ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ - ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - 25. ΛΑΜΠΗΝΗ



Λαμπηνή: Γενική θέα

ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ 
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


  25. ΛΑΜΠΗΝΗ

  
                              Γενικά Στοιχεία για το χωριό
           Χωριό τού δήμου Αγίου Βασιλείου, επαρχίας Αγίου Βασιλείου, κατ. 171 (2001), υψόμ. 460 μ., 27 χιλιόμ. από το Ρέθυμνο, διακλάδωση αριστερά, στο 26 χιλμ. του δρόμου προς το Σπήλι.

·        Ίδρυση τού χωριού- Πληθυσμιακά στοιχεία- Ονομασίες Κτηματολογικά Στοιχεία
Το χωριό αναφέρεται το 1577 από τον Fr. Barozzi (fο 26v) ως Lambini, από τον Καστροφύλακα (Κ 175), το 1583, Lambini, με 74 κατοίκους, από τον Βασιλικάτα[1], το 1630, Lambini. Στην τούρκικη απογραφή τού 1659 γράφεται Labini, με 15 σπίτια[2]. Στην αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 Lambine[3], με 50 χριστιανικές και 188 τούρκικες οικογένειες μαζί με άλλα 10 χωριά τής περιοχής. Στην απογραφή τού 1881 αναφέρεται στον δήμο Λάμπης με 136 χριστιανούς και 51 Τούρκους κατοίκους. Το 1890 είναι η μοναδική φορά που το όνομα τού χωριού γράφεται σωστά ως Λαμπηνή με [η] και αναφέρεται στον δήμο Λάμπης, με 187 κατοίκους[4]. Το 1900 είναι και πάλι στον δήμο Λάμπης με 154 κατοίκους[5]. Το 1920 αναφέρεται ως Λαμπρινή και ανήκει στον αγροτικό δήμο Δαριβιανών, με 186 κατ. Το 1928 γράφεται και πάλι Λαμπρινή και τη βρίσκουμε στην κοινότητα Μιξορρούματος, με 213 κατοίκους και συνεχίζεται η πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού ως Λαμπινή και στην επαρχία, πλέον, Αγίου Βασιλείου ως εξής: 1940  κατ. 241, 1951: 246, 1961: 226, 1971: 171, 1981: 187, 1991: 154, 2001: 171.

·        Η Λαμπηνή έδρα τής επισκοπής Λάμπης
   Ο Εμμ. Λαμπρινάκης[6], χαρακτηρίζει το χωριό ως «κώμη παραποτάμιο και κεντρική, έδρα τού επισκόπου Λάμπης, αγορασθείσης τής επισκοπής υπό του Θεοφ. Ευμενίου Ξερουδάκη τω 1888 (13 Μαρτίου)». Να σημειωθεί ότι η οικοδομή τής επισκοπής είχε δημευθεί από τους Γιαννίτσαρους το 1770, αφού προηγουμένως έσφαξαν τον τότε επίσκοπο Λάμπης, πιθανόν, Νεκτάριο[7].   
Λαμπηνή: Γραφικό δρομάκι

Τα ίδια, περίπου, επαναλαμβάνει και ο Εμμ. Γενεράλης στη Γεωγραφία του[8], ενώ και οι δύο παραπάνω συγγραφείς τοποθετούν την κώμη στον δήμο Λάμπης Κοξαρές- Λαμπρινάκης) και παρατηρούν ότι η παλιά Λάμπη (Λάμπα κατά τον Εμμ. Γενεράλη), πόλη επισκοπική- που αλώθηκε από τον Μέτελλο και ανακτήθηκε από τον Αύγουστο[9]- βρισκόταν εκεί πλησίον, πάνω από τη σημερινή Λαμπηνή, το όνομα τής οποίας διασώζουν μέχρι σήμερα η κωμόπολη, ο δήμος και ολόκληρη η επαρχία[10].

Η Λαμπηνή, λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, υπήρξε, παλιότερα, έδρα μιας από τις αρχαιότερες επισκοπές τής Κρήτης, της επισκοπής Λάμπης (σημερινής Λάμπης και Σφακίων), αναφέρεται δε στην περιοχή και σε πράξεις Οικουμενικών Συνόδων από το 431. Στο χωριό σώζεται ο επισκοπικός ναός, ωραία βυζαντινή εκκλησία τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, του 11ου ή 12ου αι. - κατά τον Κων. Καλοκύρη τού 14ου αιώνα- σταυροειδής με κεντρικό τρούλο και ψηλό τύμπανο, άλλοτε κατάγραφη, που σώζονται σήμερα ίχνη μόνον των παλαιών εκείνων τοιχογραφιών. Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει η θαυμάσια αγιογραφία τής Πλατυτέρας, στο ιερό, αφιερωμένης- όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται εκατέρωθεν τής κεφαλής της Θεοτόκου- στην Υπεραγία Θεοτόκο τη Λαμπηνή.

·        Το θέμα τής ταύτισης των δύο αρχαίων πόλεων Λάμπης και Λάππας
Διαφορετική άποψη εκφράζουν άλλοι ερευνητές, επηρεασμένοι από την σύγχυση που επέφερε στο θέμα αυτό η ταύτιση των δύο πόλεων από τον Στ. Βυζάντιο, στο χωρίο που λέγει: «Λάππα και Λάμπη …το εθνικόν Λαμπαίος. Ξενίων δε εν τοις Κρητικοίς δια δύο [π] γράφει την πόλιν και δύο α και διά του η». Πάντως, όπως σημειώνει ο Ν. Σταυράκης, που υπερασπίζεται το διακριτό των δύο πόλεων, ο Στ. Βυζάντιος έχει κάνει σύγχυση ονομάτων και σε άλλες περιπτώσεις, όπως και σε αυτήν των ανόμοιων ονομάτων Ανώπολις και Αραδήν των Σφακίων. Κοντά σε αυτά, η αρχαία Λάππα (σημερινή Αργυρούπολη) ουδέποτε υπήρξε έδρα επισκοπής, όπως, αποδεδειγμένα, επί Ενετοκρατίας, η σημερινή Μεγάλη Επισκοπή Ρεθύμνου (Καλαμών), αλλά ούτε και περιλαμβανόταν ποτέ στην επισκοπή Λάμπης, αλλά πάντοτε στην Ρεθύμνης, όπως και σήμερα[11].
Ο Στέργ. Σπανάκης[12] αποκρούει τις απόψεις αυτές του Ν. Σταυράκη, ισχυριζόμενος ότι η επισκοπική έδρα ονομάζεται άλλοτε Λάππα και άλλοτε Λάμπη και συνεπώς πρόκειται για μια και την αυτήν πόλη, πράγμα, όμως, που δεν ευσταθεί ουδόλως, γιατί σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους (Γ΄, Δ΄ και Ζ΄), αλλά και σε όλα τα τακτικά αναφέρεται επίσκοπος Λάμπης και μόνο στο τακτικόν 8ον, αρχών 9ου αιώνος, αναφέρεται ως Λαμπών και ουδέποτε, πάντως, Λάππας[13]. Μάλιστα, ακόμα και μετά το έτος 824, που η αρχαία Λάππα παύει να υπάρχει[14], ακόμα και τότε στο «τακτικόν 3», Βασιλείου τού Βουλγαροκτόνου, του έτους 980 μ.Χ., αναφέρεται επίσκοπος Λάμπης, αλλά το ίδιο συμβαίνει και πολύ αργότερα, επί αυτοκράτορος Μανουήλ του Κομνηνού, το έτος 1166, ο οποίος φέρεται ότι χρησιμοποίησε τον επίσκοπο «της εν Κρήτη Λάμπης» Δημήτριο, ως απεσταλμένο στη Δύση, για να πολεμήσει την προσθήκη filioque από τους Δυτικούς στο «Σύμβολο της Πίστεως»[15]. Την ίδια περίπου εποχή, στις Notitiae τού 1170- 1179, αναφέρεται επισκοπή Καλαμώνος (παρά την Λάππα), που έρχεται, νομίζω, να διαφοροποιηθεί σαφώς από αυτήν της συνυπάρχουσας Λάμπης.

·        Το όνομα τού χωριού
Παναγία η Λαμπηνή
   Το θέμα της ονομασίας τού συγκεκριμένου χωριού, και της Παναγίας του, της Λαμπηνής, έχει, επίσης, κατά καιρούς απασχολήσει πολλούς ερευνητές. Σοβαρότερη απ' όλες τις μελέτες είναι αυτή του συμπολίτη μας βυζαντινολόγου, ομότιμου Καθηγητή τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Κων. Καλοκύρη, ο οποίος υπεστήριξε ότι το χωριό έλαβε το όνομά του από τον ιστορικό ναό τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, όπου στις 20/1/1827 έλαβε χώρα η «ατέλειωτη λειτουργία» και το περίφημο Ολοκαύτωμα τής Λαμπηνής. Στο τεταρτοσφαίριο, λοιπόν, της κόγχης τού αγίου Βήματος, του συγκεκριμένου ι. ναού- όπου αγιογραφείται η Θεοτόκος ως Πλατυτέρα των Ουρανών- υπάρχει η αγιογραφία της με την επιγραφή: Η ΛΑΜΠΗΝΗ, δηλαδή Παναγία η Λαμπηνή. Από την επίκληση, λοιπόν, αυτήν της Θεοτόκου και το συγκεκριμένο χωριό, κατά τον κ. Καλοκύρη, έλαβε το όνομά του Λαμπηνή[16]. Από τη μελέτη τού κ. Καλοκύρη επηρεάσθηκε, προφανώς, και ο αείμνηστος ιστοριοδίφης Μιχ. Μ. Παπαδάκης, ώστε να επαναλάβει την ίδια εσφαλμένη άποψη, ότι, δηλαδή, «το όνομά του το χωριό οφείλει στη βυζαντινή εκκλησία του που τιμάται επ’ ονόματι τής “Κοιμήσεως τής Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας τής ΛΑΜΠΗΝΗΣ”» [17].
     Στη συνέχεια, ο πρωτοπρεσβύτερος του χωριού Ευαγγ. Δημητρακάκης[18]- στηριζόμενος εξολοκλήρου στα δεδομένα της εργασίας του κ. Καλοκύρη- προχώρησε ακόμα περισσότερο και έκανε νέες υποθέσεις ότι, δηλαδή, "Λαμπηνή" σημαίνει Παναγία η λαμπερή, η λάμπουσα, ερμηνεία, ασφαλώς, επισφαλής και βεβιασμένη, στη συγκεκριμένη περίπτωση τής Παναγίας, που έχει την προέλευσή της από όνομα εθνικό (Λαμπεύς>Λαμπηνός). Εξάλλου, επίθετο «λαμπηνός» δεν καταχωρείται στα λεξικά τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας ελληνικής γλώσσας, που αποτελεί εξελικτική μορφή τού αρχαίου εθνικού «Λαμπεύς» στα νεότερα βυζαντινά χρόνια -από ρ. ασφαλώς «λάμπω».
Μετά από όλα αυτά, είμαστε της γνώμης ότι ευκολότερα θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε μια λογική ερμηνεία τής επωνυμίας τής Παναγίας και του ονόματος τού χωριού, αν το θεωρούσαμε- όπως ήδη σημειώσαμε- ε θ ν ι κ ό, από το αρχαίο όνομα του ίδιου του χωριού- και όχι της αρχαίας Λάππας (σημερινής Αργυρούπολης), όπως υποστηρίζει ο Κων. Καλοκύρης- που ήταν, κατά το Στ. Βυζάντιο, Λάμπη[19]- από κτήτορα Λάμπο τον Ταρραίο[20]- οπότε Λαμπεύς ή Λαμπαίος, στους αρχαίους χρόνους, και Λαμπηνός, στα νεότερα βυζαντινά χρόνια, θα ήταν, ασφαλώς, ο καταγόμενος από την αρχαία Λάμπη, κατά το Λακαπηνός, ο καταγόμενος από τη Λακάπη, Βιζυηνός από τη Βιζύη, Λαμψακηνός από τη Λάμψακο[21].
Πλατυτέρα: "Παναγία η Λαπηνή"
Άρα, εδώ,  "Παναγία η Λαμπηνή" σημαίνει- και αυτό είναι οφθαλμοφανές- την Παναγία της (αρχαίας) Λάμπης ή της Λαμπηνής, όπως η ονομασία του χωριού διαμορφώθηκε στα βυζαντινά χρόνια. Άρα, "Παναγία η Λαμπηνή" δε μπορεί να σημαίνει τίποτε περισσότερο από την Παναγία που έχει το ναό της στη Λαμπηνή, όπως και η Καλυβιανή στις Καλύβες, η Γαλατιανή στο Γαλατά, η Θρονιώτισσα στο Θρόνο (Σύβριτος) κ.ο.κ.[22] Είμαστε, λοιπόν, της άποψης ότι η Θεοτόκος την επωνυμία της "Παναγία η Λαμπηνή" έλαβε από το όνομα του χωριού (Λαμπηνή)- που προϋπήρχε της κτίσης και αγιογράφησης του ναού- και ότι, ακριβώς, δε συνέβη το αντίθετο, η Θεοτόκος, δηλαδή, να έδωσε το όνομά της στο χωριό, όπως δέχεται ο Καθηγητής κ. Καλοκύρης, θέλοντας να στηρίξει την άποψη ότι η λατρεία τής «Παναγίας της Λαμπηνής» προερχόταν από την αρχαία Λάμπη, που την ταυτίζει με την αρχαία Λάππα (σημερινή Αργυρούπολη)[23], θέμα, όμως, για το οποίο μιλήσαμε εκτενώς στα παραπάνω (βλ. σσ. 2-3).
Η παράλληλη ύπαρξη εκκλησιών και αγιογραφιών της "Παναγίας της Λαμπηνής" στο τεταρτοσφαίριο της  κόγχης του ιερού και σε δύο άλλα χωριά της ίδιας επαρχίας (στη Δρύμισκο και το Διπλοχώρι, ερειπωμένο στις μέρες μας το δεύτερο) αποδεικνύει με βεβαιότητα, για μας, την ευρεία διάδοση που θα είχε η λατρεία της συγκεκριμένης Παναγίας στην περιοχή, και αυτό λόγω του ότι η Λαμπηνή υπήρξε ανέκαθεν η έδρα της επισκοπής Λάμπης και Σφακίων, στο όνομα της οποίας επιβιώνει μέχρι σήμερα η αρχαία ονομασία του χωριού (Λάμπη). Η λαμπρότητα, λοιπόν, του μητροπολιτικού, εξάλλου, ναού της Παναγίας της Λαμπηνής είναι, νομίζουμε, που θα επέβαλλε τη λατρεία της συγκεκριμένης Παναγίας και στα γειτονικά χωριά της ίδιας επαρχίας.
Ναός Παναγίας Λαμπηνής
Ο Καθηγητής κ. Κ. Καλοκύρης προκειμένου να αποδείξει, επιπλέον, ότι οι δυο πόλεις Λάμπη και Λάππα ήταν κατά την αρχαιότητα μια και η αυτή πόλη στοιχειοθετεί την άποψη ότι η λατρεία τής Παναγίας τής Λαμπηνής έφτασε στη Λαμπηνή και της έδωσε, μάλιστα, και το όνομά της, από την αρχαία Λάππα (Λάμπη), στην οποία, λέγει, επιχωρίαζε η λατρεία της εν λόγω Παναγίας. Το πρόβλημα που δημιουργείται από τη χρονολογική διαφορά που παρατηρείται ανάμεσα στον χρόνο που παύει να υπάρχει η αρχαία Λάππα (824 μ.Χ.)  και τον χρόνο που, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, φέρεται να δημιουργήθηκε ο ναός της Παναγίας της Λαμπηνής (14ος αιώνας), το όλον έξι αιώνες(!), ο κ. Καλοκύρης επιχειρεί να τον καλύψει με την υπόθεση ότι στο χωριό Λαμπηνή, και παρά τη λαίλαπα της Αραβοκρατίας, διατηρήθηκε, λέγει, κατά τους έξι αυτούς αιώνες ναΰδριο ιδρυμένο στο όνομα της Παναγίας της Λαμπηνής. Την παράδοση του ναϋδρίου τούτου, συνεχίζει, κατά τον κ. Καλοκύρη, ο περίφημος βυζαντινός ναός της Παναγίας της Λαμπηνής, του 14ου αιώνα και οι κατόπιν αυτού ανεγερθέντες δύο άλλοι ναοί των δυο χωριών της ίδιας επαρχίας που προαναφέραμε.
Μια τέτοια, πάντως, υπόθεση δε φαίνεται, για μας, να ευσταθεί, γιατί πρώτον και τα τρία σωζόμενα ναύδρια βρίσκονται σήμερα στην επαρχία Αγίου Βασιλείου και σε μικρή, σχετικά, απόσταση μεταξύ τους, ενώ στην ίδια την αρχαία Λάππα (σημερινή Αργυρούπολη) και την περιοχή της δε μαρτυρείται ουδαμώς η ύπαρξη τέτοιου ναού, καθιερωμένου στην "Παναγία τη Λαμπηνή". Εξάλλου, ένα ασήμαντο ναΰδριο της Παναγίας της Λαμπηνής, που θα διασώθηκε από την αρχαία Λάππα δια μέσου της Αραβοκρατίας στη σχετικά μακρινή Λαμπηνή, αμφιβάλλουμε, αν θα μπορούσε να είχε τέτοια θρησκευτική δύναμη και απήχηση, ώστε να συντελέσει στη διάδοση της λατρείας της και εκεί και, επιπλέον, στην ίδρυση ομώνυμων ναών και σε άλλα δύο χωριά της ίδιας επαρχίας. Αυτός ο τελευταίος συλλογισμός βεβαιώνει, αντίθετα, την ύπαρξη μητροπολιτικής κώμης Λάμπης, στην περιφέρεια της σημερινής Λαμπηνής, που με το κύρος της να επέβαλε την λατρεία της Παναγίας της μητροπολιτικής Λάμπης και σε δύο, ακόμα, χωριά της ίδιας μητροπολιτικής περιφέρειας, όχι μακρύτερα των πέντε χιλιομ. από την Λάμπη, σε ευθεία γραμμή, ενώ από την αρχαία Λάππα πρόκειται για αποστάσεις υπερτετραπλάσιες δύσβατου και ορεινού εδάφους μη επιτρέποντος την εύκολη επικοινωνία! Εξάλλου, όπως ήδη σημειώσαμε, η αρχαία Λάππα (σημερινή Αργυρούπολη) ουδέποτε υπήρξε έδρα επισκοπής, αλλά ούτε και περιλαμβανόταν ποτέ στην επισκοπή Λάμπης, αλλά πάντοτε στην Ρεθύμνης, όπως και σήμερα[24].

·        Συνέχεια τού θέματος τής ταύτισης των δύο αρχαίων πόλεων Λάμπης και Λάππας
    Πάντως, ότι πρόκειται περί δύο ξεχωριστών πόλεων με τα ονόματα Λάππα, η πρώτη, και Λάμπη ή Λάμπα, η δεύτερη, αποδεικνύεται, νομίζω, και από την ύπαρξη στην ίδια επισκοπική περιφέρεια της δεύτερης- που στη βυζαντινή εποχή ονομαζόταν και Κάτω Σύβρυτος- και δύο, ακόμα, άλλων χωριών με συγγενικά προς τη Λάμπη ονόματα, των Μελάμπων[25] και των Λαμπιωτών, που δεν είχαν, ασφαλώς, ποτέ καμιά σχέση με την αρχαία Λάππα. Λαμπιώτης (και πληθ. Λαμπιώτες) πρέπει να είναι στα νεότερα χρόνια «ο από Λάμπης ορμώμενος», όπως στα βυζαντινά ο Λαμπηνός και στα αρχαία ο Λαμπεύς, ενώ για τις Μέλαμπες θεωρούμε πολύ πιθανή την άποψη ότι πρόκειται, όπως
Εξαιρετικής τέχνης οι αγιογραφίες






λέγει και ο Ν.
Σταυράκης[26], για τη «Μέσα Λάμπη»> Μέλαμπες[27], λόγω, ακριβώς, της θέσης τους στα ενδότερα, στα μέσα, δηλαδή, διαμερίσματα της ίδιας επαρχίας και επισκοπικής περιφέρειας, κοντά στα σύνορα με τον νομό Ηρακλείου[28]. Άρα και εδώ, στην περίπτωση των Μελάμπων, η άποψή μας είναι ότι- όπως και στους δύο προαναφερθέντες ναούς «Παναγίας της Λαμπηνής»- η μητροπολιτική Λάμπη είναι που με το κύρος της θα επέβαλε- λόγω θέσεως, αυτή τη φορά- το όνομά τους Μέλαμπες (Μέσα Λάμπη), και αυτό, ίσως, τιμητικά στο έσχατο κεφαλοχώρι της μικρότερης και τότε και τώρα, πληθυσμιακά, μητροπολιτικής Λάμπης.  
Άρα, από όσα εκθέσαμε παραπάνω- τόσο για την επιχειρηθείσα ταύτιση των δυο αρχαίων πόλεων Λάμπης και Λάππας, όσο και για την ονομασία του σημερινού χωριού και την επωνυμία της Παναγίας του- δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε ότι την επωνυμία της "Παναγία η Λαμπηνή" έλαβε η Θεοτόκος από το όνομα του χωριού, στο οποίο κτίστηκε ο ναός της και ότι, ακριβώς, δε συνέβη το αντίθετο, η Θεοτόκος, δηλαδή, να έδωσε το όνομά της στο χωριό, όπως υποστήριξε ο Καθηγητής κ. Κων. Καλοκύρης και επανέλαβε ο πρωτ. Ευ. Δημητρακάκης. Και ακόμα ότι οι δύο αρχαίες πόλεις Λάππα και Λάμπη υπήρξαν δυο ξεχωριστές και σαφώς διακριτές πόλεις.

·        Το  ολοκαύτωμα τής Λαμπηνής

    Στις 20 Ιανουαρίου του έτους 1829, ημέρα Κυριακή και εορτή τού οσίου Ευθυμίου τού Μεγάλου, ο μεγαλοπρεπής βυζαντινός ναός τού χωριού πυρπολήθηκε την ώρα τής θείας λειτουργίας από τους Τούρκους, μαζί με τους εκκλησιαζόμενους μέσα σε αυτόν χριστιανούς[29]. Μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο τού ναού και σχετικό ηρώο στο χωριό μάς υπενθυμίζουν το θλιβερό αυτό πατριωτικό γεγονός.
   Στη Λαμπηνή κατοικούσε, τότε, ένας αιμοβόρος γενίτσαρος, ο Αλμπάνης, απόγονος Ενετών φεουδαρχών, που τούρκεψαν για να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Είχε γεννηθεί στη Λαμπηνή σε αρχοντικό που σώζεται και σήμερα στη θέση Πετραμώνας και ήταν κάτοχος μεγάλης περιουσίας στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και σε άλλες περιοχές τού νομού, όπως στο Πέραμα, στην Αγία Τριάδα και στο σημερινό Αλμπάνι Μετόχι.
 Ένας γενναίος συγχωριανός του, ο Φουρογιάννης[30], είχε διαφορές μαζί του και, κάποτε, αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει, χωρίς, όμως, να καταφέρει να τον σκοτώσει. Ο Αλμπάνης, φημιζόμενος για την αγριότητα και τη θηριωδία του, μετά από αυτό, ορκίστηκε εκδίκηση. Στην πραγματικότητα, όμως, το μίσος και η εκδίκηση τού Αλμπάνη λέγεται ότι πήγαζαν από το γεγονός ότι οι χριστιανοί είχαν αρχίσει να εκμεταλλεύονται και να καταστρέφουν την περιουσία του στην Λαμπηνή. 
Μάζεψε, λοιπόν, μια χειμωνιάτικη νύκτα ξημέρωμα Σαββάτου προς Κυριακή, στις 20 Ιανουαρίου 1829[31], τους Τούρκους της περιοχής του και κύκλωσε την εκκλησία της Λαμπηνής, την ώρα που οι χωριανοί εκκλησιάζονταν. Μερικοί από αυτούς ήταν οπλισμένοι, γιατί διαρκούσε, ακόμα, η επανάσταση, θέλησαν να αμυνθούν και έκλεισαν την πόρτα της εκκλησίας. Λέγεται, μάλιστα, ότι πρόβαλλαν κάποια αντίσταση και ότι σκότωσαν και μερικούς Τούρκους.
Λεπτομέρεια τού ι. ναού
Οι Τούρκοι τότε, ακολουθώντας τη γνωστή τους μέθοδο και από άλλες περιπτώσεις- να θυμηθούμε το Μελιδόνι Μυλοποτάμου- μάζεψαν πανιά και κουρέλια, τα μούσκεψαν με λάδι, τα άναψαν και τα έριξαν από τα παράθυρα του τρούλου μέσα στην εκκλησία. Πυκνοί καπνοί γέμισαν ασφυκτικά το χώρο. Έπειτα μάζεψαν ξύλα στην ξύλινη πόρτα της εκκλησίας, έβαλαν φωτιά και την έκαψαν. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, ο Αλμπάνης τους πρότεινε να παραδοθούν, υποσχόμενος ότι θα τους προστατεύσει. Οι χριστιανοί, όμως, που ήξεραν τι ήταν ο Αλμπάνης, προτίμησαν να πεθάνουν αντί να παραδοθούν. Ένας γνωστός του Αλμπάνη, παιδικός του φίλος, ο Περδικογιάννης, πέταξε έξω τα όπλα των συγχωριανών του, πιστεύοντας την υπόσχεσή του. Αμέσως οι Τούρκοι όρμησαν στην εκκλησία και έσφαξαν όλους τους άνδρες μαζί και τον Περδικογιάννη, τον οποίο, όπως αναφέρει η παράδοση, προσπάθησε να σώσει ο φίλος του ο Αλμπάνης, χωρίς να τα καταφέρει. Τον παπά (Παναγιώτης ήταν το όνομά του) με τα άμφια, τις γυναίκες και τα παιδιά τους πήγαν όλους δεμένους στο Ρέθυμνο και τους πούλησαν. Η λειτουργία έμεινε ατέλειωτη, για μια ακόμα φορά, όπως και το 1453 στην Κωνσταντινούπολη, να μαρτυρά στους αιώνες το μαρτύριο των χριστιανών κατοίκων της Λαμπηνής.
Το επίγραμμα έξω από τον ι. Ναό
Λέγεται ότι μια από τις έγκλειστες γυναίκες, η Μηλιά Μουζουράκη, σώθηκε μαζί με τη δίχρονη κορούλα της, την Εργινούσα, από  μια φιλεύσπλαχνη αράπισσα στο Ρέθυμνο και διηγήθηκε, αργότερα, το έτος 1834, στον R. Pashley, τις λεπτομέρειες του δράματός τους, ευρισκόμενη στο σπίτι του Αριστείδη Παπαδάκη, στην Πηγή, όπου κατέληξε με τη βοήθεια χριστιανών[32]. Τον μάρτυρα, πάλι, παπά- Παναγιώτη, λέγεται ότι- ενώ χλευαζόταν και εξευτελιζόταν από το πλήθος των Τούρκων στους δρόμους τής πόλης τού Ρεθύμνου- τον λυπήθηκε ένας χότζας και τον έσυρε μέσα στο τζαμί του, στην περιοχή της Σωχώρας[33], προκειμένου να τον προφυλάξει, για να αφήσει λίγο μετά την τελευταία του πνοή μέσα στο τζαμί, από τις ταλαιπωρίες και τα μαρτύρια που είχε υποστεί το σώμα του.  
Όμως και στα έτη 1889- 93, μαρτυρείται και άλλο επεισόδιο με επίκεντρο, και πάλι, την ίδια εκκλησία[34]. ο λοχαγός, δηλαδή, της Χωροφυλακής τού Αγίου Βασιλείου περικύκλωσε την επισκοπική εκκλησία, σε ώρα λειτουργίας και συλλάμβανε όποιο Χριστιανό έβγαινε, αν δεν τού πλήρωνε τους φόρους. Αποτέλεσμα: έπαψαν να εκκλησιάζονται οι κάτοικοι τού χωριού. 

·        Βυζαντινοί ναοί τού χωριού

Άλλοι βυζαντινοί ναοί του χωριού, εκτός αυτού του κεντρικού τής Παναγίας, είναι του Αγίου Γεωργίου, σε μικρή απόσταση ανατολικά του χωριού, με αρκετά πλούσιο εικονογραφικό διάκοσμο, που τον χαρακτηρίζει η εκφραστικότητα των εικονιζόμενων μορφών και του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μέσα στο χωριό, με ίχνη μόνο τοιχογραφιών, στον βόρειο τοίχο του ναού.

·        Οικογένειες τού χωριού

 Οι κυριότερες οικογένειες τής Λαμπηνής είναι οι: Απανωμεριτάκηδες[35], Καλλιτσουνάκηδες, Σηφάκηδες, Ρουκουνάκηδες, Τζαγκαράκηδες, Περδικάκηδες, Πενθερουδάκηδες.


·        Προϊόντα
            Πρόκειται για χωριό μάλλον κτηνοτροφικό, ενώ διαθέτει και αρκετούς ελαιώνες, αμπελώνες και περιβόλια. Σε δημοσίευμα τού 1934 σημειώνεται ότι η Λαμπηνή παρήγε περί τις 40 χιλιάδες οκάδες (sic) λάδι, 30 χιλ. κρασί, 20 χιλ. πατάτες, 40 χιλ. δημητριακά (με περιορισμένη σε όλα χρήση λιπασμάτων), εξέτρεφε περί τα 600 γιδοπρόβατα και είχε περί τις 200 μελισσοκυψέλες, ενώ στο χωριό λειτουργούσε και βιοτεχνία σχοινοποιίας (σχοινοπλοκάδικο, κατά το ανωτέρω δημοσίευμα) τού Π. Τζαγκαράκι, που φημιζόταν για την αντοχή, στερεότητα και επεξεργασία των σχοινιών τού, ενώ, τέλος, οι κάτοικοι τού χωριού ζητούσαν να επιτραπεί και η καπνοκαλλιέργεια[36].

·        Αρχαιολογικές θέσεις

Στην περιφέρεια τού χωριού βρέθηκαν υπολείμματα ρωμαϊκών κτιρίων[37].




[1] Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130
[2] Ν. Σταυρινίδη, Απογραφικοί Πίνακες, Κρητικά Χρονικά, ΚΒ΄, 127.
[3] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 313.
[4] Νικ. Σταυράκη, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, 28.
[5] Μιχ. Χουλιαράκη, Γεωγραφική, Διοκητική και Πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, Αθήναι 1974, 252.
[6] Ε. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 65.
[7]Περί Νεκταρίου, βλ. Στέργ. Μ. Μανουρά, Οι «Κρήτες συνδρομηταί» ενός βιβλίου του 1806, Κρητολογικά Γράμματα 15/16 (1999-2000), 129, υποσ. 21.
[8] Επίτομος Γεωγραφία της Νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 1891, σ.57-58 και 1910, σ. 34.
[9] Εδώ, φυσικά, παρατηρείται σύγχυση, αφού η καταστροφή αυτή από τον Μέτελλο και η ανάκτηση από τον Αύγουστο αφορούν στην αρχαία Λάππα.
[10] Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π. και Εμμ. Γενεράλη, ό.π,58.
[11] Νικ. Σταυράκη, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, Αθήνησι 1890, 81-82. Πρβλ. και Στεργ. Γ. Σπανάκη, Ανέκδοτος Κατάλογος των 100 πόλεων της Κρήτης, Κρητ. Χρονικά 11 (1957), 289, (55) και Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Λάμπη- Λάππα, Αμάλθεια, τ. Θ΄, τεύχ. 36 (Ιούλ.- Σεπτ. 1978), 227- 230.
[12] Στ. Σπανάκη, Ανέκδοτος κατάλογος των εκατόν πόλεων της Κρήτης, Κρητικά Χρονικά 11 (1957), 289, υποσ. 50.
[13] Γερ. Κονιδάρη, Αι επισκοπαί  της Κρήτης μέχρι του ι΄ αιώνος, Κρητικά Χρονικά 7 (1953), 464- 65 και 472-73. Του ίδιου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Εν Αθήναις 1954- 1961, τ. Α΄, 522 και  τ. Β΄, 108.
[14] Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Ισπανούς Άραβες, τυχοδιώκτες πειρατές, πιο γνωστούς ως Σαρακηνούς
[15] Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 19703, 426. Αλλά για το ειδικότερο ενδιαφέρον της είδησης αυτής για τον τόπο μας και την επισκοπή Λάμπης, ολοκληρώνω αυτήν, όπως έχει στο παραπάνω βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών σύγγραμμα του αείμν. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Β. Στεφανίδη. Ο Λάμπης Δημήτριος, λοιπόν, στη συνέχεια, από πολέμιος της αίρεσης του filioque, που απεστάλη από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ τον Κομνηνό, περιέπεσε ο ίδιος στην αίρεση της υπόταξης του Υιού στον Πατέρα, όταν ισχυρίσθηκε ότι η φράση του Χριστού «ο πατήρ μου μείζων μού εστιν» (Ιω. 14,28) αναφέρεται στη θεία αυτού φύση και επομένως ο Υιός είναι κατώτερος του Πατρός. Μάλιστα, ο Λάμπης Δημήτριος συνέγραψε και σχετικό σύγγραμμα και βρήκε πολλούς οπαδούς. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Κομνηνός συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη σύνοδο, το έτος 1166, η οποία  καταδίκασε τη διδασκαλία αυτήν του Δημητρίου και αυτόν τον ίδιο και δέχθηκε ότι η φράση του Κυρίου «ο πατήρ μου μείζων μου εστιν» αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση αυτού. Την ένταση, πάντως, που δημιούργησε ο Λάμπης Δημήτριος με την αιρετική δοξασία του δείχνουν αφενός το γεγονός ότι η  απόφαση της καταδικαστικής Συνόδου, αφού χαράχθηκε πάνω σε πλάκα, αναρτήθηκε στον ναό της Αγίας Σοφίας και αφετέρου τα μέτρα που λήφθηκαν από τον Αυτοκράτορα εναντίον των υποστηριζόντων την άποψη του Δημητρίου, που τιμωρήθηκαν με δήμευση των περιουσιών τους και εξορία, εκδόθηκε δε και αυτοκρατορικό διάταγμα που απειλούσε ακόμα και θανατική ποινή.  
[16] Κ. Καλοκύρη, Η επισκοπή Λάμπης και η Παναγία η Λαμπηνή, Κρητ. Χρονικά, 10 (1956), 313. Η άποψη αυτή του κ. Καλοκύρη είναι η μόνη μέχρι σήμερα κρατούσα στο χωριό (πρβλ. τον αμέσως επόμενο Ευ. Δημητρακάκη. Επίσης, βλ. Θανάση Απανωμεριτάκη, Τιμήθηκε η επέτειος του Ολοκαυτώματος και της σφαγής των κατοίκων, εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα της 21-1-2005, 4. Ενορία Λαμπηνής, Περιοδ. Ορθόδοξο Μήνυμα, Ι. Μητροπόλεως Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, τ. 1ο (Οκτώβρ.- Νοέμβρ. 1998).     
[17] Μιχάλη Μ. Παπαδάκι, Λαμπηνή το χωριό τής Θυσίας, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 20 (Ιούν.- Αυγ. 1980), 177. Πάντως, στο άρθρο αυτό του Μ. Παπαδάκη παρατηρείται κάποια σύγχυση, όταν πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, υποσ. 3, επαναλαμβάνει το κατά τη γνώμη μας ορθό ότι, ακριβώς: «Παναγία η Λαμπηνή είναι η Παναγία της Λάμπης. Η εν τη Λάμπη τιμωμένη. Λαμπηνός, κατά τους χρόνους τής Βυζαντινής Λάμπης είναι ο προερχόμενος εκ Λάμπης. Και η προερχομένη από αυτήν, Λαμπηνή».   
[18] Ευαγγ. Γ. Δημητρακάκη, Η Λαμπινή (sic), Αμάλθεια 18-19 (Ιαν.- Ιουν. 1974), 134.
[19] Stephan Von Byzantin, Ethnika, Grats 1958, 410, 5-10.
[20] "Λάμπη, πόλις Κρήτης από Λάμπον τον Ταρραίον, το εθνικόν Λαμπαίος. Κλαύδιος δε Λαμπέας αυτούς φησίν…", Στεφ. Βυζάντιος, ό.π.
[21] Γι' αυτό κρίνουμε ως ορθή την παρατήρηση του κ. Καλοκύρη ότι το όνομα του χωριού πρέπει να γράφεται με "η" (Λαμπηνή) και όχι με "ι"(Λαμπινή), όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει.
[22] Κ. Καλοκύρη, ό. π., 314-15.
[23] Άρα, ήλθε από τη Λάππα η «Παναγία η Λαμπηνή» και έδωσε το όνομά της  στο χωριό, που ιδρύθηκε στη συνέχεια, ή προϋπήρχε το χωριό, με κάποιο άλλο όνομα, και, λόγω της κτίσης του ναού της Παναγίας, μετονομάσθηκε σε Λαμπηνή; Όπως και να έχει το πράγμα, το επιχείρημα δε μας φαίνεται καθόλου πειστικό.
[24] Νικ. Σταυράκη, Στατιστική, ό.π. Πρβλ. και Στεργ. Γ. Σπανάκη, Ανέκδοτος Κατάλογος των 100 πόλεων της Κρήτης, Κρητ. Χρονικά 11 (1957), 289, (55).
[25]Βλ. την ετυμολογία που δίνουμε στο όνομα του χωριού αυτού αλλά και άλλα στοιχεία, στις Μέλαμπες, στα «Γενικά Στοιχεία για το Χωριό».
[26] Νικ. Σταυράκη, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, Αθήνησι 1890, 82.
[27] Κατόπιν σίγησης της συλλαβής [σα] και μεταφοράς του ονόματος στον πληθ. αριθμό.
[28]Τον καιρό εκείνο το σημερινό έσχατο χωριό της επισκοπικής περιφέρειας Λάμπης, η «Αγία Γαλήνη», δεν υπήρχε ακόμα. Η Αγία Γαλήνη άρχισε να επανιδρύεται στα ερείπια της αρχαίας Σουλίας πολύ πρόσφατα, μόλις το έτος 1884 (βλ. σχετικά στην Αγία Γαλήνη, Γενικά Στοιχεία για το χωριό).
[29] Μιχ. Παπαδάκη, Το χωριό της θυσίας, Προμηθεύς Πυρφόρος, 20, 177.
[30]Μιχάλη Μ. Παπαδάκη, ό.π., 179. Πρβλ. και Αθαν. Απανωμεριτάκη, Πανηγυρικός λόγος στην επέτειο του ολοκαυτώματος, εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, 21/1/2005 και Νικολ. Π. Καλιτσουνάκη, Το Ολοκαύτωμα της Λαμπινής (sic), περιοδ. «Ορθόδοξο Μήνυμα», Ι. Μητροπόλεως Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, τ. 57 (Ιαν.- Φεβρ. 2008), 16-19.
[31] Στη Γεωγραφία του ο Εμμ. Σ. Λαμπρινάκης (Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 65) παραδίδει ως έτος τού ολοκαυτώματος τής Λαμπηνής το 1827 αντί τού 1829 τού Pashley . Ο Μιχ. Παπαδάκης, που ασχολήθηκε περισσότερο με το ιστορικό γεγονός, θεωρεί ότι ο Λαμπρινάκης έχει λάθος και δέχεται ως  ορθότερη την άποψη τού Pashley, που συμπίπτει με Κυριακή ημέρα, δεδομένου ότι  η ημερομηνία Κυριακή 20 Ιανουαρίου, ημέρα τού αγίου Ευθυμίου, ως επί τής παραδόσεως στερρώς ερειδόμενη, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση (Μιχάλη Μ. Παπαδάκι, Λαμπηνή το χωριό τής Θυσίας, ό.π, 183).
[32] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 120 και Μιχάλη Μ. Παπαδάκη, ό.π., 182. Για την παραπάνω διήγηση της θυσίας της Λαμπηνής βλ. και στον Στ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης, Ηράκλ, 457-58 και Αθαν. Απανωμεριτάκη, ό.π.
[33] Πρόκειται, ασφαλώς, για το Τέμενος στη γωνία των οδών Κορωναίου και Φεραίου, παρά την Σωχώρα, που γκρεμίστηκε στους βομβαρδισμούς τού 1941.
[34]Γιάννης Γρυντάκης, Βεβηλώσεις χριστιανικών Ναών από τους Μουσουλμάνους στο Ρέθυμνο κατά τα έτη 1889- 93, Νέα Χριστιανική Κρήτη, 9 (1993), 67
[35] Το επίθετο Απανωμερίτης στην Κρήτη, από το οποίο σχηματίσθηκε το επώνυμο Απανωμεριτάκης στη Λαμπηνή, σημαίνει τον προερχόμενο από την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο γενάρχης, δηλαδή, τής συγκεκριμένης οικογένειας είχε έλθει από πάνω, από την ηπειρωτική Ελλάδα, ίσως τη Στερεά. Από το γεγονός αυτό τού δόθηκε το επίθετο Απανωμερίτης και «επί τω κρητικότερον» Απανωμεριτάκης [πληροφορία Αθαν. Απανωμεριτάκη στον Μ. Παπαδάκη (ό.π., 186, υποσ. 8)].
[36] Αγιοβασιλειώτη, «Λαμπινή» (sic), Κρητική Επιθεώρησις 17/8/1934.
[37] Bulletin de Correspondance Hellenique, Athennes et Paris, 1961, 893.