ΑΠO TOYΣ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ - Α Ρ Ο Λ Ι Θ Ο Σ


             ΑΠO TOYΣ ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ


Α   Ρ   Ο  Λ  Ι   Θ  Ο   Σ

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
              www.ret-anadromes.blogspot.com

Αφορά σε σύνηθες τοπωνύμιο τής κρητικής, αποκλειστικά, υπαίθρου, ενώ, σε άλλα μέρη τού ελληνισμού, το τοπωνύμιο απαντά, ίσως, με άλλες μορφές (στη Χίο, για παράδειγμα, ως Νερόλιθας). Πρόκειται για βράχο με μικρό λακκίσκο, όπου συγκεντρώνεται το νερό τής βροχής κι έτσι τα ζώα και τα πουλιά, αλλά, κάποτε, και οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα κατά το καλοκαίρι, βρίσκουν νερό και πίνουν. Συχνά ο βράχος αυτός βρίσκεται σε ακροθαλασσιές, οπότε γεμίζει από θαλασσινό νερό. Σε μερικά χωριά, κι εδώ στην Κρήτη, ακούγεται, κατά το χιώτικο τοπωνύμιο, και ως «νερόλιθος» (sic). Στο α΄ συνθετικό τού τοπωνυμίου βρίσκουμε την προελληνική ρίζα ar- που έχει σχέση με το νερό και φανερώνει το ρεύμα νερού, όπως στα τοπωνύμια: Άριον, `Αρνα, Ιάρδανος κ.λπ.. [Paul Faure, «Hydronymes Cretois», Κρητολογία 16-19 (Ιαν. – Δεκ. 1984), 61. Πβ. και Κων. Άμαντου, Λεξικογραφικόν Αρχείον 2, 23 και Ε. Πλατάκη, «Τα ονόματα των σπηλαίων και άλλων καρστικών μορφών τής Κρήτης», Κρητικά Χρονικά 20 (1966), 271].
Το τοπωνύμιο απαντά και ως Αρολίθι, στο (χωριό Μαριού, Δήμου Αγίου Βασιλείου), όταν πρόκειται για μικρό αρόλιθο (υποκορ.) και Αρόλιθα, στον (χωριό Μύρθιος τού ίδιου Δήμου) μεγεθυντικό με το επίθημα των αρσενικών –ας (ο Αρόλιθ-ας). Ενδιαφέροντα, πάντως, και τα παραθέτουμε και κάποια τοπωνύμια σύνθετα ή περιφραστικά με τη λέξη «αρός», όπως: Βοϊδαρόλιθος, Πετραρόλιθος, Κρεμαστός Αρόλιθος, Σκιστός Άρόλιθος.
Το τοπωνύμιο, λοιπόν, είναι αρχαίο, σύνθετο από τις λέξεις αρός+ λίθος, γνωστό από το λεξικό τού Ησύχιου, στο οποίο σημειώνεται κατά λέξη η φράση: «ρούς κοίλας πέτρας, ν ας δωρ θροίζεται μόριον», όπου το «μόριον» διορθώθηκε σε «μβριον», από τον σοφό Βαυαρό περιηγητή Μιχαήλ Δέφνερ, ο οποίος στο περιηγητικό βιβλίο του διαπραγματεύεται εκτενώς το θέμα των «αρών» [βλ. Μιχ. Δέφνερ, Οδοιπορικαί Εντυπώσεις από την Δυτική Κρήτη, Αθήναι χ.χ. (1918;), 244]. Εδώ, ο Δέφνερ αναφέρεται, ειδικότερα, στην περίπτωση τού χωριού Αρολίθι τού Ρεθύμνου, όπου- όπως πληροφορήθηκε, λέγει, από τον δάσκαλο τού χωριού- το χωριό στερείται μεν επαρκούς ύδατος, οι βράχοι, όμως, από ασβεστόλιθο και τιτανόλιθο που το περιβάλλουν έχουν μυριάδες αρών, μικρών και μεγάλων, χωρητικότητας από διακόσια δράμια ως και εξήντα οκάδες και βάθους μέχρι και ενός μέτρου μερικές φορές. Σε αυτούς τους αρούς αθροίζεται το νερό των βροχών και σε αυτούς καταφεύγουν οι γεωργοί και οι ποιμένες με τα ποίμνιά τους. Από δω, λοιπόν, η ονομασία και του χωριού Αρολίθι, καταλήγει ο Δέφνερ.
Το αρός τού Ησυχίου ανάγεται σε αρχαίο επίθετο ναρός, -ά, -όν (ρ. νάω), που σημαίνει «ρέων, υγρός». Έχει, περαιτέρω, διατυπωθεί η άποψη ότι το «αρός» προέρχεται από το αραιός, αρύς, λόγω της σύνθεσης τού λίθου που είναι αραιή και όχι συμπαγής και συνεχόμενη [πβ. αρογένης, αροσπαρμένος κ.λπ. (Γ. Ν.Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά, Α΄, Eν Αθήναις 1905, 249, και Μαν. Ι. Πιτυκάκη, Το γλωσσικό ιδίωμα τής Ανατολικής Κρήτης, Αθήνα χ. χ., λήμμα: «Αρόλιθος»)].
Ορθότερη κρίνουμε την πρώτη ετυμολογία, που ανταποκρίνεται, θεωρούμε, και στη φυσική και εδαφική μορφολογία των χωριών όπου απαντά το συγκεκριμένο τοπωνύμιο. Σε όλα τα χωριά όπου το συναντήσαμε μάς έδωσαν σταθερά την πληροφορία ύπαρξης τέτοιων βράχων με κοιλότητες, στις οποίες αθροίζεται το νερό τής βροχής. Σε αυτήν την ερμηνεία μάς βοηθά, περαιτέρω, και είναι διαφωτιστικό το τοπωνύμιο τής Χίου Νερόλιθας, ο (με τη σημασία, ακριβώς, του κρητικού αρόλιθος), που μπορεί να βασίζεται σε αρχαιότερο τύπο ναρόλιθος με παρετυμολογία προς το νερό (Χαράλαμπος Π. Συμεωνίδης, Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικονυμίων, Λευκωσία- Θεσσαλονίκη 2010, τ. Α΄, σ. 293).
Οι αρχαίοι, να σημειώσουμε, χρησιμοποιούσαν τους «αρούς» για σπονδές και θυσίες. Σχετική μνεία επ’ αυτού κάνουν ο Βασ. Ψιλάκης (Βασ. Ψιλάκη, Ιστορία των αρχαίων πόλεων της Κρήτης, Αθήνα 1899, τεύχ. Α΄, 76), και ο περιηγητής Δέφνερ [Μιχ. Δέφνερ, ό.π., 247. Πβ., επίσης, Γ. Σειστάκη, «Το Επανοχώρι Σελίνου», Κρητική Εστία, 193-195 (1969), 166-167].


Δεν υπάρχουν σχόλια: