή με τους συνθέτες, αφενός, αλλά και να εξηγήσει τον λόγο της συναυλίας, αφετέρου, που εντάσσεται στις λεγόμενες «Βραδιές Τέχνης», που από καιρό οργανώνει ο προαναφερθείς δραστήριος και μη κερδοσκοπικός ιστορικός Σύλλογος της πόλης μας, με ένα μικρό, συμβολικό εισιτήριο, αποβλέποντας σε έναν ιερό σκοπό. στην απόκτηση και ενός δεύτερου πιάνου για το Ωδείο Ρεθύμνου, τόσο απαραίτητου για μια πόλη που φημίζεται ως "πόλη των Τεχνών και των Γραμμάτων", αλλά και δεδομένου ότι πολλά μουσικά κομμάτια είναι γραμμένα εξαρχής από τους συνθέτες τους «για δυο πιάνα».
    Ήταν, λοιπόν, μια όμορφη και ατμοσφαιρική βραδιά δροσερής, ανάλαφρης, αισθησιακής «μουσικής τέχνης» αυτή που πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας, την Κυριακή που πέρασε, 13 Ιουνίου 2010, στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Το πρόγραμμα είχε να μας προτείνει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα μουσική διαδρομή από το πιανιστικό ντουέτο «Blanc- Noir», αποτελούμενο από τις Καθηγήτριες του Ελληνικού Ωδείου Ελένη Περπιράκη και Ελένη Τζιράκη.
     Και για την ιστορία υπενθυμίζουμε ότι την πρώτη του εμφάνιση το ντουέτο πραγματοποίησε τον Μάιο τού 2006, στην αίθουσα του «Ελληνικού Ωδείου Ρεθύμνου», σε συναυλία που οργάνωσε ο «Σύνδεσμος Διαδόσεως Καλών Τεχνών» για τα 75 χρόνια πολιτιστικής δράσης και προσφοράς του στην πόλη μας. Το εν λόγω ντουέτο είναι, περαιτέρω, το αποτέλεσμα μιας όμορφης συνεργασίας και φιλίας που αναπτύχθηκε εδώ στο Ρέθυμνο, στα πλαίσια τού κορυφαίου «Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου SEILER», που εμείς οι Ρεθεμνιώτες είχαμε την τύχη να διεξαχθεί στην πόλη μας, χάρις στο εξαιρετικό και γενναίο ενδιαφέρον του Δ. Σ. του Ελληνικού Ωδείου (παράρτημα Ρεθύμνου) και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του κ. Μπάμπη Πραματευτάκη, που είχε την τόλμη να προωθήσει και να φέρει σε πέρας το μέγα αυτό καλλιτεχνικό γεγονός, επωμιζόμενος το βάρος, με την αμέριστη, βέβαια, συμπαράσταση όλων, Ελληνικού Ωδείου, αρχών και κοινού. Αιωρείται, πάντως, μετέωρο το ερώτημα γιατί παρά τις αρχικές δεσμεύσεις και υποσχέσεις δεν υπήρξε συνέχεια του καλλιτεχνικού αυτού γεγονότος. Στον Διεθνή αυτόν Καλλιτεχνικό Διαγωνισμό και οι δύο πιανίστριες του ντουέτου και του Ωδείου μας τιμήθηκαν με διάκριση. Αυτό, ακριβώς, αποδεικνύει την ποιότητα των Καθηγητών του Ελληνικού μας Ωδείου, πράγμα που το έχουμε υπογραμμίσει επανειλημμένα, με την ευκαιρία και άλλων μουσικοκριτικών παρουσιάσεών μας στο παρελθόν.
     Η προχθεσινή συναυλία περιλάμβανε έργα G. Faure, M. Ravel, Grieg, Tschaikowsky και Nino Rota. Από τα έργα αυτά, στην Ισπανική Ραψωδία του Ravel (I. Prelude a la Nuit- II. Malaguenia- III. Habanera (1895)- IV. Feria), κομμάτι δύσκολο και απαιτητικό και ιδιαίτερα γνωστό και δημοφιλές, οι πιανίστριες είχαν την ευκαιρία να αποτυπώσουν το πλήρες καλλιτεχνικό διαμέτρημά τους, χαρίζοντας στο φιλόμουσο κοινό μιαν ερμηνεία λαμπερή, ανεπιφύλακτα δυναμική και υπερδεξιοτεχνική, που πραγματικά ενθουσίασε το κοινό.
   Στη μουσική ο όρος ραψωδία (που καθιερώθηκε τον 19ο αι.) υποδηλώνει τη σύνθεση που είναι ελεύθερη και αποδεσμευμένη από τυπικά και προκαθορισμένα σχέδια και αναφέρεται σε θέματα εθνικής και λαϊκής μουσικής. Ραψωδίες συνέθεσαν πολλοί, όπως ο Λιστ ("Ουγγρικές ραψωδίες"), ο Γκέρσουιν ("Γαλάζια ραψωδία”), ο Μπραμς, αλλά και ο Ραβέλ ("Ισπανική ραψωδία").
     Ο Μωρίς Ραβέλ (1875-1937) θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους τού Νεοκλασικισμού στη Γαλλία, η δε Ισπανική του Ραψωδία, έργο του 1907, θεωρείται από τα αριστουργήματά του, στο οποίο οι μελωδίες και οι ρυθμοί της ισπανικής παραδοσιακής μουσικής συνυπάρχουν με το χαρακτηριστικό προσωπικό μουσικό ιδίωμα του Ραβέλ και την απαράμιλλη τεχνική του στην ενορχήστρωση.
   Εδώ ξεχωρίσαμε την εντυπωσιακή ευαισθησία του πρώτου μέρους (Πρελούδιου), τις εξαιρετικά δυναμικές εναλλαγές του δεύτερου (Malaguenia), τον δύσκολο και φιγουράτο εξωτικό ρυθμό της Habanera - πάνω σε όμορφους αφροκουβανέζικους ρυθμούς, που οδήγησαν στην εκρηκτική ανάπτυξη της κουβανέζικης μουσικής στον 20ό αιώνα- και, μάλιστα, το θυελλώδες και νευρικό Feria με τις εξαιρετικά μελωδικές γραμμές του, που κάτω από τα μαγικά δάκτυλα των δύο πιανιστριών κατάφεραν και κυριολεκτικά έσπασαν και ξεπέρασαν τη φυλακή του πενταγράμμου.
     Ακολούθησε ο Grieg (peer Gynt suit I, op. 46 I. Morgenstimmung, II. Ases Tod, III. Anitras Tanz, IV. In der Halle des Bergkonigs). O Γκρήγκ Έντβαρντ (1843- 1907), Νορβηγός συνθέτης και πιανίστας, υπήρξε εθνική φυσιογνωμία της πατρίδας του. Η μουσική τού Γκρήγκ αποφεύγει συστηματικά τις μεγαλύτερες φόρμες τής όπερας και της συμφωνίας και, σε κάθε περίπτωση, είναι το εθνικό ιδίωμα που φαίνεται να δεσπόζει γενναία στα έργα του.
  Στην προχθεσινή συναυλία το κομμάτι αυτό παρουσιάστηκε μ’ ένα παίξιμο αέρινο, δεξιοτεχνικά ακριβές, στυλιστικά προσεγμένο, διάφανο, δυναμικό που προσδιόρισε συνολικά το πνεύμα της συγκεκριμένης μουσικής ερμηνείας.
    Ακολούθησε το μπαλέτο «Η ωραία κοιμωμένη» (1888-9) του P. Tschaikowsky (1840- 1893), σε διασκευή του S. Rachmaninow. Ο P. Tschaikowsky θεωρείται ως ένας από τους γνωστότερους συνθέτες της ρωσικής σχολής. Αν και δεν είναι ο ακριβώς γνήσιος εκπρόσωπός της- εφόσον χρησιμοποιεί πιο πολύ "δυτικότροπα" στοιχεία και τεχνοτροπία στις συνθέσεις του- εντούτοις το άκουσμα της μουσικής του φανερώνει καθαρά το δυναμισμό και το χρώμα της πατρίδας του.
Στο κομμάτι που παίχτηκε απολαύσαμε στο ΙΙ μέρος όμορφα και γεμάτα δύναμη σημεία, καθώς και ένα μελωδικότατο IV μέρος, το Πανόραμα. Στο τέλος το χειμαρρώδες V μέρος, το γνωστό και γλυκερό εκείνο βάλς με το ανάλαφρο πεταχτό στυλ και το χαρακτηριστικό στακάτο παίξιμο στις νότες της παρτιτούρας, κυριολεκτικά ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μας, μέσα από ονειρικές φιγούρες, την "Ωραία Κοιμωμένη" του παραμυθιού. Από το πιάνο ξεπηδούσαν μελωδίες άλλοτε δυνατές, άλλοτε ευαίσθητες και συχνά μελαγχολικές- βασικό και αυτό χαρακτηριστικό της τσαϊκόβσκιας μουσικής- που εξασκούσαν τεράστια συναισθηματική δύναμη και φόρτιση στο ακροατήριο.
   Στο τέλος, η συναυλία έκλεισε με γνωστές κινηματογραφικές μελωδίες από τη μουσική του Νino Rota, σε διασκευή για 4 χέρια του A. Chartreux.
   Επιλογικά, η συνεργασία και των δύο εκτελεστριών υπήρξε πραγματικά άψογη, υποδειγματική πετυχαίνοντας την ένταση μέσα από σφιχτές ταχύτητες και σαφή άρθρωση των φράσεων και των παραγράφων με ιδιαίτερα αδρούς τονισμούς. Ευχή μας να συνεχίσουν να ανεβαίνουν το ίδιο δυναμικά στον γόνιμο δρόμο της συστηματικής και καρποφόρας προσπάθειάς του στον όμορφο κόσμο της μουσικής, που τόσο τις καταξιώνει.

ΕΛΣΑ ΦΗΤΑΜ- ΝΤΟΡΑ ΜΑΝΙΤΑΚΗ- ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΕ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΙΑΝΑ

ΝΤΟΡΑ ΜΑΝΙΤΑΚΗ- ΕΛΣΑ ΦΗΤΑΜ


ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΕ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΠΙΑΝΑ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com
   Με ένα συναρπαστικό ρεσιτάλ με έργα για δυο πιάνα, που εντυπωσίασε και δικαίωσε απεριόριστα το πολυάριθμο ακροατήριό του, εορτάστηκαν, το Σάββατο 5 Ιουνίου 2010, στην αίθουσα του Ωδείου της πόλης μας, δυο ταυτόχρονα γεγονότα. η φετινή, αφενός, επέτειος της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος και τα δέκα, αφετέρου, χρόνια από την ίδρυση του Ωδείου «Μονόχορδο» της πόλης μας, που εγκαινίασε ταυτόχρονα και τη νέα ιστοσελίδα του (www. monochordo.gr). Ενός Ωδείου με πλούσια προσφορά στα μουσικά πράγματα της πόλης μας σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα.
   To ντουέτο τού εν λόγω πιανιστικού ρεσιτάλ αποτελούν δυο νέες πιανίστριες, με πλούσια πτυχία και περγαμηνές τόσο από την Ελλάδα όσο και το Εξωτερικό, αλλά και συμμετοχές σε ρεσιτάλ και συναυλίες εντός και εκτός Κρήτης. την Έλσα Φήταμ και την Ντόρα Μανιτάκη. Η Έλσα και η Ντόρα- όπως έγινε φανερό και από την προχτεσινή συναυλία- βρίσκονται σε μια γόνιμη και αποτελεσματική συνεργασία από το έτος 2009, ενώ η συνεργασία και των δύο εκτελεστριών σ’ αυτήν την τελευταία συναυλία υπήρξε πραγματικά άψογη και υποδειγματική και πέτυχε την ένταση μέσα από σφιχτές ταχύτητες και σαφή άρθρωση των φράσεων και των παραγράφων της μουσικής με ιδιαίτερα αδρούς τονισμούς.
    Τα μουσικά ενδιαφέροντά τους, στην προχτεσινή ειδικά συναυλία, στράφηκαν αποκλειστικά σε έργα σύγχρονης μουσικής, με στυλ γεμάτο γούστο και "φινίρισμα" και μια φανερή τάση για ένα πλούσιο αρμονικό και ηχοχρωματικό λεξιλόγιο, αλλά και με μια γενναία προδιάθεση να παραμείνουν πάντα στα όρια της κλασικής πρακτικής δεοντολογίας. Παρουσίασαν έργα F. Pulenc, C. Debussy, M. Ravel, G. Gershwin, R. Bennett, A. Piazzolla, D. Milhaud. Εκ των παραπάνω συνθετών ιδιαίτερα εντυπωσίασαν οι Maurice Ravel, G. Gershwin, o Astor Piazzolla και, φυσικά, ο ακροτελεύτιος του προγράμματος Darius Milhaud.
    Το πρόγραμμα ξεκίνησε με το Capriccio (1952), μια εύθυμη και ζωηρή μουσική σύνθεση με χαλαρή δομή, του F. Pulenc, ενός από τους πιο σημαντικούς Νεοκλασικούς της Γαλλίας, στο έργο του οποίου ξεχωριστή θέση κατέχουν τα λυρικά του τραγούδια. Οι πιανίστριες εδώ απελευθέρωσαν γενναιόδωρα την εκστατική μουσική τόσο στα εξαιρετικά γρήγορα και απαιτητικά σημεία της παρτιτούρας, όσο και στα σκερτσόζικα και ιδιαίτερα χαριτωμένα και απολλώνια αργά μέρη.
    Στην Ισπανική Ραψωδία, στη συνέχεια, του M. Ravel (I. Prelude a la Nuit- II. Malaguenia- III. Habanera (1895)- IV. Feria), κομμάτι δύσκολο και απαιτητικό, οι πιανίστριες είχαν την ευκαιρία να αποτυπώσουν το πλήρες καλλιτεχνικό διαμέτρημά τους, χαρίζοντας στο φιλόμουσο κοινό μια ερμηνεία λαμπερή, ανεπιφύλακτα δυναμική και υπερδεξιοτεχνική, που ενθουσίασε πραγματικά τους πάντες.
    Στη μουσική ο όρος ραψωδία (που καθιερώθηκε το 19ο αι.) υποδηλώνει τη σύνθεση που είναι ελεύθερη και αποδεσμευμένη από τυπικά και προκαθορισμένα σχέδια και αναφέρεται σε θέματα εθνικής και λαϊκής μουσικής. Ραψωδίες συνέθεσαν πολλοί, όπως ο Λιστ ("Ουγγρικές ραψωδίες"), ο Γκέρσουιν ("Γαλάζια ραψωδία”), ο Μπραμς, αλλά και ο Ραβέλ ("Ισπανική ραψωδία").
    Ο Μωρίς Ραβέλ (1875-1937) θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους τού Νεοκλασικισμού στη Γαλλία, η δε Ισπανική του Ραψωδία, έργο του 1907, θεωρείται από τα αριστουργήματά του, στο οποίο οι μελωδίες και οι ρυθμοί της ισπανικής παραδοσιακής μουσικής συνυπάρχουν με το χαρακτηριστικό μουσικό ιδίωμα του Ραβέλ και την απαράμιλλη τεχνική του στην ενορχήστρωση. Εδώ ξεχωρίσαμε την εντυπωσιακή ευαισθησία του πρώτου μέρους (Πρελούδιου), τις εξαιρετικά δυναμικές εναλλαγές του δευτέρου (Malaguenia), τον δύσκολο και φιγουράτο εξωτικό ρυθμό της Habanera - πάνω σε όμορφους αφροκουβανέζικους ρυθμούς, που οδήγησαν στην εκρηκτική ανάπτυξη της κουβανέζικης μουσικής στον 20ό αιώνα- και, μάλιστα, το θυελλώδες και νευρικό Feria με τις εξαιρετικά μελωδικές γραμμές του, που κάτω από τα μαγικά δάκτυλα των δύο πιανιστριών κατάφεραν και κυριολεκτικά έσπασαν και ξεπέρασαν τις φυλακές του πενταγράμμου.
   Ακολούθησε ο George Gershwin (1898- 1937), που- αν και πέθανε πρόωρα το 1937, σε ηλικία 38 μόλις ετών- μας κληροδότησε πλήθος τραγούδια που ανήκουν πλέον στο κλασικό ρεπερτόριο της τζάζ, ηχογραφημένα σε πολυάριθμες εκτελέσεις από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του είδους. Πρόκειται για έναν από τους πιο εμπνευσμένους τραγουδοποιούς του Νέου Κόσμου, ο οποίος ασχολήθηκε αποκλειστικά με το είδος της τζαζ, χρησιμοποιώντας γόνιμα και λειτουργικά κάθε τεχνική αρμονίας, ενορχήστρωσης και γενικά σύνθεσης της κλασικής σχολής και δίνοντας στην μουσική τζαζ έναν άλλον αέρα και ένα άλλο επίπεδο "μουσικής αποτελεσματικότητας".
   Εδώ διαφάνηκε η άψογη δεξιοτεχνική ικανότητα των δύο εκτελεστριών, που απέδωσαν το συγκεκριμένο μέρος κομψά, ανάλαφρα και με εντυπωσιακή ευκρίνεια και καθαρότητα. Ευέλικτες αρθρώσεις και πλαστικότητα ήχου απέδειξαν μεγάλη, ασφαλώς, επεξεργασία και εξοικείωση με το έργο τόσο στα δύο allegro όσο και στο ενδιάμεσο adante.
   Στο ρεπερτόριο του Σαββάτου συμπεριλαμβανόταν και το "Libertango" του Αstor Piazzolla (1921- 1992), ένα από τα πιο γνωστά έργα του, ευρέως αποδεκτό στον ευρωπαϊκό χώρο, κομμάτι ζωντανό και νευρώδες, με μια θαυμάσια ποικιλία ηχοχρωμάτων του τάνγκο. Η εκτέλεση υπήρξε άψογη και ακριβής με τελικό αποτέλεσμα έναν ατέλειωτο καταρράκτη από νότες, που συχνά διαδέχονταν η μια την άλλη με την ταχύτητα του φωτός, εντυπωσιάζοντας το ακροατήριο.
   Το πανηγυρικό κλείσιμο του Προγράμματος με το Scaramouche (1937), σε ρυθμό σάμπας, του γάλλου συνθέτη Darius Milhaud (1892- 1974) (I. Vif- II. Modere- III. Brazileira) αποδείχτηκε το ιδανικότερο μουσικό επιδόρπιο μιας σπάνιας καλλιτεχνικής βραδιάς, που μίλησε στην καρδιά του ρεθεμνιώτικου κοινού, χαρίζοντάς του πλούτο αισιοδοξίας και μια ανέφελη όσο και χαλαρή καλοκαιριάτικη διάθεση. Στα χέρια των δύο λαμπρών συμπολιτισσών εκτελεστριών τα μουσικά κομμάτια, μαζί και τα πιάνα, απέκτησαν φωνή, έλαμψαν εσωτερικά και ζωογόνησαν και δικαίωσαν τις προσδοκίες του κοινού.

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΑΚΟΥΜΙΩΝ

Εικ. Μια άποψη του χωριού Ακούμια



Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ΑΚΟΥΜΙΩΝ
(Ναοί του αγίου Ονουφρίου στον νομό Ρεθύμνου και την επαρχία Αγίου βασιλείου Ρεθύμνου)

Στα Ακούμια, της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (σήμερα δήμου Λάμπης), ανατολικά του χωριού, συναντάμε την τοποθεσία Αϊ- Νούφρης με την ομώνυμη επ’ αυτής σπηλαιώδη εκκλησία του Αγίου Ονουφρίου. Γύρω από την εκκλησία, διατηρούνται κάποια κελάκια παλιού μοναστηριού, καταστραμμένα, που η παράδοση λέγει ότι εδώ, κάποτε, υπήρξε μοναστήρι ανδρικό που καταστράφηκε από τους κουρσάρους. Αργότερα, κατοίκησαν σε αυτό μερικές καλόγριες [1].
Εντυπωσιάζει, πάντως, η εξαιρετικά συχνή παρουσία ναών του αγίου Ονουφρίου στην εν λόγω επαρχία Αγίου Βασιλείου. Η Ι. Μ. Πρέβελη και πέντε χωριά [Μαριού (σπηλαιώδης ναός), Μύρθιος (ανάμεσα Μύρθιου- Σελλιών), Κεραμές, Ακούμια, και Μουρνέ] από τα τριάντα έξι χωριά της επαρχίας (ποσοστό σχεδόν 17%) έχουν να παρουσιάσουν ναό και τοπωνύμιο αυτού του εντελώς άγνωστου, ονοματολογικά, Αγίου. Γιατί, απ’ όσο τουλάχιστον μπορώ να γνωρίζω, ειδικά εδώ στην Κρήτη, το όνομα Ονούφριος, ως βαφτιστικό, είναι εξαιρετικά σπάνιο, αν όχι παντελώς άγνωστο- τη στιγμή που άλλοι πολύ γνωστότεροι και θαυματουργοί άγιοι- για παράδειγμα ο άγιος Παντελεήμων, οι άγιοι Πάντες, ο άγιος Προκόπιος, οι άγιοι Σαράντα- διαθέτουν πολύ λιγότερα τοπωνύμια στην εξεταζόμενη επαρχία Αγίου Βασιλείου. έτσι, ο άγιος Παντελεήμονας διαθέτει μόλις δύο, οι άγιοι Πάντες ένα, ο άγιος Προκόπιος ένα και οι άγιοι Σαράντα, επίσης, ένα.
Ο άγιος Ονούφριος (12 Ιουνίου) ήταν Αιγύπτιος ερημίτης, ο οποίος, αφού μόνασε για κάποιο διάστημα στο κοινόβιο της Ερμουπόλεως, στη Θηβαΐδα, ύστερα ζήλωσε τον βίο της ερήμου, αποσύρθηκε στα ενδότερα και έζησε ασκητικά για εξήντα χρόνια τρεφόμενος με χόρτα και ζώντας γυμνός, έχοντας ως μοναδικό ένδυμά του τη μακριά, μέχρι το έδαφος, γενειάδα του. Να θεωρήσουμε ότι αυτό το τελευταίο είναι που κατέστησε τον Όσιο τόσο γνωστό και αγαπητό στους απλοϊκούς ανθρώπους της υπαίθρου, όσο και στους ασκητές και ερημίτες, μια και ο ίδιος θεωρείται ως ένας από τους πρώτους ασκητές της ορθόδοξης παράδοσης; Πάντως, απ’ ό,τι διαπιστώσαμε, το τοπωνύμιο συνηθίζεται κυρίως στον νομό Ρεθύμνης, αν και απαντιέται, με μικρότερη, όμως, συχνότητα, και στους άλλους νομούς της Κρήτης. Έτσι, ναούς του αγίου Ονουφρίου στον νομό Ρεθύμνης συναντάμε και ανάμεσα στα χωριά Θρόνος και Γέννα Αμαρίου και στη δεξιά βραχώδη όχθη του φαραγγιού στο Ρισβάν Μετόχι, όπου ανοίγεται μεγάλη σπηλιά, στην οποία υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου [2] .
Ειδικότερα, για τον Άγιο Ονούφριο Ακουμίων οι παλιοί έχουνε να πούνε πως το μοναστήρι ίδρυσε ένας καλόγερος πολύ τριχωτός, σκυφτός δε όπως πήγαινε από την εξαντλητική νηστεία έμοιαζε σαν το πρόβατο. Ο καλόγερος αυτός θεωρούνταν ως άγιος άνθρωπος και κάθε που έρχονταν οι Τούρκοι ειδοποιούσε τους Χριστιανούς από πού θα περνούσαν, για να έφευγαν εκείνοι από το άλλο μέρος και να γλυτώσουν.
Οι Ακουμιανοί, επίσης, διηγούνται ότι μια φορά πήγαν στο μοναστήρι δυο άνθρωποι, από τους οποίους ο ένας είχε σκοτώσει τον αδελφό του άλλου. Πήγαν στο μοναστήρι, για να σκοτώσουν έναν από τους μοναχούς, που έφερε το όνομα Γεράσιμος, και είχε προφητικές και διορατικές ικανότητες. Όταν έφθασαν κοντά του, εκείνος τους είπε:
«Καλώς τα τά παιδιά μου, κι αυτό που έχετε στο νου σας να το κάνετε γρήγορα».
Αυτοί του απάντησαν:
«Άγιε, δεν έχουμε τίποτε να κάνουμε».
Αυτός τους απαντάει:
«Μα αφού ξέρω ότι ήρθατε με σκοπό να με σκοτώσετε».
Και για να τους αποδείξει τη δύναμή του, τους παίρνει και τους πηγαίνει στη βρύση, που είναι πιο κάτω από τον μεγάλο βράχο. Παίρνει και ένα καθαρό ποτήρι, βάζει νερό του ενός κι εκείνος το πίνει. Βάζει και του δευτέρου, από την ίδια πηγή, και τον νερό έγινε αμέσως κατακόκκινο, αίμα καθαρό. Το δίνει στον άλλο λέγοντας του:
«Πιες το παιδί μου, ότι αυτό είναι το αίμα του αδελφού σου, το αίμα που σκότωσες».
Τότε αυτός γονάτισε στα πόδια του και του φιλούσε τα χέρια.
Ο άγιος αυτός ασκητής, με το όνομα Γεράσιμος, έζησε τον 19ο αιώνα και ο τάφος του βρίσκεται, σήμερα, δίπλα στον ναό του αγίου Ονουφρίου. Είναι όμως κενός, γιατί άγνωστοι αφαίρεσαν από ευσέβεια τα οστά του, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, επειδή τα θεωρούσαν θαυματουργά. Η παράδοση, σύμφωνα με τις παραπάνω διηγήσεις, θέλει τον Γεράσιμο του Αγίου Ονουφρίου άγιο Γέροντα, προικισμένο με πολλά προσόντα και υπερφυσικές δυνατότητες. Ο Γεράσιμος θεωρείται όσιος στην περιοχή, χωρίς, πάντως, να υπάρχει και σχετική απόφαση αγιοποίησής του ή κάποια ακολουθία στη μνήμη του. Σε μια φθαρμένη από τον χρόνο και την υγρασία εικόνα, που βρίσκεται στον ιερό ναό του αγίου Ονουφρίου εικονίζεται ο ασκητής και υπάρχει επιγραφή που αναφέρει:

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ
Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΤΗ ΑΚΟΥΜΙΑΝΗ
ΓΙΑΛΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΑΣΚΗΣΑΣ ΤΩ 1835
ΕΡΓΟΝ ΝΕΣΤΩΡΟΣ ΒΑΣΣΑ(ΛΟΥ)

Άρα, η παραπάνω εικόνα του Νέστορος Βασσάλου- γνωστού αγιογράφου, δασκάλου της αγιογραφίας στο Ρέθυμνο και Ιδρυτή της Ι. Μ. του Σωτήρος Κουμπέ, Ρεθύμνου- θα αφορά, ασφαλώς, σε μιαν από τις μοναδικές υπάρχουσες εικόνες τού Οσίου και, υποθέτω ότι θα είναι πρώτος ο Νέστωρ που θα αποτύπωσε επί του ξύλου τον αγιογραφικό τύπο του εν λόγω Οσίου.
Κάθε χρόνο στον μικρό επισκευασμένο σήμερα ναό συγκεντρώνονται πλήθη πιστών από τη γύρω περιοχή, για να ζητήσουν την ευλογία του. Στην περιοχή σώζονται ακόμη τα πρόχειρα οικήματα των παλιών ασκητών, συνήθως κτισμένα μέσα σε σπηλιές [3].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 114-15.
2. Περισσότερα για το βίο του Οσίου, βλ. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Έκδοση της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, χ.χ. (αλφαβητικό). Βλ. και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Χριστιανικά Τοπωνύμια της επαρχίας Αγ. Βασιλείου», Νέα Χριστιανική Κρήτη, τ. 22, Ρέθυμνο 2003, 313.
3. Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειο 1993. 438 και Μανόλη Γ. Παπαδογιάννη, «Ο όσιος Γεράσιμος» από τη Μουρνέ, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 22 (Νοέμβρ.- Δεκ. 1980), 367-371.