ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΟΡΚΟΥ


                                            
                ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ  ΟΡΚΟΥ

            ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
         Θεολόγου- συντ. Φιλολόγου Καθηγητή

        α) Η θεολογική άποψη τού θέματος

Η τέταρτη τελειοποίηση τού Ιουδαϊκού νόμου που έκανε ο Κύριος κατά την επί του Όρους Ομιλία αναφέρεται στο θέμα τού όρκου. Ο Ιουδαϊκός νόμος επέτρεπε μεν την ευορκία, την πιστή, δηλαδή, τήρηση τού όρκου, απαγόρευε, όμως, την επιορκία, δηλαδή την καταστρατήγηση και αθέτησή του. Ο Κύριος, στο πνεύμα τού νέου νόμου τού Ευαγγελίου, παραδίνει καινή εντολή σφραγισμένη με την εγκυρότητα τού θείου θελήματός Του: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως». Με την κατηγορηματική εντολή Του ο Κύριος απαγορεύει κάθε όρκο στους πολίτες τής Νέας εν Χριστώ κοινωνίας. Το ψεύδος ανήκει στον κατ’ εξοχήν πατέρα τού ψεύδους, τον διάβολο, και στον παλαιό άνθρωπο, τον άνθρωπο δηλαδή τού νόμου. Χαρακτηριστικό τού νέου ανθρώπου, του ανθρώπου τής Καινής Διαθήκης, είναι η φιλαλήθεια, που κάνει όλως περιττό κάθε όρκο. Όσοι πιστεύουμε στον Θεό και στη δύναμη τής αλήθειάς του «ου δυνάμεθά τι κατά της αληθείας αλλ’ υπέρ της αληθείας». Η συνεχής επικοινωνία και σχέση τού πιστού με τον Θεό, την πηγή τού αληθινού φωτός και της Αλήθειας, απαιτεί τέτοιο αυτοσεβασμό, ώστε η ψυχή του να ικανοποιείται με μόνη την αλήθεια, αφού «ο μη γινώσκων την αλήθειαν ουτ’ αληθώς πιστεύειν δύναται …», όπως διδάσκει ο Ησύχιος ο πρεσβύτερος.
Υπάρχει απόλυτη ανάγκη έντονης συνεργασίας των μελών τής νέας τού Χριστού κοινωνίας, ώστε ο όρκος να περιοριστεί στο ελάχιστο, μέχρι να μορφωθούν κοινωνίες πραγματικά χριστιανικές, στις οποίες και μόνη η απλή διαβεβαίωση, το «ναι» και το «ου», θα είναι αρκετή και η διδασκαλία τού Ιησού για τη φιλαλήθεια θα έχει απόλυτη εφαρμογή.

            β) Παιδαγωγική εφαρμογή

  Όπως παρακολουθήσαμε παραπάνω, στην Καινή Διαθήκη το ζήτημα τού όρκου λαμβάνει όλως διαφορετική μορφή από αυτήν που αυτό είχε στην Παλαιά Διαθήκη. Για τον πολίτη τής νέας τού Χριστού κοινωνίας η φιλαλήθεια, που θα κάνει περιττή την προσφυγή στον όρκο, καθίσταται τόσο απαραίτητη για τον πολίτη τής νέας τού Χριστού κοινωνίας, ώστε να είναι παντελώς αδύνατον να αποχωριστεί από αυτόν. Το ψεύδος χαρακτήριζε τον παλαιό άνθρωπο τού νόμου, τον οποίο απέβαλε ο πολίτης της νέας του Χριστού πολιτείας, δια του Ευαγγελίου της αγάπης και φόρεσε το ένδυμα του καινού ανθρώπου, το ένδυμα της αλήθειας, γιατί η όντως Αλήθεια είναι αυτός ο ίδιος ο Θεός[1]. Γι’ αυτό, απαγορεύεται απολύτως η ύπαρξη τού ψεύδους στην καινή αυτήν πολιτεία τής χάριτος, που πρέπει να διακρίνεται από μόνη την αγάπη προς την αλήθεια, την οποία αυτός ο λόγος τού Θεού ήλθε στον κόσμο να διδάξει. Kαι η προσέγγιση τής αλήθειας γίνεται από τον άνθρωπο, όταν συναντάται προσωπικά με τον Θεό.
Δεν επιτρέπεται, λοιπόν, ο πολίτης τής επίγειας τού Χριστού βασιλείας να αμφιβάλλει για την αλήθεια ορισμένων πραγμάτων. Το παιδί μας «εξ απαλών ονύχων» θα πρέπει να το μάθουμε να λέγει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια και ποτέ να μην αμφιβάλλει για ορισμένα πράγματα, ώστε να απαιτεί διαβεβαίωση μεθ’ όρκου, για να μας πιστέψει. Το παιδί μας πρέπει να πάρει ως αρχή του το «ναι» που λέγει στον συνομιλητή του να ανταποκρίνεται απόλυτα στην πραγματικότητα και να είναι ένα πραγματικό «ναι», όπως και το «όχι» του να είναι ένα πραγματικό «όχι». Να πληροφορηθεί ότι η αλήθεια, πάντα, είναι το ορθό που πρέπει να λέγεται και ποτέ το ψεύδος. Αυτό είναι χρέος αρχικά των γονέων και στη συνέχεια τού σχολείου και της κοινωνίας να διδάξουν με το ζωντανό παράδειγμά τους το νέο άτομο από την πιο τρυφερή ηλικία να μάθει να μη λέγει σε καμιά περίπτωση αντί του «ναι» «όχι» και αντί του «όχι» «ναι». Αν το «ναι» που απευθύνουμε στο συνομιλητή μας είναι ένα πραγματικό «ναι» και το «όχι» ένα πραγματικό όχι», τότε τα λόγια μας θα εμπνέουν τόση εμπιστοσύνη, που θα ισοδυναμούν με όρκο χωρίς, φυσικά, εμείς να έχουμε ποτέ ορκιστεί. Παιδαγωγικός μας στόχος θα είναι να οδηγήσουμε το νεαρό άτομο στον εθισμό του στην αρετή τής φιλαληθείας, ώστε μόνη η απλή διαβεβαίωση, το «ναι» ή το «όχι» να έχουν τη δύναμη να του δημιουργούν απόλυτη εμπιστοσύνη και έτσι η προσφυγή στον όρκο να καθίσταται όλως περιττή και ανώφελη.
Ακόμα, το παιδί μας θα το διδάξουμε από μικρό μπροστά σε καταστάσεις φόβου, για ενδεχόμενη τιμωρία του, να λέγει πάντοτε την αλήθεια, όσο οδυνηρή και αν τού είναι αυτή. Το ψέμα είναι γνώρισμα ανανδρίας και όπλο των αδύναμων χαρακτήρων. Κανένα πράγμα από τα ανθρώπινα δεν είναι ωραιότερο από το φως που χύνεται γύρω μας με την αλήθεια. Και μπορεί μεν η αλήθεια, κάποιες φορές, να καλύπτεται κάτω από την αχλύ τού ψεύδους των συνανθρώπων μας, αλλά αυτό, κατά κανόνα, συμβαίνει εντελώς προσωρινά και πρόσκαιρα, γιατί και πάλι έρχεται ώρα, που η αλήθεια σαν τον ήλιο περίλαμπρη ξαναλάμπει κι ανέρχεται στην επιφάνεια.
Από την άλλη μεριά, στο παιδί μας θα δώσουμε να καταλάβει ότι θα πρέπει να είναι έτοιμο να ακούει την αλήθεια όσο οδυνηρή κι αν τού είναι η αποκάλυψή της και να μην έχει την απαίτηση να το κολακεύουμε με ψευτόλογα και ψεύτικες υποσχέσεις. Αν το συμφέρον το απαιτεί, η αλήθεια θα λέγεται με κάθε θυσία και το παιδί μας θα πρέπει, από την πρώτη στιγμή, να την πληροφορείται, όσο σκληρό και αν φαίνεται αυτό. Αλίμονο (!) αν του αποκρύπτουμε για πολύ καιρό την αλήθεια με ψεύτικες υποσχέσεις και αοριστολογίες. Το ψέμα που ποτέ δεν ζει επί μακρόν για να γεράσει, κάποτε, αργά η γρήγορα, θα αποκαλυφθεί και το παιδί μας μαθαίνοντας όλη την αλήθεια θα πέσει στο κενό που εμείς οι ίδιοι θα τού έχουμε υποσκάψει. Αλλά τότε ο εθισμός του στο ψεύδος θα έχει συντελεστεί και μάλιστα από αυτά τα πρόσωπα που είναι εντεταλμένα για την χριστιανική και ηθική διαπαιδαγώγησή του.                                            
Στο σημείο αυτό έχουμε το φωτεινό παράδειγμα τού Κυρίου, ο Οποίος, στο κατά Ιωάννην ιερό Ευαγγέλιο[2], κρίνει- όσο και αν αυτό θα λυπήσει τους μαθητές Του- ότι θα πρέπει να τους αποκαλύψει τη θλιβερή αλήθεια. ναι, τους λέγει, πηγαίνω προς Εκείνον που με απέστειλε σε αυτόν τον κόσμο και αυτός ο πρόσκαιρος χωρισμός μας, το ξέρω, σας γεμίζει με λύπη την καρδιά σας, γιατί αναλογίζεστε τις θλίψεις και τους διωγμούς που σας περιμένουν. Όμως, βεβαιωθείτε ότι σας λέγω την καθαρή, την απόλυτη αλήθεια. Σας συμφέρει εγώ να φύγω, γιατί εάν δεν αποθάνω πάνω στον σταυρό και δεν σας αποχωριστώ για λίγο, ο Παράκλητος δε θα έλθει σε σας.
Τέλος, θα διδάξουμε στο μεγάλο παιδί μας, στον έφηβο, ότι σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται, χωρίς σοβαρή αφορμή, να δίνει όρκο ή να απαιτεί από τους φίλους ή και τους γονείς του, να του ορκίζονται «επί ματαίω» και για όλως ευτελή και ασήμαντα πράγματα ή, και το χειρότερο, για υλικά συμφέροντα. Αν, πάλι, αργότερα, στη ζωή του κληθεί ως μάρτυρας σε δικαστήριο, οπότε θα τού ζητηθεί να δώσει τον λεγόμενο αναγκαστό όρκο [3] ή, αν άλλοι τού απαιτήσουν να ορκιστεί για θέματα, όμως, υψίστης σημασίας, που δεν αφορούν το ατομικό του συμφέρον αλλά το συμφέρον και μόνο του πλησίον[4], και δε μπορεί με άλλο τρόπο να κατασιγάσει τις αμφιβολίες τους, τότε και μόνο τότε, και ‘κατ΄ οικονομίαν’, μπορεί και αυτόν τον όρκο να δώσει και αυτό, πάντως, προς χάριν τού πλησίον. 

          Συμπέρασμα

                Όπως, λοιπόν, και να έχει το πράγμα, η αλήθεια είναι ανάγκη, σε κάθε περίπτωση, να λάμπει και το αντικειμενικά ορθό να γίνεται σεβαστό από τον πολίτη τής καινής τού Θεού πολιτείας. Η αλήθεια και οι ακτίνες τού ηλίου ποτέ δεν λερώνονται. Οι γενεές παρέρχονται, μα η αλήθεια παραμένει στον αιώνα. Το ψεύδος, λοιπόν, είναι ανάγκη να υποχωρεί μπροστά στη δύναμη τής Αλήθειας και οι τυχόν διαφορετικές αντιλήψεις μας δεν επιτρέπεται να ασκούν καμιάν απολύτως επίδραση πάνω σε αυτήν.

Σημειώσεις

 [1] Κολ. γ΄, 9.
 [2] Ιω.16, 5-7.
 [3] Εδώ, βέβαια, και εφόσον δεν πρόκειται για θέματα υψίστης πνευματικής σημασίας, αλλά για υλικά και μόνο συμφέροντα τίθεται σε αμφιβολία η κανονικότητα τού όρκου. Υπάρχουν, βέβαια, κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις ευθαρσούς άρνησης ορισμένων προσώπων στο να δώσουν τον όρκο αυτόν. Όμως, θα ήταν δύσκολο για μας να απαιτήσουμε από το παιδί μας, που έχει εξάλλου τόσο υψηλό αγώνα να επιτελέσει, να αρνηθεί - ενώπιον δικαστηρίου ή σε άλλες περιπτώσεις, που κακώς η πολιτεία απαιτεί όρκο - να τον δώσει. Μακάρι η όλη θεοπρεπής αγωγή μας να είναι τέτοια που να ωθήσει, σε μια τέτοια περίπτωση, να το κάνει μόνος του.
[4] Για παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε στον έφηβό μας την περίπτωση εγγάμου γυναίκας με μικρά παιδιά, η οποία κατηγορείται άδικα για μοιχεία. Εάν ο όρκος μας και μόνο μπορεί να κατασιγάσει τις υποψίες σε βάρος αυτής τής εγνωσμένης αθωότητας γυναίκας και να αποφευχθεί, έτσι, η διάλυση τής συγκεκριμένης οικογένειας με ό,τι κακό θα μπορούσε αυτό να συνεπαγόταν για τα μικρά παιδιά της, τότε θα δώσουμε τον όρκο αυτόν προς χάριν τού πλησίον.

ΛΟΧΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΔΑΚΤΟΣ ΑΜΑΡΙΟΥ




ΓΙΑΝΝΗ, ΝΙΚΗΦΟΡΟΥΛΕΥΤΕΡΗ Κ. ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗ

ΛΟΧΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΔΑΚΤΟΣ ΑΜΑΡΙΟΥ

[Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», Ρέθυμνο 2012, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 160]

              ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            www.ret-anadromes.blogspot.com

        Θεωρώ έργο υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή τής ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής.
      Και μια τέτοια δουλειά, που, εμφανώς, έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και είναι απόρροια τής εθελοντικής συνεισφοράς όχι ενός αλλά τριών παραγόντων, είναι και το βιβλίο που γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας, με τον τίτλο: «Λοχριά και Άρδακτος Αμαρίου». Συγγραφείς τού βιβλίου είναι οι συγχωριανοί: Γιάννης, Νικηφόρος και Λευτέρης Κ. Κρυοβρυσανάκης. Κοινός παρονομαστής τής συνεισφοράς και των τριών η αγάπη τους για το χωριό τους και η βαθιά νοσταλγία των  άπειρων παιδικών αναμνήσεων που κουβαλούν μέσα τους. «Γεννηθήκαμε και οι τρεις συντάκτες αυτού τού βιβλίου σε χρόνια δύσκολα και ανταριασμένα»- σημειώνουν στον Πρόλογο τού βιβλίου τους. «Δεν πιάσαμε παιχνίδι στα χέρια μας, δεν γευτήκαμε γλυκό, ούτε νιώσαμε τις χαρές τής παιδικής ηλικίας. Όμως, θυμόμαστε την ανόθευτη, την καθαρή. την αγνή καθημερινότητα των παππούδων μας, τις κακουχίες τής αγροτικής και ποιμενικής ζωής, αλλά και τις μικροχαρές των εορτάσιμων ημερών τής Πρωτοχρονιάς, των Απόκρεω, του Πάσχα και των «Χριστουγέννων»….. Με νοσταλγία, λοιπόν, προς αυτά τα χρόνια και για να πληροφορηθούν οι νεότερες γενιές που δεν τα γνώρισαν, καταπιαστήκαμε στο γράψιμο αυτού του βιβλίου… το οποίο αφιερώνουμε στη μνήμη όλων αυτών που έχουν φύγει από τη ζωή σε ένδειξη αιώνιας ευγνωμοσύνης».    
Το πρώτο που μας εντυπωσίασε στο εν λόγω βιβλίο είναι το γεγονός ότι το περιεχόμενό του, απαρχής μέχρι τέλους, αποτελεί καρπό πρωτογενούς έρευνας, χωρίς οι τρεις συγγραφείς του να νιώσουν την ανάγκη να καταφύγουν σε βιβλιογραφική στήριξη ή σε αναδίφηση άλλων πηγών. Αυτό, ακριβώς, δείχνει την ευαισθησία τους στο να διασώσουν πράγματα που βρίσκονται στη μνήμη των ανθρώπων και που αν δεν καταγραφούν και δημοσιευθούν εγκαίρως χάνονται και σβήνουν από τη θύμηση των ανθρώπων.
 Καταγράφουν, έτσι, από μνήμης, πάντα, τις αναμνήσεις τους, όπως τις έζησαν στα παιδικά τους χρόνια, τα ήθη, τις παραδόσεις και τα ποικίλα εορταστικά έθιμα, τις ασχολίες και την εν γένει πολιτιστική ζωή των χωριών τους, τους λαϊκούς οργανοπαίκτες, την ενδυμασία, τον γάμο και τις είκοσι οικογένειες τής Λοχριάς και του Αρδάκτου, που είναι  καταγεγραμμένες όλες μία προς μία και από πόρτα σε πόρτα, με κάθε λεπτομέρεια! Αναφέρονται, περαιτέρω, στη θέση και στους πληθυσμούς των δύο χωριών, στην κοινότητα, τις εκκλησίες, το σχολείο, την οικονομική ζωή, στους μύλους, τις φάμπρικες και τα ρακιδιά, έναν μεγαλειώδη πολιτισμό τού παρελθόντος, που χάθηκε ολοκληρωτικά παραδίνοντας τη σκυτάλη στη σύγχρονη τεχνολογία της μηχανής.
       Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα βρήκαμε τα στοιχεία που παρατίθενται στο ιστορικό Μέρος τού βιβλίου, στο οποίο γίνεται από τους συγγραφείς μια εκτενής αναφορά στα γεγονότα, κυρίως, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, μάλιστα, του Ολοκαυτώματος τής Λοχριάς (4 Μαΐου 1944), καθώς και της προβληματικής εκείνης βύθισης τού «Δανάη», στις 9/6/1944, από τους Βρετανούς, στο οποίο, μεταξύ των άλλων, επέβαιναν και οκτώ Λοχριανοί. Τέλος, η μυθιστορηματική ανάπλαση, σε αυτό το ίδιο μέρος, της συγκλονιστικής περιπέτειας, σωστής «Οδύσσειας έντεκα μηνών» τού Κωστή Γ. Κρυοβρυσανάκη αποτελεί έναν αληθινό ύμνο στη ζωή, την ειρήνη και την ελευθερία.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον βρήκαμε και το κεφάλαιο με το πρωτογενές πλούσιο λαογραφικό υλικό, που οι συγγραφείς παραθέτουν σχετικά με τη χλωρίδα και την πανίδα τού τόπου τους, τα τοπωνύμια και, κυρίως, τις ασχολίες των κατοίκων των δύο περιγραφόμενων χωριών (κοινές, βέβαια, και γνωστές για μας τους παλιότερους ασχολίες όλων των κατοίκων των χωριών τής κρητικής υπαίθρου). Εδώ, οι συγγραφείς κάνουν μιαν επιμελή, όσο και διεξοδική αναφορά σε όλο, γενικά, το φάσμα των εργασιών τής υπαίθρου, όπως αυτές του οργώματος και της σποράς, του θερισμού και του αλωνίσματος, της άλεσης των σιτηρών και του ζυμωτού, του λιομαζώματος, του τρύγου, του πατήματος των σταφυλιών και της απόσταξης τής ρακής. Και, περιπλέον, προχωρούν και αναφέρονται και στις εργασίες τού βοσκού (κουρά, τυροκόμηση), καθώς και στα παλιά ήθη και έθιμα των χωριών τα σχετικά με τη γέννηση, τη βάφτιση, το προξενιό, τον αρραβώνα και τον γάμο.     
  Και όλα αυτά συνοδεύονται με μια πλουσιότατη εικονογράφηση, από παλιές φωτογραφίες "εποχής", που ζωντανεύουν και κυριολεκτικά ανασταίνουν βήμα προς βήμα την παλιά ζωή τού χωριού και κάνουν την έκδοση ιδιαίτερα ελκυστική και ευχάριστη στην  ανάγνωσή της.
  Πιστεύουμε ότι οι εκλεκτοί και δημιουργικά ανήσυχοι τού παρόντος έργου συγγραφείς, επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στους συγχωριανούς τους και τον τόπο τους είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειές τους και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Είναι, γι’ αυτό, άξιοι τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη τους αυτήν προσφορά στον γενέθλιο τόπο, που εξέθρεψε και τους ίδιους- και μάλιστα σε χρόνους δίσεκτους και σκληρούς, όπως αυτοί του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Κατοχής- και που δεν έπαυσαν ποτέ μέχρι σήμερα να αγαπούν

Δεν μπορώ να ξεχάσω

 Δεν μπορώ να ξεχάσω...
[από ένα ταξίδι στα αέρινα νησιά τού Ιουνίου, Ζάκυνθο (το  Φιόρο τού Λεβάντε των Βενετών), και Κεφαλλονιά (4-12/9/2012)]
Παραλία Μύρτος Κεφαλλονιά
Γαλάζια Σπήλαια Ζακύνθου
Δεν μπορώ να ξεχάσω τ’ ανάερα παιγνιδίσματα τού γαλάζιου στην παραλία τού Μύρτου τής Κεφαλλονιάς
και στα Γαλάζια Σπήλαια τ’ Αϊ- Νικόλα τής Ζακύνθου,  με το ηρωικό προφίλ τού αρχαίου Ποσειδώνα ακατάλυτα αποτυπωμένο πάνω στον αρμυρό βράχο.
Το περίφημο Ναυάγιο τής Ζακύνθου....
κοσμημένο με... άφθονα σκουπίδια
Τον βιότοπο τής χελώνας καρέτα– καρέτα, ιδωμένης μέσα από την υποβρύχια ξενάγηση τού submarine Captain Nemo, στον ομώνυμο κόλπο τού Λαγανά
και τις ατέλειωτες αναλαμπές των χρωμάτων τού φωτός στους καλαίσθητους δαντελωτούς ορμίσκους τού Αϊ- Γιώργη των Κρημνών, γύρω από το περίφημο «Ναυάγιο των Λαθρεμπόρων», στις εκτυφλωτικές ανταύγειες τού λευκού τής ζαχαρένιας αμμουδιάς.
Τραγουδώντας Μπαρκαρόλα
Τον φαντασμαγορικό λιμνόσπηλιο τής Μελισσάνης, στην Κεφαλλονιά, με τον βαρκάρη που τραγουδούσε «Μπαρκαρόλα», κωπηλατώντας όρθιος,
σαν βενετσιάνος γονδολιέρης, τα υφάλμυρα γαλαζοπράσινα νερά,
και τον ολοζώντανο σπήλιο τής Δρογγαράτης, στη ομηρική Σάμη, με τον απαράμιλλο φυσικό γλυπτό  διάκοσμο και τη μοναδική, όπως λένε, ακουστικότητα.
Ο ανδριάντας τού Διονυσίου Σολωμού
(Ζάκυνθος)
Το μακρινό αχνοφέγγισμα τής Ιθάκης τού Δυσσέα, κατέναντι από την Αγία Ευφημία,
και το βαθύ μυστήριο τής ευσέβειας, που η χριστιανική πίστη υφαίνει, χρόνια τώρα,  γύρω από το σεπτό και άφθαρτο λείψανο των προστατών αγίων τής Ζάντε και της Κεφαλλονιάς, Διονυσίου και Γεράσιμου.    
Στο βάθος η ραχοκοκαλιά τής Ιθάκης
      από την Αγία Ευφημία
Κεφαλλονιάς
Τον Κόκκινο Βράχο- στην απόκρημνη και ανδηροειδή παραλία Ακρωτήρι- 
Ο ουρανός από το μοναδικό
 άνοιγμα τής οροφής τού βαραθροσπηλαίου Μελισσάνης
(Κεφαλλονιά)
της γνωστής ηρωίδας Φωτεινής Σάντρη τού Γρηγορίου Ξενόπουλου, και τον ιστορικό λόφο Στράνη, με τη γλυκιά  πανοραμική θέα, απ’  όπου ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο τού Ιονίου κι έχοντας (κατά πως λένε) στ’ αυτιά του τα κανόνια τού Μεσολογγιού, ο εθνικός μας αοιδός Διονύσιος Σολωμός εμπνεύστηκε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους».  
Και τέλος, τον Νίκο,  την Κωνσταντίνα, και τον Τιμόθεο, από το Φιόρο, όλοι τους,  του Λεβάντε, το αγαπημένο φιόρο τής καντάδας και της οπερέτας, για την αγάπη τους σ’ αυτό που κάνουν.
                                
                                                                                            
Κωστής Ηλ. Παπαδάκης
                    

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ  Γ. ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ

          ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

                    Ι σ τ ο ρ ί α,  Ε κ π α ί δ ε υ σ η,  Λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α
 [Εκδόσεις «ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΗ», Ρέθυμνο 2006, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 103]  

           ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ 

Η Αστυνομική Σχολή Ρεθύμνου- πρώην παράρτημα Σχολής Οπλιτών Χωροφυλακής Κρήτης- αλλά και ο χώρος τον οποίο κατέλαβε η εν λόγω Σχολή, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη σύγχρονη Ιστορία τής πόλης μας. Με όλα αυτά ασχολείται στο βιβλίο του: «Αστυνομική Σχολή Ρεθύμνου, Ιστορία, Εκπαίδευση, Λειτουργία», ο κ. Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκης, υποψήφιος διδάκτωρ τής Ιστορίας, της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση και Καθηγητής τού Τμήματος Δοκίμων Αστυφυλάκων Ρεθύμνου.

Το υλικό που συγκέντρωσε ο εν λόγω ερευνητής αναφέρεται σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς της Σχολής, που αποτελεί και το παλαιότερο από οκτώ, συνολικά, Τμήματα που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα. στη σύστασή της, στη συμβολή της στην άμυνα του Ρεθύμνου, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στους ηρωικά πεσόντες άνδρες της Χωροφυλακής κατά τη Μάχη της Κρήτης και κατά τη διάρκεια της Κατοχής- σημεία στα οποία εστιάζει με ιδιαίτερη έμφαση ο συγγραφέας- στα παρασκήνια της μεταφοράς της από τα Χανιά στο Ρέθυμνο, στο κτιριακό συγκρότημα που ήδη κατέχει και, γενικότερα, στη σχέση τής Σχολής με την πόλη μας, καθώς αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της νεότερης Ιστορίας της. Γύρω από το τελευταίο θέμα οι πληροφορίες που ο συγγραφέας παραθέτει είναι ιδιαίτερα αξιόλογες και, σε κάποια σημεία τους, ίσως, και άγνωστες στους νεότερους Ρεθυμνιώτες. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εκπαίδευση και στο πρόγραμμα διδασκαλίας, στα ονόματα των αξιωματικών που υπηρέτησαν ως διοικητές και δίδονται πίνακες των ανά έτος αποφοιτούντων από τη Σχολή από το έτος 1951 μέχρι σήμερα.

Από τα παραπάνω θέματα ενδιαφέρον περικλείνει, για μας τους Ρεθυμνιώτες, η μεταφορά της Σχολής από τη Σούδα Χανίων στο Ρέθυμνο, τον Φεβρουάριο του 1951, μετά από έναν τιτάνιο αγώνα, στον οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο τότε Πρωθυπουργός αείμν. Σοφοκλής Βενιζέλος και, από τους Ρεθεμνιώτες, ο Περβολιανός Βουλευτής του νομού Ευάγγελος Δασκαλάκης, ο Ιωάννης Παπαζαχαρίου, ως Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ρεθύμνου, ο ταγματάρχης Χρήστος Τζιφάκης, ο Αναστάσιος Χομπίτης, Πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου και ο Παύλος Βαρδινογιάννης ως ιδιαίτερος Γραμματέας του Προέδρου της Κυβερνήσεως.

 Η εγκατάσταση της Σχολής κατέλαβε το κτιριακό συγκρότημα του παλιού Δημοτικού Νοσοκομείου (έκτασης 5.500 τ.μ.)- που λειτουργούσε αρχικά ως σανατόριο, παράρτημα του κρατικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης- το γήπεδο του τέως Δημοτικού Γυμναστηρίου, στα βόρεια τού Δημοτικού Νοσοκομείου (έκτασης 3,100 τ.μ.), καθώς και το εκεί δημοτικό γήπεδο και τα οικήματα τής εν πολλοίς άγνωστης σε μας σήμερα Σχολής Οικοδόμων, η οποία ανήκε στο Εθνικό Ίδρυμα, υπό την προεδρία τού Βασιλιά και γι’ αυτό  προέκυψαν αρκετά προβλήματα μεταστέγασής της. Έτσι, συνολικά, τα παραχωρηθέντα στην Αστυνομική Σχολή ακίνητα ανήλθαν, μαζί με τα κτίσματα της Σχολής Οικοδόμων, στα 13.950 τ.μ. Λίγα χρόνια αργότερα το Δημοτικό Συμβούλιο Ρεθύμνου ενέκρινε τη δωρεάν παραχώρηση των ακινήτων, στα οποία ήταν ήδη εγκατεστημένη η Σχολή, με το σκεπτικό ότι η Σχολή συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομική και κοινωνική ζωή τού τόπου.

Έτσι, όπως είδαμε, η Αστυνομική Σχολή Ρεθύμνου εγκαταστάθηκε σε κτίρια μεγάλης ιστορικής σημασίας για την πόλη του Ρεθύμνου, όπως το Δημοτικό Νοσοκομείο, που είχε κατασκευαστεί και ολοκληρωθεί κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, στα 1897, από τους Ρώσους του Συνταγματάρχη  Θεοδώρου ντε Χιοστάκ, που διοίκησαν, με αρκετά έργα κοινωνικής και οικονομικής ευποιίας, προσωρινά το Ρέθυμνο με εντολή των Μεγάλων Δυνάμεων, σχεδόν μέχρι το έτος 1909 και όταν ακόμα τον Δεκέμβριο του 1898 είχε αναλάβει ο Πρίγκηπας Γεώργιος Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας.

Αλλά δεν είναι μόνο τα κτίρια που κλείνουν μια μεγάλη, ιστορικής σημασίας, σελίδα της πόλης τού Ρεθύμνου. είναι και η πολεμική δράση τής Σχολής Χωροφυλακής, που έγραψε μια νέα σελίδα δόξας και τιμής κατά τη μάχη της Κρήτης στο Ρέθυμνο, που ως γνωστόν αποτέλεσε ένα από τα τρία μέτωπα επίθεσης των Γερμανών αλεξιπτωτιστών.

Για το μοναδικό ελεύθερο ελληνικό έδαφος που απέμενε στις αρχές Μαΐου 1941, την Κρήτη, και τις εκεί προσπάθειες ανασυγκρότησης της κρατικής μηχανής, ο ρόλος της Χωροφυλακής βρέθηκε απόλυτα αναβαθμισμένος. Η ελληνική Κυβέρνηση, ήδη από τον Φεβρουάριο τού 1941, είχε αποφασίσει να κατατάξει στη Χωροφυλακή σημαντικό αριθμό νέων, για να ισχυροποιήσει τις δυνάμεις τού εσωτερικού και, καθώς η κατάσταση στη χερσαία Ελλάδα χειροτέρευε, προσανατολίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλες μονάδες Χωροφυλακής. Η πρόσκληση ήταν αθρόα και σχηματίστηκαν επτά λόχοι νέων, οι οποίοι τέθηκαν υπό τις διαταγές τού ταγματάρχη Χωροφυλακής Χανίων Ιακώβου Χανιώτη και την 8η Απριλίου 1941 μεταφέρθηκαν στη Σούδα και από εκεί πεζοί στο Ρέθυμνο.

Το τάγμα Χωροφυλακής αποτελούνταν από νεοσύλλεκτους και νεαρούς αγύμναστους και αστράτευτους δόκιμους χωροφύλακες, οι οποίοι είχαν σταλεί στην Κρήτη για επαγγελματική εκπαίδευση, μακριά από τους βομβαρδισμούς και υπό τον τύπο Παραρτήματος της Σχολής Χωροφυλακής Αθηνών. Εκτός, πάντως, από τη φανερή αυτήν αιτιολογία και κατόπιν εμπιστευτικής εντολής του υφυπουργού Ασφαλείας, οι νεοσύλλεκτοι χωροφύλακες όφειλαν να λάβουν και στρατιωτική εκπαίδευση, για να χρησιμεύσουν ως στρατιωτική δύναμη. εν τούτοις η εκπαίδευσή τους υπήρξε μηδαμινή.

Το απόγευμα της 20ης Μαΐου 1940 άρχισαν να πέφτουν βροχή οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές στην περιοχή τού Ρεθύμνου. Την υπεράσπιση τού τομέα τού Ρεθύμνου είχε αναλάβει ο Αυστραλός αντισυνταγματάρχης Ίαν Κάμπελ, που, με τη σειρά του, εμπιστεύθηκε την υπεράσπιση τής πόλης στους άνδρες τής Χωροφυλακής. Και είναι «τοις πάσι» γνωστή η ηρωική άμυνα που επέδειξαν, τη δύσκολη εκείνη στιγμή, οι δόκιμοι χωροφύλακες του Ρεθύμνου. Φημολογείται μάλιστα για την ανδρεία τους και το εξής επεισόδιο με τον ταγματάρχη Χρήστο Τζιφάκη- συγγενή της μάμμης μου εκ μητρός, Μαρίας Τζιφάκη, από τον Πρινέ- ο οποίος λέγεται ότι όταν κάποια στιγμή άνοιξε τη φυσιγγιοθήκη κάποιου δόκιμου χωροφύλακα και την βρήκε να περιέχει δύο μόνο φυσίγγια- ενώ, σύμφωνα με τη διαταγή, προϋπόθεση συμμετοχής στην επίθεση ήταν η κατοχή από κάθε δόκιμο τουλάχιστον δέκα φυσιγγίων- τον απέτρεψε να συμμετάσχει στην επιχείρηση. Τότε, ο χωροφύλακας εμμένοντας στη συμμετοχή του φέρεται ότι του απάντησε: «Κύριε ταγματάρχα, είναι αλήθεια ότι στη φυσιγγιοθήκη μου έχω δύο μόνο φυσίγγια, αλλά μέσα σ’ αυτά έχω βάλει και την ίδια την ψυχή μου!…». Και όπως σημειώνει ο συγγραφέας κ. Χαλκιαδάκης, ανεξάρτητα από την  αληθοφάνεια του παρόντος περιστατικού, οι δόκιμοι ανάγκασαν τους Γερμανούς να εγκαταλείψουν τις προχωρημένες θέσεις τους και να περιοριστούν στον περίβολο τής εκκλησίας τού αγίου Γεωργίου. Η δύναμη τής  Χωροφυλακής διαλύθηκε κατά την ημέρα εισόδου των Γερμανών στο Ρέθυμνο. Οι αιχμάλωτοι άνδρες φυλακίστηκαν αρχικά στο Γυμνάσιο Αρρένων τής πόλης μας, όπου και υπέστησαν σκληρά βασανιστήρια.

Αλλά εμείς σταματάμε στο σημείο αυτό την παρουσίαση τού εξαίρετου αυτού βιβλίου. Με τα παρατεθέντα στοιχεία θελήσαμε να παρουσιάσουμε μόνο ό τι αφορά στην ιστορικότητα τόσο τού χώρου, όπου αναπτύχθηκε στη συνέχεια η Σχολή, όσο και της πολεμικής δράσης και συμβολής των ανδρών της, με το υψηλό και γενναίο φρόνημα, στις επιχειρήσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θεωρούμε, λοιπόν, εξαιρετικά σπουδαίο για την Τοπική Ιστορία το σύγγραμμα αυτό του εκλεκτού φίλου κ. Εμμ. Χαλκιαδάκη και λυπούμαστε που εκδόθηκαν μόνο πεντακόσια αντίτυπα, οπωσδήποτε πολύ λίγα, για να καλύψουν τις ανάγκες τού αναγνωστικού κοινού της πόλης μας. Πιστεύουμε, γι’ αυτό, ότι πολύ σύντομα θα απαιτηθεί μια νέα έκδοση αυτού.

Θεωρούμε, τέλος, ότι όλοι οι συντελεστές του παρουσιαζόμενου σήμερα για την Αστυνομική Σχολή Ρεθύμνου βιβλίου, είναι άξιοι τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη τους προσφορά στον τόπο. ο σημερινός Διοικητής της Σχολής κ. Ματθαίος Πίτερης, αστυνομικός υποδιευθυντής, που είχε τη λαμπρή πρωτοβουλία να εκδοθεί η Ιστορία τού Τμήματος Δοκίμων Αστυφυλάκων Ρεθύμνου και ο οποίος- όπως εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε- βρήκε και ανέθεσε στο αρμοδιότερο προς τούτο πρόσωπο το βαρύ έργο τής συγγραφής. Η Νομαρχιακή Σύμβουλος κ. Ελισάβετ Καλιτσουνάκη- Πίτερη, που στήριξε οικονομικά την έκδοση και ιδιαίτερα ο συγγραφέας της Ηρακλειώτης Ιστορικός κ. Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκης, ο οποίος με θρησκευτική, τώντις, ευλάβεια πήρε στα χέρια του ένα σημαντικό κομμάτι της τοπικής μας Ιστορίας, προβληματίστηκε γόνιμα γύρω από αυτό, το ερεύνησε με σύστημα και υπευθυνότητα και, καίτοι νεότατος στην ηλικία, με πλούτο εμπειρίας και γνώσης το κατέγραψε μεταδίδοντάς μας σήμερα τόσο πολύτιμες ιστορικές γνώσεις γύρω αυτό. Όλους θερμά και από καρδιάς τους ευχαριστούμε. 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ



ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ
[Με αφορμή το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου (25/8- 5/9/2012)]

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
            www.ret-anadromes.blogspot.com


Από τα τέλη τού Ιουνίου στην πόλη μας παρουσιάζεται ένα μοναδικό «Πρόγραμμα Καλοκαιρινών Πολιτιστικών Εκδηλώσεων», με ποιοτικές μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, εικαστικά δρώμενα, χορούς και εκθέσεις. «Η πόλη μας και φέτος- σημειώνει στο σχετικό Πρόγραμμα ο Δήμαρχος Ρεθύμνου κ. Γιώργης Μαρινάκης- καταθέτει τη δική της πολιτιστική πρόταση ως αντίδοτο στη διάχυτη αίσθηση απαισιοδοξίας, επιλέγοντας τον Πολιτισμό ως ένα από τα πλέον ασφαλή μονοπάτια υπέρβασης κάθε κρίσης». Συγχαίρουμε τον Δήμο μας γι’ αυτήν τη συνειδητή, φιλοσοφημένη και ψυχολογικά ορθή επιλογή του. Και ακόμα, διότι παρά την οικονομική δυσχέρεια που τον πλήττει και παρά τα όσα δεινά προοιωνίζεται τον τελευταίο καιρό για τους δήμους η οικονομική πολιτική τής Πολιτείας, όμως οι εκδηλώσεις και ο Πολιτισμός εδώ στο Ρέθυμνο καλά «κρατούν» από την αρχή, μάλιστα, τού καλοκαιριού. Και τώρα, από τις 25 Αυγούστου 2012 και για δέκα μέρες συνολικά, ο Δήμος μας συνεχίζει ακάθεκτος το πολιτιστικό του πανηγύρι, επαναφέροντας- μετά την αποχή ενός χρόνου, λόγω των προαναφερθεισών δυσμενών οικονομικών συγκυριών- το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ τής πόλης μας ολόφρεσκο και ανανεωμένο, το οποίο με τις θαυμάσιες εκδηλώσεις του προωθεί την πολιτιστική ανάπτυξη και κάνει γνωστό το όνομα του τόπου μας και έξω από τα σύνορα τής Χώρας. Ένας τέτοιος σημαντικός θεσμός, που τη στιγμή αυτή προσμετρά διάρκεια είκοσι πέντε χρόνων, χρειάζεται, νομίζουμε, τη στήριξη και τη συνεχή αγωνία όλων των Ρεθεμνιωτών, για τη μόνιμη καταξίωση, προαγωγή  και ανάδειξή του.  Τον καιρό αυτόν που όλα, δυστυχώς, τρέφονται με την ένοχη ανοχή όλων μας η ατμόσφαιρα θαυμασμού και μυσταγωγίας που προσφέρουν οι ήχοι και οι λόγοι μιας εορτής σαν και αυτήν τού Αναγεννησιακού Φεστιβάλ, και των λοιπών Πολιτιστικών Εκδηλώσεων, μπορούν, ασφαλώς, να καταστούν το μόνο σοβαρό «αντίδοτο» στη σοβαρή ασθένεια που πλήττει την εποχή μας.  
          Πανηγυρικό, λοιπόν, αποκορύφωμα τού φετινού καλοκαιριού το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ ξεκίνησε θαυμάσια το Σάββατο που μας πέρασε με δυο μοναδικές στο είδος τους συναυλίες μεσαιωνικής θρησκευτικής μουσικής, από το σύνολο Sinfonia, ένα από τα παλαιότερα στην Ελλάδα στον χώρο τής παλιάς μουσικής. Το ρεπερτόριο τής πρώτης συναυλίας (του Σαββάτου) περιέλαβε λατρευτικά τραγούδια τού 13ου και 14ου αιώνα, αφιερωμένα στην Παναγία και τής δεύτερης (τής Κυριακής) φωνητική και οργανική μουσική τού 17ου και 18ου αιώνα με τον τίτλο «Μπαρόκ Εσπερινοί». Μουσικοί και τις δύο μέρες η σοπράνο Φανή Γκάρτζου (φλάουτο με ράμφος, κρομμόρνη), η μέτζο σοπράνο Έφη Μηνακούλη (λαούτο, σάζι, κρουστά), ο τενόρος Σταύρος Μπερής (ούτι, σάζι, κρουστά), ο Γιάννης Παπαγιάννης (φλάουτο με ράμφος, κρομμόρνη, πόμερ) και ο Άγγελος Ρεπαπής (λύρα).
Με μονοφωνικές, ειδικότερα, και πολυφωνικές συνθέσεις, με τη συνοδεία οργάνων εποχής, με διονυσιακούς, συχνά, ρυθμούς και έντονες αραβικές επιρροές, η πρώτη συναυλία κατάφερε να μεταρσιώσει λατρευτικά την ψυχή και του σημερινού ανθρώπου. Φωνητική, πάλι, και οργανική μουσική η δεύτερη γνώρισε μιαν άκρως δεξιοτεχνική προσέγγιση, με αρκετούς μανιερισμούς και έντονο τον διάλογο μεταξύ των οργάνων. Η παρτιτούρα σκιαγραφήθηκε με εύγλωττο και καθαρό τρόπο με την κυριαρχική- όπως, συνήθως, συμβαίνει σε τέτοιες συναυλίες φωνητικών και οργανικών συνόλων- εμφάνιση σε κάθε μουσικό κομμάτι ορισμένων από τα όργανα εποχής, που του προσέδιναν, ακριβώς, όλη τη μουσικότητα και την ιδιάζουσα μαγεία τού ηχοχρώματός τους.

Ειδικότερα, στη συναυλία τής Κυριακής κυριολεκτικά συνάρπασαν το μουσικόφιλο κοινό τού Ρεθύμνου οι δυο διεθνώς καταξιωμένοι τραγουδιστές τού συνόλου, Μαίρη Μηλολιδάκη (σοπράνο) και Νίκος Σπανάτης (κόντρα τενόρος), σε καντάτες, φωνητικές, δηλαδή, συνθέσεις, που αποτελούν μια μικρογραφία οπερατικής σκηνής. Και οι δυο μουσικοί απέδωσαν την παρτιτούρα "από στήθους" και με χαρακτηριστική δύναμη, μεγάλη ευκρίνεια και υψηλότατο λυρισμό. Ήταν σαφέστατο ότι δεν γνώριζαν μονάχα τις νότες, αλλά είχαν διεισδύσει και στο βαθύτερο νόημα της μουσικής που τόσο περίτεχνα αναδείκνυαν με την ικανότητα τής φωνής τους, ειδικά στα ντουέτα «Tanti Strali al sen mi scocchi» και στον επίλογο τής καντάτας «Il duello amoroso», του Χέντελ, με ‘κείνο το χαριτωμένο μουσικό παιγνίδισμα ανάμεσα στους δύο εραστές με τίτλο: «Si, si lascia me ingrata».
Η πόλη τού Ρεθύμνου, ανθρώπινη και προσβάσιμη απ’ όλους (πεζούς και ΑΜΕΑ), που τον τελευταίο καιρό έχει κατακτήσει το πιο όμορφο και ελκυστικό πρόσωπό της, είναι τα βράδια αυτά της καλοκαιρινής πολιτιστικής κορύφωσης μια πραγματικά «Όμορφη Πόλη», όπως στο παλιό νοσταλγικό τραγούδι, στην οποία ο ντόπιος αλλά και ο καλλιεργημένος μουσοτραφής επισκέπτης δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει και πού να πρωτοβρεθεί.
  Έτσι, την Κυριακή το βράδυ σε μιαν άλλη γραφική γωνιά, υπαίθρια εδώ, στην πλατεία τού Λυκείου Ελληνίδων, η Φιλαρμονική τού Δήμου μας, με τα τρία τμήματά της [Ορχηστρικό- Χορωδιακό (νέο σχήμα) και την Μπαντίνα της, με τους δεκάδες εκκολαπτόμενους νέους ευέλπιδες μουσικούς] και με ηγεμονικό πάνω της βιγλάτορα τον πέρφανο αιγυπτιακό φάρο, στην είσοδο τού βενετσιάνικου λιμανιού, έδινε μια θαυμάσια συναυλία, ελαφρολαϊκού τραγουδιού. Η Δημοτική μας Φιλαρμονική προέβαλλε στους εκατοντάδες «περιπατητικούς» ακροατές της παρτιτούρες με πλουσιότατη ποικιλία και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ενώ η απρόσκοπτη ροή τής μουσικής απέδειξε τη μεγάλη σημασία για ένα ορχηστρικό και χορωδιακό, σαν και αυτό, σχήμα να βρεθεί κάτω από τα δυναμικά χέρια λίγων μεν, άξιων, όμως, και εμπνευσμένων δασκάλων τής μουσικής. Η Δημοτική Φιλαρμονική Ρεθύμνου- με τη συνεχή επίβλεψη, ενθάρρυνση και ηθική και οικονομική ενίσχυση τού Δήμου μας- αποτελεί μιαν ακόμα διάσταση στις δυνάμει ενυπάρχουσες καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δυνατότητες του τόπου.

                                                     
Πιο πέρα όμορφα φωτοχυμένη η παραλία τού Ρεθύμνου αναδεικνύει πλούσια, για 3η συνεχή χρονιά, τις εντυπωσιακές εικαστικές δημιουργίες δεκάδων καταξιωμένων εικαστικών, με τον τίτλο «Τέχνης Πετάγματα 3» και την εικαστική επιμέλεια τής ρεθεμνιώτισσας καλλιτέχνιδας Χρυσούλας Σκεπετζή. Χρησιμοποιώντας οι εν λόγω καλλιτέχνες, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ανακυκλωμένα υλικά ή υλικά φιλικά στο περιβάλλον και επιστρατεύοντας, κατά περίπτωση, τη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη χαρακτική και άλλοτε μικτές τεχνικές δίνουν στα έργα τους αέρινη διάσταση μια και ίπτανται, άλλοτε εννοιολογικά και άλλοτε ρεαλιστικά, του περιβάλλοντος χώρου.
Και ακολουθούν, για τις επόμενες μέρες, και άλλα άκρως ενδιαφέροντα θέματα. θεατρικές παραστάσεις, εικαστικά (αίθουσα Πυροβολικού, 3/9- 9/9, Gallery Βαλαρή, 23/8- 9/9), εκθέσεις (Αγιογραφίας τής Ι. Μ. Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, σε συνεργασία με τον Δήμο Ρεθύμνου, την οποία θέλει εγκαινιάσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης στις 3/9, 12.30 το μεσημέρι, Θόλος Ιμπραήμ Χαν- Φορτέτζα, 26/8- 9/9).   
Χαιρόμαστε και παρηγοριόμαστε με την ιδέα ότι δεν χάθηκαν ακόμα η ευαισθησία και το ήθος από τον τόπο αυτό. Συγχαίρουμε τη Δημοτική Αρχή τής πόλης μας και τον Δήμαρχό μας κ. Γιώργη Μαρινάκη, την εντεταλμένη δημοτική Σύμβουλο Πολιτισμού- Τουρισμού κ. Πέπη Μπιρλιράκη-Μαμαλάκη και την Υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την οργάνωση τού Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου κ. Άρτεμη Παπαδάκι για την επιμονή τους στον Πολιτισμό. Με την παραπάνω πολυειδή παλέτα πολιτιστικών εκδηλώσεων, που πρότεινε και φέτος ο Δήμος μας στους πολίτες τού, απέδειξε και επιβεβαίωσε τη δύναμη και την αξία που έχει η μουσική και η εν γένει καλλιτεχνική δημιουργία ως πολιτιστικό μέσο επικοινωνίας, καλλιέργειας και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών.

K E P A M E Σ


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


                        9. K E P A M E σ                                                        

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


Στον ένθερμο και διαπρύσιο κήρυκα της ελευθερίας,
Αντιστασιακό Μητροπολίτη Κρήτης,
Βασίλειο Μαρκάκη

·     Γενικά στοιχεία για το χωριό

          Χωριό του Δήμου Λάμπης, κάτ. 244 (2001), υψόμ. 300 μ., στον δρόμο προς Αγία Γαλήνη, διακλάδωση στο 34,5 χλμ. δεξιά (Ακτούντα, Βάτος, Άρδακτος, Δρύμισκος, Κεραμές), κτισμένο στις πλαγιές τού βουνού Kέντας, που αποτελεί συνέχεια τής μεγάλης οροσειράς των Λευκών Oρέων.
Η αρχική αναγνώριση τής κοινότητας Κεραμέ έγινε με το Διάτ. 26-1-1925, ΦΕΚ Α 27/1925. Οικισμοί που αρχικά απάρτισαν την κοινότητα: Κεραμές, Αγαλλιανού, Λίγκρες, Δρύμισκος[1].
Οικισμοί που αποτελούν σήμερα το Δ.Δ. Κεραμέ (κάτ. 345): Κεραμές (κάτ. 244), Αγαλλιανός (κάτ. 43), Αγία Φωτεινή (κάτ. 58).
Ερειπωμένοι Οικισμοί: Άγιος Ιωάννης ο Αλωτός[2], Λίγκρες[3], Πετριανά[4]
Η φυσιογνωμία όλων αυτών των χωριών και το χρώμα τους δεν έχει καθόλου αλλοιωθεί από τον τουρισμό, που δύσκολα φθάνει στα μέρη αυτά. Με το φύλλο 728/21-9-95, τ. Δ΄, της «Εφημερίδος τής Κυβερνήσεως» ο οικισμός τού Κεραμέ χαρακτηρίζεται ως παραδοσιακός, κατηγορίας ιι (Μέσης Πολιτιστικής Αξίας). Με το ίδιο διάταγμα καθορίζονται οι χρήσεις και οι ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης αυτού. Χαρακτηριστικό ότι στην ίδια περίπτωση με τον Κεραμέ υπάγονται τρία μόνο χωριά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου (εκτός, δηλαδή, από τον Κεραμέ και τα χωριά Μέλαμπες και Μύρθιος).
 
Η κεντρική βρύση του χωριού στην πλατεία
·     Πληθυσμιακά στοιχεία- Διαχρονική θεώρηση τού ονόματος τού χωριού- Κτηματολογικά Στοιχεία

         Οι παλιότερες αναφορές που έχουμε για το χωριό είναι αυτή του έτους 1577 από τον Fr. Barozzi (Fo 26V), με τη μορφή Cheramea, και του 1583 (απογραφή Π. Καστροφύλακα– Κ 176), όπου, επί πλέον, το χωριό σημειώνεται Chieramea, με 207 κατοίκους. Το ίδιο έτος, και πάλι από τον Καστροφύλακα (Κ 184), το χωριό αναφέρεαι ως Chieramea, με 181 οφειλόμενες αγγαρείες. Αργότερα, στα 1630, αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου και από τον Βασιλικάτα με τη μορφή Cheramea.
   Και η πληθυσμιακή και ονοματολογική εξέλιξη τού χωριού συνεχίζεται κατά τους επόμενους αιώνες ως εξής:
      1659 (Τουρκική απογραφή) αναφέρεται ως Kerame, με 20 σπίτια[5]
    Ο κεφαλικός φόρος το ίδιο έτος (1659) ανέρχεται σε είκοσι χαράτζια, ενώ είκοσι σπίτια πλήρωναν φόρο καφτανίου. Αργότερα, σύμφωνα με το κατάστιχο κεφαλικού φόρου τού 1671/2, το χωριό φέρεται να πληρώνει 16 χαράτζια. Επίσης, το ίδιο έτος, το χωριό εμφανίζεται με 291,5 τσερίπια[6] καλλιεργημένα χωράφια, 92 ελαόδεντρα και 50 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες[7].
      1834 (Αιγυπτιακή απογραφή) (Keramé), με 40 χριστιανικές οικογένειες
      1881 Δήμος Αγίου Πνεύματος[8], Κεραμές [και ΄Αγιος Ιωάννης Αλοτός (sic)] 337     χριστιανοί κάτοικοι
      1900, Δήμος Αγίου Πνεύματος, Kεραμές, 440 κατ.
    1920, έδρα ομώνυμου αγροτικού Δήμου, Κεραμές, 516 κάτοικοι.
     1928 (15-16 Μαΐου), έδρα ομώνυμης κοινότητας, Κεραμές, 468 κάτοικοι (219 άνδρες + 249 γυναίκες)
      1940 (16 Οκτωβρίου), Κεραμές, 505 κάτοικοι (235 άνδρες + 270 γυναίκες)
      1951 Κεραμές, 500 κάτοικοι
      1961 (19 Μαρτίου), Κεραμές, 440 κάτ.
      1971 (14 Μαρτίου), Κεραμές, 326 κάτ.
      1981 (5 Μαΐου,), Κεραμές, 247 κάτ.
      1991 Κεραμές  248
      2001 Κεραμές 244 (και Τοπική Κοινότητα Κεραμέ: 345)
  ΄Οπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω στοιχεία που παραθέσαμε, από το έτος 1940 μέχρι και το έτος 1991 στην κοινότητα Κεραμέ σημειώθηκε σημαντική μείωση τού πληθυσμού, της τάξης τού 57,68%, που αποτελεί ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μείωσης πληθυσμού στους οικισμούς τού νομού μας. Και, επί πλέον, ο γεροντικός πληθυσμός εδώ είναι παραπάνω από διπλάσιος τού παιδικού[9]. Και η πτωτική τάση τού πληθυσμού τής κοινότητας συνεχίζεται το ίδιο ραγδαία και απειλητική και στις μέρες μας, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των περισσοτέρων χωριών τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου και της ελληνικής υπαίθρου γενικότερα. Ένα μεγάλο μέρος τού  πληθυσμού τού Κεραμέ απορρόφησε η Αθήνα, ιδιαίτερα στη δεκαετία τού ’60, ενώ ελάχιστοι είναι οι Κεραμιανοί που, τον ίδιο καιρό, τους απορρόφησε το γνωστό μεταναστευτικό ρεύμα τής Γερμανίας. Τη σκληρή και με πολλές στερήσεις ζωή τού χωριού τής εποχής εκείνης ήταν πολύ δύσκολο να την αντέξει εκείνος που θα επιχειρούσε να κάνει και την παραμικρή σύγκριση με τη ζωή τής πόλης.
    H κατάσταση αυτή, που στις μέρες μας φαίνεται να καθίσταται εφιαλτική και μη αναστρέψιμη, θα μπορούσε, ίσως, να αλλάξει προς το καλύτερο μόνο με τη λήψη γενναίων μέτρων από την ελληνική Πολιτεία, όπως είναι η κατασκευή σημαντικών έργων υποδομής στην ύπαιθρο, η επιδότηση των νέων ζευγαριών για την εγκατάσταση και δραστηριοποίησή τους στο χωριό- με την παράλληλη και συστηματική εκπαίδευσή τους σε αγροτοκτηνοτροφικά θέματα- η γενναία αύξηση των επιδοτήσεων των καλλιεργειών και της κτηνοτροφίας, καθώς και των τιμών των αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων. Τέλος, σημαντική θα απέβαινε και η δημιουργία πνευματικών κέντρων για τους κατοίκους και ιδιαίτερα για τους νέους, καθώς και η δημιουργία αθλητικών χώρων.
 
Γραφικό σοκάκι του χωριού 
·     Το όνομα τού χωριού
       Tο τοπωνύμιο σήμερα ακούγεται με τις μορφές Kεραμές (ο) ή Kεραμέ (το, τα) (στον Kεραμέ ή στο Kεραμέ, στα Kεραμέ) και αναφέρεται στην επαρχία Aγίου Bασιλείου, χωρίς σημαντικές αποκλίσεις, σε όλες τις γνωστές απογραφές από το 1577 και εξής. Ειδικότερα, αναφέρεται το 1577 από τον Francesco Barozzi (fo 26v) ως Cheramea, από τον Kαστροφύλακα το 1583 (K176) ως Chieramea, από τον Bασιλικάτα το 1630 ως Cheramea, στην τούρκικη απογραφή του 1659 ως Kerame, στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 Keramé, το 1881 Kεραμέ, το 1928 Κεραμέ και από το 1940 και εξής Κεραμές (ο).
    Tο τοπωνύμιο πιθανόν να οφείλεται σε έναν λόφο που ονομάζεται Kέραμος και βρίσκεται πεντακόσια μόλις μέτρα πιο πάνω από το χωριό. Kατά τη μεριά τού χωριού ο λόφος αυτός παρουσιάζει μια πολύ απότομη βραχώδη πλευρά, με ύψος εκατό περίπου μέτρα, που, λόγω του παρουσιαστικού της, πιστεύεται ότι στο χώρο αυτό υπήρχε παλιό ηφαίστειο. Στην κορυφή τού λόφου βγαίνουν κάτι μεγάλες πλάκες που έχουν το σχήμα κεραμίδων. Aυτές τις κεραμίδες οι κάτοικοι παλιά τις γκρέμιζαν από το φυσικό τους περιβάλλον και τις χρησιμοποιούσαν στα δώματα των σπιτιών τους ή για τη μεταφορά νερού με τα «κουτούντα» της εποχής εκείνης. Φαίνεται λοιπόν πως από αυτές τις φυσικές κεραμίδες (κεραμιδόπετρες) πήρε το όνομά του τόσο ο λόφος (Kέραμος) όσο και το χωριό [Kεραμέ(ς)].
    Σύμφωνα, τώρα, με μια άλλη εκδοχή η προέλευση του ονόματος τού χωριού αποδίδεται σε παραφθορά από το «κεραμεύς», που δηλώνει τον άνθρωπο που ασχολείται με την κεραμική. Επ’ αυτού, ο κ. Xρίστος Mακρής, ύστερα από επιτόπια παρατήρησή του, αναφέρει ότι στην ακτή τού Kεραμέ και παρά τον υπάρχοντα εκεί ορμίσκο ελλιμενισμού μικρών σκαφών –προφανώς εννοεί αυτόν της Aγίας Φωτιάς– υπάρχει αμμώδης έκταση, η οποία, σήμερα, βρίθει οστράκων και μάλιστα σε έκταση ενός στρέμματος περίπου. Πρόκειται, λέγει, μάλλον, περί εργαστηρίου αγγειοπλαστικής παρά αποθήκης και συνάμα κέντρο εμπορίου δια θαλάσσης, κυρίως, των προϊόντων τού εργαστηρίου εκείνου. Προφανώς λοιπόν, σημειώνει ο κ. Mακρής, από τον μικρό εκείνο χώρο να προήλθε το σημερινό όνομα τού χωριού Kεραμέ[10].

·     Ιστορικά στοιχεία
Ήδη από την προμινωική εποχή μαρτυρείται η παρουσία του σημερινού Κεραμέ στη νότια Λυβική ακτή τού νομού Ρεθύμνης. Αργότερα, κατά τα αρχαϊκά, κλασικά και ελληνιστικά χρόνια, ο Κεραμές συνεχίζει  να ακμάζει και να θεωρείται, τώρα πια, ως μια από τις εκατό πόλεις- περίφημη «εκατόμπολις»- της αρχαίας Κρήτης. Την άποψη ότι μάλλον πρόκειται για την αρχαία πόλη «Βιώννο» τής ομηρικής Εκατόμπολης διατύπωσε πρώτη η Μ. Guarducci [11].
Τα ερείπια τής πόλης μαρτυρούνται χαμηλά, πάνω ακριβώς από το γιαλό και σε απόσταση 2-3 χιλιομέτρων νότια τού σημερινού χωριού, σε παραθαλάσσιο απότομο ύψωμα που δεσπόζει πάνω από τη θάλασσα προς το Νότο, ενώ από το μέρος τού Βοριά δεν παρουσιάζει σημαντική υψομετρική διαφορά σε σχέση με τη γύρω περιοχή. Σήμερα τα ερείπια τής αρχαίας πόλης κρατούν μιαν έκταση  πάνω από 150 μ. από ανατολικά προς Δυτικά και 100 μ., ή και περισσότερα, από Βορρά προς Νότο, ενώ η άλλη μισή πόλη βρίσκεται θαμμένη σε μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια τής θάλασσας. Για ύπαρξη ερειπίων «άγνωστης πόλης» στην περιοχή τού Κεραμέ κάνει λόγο και ο Εμμ. Γενεράλις,  αλλά και ο Νικ. Γ. Παππαδάκις, από τις γειτονικές Βρύσες, Αρχαιολόγος και Καθηγητής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος, μάλιστα, πρώτος ανακάλυψε και μελέτησε από αρχαιολογική άποψη την παραπάνω περιοχή.
Για την αρχαία πόλη τού Κεραμέ Βιώννο (Κιόνια) πιστεύεται ότι από κάποια στιγμή και πέρα το έδαφος άρχισε να υποχωρεί και η πόλη να βυθίζεται στο νερό. Τότε οι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να μετακινηθούν σε άλλο σημείο ψηλότερα, στην περιοχή όπου βρίσκονται σήμερα τα χωριά Κεραμές και Αγαλλιανός. Φαίνεται, ακόμα, ότι στη μετακίνηση αυτή συνέτεινε και η γενικότερη κατάρρευση τής παντοδύναμης Εκατόμπολης, που τη διαδέχτηκαν οι κάθε λογής κατακτητές. Τα παράλια, ως τόπος παραμονής, ήταν πλέον πολύ επικίνδυνα εξαιτίας των πειρατών που έκαναν συχνότατες επιδρομές και απειλούσαν σοβαρά κάθε παραθαλάσσια περιοχή. Τέτοιες πρώιμες πειρατικές επιδρομές σημειώνονται και στην Κρήτη κατά το πρώτο μισό τού δεύτερου π. Χ. αιώνα, κυρίως από Κίλικες και Κρήτες επιδρομείς. Γι’ αυτό και όσοι από τους κατοίκους τής Βιώννου συνέχιζαν να παραμένουν στην παραθαλάσσια πολιτεία τους, τώρα, κάτω και από την πίεση των παραπάνω πειρατών, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν ψηλότερα, στην περιοχή των σημερινών χωριών Κεραμέ-  Αγαλλιανού, για λόγους μεγαλύτερης ασφάλειας.
Φαίνεται, πάντως, πολύ πιθανόν ότι αρχικά, και για πολλούς αιώνες, η οίκηση στη νέα περιοχή θα πρέπει να έγινε με τη μορφή μικρών αγροτικών οικισμών, «μετοχίων». Αυτό, εξάλλου, βεβαιώνεται και από τα υπολείμματα τόσων διαλυμένων οικισμών στην περιοχή, όπως ο Αι-Γιάννης ο Αλωτός, οι Λίγκρες, η Αγία Παρασκευή, το Πάνω και Κάτω Μετόχι, στην περιοχή του Αγαλλιανού, και, πιθανόν, και η Κάτω Βρύση και ο Συριάτης. Πολύ αργότερα, όχι περισσότερο πριν από τέσσερις με τεσσερισήμισι αιώνες, στα χρόνια, δηλαδή, της Ενετοκρατίας, τα μετόχια αυτά συσπειρώθηκαν και σιγά- σιγά συνενώθηκαν στα σημερινά χωριά Κεραμές και Αγαλλιανός με τη  μορφή ακριβώς που αυτά παρουσιάζουν και σήμερα.
Τα χρόνια που ακολουθούν (Ρωμαϊκά και Βυζαντινά) είναι αρκετά σκοτεινά για τη συγκεκριμένη περιοχή τού χωριού Κεραμέ και οι πληροφορίες μας για τις ιστορικές αυτές περιόδους πολύ λίγες και ατεκμηρίωτες. Αργότερα, η περιοχή τού χωριού γνώρισε και πάλι την απειλή επανειλημμένων πειρατικών επιδρομών. Φαίνεται δε ότι το πρόβλημα των πειρατικών αυτών επιθέσεων θα έγινε  εντονότερο λίγο πριν από την Τουρκοκρατία, και μάλιστα στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν παρατηρούνται οι πειρατικές επιδρομές  των λεγομένων Μπαρμπαρέζων πειρατών, που, ανάμεσα στα άλλα, επέφεραν και την καταστροφή των Λιγκρών, αρκετά μεγάλου οικισμού τον καιρό εκείνο, στα νότια παράλια τού νομού Ρεθύμνου, κάτω από τον σημερινό Κεραμέ. Απόγονοι, μάλιστα, Λιγκριωτών προσφύγων, οι Δωρόθεος και Μάρκος Βλαττής, ίδρυσαν στη Θεσσαλονίκη την περίφημη Ι. Μονή των Βλατάδων, ανάμεσα στα έτη 1351 και 1371.

Μεγάλες μάχες ή επιθέσεις τουρκικών στρατευμάτων δεν μαρτυρούνται, κατά τα χρόνια τής Τουρκοκρατίας, στην περιοχή τού Κεραμέ πέρα, ίσως, από μια μάχη που σημειώθηκε στις 8-12-1868, στα τέλη, δηλαδή, της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης και η οποία έγινε σημαντική για το οικτρό και αιματηρό τέλος που είχε.
Σχηματίστηκε, λέγει, σώμα από δυο χιλιάδες άνδρες ντόπιους και εθελοντές, κάτω από τις διαταγές τού πατέρα και του υιού Πετροπουλάκη, το οποίο καταδιώχτηκε από τον Μεχμέτ Αλή πασά κοντά στο χωριό Κισσός και αναγκάστηκε να προχωρήσει προς το χωριό Κεραμές. Εδώ έφτασε στο μεταξύ και ο Ομέρ πασάς με αποτέλεσμα το σώμα να βρεθεί σχεδόν περικυκλωμένο από τον εχθρό και να διεξαχθεί εκεί μια άγρια και φονικότατη μάχη. Γιατί, δυστυχώς, μετά τους πρώτους πυροβολισμούς το σώμα έμεινε χωρίς αρχηγούς, καταλήφθηκε από πανικό και, περικυκλωμένο όπως ήταν, τράπηκε σε άτακτη φυγή. Τριακόσιοι, περίπου, άντρες έπεσαν νεκροί ή τραυματίστηκαν στην άτυχη αυτήν περίσταση. Άλλοι, πάλι, άφησαν τα όπλα τους και παραδόθηκαν, οι δε λοιποί τράπηκαν σε φυγή ή από φόβο κρύφτηκαν στις γύρω περιοχές. Το υπόλοιπο σώμα των εθελοντών μαζί με τον Πετροπουλάκη κατόρθωσε μέσα στην βαθιά νύχτα περνώντας από διάφορα δύσβατα μέρη, και ύστερα από μακριά και επίπονη οδοιπορία, να φτάσει μέχρι τον Καλλικράτη.
Και μπορεί, βέβαια, το χωριό να μη γνώρισε, αυτό το ίδιο, μεγάλες και φονικές συμπλοκές πέραν της παραπάνω, όμως και το χωριό έδωσε στον αγώνα κατά των Τούρκων πλείστους αγωνιστές, που έλαβαν μέρος σε διάφορες μάχες σε άλλες περιοχές τού νομού Ρεθύμνου και της Κρήτης γενικότερα.
Ο Κεραμές, μάλιστα, είχε και τη δική του πολεμική σημαία, που τη βλέπουμε να λαβαίνει μέρος στην πεισματώδη μάχη τού Βρύσινα, στις 20 Οκτωβρίου 1866, στην οποία είχε λάβει μέρος με το στρατιωτικό του σώμα και ο Π. Κορωναίος, Γεν. Αρχηγός τού αγώνα. Στη θέση Πέταλο τού Βρύσινα, κατά τη συγκεκριμένη μάχη, πολέμησε  και ο Κεραμιανός ιεροδιδάσκαλος παπα- Παύλος Κοπανάκης.
Αργότερα, στις αρχές τού αιώνα μας, που τα πολεμικά προσκλητήρια τής πατρίδας ήταν πολλά και ακολουθούσαν το ένα μετά το άλλο, οι Κεραμιανοί δεν απουσίασαν και πάλι από κανένα. Έτσι, αρχικά στον Μακεδονικό Αγώνα (1903-1908) και στην ομάδα του Στ. Κλειδή, συμμετέχουν και δύο Κεραμιανοί, ο Αποστολάκης Στυλ. και ο Λιοδάκης Ρούσσος, ενώ στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912-13), στην Μικρασιατική εκστρατεία (1922), στον ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-41), στη γερμανική κατοχή και στην Εθνική Αντίσταση που ακολούθησε, αλλά και στα άλλα πολεμικά γεγονότα από το 1944-49, η κοινότητα Κεραμέ έδωσε και πάλι πλουσιότατο το παρόν της και προσμέτρησε τρεις περίπου, δεκάδες νεκρών, τα ονόματα των οποίων κατακοσμούν το ηρώο των νεκρών τής κοινότητας, στον περίβολο τού ι. ναού τού Αγίου Δημητρίου, στο Πάνω Χώρι.


·     H παραθαλάσσια περιοχή τού Kεραμέ
επίκεντρο πολεμικού ανεφοδιασμού και μετακίνησης
άμαχου πληθυσμού και πολεμιστών κατά την Tουρκοκρατία και τη γερμανική κατοχή

        Kατά τη γερμανική κατοχή στο μοναστήρι τού Πρέβελη, στον Kεραμέ, Aγαλλιανό, Άγιο Iωάννη Aλωτό, αλλά και στα άλλα γειτονικά χωριά, έβρισκαν καταφύγιο και περίθαλψη πολυάριθμοι Άγγλοι, Aυστραλοί και Nεοζηλανδοί στρατιώτες, ενώ η παραθαλάσσια περιοχή των Λιγκρών και του Πύργου έγινε και πάλι το επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων, αφού εκεί έκαναν, συχνά, προσεγγίσεις συμμαχικά πλοία και υποβρύχια, προκειμένου να εφοδιάζουν τον μαχόμενο πληθυσμό τής Kρήτης με τροφές και άλλα πολεμοφόδια.
     Kαι με την ευκαιρία αυτήν κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι η παραλία των Λιγκρών και του Πύργου δε χρησιμοποιήθηκε προς ανεφοδιασμό και τροφοδοσία μόνο από τα συμμαχικά πλοία και υποβρύχια κατά τη γερμανική κατοχή, αλλά και παλιότερα, στα χρόνια της Tουρκοκρατίας, και μάλιστα κατά τα αιματηρά γεγονότα τής Mεγάλης Kρητικής Eπανάστασης.
      Ήταν τότε που το περίφημο ταχύπλοο «Αρκάδι», το οποίο αγοράστηκε από τον Γ. Παπαγιάννη το έτος 1867, μετά τα δραματικά γεγονότα τού ομώνυμου Μοναστηριού – και του οποίου, μάλιστα, το ηρωικό όνομα το πλοίο προσέλαβε– έκανε αρκετά ταξίδια και σε αυτήν τη νότια παραθαλάσσια περιοχή τού νομού Ρεθύμνου.
      Η θαλάσσια περιοχή ειδικά του Κεραμέ ήταν αρκετά προφυλαγμένη, ώστε να γίνεται με αρκετή ασφάλεια ο ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και πολεμικό υλικό, καθώς και η επιβίβαση ή αποβίβαση των επιβατών– συνήθως γυναικόπαιδων– που παρελάμβανε το σκάφος από τη Γιαλιά, για να τα μεταφέρει σε ασφαλέστερα μέρη, στη Σύρο και το αντίθετο. Αλλά και γιατί η Ι. Μ. Πρέβελη– που βρίσκεται στην περιοχή αυτήν– αποτελούσε σπουδαίο επιχειρησιακό κέντρο του Κρητικού Αγώνα.
      Στις 2 Απριλίου 1867 η Προσωρινή Κυβέρνηση έγραφε προς την Επιτροπή Σύρου, από το Ροδάκινο, ότι το Αρκάδι είχε καταπλεύσει, κατά το 6ο ταξίδι του, στο Γεροπόταμο του Πρέβελη. Μετά την εκφόρτωση και την αποβίβαση εκεί των ολίγων επιβατών και την επιβίβαση κάποιων άλλων έπλευσε στον όρμο κάτω από το χωριό Κεραμέ– δηλαδή στη θαλάσσια περιοχή των Λιγκρών– απ’ όπου παρέλαβε και άλλα γυναικόπαιδα. Tέλος, και σύμφωνα με τον Kων. Kριάρη, το θρυλικό τροχήλατο «Aρκάδι» κατά το τελευταίο μοιραίο ταξίδι του (KΓ’) στην πολύπαθη Kρήτη, την 4η Aυγούστου 1867, με ναύαρχό του τον περίφημο Kουρέντη, και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να αποφύγει το επερχόμενο τουρκικό σκάφος «Iντζεδίν», πραγματοποίησε, για λίγο, την τελευταία ιστορική προσέγγισή του στην παραλία του Πρέβελη, κοντά στην περιοχή των Λιγκρών και του Κεραμέ και, στη συνέχεια, για ακόμα περισσότερη ασφάλεια, κατέφυγε στα μετόπισθεν της νήσου Γαύδου.
      Mια τέτοια προσέγγιση στο Γιαλοπόταμο του Kεραμέ έκανε και ο γενναίος Mυκωνιάτης πλοίαρχος καπετάν-Nικόλας Σουρμελής με το πλοίο του «Ένωσις» τον Iούλιο του 1868.
       Aυτή, γενικά, υπήρξε η ιστορία τής περιοχής τού Kεραμέ κατά την τουρκοκρατία και τα τελευταία τού πρώτου μισού τού αιώνα μας χρόνια.
         Με τέτοιες πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας οι Κεραμιανοί βοήθησαν τους αγώνες τού έθνους για την ανάκτηση της πολυπόθητης λευτεριάς.
              
·     Αγωνιστές τού χωριού

1.            Γεώργιος Αρετάκης
2.            Ιωάννης Καλαϊτζιδάκης
3.            Ιωάννης Σ. Σπυριδάκης
4.            Ιωάννης Σπυριδάκης
5.     Πετράκης ή Καλογεράκης Μάρκος.
6.     Μιχαήλ Ταταράκης
Ήταν από τους σπάνιους αγωνιστές τής πατρίδας, όπως βεβαιώνουν οι εκτιμητές τής περιφέρειας Κεραμέ και αγωνίστηκε το 1866 και το 1878. Το 1866, μάλιστα, ο Κορωναίος τού έδωσε τον βαθμό τού εκατοντάρχου, εξαιτίας της πολεμικής δραστηριότητάς του.
7.      Αντώνιος Αντωνιουδάκης
8.      Σπύρος Παπαδάκης
9.      Νικ. Ταταράκης
10.    Νικόλαος Σπυριδάκης



·     Ενορία αγίου Παντελεήμονος Κεραμέ
 Τα δύο χωριά Κεραμές και Αγαλλιανός αποτελούν, ανέκαθεν, μιαν ενορία με έδρα τον Κεραμέ και κεντρικό ναό αυτόν του Άγιου Παντελεήμονος.
 Θελήσαμε να παρακολουθήσουμε τη διαδοχή των ιερέων τής ενορίας Κεραμέ κατά τους τελευταίους αιώνες. Όμως, λόγω της παντελούς ανυπαρξίας αρχείων στην ενορία περιοριστήκαμε στη ζώσα μαρτυρία των κατοίκων και του σημερινού ιερέα του χωριού, π. Κων. Πετυχάκη, οι οποίοι ενθυμούνται τρεις μόνο ιερείς που διακόνησαν στο χωριό και καλύπτουν ολόκληρο τον 20ο αιώνα, δηλαδή :
          1)τον ιεροδιδάσκαλο και αγωνιστή Παύλο Κοπανάκη (1901-1959)
             2)τον Δημήτριο Σαβ(β)οργιανάκη (1959-1962) και
             3)τον π. Κωνσταντίνο Πετυχάκη (Σεπτ. 1962- Φεβρ. 2002)
             4) τον π. Μιχαηλ Μαθιουδάκη (2002- σήμερα)

Στο Μοναχολόγιο της Ι. Μ. Πρέβελη (αύξων αριθμός 64) αναφέρεται ότι, κατά το έτος 1870, από το Μητροπολίτη Λάμπης και Σφακίων Παϊσιο, χειροτονήθηκε εφημέριος στον Κεραμέ ο Κεραμιανός ιερομόναχος Μελέτιος Τσιριτάκης, ο οποίος, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα ενός χρόνου- που έλειψε στα Ιεροσόλυμα στην Ι. Μονή τού Αγίου Σάββα- θα πρέπει, κατά την άποψή μας, να συνέχισε να είναι ο εφημέριος τού Kεραμέ  και κατά το διάστημα μέχρι και το έτος 1895, που το Μοναστήρι του Πρέβελη τον είχε διορίσει ως ενοικιαστή τού Μετοχίου του στον Κεραμέ.
        Στηριζόμενοι, επίσης, σε χειρόγραφη μαρτυρία τού έτους 1853 που κάνει λόγο για κάποιο παπα-Πέτρο, που χειροτονήθηκε, λέγει, ιερέας στις 22 Φεβρουάριου 1853 από τον επίσκοπο Διονύσιο[12], μπορούμε να επεκτείνουμε τον κατάλογο των ιερατευσάντων στην ενορία τού Κεραμέ μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα και να θεωρήσουμε αυτόν τον παπα- Πέτρο (1853-1870), ως τον προκάτοχο τού παραπάνω ιερομ. Μελετίου Τσιριτάκη στην ενορία τού Κεραμέ. Πέρα του έτους αυτού, 1853, τα αρχεία της Μητροπόλεως Σπηλίου και της Ι. Μ. Πρέβελη αδυνατούν να μας βοηθήσουν στην εντόπιση των ιερέων που χρημάτισαν  εφημέριοι τής ενορίας τού Κεραμέ.

·     Εκκλησίες τού χωριού
            Βυζαντινές εκκλησίες τού χωριού, με τοιχογραφικό διάκοσμο, είναι:
       1. ο άγιος Νικόλαος, ΝΔ του χωριού, με ίχνη τοιχογραφιών στους πλάγιους τοίχους τού ναού.
             2. ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (Αϊ- Γιάννης ο Αλωτός), ΝΔ του χωριού, με ίχνη τοιχογραφιών έφιππων Αγίων και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στον βόρειο τοίχο τού ναού.
             3. ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος (Κάτω Αϊ- Γιάννης), νότια τού χωριού, με την Πλατυτέρα και ιεράρχες στην κόγχη τού ιερού και δυσδιάκριτα ίχνη τοιχογραφιών στον βόρειο τοίχο.
             
Η Ιερά Μονή Πρέβελη
·     Σχέσεις Ι. Μονής Πρεβελη και Κεραμέ
Αρκετά στενές σχέσεις είχε αναπτύξει ανέκαθεν ο Κεραμές με την Ι. Μονή Πρέβελη και αυτό λόγω της μικρής απόστασης, έξι περίπου χιλιόμετρα, που τα χωρίζει χωριό και Μοναστήρι. Πολλοί Κεραμιανοί κατέφευγαν εκεί ως μοναχοί, ενώ άλλοι εργάζονταν ως λαϊκοί στα ατέλειωτα κτήματα τού Πόδε (Πίσω) Μοναστηριού.
Στην περιοχή τού χωριού το Μοναστήρι διαθέτει πολλά χωράφια, τα περισσότερα ελαιώνες, με πεντακόσια- παλιότερα οκτακόσια- ελαιόδεντρα και μέση ετήσια παραγωγή ελαιολάδου περισσότερους από πεντακόσιους τόνους. Έτσι, η ετήσια παραγωγή ελαιολάδου από το Μοναστήρι υπερέβαινε κατά πολύ τη συνολική τού χωριού παραγωγή. Ακόμα, το μοναστήρι τού Πρέβελη διέθετε στον Κεραμέ μετόχι με δική του φάμπρικα (ελαιοτριβείο), με δυο ξύλινα χειροκίνητα ελαιοπιεστήρια, μια ελαιαποθήκη, ένα μαγειρείο, δυο κελιά, στάβλο και μια σιταποθήκη.
Οι Κεραμιανοί που μόνασαν στην Ι. Μονή Πρέβελη είναι αρκετοί, πράγμα που, επίσης, αποδεικνύει τις στενότατες διασυνδέσεις που, ανέκαθεν, υπήρχαν ανάμεσα στο χωριό και το Μοναστήρι. Αυτοί τους οποίους μπορέσαμε να διακριβώσουμε από το Μοναχολόγιο τής Ι. Μονής Πρέβελη είναι οι εξής:
1.   Βασίλειος Μαρκάκης (1872-1950) αδελφός τής Ι. Μονής Πρέβελη και, στη συνέχεια, Επίσκοπος Αρκαδίας και Μητροπολίτης Κρήτης στο Ηράκλειο.
2.   Παρθένιος Αντωνιουδάκης, αδελφός τής Ι. Μ. Πρέβελη, που διετέλεσε και ηγούμενος αυτής .
3.   Ιερομόναχος Μελέτιος Τσιριτάκης
4.   Ιερομόναχος Κλήμης Σπυριδάκης
5.   Ιεροδιάκονος Πανάρετος Σαββοργινάκης
6.   Μοναχός Καλλίνικος Περάκης
7.   Μοναχός Μανασσής Νικολακάκης
8.   Μοναχός Γερμανός Μαρκάκης
9.   Μοναχός Ευμένιος Αλεβυζάκης
10.    Νεόφυτος Σαββοργινάκης
11.     Γνωστές, τέλος, είναι και οι σχέσεις τού αρχιμάστορα Μιχαήλ Σαββοργινάκη ή Σαββοργίνη, από τον Κεραμέ, με το μοναστήρι τού Πρέβελη, το οποίο τον χρησιμοποιούσε τακτικά στην ανοικοδόμηση των διαφόρων ναών και εξαρτημάτων τής Μονής.


·     Μορφές τού χωριού
Βασίλειος Μαρκάκης Μητροπολίτης Κρήτης

      Α΄. Aπό τον εκκλησιαστικό χώρο:

  1. Βασίλειος Μαρκάκης (1872-1950), Mητροπολίτης Kρήτης (1941-1950), η σημαντικότερη από τις μορφές τού Κεραμέ. Τα έτη 1902- 1941 διετέλεσε επίσκοπος Αρκαδίας. Στα χρόνια αυτά δημιούργησε την περίφημη Πρακτική Γεωργική Σχολή τής Μεσαράς και οικοδόμησε λαμπρό βυζαντινού ρυθμού ναό, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Δέκα μαρτύρων τής Μεσαράς. Ακόμα, έκτισε εκκλησίες σε χωριά τής επαρχίας του και ανακαίνισε τον ιερό ναό τής Παναγίας τής Καλυβιανής. Συνέπεια τής έντονης αντιστασιακής δράσης του, στα δύστηνα χρόνια τής κατοχής, ήταν η σύλληψή του από τους κατακτητές, στις 26 Μαρτίου 1942 και η βίαιη εξορία του στην Αθήνα, όπου κρατήθηκε μακριά από το αγαπημένο του ποίμνιο για τρία, περίπου, χρόνια μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου 1945.

 2. Παρθένιος (κατά κόσμον Πολύδωρος) Αντωνιουδάκις (γένν. 1913), Ηγούμενος τής Ι. Μονής Πρέβελη (1958- 1959 και 1967- 1975)[13].

 3. Μελέτιος (κατά κόσμον Μιχαήλ) Τσιριτάκις[14], ιερομόναχος (γενν. 1840). Το έτος 1886 έφυγε για τη Μονή τού Αγίου Σάββα, στα Ιεροσόλυμα, για ένα έτος. Στα 1884,  έχτισε, στην άμμο τής Λίμνης, εκεί, ακριβώς, όπου σκάει το κύμα τού Λυβικού πελάγους,  το εξωκκλήσι τού Αγίου Σάββα.

 4. Παπα- Παύλος Κοπανάκης (1867-1958), ιερέας και δάσκαλος από τον Κεραμέ. Έλαβε μέρος στην Επανάσταση τού 1889 και ξορίστηκε, στη συνέχεια, από την τουρκική διοίκηση στην «Παλιά Ελλάδα». Κατά την επανάσταση του 1897 έλαβε μέρος στις αψιμαχίες στην περιοχή «Πέταλο Βρύσινα».

 5. Βασίλειος Μιχ. Μαρκάκης, γεννήθηκε στον Κεραμέ το έτος 1905 και σε ηλικία 15 ετών μετέβη στην Ι. Μονή Βατοπεδίου, του Αγίου Όρους, κοντά στον Κεραμιανό μοναχό Γεδεών, αδελφό τού θείου του, Μητροπολίτη Κρήτης, Βασιλείου Μαρκάκη.
       Από το 1941 μέχρι το 1978 μετατέθηκε στην ενορία τού αγίου Δημητρίου Λιμένος Ηρακλείου, όπου βρήκε τον ι. ναό τού αγίου κατερειπωμένο, από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών. Ο Βασ. Μαρκάκης ούτε στιγμή δεν λιποψύχησε μπροστά σε αυτήν την κατάσταση που αντίκριζε μπροστά του, αλλά με δραστικές και σύντονες ενέργειές του κατάφερε να εξασφαλίσει τη γενναία δωρεά τής Μαρίας Καλοκαιρινού και με αυτήν να ανοικοδομήσει εκ θεμελίων νέο περικαλλέστατο ναό τού αγίου Δημητρίου, ο οποίος συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα.
        Άλλη σημαντική ενέργεια τού Βασιλείου Μαρκάκη ήταν η αγορά από την ενορία τού αγίου Δημητρίο, και ύστερα από δική του πρωτοβουλία, του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών- και κατόπιν Σουλτάν Ιμπραήμ Τζαμί- με απώτερο σκοπό να επιδιορθωθεί και να αποδοθεί στην ορθόδοξη λατρεία. Και πράγματι, ήδη, το κτίσμα επισκευάζεται, προκειμένου να λειτουργήσει, στη συνέχεια, ως ορθόδοξος ναός τού αγίου Πέτρου. Κοιμήθηκε το έτος 1978, στο Ηράκλειο, ενώ ήταν ακόμα εν ενεργεία ιερεύς.  

                    Β΄ . Άλλες μορφές:

1.   Μιχ. Σαββοργινάκης, αρχιμάστορας, κατασκευαστής λαμπρών εκκλησιών.

2. Μαρκάκης Ανδρέας (1890). Τέλειωσε το γυμνάσιο στο Ηράκλειο και σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα, με τη βοήθεια τού θείου του επισκόπου Αρκαδίας και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης Βασιλείου Μαρκάκη. Ειδικεύτηκε στη μαιευτική- γυναικολογία και διεύρυνε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο τού Waldegrass. Εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο γύρω στο 1914 και έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις τού 1914 και μετέπειτα. Έκτοτε, χάνονται τα ίχνη του. Υπάρχει πληροφορία ότι παντρεύτηκε και έμεινε μόνιμα στη Λυών τής Γαλλίας[15]. 

3.   Νικ. Π. Κοπανάκης (1894- 1977), Γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο Θηλέων Ρεθύμνου.


·     Οικογένειες τού χωριού

       Οι κυριότερες οικογένειες τού Κεραμέ είναι: οι Αποστολάκηδες, Σαββοργινάκηδες, Mιχελακάκηδες, Λιοδάκηδες, Περάκηδες, Σπυριδάκηδες, Κοπανάκηδες, Αλεβυζάκηδες, Μαρκάκηδες, Γρηγοράκηδες, Ρισάκηδες, Αντωνιουδάκηδες.


·     Προϊόντα τού χωριού
  Τα κύρια προϊόντα τού τόπου, που αποτελούσαν και την αποκλειστική πηγή εισοδήματος των κατοίκων μέχρι και το τέλος τής δεκαετίας τού ’60, ήταν- και συνεχίζουν, βέβαια, μέχρι και σήμερα να είναι- οι ελιές και τα χαρούπια. Οι κάτοικοι, βέβαια, καλλιεργούσαν και όλα τα είδη τής βασικής τους διατροφής, πατάτες, αγκινάρες, τομάτες, και λοιπά λαχανικά, φρούτα όπως πορτοκάλια μανταρίνια, μούσμουλα, ρόδια, ροδάκινα, βερίκοκα, κυδώνια, αχλάδια, σταφύλια κ.λπ., αμύγδαλα, καρύδια και ό,τι άλλο έκριναν ως απαραίτητο για τις ανάγκες των οικογενειών τους. Επίσης, όλα τα χωράφια τα όργωναν και έσπερναν δημητριακά όπως σιτάρι, βρώμη, κριθάρι, βίκο, λαθούρι, φακές, τριφύλλι, μπιζέλια, και ό,τι άλλο τους ήταν γνωστό και αναγκαίο.
Η ποιότητα του παραγόμενου στον Κεραμέ χαρουπιού ήταν, ανέκαθεν, αρίστη. Το έτος 1936  η κοινότητα έλαβε από την ενδέκατη (ΧΙ) Διεθνή έκθεση τής Θεσσαλονίκης Δίπλωμα συνοδευόμενο από αργυρό μετάλλιο, για τα χαρούπια που εκτέθηκαν σ' αυτήν από τον Κεραμιανό Αντώνιο Αντωνιδάκι.
Και άλλο γραφικό σοκάκι του χωριού
·     Πνεύμα συνεργασίας των Κατοίκων τού χωριού- Δημιουργία ελαιουργικου Συνεταιρισμού

Τους κατοίκους των χωριών Κεραμέ και Αγαλλιανού χαρακτήριζε πάντοτε υψηλό πνεύμα συνεργασίας και προόδου που εκφράστηκε κατά καιρούς με ποικίλους τρόπους αλλά και με τη συνεταιριστική ιδέα. Ήδη από το 1934 διαβάζουμε σε σχετικό άρθρο για τον Κεραμέ[16] ότι  ο ορμητικός βοριάς που και τα δέντρα σπάζει και καταστρέφει τα σπαρτά και τα περιβόλια και εμποδίζει εξαιρετικά το αλώνισμα ώθησε τους Κεραμιανούς στη συνεταιριστική ιδέα, προκειμένου το χωριό να αγόραζε μια αλωνιστική μηχανή, που θα βοηθούσε στις δύσκολες αυτές φυσικές καταστάσεις το αλώνισμα, αλλά, περαιτέρω, και τους κατοίκους στην καλλιέργεια, στη λίπανση και στη δενδροφυτεία.
     Αργότερα, πάλι, το έτος 1947, άρχισαν να υλοποιούν τη συνεταιριστική ιδέα και από άλλη κατεύθυνση, δημιουργώντας για πρώτη φορά στο χωριό τους συνεταιριστικό ελαιουργικό εργοστάσιο.
Σε ακόμα παλιότερες εποχές, οι κάτοικοι, ζώντας μέσα σ’ αυτό το συνεργατικό πνεύμα, συνήθιζαν να σχηματίζουν στις διάφορες γεωργικές εργασίες τους «διμερή σύμφωνα», αν θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε έτσι. Ανά δύο, δηλαδή, οικογένειες συνεργάζονταν στενά μεταξύ τους- γίνονταν, όπως έλεγαν, «συζευτές»- και, μάλιστα υπήρχε τόση εμπιστοσύνη ανάμεσά τους που ο ένας δεν έκανε διάκριση αν εργαζόταν στη δική του δουλειά ή στη δουλειά τού συζευτή του. ΄Όλοι οι χωριανοί ήταν ένα πράγμα στο χωριό τους, στην κοινότητα στην ενορία, στο σχολείο ,στις διασκεδάσεις, στους χορούς, στα πένθη, και στις υδρονομές, λες και όλοι μαζί ότι αποτελούσαν μια μεγάλη οικογένεια.
Αυτά, βέβαια, μέχρι το 1947, οπότε δημιουργείται και λειτουργεί για πρώτη φορά στον Κεραμέ συνεταιριστικό εργοστάσιο (ελαιουργείο). Μέχρι το έτος αυτό στον Κεραμέ υπήρχαν μόνο φάμπρικες που έβγαζαν το πολύτιμο ελαιόλαδο με την παλιά μέθοδο της έκθλιψης τού ελαιοκάρπου. Πάντως, και μετά τη δημιουργία τού συνεταιριστικού εργοστάσιου δεν έπαψαν να λειτουργούν, παράλληλα, και μέχρι το τέλος τής δεκαετίας του ’50, και οι παλιάς τεχνολογίας φάμπρικες.
 Το συνεταιριστικό ελαιουργείο δημιουργήθηκε με μετοχικό κεφάλαιο των κατοίκων των χωριών Κεραμέ και Αγαλλιανού και της Δρυμίσκου. Τον καιρό εκείνο, και ιδιαίτερα στη δεκαετία 1960-70, που έπαυσαν να λειτουργούν οι παλιάς τεχνολογίας φάμπρικες, η παραγωγή τού εργοστασίου σε ελαιόλαδο και για τα τρία χωριά ανερχόταν σε 310 τόνους[17]. Η άλεση γινόταν από κοινού. Εκθλιβόταν, δηλαδή, όλη η ποσότητα του ελαιοκάρπου που προσκομιζόταν από τους χωριανούς κάθε μέρα, ώστε να μην παραμένουν οι ελιές και μαζεύουν οξέα. Στη συνέχεια, ο κάθε παραγωγός έπαιρνε το μερίδιο που του αντιστοιχούσε, ανάλογα με τον ελαιόκαρπο που προσκόμιζε.
       Σήμερα, δεκαετία τού ’90, η παραγωγή συνεχίζει να κυμαίνεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, γύρω, δηλαδή, στους 80-120 τόνους ελαιόλαδου, και να σημειωθεί ότι στην ποσότητα αυτή δεν περιλαμβάνεται πια η κοινότητα τής Δρυμίσκου, που απέκτησε δικό της ελαιουργικό εργοστάσιο.
 Άλλη μορφή συνεργασίας των Κεραμιανών ήταν και το «μιτάτο», που ελάμβανε χώρα μετά το τέλος τού θερισμού των σπαρτών στους «Πάνω Τόπους» τού Χωριού, όπου σήμερα το συνεταιριστικό ελαιουργείο και η εκκλησία τού αγίου Δημητρίου. Μάζευαν, δηλαδή, οι βοσκοί τού χωριού τα πρόβατα τους σε ένα κοπάδι και τις κατσίκες τους σε ένα άλλο και τα έβοσκαν με την ημέρα, σύμφωνα με κατάσταση που έφτιαχναν για τον σκοπό αυτόν, ανάλογα με τον αριθμό ζώων που ο καθένας διέθετε. Λέγανε για παράδειγμα. αυτός που έχει δυο πρόβατα θα βόσκει το «κοπάδι του χωριού» για μια μέρα, αυτός που έχει τέσσερα για δυο μέρες κ.ο. κ.
Το βράδυ οι βοσκοί κάθονταν στο καφενείο τού Δουλγεράκη, έπιναν ρακές και συζητούσαν, περιμένοντας το κοπάδι να επιστρέψει για το καθημερινό άρμεγμα. Κάθε βοσκός άρμεγε τα δικά του ζώα και έπαιρνε το γάλα. Την ώρα εκείνη γινόταν στο χωριό κάτι σαν πανηγύρι. ΄Όλοι ζούσαν μέσα σε μια ατμόσφαιρα που κυριολεκτικά έσφυζε από χαρά, ζωή και δημιουργία. Τα μικρότερα παιδιά απολάμβαναν ιδιαίτερα την ώρα ετούτη με ξεφωνητά χαράς και ένα σωρό παιγνίδια στον περίβολο τού αγίου Δημητρίου, ενώ οι μεγαλύτεροι, οι έφηβοι, οι νέοι και οι νέες, με τις πρώτες ερωτικές ανησυχίες, έβρισκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τα πρώτα τους αγνά αισθήματα στις ερωτικές βολτίτσες τους στο «Φαντακτό Χαράκι». 
Αν, τώρα, εξετάσουμε τη σκοπιμότητα και της συνεργασίας αυτής των Κεραμιανών, θα διαπιστώσουμε ότι, ασφαλώς, ήταν ένας έξυπνος τρόπος εξοικονόμησης χρόνου από τους χωρικούς, για να μπορούν να επιδίδονται με άνεση χρόνου και στις άλλες ασχολίες τους και δη τις γεωργικές, και να μην αναγκάζονται να αφιερώνουν ολόκληρη τη μέρα τους για τη βοσκή ενός μικρού μόνο αριθμού ζώων, που, συνήθως, διέθετε η κάθε οικογένεια. Τώρα, με την κατάσταση που συνέτασσαν, ο καθένας, ανάλογα με τα ζώα που διέθετε, είχε υποχρέωση να βόσκει το «κοπάδι τού χωριού» για ορισμένες μόνο μέρες το μήνα, οπότε τις υπόλοιπες ημέρες μπορούσε, ασφαλώς, ελεύθερα να τις διαθέσει και σε άλλες αγροτικές εργασίες του, αποφέροντας έτσι ουσιαστικότερα κέρδη στην οικονομία τής οικογένειάς του αλλά και του χωριού γενικότερα.

·     Η αλιεία
 Λόγω της Λυβικής θάλασσας που βρέχει ευεργετικά τα πόδια τού Κεραμέ, οι κάτοικοί του επιδίδονταν, ανέκαθεν, πέραν των άλλων αγροτικών εργασιών τους, και με την αλιεία. Το κεντρικό μέρος τής παραλίας τού χωριού, η Αγιά Φωτιά- που από τα αρχαία χρόνια λειτουργεί ως το λιμάνι του Κεραμέ- είναι ένα γραφικότατο ακρογιάλι, που, πριν μερικές δεκαετίες, κυριολεκτικά έσφυζε από ζωή από τις αποθήκες που και σήμερα συνεχίζουν να υπάρχουν στο μέρος αυτό, και προορίζονταν τότε για τη φύλαξη τού εξαγόμενου  χαρουπιού, αλλά και από τους κήπους, τα νερά και τις καλύβες που έφτιαχναν όσοι η εργασία τους απαιτούσε να ξενυχτούν στο μέρος αυτό μερικές φορές.
        Μέχρι και το έτος 1955 παρατηρείται εξαιρετικά μεγάλη άνθιση στην ενασχόληση των Κεραμιανών με την αλιεία. Ψάρευαν, συνήθως, με παραγάδι, χρησιμοποιώντας καΐκια, τράτες και βάρκες με κουπιά (κοιν. μπιαντέδες), που ελλιμενίζονταν στις εκεί- πρόχειρες πάντως- λιμενικές εγκαταστάσεις. Η παραγωγή τους έφτανε μέχρι και τις διακόσιες οκάδες στην κάθε ψαριά. Στη συνέχεια, το ψάρι διοχετευόταν στην αγορά, ιδιαίτερα αυτήν της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, γιατί τότε δεν υπήρχε ακόμα πάγος για την κατάλληλη συντήρησή του και την ασφαλή μεταφορά του σε πιο μακρινά σημεία. Αν, πάντως, καμιά φορά, έφτανε και μέχρι το Ρέθυμνο μια μικρή, έστω, ποσότητα γιαλίτικων ψαριών- όπως ακούγονταν τότε τα ψάρια της Πίσω Γιαλιάς- γινόταν πραγματικά περιζήτητη, γιατί οι Ρεθεμνιώτες γνώριζαν ότι επρόκειτο για ψάρια καθαρά και πεντανόστιμα.
Τα ψάρια- όπως θυμούνται οι παλιότεροι- τοποθετούνταν μέσα σε κοφίνια και μεταφέρονταν με γαϊδουράκια προς πώληση στα γύρω χωριά από τους περίφημους κυρατζήδες τού καιρού εκείνου. Συνήθως, δε έφταναν μέχρι και το χωριό Λαμπηνή. Τέτοιοι επαγγελματίες ψαράδες στον Κεραμέ και τον γειτονικό Αγαλλιανό υπήρξαν ο Αποστολάκης Γεώργιος (Μπέγος) και ο Σανταδάκης Χρίστος.
 
Σχολ. έτος 1921- 22, στο παλαιό σχολείο του Κεραμέ, με τους δασκάλους παπα- Παύλο Κοπανάκη και Ειρήνη Παπαδάκη. Από τα 11 αγοράκια της της πρώτης σειράς που φαίνονται τα πόδια τους, τα 7 δεν φοράνε παπούτσια!



[1] Ο συνοικισμός Δρύμισκος αναγνωρίσθηκε σε ίδια κοινότητα με το Δ. 3-6-1925, ΦΕΚ Α 180/1925.
[2] Το έτος 1659 μ.Χ. ο οικισμός Αγίου Ιωάννου τού Αλωτού αναφέρεται με έξι σπίτια (Ayo Yani Avtu) [Νικόλαος Σταυρινίδης, «Απογραφικοί Πίνακες της Κρήτης», Κρητικά Χρονικά  ΚΒ΄ (1970), 129]. Στον ιεροδικαστικό κώδικα το 1659 σημειώνεται να πληρώνει έξι χαράτζια. Το ίδιο έτος έξι σπίτια πληρώνουν και φόρο καφτανίου, ενώ στο κατάστιχο κεφαλικού φόρου το 1671/2 το χωριό πληρώνει πέντε χαράτζια. Στην απογραφή του 1881 ο οικισμός αναφέρεται μαζί με τον Κεραμέ ως Άγιος Ιωάννης Αλλοτός (sic) (Ευαγγελία Μπαλτά- Mustafa Oguz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 536).
[3] Λίγκρες παλιός παράλιος οικισμός στην περιοχή του δ.δ. Κεραμέ. Το 1659 το χωριό πληρώνει 11 χαράτζια βάσει του ιεροδικαστικού κώδικα. Επίσης, 11 σπίτια πληρώνουν φόρο καφτανίου το 1659. Το 1671/2 ο κεφαλικός φόρος ανέρχεται σε 13 χαράτζια [Μπαλτά Ευαγγελία- Oguz Mustafa, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 511 και Νικόλαος Σταυρινίδης, «Απογραφικοί Πίνακες της Κρήτης», Κρητικά Χρονικά ΚΒ΄ (1970), 128, σημ. 27 και Paul Faure, «Villes et villages de Rhethymnon Listes inédites (1577- 1629)», Κρητολογία 12-13 (Ιαν. – Δεκ. 1980), 237].
[4] Ο Στ. Κακλαμάνης ταυτίζει τον οικισμό με το τοπων. Πετριανά στις Λίγκρες τής Αγίας Παρασκευής. Πρόκειται για πολύ μικρό οικισμό με μόλις 11 τσερίπια καλλιεργήσιμες γαίες [βλ. και Paul Faure, «Villes et villages de Rhethymnon Listes inédites (1577- 1629)», Κρητολογία 12-13 (Ιαν. – Δεκ. 1980), 237]. 
[5] Ν. Σταυρινίδη , Απογραφικοί Πίνακες τής Κρήτης, Κρητικά Χρονικά , ΚΒ΄, 128.
[6] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.
[7] Ευαγγελία Μπαλτά - Mustafa Oğuz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 510. 
[8]  Ο εν λόγω δήμος αποτελείται από 11 χωριά με έδρα τον ΄Αρδακτο.
[9] Από έρευνα τού «Κέντρου Υγείας Σπήλιου» για την επαρχία Αγίου Βασιλείου, με θέμα: «Δημογραφικά Στοιχεία τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου», που πραγματοποιήθηκε το έτος 1990, σε συνεργασία με το Τμήμα Κοινωνικής και Οικογενειακής Ιατρικής τού Πανεπιστημίου Κρήτης.
[10] Aπό αδημοσίευτη χειρόγραφη εργασία τού κ. Xρ. Mακρή για τις αρχαιότητες του Kεραμέ, την οποία ευγενώς έθεσε στη διάθεσή μου.
[11] M. Guarducci, Inscriptiones Creticae, v. 2, Roma 1939, 310 (βλ. και την εικ. 1).
[12] Πρόκειται, ασφαλώς, για το Μητροπολίτη Κρήτης Διονύσιο τον Βυζάντιο (17 Δεκ. 1850- 16 Νοεμβρ. 1856) από την Πρεσλάβα, ο οποίος, μετά από την παραίτησή του, κατά το έτος 1856, αποκαταστάθηκε στη Βοσνία
[13] Βλ.Μοναχολόγιο Ι. Μ. Πρέβελη, έτους 1920, α(ύξοντα)/α(ριθμό) 97.
[14] Ό.π., α/α 64.
[15] Ιωάννου Ε. Χαβάκη, Οι γιατροί τού Μεγάλου Κάστρου, Ηράκλειον Κρήτης 1964, 123.   
[16] Γιάννη Μαραγκουδάκη, «Από τα Κεραμέ Αγίου Βασιλείου», Κρητική Επιθεώρηση, 30-6-1934.
[17] Το Κεραμέ και τα προβλήματά του, Εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, αρ. φύλλ.341/7-9-1966.