ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΚΟΥΡΗΣ Ένας χαρισματικός εικοσάχρονος ποιητής (1972- 1994)


ΒΑΣΙΛΗΣ Α. ΚΟΥΡΗΣ
Ένας χαρισματικός εικοσάχρονος ποιητής
 (1972- 1994)
                                        

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
             www.ret-anadromes.blogspot.com


Ο Βασίλης Α. Κουρής αποτελεί σπάνιο για την εποχή μας φαινόμενο πνευματικού δημιουργού, που κατόρθωσε με τρόπο εντυπωσιακό να αγγίξει τις κορυφές της ελληνικής και οικουμενικής διανόησης, παρότι ο επίγειος βίος του υπήρξε εξαιρετικά σύντομος. Οι κρίσεις του σαφώς κατασταλαγμένες και ξεκάθαρες στρέφονται σε θέματα πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής φύσης, με κλειδί τη βαθιά θεολογική, φιλοσοφική, λογοτεχνική, ιστορική και κοινωνική του κατάρτιση. Και το εντυπωσιακότερο όλων, στην παραπάνω γενική μας αναφορά- προκειμένου να δώσουμε το στίγμα τού εν λόγω πνευματικού δημιουργού- είναι ότι αφορά σε έναν νέο είκοσι ενός, μόλις χρόνων (!), τριτοετή φοιτητή τής Νομικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, που είχε φθάσει σε ένα τέτοιο για την ηλικία του θαυμαστό επίπεδο διανόησης, όταν ήλθε ο θάνατος αδυσώπητος- από εγκεφαλικό αιμάτωμα συνεπεία ανευρύσματος- να του αποκόψει το νήμα τής ζωής και να τον μεταφέρει τόσο πρόωρα στην αιωνιότητα. Και είναι εξαιρετικά συγκλονιστικό ότι το παιδί αυτό στο τελευταίο «άτιτλο» (ούτε τίτλο δεν πρόφθασε να τού δώσει) ποίημά του, στο «κύκνειο» άσμα του, την παραμονή τού εγκεφαλικού επεισοδίου του, τραγούδησε «προφητικά» τον…. θάνατό του (!!) με τα εξής συνταρακτικά λόγια: «ω δύση τής πρωτοφανέρωτής μου αυγής κι ω κρίνε, που σε τόσους κι άλλους τόσους χρόνους παντοτεινά (sic) θε να κοιμάσαι καταγής».
Και στην περίπτωση τού Βασίλη επιβεβαιώνεται και λαμβάνει πλήρη ισχύν το της Σοφίας Σολομώντος: «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς ενάρεστος γαρ τω Θεώ γενόμενος ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη. ηρπάγη μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού…» (Σοφ. Σολ. 4, 10- 14). Ναι! ο Βασίλης Κουρής, παρότι ήταν εικοσιενός μόλις ετών, διέθετε έναν δυσανάλογο προς την ηλικία του πνευματικό εξοπλισμό, που θεωρώ ότι πρόκειται για μιαν από τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις στον χώρο τού επιστητού.
Στην Αθήνα, τον περασμένο Φεβρουάριο (όταν παρουσιαζόταν το βιβλίο μου για την Ι. Μονή τού Σωτήρος και τον Νέστορα Βασσάλο, από τον ιστορικό Σύλλογο Ρεθυμνίων Αττικής το «Αρκάδι»), είχα την τύχη να γνωρίσω τη μητέρα τού Βασίλη, την κ. Κωστούλα Παράσχου- Κουρή, μιαν εξαιρετικά αξιόλογη προσωπικότητα ήθους και ανθρωπιάς, που είχε προσέλθει, αυτοβούλως, στην εν λόγω εκδήλωση. Με την ευκαιρία αυτήν μου δώρισε το βιβλίο της για το παιδί της με τον ελεγειακό τίτλο: «Κοντά στο παιδί μου, 21 χρόνια, 7 μήνες, 14 ημέρες, 11 ώρες και 45΄ της ώρας», εκχύλισμα όλης τής μητρικής στοργής και αφοσίωσής της στο μοναχοπαίδι της, τον Βασίλη. Κυριολεκτικά συγκλονίστηκα από την ανάγνωσή του και συνεχίσαμε την πνευματική αυτήν επικοινωνία μας. Επόμενο βήμα ήταν η κ. Κουρή να μου στείλει όλη την πνευματική παραγωγή του γιου της, του Βασίλη, που την αποτελούν τρία πολυσέλιδα και πυκνογραμμένα βιβλία, που ουσιαστικά γράφτηκαν σε διάστημα λιγότερο των τριών χρόνων, όσα, δηλαδή, και τα χρόνια σοβαρής πνευματικής- λογοτεχνικής ενασχόλησης τού Βασίλη (18- 21 ετών).
Πρόκειται για τις ποιητικές συλλογές τού Βασίλη:
1)                           «Ελληνικός Εσπερινός, Κύκλοι ποιημάτων και τραγουδιών», έκδ. Πιτσιλός, Αθήνα 1993, σελ. 160 (την έκδοση αυτή επιμελήθηκε ο ίδιος ο Ποιητής, αλλά δεν πρόφθασε λόγω τού πρόωρου θανάτου του να την δει. Ο τραγικός του πατέρας την εναπόθεσε στο φέρετρο, πάνω στα σταυρωμένα χέρια τού νεκρού παιδιού του…),
2)                            «Ελληνικός Εσπερινός, Ποιητικές μαρτυρίες», έκδ. Ιωλκός, Αθήνα 1996, σελ. 95 (πρόκειται για τα κατάλοιπα χειρόγραφά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με την επιμέλεια τού γνωστού ποιητή Ν. Β. Τυπάλδου) και
3)                           Τα κοινωνικοπολιτικά του άρθρα, σε έναν τόμο, με τον τίτλο «Αντιπαραθέσεις», έκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 2006, σελ. 112. Η συγκέντρωση και επιμέλεια των άρθρων αυτών τού Βασίλη έγινε από τον γνωστό πολιτικό και συγγραφέα κ. Βύρωνα Γ. Πολύδωρα.
Περαιτέρω των ανωτέρω, στον χαρισματικό ποιητή Βασίλη Κουρή έχουν, μέχρι σήμερα, γίνει εκατοντάδες αναφορές, έχουν αφιερωθεί στη μνήμη του έγκριτα ποιητικά περιοδικά, έχουν γραφτεί δεκάδες κριτικές από επώνυμους κριτικούς τής Τέχνης, ενώ στο έργο του έχουν αναφερθεί με ενθουσιασμό δεκάδες διακεκριμένοι των γραμμάτων και των τεχνών (μακ. αρχιεπ. Αθηνών Χριστόδουλος, αρχιεπ. Αλβανίας Αναστάσιος, ο Ακαδ. και τ. Πρόεδρος τής Δημοκρατίας Μ. Στασινόπουλος, ο Ακαδ. Τ. Αθανασιάδης, ο πολιτικός και συγγραφέας Β. Πολύδωρας, ο Μ. Θεοδωράκης, οι καθηγητές Παν. Μ. Μερακλής, Δ. Τσάκωνας, Χ. Ξανθουδάκης, Βρασίδας Καραλής, Φ. Καραλής, Ελ. Κούκου κ. ά.)
 Για το έργο του γράφτηκαν, επίσης, και οι εξής μελέτες, που τις αναφέρομε και αυτές στη συνέχεια για μια κατά το δυνατόν πλήρη βιβλιογραφική ενημέρωση στο έργο τού νεαρού ταλαντούχου ποιητή:
1)                           Πάνου Ν. Παναγιωτούνη, Το λυρικό στοιχείο στην ποίηση τού Βασίλη Κουρή, Αθήνα 1998, σελ. 52.
2)                           Παντελή Απέργη- Θανάση Κουδούνη, Το ποιητικό έργο τού Βασίλη Κουρή (Μελέτες- Κριτικές), εκδ. Ιωλκός, Αθήνα 2000, σελ. 159.
3)                           Χρυσάνθης Κακουλίδου, Πορεία προς το φως, Καλλιθέα 2003, σελ.47.
4)                           Στάθη Ηλ. Παρασκευοπούλου, Ένας ταλαντούχος ποιητής…. Βασίλης Κουρής…Πέρασε και χάθηκε σαν διάττοντας αστέρας, Αθήνα 2004, σελ. 159.
5)                           Σκέψεις και απόψεις για το Βασίλη Κουρή, Μικρή ανθολογία από το έργο του, Αθήνα 2006, σελ. 112.
6)                           Δημ. Ι. Κουκουλομάτη, Καθηγ. Παν. Κρήτης (σε συνεργασία Ελπιν. Νικολουδάκη- Σουρή και Αναστ. Χρυσανθάκη- Αποστολοπούλου), Το ποιητικό έργο τού Βασίλη Κουρή, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 100.  
7)                           Πρωτ. Ευαγγ. Πιτσουλάκη, Θρησκευτικότης και μεταφυσική στην ποίηση τού Βασίλη Κουρή, Εκδήλωση Μνήμης Συλλόγου Παπάγου «Ο Υμηττός», Αθήνα 1997, καθώς και πλήθος άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά.
Για το όλο του έργο απονεμήθηκαν στον Βασίλη Κουρή τρία βραβεία σε ισάριθμους Πανελλήνιους διαγωνισμούς, ενώ μετά θάνατον τού απονεμήθηκαν:
              α) το 1995, μεταθανάτια, «Ειδικό Βραβείο Ποίησης» από την Ελληνική Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων για την ποιητική του συλλογή «Ελληνικός Εσπερινός» και το ήθος του.
            β) το 2001 από τον δήμο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης «Αριστείον» για την επίδοσή του στα Γράμματα και τις Τέχνες και
            γ) από τον δήμο Παπάγου στεφάνι από ασημένια φύλλα δάφνης και τιμητική πλακέτα για την εν γένει πνευματική προσφορά τού, ενώ
            δ) το Πολιτιστικό Κέντρο Παπάγου φιλοξενεί από τις 21/12/2003 προτομή του από μάρμαρο, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης κ. Γ. Καλακαλάς, Καθηγητής τού Πολυτεχνείου τής Αθήνας. 
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και Σουηδικά, ενώ κυκλοφόρησε και ψηφιακός δίσκος με εννιά μελοποιημένα ποιήματά του από τον Γ. Βούκανο, τη σοπράνο Ροζ Μαρί Κυπραίου και τον βαρύτονο Timothy Sharp.

Πότε πρόλαβε, αλήθεια, ένα μόλις εικοσάχρονο παιδί να φέρει στο φως τής δημοσιότητας ένα τόσο σπουδαίο και ογκώδες υλικό 400 περίπου σελίδων ποίησης και κοινωνικοϊστορικών άρθρων αστείρευτης έμπνευσης, βάθους και υψηλών νοημάτων; Ο στίχος του καλοδουλεμένος, ευέλικτος, πεντακάθαρος, βιωματικός, χειμαρρώδης και  βαθιά ελληνικός γέμει πολύχρωμων βιωματικών και συμβολικών εικόνων, που του προσδίδουν πνευματική ομορφιά και αρτιότητα, είτε ακολουθεί τη μοντέρνα, είτε την παραδοσιακή τεχνοτροπία. Σε όλες τις περιπτώσεις κινείται εμφανώς προσανατολισμένος στις πνευματικές αξίες και την ενσυνείδητη πίστη του στον Θεό.                                                                      
 Αυτό, πάντως, που ιδιαίτερα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι ο μέγας πλούτος των γνώσεων τού νεαρού Ποιητή, προερχόμενος από την ευρεία εντρύφησή του τόσο σε αρχαίες φιλολογικές πηγές (Πλάτωνα, Πλούταρχο, Αριστοτέλη, Όμηρο), όσο και σε νεότερες (Ελύτη, Σεφέρη, και, μάλιστα, στον εμπνευστή του Κωστή Παλαμά, το αθάνατο δημοτικό μας τραγούδι και τις γάργαρες παραδόσεις τού ελληνικού λαού), και περαιτέρω στην Καινή Διαθήκη, την οποία φαίνεται να είχε σε βάθος μελετήσει, τον Γουίλιαμ Μπλέηκ, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, την Τερέζα Μακρή.   
Μέσα από τα κοινωνικά του άρθρα ο Β. Κουρής αναδεικνύεται σε έναν ιστορικά και πολιτικά υπεύθυνο και εξαιρετικά ενήμερο πολίτη, που χαρακτηρίζεται για την ακριβή γνώση τού εθνικού και παγκόσμιου γίγνεσθαι, τον τεκμηριωμένο και βαθιά συγκροτημένο του λόγο, βαθιά διορατικό και υπερβαλλόντως μαχητικό, όταν αγωνίζεται για τη διεκδίκηση τού δικαίου των λαών, την απόδειξη τής αλήθειας και την επικράτηση των ανθρωπίνων ιδεωδών. Όπως σημειώνει ο Σαράντος Καργάκος, ο Βασίλης είχε βιώσει βαθιά τους καημούς τής Ρωμιοσύνης (και της Ορθοδοξίας) και είχε αποπειραθεί να τους δώσει ένα σύγχρονο ιδεολογικό σχήμα.
Ο Β. Κουρής υπήρξε ένα φωτεινό πρότυπο οικουμενικού ανθρώπου (homo universalis). «Είναι εκπληκτικό, σημειώνει ο Π. Απέργης, Κριτικός Λογοτεχνίας, ότι η ελληνοθεωρία του ενσαρκώνει έναν τύπο ανθρώπου οικουμενικής προοπτικής…Η στάση που παίρνει είναι ηθική ευποιία, πνευματικό καθήκον, σεβασμός στον άνθρωπο. μεταφυσική αισθητικοκρατία, κλασικότητα, λυρικοδιηγηματική αναφορά στη ζωή».
Μια άλλη σημαντική παράμετρος τής ποίησης τού Β. Κ.- πέραν τής εκπληκτικής εικονοπλασίας του- είναι και αυτή που αφορά στην ελληνομάθεια και τη γλωσσοπλαστική δύναμη τού λόγου του. Ο Β. Κουρής κατάφερε στα 20 του χρόνια να καταστεί δεινός τεχνίτης τού λόγου ικανός και ώριμος χειριστής τής γλώσσας, αποθησαυρίζοντας χιλιάδες ελληνικών λέξεων με βαθιά γνώση τής σημασίας τους και δημιουργώντας δεκάδες άλλων στο παράδειγμα μεγάλων ώριμων ποιητών, τη στιγμή που παραμένει, ακόμα, δυνατή η ανάμνηση των υποψηφίων στις εισαγωγικές εξετάσεις των Ανωτάτων Σχολών πριν από μερικά χρόνια, οι οποίοι χρειάστηκε να ζητήσουν διευκρίνιση τής λέξης «αρωγή», την οποία δεν μπορούσαν να κατανοήσουν (!).
Δεν έχω τη δυνατότητα λόγω έλλειψης χώρου να εκταθώ περισσότερο στα χαρακτηριστικά τής ποίησης τού Β.Κ. Περαίνω το άρθρο μου αυτό με 2-3 στροφές από τρία ποιήματα του, για να δώσω τη δυνατότητα στους αναγνώστες μου να σχηματίσουν προσωπική άποψη για τον εν λόγω ποιητή.
Το πρώτο απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα: «Προσευχή στην Κυμοθόη» (4- 9- 1993) και μας αφήνει άναυδους- κάτι που συμβαίνει με το σύνολο των ποιημάτων του- ο πλούτος των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και η ελληνομάθεια αυτού τού εικοσάχρονου παιδιού:

Ευλόγα, ω νεροκόρη, το Γένος των Ελλήνων!
Ανασαίνεις και πίσω σου
ακέρια τού Πνεύματος ανασαίνει η ναυτοσύνη!
Τής Ιδέας είμαστε ‘μεις οι Αργοναύτες!
Χάρισμά τους των σφυροκόπων τ’ αργαστήρια!
Κάποια μέρα, χόβολη για τα τζάκια τους
οι Σκύθες- σαν και πρώτα δυνατοί- θε να τα κάνουν!
Άχυρα των Βαλκυριών και των Ζηγφρήδων οι πλεξούδες!
Ας πλένουνε μες στα μεσάνυχτα οι νοικοκυραίοι τα χέρια τους,
από των Λεμουρών τις γελοίες προσωπίδες να ξεφύγουν!...   
                    (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 2ος, σελ. 61)

Το δεύτερο είναι τρία σύντομα αποσπάσματα από το θρησκευτικό ποίημά του: «Προσευχή εμπνευσμένη σ’ ένα μοναχικό περίπατο στο άλσος»:

Κύριε, Σ’ ευχαριστώ για τις στάλες τής ανοιξιάτικης βροχής
που σιγοκλαίει πάνω στο θυμάρι
χαϊδεύοντας με δροσοδάκτυλα τα βλασταρένια μάγουλά του.
Σ’ ευχαριστώ για του ρετσινιού την ευωδιά,
καθώς με δροσομυρωδάτους αναστεναγμούς
τα πεύκα στον ουρανό αποκρίνονται.

Σ’ ευχαριστώ για τ’ ανθισμένα χαμομήλια,
για τα κοριτσόγελα των πετάλων τής μοναχικής μαργαρίτας
και για τα τριαντάφυλλα που αφουγκράζονται τη μουσική
τη ντυμένη στο χρώμα των νεροπνοών και του έρωτα.
……………………………………………………………
Δώσ’ μου τη συχώρεσή σου, ω Κύριε,
που λησμονώ να Σ’ αναπέμπω καθημερινά
τις ευχαριστίες μου για τούτα όλα τα δώρα Σου,
ο αγνώμονας εγώ,
που άπιαστες χίμαιρες κυνηγάω
κι αναζητώ αρχαίους θεούς που έχουν πεθάνει πια.       
                  (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 1ος, σελ. 65)

               Το τρίτο αποτελεί έναν υπέροχο ύμνο στον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο (Μάρτης 1993). Τέτοιους ύμνους ο νεαρός ελληνολάτρης ποιητής απεύθυνε και σε άλλες ελληνικές μορφές, όπως στον ομηρικό Οδυσσέα, στον Παπαφλέσσα, στον Ίωνα Δραγούμη, στον Λορέντζο Μαβίλη, στον Πατριάρχη Δημήτριο τον Α΄, και στον Κωνσταντίνο Κουκκίδη, τον Έλληνα στρατιώτη που φρουρούσε την Γαλανόλευκη στον Ιερό Βράχο τής Ακρόπολης, όταν, στις 27 Απριλίου 1941, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ο «κλεμμένος» αυτός από την πολιτική σκοπιμότητα και προκατάληψη («Μυστική Ακρόπολη» τού Ιωάννη Γιαννόπουλου)- και γι’ αυτό ξεχασμένος και παντελώς άγνωστος στα ελληνόπουλα ήρωας τής πατρίδας μας, προτίμησε, πρωτοπόρος τού αντιστασιακού αγώνα- να γκρεμιστεί από τον ιερό βράχο τής Ακρόπολης τυλιγμένος με την Γαλανόλευκη, παρά να την παραδώσει στους Γερμανούς και να δει να υψώνεται στη θέση της, στον κοντό τής Ακρόπολης, η σβάστικα.
Παραθέτουμε, λοιπόν, στο σημείο αυτό, πλήρες το ποίημα τού Β. Κουρή  για τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Σε εκδρομή στην Αυστρία
σε ηλικία 20 χρονών
Μακρύς ο  ανήφορος που διάλεξες,
ω μεγάλε Γιε τής Κρήτης,
κι είν’ γαλαξίας από φως κι από σκιές
που οδηγεί στα πέρατα τού Πουθενά και τού Παντός
και σημαδεύει τις ψυχές, πατρίδες, θύμησες, καρδιές.

Νύφη λουλουδοστόλιστη τού πέλαγου
και τής Ελλάδας κόρη ακριβή
και τ’ άγριου Ποσειδώνα,
η Κρήτη- μάνα σου σεπτή-
σε γέννησε σε άραχλης σκλαβιάς σπηλιά
κι έγιν’ η απέραντή τής αγκαλιά
κόρφος ολοσμαράγδινος,
όπου η Λευτεριά εβούτηξε για να λουστεί,
στο φως από την ανατολή τού νέου αιώνα.

Κι όπως για ν’ ανταμώσει το Θεό
τρέχει ο λαμπροπόρφυρος κομήτης
-δάκρυο διαμάντινο στο μάγουλο τής νύχτας-
έτσι διάτρεξες κι συ
τής Μοίρας κάποιον άναστρο ουρανό
και τής Ελλάδας φώτισες την πιο τρανή    γιορτή της.
Και φώτισες τα μοιρολόγια τής απελπισιάς.
κι έκλαψες …
Έκλαψες
(όπως τότε που μαράθηκαν τα ρόδα τού έρωτά σου)
για τ’ αδικοχυμένο αίμα το αδερφικό
και για το δρόλαπα που έδειρε το νου τής προσφυγιάς.

Κι ως οργοτόμος φυτευτής,
από το τίποτα ξανάρχισες να χτίζεις
-σα Μωυσής
που το λαό του στη δική του Γη Χαναάν τον οδηγεί.
Μα για τις πλάκες τις ιερές που βρόντηξε στις πέτρες
σα λιποψύχησ’ ο λαός,
η καταδίκη σου φρικτή,
να μην πατήσεις, όρισε, τη Γή τη Βλογημένη,
να μην ακούσεις τις φωνές της τις μαγεύτρες.

Ειν’ ζηλευτή τού Λεωνίδα η τύχη
 και τού Παλαιολόγου και τού Παπαφλέσσα η δόξα
και τού καπετάν- Άγρα και τού Παύλου τού Μελά.
Μ’ αν πέθαναν μονάχα μια φορά εκείνοι
κι αν στεφάνι αμάραντο το κλέος τούς χαρίζει,
κάθε μέρα πέθαινες εσύ κι αργά,
μπροστάρης στο δικό σου μετερίζι.

Ως που ρθεν η Ιστορία
και με την αστραπή
εσμίλεψε στο μάρμαρο και στο γρανίτη
τη δική σου τη μορφή.
Και μετάρθαν χρόνια δίσεκτα.
κι αστροπελέκι, από τον Όλυμπο σταλμένο,
εσπάθισε
τη μαρμαροστόλιστή σου προτομή
που λούζονταν στο φως τού Αποσπερίτη,
ω Γιε τού Ψηλορείτη!

Συντρίμμια αυτή γκρεμίστηκε,
σκορπίστηκε
στις πιο βαθειές κοιλάδες απ’ το Ηλύσιο Πεδίο…
Όσο τής Χώρας να συχωρεθεί το κρίμα
κι ένα γαλανόλευκο καινούριο κύμα
τα συντρίμμια ν’ αναστήσει,
και να γίνουν τα συντρίμμια
το Θεμέλιο
άσπρου ολοκαίνουριου ναού,
όπου ο ήλιος τις κολώνες του θα ντύσει,
σε βοριά και σε νοτιά, σ’ ανατολή και δύση,
τ’ αστραποβόλημά τους να σκορπίσουν πέρα ως πέρα!

            (Β. Κουρή, Ελληνικός Εσπερινός, τ. 1ος, σελ. 137)

Δεν υπάρχουν σχόλια: