22. ΚΙΣΣΟΣ- (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)


Ο Κισσού Κάμπος (Παράγκα),
στις υπώρειες τού Κέδρους, και ο Κισσός (ψηλότερα)


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΠΗΣ

22. ΚΙΣΣΟΣ

                     (Η Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος)

                         Στους ηρωικούς αγωνιστές τής Μάχης τού Τράχηλα
                                                                                                            (8/12/ 1866),
                                                                            και τον ηρωικό εθελοντή Μανιάτη Συνταγματάρχη
                                                                                                     Δημ. Πετροπουλάκη,


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Γενικά Στοιχεία για το χωριό
       Ο Κισσός βρίσκεται σκαρφαλωμένος στους νότιους πρόποδες τού όρους Κέδρος (1777 μ.), σε υψόμετρο 630 μ., διασταύρωση αριστερά, στο 35ο χιλιόμ. τού δρόμου Ρέθυμνο- Σπήλι- Κισσού Κάμπος- Αγία Γαλήνη. Στον Κισσό υπάγεται και ο νέος οικισμός τού ίδιου χωριού Κισσού Κάμπος ή Παράγκα[1] (αρχή δημιουργίας του περί το  έτος 1930), με 81 κατοίκους (απογραφή 2001). 
Ο συνοικισμός «Κισσός» αναγνωρίστηκε σε κοινότητα το έτος 1935 (Δ. 12-2-1935, ΦΕΚ. Α΄ 46/1935).

Ερειπωμένοι οικισμοί
Τριγιόδι: Πρόκειται για μεγάλη και εύφορη περιοχή στα δυτικά τού χωριού, κοινή με το Σπήλι (υπάρχει και το Σπηλιανό Τριγιόδι). Πρόκειται για παλαιό οικισμό, στη θέση όπου είναι σήμερα η εκκλησία τού Αγίου Νικολάου τού Κουρταλιώτη. Αναφέρεται στην απογραφή τού Καστροφύλακα (Triodi) το έτος 1583, με 29 συνολικά κατοίκους (άνδρες 7, γυναίκες 12, παιδιά 9 και γέροντες 1). Αναφέρεται, επίσης, και στον κατάλογο των χωριών που ήταν υπεύθυνα για την επάνδρωση τής σκοπιάς τού Άι- Βλάσση, στην περιοχή των Σακτουρίων (Έκθεση Nicola Gualdo, 1633). Ο οικισμός πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα τού 17ου αι., γιατί δεν αναφέρεται στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού 1670 [2].

 Ίδρυση τού χωριού- Πληθυσμιακά στοιχεία- Ονομασίες- Κτηματολογικά Στοιχεία
        Ο Κισσός αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου για πρώτη φορά το έτος 1577 από το Fr. Barozzi (fo 26v) ως Chisso, από τον Καστροφύλακα, το έτος 1583 (Κ176), επίσης ως Chisso, με 222 κατοίκους και με 178 οφειλόμενες αγγαρείες και από τον Βασιλικάτα (Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130), με το ίδιο όνομα, το έτος 1630. Στην τουρκική απογραφή, το 1659, αναφέρεται Kiso με 33 σπίτια, ενώ στην αιγυπτιακή, το 1834, Kissos με 15 χριστιανικές και 15 τουρκικές οικογένειες.
Το ίδιο έτος (1659), το χωριό διέθετε 144 τσερίπια [3] χωράφια, 529 λιόδεντρα [4], 70 τσερίπια αμπέλια, 32 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες, και 0,5 κήπους. Πληρώνει, επίσης, 33 χαράτζια κεφαλικό φόρο και 33 σπίτια, το ίδιο έτος, πληρώνουν και φόρο καφτανίου [5].
Η πληθυσμιακή κίνηση του χωριού, κατά τα νεότερα χρόνια, έχει ως εξής: 1881 (Δήμος Αγ. Πνεύματος): με 181 χριστιανούς και 27 Τούρκους κατοίκους, 1900: 214, 1920 [Δήμος Βουιδομαγεργειού (Δουμαεργειού)]: 207, 1928 (κοινότ. Αρδάκτου): 247, 1940 (έδρα ομών. κοινότητας): 254, 1951: 239, 1961: 237, 1971: 214, 1981: 177, 1991: 179, 2001: 180.
Ο Κισσού Κάμπος αναφέρεται για πρώτη φορά το 1951 με 34 κατοίκους, το 1961: 33,  1971: 37, 1981: 43, 1991: 53, 2001: 81.

                                                Το όνομα τού χωριού
Μια άλλη άποψη τού χωριού
Η ονομασία τού χωριού, σύμφωνα με τον Εμμ. Λαμπρινάκη, προήλθε από τους κισσώδεις θάμνους, που αφθονούν στο χωριό [6]. Και πράγματι, στο χωριό ευδοκιμεί ιδιαίτερα το συγκεκριμένο φυτό, εις δε την περιοχή Λαδικινή θυμάμαι από μικρός, που συνήθιζα να παραθερίζω στο χωριό αυτό κάθε καλοκαίρι, τεράστιο χάρακα, ύψους τουλάχιστον 30-40 μ., καλυμμένο από πυκνότατους κισσούς, που αναρριχούνταν πάνω του και τον περιέβαλλαν από παντού σαν καταπράσινος μανδύας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι από αυτό το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό και το χωριό θα έλαβε το όνομά του.

                    Ιστορικά στοιχεία
Στη θέση Τράχηλας του Αγίου Πνεύματος, στις νοτιοδυτικές υπώρειες τού όρους Κέντρος, στις 8 Δεκεμβρίου τού 1868, έπεσαν νεκροί από τους Τούρκους διακόσιοι εθελοντές, με αρχηγό τον Μανιάτη αγωνιστή και απόστρατο Συνταγματάρχη Δημ. Πετροπουλάκη. Ο Πετροπουλάκης κατέβηκε στην Κρήτη, σταλμένος από την κυβέρνηση Βούλγαρη, περί τα τέλη Νοεμβρίου τού 1868, προς ενίσχυση και αναζωπύρωση τού Κρητικού αγώνα. Πήρε όσους τον ακολούθησαν από την Αθήνα και πήγε να στρατολογήσει και στον τόπο του, τη Μάνη. Τους έκαμε περίπου χίλιους. Μεταξύ αυτών και ο αδελφός του Αναστάσιος, ο  γιος του Λεωνίδας και οι εγγονοί του Γεώργιος και Σπυρίδων και ένα απόσπασμα υπό τον αξιωματικό τού πυροβολικού Μ. Μπαλάφα.
Μπάρκαραν από το Γύθειο στο καταδρομικό «Ένωσις» τού Σουρμελή και σάλπαραν στις 25 Νοεμβρίου για την Κίμωλο. Εκεί ξεμπάρκαρε ο Αρχηγός με τριακόσιους εθελοντές και οι υπόλοιποι, υπό τον Λεωνίδα Πετροπουλάκη, αποβιβάστηκαν στα Καλά-Χωράφια Μυλοποτάμου. Το βράδυ τής 28ης Νοεμβρίου επιβιβάστηκε το υπόλοιπο σώμα από την Κίμωλο και κάτω από άσχημες καιρικές συνθήκες και άγρια καταδίωξη από τουρκικά πλοία, αποβιβάζονται στο Πρασσονήσι Σακτουρίων, στη νότια, δηλαδή, Κρήτη. Τα δυο σώματα συναντήθηκαν στο Αμάρι και, λόγω των δυσμενών συνθηκών, ξαναγύρισαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου [7].
Στις 8 Δεκεμβρίου τραβώντας για τις θέσεις Τράχηλας- Κισσός και Κεντροχώρι οι άνδρες του Πετροπουλάκη βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολυπληθές τούρκικο ασκέρι και αναγκάστηκαν να παραταχθούν σε μάχη μέσα σε μια νεροποντή που δεν τους άφηνε να δούνε σε δυο οργιές απόσταση μπροστά τους. Κοντά τους στάθηκαν και πολέμησαν και κάμποσοι Κρητικοί και μερικοί παλιοί εθελοντές, που τους οδηγούσαν ο Μήτσας, ο Ζήκος, ο Κιτσομής και ο Ξανθουδάκης. Από βόρεια, ανατολικά και δυτικά τους είχε μπλοκάρει ο τουρκικός στρατός διοικούμενος από τέσσερις πασάδες. Η μάχη κράτησε τρεις, περίπου, ώρες. Στο τέλος, οι επαναστάτες κάμφθηκαν και οι ζημιές ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Εκτός από τους αιχμαλώτους και τους σκοτωμένους, που έφθασαν τους διακόσιους, ο Ακουμιανός ποταμός έπνιξε καμιά δωδεκαριά εθελοντές που επιχείρησαν να περάσουν τα ορμητικά, λόγω του χειμώνα, νερά του [8]. Πρόκειται για τη δεύτερη- μετά την ολοκαύτωση τού Αρκαδιού- πολύνεκρη συμφορά τής μεγάλης Κρητικής Επανάστασης τού 1866- 69, η οποία και έκλεισε οριστικά τον αγώνα [9].
Το μνημείο των Πεσόντων,
στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής
τού Αγίου Πνεύματος
Τους νεκρούς από τη μάχη αυτήν και γενικότερα τη συμβολή των εθελοντών από τα διάφορα μέρη τής ελεύθερης Ελλάδας για την απελευθέρωση τής Κρήτης από τους Τούρκους τίμησε ο πρώην Δήμος Λάμπης, υπό την αιγίδα τής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου, με εκδηλώσεις και ομιλίες τόσο στο Ρέθυμνο, στις 4 Δεκεμβρίου 2004, όσο και στον Κισσό, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2005. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών στάθηκαν τα αποκαλυπτήρια μνημείου για τους Εθελοντές, που έστησε με φροντίδες της η προς τούτο συσταθείσα Επιτροπή Αναστήλωσης τής Ι. Μ. Αγίου Πνεύματος και Ανέγερσης τού Μνημείου Πεσόντων, στον αύλειο χώρο τής ιστορικής Μονής, στον Κισσό τού Δήμου Αγίου Βασιλείου, όπου, κατά την παραπάνω ημερομηνία (5/12/2005), έγιναν τα αποκαλυπτήριά του, ενώπιον και εκπροσώπων τού νομού Λακωνίας. Το μνημείο των Εθελοντών φιλοτέχνησε ο Μελαμπιανός γλύπτης Βαγγέλης Ψυλλάκης, που ανάπλασε και το «Πάρκο Δαιδάλου και Ικάρου» στην Αγία Γαλήνη. Η επιγραφή στο μνημείο αναφέρει: «Στους διακόσιους Λάκωνες, Κρήτες και Ρουμελιώτες αγωνιστές, που μαχόμενοι για την ελευθερία τής Κρήτης υπό τον Δημήτριο Πετροπουλάκη έπεσαν εδώ την 8η Δεκεμβρίου 1868, το μνημείο τούτο με ευγνωμοσύνη αφιερώνουμε».

Αγωνιστές
Κωνσταντίνος Γ. Πεδιαδιτάκης. Γεννήθηκε το 1822 και πήρε μέρος στις επαναστάσεις τού 1858, 1866 και 1878 και μετά. Ήταν καπετάνιος τού χωριού αναγνωρισμένος από την επιτροπή τού 1866 [10].
Ιάκωβος Πετρουλής. Αναφέρεται ως αγωνιστής στην Ι. Μονή Αρκαδίου [11].

Εκκλησίες τού χωριού
Σημαντικά μνημεία τού Κισσού είναι οι βυζαντινοί κατάγραφοι ναοί του, που διατηρούνται και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση:
α) ο ναός τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, ανατολικά, μέσα στο χωριό, με προσθήκη κλίτους τής αγίας Αικατερίνης και θέματα αγιογράφησης τη Σταύρωση, τη Μεταμόρφωση, την Προδοσία, την Ανάληψη και, στο δυτικό τοίχο, την απεικόνιση τού αφιερωτή τού ναού Δημητρίου Βεργίλη.
β) της Παναγίας (Γενέθλιο), στα βόρεια τού χωριού, με θέματα στρατιωτικούς Αγίους, τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, την Έγερση τού Λαζάρου, την Προδοσία, τη Φυγή στην Αίγυπτο, την Βαϊοφόρο, Σκηνές κολασμένων τού Άδη κ.ά.[12],
Ο ναός τού αγίου Ιωάννου, 
στην αρχή τού
δρόμου προς Άγιο Πνεύμα
γ) του αϊ- Γιάννη τού Θεολόγου (26 Σεπτ.), ΒΔ τμήμα τού χωριού, με πολυάριθμες μικρές λεπτοδουλεμένες μορφές και τοιχογραφίες δύο εποχών. Άλλα θέματα: τιμωρίες κολασμένων, Υπαπαντή, Σταύρωση, Αποκαθήλωση, Φυγή στην Αίγυπτο, Επιτάφιος Θρήνος, εξαιρετικής τέχνης Θυσία τού Αβραάμ και Δευτέρα Παρουσία κ.ά. [13]
δ) της αγίας Παρασκευής, όπου υπήρχε μοναστήρι, παντελώς ερειπωμένο σήμερα, και ναός τής αγίας Παρασκευής, 15΄ δυτικά τού χωριού, σε περιοχή κατάφυτη από πανύψηλα δέντρα και πηγή με πλούσιο κρυστάλλινο νερό και, φυσικά,
ε) το μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, λίγα χιλιόμ. ανατολικά τού χωριού.

Ι. Μονή και Σχολή τού Αγίου Πνεύματος
Το ανακαινισμένο παλιό επισκοπείο
 και ο δίκλιτος ναός τής ιστορικής μονής
Σημαντική παράδοση- θρύλος αναφέρεται και σήμερα αυτή της Βυζαντινής Αρχόντισσας Μαρίας ή Αιγιδούς Μαριώς [14], που έζησε στο χωριό πολύ πριν την απογραφή του Καστροφύλακα (1583) και της οποίας τον πύργο οι χωριανοί έδειχναν στο κέντρο τού χωριού μέχρι το έτος 1897. Είχε στην κατοχή της τεράστιες περιουσίες και, στο τέλος τής ζωής της, λέγεται, ότι ίδρυσε την Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος, ανάμεσα στα χωριά Κισσός και Δουμαεργειό, στις δυτικές υπώρειες τού όρους Κέδρος, που, για κάποιο διάστημα, υπήρξε και έδρα τής επισκοπής Λάμπης και Σφακίων [15]. Στη μονή αυτήν η Μαρία λέγεται ότι μόνασε μέχρι τον θάνατό της [16]. Βέβαια, η όμορφη αυτή παράδοση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ενδυθεί και να αποκτήσει και ιστορικό κύρος [17].
Η Ι. Μονή τού Αγίου Πνεύματος βρίσκεται νότια τού χωριού Κισσός και σε απόσταση γύρω στα εξακόσια μέτρα. Ερειπωμένο σήμερα το μοναστήρι, στα χρόνια τής τουρκοκρατίας υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παιδείας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη τού 19ου αιώνα και πνευματικό καταφύγιο τής ελληνοχριστιανικής παιδείας, όπως σημειώνεται από τον αείμνηστο δικηγόρο και ιστοριοδίφη Μιχάλη Μ. Παπαδάκι, σε πλάκα που τοποθετήθηκε στην είσοδο τού καθολικού από τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύνδεσμο (Τμήμα Ρεθύμνης), στις 14 Ιουνίου 1964:

          «Στον ιερό τούτο χώρο
Ήταν η Μονή τού Αγίου Πνεύματος
Όπου όλα τα χρόνια τής τουρκικής σκλαβιάς
Άναβεν άσβεστη η φλόγα τού γένους
Και άνθρωποι σοφοί έδωσαν τα φώτα των
Σε άξιους συνεχιστές των εθνικών παραδόσεων» [18]

Το μοναστήρι, σύμφωνα με χάραγμα με χρονολογία 1616, που υπήρχε μέχρι το έτος 1894 στον δυτικό τοίχο τού καθολικού, βεβαιώνεται ότι υφίστατο, ήδη, στα χρόνια τής Ενετοκρατίας. Το επόμενο αξιολογήσιμο και αναμφισβήτητο στοιχείο είναι έγγραφο τού 1640 από το πρωτόκολλο τού νοταρίου Ρεθύμνης Τζώρτζη Παντίμου, που αναφέρεται σε διαθήκη τού Μάρκου Σαγκουινάτσου από το Ρέθυμνο, ο οποίος άφησε διαθήκη να ενταφιαστεί στο χωριό του, τον Κισσό, και στην εκκλησία τού Αγίου Πνεύματος, όπου είχαν ταφεί ο πατέρας του και ο αδελφός του. Το 1640, όμως, δεν υπήρχε μόνο εκκλησία στο Άγιο πνεύμα αλλά και μοναστήρι και ο Σαγκουινάτσος άφηνε με τη διαθήκη του χίλια υπέρπυρα στον ηγούμενο, για τον μνημονεύει και «να κάνει τα πρέποντα για πάντα» [19]. Στα 1831, σημειώνει ο Μιχ. Πρεβελάκης, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος ήταν ένας άμορφος σωρός ερειπίων, αφού με το ολοκαύτωμα που υπέστη από τους Τούρκους, στις 15 Ιουνίου 1821 [20], είχε γίνει παρανάλωμα τού πυρός, διαρπάχτηκαν οι περιουσίες της και σφάχτηκαν όλοι ανεξαιρέτως οι μονάζοντες σε αυτήν.
 Τότε, στα 1831, ο λόγιος και δραστήριος Ιεράρχης Νικόδημος Σουμπασάκης (1831- 1845), από το χωριό Ασώματος Αγίου Βασιλείου, αδελφός τής Ι. Μονής Πρέβελη, επεχείρησε την εξανάσταση τής μονής τού Αγίου Πνεύματος και ίδρυσε σε αυτήν, το έτος 1836, την πρώτη επίσημη και μοναδική στην επαρχία Αγίου Βασιλείου Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, που έμελλε να εξυπηρετήσει όχι μόνο την επαρχία Αγίου Βασιλείου, αλλά και τις επαρχίες Καινουρίου και Πυργιωτίσσης [21]. Ο Νικόδημος γνώριζε ότι η αναγέννηση τού έθνους περνά μόνο μέσα από την παιδεία και την διαπαιδαγώγηση τού λαού και ότι, ακόμα, τα ερείπια τού Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατο να ξαναγίνουν μοναστήρι και επωφελούμενος την κάπως φιλελεύθερη στάση που έδειχναν οι Αιγυπτιακές αρχές ίδρυσε εκεί την ομώνυμη Σχολή, χρησιμοποιώντας πόρους από μοναστηριακές πηγές [22]. Στη Σχολή αυτήν τού Αγίου Πνεύματος μέχρι το 1841 τα παιδιά μάθαιναν Ψαλτήρι και Οκτώηχο αρχίζοντας από το «Σταυρέ, βοήθει μοι» [23]. Η Σχολή φαίνεται να λειτουργούσε και μετά τον θάνατο τού Νικοδήμου το 1845, έστω και με πολλές δυσκολίες, ενώ επί επισκόπου Λάμπης Παϊσίου Κρίμπα, η σχολή λειτουργούσε μάλλον υποτυπωδώς.
Εδώ, στο Άγιο Πνεύμα, από το έτος 1881 μέχρι το 1889, με τη σχετική ελευθερία και τα προνόμια που δόθηκαν στους Κρητικούς με τη Σύμβαση τής Χαλέπας, ύστερα από την επανάσταση τού 1877-1878, λειτούργησε ένα από τα πέντε «Ελληνικά Σχολεία» που ιδρύθηκαν στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Από αυτά τα δύο- αυτό της Μονής τού Αγίου Πνεύματος και της Μύρθιου- ήταν πλήρη, με τρεις τάξεις το καθένα, ενώ τα υπόλοιπα τρία (Μελάμπων, Κοξαρέ και Σπηλίου) είχαν από μια τάξη το καθένα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από τη λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα διοικούνταν από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και της παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων, η έκδοση εφημερίδων καθώς και η αστυνόμευσή της μόνο από Κρητικούς.
Το έτος 1889 η Σχολή παραμένει κλειστή, λόγω της Επανάστασης που ακολούθησε την προσπάθεια τής Τουρκίας να περιορίσει σημαντικά τα προνόμια των Κρητών, αναθέτοντας στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης και θέτοντάς τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών, που στρατολογήθηκαν στη Μακεδονία. Η επανάσταση καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο.
Η κρήνη και η προτομή τού Ευμενίου Ξηρουδάκη
στον αύλειο χώρο τού ναού 

τής Ι. Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Το έτος 1890 λειτούργησε με μοναδικό διδάσκοντα τον τότε επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, άνδρα φωτισμένο και λόγιο και χωρίς κανένα άλλο βοηθό. Το έτος 1892 προσελήφθη ελληνοδιδάσκαλος για την πρώτη τάξη ο Παναγιώτης Φωτάκης από τις Μέλαμπες. Το 1893 η Μονή Πρέβελη θέλοντας να κατοχυρώσει την Μονή τού Αγίου Πνεύματος με πατριαρχικό κύρος συνέταξε Κανονισμό τής Σχολής με 46 άρθρα, ενώ ταυτόχρονα ζητήθηκε από το πατριαρχείο και τη Μητρόπολη Κρήτης να εξασφαλισθεί διά σιγιλλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος. Έτσι, η Σχολή ονομάσθηκε «Η εν τη Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων Σχολή στη ιεράς και Σταυροπηγιακής Μονής τού Αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου Πρέβελη». Τέλος, το έτος 1898 έγιναν οικοδομικές εργασίες στο Άγιο Πνεύμα (4 αίθουσες παραδόσεων, 4 κοιτώνες χωρητικότητας 80 μαθητών, τράπεζα χωρητικότητας 100 μαθητών, νοσοκομείο με 6 κλίνες, Διευθυντήριο, γραφείο, επισκοπείο και άλλοι βοηθητικοί χώροι). Η Σχολή καθίσταται ανώτερο πνευματικό ίδρυμα, στο οποίο εισάγονταν κατόπιν επιτυχών εξετάσεων απόφοιτοι των Δημοτικών Σχολείων. Ψυχή όλων αυτών των τελευταίων, της αναδιοργάνωσης  και ανασυγκρότησης τής Σχολής υπήρξε ο Ευμένιος Ξηρουδάκης [24].

Ο Βασίλειος Μαρκάκης
στην Ι. Μ. Πρέβελη
(Αρχείο  Ι. Μονής Πρέβελη)
Τον Σεπτέμβριο τού έτους 1898, ο (κατόπιν Μητροπολίτης Κρήτης) Βασίλειος Μαρκάκης, ιεροδιάκονος ακόμα, διαδέχεται στη διεύθυνση τής Σχολής τού Αγίου Πνεύματος τον λαμπρό φιλόλογο και λόγιο καθηγητή τού Γυμνασίου Ρεθύμνης Μιχαήλ Πρεβελάκη, ο οποίος είχε τη διεύθυνση τής Σχολής από το 1895 [25].
Τα μαθήματα τώρα πια, με την παρουσία και του Βασιλείου Μαρκάκη, αλλά και άλλων φωτεινών μορφών τού πνευματικού Ρεθύμνου της εποχής εκείνης, έγιναν τακτικότερα και συστηματικότερα. Υπήρχε μεγαλύτερη άνεση διδασκόντων και διδασκομένων και περίοδος μεγάλης προόδου ανοίχτηκε για τη Σχολή. Με αξιοσημείωτο ζήλο και αφοσίωση ο Βασίλειος εργάστηκε για δύο συνολικά χρόνια, για την πνευματική και υλική καθοδήγηση των εβδομήντα και πλέον τροφίμων τής Σχολής, που προέρχονταν από τις επαρχίες Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου και Σφακίων [26]. Το σχολείο και οικοτροφείο τού Αγίου Πνεύματος δεν είχε, τώρα πια, τίποτε να  ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά πρότυπα τής εποχής του. Οι μαθητές του, για την εποχή εκείνη, θεωρούνταν ως οι πλέον κατάλληλοι, για να επανδρώσουν τις πρώτες θέσεις στην κοινωνία ως διδάσκαλοι ή ιερείς.
Στο μεταξύ, και ενώ η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος παρουσίαζε αυτήν την καταπληκτική ανοδική πορεία και άνθιση, ξαφνικά απομακρύνθηκε από την κηδεμονία τής Ι. Μονής Πρέβελη. Στην άσχημη αυτήν εξέλιξη, με όλα τα γνωστά δραματικά συνεπακόλουθα που κατέληξαν, τελικά, στο οριστικό κλείσιμο τής ιστορικής τού Αγίου Πνεύματος Σχολής, οδήγησε η νέα πραγματικότητα την οποία εγκαινίασαν η ανακήρυξη της Κρητικής Πολιτείας στα 1898 (τότε έχουμε και τη σύμβαση της Χαλέπας) και το άρθρο 532 του Ποινικού Κώδικα περί ιδρύσεως ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων [27]. Το Άγιο Πνεύμα στο εξής και μέχρι το 1909 λειτούργησε ως δημόσια Ελληνική Σχολή. Τού έλλειψε όμως η ψυχή, η δημιουργική δύναμη, το πνεύμα θυσίας τού Ηγουμενοσυμβουλίου τής Ι. Μονής Πρέβελη, του επισκόπου Ευμένιου Ξηρουδάκη και των διδασκόντων Μιχαήλ Πρεβελάκη και Βασιλείου Μαρκάκη, έχασε την αίγλη της και δεινοπάθησε ώσπου να κλείσει [28]. 
Η εκκλησία τής «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μονής» υπάγεται σήμερα στην ενορία τού χωριού Κισσός. Το έτος 1980, με απόφαση τού Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, η Μονή τού Αγίου Πνεύματος χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο. Μαθητές τής Σχολής αναφέρει ο Γ. Ανδρουλάκης τον Εμμ. Τσουδερό, από το χωριό Ασώματος, της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, πρωθυπουργό τής Ελλάδος στο διάστημα τής Κατοχής 1941-44, τον Εμμ. Βολουδάκη, βουλευτή των κυβερνήσεων Ελευθ. και Κυρ. βενιζέλου και, τέλος, τους δικηγόρους Ι. Αθανασιάδη, Μ. Παπαδάκη και Εμμ. Πετράκη, από την επαρχία Αγίου Βασιλείου καταγομένους [29].

                                                  Παραδόσεις
Η κεντρική πλατεία τού χωριού
με τον αιωνόβιο πλάτανο
Άλλη παράδοση- εκτός αυτής τής Αρχόντισσας Μαρίας που καταγράψαμε στην αρχή τού προηγουμένου κεφαλαίου- είναι και η συνδεδεμένη με το εκκλησάκι τής Παναγίας τής Κισσανής, μέσα στο χωριό, με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την παράδοση ένας Τούρκος Νιζάμης καθόταν απέναντι από την εκκλησία τής Παναγίας και τον εκνεύριζε κάθε φορά το κτύπημα τής καμπάνας. Μια μέρα, λοιπόν, ακούστηκε να λέγει: «Οι γκιαούρηδες έχουν δυο εκκλησίες και μεις είμαστε χωρίς τζαμί. λοιπόν, θα γκρεμίσω την καμπάνα και θα κάνω τζαμί την εκκλησία». Μόλις, όμως, θέλησε να γκρεμίσει τις πέτρινες κολονίτσες που κρατούσαν την καμπάνα, όπως κοίταξε προς τα κάτω τους δικούς του, στραβομπούκιασε. Οι Τούρκοι αμέσως κατάλαβαν ότι δεν έπρεπε να κάνουν την εκκλησία τζαμί και απομακρύνθηκαν, ο δε στραβομπουκιασμένος Νιζάμης, μετανιωμένος, προσέφερε λάδι και χρήματα, για να γίνει καλά. Η παράδοση, όμως, δεν κάνει λόγο αν τελικά έγινε καλά [30].

Οικογένειες τού χωριού
            Οικογένειες τού χωριού σήμερα είναι οι: Αλεξανδράκηδες, Ανυφαντάκηδες, Απανωμεριτάκηδες, Βαβουράκηδες, Γαραντωνάκηδες, Ζωνουδάκηδες, Γεωργακάκηδες, Εφεντάκηδες, Λουκάκηδες, Μαυρομιχελάκηδες, Μελαμπιανάκηδες, Μυγιάκηδες, Νικολιδάκηδες, Πεδιαδιτάκηδες, Πετρουλάκηδες, Στρατιδάκηδες, Τζαγκαράκηδες, Τσιγδινοί.
Η περίτεχνη βρύση, κάτω από την
κεντρική πλατεία
          Εντυπωσιακή είναι η συχνότητα με την οποία στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου (1659) [31] απαντά στο εν λόγω χωριό το οικογενειακό Γαβαλάς (Gavala) (οκτώ φορές συνολικά), χωρίς να έχει αφήσει την παρουσία του και στα σημερινά τοπωνύμια τού χωριού, ενώ, αντίθετα, οικογενειακά, της ίδιας περιόδου, όπως το Βροντήσης (Vrondisi) και Αρκολέος (Arkoleo), που απαντούν για δυο μόνο φορές το πρώτο και τέσσερις το δεύτερο άφησαν σχετικά τοπωνύμια («Βροντησανά» και «Αρκοκατάλυμα») [32].

Το Δημοτικό Σχολείο
Δημοτικό Σχολείο φαίνεται ότι λειτουργούσε στη Μονή τού Αγίου Πνεύματος από το έτος 1899 και εξυπηρετούσε όλα τα γύρω χωριά, Κισσό, Δουμαεργειό (Κεντροχώρι) και Πλατανέ. Τα σχολικά έτη 1929-30 και 1933- 34 λειτούργησαν, αντίστοιχα, τα δημοτικά σχολεία τού Δουμαεργειού και του Πλατανέ, οπότε στο Άγιο Πνεύμα συνέχιζαν να φοιτούν μόνο τα παιδιά τού Κισσού. Το 1947 λειτούργησε και το δημοτικό σχολείο τού Κισσού, οπότε οι μαθητές μεταφέρθηκαν εκεί, όπου συνέχισε να λειτουργεί το σχολείο ως μονοθέσιο, εκτός από το σχολικό έτος 1970- 71, που λειτούργησε ως διθέσιο, με 32 μαθητές. Το σχολικό έτος 1991- 92 το σχολείο τού Κισσού έκλεισε οριστικά και έκτοτε οι μαθητές μεταφέρονται στην πρωτεύουσα τού δήμου, το Σπήλι [33]

Το οροπέδιο Γιους Κάμπος
Περιοχή στο ομώνυμο οροπέδιο τού όρους Κέδρος, στον δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ. Πρόκειται για περιοχή αρκετά εκτεταμένη στο εν λόγω όρος, στην οποία έχουν να κάμουν πολλά χωριά δύο επαρχιών (Κισσός, Δουμαεργειό και Σπήλι επαρχίας Αγίου Βασιλείου και Γερακάρη και Μεσονήσια της επαρχίας Αμαρίου). Θεωρείται παράδεισος για τους βοτανολόγους, που το επισκέπτονται για να μελετήσουν την πλούσια χλωρίδα του και, ιδιαίτερα, τα πολλά είδη ορχιδέας που ευδοκιμούν σε  αυτό. Επίσης, εδώ φύεται ένα σπάνιο είδος αυτοφυούς τουλίπας, η εντυπωσιακή κόκκινη tulipa doerfleri [34].
Ο Δέφνερ υποθέτει ότι ο Γιους Κάμπος είναι της Ηούς ο Κάμπος, κάτι που φαίνεται και για μας εξαιρετικά πιθανό. Σύμφωνα, πάντως, με τη λαϊκή παράδοση- στην οποία έχουμε ήδη μερικώς αναφερθεί και είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και προσφιλής στην εν λόγω περιοχή- το α΄ συνθετ. ετυμολογείται από το αρχ. αιξ, αιγός ο, η (=η γίδα). Από το ουσ. αυτό (την αίγα), προέρχεται, κατά την παράδοση, το όνομα της βυζαντινής αρχόντισσας Αιγιδούς Μαρίας ή, άλλως, Αρχόντισσας ή Πλούσιας Μαρίας, που έχοντας, σύμφωνα με την παράδοση, τόπο διαμονής της τον Κισσό, άπλωνε τις περιουσίες της σε όλη τη γύρω περιοχή, από την κορυφή τού όρους Κέδρους ίσαμε το Λυβικό πέλαγος. Η ίδια μεταξύ των χωριών Κισσού και Δουμαεργειού ίδρυσε τη Μονή τού Αγίου Πνεύματος. Λέγεται, ακόμα, ότι με δική της πρωτοβουλία διαμορφώθηκαν για πρώτη φορά σε καλλιεργημένες πεζούλες όλες οι βραχώδεις πλαγιές βόρεια από το Δουμαεργειό και τον Πλατανέ. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση αυτήν το α΄ συνθετ. του τοπων. Γιους Κάμπος δεν είναι τίποτε άλλο από συντομογραφία του ονόματος τής Αιγιδούς (Γιους) Μαρίας.

Σπήλαια
1. Αγριμοκεφάλι, το
            Το σπήλαιο βρίσκεται στο ομώνυμο ύψωμα Αγριμοκεφάλι (κεφάλι= ύψωμα), σε υψόμ. 1200 μ., στη βόρεια πλευρά τού Κισσανού φαραγγιού, που από μακριά δίνει την εντύπωση κεφαλής αγριμιού (αγρίμι στην Κρήτη είναι ο κρητικός αίγαγρος).
2. Ανατολικό Σπηλιάρι, το
            Το όνομα οφείλεται στον προσανατολισμό τού σπηλαίου προς την Ανατολή.
               3. Γέρο Σπήλιο, στο
            Βρίσκεται ΒΔ τού χωριού. Όπως με πληροφόρησαν, η σπηλιά σήμερα έχει εξαφανιστεί λόγω κατολίσθησης.
               4.Καντινόσπηλιους, στσι
             Από τις πεταλούδες (καντινέλες), που φιλοξενούν τα συγκεκριμένα μικρά σπήλαια, βόρεια τού υψώματος Κούπος και σε υψόμ. 1300 μ.
               5. Κόκκινος Δέτης, ο
              Το σπήλαιο, διαστ. 2,5Χ6Χ1,6, βρίσκεται στη θέση Φαράγγι, ΒΑ τού χωριού, σε υψόμ. 900 μ. Το όνομά του από τη απόχρωση τού δέτη [δέτης =  ο κρημνός (από ρ. δένω)], στον οποίο βρίσκεται.
                 6. Τροχαλόδεμα, το
    Μικρό σπήλαιο, διαστ. 4Χ1,6Χ4, σε υψόμ. 1300 μ. στην ομώνυμη θέση, στην ευρύτερη περιοχή τού Κάμπου, στο Οροπέδιο. Ετυμολογικά δέτης (από ρ. δένω)= έκταση που ενώνει δύο χωράφια διαφορετικού ύψους από τρόχαλο (τροχαλεά) ( Γ. Ν. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, Α΄, Εν Αθήναις, 273), δηλαδή ξερότοιχο, ξερολιθιά. Στην περιοχή υπάρχει και η πηγή του Αγίου Ιωάννη, παρά το ομώνυμο ναΰδριο, με τεράστια πλατάνια και άφθονο κρυστάλλινο νερό.
                7. Σπηλιάρια, τα
               Βρίσκονται στη θέση Παλιάbελα (στα), ΝΑ του χωριού.  

                                                      Προϊόντα τού χωριού
Γραφικός δρομίσκος στον Κισσό
Το οροπέδιο Γιούς Κάμπος, στο δρόμο προς Γερακάρη, σε υψόμ. 830 μ., προσφέρεται για καλλιέργειες ανύδρων λαχανικών, όπως φασολακιών, όψιμων ντοματών κ.λπ., ενώ το χωριό, γενικότερα, τα κύρια προϊόντα του πορίζεται από την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Ως κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι το λάδι και τα αμπέλια, τα δημητριακά (κυρίως σιτιρά), και τα απαραίτητα για τις οικογενειακές ανάγκες κηπευτικά προϊόντα.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 [1] Το δεύτερο όνομά του ο οικισμός το οφείλει στις πρώτες κατασκευές, που ήταν ξύλινα παραπήγματα (παράγκες).
 [2] Ετυμολογικά Τριγιόδι (από το τρία+ οδός) σημαίνει «τρίστρατο». Γι’ αυτό πρέπει να γράφεται με [ο] και όχι με [ω] (Τριγιώδι) (Ν. Τωμαδάκη, εφημ. «Παρατηρητής» Χανίων, φ. 1541/22-12-1931). Πβ. και Τριγιόδος στα Ανώγεια, αλλά και Τριμοίρι, το [τρία+ μοίρα= μερτικό περιουσίας που ανήκει στον καθένα] και Τρίκερι (το)= τρικόρυφο όρος, τρία κέρατα (Ιω. Σαρρή, «Τα τοπωνύμια της Αττικής», Αθηνά 40, 135)].
  [3]] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.
  [4] Θεωρώ ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό ελαιοδένδρων που, τον καιρό εκείνο, διέθετε χωριό στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Οι Μέλαμπες, με μεγαλύτερο αριθμό ιδιοκτητών, διέθεταν μόλις 225 ελαιόδενδρα
 [5] Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος- 18ος αι., Οι μεταφράσεις τού «Βήματος» Ρεθύμνης (επιμέλεια: Γ. Ζ. Παπιομύτογλου), Ρέθυμνο 1995, 73.
  [6] Εμμ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, 1890, 69.
 [7] Εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 25/11/2004 και ίδιο οκτασέλιδο έντυπο, που κυκλοφόρησε από την προς τούτο συσταθείσα  Επιτροπή, με την ευκαιρία των εκδηλώσεων των αποκαλυπτηρίων του Μνημείου των Πεσόντων.
  [8] Ν. Σταυρινίδη, Καπετάν Μιχάλης Κόρακας, 790.
  [9] Γ. Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 52.
  [10] Νίκου Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα της τ. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα  2001, 58.
  [11] Από αναφορές των Τ. Βενέρη (Το Αρκάδι διά των αιώνων, Αθήνα 1938) και Γ. Τσιγδινού (Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση Κισσού Αγ. Βασιλείου). Βλ. σχετικά στον Νίκο Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα…, ό.π., 58.
   [12] Πελαντάκης Θεόδωρος Στ., Βυζαντινοί Ναοί της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο 1973, 40.
  [13] Σχετικά με τις ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Κισσού, βλ G. Gerola, Monumenti Veneti Nellisola di Creta, Venezia NCM.V, vol. II, 335, 306, 344 και G.Gerola- Κ.Ε.Λασσιθιωτάκη, Τοπογραφικός Κατάλογος των τοιχογραφημένων εκκλησιών τής Κρήτης, Ηράκλειον 1961, 60.
   [14] Πρόκειται, λένε, για παρωνύμιο της Αρχόντισσας Μαρίας, που της δόθηκε για το μεγάλο κοπάδι από αίγες που είχε στην κατοχή της.
   [15] Αυτό συνέβη το 1887 από τον επίσκοπο Ευμένιο Ξηρουδάκη, που διαπίστωσε ότι η έδρα στο χωριό Λαμπηνή δεν ήταν ασφαλής, λόγω τού τούρκικου φρουρίου τής Κοξαρές, οπότε αποφάσισε τη μεταφορά τής επισκοπής στο Άγιο Πνεύμα, μέρος ασφαλέστερο (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, Ρέθυμνο 1998, 31).
   [16] Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Μνημεία- Ιστορία- Παράδοση κισσού Αγ. Βασιλείου, Ρέθυμνο 1986, 65-66.
  [17] Αυτό το αποδεικνύουμε με την εισήγησή μας στο τελευταίο ΙΑ΄ Κρητολογικό Συνέδριο, που έγινε στο Ρέθυμνο, τον Σεπτέμβριο τού 2011.
   [18] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 4-5.
   [19] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειο 1993, 442.
  [20] Σε εορταστική επέτειο, στις 15 Ιουνίου 1981, για τα 160 χρόνια από το ολοκαύτωμα αυτό, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κισσού «Το Άγιο Πνεύμα», έστησε σε ευκρινές σημείο τού περιβόλου τής Μονής μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή, ποίημα τού Κισσανού δασκάλου Γιώργη Ν. Τσιγδινού:
«Ο Ηγούμενος και οι μοναχοί
Τής Μονής τού Αγίου Πνεύματος
Σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους
Το μαρτυρικό μοναστήρι
Πυρπολήθηκε και ισοπεδώθηκε
Στις 15 Ιουνίου 1821
Γιατί ήταν εστία που φώτιζε
Με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη
Το σκλαβωμένο Γένος». 
                                               (Γιώργη Ν. Τσιγδινού, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 22). 
   [21] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Το Σχολειό- Μοναστήρι τού Αγίου Πνεύματος, Ρεθεμνιώτικα Νέα 2/3-7-1994.
   [22] Νίκου Ψιλάκη, Μοναστήρια…, ό.π.,443.
   [23] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, ανάτ. από τον Α΄τόμο, Εν Αθήναις 1938, 287.
   [24] Μιχ. Γ. Πρεβελάκη, «Η Ιερά Μονή Πρέβελη», ό.π., 289-290. Μιχ. Μ. Παπαδάκη, «Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος», περιοδ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος 18 (1980), 15 και 26.
   [25] Πάντως, στο σημείο αυτό, ο Μ. Μ. Παπαδάκης [και τον ακολουθεί στην άποψή του αυτήν και  ο Γιώργης Τσιγδινός (Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό,π., 39)] εσφαλμένα σημειώνει ότι ο Μαρκάκης ανέλαβε υπηρεσία ως απλός καθηγητής στη Σχολή τού Αγίου Πνεύματος το έτος 1895, που, εξάλλου, τον καιρό εκείνο, δεν είχε λάβει καν το πτυχίο της Θεολογίας, Βλ. Μ. Μ. Παπαδάκι, Το Μοναστήρι του Πρέβελη στην Κρήτη, Αθήνα 1978, 164 και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», περιοδ. Ελλωτία, Δημοτ. Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανίων, τ. 8 (1999), 195. Επίσης, Ευγενίου Κωσταρίδου, Η σύγχρονος Ελληνική Εκκλησία, Εν Αθήναις 1921, 157 και Ν. Ζευγαδάκη, «Ο προς Κύριον αποδημήσας αείμνηστος Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος (Νεκρολογία)», Εφημ. Ηρακλείου «Ελεύθερος Τύπος», 13-1-1950.
   [26] Μάλιστα, στις 10 Μαΐου 1899 η εφημ. «Αναγέννησις» του Ρεθύμνου, αρ. φύλλου 21, παρουσιάζει το Βασίλειο ως Διευθυντή της Σχολής να υποδέχεται στο Άγιο Πνεύμα τον Πρίγκιπα Γεώργιο.
  [27] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός, Κοινή Πορεία μέσα στο χρόνο, Ρέθυμνο 2002, 280. Του ίδιου, «Βασίλειος Μαρκάκης (1872- 1950)», ό.π.. Επίσης, Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Το Δημοτικό Σχολείο Κεραμέ (1899-1988)», Αναζητήσεις, Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ρεθύμνου, τ. 5 (1997), 149.
   [28] Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Η Μονή και η Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, ό.π.,27-28.
   [29]  Γ. Ε. Ανδρουλάκη, Η εκπαίδευση στην Κρήτη, κατά το α΄ τέταρτο τού 19ου αι. και τις αρχές τού 20ου, χ.χ., 171.
   [30] Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 70-71.
   [31]  Ευαγγελία Μπαλτά - Mustafa Oğuz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 489- 490. 
   [32] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου), Ρέθυμνο 2011, σελ. 304.
   [33]Γ. Γαραντωνάκη, «Κισσός και Κισσού Κάμπος», στον τ. Χωριά της π. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και από 1/1/2011 Δήμου Αγίου Βασιλείου Περιφέρειας Κρήτης (συλλογική εργασία), στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: «Η πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου από την αρχαιότητα έως σήμερα» (Πλακιάς- Φθινόπωρο 2008), τ. Δ΄, Ρέθυμνο 2010, σελ. 327.
   [34] Γ. Γαραντωνάκη, ό.π., 320.

Δεν υπάρχουν σχόλια: