Κ Α Ρ Ν Α Β Α Λ Ι Α Σ τ ο Π α λ α ι ό Ρ έ θ υ μ ν ο


Κ Α Ρ Ν Α Β Α Λ Ι Α
Σ τ ο  Π α λ α ι ό  Ρ έ θ υ μ ν ο

          ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
                http://ret-anadromes.blogspot.com

Τα καρναβάλια τού παλαιού Ρεθύμνου θεωρούνται από όλους τους παλιούς που διατηρούν ακόμα έστω και αχνές μακρινές αναμνήσεις, πολύ πιο πηγαία σε χαρά και αυθορμητισμό από τα σημερινά. Το κέφι ήταν, βέβαια, πηγαίο μα ήταν και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν. Φτωχοί βιοπαλαιστές, με τα πολλά προβλήματα τής ζωής τους άλυτα, παραμερίζανε προσωρινά την ποδιά τής δουλειάς και τις ποικίλες δυσκολίες τής ζωής και πρωτοστατούσαν σε αποκριάτικα γλέντια, δίνοντάς τους ζωή, ζωντάνια και ομορφιά. Υπήρξε εποχή που οι Ρεθεμνιώτες στην πλειοψηφία τους τραγουδούσαν, είτε έπαιζαν ένα μουσικό όργανο (μαντολίνο, φυσαρμόνικα, βιολί). Όλες τις αποκριές, όλα τα βράδια, υπήρχε ζωηρή κίνηση στα σπίτια, στα μαγαζιά και τις ταβέρνες. Τα τραγούδια έδιναν και έπαιρναν. η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά», η «Μοδιστρούλα», «Στης Νύχτας τη Σιγαλιά» και άλλα ωραία τραγούδια τής εποχής.
Γύρω στα 1915, σε μια δύσκολη και συφοριασμένη εποχή, το Ρέθυμνο δημιουργούσε τους πρώτους πυρήνες καρναβαλικών παρελάσεων. Οι δρόμοι τού Ρεθύμνου από τη Μαρμαρόπορτα μέχρι τ’ Αμπουχούρη, τη Μεγάλη Πόρτα, την Τσάρου και τσ’ Αμμος την Πόρτα κυριολεκτικά έσφυζαν από ζωή και, στο τέλος, όλοι συνέχιζαν το κέφι τους στο περίφημο θέατρο τού Σπανδάγου, το «Ιδαίον Άντρον», όπου γινόταν δημόσιος χορός, που τον διοργάνωνε το Λύκειο των Ελληνίδων, την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, ο «Μέγας Χορός Μετημφιεσμένων»,  όπως το Ίδρυμα τον ανακοίνωνε από τον ημερήσιο τύπο της εποχής, με «Ατραξιόν- Κοτιγιόν- Χαρτοπόλεμο- Σερπαντέν- Ανθοπόλεμο».
 Τις απόκριες οι Ρεθεμνιώτες σκάρωναν τα πιο απίθανα θεάματα με θέματα που τα διέκρινε το πιο αυθόρμητο και πηγαίο χιούμορ. Στα καρναβάλια εκείνα δεν υπήρχε περιορισμός και μπορούσε ο καθένας να συμμετάσχει με καμώματα αυτοσχέδια που τού έρχονταν στο μυαλό εκείνη τη στιγμή. Και σε αυτό, ακριβώς, έγκειται η μεγάλη τους επιτυχία. Θα ήταν, εκεί, γύρω στα 1925 που ο Βασίλης Δασκαλάκης ντυνόταν Βασιλιάς Καρνάβαλος. Τού Γιάννη Ζαμφώτη, πάλι, του τελάλη, ο γιος, ο Βασίλης, ντυνόταν διάβολος με ουρά και γινόταν ο φόβος και ο τρόμος των μικρών παιδιών, που τα κυνηγούσε αγρίως μπαίνοντας αυθόρμητα ακόμα και μέσα στα σπίτια. Ο μικρασιάτης Ασλάνης Λεωνίδας με πολλή επιτυχία έφτιαξε, κάποτε, με άχυρα, ένα ομοίωμα νεκρού, τον οποίο, στη συνέχεια, βάλθηκε με πολύ γούστο να μοιρολογάται[1].
Ο αείμνηστος Ανδρέας Σταυρουλάκης διασώζει[2] μίαν όλως πρωτότυπη είδηση για τον Πεντεφούτη, που την μεταφέρουμε περιληπτικά στο σημείο αυτό. Κάποτε, αστειευόμενοι μαζί του μια παρέα Ρεθυμνιωτών τον έβαλαν, για ένα σακί αλεύρι, να διατρέξει ολοτσίτσιδος- αληθινός πρόδρομος τού στρήκινγκ- όλους τους κνεντρικούς δρόμους τής πόλης μας, φωνάζοντας δυνατά: «τρέξατε όλοι να θαυμάσετε το φοβερό θεριό…δωρεάν!». Και αυτό συνέβη κάτω από τους καγχασμούς και τα σφυρίγματα των Ρεθεμνιωτών, ενώ, μετά το τέλος τής ιλαροτραγωδίας, ο Πεντεφούτης φορτωνόταν τρισευτυχισμένος το σακί με το αλεύρι, τη λεία που του είχαν υποσχεθεί.
Άλλη φορά λένε ότι έκανε το  ίδιο πράγμα τις μέρες των Αποκριών, όταν ολοτσίτσιδος, πάλι, είχε ανεβεί σ’ ένα μικρό κάρο που το έσερνε ένα υπομονητικό γαϊδουράκι. Είχε αλειφθεί, όμως, με μαύρη πίσσα (κατράμι) και έδινε την εντύπωση ότι ήταν κανείς αράπης, που είχε φθάσει από την… Κεντρώα Αφρική. Σε αυτήν την έξαλλη κατάσταση άρχιζε να τραγουδάει με την παράφωνη ακαλλιέργητη φωνάρα του αστεία δίστιχα, ενώ οι πιτσιρίκοι τρέχανε ξοπίσω του με γέλια, σφυρίγματα και κοροϊδίες:

      «Ήλθε η μόδα Φαραώ,
      και κόβουν τσι πλεξούδες,
      κ’ οι γι’ άντρες το μουστάκι τους,
      και γίνονται αρκούδες»[3].

Απλά, αθώα πειράγματα, απλές σκηνοθετήσεις τής στιγμής, που, όμως, άγγιζαν βαθιά την ψυχή των ανθρώπων τής εποχής εκείνης, των έδιναν πηγαίο κέφι, χιούμορ, χαρά και ευθυμία. Σήμερα που έχουμε και σκορπάμε πολλά λεφτά, τα καρναβάλια μας είναι ασφαλώς πολύ πλουσιότερα σε άρματα και ενδυμασίες από τα καρναβάλια εκείνα, εκατό χρόνια πριν, και απαιτούν, ασφαλώς, μακρά εργασία και προετοιμασία για να κατασευαστούν (ακούμε να λένε ότι μόλις τελειώσει το ένα καρναβάλι, από την άλλη, κιόλας, μέρα αρχίζει η προετοιμασία για το άλλο, τού επόμενου χρόνου). Όμως, παρόλ’ αυτά, δεν φαίνεται τα σημερινά καρναβάλια να αγγίζουν την ψυχή τού ανθρώπου τής εποχής μας και να τού μεταγγίζουν τη χαρά με τον ίδιο πηγαίο τρόπο, όπως εκείνα τα παλιά καρναβάλια, που έβγαιναν μέσα από την καθημερινότητα και τα βιώματα των ανθρώπων και επηρέαζαν βαθιά την ιδιοσυστασία τους, εντυπωσίαζαν και έμειναν μέχρι σήμερα ολοζώντανα στη μνήμη των παλιών, που τα θυμούνται και με το ίδιο κέφι, της στιγμής εκείνης που τα ζούσαν στην πραγματικότητα, μάς τα υπενθυμίζουν. 

[1] Από πληροφορία τού αείμν. Μιχάλη Σιμιτζή.
[2] Κρητική Επιθεώρησις 17/4/1974.
[3] Προμηθεύς ο Πυρφόρος, περίοδος Β΄, τ. 1 (1977) 15.

Δύο ημερολόγια για τους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες Ρεθύμνου



Δύο ημερολόγια για τους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες Ρεθύμνου

(Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και Συλλόγου Ρεθυμνίων Αττικής «Το Αρκάδι»)

             ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


               www.ret-anadromes.blogspot.com


Από τα πολλά ημερολόγια των οποίων έγινα αποδέκτης με την ανατολή τού Νέου Έτους, 2014, με το σημείωμά μου αυτό θέλω να εστιάσω σε δύο. και είναι, ίσως, η ποιότητά τους και, κυρίως, το θέμα αφιέρωσής τους αυτό που με συγκίνησε και με κίνησε να εκφραστώ. Πρόκειται για τα ημερολόγια τής Ι. Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, αφενός, και του Συλλόγου Ρεθυμνίων Αττικής, «Το Αρκάδι», αφετέρου, που και τα δύο είναι φέτος αφιερωμένα στους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες Ρεθύμνου, Γεώργιο, Αγγελή, Μανουήλ και Νικόλαο.

Αυτοί οι Τέσσερις λεβέντες κρητικοί άγιοι, που υπέγραψαν τη μαρτυρία τής Πίστεως και της αγάπης τους προς τον Χριστό με το ίδιο τους το αίμα, αγνοί και τίμιοι οικογενειάρχες και ψυχωμένοι πολεμιστές τής ελληνικής επανάστασης τού 1821, πάντα με συγκινούσαν με την απλότητα και γενναιότητα τής ομολογίας τους και με τις περήφανες κρητικές φορεσιές τους- με τις οποίες, συχνά, στις αγιογραφίες τους απεικονίζονται, ακόμα και όταν ο αγιογράφος επιχειρεί (για την ανάδειξη τής ουράνιας δόξας) να τις καλύψει εξωτερικά με ένα αραχνοΰφαντο βυζαντινό ιμάτιο.

Η Μητρόπολη Ρεθύμνης, ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια, από την ανάρρησή του στον επισκοπικό θρόνο τού νυν ποιμενάρχη της κ. Ευγενίου, αφιερώνει τα ημερολόγιά της στους «ουκ ολίγους» αγίους τής τοπικής μας Εκκλησίας. Και είναι αυτό, βέβαια, μία πολύ σωστή απόφαση και πρακτική, προκειμένου ο πολύς «κόσμος» τού πληρώματος τής τοπικής μας Εκκλησίας να πληροφορείται- μέσα από αυτό το εύχρηστο μέσο, το ημερολόγιο- γύρω από την τοπική μας αγιολογία. Έτσι, τα προηγούμενα έτη τα ημερολόγια τής Μητροπόλεώς μας είχαν αφιερωθεί στους αγίους Αγαθόποδα, τον εκ Πανόρμου (του 2012) και ιερομάρτυρα Γεράσιμο, επίσκοπο Ρεθύμνης (του 2013).

Στο φετινό ημερολόγιο για τους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες, στο ουσιώδες προλόγισμά του ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιος ευστόχως μεταφέρει και επικαιροποιεί τα μηνύματα που πλούσια απορρέουν από τη μαρτυρική, πριν από 190 έτη (1824), τελείωσή τους, στον σύγχρονο άνθρωπο, προτείνοντάς τα ως το καλύτερο αντίδοτο στην απαισιοδοξία, το άγχος και τον προβληματισμό στον οποίο έχει περιέλθει, λόγω τής μεγάλης κρίσης αξιών που βιώνει, τα τελευταία χρόνια, ο ελληνικός λαός.      

Ακολουθούν, στην ύλη τού ημερολογίου, η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη Αναγνώρισης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων (επί Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου) και συναξαρικές περί αυτών πληροφορίες από κείμενο τού μακαριστού Μητροπολίτη Τίτου, που επί των ημερών του, όπως είναι γνωστό, προωθήθηκε και επιτεύχθηκε η ένταξή τους στο Εορτολόγιο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, θεραπεύοντας, έτσι, μίαν ολιγωρία 153 ετών (!) των προκατόχων του επισκόπων, που δεν δικαιολογείται διαφορετικά πέραν από το ό,τι αυτός ο ίδιος ο πιστός  λαός, από την πρώτη, κιόλας, στιγμή τού μαρτυρίου τους, αναγνώρισε την αγιότητα των Τεσσάρων αυτών μελαμπιανών Αγίων. Τους ανακήρυξε και τους αποδέχθηκε μέσα στην καρδιά και τη συνείδησή του ως Αγίους, στήνοντάς τους ναούς, φιλοτεχνώντας τους εικόνες και συνθέτοντάς τους τροπάριο και ασματική Ακολουθία με τα ψαλλόμενα στον μικρό και στον μεγάλο εσπερινό, στη Λιτή, τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία. και αυτή, αγιολογικά και θεολογικά, είναι η πρωταρχική και αναγκαία αναγνώριση ενός αγίου.

Μετά από όλα αυτά ακολουθεί η συνήθης ύλη τού ημερολογίου.


                                            *                   *                  *  


Στο δεύτερο ημερολόγιο, αυτό των Ρεθυμνίων Αττικής «Το Αρκάδι», που έχει- όπως έχουμε ήδη επισημάνει- την ίδια θεματολογία με το πρώτο, εντυπωσιάζεσαι, εξαρχής, από το πλήθος των δημοσιευόμενων άγνωστων, συχνά, για τους πολλούς, στοιχείων και, κυρίως, εικόνων των Αγίων. Ξεχωρίζουμε, από τις εικόνες, τις τέσσερις, εκείνες, από το καθολικό τής Ι. Μονής Γωνιάς Χανίων (του έτους 1852), που αποδεικνύουν, από το πρώιμο αυτό έτος δημιουργίας τους, ότι ο ρεθεμνιώτικος και σύμπας ο κρητικός λαός αναγνώρισε, όπως προαναφέραμε, από πολύ ενωρίς, και αποδέχθηκε την αγιότητα των ρεθυμνίων Νεομαρτύρων. Σε μία, μάλιστα, από τις εικόνες τής Μονής Γωνιάς εικονίζονται ταυτόχρονα η αποτομή τής κεφαλής των Αγίων και η πρώτη τέλεση τής εορτής τους, που, άρα, είχε γίνει πριν από το αναγραφόμενο επί τής εικόνας έτος 1852. Ενδιαφέρουσα, στο σημείο αυτό, και η πληροφορία που το εν λόγω ημερολόγιο μάς παρέχει σχετικά με την πρώτη λειτουργία στη μνήμη τους, που, σύμφωνα με υπάρχουσες γραπτές μαρτυρίες, είχε γίνει το αμέσως επόμενο από το μαρτύριό τους έτος (25/10/1825), ενώ και η πρώτη τους εικόνα (Ι. Φραγκοπούλου) ξέρουμε ότι χρονολογείται στα 1836 (δηλαδή, δώδεκα, μόλις, έτη από το μαρτύριό τους) και το αμέσως επόμενο έτος, πιθανότατα, ποιήθηκε και η πρώτη τους ακολουθία, που αναφέρεται στην εικόνα τής Ι. Μονής Γωνιάς Χανίων τού 1852.

Από την εικοσάδα των παρατιθέμενων εικόνων εντυπωσιακή είναι και η εικόνα από την Αλφά Ρεθύμνου, του έτους 1905, από τον ι. Ναό τού Αγίου Χαραλάμπους, που εικονίζει τον άγιο Χαράλαμπο καθιστό και πίσω του ορθίους τους Τέσσερις Νεομάρτυρες, με φυσικές, γήινες, θα έλεγα, φυσιογνωμίες και είναι μόνος ο φωτοστέφανος αυτός που φανερώνει τη θεία δόξα που οι μάρτυρες έλαβαν διά του μαρτυρίου. Παρατίθενται, ακόμα, και άλλες θαυμάσιες των Αγίων εικόνες, όπως αυτή τού Φώτη Κόντογλου (1955), του ι. Ναού των Τεσσάρων Μαρτύρων Ρεθύμνου, επίσης, του αγιογράφου και επισκόπου Ρεθύμνης Ιερόθεου Μπραουδάκη (του έτους 1885), που θησαυρίζεται στον ι. ναό τής αγίας Βαρβάρας Ρεθύμνου, η ενδιαφέρουσα απεικόνιση των Αγίων από τον Εμμ. Ι. Παπαδάκη (1885) και, βέβαια, η αρχαιότερη όλων, αυτή του Ιωάννου Φραγκοπούλου, του έτους 1836, καθώς και πολλές άλλες από άλλους αγιογράφους προερχόμενες.

Το θαυμάσιο αυτό συλλεκτικό ημερολόγιο των Ρεθυμνίων Αττικής «Το Αρκάδι»- που μην ξεχνάμε ότι ο Σύλλογός τους βρίσκεται κάτω από τη γεραρά προστασία των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων- τελειώνεται και ολοκληρώνεται με μια θαυμάσια παράθεση, αναμεσίς των εικόνων, ενός εμπεριστατωμένου κειμένου, με πλούσιες συναξαρικές κ.λπ. πληροφορίες.

Την έκδοση, που γίνεται για τα 190 χρόνια από το θαυμάσιο μαρτύριό τους (1824- 2014), επιμελήθηκε με πολλήν, ομολογουμένως, επιτυχία ο φίλος Πρόεδρος τού Συλλόγου κ. Γεώργιος Ν. Βλατάκης.

Συγχαίρουμε, τέλος, για την έκδοση και επικροτούμε για την ορθή θέση που ακολουθούν, και τα δύο παραπάνω ημερολόγια, στο θέμα τού τρόπου τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων, δηλαδή «διά ξίφους»- και όχι δι’ απαγχονισμού, θέση που συμφωνεί με την επίσημη τής Εκκλησίας μας παράδοση, μέσω της εικονογραφικής, υμνογραφικής και συναξαρικής τους ιστόρησης. Όμως, για το θέμα αυτό- στο οποίο, κατά καιρούς, έχει παρατηρηθεί μεγάλη σύγχυση ανάμεσα σε ορισμένους αγιογράφους και μελετητές- διαλαμβάνουμε λεπτομερώς στη μελέτη μας «Ιστορικοί πλάτανοι τού Ρεθύμνου - Με ειδική αναφορά στο Μαρτύριο και στον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων» [Νέα Χριστιανική Κρήτη, περ. Β΄, τ. 24 (2005), σελ. 141- 149].            

Νίκος Ι. Δερεδάκης---Τα Νοσοκομεία τού Ρεθύμνου


  Νίκος Ι. Δερεδάκης

       Τα Νοσοκομεία τού Ρεθύμνου                   [Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», Ρέθυμνο 2013, σχ. 8ο (23Χ 16), σσ. 160]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

               www.ret-anadromes.blogspot.com               

Ένα νέο βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στην πόλη μας με τον τίτλο: «Τα Νοσοκομεία τού Ρεθύμνου», με αφορμή τα 100 χρόνια από την  Ένωση τής Κρήτης με τη Ελλάδα (1913- 2013) και τα 60 από την ίδρυση τού σημερινού Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου (1953- 2013). Συγγραφέας του ο φίλος συμπολίτης δάσκαλος και τέως δημοτικός σύμβουλος κ. Νίκος Ι. Δερεδάκης. Το βιβλίο αυτό υπήρξε καρπός εκπαιδευτικού προγράμματος, που ο συγγραφέας του θέλησε να πραγματοποιήσει στο σχολείο του, με θέμα την «Αστυνομική Σχολή Ρεθύμνου», ως συμμετοχή στα 100 χρόνια από την Ένωση τής Κρήτης με την Ελλάδα. Όμως, όπως είναι γνωστό, η σημερινή «Αστυνομική Σχολή», επί Κρητικής Πολιτείας, υπήρξε το περίφημο «Τσάρειο Νοσοκομείο», που οι Ρώσοι, ως εγγυήτρια Δύναμη, είχαν δημιουργήσει και αφιερώσει στην πόλη μας. Έτσι, σχεδόν αβίαστα, και παράλληλα προς το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα, προέκυψε, όπως σημειώνει στον Πρόλογό του, ο συγγραφέας και το παρόν βιβλίο.     

Στο βιβλίο αυτό του κ. Δερεδάκη παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την πορεία ίδρυσης τού εν λόγω ευαγούς τής πόλης μας καθιδρύματος, που, όπως επισημαίνεται από την ενδελεχή έρευνα τού συγγραφέα του, έγινε με πολύ ιδρώτα και αγώνες σύνολου τού ρεθεμνιώτικου λαού, που συστρατεύθηκε σε έναν, τωόντι, τιτάνιο αγώνα με τον τότε δήμαρχό του Στυλιανό Ψυχουντάκη και το δημοτικό συμβούλιο τής πόλης, τους γιατρούς, τους πολιτικούς, την Παγκρητική Ένωση Αμερικής και μάλιστα τον τότε Αντιπρόεδρο τής Κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλο, που επέδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για δύο εξαιρετικά σπουδαία έργα τού Ρεθύμνου, που τα είδε, στη συνέχεια, και τα δύο, να ευοδώνονται και να υλοποιούνται. τη Σχολή Χωροφυλακής και το Νοσοκομείο Ρεθύμνου. Η ομόνοια και η σύμπνοια για έναν κοινό σκοπό πάντα αποφέρει θετικά αποτελέσματα.

Το βιβλίο τού κ. Δερεδάκη μελετά, περαιτέρω, διεξοδικά τα σχετικά με το  Νοσοκομείο τής πόλης μας από την πρώτη, κιόλας, στιγμή τής δημιουργίας του στα χρόνια τής Βενετοκρατίας και προχωρεί, στη συνέχεια, στην εποχή τής Τουρκοκρατίας, των Ρώσων και της Κρητικής Πολιτείας, στα κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια και φθάνει μέχρι και τη δημιουργία τού σημερινού νοσηλευτικού καταστήματος. Γι’ αυτό και ο πληθυντικός αριθμός (Τα Νοσοκομεία τού Ρεθύμνου) στον γενικό τίτλο τού βιβλίου, που αποτελεί, ακριβώς, μία διαχρονική αναφορά σε όλη αυτήν την αλυσίδα των νοσοκομείων που λειτούργησαν στην πόλη μας σε κάθε εποχή [βενετσιάνικα (4 νοσοκομεία), τούρκικα (δύο), ρώσικο (σημερινή Αστυνομική Σχολή), κατοχικό (κλινική Μαρούλη, σημερινό κτίριο Δημοτικής Φιλαρμονικής), μετακατοχικό (στο σημερινό Μουσικό Σχολείο). Μελετά, περαιτέρω, ένα προς ένα όλα τα παραπάνω εξελικτικά στάδια ύπαρξης και λειτουργίας των παραπάνω Νοσοκομείων, παρακολουθώντας προσεκτικά όλες τις μετεγκαταστάσεις των σε κάθε εποχή σε διάφορα κτίρια τής πόλης μας και παραθέτοντας άφθονες και λεπτομερείς καταγραφές και πληροφορίες τής προόδου και τού συντελούμενου σε αυτά έργου.

Το βιβλίο- που είναι έκδοση τού Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου- κοσμείται από μεγάλο αριθμό φωτογραφιών, που προέρχονται από προσωπικά αρχεία συμπολιτών, αδημοσίευτων ορισμένων, που, μαζί με τα ενδιαφέροντα στοιχεία που επέφερε η επιμελής έρευνα τού κ. Δερεδάκη, έρχονται να ολοκληρώσουν και να καλύψουν την έρευνα γύρω από τα Δημόσια Νοσοκομεία τής πόλης μας.

Σημαντικά για την ιστορία τού Νοσοκομείου είναι και τα τρία «Παραρτήματα» στο τέλος τού βιβλίου, όπου παραθέτονται, στο πρώτο, η Νομοθεσία (Νόμος περί Δημοσίων Νοσοκομείων τού 1901) και οι επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των φορέων και παραγόντων που συνετέλεσαν στη δημιουργία αυτού (ιατρού Νικήστρατου Βογιατζή, Νομάρχη Ρεθύμνου, Προέδρου Παγκρητικής Ενώσεως Αμερικής κ.λπ.), στο δεύτερο το προσωπικό τού νέου (σημερινού) Νοσοκομείου, από το έτος 1953 μέχρι σήμερα (κεφάλαιο εξαιρετικής συναισθηματικής αξίας για τους παλαιούς, κυρίως, Ρεθεμνιώτες, που βλέπουν μέσα από αυτό να παρελαύνουν μπροστά τους πρόσωπα και πράγματα τού παρελθόντος αυτής τής πόλης) και στο τρίτο παραθέτεται ένα πλούσιο φωτογραφικό λεύκωμα με δεκάδες φωτογραφίες, που καταδεικνύουν λεπτομερώς την ιστορία τού ιδρύματος.

Πιστεύουμε ότι ο εκλεκτός και δημιουργικά ανήσυχος τού παρόντος έργου φίλος συγγραφέας, καθώς και ο Ιατρικός Σύλλογος τού Ρεθύμνου επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στην αγαπημένη τους πόλη είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές τους και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Επιδίωξή τους μοναδική στάθηκε να παραδώσουν στον Ρεθυμνιώτη ένα προσεγμένο και αξιοπρεπές πόνημα αντάξιο τής αξιοπρέπειας και της προσοχής με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται ο κάθε πολίτης αυτού τού τόπου όταν περνά τις πύλες τού νοσοκομείου μας. Είναι, γι’ αυτό, όλοι- συγγραφέας και εκδότες- άξιοι τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας.