Σε εκδήλωση που διοργάνωσε η
Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ 
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

«Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος  Χριστού Κουμπέ Ρεθύμνου και ο νεότερος Ιδρυτής της Νέστωρ Ι. Βασσάλος ο Διονυσιάτης»

*     *       *

[Στο παρόν ΑΦΙΕΡΩΜΑ παραθέτουμε πλήρεις τους χαιρετισμούς και τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ομιλίες των παρουσιαστριών, κάτι που ήταν αδύνατον να γίνει μέσα από τα ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ των εφημερίδων ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ (3/2/2012), ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (5/2/2012) και ΡΕΘΕΜΝΟΣ (11/2/2012), λόγω στενότητας χώρου]


*    *    *


      Το Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012 και ώρα 7 μ.μ. σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου στο κατάμεστο- και με δεκάδες ορθίων ακροατών-, παρά το δυνατό ψύχος, «Σπίτι του Πολιτισμού», πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη «Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος  Χριστού Κουμπέ Ρεθυμνου και ο νεότερος Ιδρυτής της Νέστωρ Ι. Βασσάλος ο Διονυσιάτης». Η Παρουσίαση, την οποία συντόνιζε ο ίδιος ο Συγγραφέας, συνοδευόταν από την παράλληλη προβολή των εκατοντάδων έγχρωμων εικόνων που κοσμούν το παρουσιαζόμενο βιβλίο.                      

Ο σεβ. Μητροπολίτης
Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου
κ. Ευγένιος, ενώ χαιρετίζει
την εκδήλωση

    

 

 

    Την εκδήλωση χαιρέτησε πρώτος, ως οικοδεσπότης της βραδιάς, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε ευστόχως στη σημασία τού Μοναχισμού στην εποχή μας και ευχαρίστησε τον συγγραφέα για τη συγγραφή του παρουσιαζομένου βιβλίου με το οποίο ανέκυψαν και πολλά νέα στοιχεία για τη Μονή. 

   Ακολούθησε χαιρετισμός από την οσιωτάτη Ηγουμένη τής Μονής Γερόντισσα Πανσέμνη, που, όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά,

«καμπτόμενες π τ χρέος ν μιλήσουν γι τν γία ζω το δρυτ κα κτίτορα τς Μονς κα νταποκρινόμενες στς παρακλήσεις τν προσκυνητν ν βρον κάποιο γραπτ κείμενο, προκειμένου ν γνωρίσουν τν στορία τς Μονς, προέβησαν στν κδοση ατὴν  πο περιλαμβάνει κα τ δύο: τν στορικ πορεία τς Μονς κα τν φειλόμενη ναφορ στ πρόσωπο το μακαριστο Γέροντά μας Νέστορα Βασσάλου, μις  πνευματικς κα σκητικς μορφς πο ζησε νάμεσ μας  κα πρξε γι τος συμπολίτες τς ποχς του, πολ γαπητς κα σεβαστς  καθοδηγητς  τς πνευματικής τους πορείας, ς λειτουργς κα πνευματικός Πατέρας (κοντ στν ποο ζησα  15 χρόνια, κα θαύμαζα περιόριστα τς  ρετές του κα προπάντων τν μεγάλη του ταπείνωση)». Στη συνέχεια, ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο, τον Συγγραφέα, τις ομιλήτριες και τους προσελθόντας στην εκδήλωση με τα εξής λόγια:

Η οσιωτάτη Ηγουμένη τής  Ι. Μονής Σωτήρος
Χριστού, Κουμπέ,
Γερόντισσα Πανσέμνη
, χαιρετίζει
την εκδήλωση 

    

 

 

      «Ταπειν κφράζουμε τν πέραντο σεβασμό, τν άγάπη κα τν εγνωμοσύνη μας στν σεπτ Ποιμενάρχη μας, μ τν εχ κα τν ελογία το ποίου περατώθηκε κδοση ατή, καθώς κα γι τν τιμ πο μς κανε, προλογίζοντας τ βιβλίο.

  Εγκάρδιες εχς κα θερμς εχαριστίες φείλουμε στν συγγραφέα κύριο Κωστή Παπαδάκη, γι τος κόπους πο κατέβαλε κα τν χρόνο πο φιέρωσε  γι τν κπόνηση ατο το ργου. Συνδεόμενες μαζί του μ μι σχέση ζως κα βαθις κτίμησης, εχόμαστε Σωτήρας Χριστός ν το νταποδώσει πολλαπλασίως τν μόχθο του.

    π καρδις εχαριστομε τς κυρίες Ντενζ Χλόη λεβίζου κα Μαρίνα Τζακώστα, πο δέχτηκαν εχαρίστως τν πρόταση γι τν παρουσίαση το βιβλίου, πως πίσης εχαριστούμε κα τ παιδι το μουσικο συνόλου, γιά τ μουσικ μέρος τς κδήλωσης

    Θ θέλαμε, τέλος, ν πομε να μεγάλο εχαριστ σ λους σς πο νταποκριθήκατε στν πρόσκληση κα βρίσκεσθε πόψε δῶ».

   Τέλος, ο συγγραφέας του βιβλίου Κωστής Ηλ. Παπαδάκης χαιρέτησε την όμορφη αυτήν εκδήλωση με τα εξής λόγια:

Ο Συγγραφέας τού βιβλίου
κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, ενώ απευθύνει

δυο λόγια κατά την εκδήλωση

    

 

 

     

 

      

         «Το βιβλίο αυτό που παρουσιάζει απόψε στην αγάπη σας η Ιερά Μητρόπολή μας είναι απαύγασμα εμπειρίας και καρπός πνευματικής σχέσης και επικοινωνίας- τόσο εμένα προσωπικά όσο και τής οικογένειάς μου- με την Ι. Μονή τού Σωτήρος για τριάντα και πλέον χρόνια. Και τα τέσσερα παιδιά μου μεγάλωσαν κυριολεκτικά κάτω από τον ευλογημένο και ιστορικό τού Γέροντα πεύκο. Πεμπτουσία, λοιπόν, και απόσταγμα τής σχέσης μου αυτής με το Μοναστήρι αποτελεί το βιβλίο μου αυτό.

Ευχαριστώ από βάθους καρδίας τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Ευγένιο, που προλόγισε δεόντως το βιβλίο και αποφάσισε την όμορφη αυτήν εκδήλωση παρουσίασής του. Επίσης, την οσιωτάτη Ηγουμένη, Γερόντισσα Πανσέμνη, αλλά και σύνολη την Αδελφότητα τής Ιεράς Μονής για τη βοήθειά τους και την αγάπη με την οποία στήριξαν τη μακρόχρονη και επίπονη έρευνά μου από την οποία προέκυψαν νέα άγνωστα για τη Μονή στοιχεία και γράφτηκε, επίσημα πλέον, μια, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένη βιογραφία για τον νεότερο Ιδρυτή της, Γέροντα Νέστορα Βασσάλο.

Ευχαριστώ και τις αγαπητές μας ομιλήτριες, την κ. Μαρίνα Τζακώστα- Θεοδωράκη και την κ. Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου για την προθυμία με την οποία ανέλαβαν να παρουσιάσουν το βιβλίο μου απόψε στην αγάπη σας. Επίσης, το Οdd Quartet για τη μουσική επένδυση τής όλης εκδήλωσης με το περίφημο ορατόριο των Χριστουγέννων τού Corelli- «γέννα», εξάλλου, πνευματική, υπήρξε και το βιβλίο μας αυτό- και όλους εσάς που μάς τιμάτε απόψε με την παρουσία σας και την αγάπη σας».   

