ΕΥΑΣ ΛΑΔΙΑ * * * ΜΑΡΤΥΡΙΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

 


ΕΥΑΣ ΛΑΔΙΑ


ΜΑΡΤΥΡΙΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

[Εκδόση ΓΡΑΦΟΤΕΧΝΙΚΗΣ, Ρέθυμνο 2023, σχ. 8ο (24Χ16), σσ. 302]

 

 ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

www.ret-anadromes.blogspot.com 

Τοπικός τύπος, αρχεία, λογοτεχνία, φωτογραφίες, αντικείμενα, προφορικές μαρτυρίες και αφηγήσεις αποτελούν πηγές για την Ιστορία ενός τόπου. Και με τέτοια εφόδια και, κυρίως, με μια φιλόκαλη και σπουδαία έκδοση υπό τον τίτλο: «Μαρτυρικά χωριά του νομού Ρεθύμνου», η συμπολίτισσα δημοσιογράφος και λογοτέχνιδα κ. Εύα Λαδιά βάλθηκε να σκαλίσει βαθιά και να επαναφέρει μνήμες μιας δύσκολης και αποτροπιαστικής εποχής.

Στον Πρόλογό της η Επιμελήτρια και συγγραφέας σημειώνει το πώς ξεκίνησε αρχικά το εν λόγω βιβλίο, ως συνέχεια και συμπλήρωμα εκείνου του αείμνηστου Σπύρου Απ. Μαρνιέρου, με τίτλο: «Τα ρεθεμνιώτικα ολοκαυτώματα, 1941-1944», στην οποία περιέχονταν οι εισηγήσεις που προήλθαν από κεντρική εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί τον Αύγουστο του 1991 στο θέατρο «Ερωφίλη» της Φορτέτσας.

Καρπό και συνέχεια της παραπάνω προσπάθειας αποτελεί και η παρούσα έκδοση της κ. Εύας Λαδιά, καθώς και τα αναρίθμητα επετειακά δημοσιεύματά της για τα ρεθεμνιώτικα ολοκαυτώματα που ακολούθησαν στην εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα». Επίσης, την υπογραφή της φέρουν και η παραγωγή των θαυμάσιων εκείνων εκδόσεων του Δήμου Συβρίτου [Άνω Μέρος (2003), Γερακάρη (2004) και Βρύσες (2005)], όπως και των ντοκιμαντέρ (Ελεγεία Ηρώων – Σακτούρια”, “Ελεγεία Ηρώων – Κρύα Βρύση”, “Ελεγεία Ηρώων – Άνω Μέρος” και “το Κέντρος έχει Καταχνιά”), καθώς και το ολοκληρωμένο συμφωνικό έργο «Κέντρους Εγκώμιον» με τη συνεργασία, στα δυο τελευταία, του μουσικοσυνθέτη Μπάμπη Πραματευτάκη.

Στη σημερινή λαμπρή έκδοση που παρουσιάζομε με το σημείωμά μας αυτό, η κ. Εύα Λαδιά μάς μεταφέρει ένα πλουσιότατο και πολύτιμο πρωτογενές υλικό αυθεντικών μαρτυριών που η ίδια συγκέντρωσε σε μια πορεία 40 χρόνων από ανθρώπους αυτόπτες μάρτυρες, που μοιράστηκαν μαζί της τα ειδεχθή γεγονότα, τις μαρτυρίες και την οδύνη του καταραμένου εκείνου Αυγούστου του 1944, στα μαρτυρικά χωριά του νομού μας, από τη μια και την άλλη πλευρά του όρους Κέντρους, στα Ανώγεια, στη Λοχριά, στον Γερακάρη, στσι Γουργούθους, στσι Βρύσες, στο Καρδάκι, στο Σμιλέ, στο Άνω Μέρος, στο Χωρδάκι, στσι Δρυγιές, στην Κρύα Βρύση, στα Σακτούρια, στο Ροδάκινο, στην Καλή Συκιά και στην Κοξαρέ. Και το πιο εντυπωσιακό! Ότι όλα τα τρομαχτικά αυτά κακά γίνανε τότε, όταν ξεψυχούσε το θεριό, που όλοι πίστευαν και έλεγαν μέσα τους ότι πάει πια, να! σε λίγο θα ’μαστε ελεύτεροι! 

    Οι αφηγήσεις στο βιβλίο παραθέτονται με λογοτεχνικές παρεμβάσεις της ίδιας της Επιμελήτριας, που παρακολουθεί στενά τον κάθε αφηγητή, δημιουργεί θαυμάσιες γέφυρες λογοτεχνικών εισαγωγών με πλούσια γεωγραφικά και πολιτισμικά στοιχεία για το κάθε μαρτυρικό χωριό και το ολοκαύτωμά του. Σκιαγραφεί πρόσωπα, στήνει σκηνικά δράσης και γενικά φωτίζει την αφήγησή της με ποικίλες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες και υποσημειώσεις, ζωγραφίζοντας, ταυτόχρονα, με τα πιο ζωηρά χρώματα, τη ζωή και τις εξοχές και τους τόπους που έγιναν το θέατρο των δραματικών εκείνων γεγονότων.

Η καταγραφή  των αφηγήσεων χαρακτηρίζεται, προς τούτοις, από αυτό που λέμε αμεσότητα του λόγου. Οι διάλογοι και οι αφηγήσεις κυλάνε άψογα, με αρμονία και φυσικότητα που σου δίνουν την εντύπωση ότι παρακολουθείς την ίδια, την αρχική συζήτηση μπροστά από την κάμερα του συνεργείου της τηλεόρασης CRETA ή το μαγνητόφωνο. Σε καμιά περίπτωση δεν παρακολουθείς ένα κείμενο τεχνητό, «φτιαγμένο», αλλά ένα κείμενο με τις ατέλειες και τις ασάφειές του σε πολλά σημεία, που αποδεικνύει και επιβεβαιώνει ότι ο αφηγητής του μιλάει από μνήμης, μέσα από την καρδιά του, στη τοπική γλωσσική του ιδιομορφία, παρουσιάζοντας τα γεγονότα ολοζώντανα σαν να ξετυλίγονται τη στιγμή αυτή μπροστά στα μάτια μας.

Ασήμαντα γεγονότα η Επιμελήτρια τα παρουσιάζει συνοπτικά, με την συμπύκνωση του χρόνου, ενώ σε αυτά που τα θεωρεί περισσότερο σημαντικά και σπουδαία εστιάζει επιτυχώς με την παράταση της χρονικής διάρκειας. Συμμετέχει σ’ αυτά ενεργά, βιώνοντας το πρωτότυπο κείμενο τού αφηγητή της και συμμετέχοντας σ’ αυτό ως πρωταγωνίστρια ή ως αυτόπτης μάρτυρας. Αφηγητής και Επιμελήτρια μιλούν στην ίδια γλώσσα και στο κείμενο επιτυχώς επικρατεί το α΄ ρηματικό πρόσωπο του πρωτότυπου αφηγηματικού κειμένου.

Πετυχαίνει, περαιτέρω, ομαλή μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο, με τεχνητές επιβραδύνσεις προκαλεί αγωνία και αναμονή στον αναγνώστη, ενώ με την καλλιέπεια και κομψότητα του λόγου της προσφέρει γενναιόδωρα και την αισθητική απόλαυση. Η επιμέλεια των αφηγήσεων καθίσταται ουσιαστική με την παράθεση από την ίδια τίτλων, που προδιαθέτουν και δίνουν περιληπτικά το περιεχόμενο της κάθε αφηγηματικής ενότητας και διευκολύνουν την ανάγνωσή της.

Σε όλο το μήκος των αφηγήσεων παρακολουθούμε μεγαλειώδεις πράξεις αγωνίας των μελλοθανάτων, που είτε πριν από τον θάνατο ψάλλουν περήφανα τον Εθνικό μας Ύμνο, είτε αναδεικνύουν στον ανώτατο βαθμό το μεγαλείο και τη φιλοπατρία της ψυχής τους, που δεν ανοίγουν το στόμα τους, με ό,τι κι αν  αυτό συνεπάγεται, για να μην καταδώσουν στον εχθρό δικό τους άνθρωπο και συναγωνιστή. Παρακολουθούμε, ακόμα, αφηγήσεις με επεισόδια και σκηνές βίας, λεηλασίας, ορφάνιας, στέρησης, πείνας, αλτρουισμού και προδοσίας.

Έτσι, το βιβλίο καθίσταται μια σπάνια αποκάλυψη όλου του πατριωτικού μένους της ψυχής των ηρώων και της φρίκης και των δεινών του πολέμου. Στις αφηγήσεις τους οι αφηγητές συχνά κάνουν κρίσεις, επαινούν και κατηγορούν στάσεις και συμπεριφορές και μας φέρνουν σε ενδιαφέρουσα και ουσιαστική επαφή με σπουδαίες μορφές της ρεθεμνιώτικης Αντίστασης κατά την κατοχή. Έτσι, οι ήρωες άλλοτε εμφανίζονται να εκθέτουν πλήρη σχέδια δράσης, στρατηγικής και αντιμετώπισης του εχθρού, άλλοτε να σου μεταφέρουν από τον ενθουσιασμό και τη χαρά της επιτυχούς έκβασης των επιχειρήσεων και άλλοτε να σου μεταδίδουν την πικρή γεύση και την παγωμάρα του επικείμενου θανάτου. Βλέπουμε και διδασκόμαστε από το παράδειγμά τους, πώς, δηλαδή, οι εξαιρετικές καταστάσεις και δυσκολίες της ζωής καθίστανται στον άνθρωπο δύναμη, δημιουργώντας του αντιστάσεις και ικανότητα στο μυαλό να σκέφτεται γόνιμα και δημιουργικά και να επιζητεί τη βοήθεια του Θεού, εκδαπανώντας στο έπακρον όλα τα ανεξάντλητα αποθέματα των δυνάμεων της ψυχής του.

Φρικιαστικές σκηνές αιχμαλωσίας, πείνας και απαισιοδοξίας εναλλάσσονται ξαφνικά με σκηνές δύναμης και αισιοδοξίας, ενώ κάποτε η εσωτερικευµένη πραγματικότητα επιτρέπει και κάποιες λυρικές εξάρσεις και την εξωτερίκευση και μετάδοση της έντονης συναισθηµατικής φόρτισης των ηρώων.

Η Επιμελήτρια φαίνεται να καταβάλλει ξεχωριστή και εντυπωσιακή προσπάθεια στη διάταξη και τη σειρά των κειμένων, ώστε να προχωρούν συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο και να δίνουν βάσιμες απαντήσεις σε πολλά εναγώνια ερωτήματα του αναγνώστη.

Με το βιβλίο αυτό, είναι γεγονός ότι παρελαύνει μπροστά από τα μάτια μας η ίδια η ιστορία του τόπου μας αυθεντική, γνήσια και καθάρια, γραμμένη σε πρώτο χέρι από ανθρώπους που έζησαν και βίωσαν «στο πετσί» τους την ανατριχίλα και την αποστροφή των γεγονότων, με αυθεντικές και υπεύθυνες αφηγήσεις τους και χωρίς μισές αλήθειες. Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εµπειρίας και η ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή την αµεσότητα του ρεαλισµού, ενώ η Συγγραφέας και Επιμελήτρια με την καλλιέπεια και κομψότητα τού λόγου της μας προσφέρει (πέραν από την ορθή πληροφόρηση για τα γεγονότα της περιόδου 1941-44) και την αισθητική απόλαυση.

      Στην αγαπητή μας κ. Εύα Λαδιά ευχόμαστε δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει  τη γόνιμη αυτήν, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά της στον χώρο των "ρεθεμνιώτικων γραμμάτων", στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή της.

ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ * * * Γνωριμία με το Ρέθυμνο της Αναγέννησης

 


 ΧΑΡΗΣ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ

 

Γνωριμία με το Ρέθυμνο της Αναγέννησης

[Εκδόση Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2022, σχ. 8ο (21Χ26), σσ. 142]

 

        ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            http://ret-anadromes.blogspot.com

 

Είναι γεγονός ότι το πρώτο διάστημα μετά την κατάκτηση από τους Βενετούς, οι Κρήτες προσπάθησαν με επανειλημμένες επαναστάσεις να τους διώξουν, λόγω της σκληρής διοίκησης και της εξοντωτικής φορολογίας που αρχικά εφάρμοσε η Βενετία. Αργότερα, όμως, η εμφανισθείσα τουρκική απειλή ανάγκασε τη Βενετία να χαλαρώσει την καταπίεση και να προσπαθήσει να προσεταιριστεί τους Κρητικούς.

Τότε, η συνεργασία αυτή των δύο λαών ήταν που δημιούργησε το μέγα θαύμα, την άνθιση αυτή των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων, που ονομάζουμε σήμερα Κρητική Αναγέννηση. Τα χρόνια από το 1500 μέχρι το 1669 έμειναν στην κρητική ιστορία τα πιο φωτεινά, που προβάλλουν σπουδαία κατορθώματα σε πολλούς τομείς της Τέχνης και της Επιστήμης, όπως λαμπρά οικοδομήματα, κρήνες και μνημεία στην αρχιτεκτονική, έργα μνημειακής τέχνης στη ζωγραφική και την κρητική αγιογραφία (Μ. Δαμασκηνός, Κλόντζας, Εμμανουήλ Τζάνε Μπουνιαλής) και στη λογοτεχνία και το θέατρο (Γεώργιος Χορτάτσης, Βιτσέντζος Κορνάρος, με κορυφαίες τους δημιουργίες στο θέατρο την Ερωφίλη και τον Ερωτόκριτο).

Αυτό το τελευταίο δημιουργικό διάστημα των χρόνων της Ενετοκρατίας μελετά με το τελευταίο βιβλίο του «Γνωριμία με το Ρέθυμνο της Αναγέννησης» ο καλός φίλος και ακούραστος ερευνητής της τοπικής μας Ιστορίας κ. Χάρης Κ. Στρατιδάκης.

Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και από πάσης πλευράς άρτια και εμπεριστατωμένη ενημέρωση επί του γνωστικού φαινομένου που εκ των υστέρων αποκλήθηκε «Κρητική Αναγέννηση». Το νέο αυτό καλλιτεχνικό ρεύμα είχε αρχίσει να φθάνει στην Κρήτη ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα και, έκτοτε, σταδιακά, κυριάρχησε στο νησί για ενάμιση αιώνα στον χώρο της λογοτεχνίας, του θεάτρου, της ζωγραφικής, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής, φθάνοντας στα χρόνια της κατάληψης της Κρήτης από τα οθωμανικά στρατεύματα (1645- 1669) και σε αυτόν τον μανιερισμό και το μπαρόκ, όπως το συναντούμε πολύ συχνά στις μέρες μας. Και με τους τελευταίους αυτούς όρους εννοούμε την αναζήτηση από την τέχνη της απόλυτης επιτήδευσης στο ύφος και στην τεχνοτροπία ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος, που φθάνει να χάνει τη φυσικότητα και την πρωτοτυπία του, σε αντίθεση με τα γνήσια αναγεννησιακά ιδεώδη, τα οποία αναζητούσαν τη ρεαλιστική και πραγματιστική απεικόνιση των φυσικών αναλογιών.

Ο συγγραφέας παρακολουθεί την Κρητική Αναγέννηση εντοπίζοντάς την στα σημαντικότερα ρεύματα εκπροσώπησής της, όπως στην «Κρητική Σχολή» στο χώρο της ζωγραφικής (με κυριότερους εκπροσώπους της τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, τον Μιχαήλ Δαμασκηνό, τον Γεώργιο Κλώντζα, τον Εμμανουήλ Λαμπάρδο κ.α.), στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική (με σπουδαία δείγματά της σε μεγάλα μοναστήρια της Κρήτης, σε βίλες και κρήνες τόσο στον νομό Ρεθύμνου, όσο και σε όλη την Κρήτη) και στη μουσική (με γνωστότερο εδώ τον Φραγκίσκο Λεονταρίτη 1518- 1572).

Σημαντικό στο Μέρος αυτό του βιβλίου το κεφάλαιο της μεταφύτευσης της Κρητικής Αναγέννησης στα νησιά του Ιονίου (Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά) και του Αρχιπελάγους (κυρίως Νάξο και Πάρο), μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τα οθωμανικά στρατεύματα.

 Την αναγέννηση στο Ρέθυμνο εκφράζει για τον συγγραφέα πολύπλευρα και με μοναδική δυναμικότητα ο θαυμάσιος ζωγραφικός πίνακας Civitas Rethymnae, του Ανώνυμου Ρεθεμνιώτη Ζωγράφου, ο οποίος, για τον λόγο αυτόν, κατέχει στο παρουσιαζόμενο βιβλίο περίοπτη θέση συνολικά όσο και αποσπασματικά, προκειμένου να τονιστούν η καθημερινή ζωή των Ρεθεμνιωτών (περίπατοι στην παραλία και στις πλατείες), ο πολεοδομικός της πόλης ιστός κατά τη Βενετοκρατία (piazza, δρόμοι, γρότες και καντούνια) και τα λοιπά περίφημα μνημεία της (Φορτέτσα, κρήνη Rimondi, Lozzia), πράγματα που απασχόλησαν σε σοβαρές μελέτες και διδακτορικές διατριβές ερευνητές, όπως τον Giuseppe Gerola, τον Ιορδάνη Δημακόπουλο, την Ιωάννα Στεριώτου, τον Νίκο Παναγιωτάκη, τον Ανδρέα Νενεδάκη, τον Κώστα Καλοκύρη και τον Στυλιανό Αλεξίου.

Πόλη με έντονο τον Αναγεννησιακό της χαρακτήρα, το Ρέθυμνο ζει, τώρα και 25 χρόνια, σε ρυθμούς αναγεννησιακούς στη διάρκεια του Αναγεννησιακού φεστιβάλ, ενός θεσμού εμπνευσμένου, από τον οποίο εκπορεύεται καθαρή και αυθεντική Τέχνη.

Στα πλαίσια τού εν λόγω Φεστιβάλ και με την ίδια αντίληψη κινούμενος ο κ. Στρατιδάκης πραγματοποίησε αργότερα τις περίφημες εκείνες ξεναγήσεις του, μέσα από τις οποίες διδάσκει κατά τρόπο εποπτικό στους συμπολίτες μας, μεταδίδοντάς τους γνώσεις πολύτιμες γύρω από τον αναγεννησιακό χαρακτήρα της πόλης του Ρεθύμνου και το εντυπωσιακό φαινόμενο της ρεθεμνιώτικης Αναγέννησης, όπως αυτό καθίσταται φανερό μέσω των δεκάδων Ρεθεμνιωτών συντελεστών της σε όλα τα πεδία των επιστημών.   

Έτσι στις σελίδες 78- 88 του βιβλίου εμπεριέχονται και παρακολουθούμε τα βήματα τριών εντυπωσιακών διαδρομών σε καλά διατηρούμενους αναγεννησιακούς οικισμούς της πόλης του Ρεθύμνου (παλιά πόλη) αλλά και σε οικισμούς, ενώ το βιβλίο συνοδεύει έγχρωμος χάρτης του Δήμου και της Παλιάς Πόλης του Ρεθύμνου, όπου σημειώνονται οι θέσεις στις οποίες βρίσκονται πενήντα ένα αναγεννησιακά αξιοθέατα, των οποίων, στον ίδιο χάρτη, παρατίθενται και οι έγχρωμες εικόνες των. 

Πρόκειται για μια, πράγματι, ενδιαφέρουσα εργασία, απόρροια των συστηματικών ερευνών τού συγγραφέα της, κ. Χάρη Στρατιδάκη, ακούραστου εργάτη και οτρηρού ερευνητή στον χώρο των Κρητολογικών και όχι μόνο Γραμμάτων. Δεν έχω παρά να του ευχηθώ να έχει απεριόριστες ψυχικές δυνάμεις, προκειμένου να επιτυγχάνει όλο και γενναιότερες και βαθύτερες στον πάτριο τόπο εξερευνήσεις, που θα αποσκοπούν στην πληρέστερη τού τόπου μας προσέγγιση, που- ας μην το ξεχνούμε- αποτελεί έργο εθνικής σημασίας και πολιτιστικής ομορφιάς. 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΓΑΣΠΑΡΗΣ * * * «ΒΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ»

 


ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΓΑΣΠΑΡΗΣ

 

«ΒΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ»

      [Εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2023, σχ. 4ο (28 Χ 20), σσ. 248]

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ο Αιμίλιος Γάσπαρης, πολυτάλαντος συνταξιούχος φιλόλογος καθηγητής, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεοελληνική Φιλολογία και εξαιρετικές επιδόσεις στην ποίηση και τη ζωγραφική, παρουσίασε πρόσφατα ένα νέο βιβλίο του, για τον τόπο καταγωγής του, το Ατσιπόπουλο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Βημάτων Αποτυπώματα». Και να σημειώσουμε ότι αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του που αναφέρεται στον τόπο καταγωγής, μετά το προηγούμενο με τον τίτλο «Ατσιπόπουλο – Τόπος και Άνθρωποι», που είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε δια ζώσης πριν από οκτώ χρόνια στο Ατσιπόπουλο. Όπως τα δένδρα δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τις ρίζες τους, έτσι και ο συγγραφέας έχει ανάγκη να αντλεί δυνάμεις συνεχώς από τις δικές του ρίζες και τις καταβολές του. Και αυτό, ακριβώς, συμβαίνει και με την παρούσα νέα έκδοσή του, την οποία, ακριβώς, για τους λόγους αυτούς, αφιερώνει στη μητέρα του Ελένη .

Στο νέο του βιβλίο ο πολυπράγμων συγγραφέας συναθροίζει όλα του τα πολύπλευρα ταλέντα τόσο στη τέχνη, διανθίζοντάς το με θαυμάσιες προσωπικές του ζωγραφικές δημιουργίες, κυρίως Κτισμάτων, Χρωμάτων και Γραμμών από το πολυαγαπημένο του χωριό, όσο και φωτογραφιών "εποχής" (δεκαετίας 1990- 2000), στον τόνο του ασπρόμαυρου, από το προσωπικό του φωτογραφικό αρχείο, με έμφαση στην αρχιτεκτονική του χωριού πριν την αλλοίωσή της και την εξαφάνιση πολλών σημαντικών στοιχείων που αποτελούσαν την πλούσια πολιτιστική του κληρονομιά, ενώ ως επίμετρο δεν λείπουν και κάποιες ποιητικές πινελιές με αναφορά σ’ εκείνο το παλιό αρχοντικό Ατσιπόπουλο.

Οπότε, με όλα αυτά τα εξαιρετικά στοιχεία το βιβλίο καθίσταται ένα ιδιαίτερα ευχάριστο και συνάμα ενδιαφέρον στην ανάγνωσή του πόνημα, στο οποίο ο συγγραφέας βασικά συγκεντρώνει παλιά του δημοσιεύματα κατά καιρούς δημοσιευμένα σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά του Ρεθύμνου, αρχής γενομένης από το έτος 1989, στα οποία θίγονται- συχνά, μάλιστα, με τρόπο ιδιαίτερα καυστικό- θέματα του χωριού που αφορούν στην αρχιτεκτονική και στο κτίσιμο των σπιτιών και σε προβλήματά του, όπως στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, στην τσιμεντοποίηση, στην αποψίλωση, στον σχεδιασμό και στην ανοικοδόμηση χωρίς σχέδιο, στους δρόμους του χωριού που «στένεψαν» και δεν μπορούν πια να ανταποκριθούν στις ανάγκες του πληθυσμού, αλλά και στον φρικιαστικό δρόμο Ατσιπόπουλο- Ρέθυμνο, που, βέβαια, δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμησιν. Κι ακόμα στα αιγιάλια σπήλαια, στις ακτές του χωριού και στους υγρότοπους που καταστρέφονται συνεχώς και στις βαλανιδιές, τις χαρουπιές και τους ασπάλαθους, τα σπάρτα και τις λυγαριές που οικοπεδοποιούνται.

Και όλη αυτή η διαφοροποίηση στα πράγματα του χωριού είναι το αποτέλεσμα της μικρής απόστασής του από την πόλη τού Ρεθύμνου, που αποτέλεσε «πληγή» για το πρώην πανέμορφο χωριό και συνετέλεσε, στην περίπτωση του, να χαλαρώσουν τόσο γρήγορα, να αλλοιωθούν και σβήσουν πολλά και από τα έθιμα και τις παραδόσεις που καταγράφονται στο βιβλίο και να δημιουργηθεί, όπως σημειώνει και ο συγγραφέας, ένας νέος τρόπος ζωής, που δεν έχει σήμερα τίποτε, μα τίποτε, να μας θυμίζει από εκείνες τις όμορφες παλιότερες εποχές. Και δεν θα γινόταν, βέβαια, αυτό τόσο γρήγορα σε ένα άλλο χωριό απόλυτα ορεινό και όλως απομακρυσμένο από το κέντρο.

Κεντρικό, πάντως, θέμα του παρουσιαζόμενου βιβλίου θεωρώ την αναδημοσίευση της εισήγησης του κ. Γάσπαρη, που διαβάστηκε στο διήμερο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Ατσιπόπουλο, στις 28 και 29 Ιουλίου 2013, υπό τον τίτλο: «Εν Ατσιποπούλω».

Στην εισήγησή του αυτήν ο κ. Γάσπαρης απαθανατίζει την περίφημη Ατσιπουλιανή Καμάρα, το σπουδαίο αυτό βενετσιάνικο μνημείο του Ρεθύμνου, που ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους από το νησί, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα νώτα τους, προχωρώντας προς τα Χανιά. Για το εντυπωσιακό αυτό μνημείο έχουμε σήμερα λιγοστές μαρτυρίες περιγραφικές ή απεικονιστικές, όπως αυτές των Spratt, Robert Pashley, Taylor, Ιωσήφ Χατζηδάκη, Gerola, Simonelli και κάποιων άλλων. Εξαιρετική, λοιπόν, η προνοητικότητα του συγγραφέα να καταγράψει και προσθέσει με την εισήγησή του, στις παραπάνω μαρτυρίες, και όσο ήταν καιρός, και τις μαρτυρίες τεσσάρων, ακόμα, υπερήλικων κατοίκων του Ατσιπόπουλου, που πρόλαβαν την περίφημη γέφυρα σε πολύ μικρή ηλικία και διατηρούσαν στη μνήμη τους ανάμνηση της αρχιτεκτονικής της.

 Ενδιαφέρουσα, επίσης, θεωρούμε και επιδοκιμάζουμε και επικροτούμε την πρόταση του συγγραφέα τη θέση όπου βρισκόταν η «Ατσιπουλιανή Καμάρα», που σήμερα την καλύπτει ο γνωστός συγκοινωνιακός κόμβος, που από τους Ρεθυμνιώτες αποκαλείται με την κοινότυπη αυτήν ονομασία «Κόμβος» (σαν να πρόκειται για τον μοναδικό κόμβο της Ελλάδος), να την ονομάσει επίσημα η πολιτεία με τη μία και μοναδική ονομασία «Ατσιπουλιανή Καμάρα». Αυτό, θεωρώ ότι θα ήταν το καλύτερο μνημόσυνο του περίφημου αυτού βενετσιάνικου Μνημείου, που αξίζει, γιατί όχι, να τύχει παρόμοιου ενδιαφέροντος όπως και το άλλο εξαφανισμένο βενετσιάνικο μνημείο, το «Ρολόι» της πόλης μας.

   Τέλος, εξαιρετική θεωρώ και την αποτίμηση που έκανε ο κ. Γάσπαρης στο εν λόγω συνέδριο, αναφερόμενος λεπτομερώς στο περιεχόμενο κάθε εισήγησης που διαβάστηκε, σχολιάζοντας ορισμένες από αυτές και τονίζοντας κάποιες από τις προτάσεις ορισμένων εισηγητών. 

Ο Αιμίλιος Γάσπαρης παρακολουθεί από κοντά και με σεβασμό τα προβλήματα του χωριού του, δίνει λύσεις και αποδίδει τις ευθύνες των κακών εκεί όπου πρέπει. Τα κείμενά του γραμμένα με ποιητική χάρη και ζεστασιά, καίτοι πεζά, αποπνέουν πλούσια λυρικότητα και έμπονη για τον τόπο του αγάπη, που για πολλά χρόνια υπήρξε το αγαπημένο του θέμα τόσο στη φωτογραφία όσο και στη ζωγραφική.

Ιδιαίτερες ευχές και ευχαριστίες στον εκλεκτό φίλο και συνάδελφο Αιμίλιο Γάσπαρη, ακάματο τού Λόγου και της Τέχνης εργάτη, και γι’ αυτήν την τελευταία γόνιμη και δημιουργική παρουσία του στα Ελληνικά Γράμματα, μια έκδοση- χρέος και τιμή προς το φυσικό και αστικό και δομημένο περιβάλλον και τον απρόσωπο λαό μας, τον άξιο και θαυμαστό δημιουργό ενός πλούσιου σε αισθήματα πολιτισμού, τον οποίο ο συγγραφέας στο παρόν βιβλίο του με τόση χάρη και φιλοκαλία επιχειρεί να διαφυλάξει.