Η συμμετοχή τού Ρεθύμνου στον αγώνα του Εικοσιένα


    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
      www.ret-anadromes.blogspot.com

Κρήτες πολεμιστές τού Εικοσιένα 

     

 

 

 

 

 

Αυτόν το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλον κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί τού Εικοσιένα

μας προτρέπει ο εθνικός μας βάρδος Κωστής Παλαμάς

     Και πράγματι, την έξοχη αυτή στιγμή, της 25ης Μαρτίου 1821, που και επίσημα ξεκινά η Επανάσταση των Ελλήνων κατά του τουρκικού ζυγού, το διαζευκτικό σχήμα «Ελευθερία ή Θάνατος» διατρέχει παντού και φλογίζει τις καρδιές των πανελλήνων. Ατέλειωτη αλυσίδα οι ήρωες τού Εικοσιένα, κυριολεκτικά μεθυσμένοι από τα γεγονότα των ημερών εκείνων, με ανιδιοτέλεια, θάρρος και αποφασιστικότητα ρίχνονται στον απελευθερωτικό τού Έθνους Αγώνα. Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης, Ανδρούτσος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Μπουμπουλίνα, Νικηταράς, Μαντώ Μαυρογένους, Δέσπω, Αθανάσιος Διάκος, Κανάρης, Μπότσαρης, Μακρυγιάννης, Μιαούλης, Παπαφλέσσας, Καραϊσκάκης. Κι είδαμε το Κούγκι, το Μεσσολόγγι, τη Χίο, τα Ψαρά μεθυσμένα κι εκείνα από τον άσπιλο τής Ελευθερίας έρωτα ν’ αγωνίζονται και να θυσιάζονται σαν μια ψυχή. Πουθενά διχόνοια, πουθενά μίσος ή φιλονικία. Τα μίση κι οι φιλονικίες ξεκινούν από τα ατομικά πάθη, από τις προσωπικές φιλοδοξίες. Τα ωραία, όμως, έργα μόνο με προσωπικές θυσίες και συντονισμένη προσπάθεια τού συνόλου μπορούν να πραγματοποιηθούν. 

      Συνήθως, αναφερόμενοι στον αγώνα τού Εικοσιένα, συνήθως, λέγω, το μυαλό μας πάει στα πρόσωπα και στα γεγονότα που μόλις σας απαρίθμησα παραπάνω, και αφορούν στη λεβεντογέννα Ρούμελη και τον ηρωικό Μωριά τής Πατρίδας μας. Ξεχνάμε, όμως, ή, ίσως, και δεν το γνωρίζουμε  όλοι ότι και ο τόπος μας, η Κρήτη, και ακόμα ειδικότερα ο νομός μας, το Ρέθυμνο, καθόλου δεν υστέρησαν σε ηρωισμούς και θυσίες, σε αγώνες και ολοκαυτώματα. Χρέος μου, λοιπόν, το θεωρώ να στρέψω το συντομότατο αυτό  άρθρο μου και να σας ιστορήσω αποκλειστικά και μόνο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον νομό μας, στο Ρέθυμνο, προβάλλοντας, έτσι, την αξία της γνώσης- παράλληλα, πάντοτε, προς τη Γενική- και της Τοπικής μας Ιστορίας.

        Από τα πρώτα, λοιπόν, γεγονότα στην πόλη τού Ρεθύμνου, κατά τα μέσα Μαΐου τού 1821, είναι η φυλάκιση τού επισκόπου Γεράσιμου Περδικάρη ή Κοντογιαννάκη, ενώ οι προύχοντες Καλλέργης και Ντεληγιώργης έπεφταν πρώτοι στο πεδίο της μάχης για τα εθνικά ιδεώδη.  Τον επόμενο μήνα, τον Ιούνιο τού 1821, οι Τούρκοι τού Ρεθύμνου επιχείρησαν να κάνουν εκστρατεία εναντίον των Σφακίων, αφού συνεννοήθηκαν σε τούτο και με τους Τούρκους των Χανίων,   αλλά δέχτηκαν φοβερή επίθεση από Ρεθεμνιώτες μαζί και Σφακιανούς με αρχηγούς τους Τσουδερό, Μελιδόνη, Δρουλίσκο, Ρούσο Βουρδουμπά κ.ά. σε δυο σημεία. στον Άγιο Κωνσταντίνο- Ρούστικα και στον Άι- Γιάννη τον Καμένο και κυριολεκτικά αποδεκατισμένοι γυρίζουν στην πόλη, αφού σκοτώθηκαν και οι αρχηγοί τους Κουντούρης και Γλυμίδης.

       Μετά από αυτές τις μάχες μερικοί από τους Κρήτες επαναστάτες έμειναν, για να παρακολουθούν τα κινήματα των Τούρκων τής πόλης τού Ρεθύμνου, ενώ οι άλλοι, με αρχηγούς τους Κουρμούλη, Πωλογιώργη, Βουρδουμπά και Μελιδόνη, εκστρατεύουν, στις 20 Ιουνίου 1821, ενάντια στους γνωστούς για την αιμοβορία τους Αμπαδιώτες Τούρκους τού Αμαρίου, που είχαν αρχηγό τους τον αντρείο Δελή Μουσταφά. Για δυο μέρες οι αντίπαλοι πυροβολούσαν ο ένας τον άλλο και, στη συνέχεια, οι άντρες τού Δελή Μουσταφά εξορμούν από τις οχυρές τους θέσεις και έπειτα από μια πεισματώδη και φονική μάχη περικυκλώνονται και σκοτώνονται όλοι, μαζί με τον αρχηγό τους. Η νίκη των επαναστατών ήταν τόσο μεγάλη, ώστε από τα λάφυρα τού εχθρού οπλίστηκαν πολλοί άοπλοι επαναστάτες.

Αν και σκληρός και από την αρχή άνισος ο αγώνας, η Κρήτη- μαζί και ο νομός μας το Ρέθυμνο- τη στιγμή αυτήν έμπαινε με ηρωισμούς και σημαντικές επιτυχίες στον πανελλήνιο χορό των επαναστάσεων. Οι πρώτες, όμως, αυτές επιτυχίες των Ρεθεμνιωτών δεν θα κρατήσουν, δυστυχώς, για πολύ. Αμέσως από τον επόμενο, κιόλας, χρόνο τα πράγματα θα αλλάξουν ριζικά προς το χειρότερο κι ο αγώνα θα γίνει άνισος και πιο σκληρός.

Ο γενναίος Γάλλος φιλέλληνας

Γεώργιος Βαλέστρας

           Τον Μάρτιο τού 1822, ο Μιχαήλ Κομνηνός Αφεντούλης, Γενικός Διοικητής Κρήτης, οργάνωσε την πολιορκία τού Ρεθύμνου, υπολογίζοντας σε εύκολη εκπόρθηση τού φρουρίου. Επειδή, όμως, το σχέδιο δεν εκτελέστηκε σωστά και συντονισμένα, η πολιορκία απέτυχε με βαρύτατες απώλειες για τους επαναστάτες Κρητικούς. Ανάμεσα στους νεκρούς τής συγκεκριμένης επιχείρησης μετρήθηκε και ο γενναίος Γάλλος φιλέλληνας λοχαγός Γεώργιος Βαλέστρας.

Δυο μήνες αργότερα, στα τέλη Μαΐου τού 1822, θα γίνει η πρώτη απόβαση των Αιγυπτίων και θα ακολουθήσουν ακόμα άλλες δύο. Τα ντουφέκια των Τουρκοαιγυπτίων θα φτάσουν τις δέκα χιλιάδες.  πού να αντέξουν οι Κρητικοί;... Τι να κάνουν; Βρίσκονται σε μεγάλο αδιέξοδο. Έτσι, αναγκάζονται στο εξής να χρησιμοποιήσουν τις σπηλιές ως καταφύγια και πολεμικά ορμητήρια. Κι αρχίζει ο πόλεμος από τις σπηλιές….

Το ιερό σπήλαιο τού Μελιδονίου,

 με το μνημείο των Ολοκαυτωθέντων



 

 

Στο χωριό Μελιδόνι, στη γνωστή σπηλιά, είχαν καταφύγει 370 άτομα. άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο Τουρκοαιγύπτιος Χουσεΐν Μπέης πολιορκεί τη σπηλιά για τρεις μήνες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος, κατορθώνει να ανοίξει τρύπα στη σκεπή τής σπηλιάς και να ρίξει από εκεί άφθονες εύφλεκτες ύλες και ξερά ξύλα. Όλοι πέθαναν από ασφυξία και προσφέρθηκαν εκατόμβη για την απολύτρωση τής Κρήτης, στις 23 Ιανουαρίου 1824, ακολουθώντας το παράδειγμα των αδελφών τους, που είχαν σκοτωθεί  με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από τον Χασάν Πασά, λίγο καιρό  πρωτύτερα, στη σπηλιά τής Μιλάτου.

Παρ’ όλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα η Κρήτη μπόρεσε να αντέξει ως τα 1830, περίπου, μόνο χάρη στις απροσμέτρητες και συχνά παράτολμες θυσίες των παλικαριών της (όπως αυτήν τής κατάληψης τού Φρουρίου τής Γραμβούσας, στις 9 Αυγούστου 1825, από δεκαπέντε μόνο παλικάρια). Στα 1830 η Κρήτη πουλήθηκε στον τουρκοαιγύπτιο Μεχμέτ Αλή. Μια πολυαίμακτη δεκαετία συνεχών επαναστάσεων τού ηρωικού της λαού τέλειωνε χωρίς, δυστυχώς, καμιά μα καμιά δικαίωση. Το πρωτόκολλο τής 3ης Φεβρουαρίου 1830 άφηνε την Κρήτη έξω από τα όρια τού νεοπαγούς ελληνικού κράτους, που την ίδια στιγμή κέρδιζε τις πρώτες του επιτυχίες στο διπλωματικό πεδίο. Μόνο πολύ αργότερα, στα 1897, και, περισσότερο, στα 1913 κι ύστερα από τόσα χρόνια πικρής σκλαβιάς, τυραννίας και σκληρών και άνισων αγώνων κι ύστερα από τριάντα δύο (32) συνολικά επαναστάσεις η Κρήτη μπόρεσε να ξαναπέσει στη θερμή αγκαλιά τής Μητέρας Ελλάδας σαν ηρωική και πολυβασανισμένη κόρη.

Αυτή η ένδοξη εποχή και τα ηρωικά κατορθώματα, αυτό το άπεφθο Εικοσιένα ας αναθερμάνει μέσα μας- σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές τής διαφθοράς και της πολιτικής ανικανότητας- τη δόξα τής καταγωγής και το βάρος τής ευθύνης. Υπερήφανοι για το παρελθόν, συνειδητοί γνώστες των δυνάμεων και αδυναμιών τού παρόντος, ατενίζοντας μ’ εμπιστοσύνη και αποφασιστικότητα στο μέλλον, ας προχωρήσουμε με ευψυχία και τόλμη στον δρόμο που χάραξε το Εικοσιένα κι έτσι να φτάσουμε, με τον αγώνα μας, μέσα από τη εσωτερική κάθαρση στην ακτινοβολία! 

                   (Μέρος Πανηγυρικού λόγου που εκφωνήθηκε κατά τη Δοξολογία για τον εορτασμό τής 25ης Μαρτίου 2010, από τον Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων τής Θεοτόκου, Ρεθύμνου) 

     

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΙΑΔΟΣΕΩΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ- ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ- ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΙΑΔΟΣΕΩΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ
                        (Μ. Σουγιούλ- Αττίκ- Κ. Γιαννίδης)   

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
            www.ret-anadromes.blogspot.com
     Μια όμορφη βραδιά παλιού ελαφρού ελληνικού τραγουδιού απόλαυσαν οι Ρεθυμνιώτες, το Σάββατο 17 Μαρτίου 2012, στην αίθουσα τού Ωδείου τής πόλης μας. Ήταν μια βραδιά απρόσμενα δροσερή και ανάλαφρη και για μας, ακόμα, τους μανιώδεις λάτρεις τού κλασικού ρεπερτορίου. Και πώς θα μπορούσε, αλήθεια, να γίνει διαφορετικά και να μας άφηνε αδιάφορους και ασυγκίνητους το συναισθηματικά μεγαλειώδες ρεπερτόριο- που ανέλαβαν να μας ερμηνεύσουν οι πρωταγωνιστές τής προχθεσινής συναυλίας- τριών μεγάλων βάρδων, στιχουργών και ερμηνευτών τού έντεχνου ελαφρού ελληνικού τραγουδιού, που μουσουράνησαν στις αρχές και το πρώτο μισό τού 20ου αιώνα. Ο λόγος για τους αξέχαστους Αττίκ [(Κλέωνα Τριανταφύλλου)-Της μιας δραχμής τα γιασεμιά, Παπαρούνα, Είν’ η αγάπη χίμαιρα], Μιχάλη Σουγιούλ [(Μιχαήλ Σουγιουλτζόγλου) Κάτι με τραβά κοντά σου, Για μας κελαηδούν τα πουλιά, Πάμε σαν άλλοτε)] και Κώστα Γιαννίδη  [(Γιάννης Κωνσταντινίδης) Πόσο λυπάμαι, Ξύπνα αγάπη μου, Λες και ήταν χθες)].
     Τρεις μεγάλοι Έλληνες δημιουργοί, που εξέθρεψαν σειρά γενεών με τα γλυκερά ακούσματά τους και όλα με ένα μουσικό ήθος που, δυστυχώς, σήμερα, ολοένα και περισσότερο τείνει να εκλείψει και να εξαφανιστεί ολοτελώς. Και οι τρεις παραπάνω δημιουργοί μπόρεσαν να φανερώσουν την ψυχή μιας μουσικής λυτρωτικής, που δίνει όνειρα και ελπίδες, μιας μουσικής τόσο στενά συνυφασμένης με τις χαρές, τις λαχτάρες, τις πίκρες και τις αγωνίες τού ελληνικού λαού, μιας μουσικής, θα λέγαμε, «ευρείας κατανάλωσης», που απευθυνόταν σε όλες ανεξαιρέτως των κοινωνικές τάξεις και διαστρωματώσεις τού λαού εκείνης τής εποχής. Μιας εποχής που κάποιοι την έχουν εξιδανικεύσει ως άσπιλη και αμόλυντη από το σύγχρονο πνεύμα τού καπιταλισμού και της εμπορευματοποίησης. Και είναι, ίσως, και αυτός ένας λόγος που μπορεί να εξηγήσει τη μεγάλη προσέλευση τού κοινού που παρατηρήθηκε στην προχθεσινή συναυλία. 
       Ερμηνευτές τής βραδιάς, αφενός, η Ελένη Περπιράκη, που με το πιάνο της διέθεσε όλα τα απαραίτητα μέσα, τη δύναμη και το μέγεθος τού ήχου, όπως, επίσης, και μια θαυμαστή υπερδεξιοτεχνική ικανότητα, προκειμένου να υποστηρίξει την άποψή της και να προβάλλει γενναιόδωρα το ιδιαίτερο χρώμα τής συγκεκριμένης μουσικής αλλά και της εποχής από την οποία προέρχεται, σε μιαν ενδιαφέρουσα προσαρμογή και διασκευή των ερμηνευθέντων τραγουδιών, στο πιάνο, από τον Θανάση Παπαθανασίου.
       Παρότι, από την άλλη μεριά, την Κατερίνα Χριστουλάκη, εμείς τουλάχιστον, τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ως μια καταξιωμένη καθηγήτρια στο πιάνο και το ακκορντεόν αλλά και στη διδασκαλία τής Παιδικής Χορωδίας τού Ελληνικού μας Ωδείου, στην προχτεσινή συναυλία έκανε- αν δεν κάνω λάθος- το επίσημο ντεπούτο της και δοκίμασε τις δυνάμεις της και στο είδος αυτό της μουσικής- του έντεχνου, δηλαδή, ελαφρού ελληνικού τραγουδιού- με επάρκεια πασιφανώς, όπως, εξάλλου, αυτό φανερώθηκε και από την ικανοποίηση που επέδειξε το πολυπληθές ακροατήριο.
Εντυπωσιακή και η πολύμορφη σκηνική αναδιάταξη τού χώρου, που υπογραμμίστηκε από έναν ενδιαφέροντα σκηνικό διάκοσμο εποχής (γραμμόφωνο, ραδιόφωνο τής δεκαετίας τού ΄50, παλιά έπιπλα και λουλούδια), που συνέβαλαν αποτελεσματικά στον ρομαντικό χρωματισμό των ερμηνευθέντων τραγουδιών με το χρώμα τής εποχής. Πολύ συνέβαλε σε αυτό και η αέναη ροή οπτικοκινητικής ενέργειας, που παρατηρήθηκε στην αίθουσα σ’ όλη τη διάρκεια τής μουσικής διαδρομής με κίνηση και χορό τού ζεύγους των χορευτών (με επίσημο μαύρο κουστούμι ο νεαρός και κόκκινη τουαλέτα η δεσποινίς, σε όμορφα και νοσταλγικά βάλς και ταγκό εποχής). Η μουσική, τέλος, συνυπήρξε αρμονικά με τον λόγο και την έκφραση των συναισθημάτων, των ποικίλων καταστάσεων και των βιογραφικών αφηγήσεων από τον Δημήτρη Καζιάλε, ο οποίος με την εξαίρετη αφήγησή του, αφενός, και τη ρετρό περιβολή του, αφετέρου (κουστούμι, γραβάτα,  ρεπούμπλικα) προσέδωσε νέα διάσταση και υποβολή στον ήχο και την απαιτούμενη νοσταλγική πληρότητα στις ψυχές των ακροατών.


   ΚΑΔΙΑΝΗΣ ΤΖΟΥΛΑΚΗ- ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗ

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΛΑΜΠΙΩΤΕΣ ΑΜΑΡΙΟΥ
[Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 175]  

          ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

               

   Θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας την καταγραφή τής ιστορίας τού  κάθε οικισμού ή χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση της ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες της λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής. Γι’ αυτό και, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο τίτλος τής δουλειάς τους περιλαμβάνει την κτητική αγαπητική φράση: «Το χωριό μου».
Μια τέτοια δουλειά, που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι, είναι και το βιβλίο: «Το χωριό μου Λαμπιώτες Αμαρίου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Συγγραφέας του η συνάδελφος φιλόλογος Καδιανή Τζουλάκη- Δημητρακάκη, που, πάντοτε, απ’ ό,τι θυμάμαι, από τα χρόνια τής συνυπηρεσίας μας στο 1ο Γυμνάσιο, διακρινόταν για τις λεπτές της ευαισθησίες και τη διάθεσή της για προσφορά τόσο στους μαθητές και τους συναδέλφους της, όσο και στο σχολείο που υπηρετούσε. Δεν ξεχνώ με τι ζήλο και ευσυνειδησία, εκεί στη δεκαετία τού ’80, προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τη Σχολική Βιβλιοθήκη, ενώ μετά τη συνταξιοδότησή της η επιθυμία της για κοινωνική προσφορά απλώθηκε πάρα πέρα και σε άλλους τομείς τής ρεθεμνιώτικης κοινωνίας. Έτσι, για πολλά χρόνια διετέλεσε μέλος τού Δ. Σ. τού «Λυκείου Ελληνίδων» και εθελόντρια αδελφή τού «Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού».
Την αγωνία της να γράψει την ιστορία τού χωριού της μου είχε εκμυστηρευθεί από τότε που συνυπηρετούσαμε και συχνά, μάλιστα, μάς παρουσίαζε αποσπασματικά δείγματα τής δουλειάς της, που με κρυφό καμάρι αργά αλλά σταθερά και μεθοδικά επιτελούσε. Πότε για τις εκκλησίες και τις σπουδαίες τοιχογραφίες των δύο βυζαντινών εκκλησιών τού χωριού της, της Παναγίας και του αγίου Νικολάου, και πότε για άλλα ενδιαφέροντα θέματα από την πολιτιστική ζωή, τα έθιμα και τον πλούσιο τοπωνυμικό του πλούτο. Πολλές, μάλιστα, από τις εργασίες της αυτές έδινε, θυμάμαι, προς δημοσίευση και στην τοπική εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα».
 Έτσι, για χρόνια η Καδιανή Τζουλάκη- Δημητρακάκη ετοιμαζόταν συστηματικά και με αμέριστο για το χωριό της ενδιαφέρον συγκεντρώνοντας στοιχεία και πληροφορίες από διάφορες υπηρεσίες (Αρχαιολογία, Γ.Α.Κ. Ρεθύμνου) από τα οποία, μάλιστα, και παραθέτει ενδιαφέροντα έγγραφα για το χωριό της ή από ειδικούς επιστήμονες και συγχωριανούς της και το αποτέλεσμα τής δουλειάς της είναι σήμερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και καλαίσθητο βιβλίο 175 σελίδων.
Η εργασία της είναι πλήρης, ακριβής και εμπεριστατωμένη, προσφέροντας σπουδαία στοιχεία τόσο για τη θέση και τους οικισμούς τού χωριού της, όσο και για τις εκκλησίες (με την ενδιαφέρουσα βυζαντινή εκκλησία τού αγίου Κηρύκου, στη μνήμη τού οποίου επιτελείται μεγάλο πανηγύρι στο χωριό), το σχολείο, τα τοπωνύμια (με εύστοχη ετυμολογία και αιτιολόγηση ορισμένων από αυτά), τα ποικίλα εορταστικά έθιμα και την εν γένει πολιτιστική ζωή, τους λαϊκούς οργανοπαίκτες, την ενδυμασία και τον γάμο (με μιαν ενδιαφέρουσα καταχώρηση, στο κεφάλαιο αυτό, του προικοσυμφώνου τής οικοσκευής και των προικιών τής μητέρας της, ως νύφης, του έτους 1942), αλλά και τον αντίγαμο, την οικονομική ζωή και τις οικογένειες (απ’ όπου διαπιστώνουμε ότι πολλά και επίλεκτα μέλη τής ρεθεμνιώτικης κοινωνίας την καταγωγή τους έλκουν από το συγκεκριμένο χωριό).
Και όλα αυτά συνοδεύονται με μια πλουσιότατη εικονογράφηση, από παλιές φωτογραφίες "εποχής", τόσο από το προσωπικό αρχείο τής συγγραφέως όσο και από άλλες συλλογές συγχωριανών της, που ζωντανεύουν και κυριολεκτικά ανασταίνουν βήμα προς βήμα την παλιά ζωή τού χωριού και κάνουν την έκδοση ιδιαίτερα ελκυστική και ευχάριστη στον αναγνώστη της.
     Πιστεύουμε ότι η εκλεκτή και δημιουργικά ανήσυχη συνάδελφος, συγγραφέας τού παρόντος πονήματος, επιτέλεσε το καθήκον της στο ακέραιο. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στους συγχωριανούς της είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές της και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Είναι, γι αυτό, αξία τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη αυτή συνεισφορά της στον τόπο που τη γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως τής ζωής.