Το "Odd- Quartet" ερμηνεύει
το Concerto Grosso
του Arcangelo Corelli

          

 

 

      Και στο σημείο αυτό, μετά το πέρας των χαιρετισμών, και αντί διαλείμματος, το “Odd Quartet”, αποτελούμενο από τους (με αλφαβητική σειρά): Νίκη Καπετανάκη (φλάουτο), Βαγγέλη Παπαδάκη (κλαρινέτο), Αναστασία Σταυρουλάκη (τρομπέτα) και Σπύρο Ραφτάκη (βιολοντσέλο), ερμήνευσε το Concerto Grosso, έργο 6- γνωστό και ως «Χριστουγεννιάτικο κοντσέρτο»- τού Arcangelo Corelli".

Ο Σεβασμιώτατος ενώ συνομιλεί με τα μέλη τού

Κουαρτέτου

  

 

      Ακολούθησε η Παρουσίαση του α΄ Μέρους τού βιβλίου:  Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ Ρεθύμνου από  την  Ιστορικό Τέχνης, Δρ. Πανεπιστημίου Κρήτης, κ. Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου. Ως Ιστορικός, πάντως, Τέχνης η κ. Αλεβίζου εστίασε, κυρίως, στην «αγιογραφική παράδοση τής Μονής» από τον Γέροντα Νέστορα Βασσάλο και τη συμβολή του ως αγιογράφου, μέχρι και το αγιογραφικό έργο των αδελφών της Μονής σήμερα. Παραθέτουμε, στο σημείο αυτό, την πλήρη ομιλία τής κ. Αλεβίζου:


Η κ.Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου
παρουσιάζει την "αγιογραφική
παράδοση" της Μονής 

  

 

 

       «Ευχαριστώ θερμά τον κ. Παπαδάκη για την τιμή που μου έκανε προσκαλώντας με να παρουσιάσω τη μελέτη του Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού - Κουμπέ Ρεθύμνου και ο νεότερος ιδρυτής της Νέστωρ Ι. Βασσάλος ο Διονυσιάτης που έρχεται να προστεθεί στο ιδιαίτερα πλούσιο συγγραφικό του έργο .

Δεν θα κρύψω ότι διαβάζοντας τη μελέτη αυτή,  θεώρησα ότι η δική μου συμβολή στην παρουσίασή της, περιορισμένη, λόγω ειδικότητας, στα της τέχνης,  δεν θα μπορούσε να αποδώσει τα κεντρικά θέματα που διατρέχουν όλη την αφήγηση:  τη σημασία της Μονής για το Ρέθυμνο, την πνευματική συνεισφορά της   και τη σημασία του μοναχισμού.

Ωστόσο, αφενός μεν η κάλυψη του σκέλους αυτού από τον Σεβασμιώτατο στο Προλογικό του σημείωμα στο βιβλίο, όπως  και σήμερα εδώ, και αφετέρου τα όσα θα αναπτύξει εν συνεχεία και  η κ. Μαρίνα Τζακώστα- Θεοδωράκη, μου αφήνουν ίσως ένα περιθώριο να σταθώ στα ζητήματα που αφορούν στα όσα πλούσια παρουσιάζονται στο βιβλίο για το έργο του μοναχού, αγιογράφου και δασκάλου της αγιογραφίας, ιδρυτή της Μονής Νέστορα Βασσάλου, όσο και των αδελφών της γυναικείας Μονής που εκείνος ίδρυσε και λειτουργεί  από το 1938 έως σήμερα,  ώστε να αναδείξω έτσι τη συμβολή της  Μονής αλλά και της μελέτης αυτής του κ. Παπαδάκη και στον τομέα αυτόν.

Αλλά πρώτα δυό λόγια για το α΄ μέρος του βιβλίου και την εκεί παρουσιαζόμενη  ιστορική διαδρομή της Μονής στο χρόνο, που μου ζητήθηκε επίσης να παρουσιάσω.


    ΒΑΣΣΑΛΟΣ- Ναός

Η (Αυτο)βιογραφία και

Διαθήκη

τού Νέστορος Βασσάλου

 (1952)

   

 

 

 

        Ξεκινώ επισημαίνοντας ότι αρχική πηγή του συγγραφέα αποτέλεσαν τα κείμενα- μαρτυρίες  που άφησε πίσω του ο  Βασσάλος (η  αυτοβιογραφία και Διαθήκη του, του έτους 1952, όσο και επιστολές του). Μέσα από τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα κείμενα, ο κ. Παπαδάκης διερεύνησε πτυχές της ζωής και του έργου του στην Κρήτη, οδηγούμενος και στο Άγιο Όρος και στη Σπάρτη, (ακόμη και με επισκέψεις στα κελιά όπου έζησε και μόνασε ο Βασσάλος) ενώ από πληροφορίες , ακόμη και σκέψεις και επιθυμίες που εκφράζει ο Γέροντας στα κείμενα αυτά, δίνεται, όπως θα δούμε, και η αφορμή για την ιστορική διαδρομή της Μονής  που προτείνεται  στο βιβλίο αυτό.

   Έτσι, στο επίκεντρο της όλης  μελέτης βρίσκεται το θείον Όραμα του Βασσάλου κατά την εποχή που μονάζει στο Άγιον Όρος το 1935,  μέσα από την περιγραφή που άφησε ο ίδιος και που το μεταφέρει ο κ. Παπαδάκης ως εξής: «Είδεν  οπτασίαν,  διαφωτισθείς εκ θείου πνεύματος και διαταχθείς εκ θείας αποκαλύψεως να κατέλθη και πάλιν εις Κρήτην , δια να ανακαλύψη τον Ιερόν Ναόν του Σωτήρος Χριστού (η Μεταμόρφωσις), κείμενον εν τοις ορίοις του χωρίου Γάλλου, της τοποθεσίας  Κουμπέ, ός έχων άφθονον και ιαματικόν ύδωρ…».

  Και ακολουθεί ο διάλογος του Βασσάλου με τον Κύριο: «όθεν έλεγα εις τον Κύριον και πώς δύναμαι, Κύριε, εις ξένην γην να κάμω ανασκαφές να ανακαλύψω την εκκλησίαν Σου; Και η αόρατος φωνή και θεία δύναμις του λέγει: Κάτελθε εις Κρήτην, τάδε λέγει ο Κύριος. Εγώ θα διατάξω τους κληρονόμους, οι έχοντες τα μερίδια εις τα οποία κείται η εκκλησία, να σου τα πωλήσουν δια να ανεγερθή ο ναός μου»…., σημειώνοντας, κατόπιν, πως επειδή ολιγώρησεν ο Νέστωρ στην πρώτη και δεύτερη εντολή του Κυρίου δέχεται πια και τρίτη δριμύτερη, που τον αναγκάζει να υπακούσει και να έρθει στην Κρήτη, να διενεργήσει ‘ανασκαφές’ και να προχωρήσει στην ανακάλυψη του «παλαιού»- όπως τον προσδιορίζει ο Νέστωρ- ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Και εδώ αρχίζει η ιστορική διαδρομή: «Ευσεβής πόθος του Γέροντος ιδρυτή της νεότερης μονής …», σημειώνει ο κ. Παπαδάκης, «ήταν η βυζαντινή προέλευση του μοναστηριού, για την οποία μάλιστα μιλούσε σε όλους με απόλυτη βεβαιότητα, μια βεβαιότητα που του την υπέθαλψαν […. ] ειδικοί αρχαιολόγοι της εποχής».

Έτσι, ο μελετητής μάς διηγείται κατόπιν πώς όταν ο Βασσάλος αγοράζει με ευκολία τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια και ξεκινά τις  εργασίες για την ανοικοδόμηση του ναού του Σωτήρος, ανακαλύπτει ‘ευρήματα’, τα οποία, ωστόσο, δεν υφίστανται πια, αλλά τα περιγράφει ο Γέροντας σε μιαν Επιστολή του, που απευθύνει στις 8 Μαΐου 1938, προς τον πρωτανιψιό του Ευμένιο, που μόναζε τότε στην Ι. Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους: «Και εύρον πολλά ευρήματα, πελέκια έως τριακόσια, εικόνας, μνημεία λαξευτά και διεδόθη ότι εύρον θησαυρόν». Παρά το ότι «ούτε η ιστορία αναφέρει, ούτε ευρέθη τις από τους γερόντους να έχει ακούσει καμμίαν παράδοσιν …. οι αρχαιολόγοι», σημειώνει ο Βασσάλος,  «τον κατατάσσουν  από των Αποστολικών χρόνων, δηλαδή προ 1300 ετών, καθότι και ο ρυθμός ως βασιλική το μαρτυρεί», που ο κ. Παπαδάκης με τρόπο διορθώνει εδώ, τοποθετώντας έναν πρώτο μικρό ναό στην ίδια θέση,  ίσως της β΄ βυζαντινής περιόδου (σ. 38).

 

 ΡΕΘΥΜΝΟ- Έργο

     Η δεύτερη περίοδος που εξετάζεται στο βιβλίο αυτό είναι η περίοδος της ζωής της Μονής κατά την Βενετοκρατία. Εδώ, στα ερωτήματα που αφορούν στη ζωή της Μονής- ίσως, όπως προτείνεται, από τον 16ο αιώνα- επιχειρείται «απάντηση η οποία αποβαίνει δύσκολη, αβέβαιη και άκρως επισφαλής», όπως σημειώνει εισαγωγικά, ο μελετητής. 

    Μία ζωγραφική μαρτυρία της εποχής του Χορτάτζη, όμως, το γνωστό έργο που βρίσκεται σήμερα στο Δημαρχείο Ρεθύμνου, άγνωστου ζωγράφου, που δείχνει ένα μοναστήρι να δεσπόζει πάνω στο λόφο (με βέλος στο έργο), όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή του Σωτήρος Χριστού, αποτελεί, όπως σημειώνει ο κ. Παπαδάκης ‘σαφέστατη απεικόνιση’  «ώστε να μη χωρεί πια αμφιβολία ότι στις αρχές του 17ου αι., το παλαιό μοναστήρι των χρόνων της Ενετοκρατίας είχε κιόλας ιδρυθεί και λειτουργούσε κανονικά».

Το Ρέθυμνο τής Ενετοκρατίας (1620)

     Κατόπιν παραθέτει πληροφορίες για τη  ζωή και το πιθανό όνομα  του μοναστηριού αυτού που «διακρίνεται [στο έργο] καθαρότατα, δίκην σωστικής κιβωτού, να δεσπόζει στην κορυφή του παραλιακού πετρώδους λοφίσκου» (σ. 28-29), αντλώντας πληροφορίες από διάφορες πηγές. Αναφέρεται στα αρχιτεκτονικά μέλη, πιθανότερα της περιόδου εκείνης  που βρήκε και ενσωμάτωσε ο Βασσάλος στο ναό  του κατά την ανέγερσή του, σε χάρτες Βενετών, όπως του Μάρκο Μποσκίνι του 1651, όπου διακρίνεται το ακρωτήρι San Zuane στους πρόποδες του λόφου όπου βρίσκεται σήμερα η Μονή, ή σε μνείες για ύπαρξη παράκτιας σκοπιάς  στην περιοχή αυτή με το όνομα San Zuanne Εremita. Σημειώνει   πληροφορίες, όπως αυτήν του Gerola για «το νερό που ξεκινούσε από τον μικρό Κουμπέ, στους πρόποδες του λοφίσκου όπου υψώνεται ο Άγιος Ιωάννης» και συνδέει τα παραπάνω κατόπιν και με στοιχεία από την απογραφή του 1637, όπου μνημονεύεται ύπαρξη ενός μοναστηριού αφιερωμένου στον Αγ. Ιωάννη τον Ερημίτη, στο οποίο ο κ. Παπαδάκης προσθέτει και πλούσιο υλικό για τους πρώτους οικιστές και κτήτορες της Μονής αυτής (τον ιερομόναχο Φιλόθεο Φωκά, τους Κλαροτζάνε και τους Βεβέληδες). Όλα τα παραπάνω, οδηγούν τον κ. Παπαδάκη στην υπόθεση ότι θα υπήρξε δίκλιτη ορθόδοξη βασιλική αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό και κυριότερα μάλλον, στον  άγιο Ιωάννη  τον Ερημίτη, στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα η Μονή του Σωτήρος Χριστού.

Έτσι, και ενώ, το σύνολο αυτό των  πληροφοριών για την έως σήμερα άγνωστη ιστορία της Μονής του Κουμπέ επί Βενετοκρατίας, που προτείνεται στη μελέτη αυτή, και που θα βρει ο αναγνώστης στις σελ. 26-63, θα τύχει αναμφίβολα, της προσοχής ειδικότερων στα θέματα αυτά, που θα τις ελέγξουν με προσοχή και θα τις αξιολογήσουν, στην προτεινόμενη ιστορική διαδρομή της Μονής, ακολουθεί πάντως, «το μοιραίο τέλος», η «μοιραία καταστροφή από τους Τούρκους το 1645», και  η περίοδος που αποκαλεί  ο συγγραφέας «περίοδο που ο σπινθήρας της μοναχικής ευσέβειας βρισκόταν ‘εν υπνώσει’».

     Και από κει, περνά στη βέβαιη πλέον και μαρτυρημένη πολλαπλά  ιστορική διαδρομή στο χρόνο της Μονής από την ανοικοδόμηση του ναού της Μεταμόρφωσης το 1935 όταν ο Νέστορας Βασσάλος, μετά το θείο οράμά του, άρχισε την ανοικοδόμηση του μικρού μονόκλιτου ναού της Μεταμόρφωσης, που έκτοτε αποτέλεσε- και αποτελεί έως σήμερα- τον βασικό πυρήνα της ζωής της  Μονής.

Το τάλαντο

    

 

 

    Σειρά έχει η αναλυτική περιγραφή της ίδρυσης της Μονής από τον Βασσάλο, πληροφορίες για τα πρώτα κελλιά που κτίζονται, και τις  πρώτες μοναχές που καταφθάνουν το 1938, ο Κανονισμός της Μονής που συνέταξε ο Βασσάλος, η διαθήκη του και η επιστολή του προς τους κατοίκους του Γάλλου με την εντολή να την προστατεύουν και να την διατηρήσουν στους αιώνες.

    Ακολουθούν ιδιαίτερα κεφάλαια για την περίοδο από το 1970 έως σήμερα, όταν με τη συνδρομή και αρωγή του μακαριστού Μητροπολίτη Τίτου Συλλιγαρδάκη, γίνονται έργα ανακαίνισης, προστίθενται νέες κατασκευές (όπως η πτέρυγα των κοινόχρηστων χώρων, η περίφραξη της Μονής, το κτήριο του Μουσείου, το παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων και άλλα), που περιγράφονται αναλυτικά, ενώ ιδιαίτερα μνημονεύεται εδώ και το νέο κλίτος που θα προστεθεί το 1992, πλέον, στον παλαιό ναό αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο, τιμώντας την ιερή εικόνα μικρού μεγέθους του 17ου αιώνα που ανέσυρε ο Βασσάλος κατά τις ανασκαφές του,  και υλοποίησε η σημερινή αδελφότητα της Μονής, εκπληρώνοντας έτσι και «έναν διακαή πόθο και επιθυμία του», όπως σημειώνεται.


 ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ- εργασίες

Ανάμεσα στα έργα που υλοποιούνται από το 1970 έως σήμερα με τη συνδρομή και αρωγή του μακαριστού Μητροπολίτη Τίτου Συλλιγαρδάκη, κεντρικής σημασίας είναι και ο χώρος του Αγιογραφείου της Μονής, όχι μόνο επειδή, όπως σημειώνει ο κ. Παπαδάκης, «το Μοναστήρι του Κουμπέ έχει μεγάλη παράδοση στην αγιογραφία που του προσφέρει και τους βασικούς πόρους διαβίωσης» (μαζί με την καλλιτεχνική βιβλιοδεσία που αποτελεί μία κεντρική, επίσης, ενασχόληση των μοναχών),  αλλά και επειδή,  μέσα από το αγιογραφικό του έργο, ο Βασσάλος  και  κατόπιν η Γερόντισσα Πανσέμνη ‘διάδοχός του’ στον τομέα αυτόν και μεταγενέστερα η νεότερη ομάδα των μοναχών  έως σήμερα, συμβάλλουν στην ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωγραφική παράδοση της Κρήτης, η οποία, όπως θα δούμε αμέσως, συμπίπτει και με τις διαδοχικές φάσεις, γενικότερα, της εκκλησιαστικής ζωγραφικής σε όλη την  Ελλάδα.


ΕΡΓΑ ΤΡΙΩΝ ΠΕΡΙΟΔΩΝ

Οι διαφορετικές περίοδοι που καταγράφονται στην αγιογραφική παράδοση της Μονής από την εποχή του Νέστορα έως σήμερα, εύστοχα και ευσύνοπτα επισημαίνονται από τον κ. Παπαδάκη, όταν γράφει (σ. 117): «Ο Νέστωρ Βασσάλος (που θυμίζουμε εδώ υπήρξε και δάσκαλος αγιογραφίας επί πολλά έτη) αγιογραφούσε ανελλιπώς μέχρι το έτος 1955, δύο χρόνια πριν από την οσιακή κοίμησή του. Διάδοχός του από το έτος αυτό, καθίσταται η σημερινή Γερόντισσα Πανσέμνη Αυγουστάκη, στην οποία εκείνος δίδαξε την αγιογραφία. Η γερόντισσα Πανσέμνη θα διακονήσει με τη σειρά της την Ιερή Τέχνη επί σαράντα ολόκληρα χρόνια μέχρι το έτος 1985, ενώ ήδη από το 1973 έχει αρχίσει παράλληλα μία νέα περίοδος στην αγιογραφική παράδοση της Μονής με τη μοναχή Μαριάμ, που ακολουθεί τη βυζαντινή τεχνοτροπία και τα τελευταία χρόνια γύρω από τη μοναχή Μαριάμ συσπειρώνεται και αρχίζει να δραστηριοποιείται η σημερινή αγιογραφική ομάδα, των νεότερων μοναχών» μεταξύ των οποίων, μνημονεύονται οι μοναχές Μαρκιανή, Τατιανή και Λυδία.

Στη μελέτη παρέχεται πλούσια τεκμηρίωση για το αγιογραφικό έργο όλων των περιόδων, ενώ ιδιαίτερα κεφάλαια αφιερώνονται στο πληθωρικό έργο του Βασσάλου, ο οποίος «ζωγραφίζοντας ακόμη και πάνω σε τσιγαρόχαρτα» φιλοτεχνεί περί τις 2000 εικόνες μεταξύ του 1903 και 1955.

Όπως, επίσης, αναφέρεται στη μελέτη, ο Βασσάλος ξεκινά την ενασχόλησή του με την αγιογραφία στο Άγιον Όρος,  όπου βρίσκεται ήδη από 18 ετών και επί μία δεκαετία, και όπου παίρνει τα πρώτα μαθήματα κοντά στους Πατέρες «οι οποίοι ασκούσαν με επιτυχία το διακόνημα του αγιογράφου». Τη  μαθητεία του αυτήν τη συνεχίζει στα έτη 1904-1908, όταν πηγαίνει στην Αθήνα επιθυμώντας ο ίδιος «μεγαλυτέραν εκπαίδευσιν της Αγιογραφίας». Και ενώ ενδιαφέρουσα είναι και η πληροφορία που παραθέτει ο κ. Παπαδάκης ότι εστάλη και στη Ρωσία για να διδαχθεί την τέχνη της φωτογραφίας και τη ρώσικη γλώσσα, από το 1908 και εξής- περίοδο κατά την οποία βρίσκεται στην Ι. Μ. Ζερμπίτσης στη Σπάρτη- φαίνεται πως αρχίζει πλέον να φιλοτεχνεί έργα  ως κύριος αγιογράφος πλέον σε ναούς της περιοχής. Η ενασχόλησή του αυτή συνεχίζεται απρόσκοπτα έως το 1955 και μαρτυρείται να ιστορεί κατόπιν, ναούς και εικόνες ιδιωτικής λατρείας, τόσο στο Ρέθυμνο όσο  και στα  Χανιά, όπως επίσης και στο Ηράκλειο αλλά και στην Αθήνα. 


 ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

Η ιστορική φωτογραφία

τού Νέστορος Βασσάλου

 με τους μαθητές του


 

 

     

 

      Στην ενασχόλησή του αυτή, σημαντική είναι και η δράση του από το 1914- 1934 ως δασκάλου της αγιογραφίας με οργανωμένο μάλιστα εργαστήρι στην πόλη του Ρεθύμνου, όπου συστήνει και «Όμιλο Μαθητευόντων και μαθητευουσών Καλλιτεχνών» όπως αναγράφεται  σε Βιβλίο που άφησε ο Γέροντας, το οποίο αναφέρει αναλυτικά ο κ. Παπαδάκης παραθέτοντας και ονόματα μαθητών του όπως καταγράφονται στο Βιβλίο, κομίζοντας έτσι ένα στοιχείο που αποτελεί μία σημαντική προσθήκη στην ιστορία της τέχνης του Ρεθύμνου, ένα ντοκουμέντο που αναδεικνύει το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η ενασχόληση με την αγιογραφία στο Ρέθυμνο της εποχής εκείνης.

Η πληθωρικότητα του έργου του Βασσάλου και η προτίμηση των Ρεθεμνιωτών για τα έργα τού αγιορείτη μοναχού και αγαπημένου δασκάλου της αγιογραφίας που σημειώνεται στη μελέτη αυτή, γνωρίζουμε, και από άλλες πηγές, ότι έθετε, μάλιστα, ακόμη και εκτός αγοράς άλλους ζωγράφους της περιόδου. Το μαρτυρεί  ένα μάλλον πικρό σχόλιο σε εφημερίδα που έγραψε ο γιος του Γεώργιου Γαληνού, ζωγράφου εκείνης της εποχής, γνωστού κυρίως για τις τοιχογραφίες του σε πολλές οικίες του Ρεθύμνου, ότι, δηλαδή, οι Ρεθεμνιώτες «προτιμούσανε τα έργα π.χ. του Πάτερ Νέστορα, ενός καλόγερου» έναντι των έργων του πατέρα του[1].

Η προτίμηση αυτή, δεν υπήρξε ούτε  τυχαία, ούτε αδικαιολόγητη και σχετίζεται άμεσα πρωτίστως, με τη μαθητεία του στο Άγιον ΄Ορος: Αποτελεί κοινό τόπο, οι εικόνες ενός Αγιορείτη μοναχού, παρά τα δυτικά στοιχεία και τις εμφανείς ρώσικες επιδράσεις που διακρίνουμε σε αυτές σήμερα, να θεωρούνται την εποχή εκείνη, αντιπροσωπευτικά έργα της ορθόδοξης παράδοσης, καθώς το άγιο Όρος «ασκούσε πάντα ιδιαίτερη επιρροή και προκαλούσε το σεβασμό των χριστιανικών πληθυσμών»[2]

Τούτο είναι σημαντικό, για να κατανοήσει κανείς την ιστορική πραγματικότητα της εποχής του Βασσάλου και τη σημασία του αγιογραφικού του έργου,  παρά τις όποιες αδυναμίες παρουσιάζει, και παρά τη σημερινή αντίληψη γι’ αυτό ως απομακρυσμένο από την βυζαντινή παράδοση.

Πιο συγκεκριμένα, ο δυτικότροπος –ρώσικος προσανατολισμός της αγιορείτικης εκκλησιαστικής  ζωγραφικής που μαθαίνει και ο Βασσάλος κοντά στους Πατέρες, αφορά σε τάση η οποία σημειώνεται έντονα  κυρίως από τα μέσα του 19ου αι. κ.ε. και σχετίζεται με την επιρροή που άσκησε η δυτικότροπη ρωσική αγιογραφία στο Άγιον Όρος (βλ. το πλαίσιο της επεκτατικής πολιτικής της Ρωσίας) και που οδήγησε στη σταδιακή αλλοίωση της ‘παραδοσιακής ζωγραφικής’ και σε έργα που, όπως σημειώνουν ειδικότεροι μελετητές, εν τέλει «ούτε τη φύση αντέγραφαν απόλυτα ούτε απέρριπταν εξολοκλήρου την παράδοση»[3].  Όπως τα έργα του Βασσάλου, δηλαδή.

Θα προστεθεί εδώ ότι, παράλληλα, η μαθητεία στο Άγιον Όρος έχει γίνει σχεδόν επιβεβλημένη από τα τέλη κυρίως του 19ου αιώνα για τους Έλληνες ζωγράφους και κορυφώνεται, θα έλεγε κανείς, στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αι., την εποχή, δηλαδή, και της μαθητείας του Βασσάλου, οπόταν και διόλου τυχαία, παρατηρείται και σε όλη την Κρήτη γενικά, αθρόα  εισροή εικόνων μοναχών του Αγίου Όρους με εμφανή στοιχεία Ρώσικης και δυτικής επίδρασης, όπως και στα έργα του Βασσάλου, και δουλεμένα με την τεχνική της ελαιογραφίας, όπως του Βασσάλου.

 

ΝΥΜΦΙΟΣ

Τα παραπάνω για τη  δυτικότροπη ρώσικη επίδραση στο έργο του  τα ενσωματώνει πολύ εύστοχα ο κ. Παπαδάκης στη μελέτη του, μέσα από  ένα  στοιχείο που κομίζει όταν,  ακολουθώντας  κάθε του βήμα, θα βρει έργα του στην Ι. Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους και θα σημειώσει:

Ο Χριστός ως Νυμφίος τής Εκκλησίας- 

Νέστορος Βασσάλου

Άγιον Όρος (1910)

 

 

 

  

     «Μεγάλη έκπληξη δοκιμάσαμε, όταν στο σκευοφυλάκιο της Ι. Μ. Διονυσίου εντοπίσαμε εικόνα του Νέστορος Βασσάλου, του έτους 1910 […] που εικονίζει τον Χριστό «ως Νυμφίο της Εκκλησίας» (σ. 161). Προσθέτει δε: «πρόκειται για εικόνα Ρώσικης τεχνοτροπίας, της οποίας το πανομοιότυπο αντίγραφο ρωσική χαλκομανία εποχής , εντοπίσαμε στο φάκελο με το αρχειακό υλικό του κελιού του Αγίου Δημητρίου». Έτσι, εδώ ο κ. Παπαδάκης πιστοποιεί αφενός μεν τη διάχυση ρώσικων προτύπων την εποχή αυτή, στην Ι. Μονή Διονυσίου και αφετέρου την αντιγραφή τους από τον Βασσάλο στα πρώϊμα έργα του.

Αυτή λοιπόν είναι  σε γενικές γραμμές η παιδεία του και οι αρχές της  τέχνης του, την οποία μαθαίνει κοντά του κατόπιν και η διάδοχός του στην αγιογραφία Γερόντισσα Πανσέμνη, η οποία μάλιστα θα εργαστεί μαζί του για πολλά χρόνια.

          Αρχάγγελος Μιχαήλ   - Γερόντισσα ΠΑΝΣΕΜΝΗ.

Τα έργα της, δυτικότροπα, δουλεμένα με την τεχνική της ελαιογραφίας  μαρτυρούν ταύτιση υφολογική με τα σκοτεινά τους πλασίματα και χρήση των ίδιων χρωμάτων που προτιμούσε και ο  Βασσάλος, αλλά και ευρεία χρήση ρώσικων ή και δυτικών προτύπων, όπως ο αρχάγγελος Μιχαήλ του Γκουίντο Ρένι (Ιταλός ζωγράφος του 16ου -αρχών του 17ου αι.), ένα πρότυπο που αγαπήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε όλη την Ελλάδα, από αγιογράφους και ζωγράφους .

Είναι, όμως, ήδη στα έργα της Γερόντισσας Πανσέμνης, που σταδιακά βλέπουμε να σημειώνεται διαφοροποίηση από το έργο του δασκάλου της. Η στροφή αυτή,  που αρχίζει να διαφαίνεται στο έργο της Γερόντισσας, συνδέεται με την νέα περίοδο, στην αφετηρία της οποίας βρίσκεται η ανάπτυξη πλέον των βυζαντινών σπουδών στην Ελλάδα, και μαζί η σημαντική συμβολή προς την κατεύθυνση αυτήν, του Φώτη Κόντογλου (έργα του οποίου άλλωστε βλέπει κανείς και στο Ρέθυμνο, στον ιερό ναό των 4 Νεομαρτύρων Ρεθύμνου και στον ομώνυμο των Μελάμπων, δήμου Αγίου Βασιλείου, αλλά και του αγίου Νικολάου Ρεθύμνου, που χρονολογούνται το 1955).

 

ΕΡΓΑ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

 

     Είναι η περίοδος που αρχίζει να κυριαρχεί η αποκαλούμενη ‘νεοβυζαντινή τέχνη’ με την επιστροφή στους τύπους και στις αντιλήψεις και αρχές– εικονογραφικά και τεχνοτροπικά- της βυζαντινής παράδοσης,  και η εποχή λίγο αργότερα, για τη Μονή του Κουμπέ, που πλέον  αρχίζει να αγιογραφεί και η Μοναχή Μαριάμ. Έτσι, τη ‘νεοβυζαντινή τέχνη’ συνεχίζει από το 1987 και εξής, η  σημερινή ομάδα αδελφών της Μονής με τεράστια επιτυχία, φιλοτεχνώντας, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες εντός και εκτός Κρήτης, για τα οποία πλούσιο φωτογραφικό υλικό θα βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο του κ. Παπαδάκη. 

ΚΑΘΟΛΙΚΟ

      Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθώ και σε μια παρατήρηση του συγγραφέα για το πώς ξένισε τον μακαριστό μητροπολίτη Τίτο Συλλιγαρδάκη η τοποθέτηση δύο μνημειακών εικόνων του Βασσάλου που προορίζονταν αρχικά για τον μονόκλιτο ναό που ανήγειρε το 1935 μαζί με τις εικόνες νεοβυζαντινής τεχνοτροπίας στο διπλό τέμπλο του καθολικού της Μονής, επειδή «τις έβλεπε από πλευράς τεχνοτροπίας, να απάδουν προς την λοιπή βυζαντινή αγιογράφηση του καθολικού» (σ. 86). Η συνύπαρξη αυτή,  δεν αποτελεί έκπληξη: Απαντά συχνότατα στους ναούς και στις Μονές σε όλη την  Κρήτη.

Η συμβίωση διαφορετικών τάσεων αντικατοπτρίζει άλλωστε τις μεταβολές στην ιστορία της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωγραφικής του τόπου, και έτσι και στον δίκλιτο πλέον ναό της Μονής, αλλά και στα άλλα κτίσματα θα συνυπάρξουν οι φάσεις αυτές, που, αν και είναι πράγματι συνδυασμός αταίριαστος, ωστόσο αποτελούν κομμάτι της ιστορίας του ναού της Μονής του Κουμπέ, αλλά και φόρο τιμής στον νεότερο ιδρυτή της. Πέραν αυτού, όμως, κύριο ενωτικό στοιχείο μεταξύ των έργων του Βασσάλου, της Γερόντισσας Πανσέμνης, της μοναχής Μαριάμ και της νεότερης ομάδας, που τους επιτρέπει τη συνύπαρξη,  είναι η βαθειά  πνευματικότητα που αποπνέουν τα έργα τους .

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ

"Ο Ευαγγελισμός" - Ν. Βασσάλου

(1941)- Μουσείο

Μητροπ. Ναού Ρεθύμνου

 

 

 

     Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι μία εικόνα του Βασσάλου «ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου», έργο του 1941, που θα βρει ο αναγνώστης στη σελ. 216 του βιβλίου, θεωρείται θαυματουργή, καθώς, όπως ορθά σημειώνει ο κ. Παπαδάκης: «κατά κανόνα οι θαυματουργές εικόνες αντανακλούν την αγιότητα ευσεβών χαρισματούχων αγιογράφων ιερομονάχων και ασκητών μοναχών για τους οποίους η φιλοτέχνηση μιάς εικόνας ήταν έργο έντονης πνευματικής περισυλλογής και αγωνίας, που άρχιζε καθημερινά με προσευχή και αυστηρή νηστεία» (σ. 217).

Η πνευματικότητα είναι λοιπόν το κεντρικό στοιχείο που συνδέει όχι μόνο τα έργα μεταξύ τους, αλλά - κυριότερα –όλες τις εκφάνσεις της ζωής στη Μονή αυτή. Το σημειώνει συχνά ο κ. Παπαδάκης μεταξύ άλλων και με ένα απόσπασμα που προσεκτικά επιλέγει από τον Κόντογλου για τη σημασία των μοναστηριών για κάθε τόπο: «εκεί που λείψανε τα μοναστήρια, ξεράθηκε και η ευσέβεια των ανθρώπων κι όπου υπάρχει αληθινή μοναχική ζωή και μοναστήρια με παράδοση, εκεί θάλλει η Ορθοδοξία και η πνευματικότητα» (σ.117)

Το υπογραμμίζει και ο Σεβασμιώτατος στο προλογικό του σημείωμα της μελέτης αυτής, όταν επισημαίνει ειδικότερα ότι η Ιερά Αδελφότητα της Μονής του Κουμπέ «ενσαρκώνει το απαράμιλλο μοναχικό ήθος» και  «μαρτυρεί ταπεινά και αθόρυβα το νόημα της κατά Θεόν αφιέρωσης, χωρίς νοθεύσεις, αλλοιώσεις ή καινοτομίες».

*     *     *

   Και η Παρουσίαση τού βιβλίου ολοκληρώθηκε με ομιλία τής κ. Μαρίνα Τζακώστα, επίκουρης Καθηγήτριας τού Πανεπιστημίου Κρήτης, η οποία αναφέρθηκε στο β΄ Μέρος τού βιβλίου, που αναφέρεται στον νεότερο Ιδρυτή τής Μονής Νέστορα Ι. Βασσάλο. Αμέσως παρακάτω ακολουθεί ο πλήρης λόγος τής κ. Μαρίνας Τζακώστα:

Η κ. Μαρίνα Τζακώστα αναφέρεται
στον νεότερο Ιδρυτή της Μονής
Νέστορα Βασσάλο

  

 

 

     «Όταν μου ζητήθηκε να συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Κωστή Παπαδάκη το οποίο είναι αφιερωμένο στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού Κουμπέ Ρεθύμνου και το νεότερο ιδρυτή της Νέστορα Βασσάλου τον Διονυσιάτη ένιωσα μια κάποια αμηχανία και αντικρουόμενα συναισθήματα. Ένιωσα ταυτόχρονα τυχερή και άτυχη. Τυχερή γιατί σκέφτηκα πως θα έχω τη δυνατότητα και την ευκαιρία να μιλήσω για έναν ‘χώρο’, νοητό και πραγματικό, πνευματικό και υλικό, με τον οποίο με συνδέουν ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και δεσμοί βαθέος σεβασμού και βαθιάς και μεγάλης αγάπης. Είναι αναζωογονητικό και ανακουφιστικό να μιλάς για φίλους και αγαπημένους. Άτυχη γιατί μου έλαχε να παρουσιάσω το δεύτερο μέρος του βιβλίου που αφορά στην προσωπικότητα, το βίο και την πολιτεία του Νέστορα Βασσάλου, του νεότερου ιδρυτή της μονής. Και παρόλο που στην εποχή μας, νομίζω ότι όχι τυχαία άνθρωποι, αξίες και όνειρα ισοπεδώνονται και εξουθενώνονται, και οτιδήποτε αφορά στην πνευματική ζωή του ανθρώπου υποτιμάται και χλευάζεται, βρίσκω πως το να μιλάς, να σχολιάζεις ή ακόμη και να κρίνεις τη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου, πόσο μάλλον ενός ιερωμένου, είναι δύσκολο, επισφαλές και ριψοκίνδυνο. 

Όταν πρωτοέπιασα στα χέρια μου και φυλλομέτρησα το βιβλίο, διερωτήθηκα γιατί δεν προηγήθηκε το δεύτερο μέρος του πρώτου, δηλαδή γιατί η βιογραφία και εργογραφία του Γέροντα Νέστορα δεν προηγήθηκε της παρουσίασης όλων των στοιχείων, πολιτισμικών, ιστορικών, κοινωνικών, πνευματικών, που χαρακτηρίζουν την Ι. Μ. του Σωτήρος Χριστού. Ωστόσο, όταν προχώρησε η μελέτη διαπίστωσα ότι η δομή του βιβλίου ήταν η πρέπουσα, δεδομένου ότι το πρώτο μέρος στην ουσία παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες οι οποίες διαμόρφωσαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ‘αναδείχθηκε’ η προσωπικότητα του Γέροντα. 

Θεωρώ χρέος μου να πω λίγα λόγια για τη μορφή του βιβλίου, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν άπτεται άμεσα του θέματος το οποίο πραγματεύομαι. Οφείλω, ωστόσο, να πω ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση– λίγες τέτοιες, πλέον, εμφανίζονται στις μέρες μας-  σημαντική προσφορά όχι μόνο στα μνημεία του τόπου αλλά και της Ελλάδας γενικότερα. Γι’ αυτό και θα ήθελα να συγχαρώ όχι μόνο τον κ. Παπαδάκη αλλά και όλους όσοι συνέβαλαν στην έκδοση αυτού του βιβλίου.

Ως επιστήμονας, το πρώτο πράγμα που αναζητώ σε ένα μη λογοτεχνικό βιβλίο είναι τα βιβλιογραφικά του ερείσματα. Και ένιωσα μεγάλη χαρά όταν διαπίστωσα ότι η μελέτη του κ. Παπαδάκη στηρίζεται σε πολύ σημαντικές επιστημονικές εργασίες και μελέτες, οι οποίες δίνουν κύρος και στη δική του μελέτη. Πρόκειται, λοιπόν, για επιστημονικό πόνημα με σημαντικές επιστημονικές παραπομπές, με εξαιρετικά πλούσιο φωτογραφικό υλικό και εξαιρετικά ρέουσα γλώσσα.

Δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω και την πλουσιότατη εργογραφία του συγγραφέα, η οποία περιλαμβάνει πολλά βιβλία και πολυάριθμες δημοσιευμένες μελέτες, πράγμα που πιστοποιεί την ενεργή και συνεχή προσφορά του στην πνευματική παραγωγή και δραστηριότητα του τόπου. Νιώθω πως πρέπει να πω πόσο τυχεροί πρέπει να ήταν οι μαθητές οι οποίοι βρέθηκαν στην τάξη μαζί του.

Για να επιστρέψω στο θέμα μου, το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη:

Α΄ μέρος-  12 κεφάλαια, αναφορά στον εξωτερικό χώρο της μονής, σε στοιχεία που αφορούν την κτίση της, στους οικιστές της και στο ναό, στις περιόδους δράσης της, στα κειμήλια, στην κοινωνική ζωή και την κοινωνική προσφορά τής.

B’ μέρος - 8 κεφάλαια

Αυτοπροσωπογραφία

Νέστορος  Βασσάλου

 

 

 

 

 

  Α.  Καταρχήν ο συγγραφέας αναφέρεται στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο γέροντας καθώς και σε βασικά βιογραφικά στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα, ο Νέστορας Βασσάλος γεννήθηκε και ανδρώθηκε σε μια βαθύτατα θρησκευόμενη οικογένεια, η οποία πρόσφερε πλήθος ιερωμένων στην Κρήτη και την Ελλάδα γενικότερα. Αυτό δείχνει ότι για την οικογένεια του γέροντα Νέστορα ήταν φυσική κατάσταση η εν Χριστώ ζωή και οτιδήποτε έξω από αυτήν ήταν παράταιρο, παράξενο και διαφορετικό.

Γέννηση το 1876 στους Δαφνέδες Μυλοποτάμου και είχε 6 αδέλφια, Κοιμήθηκε το 1957- όπως σημειώνει ο συγγραφέας του βιβλίου η αυτοβιογραφία του είναι η βασική πηγή πληροφοριών τού-  δευτερεύουσα πηγή συνιστά μια ιδιόχειρη (η β’) διαθήκη του το 1954.

Σε ηλικία 6 ετών μαθαίνει κοντά στο νονό του τα πρώτα του γράμματα στην Πηγή. Στη συνέχεια, βρίσκεται στην Ι. Μονή Χαλέπας και στην Ι. Μονή Κουδουμά και στα 18 του στον Άθωνα, καταρχήν στο κελλί του Α. Δημητρίου της Μονής Α. Διονυσίου.

Β. η ζωή του στο Άγιο Όρος

Ι. Μ. Διονυσίου, Αγίου Όρους

    

 

 

      Το 1904 βρίσκεται στην Ι. Μ. Ζερμπίτσας (στη Σπάρτη), όπου βρίσκεται για να εξασκηθεί στην αγιογραφία. Το 1911 ξανά στο Άγιον Όρος στην Ι. Μ. Διονυσίου και το κελί του Αγίου Δημητρίου. Επιστροφή στο Ρέθυμνο το 1914, λόγω κλονισμού της υγείας τού- παραμονή μέχρι το 1934, η μεγαλύτερη παραμονή στη γενέτειρα. Γίνεται εφημέριος σε διάφορες περιοχές του Ρεθύμνου και για ένα χρόνο (1927-28) οικονόμος στην Ι. Μ. Μυριοκεφάλλων. Παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής – ζωηρό ενδιαφέρον από τους ντόπιους – ιδρύει τον όμιλο μαθητευόντων και μαθητευουσών καλλιτεχνών, όπως ο ίδιος ο γέροντας τον ονομάζει. Ο όμιλος, όπως παραθέτει ο κ. Παπαδάκης συνίσταται από 101 μαθητές για το χρονικό διάστημα μεταξύ 1926-1937).

Γ. επιστροφή στο Ρέθυμνο

Δ. η ίδρυση της νέας Μονής

Ο γέρων Νέστορας διατηρεί μετριοπαθή στάση στη διαμάχη που δημιουργήθηκε για το νέο ημερολόγιο στην Ι. Μονή Κουδουμά και αναδείχθηκαν οι πνευματικές του αρετές. Στη συνέχεια, βρίσκεται ξανά στο Άγιον Όρος, αλλά θείον όραμα τον αναγκάζει να επιτρέψει στην Κρήτη προς ανακάλυψη του Ι. Ν. Σωτήρος Χριστού.  Αγορά οικοπέδου το 1936 – πιθανότατα τότε αρχίζει και η ανέγερση η οποία βρίσκεται  σε εξέλιξη στα μέσα του 1938 – νέος ναός στη θέση του παλιού και δυτική πτέρυγα με τα πρώτα κελιά – η Πανσέμνη έρχεται 16χρονη, τον Μάιο του 1943.

Ε. γενική αναφορά στην ‘κοσμική’ προσωπικότητα του Νέστορα Βασσάλου. 

Τα επόμενα τρία κεφάλαια αναφέρονται σε πτυχές της μοναχικής ζωής του γέροντα, δηλαδή αυτήν του εξομολόγου, του αγιογράφου και τον τρόπο της κοίμησής τού, ο οποίος χαρακτηρίζεται «οσιακός».  

Ο γέροντας καθιστά απόλυτες κληρονόμους τού πνευματικού του μόχθου και της όποιας περιουσίας του τις μοναχές, συντάσσει κανονισμό της Ι. Μ. του Σωτήρος Χριστού με βασικά χαρακτηριστικά α) την εκλογή ηγουμένης β) τα καθήκοντα της ηγουμένης γ) τον τρόπο ζωής και υπακοής των μοναζουσών δ) τον χρόνο δοκιμασίας της νέας μοναχής ε) τον τρόπο λειτουργίας των συνάξεων των μοναχών στ) την σχέση του ιερέως με τη μονή ζ) τον τρόπο της ψαλμωδίας. Όπως πληροφορήθηκα από την αδελφότητα, ο κανονισμός αυτός ισχύει μέχρι σήμερα, χωρίς να έχει υποστεί καμία τροποποίηση ή αλλαγή. Προφανώς, ο κανονισμός ήταν τόσο πλήρης ώστε, παρά το πέρασμα του χρόνου, δεν υπήρξε λόγος να υποστεί τροποποίηση, αλλαγές ή προσθήκες.

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Παπαδάκης, η προσωπικότητα του Γέροντα Νέστορα δείχνει άνθρωπο πράο αλλά ταυτόχρονα ελεγκτικό, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε καλός πατέρας. Ως εξομολόγος προσεύχεται πολύ και συγχωρεί ακόμη περισσότερο. Ως αγιογράφος χαρακτηρίζεται από την ανατολική του θεματολογία και τη δυτική απόδοση των θεμάτων + κοσμική ζωγραφική

1946 – 1955: περίπου 200 εικόνες

1903 – 1955: περίπου 2000 εικόνες

Σχολιασμός εικόνων που βρίσκονται στην Ι. Μ. τού Σωτήρος Χριστού, Κουμπέ.

Τέλος, παρατίθεται επίμετρο στο τέλος του βιβλίου με συνοπτικά τα πλέον σημαντικά βιογραφικά στοιχεία του Νέστορα.

Για να μην μακρηγορώ και σας κουράζω, θεωρώ πως τέσσερις είναι οι βασικές αρετές του βιβλίου, οι οποίες αφορούν τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο μέρος του. 

Πρώτον, οι πηγές του συγγραφέα σχετικά με την προσωπικότητα του γέροντα Νέστορα είναι ιστορικές (κείμενα, αρχεία κ.λπ) αλλά και απλές αφηγήσεις πολιτών του Ρεθύμνου κυρίως. Κατά συνέπεια, το θέμα είναι κατά το δυνατόν ολόπλευρα ιδωμένο.

Δεύτερον, η γλώσσα του συγγραφέα χαρακτηρίζεται από χρωματικές διακυμάνσει... Το ύφος του συγγραφέα είναι πιο στιβαρό όταν αναφέρεται σε αντικειμενικά ιστορικά γεγονότα, ενώ είναι πιο συναισθηματικά φορτισμένο όταν αναφέρεται σε προσωπικές διηγήσεις. Ο συγγραφέας δίνει αρκετές λεπτομέρειες όσον αφορά πραγματικά ιστορικά γεγονότα, αλλά ξέρει που να σιωπά. Ξέρει να αφήνει πράγματα να εννοούνται και να υπονοούνται και αυτή η στάση του συνάδει με την ταπεινότητα του χαρακτήρα του γέροντα [η σιωπή του συγγραφέα είναι σε συνάρτηση με ό,τι προείπε η γερόντισσα, ότι, δηλαδή, τα περισσότερα πράγματα ενός μοναστηριού είναι κρυφά, τα οποία ελπίζουμε κάποια στιγμήν αν βγουν στο φως]

Τρίτον, πολύ σημαντική βρίσκω την αναφορά σε προσωπικές διηγήσεις της σημερινής ηγουμένης του μοναστηριού, η οποία έχει στην πλάτη της μια θητεία πλέον των 60 χρόνων στη μονή. Διαχωρίζω τις αφηγήσεις μοναχών και λαϊκών γιατί είναι λογικό να είναι διαφορετικές οι εμπειρίες μοναχών και λαϊκών από τον γέροντα Νέστορα. Όπως η ίδια η γερόντισσα Πανσέμνη μου αφηγήθηκε, η ίδια ήταν η τελευταία χειροτονία του γέροντα. Με το πέρασμα που κάνει ο συγγραφέας από το γέροντα Νέστορα στην γερόντισσα Πανσέμνη επιτυγχάνει τη σύνδεση του πριν με το μετά, του χθες με το τώρα, με τελικό αποτέλεσμα την ενιαιοποίηση του χθες και του σήμερα στον παρόντα χρόνο.

Η είσοδος τής

Ι. Μονής του Σωτήρος

 

 

    

 

    

 

      Τέταρτον, από όσο γνωρίζω, το βιβλίο του κ. Παπαδάκη είναι το μοναδικό βιβλίο του είδους του το οποίο βλέπει την ίδρυση μιας μονής όχι μόνο ως γεγονός ιστορικό ή ως ένα αντικείμενο αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, πολιτισμικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, αλλά ταυτόχρονα ανιχνεύει πτυχές που αφορούν του ανθρώπους που επανδρώνουν και στελεχώνουν τη Μονή. Γιατί ένα μοναστήρι δεν είναι τα ντουβάρια που προσφέρουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό καλλιτεχνική, πολιτισμική ή θρησκευτική ευεξία. Πάνω από όλα, είναι οι άνθρωποι που επιτελούν πνευματικό έργο μέσα στην ίδια την αδελφότητα αλλά και επ’ ωφελεία της κοινωνίας. 

Η Ι. Μονή τού Σωτήρος εσωτερικά 

  

 

 

    

       

 

     Τέλος, προσωπική μου άποψη είναι πως η μεγαλύτερη προσφορά του βιβλίου είναι ότι μας δίνει την ελπίδα πως, ακόμη και σε εποχές επαχθείς, τη στιγμή που η πνευματική ηγεσία της Ελλάδας, η Εκκλησία, η Εκπαίδευση και η Παιδεία, γενικότερα, δέχονται μια άνευ προηγουμένου οργανωμένη επίθεση από αυτούς που ξέρουν ότι ο πνευματικός θάνατος οδηγεί απευθείας στον φυσικό θάνατο, είναι δυνατό η κοινωνία μας να γεννά ανθρώπους της προσφοράς, ανθρώπους ταπεινού ύφους, αλλά υψηλού ήθους. Και ευχαριστώ πολύ τον κ. Παπαδάκη που μας το θυμίζει αυτό. Μας υπογραμμίζει το βιβλίο ότι ήθος υπήρχε στην εποχή του Νέστορα, ήθος μπορεί να υπάρχει και όντως υπάρχει και σήμερα. Μας τονίζει ότι οι περικαλλείς εξωτερικά ναοί μπορούν να είναι εξίσου όμορφοι και εσωτερικά όταν υπηρετούνται από τους κατάλληλους ανθρώπους. Μια βόλτα στο μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού, που σίγουρα όλοι έχετε κάνει, θα σας πείσει όλους. Αλλά αυτή η βόλτα θα πρέπει να γίνει με ανοιχτά μάτια και αυτιά και καθαρό νου και καρδιά. Σας ευχαριστώ».


                                                                 *     *       *

Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας απονέμει
στον Συγγραφέα το δώρο
τής Ι. Μονής   

 

 

 

        

     Στο τέλος τής όμορφης και πνευματικής- όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς- εκδήλωσης προσφέρθηκαν από την Ι. Μονή δώρα στις μεν εκλεκτές Ομιλήτριες οι χειροποίητες,σε περγαμηνή, από το Αγιογραφείο τής Μονής, εικόνες των αγίων που τιμούν με τα ονόματά τους (αγία Χλόη και αγία Μαρίνα), στον δε Συγγραφέα η εικόνα των αγίων Ιωάννου τού Ερημίτου και Άι- Κύρ- Γιάννη τού Ξένου, για τη σημαντική αποκάλυψή του ότι, επί Ενετοκρατίας, στην Ι. Μονή υπήρχε η λατρεία τού αγίου Ιωάννου τού Ερημίτου. Δώρα προσφέρθηκαν και στα τέσσερα μέλη τού Κουρτέτου και κέρασμα, κατά την έξοδο από την αίθουσα, στο πολυπληθές ακροατήριο.

Ο νομικός σύμβουλος τής Ι. Μ.
τού Σωτήρος κ. Σπυρ. Λιονάκης, Άρχων Νομοφύλαξ τού
 Οικουμενικού Θρόνου,
σε παρέμβασή του
κατά την εκδήλωση, προκειμένου 

να τονίσει τη σημαντικότητα τού βιβλίου

και στις νομικές υποθέσεις της Μονής  



Ο Σεβ. Μητροπολίτης μας
κ. Ευγένιος 
συγχαίρει τον συγγραφέα κ.
Κωστή Ηλ.Παπαδάκη
για το πόνημά του
















 

 

 

Σημειώσεις

     [1]1 Οκτ. 1991, εφημ.  Ρεθεμνιώτικα Νέα, σ. 4.

[2]Βλ.σχετικά ‘εχέγγυο γνωσιότητας’ στο: Γεωργιάδου– Κούντουρα, Θρησκευτικά θέματα στη νεοελληνική ζωγραφική, διδ. διατριβή, Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσ/νίκης 1984 σ. 22 κ.ε.

[3]Απόσπασμα του Δ. Πάλλα Ν. στο Γραίκος Ν., ό.π. Ακαδημαϊκές τάσεις της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ελλάδα κατά τον 19 αιώνα. Πολιτισμικά και εικονογραφικά ζητήματα [διδ.διατριβή], Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Φιλοσοφική Σχολή,  Θεσσαλονίκη 2011, όπου και εκτενέστερα για  το Άγιο Όρος και τη ρώσικη επίδραση.


Δεν υπάρχουν σχόλια: