22. ΚΙΣΣΟΣ- (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)


Ο Κισσού Κάμπος (Παράγκα),
στις υπώρειες τού Κέδρους, και ο Κισσός (ψηλότερα)


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΠΗΣ

22. ΚΙΣΣΟΣ

                     (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)

                         Στους ηρωικούς αγωνιστές τής Μάχης τού Τράχηλα
                                                                                                            (8/12/ 1866),
                                                                            και τον ηρωικό εθελοντή Μανιάτη Συνταγματάρχη
                                                                                                     Δημ. Πετροπουλάκη,


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Γενικά Στοιχεία για το χωριό
       Ο Κισσός βρίσκεται σκαρφαλωμένος στους νότιους πρόποδες τού όρους Κέδρος (1777 μ.), σε υψόμετρο 630 μ., διασταύρωση αριστερά, στο 35ο χιλιόμ. τού δρόμου Ρέθυμνο- Σπήλι- Κισσού Κάμπος- Αγία Γαλήνη. Στον Κισσό υπάγεται και ο νέος οικισμός τού ίδιου χωριού Κισσού Κάμπος ή Παράγκα[1] (αρχή δημιουργίας του περί το  έτος 1930), με 81 κατοίκους (απογραφή 2001). 
Ο συνοικισμός «Κισσός» αναγνωρίστηκε σε κοινότητα το έτος 1935 (Δ. 12-2-1935, ΦΕΚ. Α΄ 46/1935).

Ερειπωμένοι οικισμοί
Τριγιόδι: Πρόκειται για μεγάλη και εύφορη περιοχή στα δυτικά τού χωριού, κοινή με το Σπήλι (υπάρχει και το Σπηλιανό Τριγιόδι). Πρόκειται για παλαιό οικισμό, στη θέση όπου είναι σήμερα η εκκλησία τού Αγίου Νικολάου τού Κουρταλιώτη. Αναφέρεται στην απογραφή τού Καστροφύλακα (Triodi) το έτος 1583, με 29 συνολικά κατοίκους (άνδρες 7, γυναίκες 12, παιδιά 9 και γέροντες 1). Αναφέρεται, επίσης, και στον κατάλογο των χωριών που ήταν υπεύθυνα για την επάνδρωση τής σκοπιάς τού Άι- Βλάσση, στην περιοχή των Σακτουρίων (Έκθεση Nicola Gualdo, 1633). Ο οικισμός πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα τού 17ου αι., γιατί δεν αναφέρεται στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού 1670 [2].

 Ίδρυση τού χωριού- Πληθυσμιακά στοιχεία- Ονομασίες- Κτηματολογικά Στοιχεία
        Ο Κισσός αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου για πρώτη φορά το έτος 1577 από το Fr. Barozzi (fo 26v) ως Chisso, από τον Καστροφύλακα, το έτος 1583 (Κ176), επίσης ως Chisso, με 222 κατοίκους και με 178 οφειλόμενες αγγαρείες και από τον Βασιλικάτα (Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130), με το ίδιο όνομα, το έτος 1630. Στην τουρκική απογραφή, το 1659, αναφέρεται Kiso με 33 σπίτια, ενώ στην αιγυπτιακή, το 1834, Kissos με 15 χριστιανικές και 15 τουρκικές οικογένειες.
Το ίδιο έτος (1659), το χωριό διέθετε 144 τσερίπια [3] χωράφια, 529 λιόδεντρα [4], 70 τσερίπια αμπέλια, 32 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες, και 0,5 κήπους. Πληρώνει, επίσης, 33 χαράτζια κεφαλικό φόρο και 33 σπίτια, το ίδιο έτος, πληρώνουν και φόρο καφτανίου [5].
Η πληθυσμιακή κίνηση του χωριού, κατά τα νεότερα χρόνια, έχει ως εξής: 1881 (Δήμος Αγ. Πνεύματος): με 181 χριστιανούς και 27 Τούρκους κατοίκους, 1900: 214, 1920 [Δήμος Βουιδομαγεργειού (Δουμαεργειού)]: 207, 1928 (κοινότ. Αρδάκτου): 247, 1940 (έδρα ομών. κοινότητας): 254, 1951: 239, 1961: 237, 1971: 214, 1981: 177, 1991: 179, 2001: 180.
Ο Κισσού Κάμπος αναφέρεται για πρώτη φορά το 1951 με 34 κατοίκους, το 1961: 33,  1971: 37, 1981: 43, 1991: 53, 2001: 81.

                                                Το όνομα τού χωριού
Μια άλλη άποψη τού χωριού
Η ονομασία τού χωριού, σύμφωνα με τον Εμμ. Λαμπρινάκη, προήλθε από τους κισσώδεις θάμνους, που αφθονούν στο χωριό [6]. Και πράγματι, στο χωριό ευδοκιμεί ιδιαίτερα το συγκεκριμένο φυτό, εις δε την περιοχή Λαδικινή θυμάμαι από μικρός, που συνήθιζα να παραθερίζω στο χωριό αυτό κάθε καλοκαίρι, τεράστιο χάρακα, ύψους τουλάχιστον 30-40 μ., καλυμμένο από πυκνότατους κισσούς, που αναρριχούνταν πάνω του και τον περιέβαλλαν από παντού σαν καταπράσινος μανδύας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι από αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και το χωριό θα έλαβε το όνομά του.

                    Ιστορικά στοιχεία
Στη θέση Τράχηλας του Αγίου Πνεύματος, στις νοτιοδυτικές υπώρειες τού όρους Κέντρος, στις 8 Δεκεμβρίου τού 1868, έπεσαν νεκροί από τους Τούρκους διακόσιοι εθελοντές, με αρχηγό τον Μανιάτη αγωνιστή και απόστρατο Συνταγματάρχη Δημ. Πετροπουλάκη. Ο Πετροπουλάκης κατέβηκε στην Κρήτη, σταλμένος από την κυβέρνηση Βούλγαρη, περί τα τέλη Νοεμβρίου τού 1868, προς ενίσχυση και αναζωπύρωση τού Κρητικού αγώνα. Πήρε όσους τον ακολούθησαν από την Αθήνα και πήγε να στρατολογήσει και στον τόπο του, τη Μάνη. Τους έκαμε περίπου χίλιους. Μεταξύ αυτών και ο αδελφός του Αναστάσιος, ο  γιος του Λεωνίδας και οι εγγονοί του Γεώργιος και Σπυρίδων και ένα απόσπασμα υπό τον αξιωματικό τού πυροβολικού Μ. Μπαλάφα.
Μπάρκαραν από το Γύθειο στο καταδρομικό «Ένωσις» τού Σουρμελή και σάλπαραν στις 25 Νοεμβρίου για την Κίμωλο. Εκεί ξεμπάρκαρε ο Αρχηγός με τριακόσιους εθελοντές και οι υπόλοιποι, υπό τον Λεωνίδα Πετροπουλάκη, αποβιβάστηκαν στα Καλά-Χωράφια Μυλοποτάμου. Το βράδυ τής 28ης Νοεμβρίου επιβιβάστηκε το υπόλοιπο σώμα από την Κίμωλο και κάτω από άσχημες καιρικές συνθήκες και άγρια καταδίωξη από τουρκικά πλοία, αποβιβάζονται στο Πρασσονήσι Σακτουρίων, στη νότια, δηλαδή, Κρήτη. Τα δυο σώματα συναντήθηκαν στο Αμάρι και, λόγω των δυσμενών συνθηκών, ξαναγύρισαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου [7].
Στις 8 Δεκεμβρίου τραβώντας για τις θέσεις Τράχηλας- Κισσός και Κεντροχώρι οι άνδρες του Πετροπουλάκη βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολυπληθές τούρκικο ασκέρι και αναγκάστηκαν να παραταχθούν σε μάχη μέσα σε μια νεροποντή που δεν τους άφηνε να δούνε σε δυο οργιές απόσταση μπροστά τους. Κοντά τους στάθηκαν και πολέμησαν και κάμποσοι Κρητικοί και μερικοί παλιοί εθελοντές, που τους οδηγούσαν ο Μήτσας, ο Ζήκος, ο Κιτσομής και ο Ξανθουδάκης. Από βόρεια, ανατολικά και δυτικά τους είχε μπλοκάρει ο τουρκικός στρατός διοικούμενος από τέσσερις πασάδες. Η μάχη κράτησε τρεις, περίπου, ώρες. Στο τέλος, οι επαναστάτες κάμφθηκαν και οι ζημιές ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Εκτός από τους αιχμαλώτους και τους σκοτωμένους, που έφθασαν τους διακόσιους, ο Ακουμιανός ποταμός έπνιξε καμιά δωδεκαριά εθελοντές που επιχείρησαν να περάσουν τα ορμητικά, λόγω του χειμώνα, νερά του [8]. Πρόκειται για τη δεύτερη- μετά την ολοκαύτωση τού Αρκαδιού- πολύνεκρη συμφορά τής μεγάλης Κρητικής Επανάστασης τού 1866- 69, η οποία και έκλεισε οριστικά τον αγώνα [9].
Το μνημείο των Πεσόντων,
στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής
τού Αγίου Πνεύματος
Τους νεκρούς από τη μάχη αυτήν και γενικότερα τη συμβολή των εθελοντών από τα διάφορα μέρη τής ελεύθερης Ελλάδας για την απελευθέρωση τής Κρήτης από τους Τούρκους τίμησε ο πρώην Δήμος Λάμπης, υπό την αιγίδα τής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου, με εκδηλώσεις και ομιλίες τόσο στο Ρέθυμνο, στις 4 Δεκεμβρίου 2004, όσο και στον Κισσό, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2005. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών στάθηκαν τα αποκαλυπτήρια μνημείου για τους Εθελοντές, που έστησε με φροντίδες της η προς τούτο συσταθείσα Επιτροπή Αναστήλωσης τής Ι. Μ. Αγίου Πνεύματος και Ανέγερσης τού Μνημείου Πεσόντων, στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής, στον Κισσό τού Δήμου Αγίου Βασιλείου, όπου, κατά την παραπάνω ημερομηνία (5/12/2005), έγιναν τα αποκαλυπτήριά του, ενώπιον και εκπροσώπων τού νομού Λακωνίας. Το μνημείο των Εθελοντών φιλοτέχνησε ο Μελαμπιανός γλύπτης Βαγγέλης Ψυλλάκης, που ανάπλασε και το «Πάρκο Δαιδάλου και Ικάρου» στην Αγία Γαλήνη. Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει: «Στους διακόσιους Λάκωνες, Κρήτες και Ρουμελιώτες αγωνιστές, που μαχόμενοι για την ελευθερία τής Κρήτης υπό τον Δημήτριο Πετροπουλάκη έπεσαν εδώ την 8η Δεκεμβρίου 1868, το μνημείο τούτο με ευγνωμοσύνη αφιερώνουμε».

Αγωνιστές
Κωνσταντίνος Γ. Πεδιαδιτάκης. Γεννήθηκε το 1822 και πήρε μέρος στις επαναστάσεις τού 1858, 1866 και 1878 και μετά. Ήταν καπετάνιος τού χωριού αναγνωρισμένος από την επιτροπή τού 1866 [10].
Ιάκωβος Πετρουλής. Αναφέρεται ως αγωνιστής στην Ι. Μονή Αρκαδίου [11].

Εκκλησίες τού χωριού
Σημαντικά μνημεία τού Κισσού είναι οι βυζαντινοί κατάγραφοι ναοί του, που διατηρούνται και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση:
α) ο ναός τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, ανατολικά, μέσα στο χωριό, με προσθήκη κλίτους τής αγίας Αικατερίνης και θέματα αγιογράφησης τη Σταύρωση, τη Μεταμόρφωση, την Προδοσία, την Ανάληψη και, στο δυτικό τοίχο, την απεικόνιση τού αφιερωτή τού ναού Δημητρίου Βεργίλη.
β) της Παναγίας (Γενέθλιο), στα βόρεια τού χωριού, με θέματα στρατιωτικούς Αγίους, τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, την Έγερση τού Λαζάρου, την Προδοσία, τη Φυγή στην Αίγυπτο, την Βαϊοφόρο, Σκηνές κολασμένων τού Άδη κ.ά.[12],
Ο ναός τού αγίου Ιωάννου, 
στην αρχή τού
δρόμου προς Άγιο Πνεύμα
γ) του αϊ- Γιάννη τού Θεολόγου (26 Σεπτ.), ΒΔ τμήμα τού χωριού, με πολυάριθμες μικρές λεπτοδουλεμένες μορφές και τοιχογραφίες δύο εποχών. Άλλα θέματα: τιμωρίες κολασμένων, Υπαπαντή, Σταύρωση, Αποκαθήλωση, Φυγή στην Αίγυπτο, Επιτάφιος Θρήνος, εξαιρετικής τέχνης Θυσία τού Αβραάμ και Δευτέρα Παρουσία κ.ά. [13]
δ) της αγίας Παρασκευής, όπου υπήρχε μοναστήρι, παντελώς ερειπωμένο σήμερα, και ναός τής αγίας Παρασκευής, 15΄ δυτικά τού χωριού, σε περιοχή κατάφυτη από πανύψηλα δέντρα και πηγή με πλούσιο κρυστάλλινο νερό και, φυσικά,
ε) το μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, λίγα χιλιόμ. ανατολικά τού χωριού.

Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος
Το ανακαινισμένο παλιό επισκοπείο
 και ο δίκλιτος ναός τής ιστορικής μονής
Σημαντική παράδοση- θρύλος αναφέρεται και σήμερα αυτή της Βυζαντινής Αρχόντισσας Μαρίας ή Αιγιδούς Μαριώς [14], που έζησε στο χωριό πολύ πριν την απογραφή του Καστροφύλακα (1583) και της οποίας τον πύργο οι χωριανοί έδειχναν στο κέντρο τού χωριού μέχρι το έτος 1897. Είχε στην κατοχή της τεράστιες περιουσίες και, στο τέλος τής ζωής της, λέγεται, ότι ίδρυσε την Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος, ανάμεσα στα χωριά Κισσός και Δουμαεργειό, στις δυτικές υπώρειες τού όρους Κέδρος, που, για κάποιο διάστημα, υπήρξε και έδρα τής επισκοπής Λάμπης και Σφακίων [15]. Στη μονή αυτήν η Μαρία λέγεται ότι μόνασε μέχρι τον θάνατό της [16]. Βέβαια, η όμορφη αυτή παράδοση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ενδυθεί και να αποκτήσει και ιστορικό κύρος [17].
Η Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος βρίσκεται νότια τού χωριού Κισσός και σε απόσταση γύρω στα εξακόσια μέτρα. Ερειπωμένο σήμερα το μοναστήρι, στα χρόνια τής τουρκοκρατίας υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη τού 19ου αιώνα και πνευματικό καταφύγιο τής ελληνοχριστιανικής παιδείας, όπως σημειώνεται από τον αείμνηστο δικηγόρο και ιστοριοδίφη Μιχάλη Μ. Παπαδάκι, σε πλάκα που τοποθετήθηκε στην είσοδο τού καθολικού από τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύνδεσμο (Τμήμα Ρεθύμνης), στις 14 Ιουνίου 1964:

          «Στον ιερό τούτο χώρο
Ήταν η Μονή τού Αγίου Πνεύματος
Όπου όλα τα χρόνια τής τουρκικής σκλαβιάς
Άναβεν άσβεστη η φλόγα τού γένους
Και άνθρωποι σοφοί έδωσαν τα φώτα των
Σε άξιους συνεχιστές των εθνικών παραδόσεων» [18]

Το μοναστήρι, σύμφωνα με χάραγμα με χρονολογία 1616, που υπήρχε μέχρι το έτος 1894 στον δυτικό τοίχο τού καθολικού, βεβαιώνεται ότι υφίστατο, ήδη, στα χρόνια τής Ενετοκρατίας. Το επόμενο αξιολογήσιμο και αναμφισβήτητο στοιχείο είναι έγγραφο τού 1640 από το πρωτόκολλο τού νοταρίου Ρεθύμνης Τζώρτζη Παντίμου, που αναφέρεται σε διαθήκη τού Μάρκου Σαγκουινάτσου από το Ρέθυμνο, ο οποίος άφησε διαθήκη να ενταφιαστεί στο χωριό του, τον Κισσό, και στην εκκλησία τού Αγίου Πνεύματος, όπου είχαν ταφεί ο πατέρας του και ο αδελφός του. Το 1640, όμως, δεν υπήρχε μόνο εκκλησία στο Άγιο πνεύμα αλλά και μοναστήρι και ο Σαγκουινάτσος άφηνε με τη διαθήκη του χίλια υπέρπυρα στον ηγούμενο, για τον μνημονεύει και «να κάνει τα πρέποντα για πάντα» [19]. Στα 1831, σημειώνει ο Μιχ. Πρεβελάκης, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος ήταν ένας άμορφος σωρός ερειπίων, αφού με το ολοκαύτωμα που υπέστη από τους Τούρκους, στις 15 Ιουνίου 1821 [20], είχε γίνει παρανάλωμα τού πυρός, διαρπάχτηκαν οι περιουσίες της και σφάχτηκαν όλοι ανεξαιρέτως οι μονάζοντες σε αυτήν.
 Τότε, στα 1831, ο λόγιος και δραστήριος Ιεράρχης Νικόδημος Σουμπασάκης (1831- 1845), από το χωριό Ασώματος Αγίου Βασιλείου, αδελφός τής Ι. Μονής Πρέβελη, επεχείρησε την εξανάσταση τής μονής τού Αγίου Πνεύματος και ίδρυσε σε αυτήν, το έτος 1836, την πρώτη επίσημη και μοναδική στην επαρχία Αγίου Βασιλείου Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, που έμελλε να εξυπηρετήσει όχι μόνο την επαρχία Αγίου Βασιλείου, αλλά και τις επαρχίες Καινουρίου και Πυργιωτίσσης [21]. Ο Νικόδημος γνώριζε ότι η αναγέννηση τού έθνους περνά μόνο μέσα από την παιδεία και την διαπαιδαγώγηση τού λαού και ότι, ακόμα, τα ερείπια τού Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατο να ξαναγίνουν μοναστήρι και επωφελούμενος την κάπως φιλελεύθερη στάση που έδειχναν οι Αιγυπτιακές αρχές ίδρυσε εκεί την ομώνυμη Σχολή, χρησιμοποιώντας πόρους από μοναστηριακές πηγές [22]. Στη Σχολή αυτήν τού Αγίου Πνεύματος μέχρι το 1841 τα παιδιά μάθαιναν Ψαλτήρι και Οκτώηχο αρχίζοντας από το «Σταυρέ, βοήθει μοι» [23]. Η Σχολή φαίνεται να λειτουργούσε και μετά τον θάνατο τού Νικοδήμου το 1845, έστω και με πολλές δυσκολίες, ενώ επί επισκόπου Λάμπης Παϊσίου Κρίμπα, η σχολή λειτουργούσε μάλλον υποτυπωδώς.
Εδώ, στο Άγιο Πνεύμα, από το έτος 1881 μέχρι το 1889, με τη σχετική ελευθερία και τα προνόμια που δόθηκαν στους Κρητικούς με τη Σύμβαση τής Χαλέπας, ύστερα από την επανάσταση τού 1877-1878, λειτούργησε ένα από τα πέντε «Ελληνικά Σχολεία» που ιδρύθηκαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Από αυτά τα δύο- αυτό της Μονής τού Αγίου Πνεύματος και της Μύρθιου- ήταν πλήρη, με τρεις τάξεις το καθένα, ενώ τα υπόλοιπα τρία (Μελάμπων, Κοξαρέ και Σπηλίου) είχαν από μια τάξη το καθένα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από τη λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα διοικούνταν από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και της παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων, η έκδοση εφημερίδων καθώς και η αστυνόμευσή της μόνο από Κρητικούς.
Το έτος 1889 η Σχολή παραμένει κλειστή, λόγω της Επανάστασης που ακολούθησε την προσπάθεια τής Τουρκίας να περιορίσει σημαντικά τα προνόμια των Κρητών, αναθέτοντας στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης και θέτοντάς τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών, που στρατολογήθηκαν στη Μακεδονία. Η επανάσταση καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο.
Η κρήνη και η προτομή τού Ευμενίου Ξηρουδάκη
στον αύλειο χώρο τού ναού 

τής Ι. Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Το έτος 1890 λειτούργησε με μοναδικό διδάσκοντα τον τότε επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, άνδρα φωτισμένο και λόγιο και χωρίς κανένα άλλο βοηθό. Το έτος 1892 προσελήφθη ελληνοδιδάσκαλος για την πρώτη τάξη ο Παναγιώτης Φωτάκης από τις Μέλαμπες. Το 1893 η Μονή Πρέβελη θέλοντας να κατοχυρώσει την Μονή τού Αγίου Πνεύματος με πατριαρχικό κύρος συνέταξε Κανονισμό τής Σχολής με 46 άρθρα, ενώ ταυτόχρονα ζητήθηκε από το πατριαρχείο και τη Μητρόπολη Κρήτης να εξασφαλισθεί διά σιγιλλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος. Έτσι, η Σχολή ονομάσθηκε «Η εν τη Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων Σχολή στη ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής τού Αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου Πρέβελη». Τέλος, το έτος 1898 έγιναν οικοδομικές εργασίες στο Άγιο Πνεύμα (4 αίθουσες παραδόσεων, 4 κοιτώνες χωρητικότητας 80 μαθητών, τράπεζα χωρητικότητας 100 μαθητών, νοσοκομείο με 6 κλίνες, Διευθυντήριο, γραφείο, επισκοπείο και άλλοι βοηθητικοί χώροι). Η Σχολή καθίσταται ανώτερο πνευματικό ίδρυμα, στο οποίο εισάγονταν κατόπιν επιτυχών εξετάσεων απόφοιτοι των Δημοτικών Σχολείων. Ψυχή όλων αυτών των τελευταίων, της αναδιοργάνωσης  και ανασυγκρότησης τής Σχολής υπήρξε ο Ευμένιος Ξηρουδάκης [24].

Ο Βασίλειος Μαρκάκης
στην Ι. Μ. Πρέβελη
(Αρχείο  Ι. Μονής Πρέβελη)
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 1898, ο (κατόπιν Μητροπολίτης Κρήτης) Βασίλειος Μαρκάκης, ιεροδιάκονος ακόμα, διαδέχεται στη διεύθυνση τής Σχολής τού Αγίου Πνεύματος τον λαμπρό φιλόλογο και λόγιο καθηγητή τού Γυμνασίου Ρεθύμνης Μιχαήλ Πρεβελάκη, ο οποίος είχε τη διεύθυνση τής Σχολής από το 1895 [25].
Τα μαθήματα τώρα πια, με την παρουσία και του Βασιλείου Μαρκάκη, αλλά και άλλων φωτεινών μορφών τού πνευματικού Ρεθύμνου της εποχής εκείνης, έγιναν τακτικότερα και συστηματικότερα. Υπήρχε μεγαλύτερη άνεση διδασκόντων και διδασκομένων και περίοδος μεγάλης προόδου ανοίχτηκε για τη Σχολή. Με αξιοσημείωτο ζήλο και αφοσίωση ο Βασίλειος εργάστηκε για δύο συνολικά χρόνια, για την πνευματική και υλική καθοδήγηση των εβδομήντα και πλέον τροφίμων τής Σχολής, που προέρχονταν από τις επαρχίες Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου και Σφακίων [26]. Το σχολείο και οικοτροφείο τού Αγίου Πνεύματος δεν είχε, τώρα πια, τίποτε να  ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά πρότυπα τής εποχής του. Οι μαθητές του, για την εποχή εκείνη, θεωρούνταν ως οι πλέον κατάλληλοι, για να επανδρώσουν τις πρώτες θέσεις στην κοινωνία ως διδάσκαλοι ή ιερείς.
Στο μεταξύ, και ενώ η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος παρουσίαζε αυτήν την καταπληκτική ανοδική πορεία και άνθιση, ξαφνικά απομακρύνθηκε από την κηδεμονία τής Ι. Μονής Πρέβελη. Στην άσχημη αυτήν εξέλιξη, με όλα τα γνωστά δραματικά συνεπακόλουθα που κατέληξαν, τελικά, στο οριστικό κλείσιμο τής ιστορικής τού Αγίου Πνεύματος Σχολής, οδήγησε η νέα πραγματικότητα την οποία εγκαινίασαν η ανακήρυξη της Κρητικής Πολιτείας στα 1898 (τότε έχουμε και τη σύμβαση της Χαλέπας) και το άρθρο 532 του Ποινικού Κώδικα περί ιδρύσεως ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων [27]. Το Άγιο Πνεύμα στο εξής και μέχρι το 1909 λειτούργησε ως δημόσια Ελληνική Σχολή. Τού έλλειψε όμως η ψυχή, η δημιουργική δύναμη, το πνεύμα θυσίας τού Ηγουμενοσυμβουλίου τής Ι. Μονής Πρέβελη, του επισκόπου Ευμένιου Ξηρουδάκη και των διδασκόντων Μιχαήλ Πρεβελάκη και Βασιλείου Μαρκάκη, έχασε την αίγλη της και δεινοπάθησε ώσπου να κλείσει [28]. 
Η εκκλησία τής «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μονής» υπάγεται σήμερα στην ενορία τού χωριού Κισσός. Το έτος 1980, με απόφαση τού Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο. Μαθητές τής Σχολής αναφέρει ο Γ. Ανδρουλάκης τον Εμμ. Τσουδερό, από το χωριό Ασώματος, της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, πρωθυπουργό τής Ελλάδος στο διάστημα τής Κατοχής 1941-44, τον Εμμ. Βολουδάκη, βουλευτή των κυβερνήσεων Ελευθ. και Κυρ. βενιζέλου και, τέλος, τους δικηγόρους Ι. Αθανασιάδη, Μ. Παπαδάκη και Εμμ. Πετράκη, από την επαρχία Αγίου Βασιλείου καταγομένους [29].

                                                  Παραδόσεις
Η κεντρική πλατεία τού χωριού
με τον αιωνόβιο πλάτανο
Άλλη παράδοση- εκτός αυτής τής Αρχόντισσας Μαρίας που καταγράψαμε στην αρχή τού προηγουμένου κεφαλαίου- είναι και η συνδεδεμένη με το εκκλησάκι τής Παναγίας τής Κισσανής, μέσα στο χωριό, με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την παράδοση ένας Τούρκος Νιζάμης καθόταν απέναντι από την εκκλησία τής Παναγίας και τον εκνεύριζε κάθε φορά το κτύπημα τής καμπάνας. Μια μέρα, λοιπόν, ακούστηκε να λέγει: «Οι γκιαούρηδες έχουν δυο εκκλησίες και μεις είμαστε χωρίς τζαμί. λοιπόν, θα γκρεμίσω την καμπάνα και θα κάνω τζαμί την εκκλησία». Μόλις, όμως, θέλησε να γκρεμίσει τις πέτρινες κολονίτσες που κρατούσαν την καμπάνα, όπως κοίταξε προς τα κάτω τους δικούς του, στραβομπούκιασε. Οι Τούρκοι αμέσως κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να κάνουν την εκκλησία τζαμί και απομακρύνθηκαν, ο δε στραβομπουκιασμένος Νιζάμης, μετανιωμένος, προσέφερε λάδι και χρήματα, για να γίνει καλά. Η παράδοση, όμως, δεν κάνει λόγο αν τελικά έγινε καλά [30].

Οικογένειες τού χωριού
            Οικογένειες τού χωριού σήμερα είναι οι: Αλεξανδράκηδες, Ανυφαντάκηδες, Απανωμεριτάκηδες, Βαβουράκηδες, Γαραντωνάκηδες, Ζωνουδάκηδες, Γεωργακάκηδες, Εφεντάκηδες, Λουκάκηδες, Μαυρομιχελάκηδες, Μελαμπιανάκηδες, Μυγιάκηδες, Νικολιδάκηδες, Πεδιαδιτάκηδες, Πετρουλάκηδες, Στρατιδάκηδες, Τζαγκαράκηδες, Τσιγδινοί.
Η περίτεχνη βρύση, κάτω από την
κεντρική πλατεία
          Εντυπωσιακή είναι η συχνότητα με την οποία στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου (1659) [31] απαντά στο εν λόγω χωριό το οικογενειακό Γαβαλάς (Gavala) (οκτώ φορές συνολικά), χωρίς να έχει αφήσει την παρουσία του και στα σημερινά τοπωνύμια τού χωριού, ενώ, αντίθετα, οικογενειακά, της ίδιας περιόδου, όπως το Βροντήσης (Vrondisi) και Αρκολέος (Arkoleo), που απαντούν για δυο μόνο φορές το πρώτο και τέσσερις το δεύτερο άφησαν σχετικά τοπωνύμια («Βροντησανά» και «Αρκοκατάλυμα») [32].

Το Δημοτικό Σχολείο
Δημοτικό Σχολείο φαίνεται ότι λειτουργούσε στη Μονή τού Αγίου Πνεύματος από το έτος 1899 και εξυπηρετούσε όλα τα γύρω χωριά, Κισσό, Δουμαεργειό (Κεντροχώρι) και Πλατανέ. Τα σχολικά έτη 1929-30 και 1933- 34 λειτούργησαν, αντίστοιχα, τα δημοτικά σχολεία τού Δουμαεργειού και του Πλατανέ, οπότε στο Άγιο Πνεύμα συνέχιζαν να φοιτούν μόνο τα παιδιά τού Κισσού. Το 1947 λειτούργησε και το δημοτικό σχολείο τού Κισσού, οπότε οι μαθητές μεταφέρθηκαν εκεί, όπου συνέχισε να λειτουργεί το σχολείο ως μονοθέσιο, εκτός από το σχολικό έτος 1970- 71, που λειτούργησε ως διθέσιο, με 32 μαθητές. Το σχολικό έτος 1991- 92 το σχολείο τού Κισσού έκλεισε οριστικά και έκτοτε οι μαθητές μεταφέρονται στην πρωτεύουσα τού δήμου, το Σπήλι [33]

Το οροπέδιο Γιους Κάμπος
Περιοχή στο ομώνυμο οροπέδιο τού όρους Κέδρος, στον δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ. Πρόκειται για περιοχή αρκετά εκτεταμένη στο εν λόγω όρος, στην οποία έχουν να κάμουν πολλά χωριά δύο επαρχιών (Κισσός, Δουμαεργειό και Σπήλι επαρχίας Αγίου Βασιλείου και Γερακάρη και Μεσονήσια της επαρχίας Αμαρίου). Θεωρείται παράδεισος για τους βοτανολόγους, που το επισκέπτονται για να μελετήσουν την πλούσια χλωρίδα του και, ιδιαίτερα, τα πολλά είδη ορχιδέας που ευδοκιμούν σε  αυτό. Επίσης, εδώ φύεται ένα σπάνιο είδος αυτοφυούς τουλίπας, η εντυπωσιακή κόκκινη tulipa doerfleri [34].
Ο Δέφνερ υποθέτει ότι ο Γιους Κάμπος είναι της Ηούς ο Κάμπος, κάτι που φαίνεται και για μας εξαιρετικά πιθανό. Σύμφωνα, πάντως, με τη λαϊκή παράδοση- στην οποία έχουμε ήδη μερικώς αναφερθεί και είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και προσφιλής στην εν λόγω περιοχή- το α΄ συνθετ. ετυμολογείται από το αρχ. αιξ, αιγός ο, η (=η γίδα). Από το ουσ. αυτό (την αίγα), προέρχεται, κατά την παράδοση, το όνομα της βυζαντινής αρχόντισσας Αιγιδούς Μαρίας ή, άλλως, Αρχόντισσας ή Πλούσιας Μαρίας, που έχοντας, σύμφωνα με την παράδοση, τόπο διαμονής της τον Κισσό, άπλωνε τις περιουσίες της σε όλη τη γύρω περιοχή, από την κορυφή τού όρους Κέδρους ίσαμε το Λυβικό πέλαγος. Η ίδια μεταξύ των χωριών Κισσού και Δουμαεργειού ίδρυσε τη Μονή τού Αγίου Πνεύματος. Λέγεται, ακόμα, ότι με δική της πρωτοβουλία διαμορφώθηκαν για πρώτη φορά σε καλλιεργημένες πεζούλες όλες οι βραχώδεις πλαγιές βόρεια από το Δουμαεργειό και τον Πλατανέ. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση αυτήν το α΄ συνθετ. του τοπων. Γιους Κάμπος δεν είναι τίποτε άλλο από συντομογραφία του ονόματος τής Αιγιδούς (Γιους) Μαρίας.

Σπήλαια
1. Αγριμοκεφάλι, το
            Το σπήλαιο βρίσκεται στο ομώνυμο ύψωμα Αγριμοκεφάλι (κεφάλι= ύψωμα), σε υψόμ. 1200 μ., στη βόρεια πλευρά τού Κισσανού φαραγγιού, που από μακριά δίνει την εντύπωση κεφαλής αγριμιού (αγρίμι στην Κρήτη είναι ο κρητικός αίγαγρος).
2. Ανατολικό Σπηλιάρι, το
            Το όνομα οφείλεται στον προσανατολισμό τού σπηλαίου προς την Ανατολή.
               3. Γέρο Σπήλιο, στο
            Βρίσκεται ΒΔ τού χωριού. Όπως με πληροφόρησαν, η σπηλιά σήμερα έχει εξαφανιστεί λόγω κατολίσθησης.
               4.Καντινόσπηλιους, στσι
             Από τις πεταλούδες (καντινέλες), που φιλοξενούν τα συγκεκριμένα μικρά σπήλαια, βόρεια τού υψώματος Κούπος και σε υψόμ. 1300 μ.
               5. Κόκκινος Δέτης, ο
              Το σπήλαιο, διαστ. 2,5Χ6Χ1,6, βρίσκεται στη θέση Φαράγγι, ΒΑ τού χωριού, σε υψόμ. 900 μ. Το όνομά του από τη απόχρωση τού δέτη [δέτης =  ο κρημνός (από ρ. δένω)], στον οποίο βρίσκεται.
                 6. Τροχαλόδεμα, το
    Μικρό σπήλαιο, διαστ. 4Χ1,6Χ4, σε υψόμ. 1300 μ. στην ομώνυμη θέση, στην ευρύτερη περιοχή τού Κάμπου, στο Οροπέδιο. Ετυμολογικά δέτης (από ρ. δένω)= έκταση που ενώνει δύο χωράφια διαφορετικού ύψους από τρόχαλο (τροχαλεά) ( Γ. Ν. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, Α΄, Εν Αθήναις, 273), δηλαδή ξερότοιχο, ξερολιθιά. Στην περιοχή υπάρχει και η πηγή του Αγίου Ιωάννη, παρά το ομώνυμο ναΰδριο, με τεράστια πλατάνια και άφθονο κρυστάλλινο νερό.
                7. Σπηλιάρια, τα
               Βρίσκονται στη θέση Παλιάbελα (στα), ΝΑ του χωριού.  

                                                      Προϊόντα τού χωριού
Γραφικός δρομίσκος στον Κισσό
Το οροπέδιο Γιούς Κάμπος, στο δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ., προσφέρεται για καλλιέργειες ανύδρων λαχανικών, όπως φασολακιών, όψιμων ντοματών κ.λπ., ενώ το χωριό, γενικότερα, τα κύρια προϊόντα του πορίζεται από την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Ως κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι το λάδι και τα αμπέλια, τα δημητριακά (κυρίως σιτιρά), και τα απαραίτητα για τις οικογενειακές ανάγκες κηπευτικά προϊόντα.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 [1] Το δεύτερο όνομά του ο οικισμός το οφείλει στις πρώτες κατασκευές, που ήταν ξύλινα παραπήγματα (παράγκες).
 [2] Ετυμολογικά Τριγιόδι (από το τρία+ οδός) σημαίνει «τρίστρατο». Γι’ αυτό πρέπει να γράφεται με [ο] και όχι με [ω] (Τριγιώδι) (Ν. Τωμαδάκη, εφημ. «Παρατηρητής» Χανίων, φ. 1541/22-12-1931). Πβ. και Τριγιόδος στα Ανώγεια, αλλά και Τριμοίρι, το [τρία+ μοίρα= μερτικό περιουσίας που ανήκει στον καθένα] και Τρίκερι (το)= τρικόρυφο όρος, τρία κέρατα (Ιω. Σαρρή, «Τα τοπωνύμια της Αττικής», Αθηνά 40, 135)].
  [3]] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.
  [4] Θεωρώ ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό ελαιοδένδρων που, τον καιρό εκείνο, διέθετε χωριό στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Οι Μέλαμπες, με μεγαλύτερο αριθμό ιδιοκτητών, διέθεταν μόλις 225 ελαιόδενδρα
 [5] Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος- 18ος αι., Οι μεταφράσεις τού «Βήματος» Ρεθύμνης (επιμέλεια: Γ. Ζ. Παπιομύτογλου), Ρέθυμνο 1995, 73.
  [6] Εμμ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, 1890, 69.
 [7] Εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 25/11/2004 και ίδιο οκτασέλιδο έντυπο, που κυκλοφόρησε από την προς τούτο συσταθείσα  Επιτροπή, με την ευκαιρία των εκδηλώσεων των αποκαλυπτηρίων του Μνημείου των Πεσόντων.
  [8] Ν. Σταυρινίδη, Καπετάν Μιχάλης Κόρακας, 790.
  [9] Γ. Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 52.
  [10] Νίκου Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα της τ. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα  2001, 58.
  [11] Από αναφορές των Τ. Βενέρη (Το Αρκάδι διά των αιώνων, Αθήνα 1938) και Γ. Τσιγδινού (Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου). Βλ. σχετικά στον Νίκο Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα…, ό.π., 58.
   [12] Πελαντάκης Θεόδωρος Στ., Βυζαντινοί Ναοί της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο 1973, 40.
  [13] Σχετικά με τις ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Κισσού, βλ G. Gerola, Monumenti Veneti Nellisola di Creta, Venezia NCM.V, vol. II, 335, 306, 344 και G.Gerola- Κ.Ε.Λασσιθιωτάκη, Τοπογραφικός Κατάλογος των τοιχογραφημένων εκκλησιών τής Κρήτης, Ηράκλειον 1961, 60.
   [14] Πρόκειται, λένε, για παρωνύμιο της Αρχόντισσας Μαρίας, που της δόθηκε για το μεγάλο κοπάδι από αίγες που είχε στην κατοχή της.
   [15] Αυτό συνέβη το 1887 από τον επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, που διαπίστωσε ότι η έδρα στο χωριό Λαμπηνή δεν ήταν ασφαλής, λόγω τού τούρκικου φρουρίου τής Κοξαρές, οπότε αποφάσισε τη μεταφορά τής επισκοπής στο Άγιο Πνεύμα, μέρος ασφαλέστερο (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, Ρέθυμνο 1998, 31).
   [16] Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 65-66.
  [17] Αυτό το αποδεικνύουμε με την εισήγησή μας στο τελευταίο ΙΑ΄ Κρητολογικό Συνέδριο, που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Σεπτέμβριο τού 2011.
   [18] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 4-5.
   [19] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειο 1993, 442.
  [20] Σε εορταστική επέτειο, στις 15 Ιουνίου 1981, για τα 160 χρόνια από το ολοκαύτωμα αυτό, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κισσού «Το Άγιο Πνεύμα», έστησε σε ευκρινές σημείο τού περιβόλου τής Μονής μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή, ποίημα τού Κισσανού δασκάλου Γιώργη Ν. Τσιγδινού:
«Ο Ηγούμενος και οι μοναχοί
Τής Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους
Το μαρτυρικό μοναστήρι
Πυρπολήθηκε και ισοπεδώθηκε
Στις 15 Ιουνίου 1821
Γιατί ήταν εστία που φώτιζε
Με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη
Το σκλαβωμένο Γένος». 
                                               (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 22). 
   [21] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Το Σχολειό- Μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, Ρεθεμνιώτικα Νέα 2/3-7-1994.
   [22] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια…, ό.π.,443.
   [23] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, ανάτ. από τον Α΄τόμο, Εν Αθήναις 1938, 287.
   [24] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», ό.π., 289-290. Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 15 και 26.
   [25] Πάντως, στο σημείο αυτό, ο Μ. Μ. Παπαδάκης [και τον ακολουθεί στην άποψή του αυτήν και  ο Γιώργης Τσιγδινός (Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 39)] εσφαλμένα σημειώνει ότι ο Μαρκάκης ανέλαβε υπηρεσία ως απλός καθηγητής στη Σχολή τού Αγίου Πνεύματος το έτος 1895, που, εξάλλου, τον καιρό εκείνο, δεν είχε λάβει καν το πτυχίο της Θεολογίας, Βλ. Μ. Μ. Παπαδάκι, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 164 και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», περιοδ. Ελλωτία, Δημοτ. Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανίων, τ. 8 (1999), 195. Επίσης, Ευγενίου Κωσταρίδου, Η σύγχρονος Ελληνική Εκκλησία, Εν Αθήναις 1921, 157 και Ν. Ζευγαδάκη, «Ο προς Κύριον αποδημήσας αείμνηστος Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος (Νεκρολογία)», Εφημ. Ηρακλείου «Ελεύθερος Τύπος», 13-1-1950.
   [26] Μάλιστα, στις 10 Μαΐου 1899 η εφημ. «Αναγέννησις» του Ρεθύμνου, αρ. φύλλου 21, παρουσιάζει το Βασίλειο ως Διευθυντή της Σχολής να υποδέχεται στο Άγιο Πνεύμα τον Πρίγκιπα Γεώργιο.
  [27] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός, Κοινή Πορεία μέσα στο χρόνο, Ρέθυμνο 2002, 280. Του ίδιου, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», ό.π.. Επίσης, Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Το Δημοτικό Σχολείο Κεραμέ (1899-1988)», Αναζητήσεις, Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ρεθύμνου, τ. 5 (1997), 149.
   [28] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό.π.,27-28.
   [29]  Γ. Ε. Ανδρουλάκη, Η εκπαίδευση στην Κρήτη, κατά το α΄ τέταρτο τού 19ου αι. και τις αρχές τού 20ου, χ.χ., 171.
   [30] Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 70-71.
   [31]  Ευαγγελία Μπαλτά - Mustafa Oğuz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 489- 490. 
   [32] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου), Ρέθυμνο 2011, σελ. 304.
   [33]Γ. Γαραντωνάκη, «Κισσός και Κισσού Κάμπος», στον τ. Χωριά της π. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφέρειας Κρήτης (συλλογική εργασία), στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: «Η πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου από την αρχαιότητα έως σήμερα» (Πλακιάς- Φθινόπωρο 2008), τ. Δ΄, Ρέθυμνο 2010, σελ. 327.
   [34] Γ. Γαραντωνάκη, ό.π., 320.

«Ήτανε μια φορά… κι έμεινε για πάντα» Μια μουσική βραδιά-αφιέρωμα στον Νίκο Ξυλούρη

Από το μουσικό σχήμα "Φωνές τού Νότου"

«Ήτανε μια φορά… κι έμεινε για πάντα»
             Μια μουσική βραδιά-αφιέρωμα στον Νίκο  Ξυλούρη

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
            www.ret-anadromes.blogspot.com

Πολλές και όμορφες μουσικές βραδιές- με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ήτανε μια φορά… κι έμεινε για πάντα»- αφιέρωμα στον μεγάλο Κρητικό καλλιτέχνη με την ιδιότυπη φωνή, που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στη σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα και την Κρήτη, τον Ανωγειανό Νίκο Ξυλούρη, έδωσε με τη φετινές μουσικές του παραστάσεις- το τριήμερο Κυριακή 11, Δευτέρα 12, και Τρίτη 13 Νοεμβρίου, στο Ωδείο τής πόλης μας, και 14 Νοεμβρίου στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων- το γνωστό συγκρότημα "ΦΩΝΕΣ τού ΝΟΤΟΥ".
  Οι "ΦΩΝΕΣ τού ΝΟΤΟΥ" είναι μια ομάδα νέων μουσικών και τραγουδιστών απ’ όλη την Κρήτη και όχι μόνο. Δημιουργήθηκε πριν από επτά, περίπου, χρόνια με ιδέα τού Σταμάτη Κραουνάκη, που υλοποιήθηκε, στη συνέχεια, από την Αντιγόνη Αραμπατζόγλου. Στόχος του η σπουδή τού τραγουδιού, η εισαγωγή νέων ερμηνευτικών τρόπων, ο πειραματισμός και η δημιουργία ενός καινούριου τοπίου στα πολιτιστικά δρώμενα τού νησιού μας. Μέσα από πολύ μεράκι και ενθουσιασμό, αλλά και τριβές και δυσκολίες, η ομάδα έχει ήδη παρουσιάσει αρκετές παραστάσεις σε όλη την Κρήτη και πολλά άλλα μέρη τής Ελλάδας.
Η προχθεσινή συναυλία ήταν ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα στον αξέχαστο, όπως έχει ονομαστεί, «αρχάγγελο τής Κρήτης», το αγαπημένο σύμβολο που με την πέρφανη φωνή και το αγνό λεβέντικό του ήθος χάραξε τη μουσική αλλά και την πολιτική ιστορία τής νεότερης Ελλάδας, σημαδεύοντας τα χρόνια τής χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια τής μεταπολίτευσης. Έτσι, και ο χρόνος που δόθηκε η προχθεσινή συναυλία- δίπλα στην ιστορική τού Πολυτεχνείου ημέρα- προσέδωσε ακόμα πιότερη δόξα στο συγκεκριμένο έργο και στο πρόσωπο που αυτό θέλει να τιμήσει. Ήταν ένα ταξίδι που διαπραγματεύτηκε και νοηματοδότησε με έναν εκπληκτικό και αληθινά συναρπαστικό τρόπο τα γεγονότα τής εν λόγω περιόδου, μέσω των περήφανων και λεβέντικων τραγουδιών που ακούστηκαν και τής καλλιτεχνικής ελευθερίας στην αναζήτηση τής ονειρικής διάστασης των ανθρώπινων σχέσεων και των γεγονότων τής ηρωικής εποχής από την οποία προέρχονται, που σε κάνουν να αισθάνεσαι πραγματικά ελεύθερος σε έμπνευση, αυθεντικότητα και ενθουσιασμό και στήνουν γύρω σου ένα απίστευτο πανηγύρι ήχων που μυρίζουν βαθιά και αποπνέουν τη λαχτάρα για πιότερο φως, για φως και «ξαστεριά».
Καταπληκτικά τα κομμάτια που ερμηνεύτηκαν, τοποθετημένα όλα σε μια προσεγμένη ηχοχρωματική σειρά και ανάμεσα σε υπέροχα αφηγηματικά μέρη, γεμάτα με τους ήχους τής ρωμιοσύνης, αγέρωχα, συχνά θυελλώδη και εκρηκτικά, μεταξύ των οποίων κάνω προσπάθεια να ξεχωρίσω μερικά μόνο από τα πολλά (τριάντα τρία στον αριθμό) που ακούστηκαν στην όμορφη αυτή μουσική πανδαισία, όπως τα: «Κρήτη μου όμορφο νησί», «Χρώματα κι αρώματα», «Χίλια μύρια κύματα», «Καφενείον η “Ελλάς”», «Αυτόν τον κόσμο», «Γεια σου χαρά σου Βενετιά», κομμάτια όλα τους όμορφα διασκευασμένα για τη συγκεκριμένη βραδιά- αφιέρωμα και πλούσια δραματοποιημένα από την 15μελή χορωδιακή ομάδα τού συνόλου (εδώ τραγουδούσαν μαζί και τα όργανα!) στον σκηνικό χώρο τού Ωδείου. Θα περάσει καιρός για να ξεχάσει το φιλόμουσο κοινό τού Ρεθύμνου τις καταπληκτικές εκείνες κορυφώσεις ενθουσιαστικού κεφιού, που κατέληγε πάντα σ’ ένα, κυριολεκτικά, θριαμβικό «γλέντι», όπως εκείνο τής βραδιάς τού Πολυτεχνείου. Σαν τέτοια τραγούδια θα μπορούσα, επίσης, να ξεχωρίσω και τα: «Όσο βαρούν τα σίδερα», «Πώς να σωπάσω», «Και να αδερφέ μου».
 Ξεχωριστά εντυπωσιακά στάθηκαν και τραγούδια τού ρεπερτορίου όπως το γνωστό ριζίτικο «Σε ψηλό βουνό», με τη φωνή και τη λύρα τού Μιχάλη Νικηφόρου, σ’ ένα ιδιαίτερα προσεγμένο τεχνικό ύφος, που με ακρίβεια και εύστοχες διαφοροποιήσεις σε ταχύτητες και δυναμική ανέδειξε το ήθος και διασφάλισε πλήρως την πιστότητα τής μουσικής. Του ίδιου, επίσης, και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», σε σόλο τραγούδι, με μια γλυκιά και στρογγυλευμένη φωνή, αλλά και το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» με τις εντυπωσιακές μετατροπικές εναλλαγές τής φωνής από τον ένα στον άλλο τραγουδιστή, ο «Ερωτόκριτος» και ο γνωστός συρτός «Τη μάνα μου την αγαπώ», που έδωσαν στη βραδιά τη δική τους ξεχωριστή νοηματοδότηση. Εντυπωσιακός και ο Κύπριος Στέφανος Ιωαννίδης στις υψηλές περιοχές τού τραγουδιού «Τα λόγια και τα χρόνια», με τα κρουστά τού Αντώνη Ζαχαράκη να φτάνουν στην αποκορύφωση, όπως και η  Κωνσταντίνα Γωνιωτάκη στα τραγούδια: «Έβαλε ο Θεός σημάδι» και «Τα κανόνια τραγουδάνε».
Πρωτοτυπία τής βραδιάς στάθηκε το ακροτελεύτιο κομμάτι με τον παραμυθικό λόγο: «Ήτανε μια φορά» και την ανεπανάληπτη φωνή τού Νίκου Ξυλούρη, σε αναπαραγωγή, στο οποίο ο παράλληλος συσκοτισμός τής αίθουσας και η «καθιστική» παρουσία στο πλατό τής χορωδιακής ομάδας τού συγκροτήματος, είχαν να αντιπροτείνουν και να δώσουν τον δικό τους λόγο και συμβολισμό για τον τιμώμενο τραγουδιστή και τη βραδιά γενικότερα.   
Ιδιαίτερα επιτυχής η παρουσία και των λοιπών τραγουδιστών- ερμηνευτών των τραγουδιών τού αξέχαστου Ανωγειανού ερμηνευτή και λυράρη, της Άρτεμης Καυκαλάκη, της Άννας Καραγιαννάκη, της Μαρίας Κυριακογιαννάκη, του Γιώργου Σταυρουλιδάκη, του Γιώργου Ξενικάκη, του Θανάση Παπαθανασίου, του Κώστα Ροδιτάκη και του Πρόδρομου Καραδελόγλου, που, με μια εντυπωσιακή πολυμορφία και εναλλαγή φωνών και ηχοχρωμάτων, απέδωσαν τα τραγούδια σε μια παντελώς «εξατομικευμένη» βάση, προσαρμοσμένη στα προσωπικά γούστα και στον χαρακτήρα τού κάθε τραγουδιστή. Το μικρόφωνο επί τής σκηνής βρισκόταν σε μια μόνιμη εναλλαγή φωνών και χεριών και όλοι οι συντελεστές αναδείχτηκαν με τα δικά του ο καθένας φωνητικά χαρίσματα και το δικό του προσωπικό ηχόχρωμα, που απέδιδε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές απαιτήσεις και διαθέσεις τού κάθε τραγουδιού.
                                                                     
Καταπληκτικές, λοιπόν, οι φωνές, καταπληκτικοί, όμως, και οι μουσικοί τού  συγκροτήματος: ο Μιχάλης Νικηφόρος (λύρα), ο Πρόδρομος Καραδελόγλου (λαούτο), ο Αντώνης Ντακάκης (μπάσο), ο Αργύρης Έξαρχος (ηλεκτρική κιθάρα) και βέβαια η Αντιγόνη Αραμπατζόγλου στο πιάνο και ο Αντώνης Ζαχαράκης στα κρουστά.
Και είναι αλήθεια ότι η μουσική τού είδους αυτού που τόσο σπάταλα μας προσέφεραν τα παιδιά τού συγκροτήματος «Φωνές τού Νότου» είναι εκείνη που πραγματικά γαληνεύει την ψυχή, επιβραβεύει την ειρηνικότητα, κατευνάζει τις οργισμένες ψυχές και καταλαγιάζει τους τρικυμιώδεις λογισμούς τού πνεύματος.
Τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όλους!

ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΚΟΥΡΗΣ Ένας χαρισματικός εικοσάχρονος ποιητής (1972- 1994)


ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΚΟΥΡΗΣ
Ένας χαρισματικός εικοσάχρονος ποιητής
 (1972- 1994)
                                        

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
             www.ret-anadromes.blogspot.com


Ο Βασίλης Α. Κουρής αποτελεί σπάνιο για την εποχή μας φαινόμενο πνευματικού δημιουργού, που κατόρθωσε με τρόπο εντυπωσιακό να αγγίξει τις κορυφές της ελληνικής και οικουμενικής διανόησης, παρότι ο επίγειος βίος του υπήρξε εξαιρετικά σύντομος. Οι κρίσεις του σαφώς κατασταλαγμένες και ξεκάθαρες στρέφονται σε θέματα πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής φύσης, με κλειδί τη βαθιά θεολογική, φιλοσοφική, λογοτεχνική, ιστορική και κοινωνική του κατάρτιση. Και το εντυπωσιακότερο όλων, στην παραπάνω γενική μας αναφορά- προκειμένου να δώσουμε το στίγμα τού εν λόγω πνευματικού δημιουργού- είναι ότι αφορά σε έναν νέο είκοσι ενός, μόλις χρόνων (!), τριτοετή φοιτητή τής Νομικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε φθάσει σε ένα τέτοιο για την ηλικία του θαυμαστό επίπεδο διανόησης, όταν ήλθε ο θάνατος αδυσώπητος- από εγκεφαλικό αιμάτωμα συνεπεία ανευρύσματος- να του αποκόψει το νήμα τής ζωής και να τον μεταφέρει τόσο πρόωρα στην αιωνιότητα. Και είναι εξαιρετικά συγκλονιστικό ότι το παιδί αυτό στο τελευταίο «άτιτλο» (ούτε τίτλο δεν πρόφθασε να τού δώσει) ποίημά του, στο «κύκνειο» άσμα του, την παραμονή τού εγκεφαλικού επεισοδίου του, τραγούδησε «προφητικά» τον…. θάνατό του (!!) με τα εξής συνταρακτικά λόγια: «ω δύση τής πρωτοφανέρωτής μου αυγής κι ω κρίνε, που σε τόσους κι άλλους τόσους χρόνους παντοτεινά (sic) θε να κοιμάσαι καταγής».
Και στην περίπτωση τού Βασίλη επιβεβαιώνεται και λαμβάνει πλήρη ισχύν το της Σοφίας Σολομώντος: «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς ενάρεστος γαρ τω Θεώ γενόμενος ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη. ηρπάγη μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού…» (Σοφ. Σολ. 4, 10- 14). Ναι! ο Βασίλης Κουρής, παρότι ήταν εικοσιενός μόλις ετών, διέθετε έναν δυσανάλογο προς την ηλικία του πνευματικό εξοπλισμό, που θεωρώ ότι πρόκειται για μιαν από τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις στον χώρο τού επιστητού.
Στην Αθήνα, τον περασμένο Φεβρουάριο (όταν παρουσιαζόταν το βιβλίο μου για την Ι. Μονή τού Σωτήρος και τον Νέστορα Βασσάλο, από τον ιστορικό Σύλλογο Ρεθυμνίων Αττικής το «Αρκάδι»), είχα την τύχη να γνωρίσω τη μητέρα τού Βασίλη, την κ. Κωστούλα Παράσχου- Κουρή, μιαν εξαιρετικά αξιόλογη προσωπικότητα ήθους και ανθρωπιάς, που είχε προσέλθει, αυτοβούλως, στην εν λόγω εκδήλωση. Με την ευκαιρία αυτήν μου δώρισε το βιβλίο της για το παιδί της με τον ελεγειακό τίτλο: «Κοντά στο παιδί μου, 21 χρόνια, 7 μήνες, 14 ημέρες, 11 ώρες και 45΄ της ώρας», εκχύλισμα όλης τής μητρικής στοργής και αφοσίωσής της στο μοναχοπαίδι της, τον Βασίλη. Κυριολεκτικά συγκλονίστηκα από την ανάγνωσή του και συνεχίσαμε την πνευματική αυτήν επικοινωνία μας. Επόμενο βήμα ήταν η κ. Κουρή να μου στείλει όλη την πνευματική παραγωγή του γιου της, του Βασίλη, που την αποτελούν τρία πολυσέλιδα και πυκνογραμμένα βιβλία, που ουσιαστικά γράφτηκαν σε διάστημα λιγότερο των τριών χρόνων, όσα, δηλαδή, και τα χρόνια σοβαρής πνευματικής- λογοτεχνικής ενασχόλησης τού Βασίλη (18- 21 ετών).
Πρόκειται για τις ποιητικές συλλογές τού Βασίλη:
1)                           «Ελληνικός Εσπερινός, Κύκλοι ποιημάτων και τραγουδιών», έκδ. Πιτσιλός, Αθήνα 1993, σελ. 160 (την έκδοση αυτή επιμελήθηκε ο ίδιος ο Ποιητής, αλλά δεν πρόφθασε λόγω τού πρόωρου θανάτου του να την δει. Ο τραγικός του πατέρας την εναπόθεσε στο φέρετρο, πάνω στα σταυρωμένα χέρια τού νεκρού παιδιού του…),
2)                            «Ελληνικός Εσπερινός, Ποιητικές μαρτυρίες», έκδ. Ιωλκός, Αθήνα 1996, σελ. 95 (πρόκειται για τα κατάλοιπα χειρόγραφά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με την επιμέλεια τού γνωστού ποιητή Ν. Β. Τυπάλδου) και
3)                           Τα κοινωνικοπολιτικά του άρθρα, σε έναν τόμο, με τον τίτλο «Αντιπαραθέσεις», έκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 2006, σελ. 112. Η συγκέντρωση και επιμέλεια των άρθρων αυτών τού Βασίλη έγινε από τον γνωστό πολιτικό και συγγραφέα κ. Βύρωνα Γ. Πολύδωρα.
Περαιτέρω των ανωτέρω, στον χαρισματικό ποιητή Βασίλη Κουρή έχουν, μέχρι σήμερα, γίνει εκατοντάδες αναφορές, έχουν αφιερωθεί στη μνήμη του έγκριτα ποιητικά περιοδικά, έχουν γραφτεί δεκάδες κριτικές από επώνυμους κριτικούς τής Τέχνης, ενώ στο έργο του έχουν αναφερθεί με ενθουσιασμό δεκάδες διακεκριμένοι των γραμμάτων και των τεχνών (μακ. αρχιεπ. Αθηνών Χριστόδουλος, αρχιεπ. Αλβανίας Αναστάσιος, ο Ακαδ. και τ. Πρόεδρος τής Δημοκρατίας Μ. Στασινόπουλος, ο Ακαδ. Τ. Αθανασιάδης, ο πολιτικός και συγγραφέας Β. Πολύδωρας, ο Μ. Θεοδωράκης, οι καθηγητές Παν. Μ. Μερακλής, Δ. Τσάκωνας, Χ. Ξανθουδάκης, Βρασίδας Καραλής, Φ. Καραλής, Ελ. Κούκου κ. ά.)
 Για το έργο του γράφτηκαν, επίσης, και οι εξής μελέτες, που τις αναφέρομε και αυτές στη συνέχεια για μια κατά το δυνατόν πλήρη βιβλιογραφική ενημέρωση στο έργο τού νεαρού ταλαντούχου ποιητή:
1)                           Πάνου Ν. Παναγιωτούνη, Το λυρικό στοιχείο στην ποίηση τού Βασίλη Κουρή, Αθήνα 1998, σελ. 52.
2)                           Παντελή Απέργη- Θανάση Κουδούνη, Το ποιητικό έργο τού Βασίλη Κουρή (Μελέτες- Κριτικές), εκδ. Ιωλκός, Αθήνα 2000, σελ. 159.
3)                           Χρυσάνθης Κακουλίδου, Πορεία προς το φως, Καλλιθέα 2003, σελ.47.
4)                           Στάθη Ηλ. Παρασκευοπούλου, Ένας ταλαντούχος ποιητής…. Βασίλης Κουρής…Πέρασε και χάθηκε σαν διάττοντας αστέρας, Αθήνα 2004, σελ. 159.
5)                           Σκέψεις και απόψεις για το Βασίλη Κουρή, Μικρή ανθολογία από το έργο του, Αθήνα 2006, σελ. 112.
6)                           Δημ. Ι. Κουκουλομάτη, Καθηγ. Παν. Κρήτης (σε συνεργασία Ελπιν. Νικολουδάκη- Σουρή και Αναστ. Χρυσανθάκη- Αποστολοπούλου), Το ποιητικό έργο τού Βασίλη Κουρή, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 100.  
7)                           Πρωτ. Ευαγγ. Πιτσουλάκη, Θρησκευτικότης και μεταφυσική στην ποίηση τού Βασίλη Κουρή, Εκδήλωση Μνήμης Συλλόγου Παπάγου «Ο Υμηττός», Αθήνα 1997, καθώς και πλήθος άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά.
Για το όλο του έργο απονεμήθηκαν στον Βασίλη Κουρή τρία βραβεία σε ισάριθμους Πανελλήνιους διαγωνισμούς, ενώ μετά θάνατον τού απονεμήθηκαν:
              α) το 1995, μεταθανάτια, «Ειδικό Βραβείο Ποίησης» από την Ελληνική Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων για την ποιητική του συλλογή «Ελληνικός Εσπερινός» και το ήθος του.
            β) το 2001 από τον δήμο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης «Αριστείον» για την επίδοσή του στα Γράμματα και τις Τέχνες και
            γ) από τον δήμο Παπάγου στεφάνι από ασημένια φύλλα δάφνης και τιμητική πλακέτα για την εν γένει πνευματική προσφορά τού, ενώ
            δ) το Πολιτιστικό Κέντρο Παπάγου φιλοξενεί από τις 21/12/2003 προτομή του από μάρμαρο, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης κ. Γ. Καλακαλάς, Καθηγητής τού Πολυτεχνείου τής Αθήνας. 
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και Σουηδικά, ενώ κυκλοφόρησε και ψηφιακός δίσκος με εννιά μελοποιημένα ποιήματά του από τον Γ. Βούκανο, τη σοπράνο Ροζ Μαρί Κυπραίου και τον βαρύτονο Timothy Sharp.

Πότε πρόλαβε, αλήθεια, ένα μόλις εικοσάχρονο παιδί να φέρει στο φως τής δημοσιότητας ένα τόσο σπουδαίο και ογκώδες υλικό 400 περίπου σελίδων ποίησης και κοινωνικοϊστορικών άρθρων αστείρευτης έμπνευσης, βάθους και υψηλών νοημάτων; Ο στίχος του καλοδουλεμένος, ευέλικτος, πεντακάθαρος, βιωματικός, χειμαρρώδης και  βαθιά ελληνικός γέμει πολύχρωμων βιωματικών και συμβολικών εικόνων, που του προσδίδουν πνευματική ομορφιά και αρτιότητα, είτε ακολουθεί τη μοντέρνα, είτε την παραδοσιακή τεχνοτροπία. Σε όλες τις περιπτώσεις κινείται εμφανώς προσανατολισμένος στις πνευματικές αξίες και την ενσυνείδητη πίστη του στον Θεό.                                                                      
 Αυτό, πάντως, που ιδιαίτερα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι ο μέγας πλούτος των γνώσεων τού νεαρού Ποιητή, προερχόμενος από την ευρεία εντρύφησή του τόσο σε αρχαίες φιλολογικές πηγές (Πλάτωνα, Πλούταρχο, Αριστοτέλη, Όμηρο), όσο και σε νεότερες (Ελύτη, Σεφέρη, και, μάλιστα, στον εμπνευστή του Κωστή Παλαμά, το αθάνατο δημοτικό μας τραγούδι και τις γάργαρες παραδόσεις τού ελληνικού λαού), και περαιτέρω στην Καινή Διαθήκη, την οποία φαίνεται να είχε σε βάθος μελετήσει, τον Γουίλιαμ Μπλέηκ, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, την Τερέζα Μακρή.   
Μέσα από τα κοινωνικά του άρθρα ο Β. Κουρής αναδεικνύεται σε έναν ιστορικά και πολιτικά υπεύθυνο και εξαιρετικά ενήμερο πολίτη, που χαρακτηρίζεται για την ακριβή γνώση τού εθνικού και παγκόσμιου γίγνεσθαι, τον τεκμηριωμένο και βαθιά συγκροτημένο του λόγο, βαθιά διορατικό και υπερβαλλόντως μαχητικό, όταν αγωνίζεται για τη διεκδίκηση τού δικαίου των λαών, την απόδειξη τής αλήθειας και την επικράτηση των ανθρωπίνων ιδεωδών. Όπως σημειώνει ο Σαράντος Καργάκος, ο Βασίλης είχε βιώσει βαθιά τους καημούς τής Ρωμιοσύνης (και της Ορθοδοξίας) και είχε αποπειραθεί να τους δώσει ένα σύγχρονο ιδεολογικό σχήμα.
Ο Β. Κουρής υπήρξε ένα φωτεινό πρότυπο οικουμενικού ανθρώπου (homo universalis). «Είναι εκπληκτικό, σημειώνει ο Π. Απέργης, Κριτικός Λογοτεχνίας, ότι η ελληνοθεωρία του ενσαρκώνει έναν τύπο ανθρώπου οικουμενικής προοπτικής…Η στάση που παίρνει είναι ηθική ευποιία, πνευματικό καθήκον, σεβασμός στον άνθρωπο. μεταφυσική αισθητικοκρατία, κλασικότητα, λυρικοδιηγηματική αναφορά στη ζωή».
Μια άλλη σημαντική παράμετρος τής ποίησης τού Β. Κ.- πέραν τής εκπληκτικής εικονοπλασίας του- είναι και αυτή που αφορά στην ελληνομάθεια και τη γλωσσοπλαστική δύναμη τού λόγου του. Ο Β. Κουρής κατάφερε στα 20 του χρόνια να καταστεί δεινός τεχνίτης τού λόγου ικανός και ώριμος χειριστής τής γλώσσας, αποθησαυρίζοντας χιλιάδες ελληνικών λέξεων με βαθιά γνώση τής σημασίας τους και δημιουργώντας δεκάδες άλλων στο παράδειγμα μεγάλων ώριμων ποιητών, τη στιγμή που παραμένει, ακόμα, δυνατή η ανάμνηση των υποψηφίων στις εισαγωγικές εξετάσεις των Ανωτάτων Σχολών πριν από μερικά χρόνια, οι οποίοι χρειάστηκε να ζητήσουν διευκρίνιση τής λέξης «αρωγή», την οποία δεν μπορούσαν να κατανοήσουν (!).
Δεν έχω τη δυνατότητα λόγω έλλειψης χώρου να εκταθώ περισσότερο στα χαρακτηριστικά τής ποίησης τού Β.Κ. Περαίνω το άρθρο μου αυτό με 2-3 στροφές από τρία ποιήματα του, για να δώσω τη δυνατότητα στους αναγνώστες μου να σχηματίσουν προσωπική άποψη για τον εν λόγω ποιητή.
Το πρώτο απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα: «Προσευχή στην Κυμοθόη» (4- 9- 1993) και μας αφήνει άναυδους- κάτι που συμβαίνει με το σύνολο των ποιημάτων του- ο πλούτος των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και η ελληνομάθεια αυτού τού εικοσάχρονου παιδιού:

Ευλόγα, ω νεροκόρη, το Γένος των Ελλήνων!
Ανασαίνεις και πίσω σου
ακέρια τού Πνεύματος ανασαίνει η ναυτοσύνη!
Τής Ιδέας είμαστε ‘μεις οι Αργοναύτες!
Χάρισμά τους των σφυροκόπων τ’ αργαστήρια!
Κάποια μέρα, χόβολη για τα τζάκια τους
οι Σκύθες- σαν και πρώτα δυνατοί- θε να τα κάνουν!
Άχυρα των Βαλκυριών και των Ζηγφρήδων οι πλεξούδες!
Ας πλένουνε μες στα μεσάνυχτα οι νοικοκυραίοι τα χέρια τους,
από των Λεμουρών τις γελοίες προσωπίδες να ξεφύγουν!...   
                    (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 2ος, σελ. 61)

Το δεύτερο είναι τρία σύντομα αποσπάσματα από το θρησκευτικό ποίημά του: «Προσευχή εμπνευσμένη σ’ ένα μοναχικό περίπατο στο άλσος»:

Κύριε, Σ’ ευχαριστώ για τις στάλες τής ανοιξιάτικης βροχής
που σιγοκλαίει πάνω στο θυμάρι
χαϊδεύοντας με δροσοδάκτυλα τα βλασταρένια μάγουλά του.
Σ’ ευχαριστώ για του ρετσινιού την ευωδιά,
καθώς με δροσομυρωδάτους αναστεναγμούς
τα πεύκα στον ουρανό αποκρίνονται.

Σ’ ευχαριστώ για τ’ ανθισμένα χαμομήλια,
για τα κοριτσόγελα των πετάλων τής μοναχικής μαργαρίτας
και για τα τριαντάφυλλα που αφουγκράζονται τη μουσική
τη ντυμένη στο χρώμα των νεροπνοών και του έρωτα.
……………………………………………………………
Δώσ’ μου τη συχώρεσή σου, ω Κύριε,
που λησμονώ να Σ’ αναπέμπω καθημερινά
τις ευχαριστίες μου για τούτα όλα τα δώρα Σου,
ο αγνώμονας εγώ,
που άπιαστες χίμαιρες κυνηγάω
κι αναζητώ αρχαίους θεούς που έχουν πεθάνει πια.       
                  (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 1ος, σελ. 65)

               Το τρίτο αποτελεί έναν υπέροχο ύμνο στον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο (Μάρτης 1993). Τέτοιους ύμνους ο νεαρός ελληνολάτρης ποιητής απεύθυνε και σε άλλες ελληνικές μορφές, όπως στον ομηρικό Οδυσσέα, στον Παπαφλέσσα, στον Ίωνα Δραγούμη, στον Λορέντζο Μαβίλη, στον Πατριάρχη Δημήτριο τον Α΄, και στον Κωνσταντίνο Κουκκίδη, τον Έλληνα στρατιώτη που φρουρούσε την Γαλανόλευκη στον Ιερό Βράχο τής Ακρόπολης, όταν, στις 27 Απριλίου 1941, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ο «κλεμμένος» αυτός από την πολιτική σκοπιμότητα και προκατάληψη («Μυστική Ακρόπολη» τού Ιωάννη Γιαννόπουλου)- και γι’ αυτό ξεχασμένος και παντελώς άγνωστος στα ελληνόπουλα ήρωας τής πατρίδας μας, προτίμησε, πρωτοπόρος τού αντιστασιακού αγώνα- να γκρεμιστεί από τον ιερό βράχο τής Ακρόπολης τυλιγμένος με την Γαλανόλευκη, παρά να την παραδώσει στους Γερμανούς και να δει να υψώνεται στη θέση της, στον κοντό τής Ακρόπολης, η σβάστικα.
Παραθέτουμε, λοιπόν, στο σημείο αυτό, πλήρες το ποίημα τού Β. Κουρή  για τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Σε εκδρομή στην Αυστρία
σε ηλικία 20 χρονών
Μακρύς ο  ανήφορος που διάλεξες,
ω μεγάλε Γιε τής Κρήτης,
κι είν’ γαλαξίας από φως κι από σκιές
που οδηγεί στα πέρατα τού Πουθενά και τού Παντός
και σημαδεύει τις ψυχές, πατρίδες, θύμησες, καρδιές.

Νύφη λουλουδοστόλιστη τού πέλαγου
και τής Ελλάδας κόρη ακριβή
και τ’ άγριου Ποσειδώνα,
η Κρήτη- μάνα σου σεπτή-
σε γέννησε σε άραχλης σκλαβιάς σπηλιά
κι έγιν’ η απέραντή τής αγκαλιά
κόρφος ολοσμαράγδινος,
όπου η Λευτεριά εβούτηξε για να λουστεί,
στο φως από την ανατολή τού νέου αιώνα.

Κι όπως για ν’ ανταμώσει το Θεό
τρέχει ο λαμπροπόρφυρος κομήτης
-δάκρυο διαμάντινο στο μάγουλο τής νύχτας-
έτσι διάτρεξες κι συ
τής Μοίρας κάποιον άναστρο ουρανό
και τής Ελλάδας φώτισες την πιο τρανή    γιορτή της.
Και φώτισες τα μοιρολόγια τής απελπισιάς.
κι έκλαψες …
Έκλαψες
(όπως τότε που μαράθηκαν τα ρόδα τού έρωτά σου)
για τ’ αδικοχυμένο αίμα το αδερφικό
και για το δρόλαπα που έδειρε το νου τής προσφυγιάς.

Κι ως οργοτόμος φυτευτής,
από το τίποτα ξανάρχισες να χτίζεις
-σα Μωυσής
που το λαό του στη δική του Γη Χαναάν τον οδηγεί.
Μα για τις πλάκες τις ιερές που βρόντηξε στις πέτρες
σα λιποψύχησ’ ο λαός,
η καταδίκη σου φρικτή,
να μην πατήσεις, όρισε, τη Γή τη Βλογημένη,
να μην ακούσεις τις φωνές της τις μαγεύτρες.

Ειν’ ζηλευτή τού Λεωνίδα η τύχη
 και τού Παλαιολόγου και τού Παπαφλέσσα η δόξα
και τού καπετάν- Άγρα και τού Παύλου τού Μελά.
Μ’ αν πέθαναν μονάχα μια φορά εκείνοι
κι αν στεφάνι αμάραντο το κλέος τούς χαρίζει,
κάθε μέρα πέθαινες εσύ κι αργά,
μπροστάρης στο δικό σου μετερίζι.

Ως που ρθεν η Ιστορία
και με την αστραπή
εσμίλεψε στο μάρμαρο και στο γρανίτη
τη δική σου τη μορφή.
Και μετάρθαν χρόνια δίσεκτα.
κι αστροπελέκι, από τον Όλυμπο σταλμένο,
εσπάθισε
τη μαρμαροστόλιστή σου προτομή
που λούζονταν στο φως τού Αποσπερίτη,
ω Γιε τού Ψηλορείτη!

Συντρίμμια αυτή γκρεμίστηκε,
σκορπίστηκε
στις πιο βαθειές κοιλάδες απ’ το Ηλύσιο Πεδίο…
Όσο τής Χώρας να συχωρεθεί το κρίμα
κι ένα γαλανόλευκο καινούριο κύμα
τα συντρίμμια ν’ αναστήσει,
και να γίνουν τα συντρίμμια
το Θεμέλιο
άσπρου ολοκαίνουριου ναού,
όπου ο ήλιος τις κολώνες του θα ντύσει,
σε βοριά και σε νοτιά, σ’ ανατολή και δύση,
τ’ αστραποβόλημά τους να σκορπίσουν πέρα ως πέρα!

            (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 1ος, σελ. 137)