ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ Με ειδική αναφορά στο Μαρτύριο και στον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων




Εντυπωσιακή εικόνα των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνου, με κρητικές ενδυμασίες και το απολυτίκιό τους ποίημα Καλλίνικου Νικολετάκη. Έκδοση ιερού Ναού 4 Μαρτύρων (1953;)


















ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ 4 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Με ειδική αναφορά στο Μαρτύριο και στον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων

       Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τοπωνυμίων, που χαρακτηρίζουν περιοχές, γειτονιές, αλλά και ολόκληρα χωριά της Χώρας μας, με το όνομα του πανέμορφου αυτού και επιβλητικού δέντρου, του πλατάνου, που καλλιεργείται από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα ως διακοσμητικό σε πάρκα και δενδροστοιχίες. Βασική απαίτηση του δέντρου αυτού είναι τα πολύ υγρά εδάφη. Και τέτοια όντας τα εδάφη της μικρής γλωσσίδας, πάνω στην οποία οι πρώτοι οικιστές του οικοδόμησαν το Ρέθυμνο, παρέχουν, ασφαλώς, εξαιρετικά γόνιμο και κατάλληλο έδαφος για την ευδοκίμησή του. Είναι γεγονός ότι όλο το παλιό Ρέθυμνο κυριολεκτικά «επιπλέει» μέσα στο νερό και ότι, ακόμα, κάθε φορά που οι κάτοικοί του επιχειρούν να ανοίξουν τα θεμέλια μιας νέας κατοικίας, στα δυο, μόλις, μέτρα συναντούν άφθονο νερό, που τους δυσκολεύει πολύ στην ανέγερσή της.
    Έτσι, το Ρέθυμνο στην ιστορική του πορεία φιλοξένησε στα εδάφη του αρκετά πλατάνια. Σε δύο, όμως, περιπτώσεις το φυτό αυτό κατέστη ιδιαίτερα σημαντικό και σπουδαίο. Άφησε το όνομά του, στην πρώτη, και περιβλήθηκε με θλιβερά γεγονότα ιστορικής σημασίας και στις δύο, που έλαβαν χώρα κάτω από το έντονα δροσιστικό φύλλωμά του, σηματοδοτώντας για δεκαετίες, τώρα, τον τόπο.
Ο λόγος, για τη γνωστή και σήμερα με την ονομασία «Πλάτανος» πλατεία του Ρεθύμνου (επίσημα, σήμερα, πλατεία Τίτου Πετυχάκη), αλλά και για την άλλη, επίσης, γνωστή πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων, όπου, ορισμένοι σύγχρονοι συγγραφείς μέχρι πρόσφατα έδειχναν τον πλάτανο των Αγίων [1] .
     Στην πρώτη, βέβαια, περίπτωση, της ομώνυμης πλατείας του «Πλατάνου», είχαμε- κατά σαφείς και ασφαλείς πληροφορίες- ένα μόνο πελώριο πλάτανο [2] - όπως, εξάλλου, τούτο υποδηλώνεται και από την εκφορά της ονομασίας της πλατείας στον ενικό αριθμό <στον Πλάτανο>- που δροσιζόταν πλούσια από τα νερά της παρακείμενης κρήνης του Rimondi και χρησίμευε για τους απαγχονισμούς των χριστιανών. Στην πλατεία αυτήν και κάτω από τη σκιά, προφανώς, του μοναδικού αυτού πλατάνου, οι Τούρκοι διέσχισαν το στήθος του επισκόπου Γερασίμου Κοντογιαννάκη ή Περδικάρη, «ζώντος έτι», το έτος 1822[3] . Στη συνέχεια, με το αίμα της καρδιάς του επισκόπου οι Τούρκοι ράντισαν τις σημαίες τους, για να κερδίζουν, όπως έλεγαν, στις μάχες τους Χριστιανούς.
   Στην άλλη περίπτωση, της ανοιχτότερης και κατά πολύ μεγαλύτερης πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων, στη θέση Μεγάλη Πόρτα, ο Εμμ. Γενεράλις [4] αναφέρει ότι εκτός των τειχών της πόλεως, και μέσα σε «ελεεινά ξύλινα παραπήγματα» [5] , ήταν τα κρεοπωλεία, παρά τα οποία υψωνόταν πελώριος πλάτανος από τον οποίο οι Τούρκοι κρεμούσαν τους χριστιανούς.
   Και στις δύο, λοιπόν, περιπτώσεις- και αυτήν της πλατείας του Πλατάνου και αυτήν της πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων- βλέπουμε ότι κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου ο Τούρκος κατακτητής συνήθιζε να εκτελεί τους χριστιανούς υπηκόους του, είτε με απαγχονισμό, είτε με καρατόμηση, οπότε ο πλάτανος, εδώ, αποκτά μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική ιδιαιτερότητα [6] .
   Στην περίπτωση, πάντως, των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων παρατηρείται μεγάλη σύγχυση στα διάφορα κείμενα που μέχρι σήμερα έχουν γνωρίσει το φως της δημοσιότητας, ως προς τον πραγματικό αριθμό των πλατάνων στην ομώνυμη των Αγίων πλατεία, ενώ η ίδια σύγχυση παρατηρείται και σε ό,τι αφορά στον τρόπο του Μαρτυρίου τους. Έτσι, αλλού γίνεται λόγος για έναν και μοναδικό πλάτανο, «που θύμιζε, λέγει, στους Ρεθεμνιώτες τη θυσία και το φρικτό μαρτύριο των νεομαρτύρων» [7]και αλλού για τόπο «όπου υπήρχαν ένας ή περισσότεροι αιωνόβιοι πλάτανοι, κάτω από τη σκιά των οποίων οι άγιοι νεομάρτυρες μαρτύρησαν». Σχετικά, τώρα, με τον τρόπο του μαρτυρίου τους, άλλοι από τους ερευνητές ομιλούν περί αποτομής της κεφαλής των Αγίων και άλλοι περί απαγχονισμού τους.
    Έτσι, ειδικότερα, για «αποτομή» της κεφαλής των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων κάνουν λόγο, από τους παλιούς λογίους, οι Εμμ. Λαμπρινάκης [8], Ι. Νουχάκης[9] και Εμμ. Γενεράλις, πλην όχι και τόσο σαφώς αυτός ο τελευταίος [10] , αλλά και όλοι όσοι προέρχονται από τους κόλπους της Εκκλησίας (επίσκοποι, θεολόγοι, εκκλησιαστικοί υμνογράφοι κτλ.).
   Για αποτομή, λοιπόν, κάνουν, περαιτέρω, λόγο όλοι ανεξαιρέτως οι βίοι μετά ακολουθιών των Αγίων, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αναφέρουμε δειγματικά τον παλαιότερο από αυτούς, τον οποίο ανακάλυψε ο Νικ. Τωμαδάκης στην Ι. Μονή Οδηγήτριας Κερά Γωνιάς Κισάμου, του έτους 1852[11], που είχε όμως συνταχθεί πολύ πρωτύτερα με τη συνεργασία των Μελετίου Νικολετάκη, Μητροπολίτη Κρήτης (1831-1839) και Καλλινίκου Νικολετάκη, επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου (1832-1868) και του λογίου δασκάλου του Ρεθύμνου Νικ. Σταυράκη [12] , πριν από το θάνατο του Μελετίου, που συνέβη το έτος 1839, άρα στα αμέσως επόμενα από το μαρτύριο των Αγίων χρόνια [13] .
    Ο γνωστός, επίσης, Άγγλος περιηγητής R. Pashley, που περιόδευσε την Κρήτη και το Ρέθυμνο στα 1834- άρα δέκα, μόλις, χρόνια από το μαρτύριο των Αγίων- και παίρνει τις πληροφορίες του από το άμεσό του περιβάλλον, ομιλεί σαφώς μεν περί καρατομήσεως, αλλά τριών και όχι τεσσάρων νεομαρτύρων [14], καθώς και ο Στέργ. Σπανάκης [15]. Αλλά περί αποτομής κάνουν λόγο και οι περισσότεροι σύγχρονοι Ρεθυμνιώτες λόγιοι, ο π. Ιωάννης Πίτερης [16], ο Μιχ. Μ. Παπαδάκης [17]κ.ά. Στην προαναφερθείσα, μάλιστα, μελέτη του ο Μιχ. Παπαδάκης [18]δημοσιεύει και το ενδιαφέρον κείμενο της προκήρυξης του Μεχμέτ πασά, το οποίο, επίσης, κάνει λόγο για σφαγή των Τεσσάρων Νεομαρτύρων στην πλατεία της Μεγάλης Πόρτας: «
Ταϋτέρου στσι δυο ώρες σαμπάιλέν (αύριο στις οκτώ το πρωί) θα σφάξουνε στη Μεγάλη Πόρτα τέσσερις γκιαούρηδες. Θα γενούνε και άλλα μαζλουχάθια και λοής λοής μασκαραλίκια.. Τα ντουκινάνια (καφενεία) κι ούλοι οι μαγατζέδες θάναι σφαλιχτοί και όποιος θέλει νάρθει στο σεΐρι» [19].Άλλοι Ρεθυμνιώτες συγγραφείς- πάντως πολύ ολιγότεροι από τους προηγούμενους- ομιλούν για «πλατάνους, στους οποίους κρεμάστηκαν οι άγιοι νεομάρτυρες». Έτσι, από τους πιο παλιούς, ο συγγραφέας «του Χρονικού μιας Πολιτείας», Παντελής Πρεβελάκης, μιλεί για απαγχονισμό τους, στον πλάτανο που- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει- «θράσευε» και τότε, όταν έγραφε το Χρονικό του- το έτος 1938- στην πλατεία, έξω από την εκκλησία τους [20].
   Από τους νεότερους για απαγχονισμό, επίσης, των Αγίων μιλούν οι Εμμ. Φραγγεδάκης [21], Α. Μαλαγάρη- Χ. Στρατιδάκης [22], ο Δ. Αετουδάκης [23], και ο Μ. Τρούλης [24]. Ο κ. Τρούλης, μάλιστα, αποδέχεται απαγχονισμό των τριών μόνο νεομαρτύρων, ενώ ο τέταρτος, λέγει, ο Νικόλαος, σκοτώθηκε αργότερα, τον Μάρτιο του 1828, πολεμώντας τους Τούρκους στον πύργο του Ξωπατέρα [25]. Την ίδια άποψη αφήνει να διαφανεί και ο Χ. Παπαδάκης [26], όμως αρκετά παραλλαγμένη, αφού δεν παρουσιάζει τον Νικόλαο μαχόμενο στον πύργο του Ξωπατέρα, αλλά να πεθαίνει από ασφυξία από τους καπνούς της φωτιάς που έβαλαν οι Τούρκοι μέσα στον πύργο- κάτι, πάντως, που δεν είναι σύμφωνο με την άκρως ενδιαφέρουσα μαρτυρία που μας παραδίνει ο ιστορικός Ν. Ψιλάκης, περί ενός εξαιρετικά ανδρείου Νικολάου Βλατάκη [27].
    Πάντως, συμπληρωματικά, και όσον αφορά στην τελευταία αυτήν παρένθεση, σχετικά με τον τρόπο τελείωσης του τέταρτου νεομάρτυρα, του Νικολάου, αλλά και με το ζήτημα της μυστηριώδους εξαφάνισης της κάρας του, έχω να παρατηρήσω ότι ο Νικόλαος είναι ο μάρτυρας που η λαϊκή παράδοση τον αφήνει τελευταίο στη «λίστα» του μαρτυρίου, να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς το μαρτύριο των τριών άλλων. Η παράδοση, λοιπόν, συνεχίζει, ότι πτοημένος, προς στιγμήν, από τη φρικιαστική θέα του μαρτυρίου των άλλων, ο Νικόλαος έδειξε κάποια νευρικότητα και συγκίνηση μπροστά στον θάνατο. Μα, στο τέλος, συνεχίζει η παράδοση, βρήκε και αυτός την ψυχραιμία του και έδωσε με δύναμη πίστης και θάρρος την απάντηση που έδωσαν και οι τρεις άλλοι στον Τούρκο αξιωματικό.
    Και θα ολοκληρώσουμε το παρόν θέμα, που αφορά στον τρόπο τελείωσης των Τεσσάρων Νεομαρτύρων, με αναφορά μας σε τοιχογραφία αναπαράστασης του μαρτυρίου τους, που απαντάται στον ναό τους, στην πόλη του Ρεθύμνου. Στην τοιχογραφία, λοιπόν, αυτήν και ενώ ο αγιογράφος αποδέχεται σαφώς το δι’ αποτομής των κεφαλών των Αγίων μαρτύριό τους, αφού απεικονίζει την σχετική αναπαράσταση, με την επιγραφή: «Η αποτομή των κεφαλών των αγίων τεσσάρων Νεομαρτύρων Γεωργίου, Αγγελή, Μανουήλ και Νικολάου», όμως, σε άλλο υπόθεμα της ίδιας τοιχογραφίας, απεικονίζει, και σκηνή Τεσσάρων αγχονών, που κρέμονται από πλάτανο, χωρίς τα σώματα, πάντως, των Αγίων και με την επιγραφή: «Πλάτανος απαγχονίσεως»(!). Η τοιχογραφία είναι εκτεταμένη, καταλαμβάνει όλο το κάτω μέρος της κόγχης του ιερού και αποτελείται από τέσσερα υποθέματα. Τα άλλα δύο υποθέματά της επιγράφονται: α) οι άγιοι Νεομάρτυρες ενώπιον του πασά Καδή και β)
οι άγιοι ενώπιον του Δικαστηρίου.Ο αγιογράφος με το παραπάνω υπόθεμα: «Πλάτανος απαγχονίσεως» μόνο σύγχυσης μπορεί να γίνει αίτιος στον απλό πιστό. Σε ένα θέμα απόλυτα ξεκαθαρισμένο από την υμνολογική και εικονογραφική παράδοση της τοπικής μας Εκκλησίας δεν χρειάζονται, νομίζω, του είδους αυτού οι καινοτομίες, που απλά επιζητούν τον εντυπωσιασμό και την πρωτοτυπία ή, ακόμα, τη δραματική ένταση και το τραγικό...
    Αυτά, λοιπόν, τα τελευταία- κείμενα και αγιογραφία- είναι, νομίζω, που δημιουργούν τη σύγχυση γύρω από τον τρόπο τελείωσης των Αγίων Τεσσάρων Μελαμπιανών Νεομαρτύρων. Η ευσέβεια, μάλιστα, του πιστού λαού του Ρεθύμνου, ύστερα από αυτά, σε κάποιες περιπτώσεις, ορίζει επακριβώς και τον αριθμό των πλατάνων σε τέσσερις, όσοι, δηλαδή, ήταν και οι νεομάρτυρες, στους οποίους, λένε, ανά εις κρεμάστηκαν,
«δεχθέντες τον δι’ απαγχονισμού θάνατον».Πάντως, περίπτωση χρησιμοποίησης και της αγχόνης, παράλληλα με τον δια ξίφους αποκεφαλισμό, προς περαιτέρω τιμωρία, παραδειγματισμό και τρομοκράτηση του χριστιανικού στοιχείου, παντελώς αποκλείεται. Όλα τα συναξάρια των Αγίων συμφωνούν ότι οι δήμιοι, προς εκφοβισμό των λοιπών χριστιανών, απλά, άφησαν- κατά διαταγή του Μεχμέτ Πασά- τα σώματά τους στον τόπο του μαρτυρίου άταφα επί τρεις ημέρες, μέχρι που παρέλαβαν αυτά οι Αντώνιος Πουρδούνης και Γεώργιος Λαγός, για να τα ενταφιάσουν στην Μονή του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια. Επί πλέον, οι δήμιοι Οθωμανοί χωροφύλακες έφεραν και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και τα παιδιά αυτών [28].
    Μετά από όλα αυτά, στην πλειάδα των παραπάνω απόψεων, συμπερασματικά, παραθέτουμε και την προσωπική μας άποψη, σύμφωνα με την οποία ο υπεραιωνόβιος πλάτανος, κάτω από τον οποίο μαρτύρησαν οι Άγιοι, θα υπήρχε, πιθανόν, στο μέρος που έπιανε το άγιο βήμα της πρώτης εκκλησίας, αυτής που θεμελίωσε ο Διονύσιος Καστρινογιαννάκης, στις 21-4-1909. Η άποψη αυτή για την θέση του μαρτυρίου στον χώρο του αγίου Βήματος ανήκει στον μακαριστό επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Διονύσιο Καστρινογιαννάκη [29] και εκκλησιολογικά, τουλάχιστον, την βλέπω ως την μόνη ορθή, ως την μόνη που αρμόζει στη εκκλησιαστική συνείδηση και παράδοση της Εκκλησίας, να λάβει, δηλαδή, ιδιαίτερη μέριμνα, δια του πρώτου κτήτορος επισκόπου της, κατά την ανοικοδόμηση του ιερού ναού των Αγίων, τον χώρο του σεπτού μαρτυρίου τους, με τον υπεραιονόβιο πλάτανο, να τον καταλαμβάνει το άγιο Βήμα του ναού. Η Εκκλησία του Χριστού θεμελιώνεται και στηρίζεται επί του αίματος και των θυσιών των Μαρτύρων της πίστεως, ενώ είναι γνωστό ότι στους χρόνους των διωγμών οι τάφοι των Μαρτύρων χρησίμευαν αντί αγίας Τράπεζας. Άρα, σύμφωνα με την άποψη αυτήν ο ιερός πλάτανος των Αγίων θα πρέπει να ορθωνόταν πίσω, περίπου, από το σημερινό άγιο Βήμα του ναού [30]. Κάτω από τον γέρικο αυτόν πλάτανο, όπου επί Τουρκοκρατίας [31]γίνονταν οι εκτελέσεις, ο Τούρκος δήμιος απέκοψε τις κεφαλές των τεσσάρων νεομαρτύρων, στην επίμονη άρνησή τους να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό και να αλλαξοπιστήσουν. «Ημείς χριστιανοί εγεννήθημεν και χριστιανοί θέλομεν αποθάνει», υπήρξε η γενναία και αποστομωτική απάντησή τους, ενώ, στη συνέχεια- κατά το φρικτό και φοβερό μαρτύριό τους και μέχρι της τελευταίας των αναπνοής- προσεύχονταν ενδόμυχα, εκφωνούντες μυστικά το «Κύριε ελέησον» [32].
    Παρότι, λοιπόν, οι Τούρκοι συχνά χρησιμοποιούσαν τον «δι’ απαγχονισμού θάνατον»- και μάλιστα, όπως ήδη σημειώσαμε, από τον γερο- πλάτανο της συγκεκριμένης πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων [33]- το μαρτύριο των Αγίων έγινε «δια ξίφους», και αυτό βεβαιώνει και η επίσημη παράδοση της Εκκλησίας μας μέσω της εικονογραφικής παράδοσης και της ασματικής ακολουθίας τους.
    Στο γνωστό απολυτίκιο των Αγίων- που «κατά παράδοσιν» ψάλλεται στην ακολουθία τους την 28η Οκτωβρίου και είναι ποίημα του λόγιου επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικου Νικολετάκη- αναφέρεται ότι «ούτοι διά πίστιν του Κυρίου σφαγέντες, το αίμα αυτών εθελουσίως εν τη Ρεθύμνη εξέχεαν…», ενώ και στο άλλο απολυτίκιο τού, επίσης, λόγιου και Κρητολόγου επισκόπου Λάμπης και Σφακίων, αείμνηστου Ευμένιου Ξηρουδάκη, μεταξύ άλλων, με περισσή λογοτεχνική δεινότητα, αναφέρεται: «…Χριστόν εκηρύξατε επί απίστων στερρώς, τετράριθμοι μάρτυρες, ξίφεσι τους αυχένας απετμήθητε πόθω, όθεν τοις των μαρτύρων ηριθμήθητε δήμοις…». Τέλος, και ο εικονογραφικός κύκλος των Αγίων, και μάλιστα μέσω της παλαιότερης γνωστής φορητής εικόνας τους, του έτους 1836- δηλαδή, δώδεκα, μόλις, χρόνια από το μαρτύριό τους- σε ένα από τα υποθέματά της, στην πάνω δεξιά της γωνία, εικονίζει τους Τέσσερις Νεομάρτυρες να δέχονται «τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατον» [34].
    Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έχουμε να τρανώσουμε ότι ο αιωνόβιος πλάτανος της πλατείας των Τεσσάρων Μαρτύρων, που σήμερα έχει παύσει, δυστυχώς, να υπάρχει και να «μαρτυρεί», καθαγιάστηκε και ποτίστηκε από το πανάγιο αίμα των Αγίων και συνδέθηκε άρρηκτα στη συνείδηση των Ρεθυμνιωτών με το μαρτυρικό θάνατό τους κάτω από τη σκιά του φθίνοντος φθινοπωρινού φυλλώματός του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Ο Π. Πρεβελάκης σημειώνει ότι το έτος 1938 σωζόταν, ακόμα, ο πλάτανος των Τεσσάρων Μαρτύρων (Παντελή Πρεβελάκη, Το χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα 1976, 116).
[2]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 74.
[3]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π., Ο Λαμπρινάκης, εδώ, σημειώνει «συνοικία «Μεγάλη Βρύσις, παρά την οποία υπάρχει πελωρία πλάτανος ένθα η ομώνυμος πλατεία, εν ή οι Τούρκοι διέσχισαν το στήθος του επισκόπου Γεράσιμου Κοντογιαννάκη ή Περδικάρη ζώντος έτι το 1822». Επίσης, Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 19102, 31.
Πολύ πριν από την εκτέλεση του Περδικάρη, το έτος 1700, στην ίδια πλατεία, είχε γίνει το δια ξίφους μαρτύριο του Μαθιού, υιού του παπα- Γιώργη, από το Γερακάρη Αμαρίου, που και αυτός πρόσφατα- όπως και οι Τέσσερις Νεομάρτυρες- ανακηρύχθηκε άγιος, επειδή, ακριβώς, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει διακηρύσσοντας, όπως και εκείνοι, ευθαρσώς: «Εγώ χριστιανός εγεννήθηκα και χριστιανός θα αποθάνω».
[4]Ό.π.
[5] Στην κατάσταση αυτήν τα κρεοπωλεία καταγράφονται από τον Εμμ. Γενεράλη στην πρώτη έκδοση της Γεωγραφίας του, το έτος 1894 (σ. 62). Αντίθετα, στη δεύτερη έκδοση, του 1910, αποκαλούνται κανονικά «κρεοπωλεία», άρα, πρόκειται τα λεγόμενα «Χασαπιά», που είχαν εν τω μεταξύ ανεγερθεί. Και πράγματι, το έργο ανέγερσης των Χασαπιών ξεκίνησε στις 10 Μαρτίου 1894 και παραδόθηκε προς δημοσία χρήση το έτος 1895, επί Δημαρχίας Γιουσούφ Βέη Αληγιατζιδάκη (Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, Τα Κασαπιά του Ρεθύμνου και ουχί μόνον, Έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2005, 55).
[6]Πρβλ. και τα όσα γράφει για τον πλάτανο της Τριπολιτσάς ο Γέρος του Μοριά: «…όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο όπου κρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: Άϊτε, πόσοι από το σόγι μου και το έθνος μου εκρεμάστηκαν εκεί και διέταξα και τον έκοψαν»! (Γεωργ. Τερτσέτη, Απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821, 19).
[7]Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 1891, 62, όπου μιλεί απλά για έναν πλάτανο, από τον οποίο οι Τούρκοι κρεμούσαν τους χριστιανούς, χωρίς, πάντως, ειδική αναφορά και στο μαρτύριο των Αγίων. -Ελ. Γ. Δαφέρμου, Οι Τέσσερεις (sic) Μάρτυρες της Ρεθύμνης, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 21 (1980), 259 κτλ.
[8]Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π.,76.
[9]Ιωάννου Εμμ. Νουχάκη, Κρητική Χωρογραφία, Εν Αθήναις 1903, 206.
[10]Εμμ. Γ. Γενεράλι, ό.π.,18911,62 και 19102, 31.
[11]Στη σελίδα 31 του χειρογράφου σημειώνεται (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου):
«Η φυλάδα αύτη εγράφθη διά πόθο και ευλαβία / της δούλης του θεού παρασκευής κουρμουλοπούλας / κατά μήνα αύγουστο: 8 1852 ρέθεμνος/ και εις όποιον ναόν θελήσει έχει χρέος να την αφιερώση διά μνημόσυνον / των γονέων της».[12]Πρόκειται, ασφαλώς, για διαφορετικό πρόσωπο από τον Σταυράκη που έγραψε τη Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης.
[13]Μιχ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος 21 (1980), 261. Πρβλ. και Θεοχ. Δετοράκη, Η Υμνογραφία των Τεσσάρων Νεομαρτύρων του Ρεθύμνου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος 21 (1980), 291.
[14]Κουρμούληδων στο επώνυμο, οι δυο αδέλφια και ο άλλος εξάδελφος (R. Pashley «Travels in Crete» 1, VII, 107).
[15]Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων (Μητρώον των οικισμών), Ηράκλειο 1991, 522. Καινούρια στοιχεία μη υπάρχοντα στην ήδη δοθείσαν εργασίαν μου. Να προστεθούν…
[16]Ιωάννη Πίτερη, Αφιέρωμα στους Αγίους Τέσσερις Ρεθύμνιους Νεομάρτυρες, Κρητική Επιθεώρηση της 28ης Οκτωβρίου 1979.
[17]Μιχ. Μ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, ό. π., 261.
[18]Μιχ. Μ. Παπαδάκη, ό.π., 261-262.
[19]Το κείμενο αυτό της προκήρυξης διέσωσε ο Ρεθυμνιώτης λόγιος φαρμακοποιός Ιωάννης Κούνουπας. Αλκ. Στυλ. Μαυράκη, Περιβόλια Ρεθύμνου, Το συναξάρι του τόπου, Ρέθυμνο 1995, 20 και Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, ό. π., 140.
[20]Κοντά σ’ αυτά, ο Πρεβελάκης σημειώνει ανακριβώς και τον αριθμό των καρών τους, που τις ανεβάζει σε τέσσερις, αγνοώντας (;) την απώλεια της τετάρτης, επίσης το έτος του μαρτυρίου τους, που το τοποθετεί στα 1866, στην αρχή της μεγάλης κρητικής επανάστασης, αλλά και τον τόπο καταγωγής τους, που τον συγχέει με τον τόπο της ταφής τους, τα Περιβόλια. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι, στη συγκεκριμένη του γραφή, ο Πρεβελάκης, πρώτα απ’ όλα, είναι ο άριστος τεχνίτης του λόγου, ο αγαπημένος λογοτέχνης των Ρεθεμνιωτών, που έψαλε και τραγούδησε την πόλη τους και την έκανε γνωστή σ’ όλο τον κόσμο και όχι ο ερευνητής ιστορικός, που ενδιαφέρεται για την ιστορική αλήθεια και μόνο. Όμως, παρόλα αυτά, δεν παύει να ασκείται επηρεασμός και σύγχυση, που, για όσους δεν γνωρίζουν καλά τα πράγματα, καθίστανται, ίσως, ακόμα εντονότερα (Παντελή Πρεβελάκη, Το χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα 1976, 116).
[21]Κρητική επιθεώρησις, 29 Μαρτίου 1966.
[22]Α. Μαλαγάρη- Χ. Στρατιδάκης, Ρέθυμνο, Αθήνα 1987, 11, 63.
[23]Δ. Αετουδάκης, Ρεθεμνιώτικο οδοιπορικό μέσα στο χρόνο, Αθήνα 1986, 143.
[24]Μ. Τρούλης, Ρέθυμνο, Ρέθυμνο 1998, 43.
[25]Ο λόγος για τον ήρωα της Μονής της Οδηγήτριας Ιωάσαφ Ξωπατέρα ή Ξέπαπα (+1828), που αποσχηματίστηκε, για να μην παραβιάζει τους κανόνες της Εκκλησίας πολεμώντας με τα ράσα.
[26]Χαρίδημος Α. Παπαδάκης , ό.π., 141. Ο Χ. Παπαδάκης στο ζήτημα αυτό δεν παίρνει εντελώς ξεκάθαρη θέση. Απλά καταγράφει χρονολογικά τα γεγονότα στον Πύργο του Ξωπατέρα και αφήνει σε μας να βγάλουμε τα ανάλογα συμπεράσματα γύρω από το μυστήριο της εξαφάνισης της 4ης κάρας, αυτής του Νικολάου Βλατάκη.
[27]Ο ιστορικός Βασ. Ψιλάκης αναφέρεται σε συγκεκριμένο επεισόδιο από τη ζωή του «ταχύτατου, ευστροφώτατου» και «ατρόμητου», όπως τον χαρακτηρίζει, Αχμέτ Αγά (εν τη κρυπτώ Νικολάου<Βλατάκη και πρώην Ρετζέπη>), «από τον μεγάλον οίκον Κουσέ των Κουρμούληδων καταγόμενου», ο οποίος κατάφερε να απομακρύνει από το χωριό του, τις Μέλαμπες, τον αγριογεννίτσαρο από το Βαθυακό Καπαρό, που έβαζε τις κοπέλες του χωριού να χορεύουν με την παπαδιά, ενώ αυτός έτρωγε παχυλώς (Β. Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης, Εκδόσεις «Αρκάδι», Αθήναι χ.χ., τ. 3, 31).
[28]Στυλ. Μ. Βυδάκης, στο συναξάρι της «Ακολουθίας των Άγιων Τεσσάρων νέων του Χριστού Μαρτύρων Αγγελή, Μανουήλ, Γεωργίου και Νικολάου των εν Ρεθύμνη μαρτυρησάντων», Εν Αθήναις 1852, 23- 24. Επίσης, στην ακολουθία των Αγίων που εκδόθηκε με επιμέλεια και Δαπάνη του Ιλαρίωνος, επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Εν Αθήναις 1877, 167, αλλά και στον «Βίο και Ακολουθία των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνης», έκδοση «Παναγίας Καλυβιανής», Μοίραι Ηρακλείου , χ.χ.,7.
[29]Δ. Τ., Οι Τέσσερις Μάρτυρες, Ρεθεμνιώτικα Νέα, 26-27 Οκτωβρίου 1991, σ. 6.
[30]Ο Χάρης Παπαδάκης τον τοποθετεί δέκα, περίπου, μέτρα νοτιοδυτικότερα, και πιο συγκεκριμένα, λίγο νοτιότερα από τον σημερινό νότιο τοίχο της εκκλησίας των Τεσσάρων Μαρτύρων, μεταξύ νότιας πόρτας και του νότιου καμπαναριού της εκκλησίας, υποθέτω στη μέση του οδοστρώματος της σημερινής λεωφόρου (Τα Κασαπιά του Ρεθύμνου και ουχί μόνον, Ρέθυμνο 2005, 139). Πάντως, με τις αλλαγές των διαστάσεων των τριών ναών, που έχουν μέχρι σήμερα ανεγερθεί προς τιμήν των Αγίων, δεν αποκλείεται η παραπάνω διαφοροποίηση (Καστρινογιαννάκη- Παπαδάκη) στην ουσία να συμπίπτει, περίπου.
[31]Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας τόπος εκτέλεσης των Ρεθεμνιωτών Επαναστατών από τους Βενετσιάνους ήταν ο λόφος του Τιμίου Σταυρού, στις νότιες παρυφές της πόλεώς μας, που, τότε, ονομαζόταν Φουρκοκέφαλο, δηλαδή τόπος αγχόνης [φούρκα (η)= πάσσαλος διχαλωτός, δοκός σε σχήμα Τ ή σταυρού και κατ’ επέκτασιν αγχόνη, κρεμάλα]. Βλ. σχετικά Α. Ν. Νενεδάκη, Ρέθεμνος, τριάντα αιώνες πολιτεία, 16 και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τα μοναστήρια του Αγίου Αντωνίου στο λόφο Φουρκοκέφαλο και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Κουμπέ, Νέα Χριστιανική Κρήτη 3 (1990), 129.
[32]Βλ. τα συναξάρια των Ακολουθιών των Αγίων της υποσ. 25.
[33]Πρβλ. την περίπτωση του Εμμανουήλ Φουντουλάκη από τα Ρούστικα, που, πιθανόν, το έτος 1892 τον κρέμασαν οι Τούρκοι «από της παρά τον ναόν των Τεσσάρων Νεομαρτύρων κατηραμένης πλατάνου…», Μιχ. Πρεβελάκη, ομιλία στο Ιδαίον Άντρον Ρεθύμνου, Κρητική Επιθεώρησις 5/12/1934 και Χαρίδημου Α. Παπαδάκη, ό. π., 138-139.
[34]Ελ. Γ. Δαφέρμου, Η εικονογραφία των Τεσσάρων Μαρτύρων, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, 21 (1980), 307. Αλλά και σε εικόνα του έτους 1859, που ζωγραφίστηκε με δαπάνη κάποιου Αντωνίου Χανιωτάκη, που ο ίδιος υποστηρίζει ότι επιστάτησε και αυτός στη μετακόμιση και ταφή των Αγίων- άρα, υποτίθεται ότι θα ήταν γνώστης του τρόπου τελείωσης των Αγίων – και στην εικόνα αυτήν, σε ένα από τα τέσσερα υποθέματά της, στο κάτω μέρος της εικόνας, ιστορείται η Αποτομή των Αγίων Τεσσάρων μαρτύρων (Μιχ. Παπαδάκη, Οι Τέσσερις νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, ό.π., 282).

ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ Ή ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ;



Η Παραλία, ο Φάρος και η Φορτέτσα
 του παλιού Ρεθύμνου (1930;)


       ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
                       Ή ΤΗΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ;


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

   Χρόνια, τώρα, ασχολούμαι με τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση των τοπωνυμίων της  επαρχίας Αγίου Βασιλείου (36 χωριά- 8000, περίπου, τοπωνύμια). Ερευνώντας, λοιπόν, αυτόν τον θαυμαστό τοπωνυμικό πλούτο της παραπάνω επαρχίας, αλλά και του νησιού μας γενικότερα, ερεύνησα και τον προβληματικό τύπο της ονομασίας της πόλης μας, όταν αυτή εκφέρεται στη γενική του θηλυκού ("Ρεθύμνης"), προκειμένου να εκφράσει το όνομα της πόλης ή, συνηθέστερα, του νομού. Από την έρευνά μου αυτήν έχω να καταθέσω τα εξής, προς αποκατάσταση του όλου ζητήματος που έχει ανακύψει.
    Σύμφωνα με την απόφαση 286/8-2-1919 της Επιτροπείας των Τοπωνυμιών της Ελλάδος, επί του εγγράφου αριθμ. 2190 του Υπουργείου Εσωτερικών, της 4ης Φεβρουαρίου 1919,
«η ονομασία του νομού Ρεθύμνου είναι ορθή, διότι είναι αυτή η της πρωτευούσης αυτού εις ουδέτερον γένος εκφερομένη. Διετηρήθη δ’ εκ παλαιοτάτου χρόνου αύτη, διότι φαίνεται ότι από της αρχαιότητος ουδέποτε έπαυσε οικούμενος ο τόπος εκείνος και φέρων το αυτό όνομα. Ο τύπος του ονόματος της αρχαίας πόλεως, ως ασφαλώς γιγνώσκομεν εκ των νομισμάτων, είναι Ρίθυμνα. Εκ συμφυρμού του αρχαίου τούτου τύπου και της σημερινής εκφοράς επλάσθη το όνομα της Ρεθύμνης. Όθεν φανερόν είναι ότι προτιμοτέρα η ονομασία του νομού Ρεθύμνου, εκτός αν εξ υπερβολικού φιλάρχαιου ζήλου απορρίπτοντες τον σήμερον εν χρήσει τύπον του ονόματος ηθέλομεν εκλέξη τον αρχαίον. τότε δ’ όμως δεν έπρεπε να ονομασθή νομός Ρεθύμνης αλλά Ριθύμνης (βλ. Ν. Γ. Πολίτου, Γνωμοδοτήσεις περί μετονομασίας συνοικισμών και κοινοτήτων, Εν Αθήναις 1890, σ. 156).
     Η παραπάνω, λοιπόν, απόφαση της Επιτροπείας επί των τοπωνυμιών της Ελλάδας, του 1919, ξεκαθαρίζει σαφώς το θέμα. Προτιμότερη, λέγει, είναι η ονομασία «Ρεθύμνου» και όχι «Ρεθύμνης».Το τοπωνύμιο, στην περίπτωση αυτή, δεν καταργείται, ούτε και χάνεται. απλά συγκεκριμενοποιείται σε έναν τύπο αντί των δύο με τους οποίους, αστόχαστα, εκφέρεται σήμερα. Δεν είναι, εδώ, η ίδια περίπτωση με την Αρκούδαινα- Αρχοντική ή το Γενί Γκαβέ- Δροσιά, που με την μετονομασία τους το πρώτο τοπωνύμιο καταδικάζεται, πράγματι, σε αφανισμό μαζί και η ιστορία του. Στη περίπτωση του Ρεθύμνου το τοπωνύμιο δεν καταργείται, δεν χάνεται. Αυτό που σημαίνει Ρίθυμνα σημαίνει και το Ρέθυμνα και το Ρεθύμνη και το Ρέθεμνος και το Ρέθυμνο. Απλά, για λόγους πρακτικούς, διαγράφουμε το ανύπαρκτο, σήμερα, λόγιο απολίθωμα «Ρεθύμνης» και- τι πιο λογικό- κρατάμε τον τελευταίο υπαρκτό τύπο- «Ρέθυμνο»- στην αλυσίδα της εξέλιξης του τοπωνυμίου, όπως αυτός φέρεται σήμερα στο στόμα του λαού μας, σε ουδέτερο γένος. Το λόγιο απολίθωμα «Ρεθύμνης» το παραδίνουμε στους ειδικούς μελετητές, μαζί με τους άλλους πενήντα τύπους με τους οποίους διασώζεται η ονομασία της πόλης μας.
    Μπορεί, τώρα, ο Γ. Χατζιδάκις πρώτος να υποστήριξε ότι ο τύπος Ρέθυμνο(ν) επεβλήθη από την παραπάνω Επιτροπή του 1919 και ότι είναι νόθος. Όμως, όπως και να έχει το πράγμα, ο τύπος αυτός επικράτησε απόλυτα στον 20ο αιώνα και αποτελεί, σαφώς, σήμερα, τη φυσική συνέχεια του τοπωνυμίου. Επί πλέον, δε νομίζω ότι απέχει φωνολογικά και μορφολογικά των λοιπών τύπων που διαμορφώθηκαν κατά την εξελικτική πορεία του τοπωνυμίου από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα- συνεχίζοντας πεισματικά να διατηρεί τους χαρακτηριστικούς σημασιολογικούς φθόγγους [ε] και [υ]- [Ρίθυμνα, Ρέθυμνα, Ρεθύμνη, Ρέθεμνος, Ρέθυμνο(ν)]. Και, ακόμα, οφθαλμοφανώς, αποτελεί φυσική συνέχεια του προτελευταίου εξ αυτών («Ρέθεμνος»), που ήταν σε ευρεία χρήση ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα της Κρήτης, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας: «Εμένα λέσι Χάνδακα και Ρέθεμνος εσένα» (Μ. Τ. Μπουνιαλή, Κρητικός Πόλεμος, έκδ. Αγαθ. Ξηρουχάκη, Τεργέστη 1908, 582).
    Με την τροποποίηση αυτήν αποφεύγεται, ασφαλώς, η ταλαιπωρία, η σύγχυση, η ασάφεια και η απορία, στην οποία οδηγεί η παράλληλη χρήση και των δύο τύπων του ονόματος. Θυμάμαι φίλους μου, μορφωμένα παιδιά- μη Ρεθεμνιώτες- κατά τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, αλλά και κατά τα στρατιωτικά μου στη μακρινή Φλώρινα, που μου ονόμαζαν την πόλη μας Ρέθυμνα και Ρέθυμνο, στο θηλυκό γένος. «Κώστα, πήγες στη Ρέθυμνο;», μου είχε πει κάποια φορά ένας συμφοιτητής μου, επηρεασμένος, φυσικά, από τη γενική Ρεθύμνης με την οποία έβλεπε στους χάρτες να εκφέρεται ο νομός μας- κλίνοντας, και πάλι, λάθος το ουσιαστικό. Τόση σύγχυση και αμηχανία δημιουργεί αυτή η γενική Ρεθύμνης και, μάλιστα, στους αγνοούντες. Και άντε εγώ να του εξηγώ το φαινόμενο αυτό της διπλοτυπίας στο όνομα της πόλης μου!!…
    Αυτό το ίδιο, ασφαλώς, πρέπει να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις ελληνικών πόλεων και χωριών, που παρατηρούνται δύο τύποι στην εκφορά της ονομασίας τους (συνήθως λόγιος, παράλληλα προς τον λαϊκό). Να λέμε, δηλαδή, «Ακαδημία της Αθήνας» ή «Πανεπιστήμιο της Αθήνας» και όχι «Ακαδημία Αθηνών» ή «Πανεπιστήμιο Αθηνών».
    Κάνω τις προτάσεις μου αυτές γνωρίζοντας πολύ καλά ότι καμιά πολιτική βούληση και καμιά διδασκαλία δεν μπορούν, δυστυχώς, εύκολα να επιβάλλουν αυτά τα πράγματα στον λαό, ο οποίος παραμένει στερρά προσηλωμένος στα παραδεδομένα, χωρίς να εξετάζει το αστόχαστο αυτών.

Δήμος Φοίνικα- Λίμνη Πρέβελη


Εντελώς τυχαία, ψάχνοντας στα φωτογραφικά μου αρχεία, έπεσα στις παρακάτω φωτογραφίες....
(Ευχαριστώ τον Δήμο Φοίνικα για την ευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών)











11. Α Σ Ω Μ Α Τ Ο Σ ( Β΄ Μ Ε Ρ Ο Σ )


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

11. Α Σ Ω Μ Α Τ Ο Σ
( Β΄ Μ Ε Ρ Ο Σ )

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com

Στον όσιο Νικόλαο τον Κουρταλιώτη
θείον τής Λάμπης βλάστημα και Ασωμάτου αγαλλίαμα, και
Στον Μελχισεδέκ Τσουδερό, ηγούμενο τής Ι. Μονής Πρέβελη,
λαμπρό αγωνιστή και δραστήριο μέλος τής Φιλικής Εταιρείας
.


Φυσικές ομορφιές τού χωριού

Το Κουρταλιώτικο Φαράγγι- Το Μοναστήρι τού Πρέβελη- Η ρωμαϊκή γέφυρα
Εντυπωσιακή περιγραφή τού Κουρταλιώτικου φαραγγιού [1] , μήκους δύο περίπου χιλιομέτρων- μας κάνει επίσημος περιηγητής τής Κρήτης, στα 1873, ο τότε διάδοχος τού γερμανικού δουκάτου Σαξ- Μάινιγκεν και αργότερα αντιβασιλέας Βερνάδος (1851- 1926). Ο Βερνάδος συγκρίνει το Κουρταλιώτικο φαράγγι με αυτό τής Σαμαριάς και βρίσκει τη δύναμη τής εικόνας του περισσότερο εντυπωσιακή(!). Ο ίδιος προσωπικά, λέγει, ποτέ δεν είχε ξαναδεί τοπίο τόσο δυνατό και πρωτότυπο..., ενώ ένας από τους συνοδοιπόρους του, που γνώριζε καλά την Ελβετία, έλεγε ότι η χαράδρα αυτή, το Κουρταλιώτικο φαράγγι, μπορούσε να συγκριθεί μόνο με αυτήν που βρίσκεται μεταξύ Andermatt και Amsteg τής Ελβετίας. Ανύπαρκτος, τότε και ένας έστω στοιχειώδης δρόμος επί τού φαραγγιού έκανε το φαράγγι ιδιαίτερα δύσκολο στην προσπέλασή του, ώστε χρειάστηκαν ο Βερνάδος και η συνοδεία του μιαν ολόκληρη ώρα για να το περάσουν. Και ήταν τότε που ξέσπασε όλη η συνοδεία τού υψηλού επισκέπτη τής περιοχής σε φωνές ενθουσιασμού καταγοητευμένοι από το ασύγκριτο θέαμα…
Στη συνέχεια αναφέρεται με συντομία στο μοναστήρι τού Πρέβελη, το οποίο χαρακτηρίζει μισοερειπωμένο και κρυμμένο μέσα σε δέντρα και θάμνους και στη ρωμαϊκή γέφυρα (ασφαλώς αυτήν τού Μεγάλου ποταμού), που άπλωνε το τόξο της πάνω από ένα ρυάκι με καθαρό νερό.
Σε όλα αυτά τα αξιοθαύμαστα ο Βερνάδος ανακαλύπτει μια μίξη θαυμαστή, μια εικόνα με στοιχεία από την Ελβετία, την Ιταλία και την Ανατολή που δημιουργούσαν στον οδοιπόρο συνεχείς εκπλήξεις και το δίλημμα τι να δει και τι να πρωτοθαυμάσει στην περιοχή αυτήν [2] .

Οικογένειες τού χωριού
Κυριότερες οικογένειες τού χωριού είναι οι:
Σουμπασάκηδες, Γεωργουλάκηδες, Γκαλονάκηδες, Παπαδάκηδες, Φραγκιαδάκηδες, Καλλέργηδες, Σταυριανάκηδες.

Εκκλησίες τού χωριού
Βυζαντινοί ναοί τού χωριού είναι οι Άγιοι Ασώματοι, που- όπως έχουμε ήδη αναφέρει- έδωσαν το όνομά τους στο χωριό [3]. Ο ναός είναι μικρών διαστάσεων (5,30Χ2,60) και βρίσκεται μέσα στον οικισμό. Στην κόγχη τού ιερού διακρίνονται αγιογραφίες κάτω από τον ασβέστη. Άλλος ναός είναι αυτός τού Αγίου Ιωάννη (του Προδρόμου), ανατολικά τού χωριού, στην τοποθεσία «Ταλιεράδω», κοντά στο Φραττιανό φαράγγι. Διασώζονται αρκετές τοιχογραφίες, όπως στην κόγχη τού ιερού δυο από τους τέσσερις Ιεράρχες, στο αέτωμα- πάνω από την κόγχη τού ιερού- το Άγιο Μανδήλιο, και στο ανατολικό άκρο τής καμάρας η Ανάληψη. Στον βόρειο τοίχο τού κυρίως ναού διακρίνονται σκηνές από τη ζωή τού Αγίου Ιωάννη τού Προδρόμου, ιδιαίτερα δε η γέννηση αυτού. Στο νότιο τοίχο εικονίζεται η Γέννηση, η Βαϊοφόρος και ίχνη άλλων τοιχογραφιών κάτω από άλατα [4] .
Εκτός των παραπάνω ναών, και αυτού τού οσίου Νικολάου, στο Φαράγγι, στο χωριό ανήκουν και οι ι. ναοί τής αγίας Άννας, του αγίου Ιωάννου τού Πρασιώνη (λένε από κάποιον μοναχό που καταγόταν από τον Πρασέ), του αγίου Γεωργίου και της Μεταμορφώσεως τού Σωτήρα, στη θέση, επίσης, Ταλιεράδω.

Συμμετοχή των κατοίκων στους Αγώνες τού Έθνους
Ουσιαστικότερη προσφορά των κατοίκων τού χωριού υπήρξε η βοήθειά τους, στα χρόνια τής Κατοχής, στη φυγάδευση Ελλήνων και συμμάχων αντιστασιακών μέσω τής Λίμνης τού Πρέβελη, όπου, ως γνωστόν, προσέγγιζαν τα υποβρύχια των συμμάχων. Όμως, οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν αυτό το σημείο φυγάδευσης και στις αρχές Αυγούστου τού 1941 κατέλαβαν την περιοχή και δυσκόλεψαν την κατάσταση.

Προϊόντα τού χωριού- ασχολίες των κατοίκων
Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το χωριό παράγει πολλά χαρούπια, λάδι, κτηνοτροφικά και λίγα κηπευτικά.

Σπηλαιολογικός πλούτος
Τέλος, από τον σπηλαιολογικό πλούτο τού χωριού σημειώνουμε το χαρακτηριστικό σπήλαιο Σκορδόσπηλια, που την ονομασία του οφείλει σε κάποιο φυτό που μοιάζει με σκόρδο και φύεται στη ζώνη εισόδου τού σπηλαίου, τον Κυνηγόσπηλιο, του Τρύπη το Σπηλιάρι και τον Ηγουμενόσπηλιο, όπου απομονώθηκε γύρω στο 1810 ο ηγούμενος Μακάριος, της μονής τού Πρέβελη, ύστερα από δική του επιθυμία και όπου διέμεναν κατά τις επαναστατικές περιόδους οι ασθενείς τής Ι. Μ. Πρέβελη ή σε ειρηνικές περιόδους απομόνωναν, κυρίως, τους λεπρούς μοναχούς. Υπάρχει τέτοια παράδοση για απομόνωση σε αυτό το σπήλαιο λεπρού ηγουμένου, απ’ όπου και το όνομα. Τέλος, τα σπήλαια με τις ωραίες παραδόσεις, όπως τσ’ Αλεπούς την Τρύπα, που λέγεται ότι έβαλαν ένα κόκορα και βγήκε στις Ατσιπάδες και, τέλος, το σπήλαιο Αγιοθέσι, με παράδοση διαμονής σε αυτό του Αγίου Νικολάου του Κουρταλιώτη (1η Σεπτ.). Σε αυτό, μάλιστα, το τελευταίο σπήλαιο η λαϊκή ευσέβεια δείχνει ακόμα και τους λάκκους που σχηματίστηκαν από τα γόνατα του προσευχόμενου Αγίου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Το όνομά του αποδίδεται στους ήχους που μοιάζουν με κούρταλα (κρόταλα), όταν στο φαράγγι φυσάει δυνατός άνεμος.
[2]. Βλ. την περιγραφή αυτήν των εντυπώσεων τού Γερμανού πρίγκιπα Βερνάδου στον Γ. Π. Εκκεκάκη, «Οι εντυπώσεις ενός Γερμανού πρίγκιπα από το Ρέθυμνο τού 1873», εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα τής 26/27 Αυγούστου 2006. Όπως δηλώνει, πηγή του είναι μια δημοσίευση τού κειμένου, σε μετάφραση τού Χανιώτη Καθηγητή και Ακαδημαϊκού Ιωάννη Καλλιτσουνάκη (1878- 1966), από τον «Κρητικό Αστέρα» τού 1907.
[3]. Ασώματος, όπου ναός των Ασωμάτων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Εδώ το α- είναι στερητικό, και σημαίνει αυτόν που δεν έχει σώμα, όπως οι άγγελοι. Πρβλ. και Α-ν-άβυσσος [Κων. Αμάντου, Τοπωνυμικά Σύμμεικτα, Αθηνά 22 (1910),195].
[4]. Θεοδ. Στ. Πελαντάκη, Βυζαντινοί Ναοί τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνο
1973, 16.

7. Α Σ Ω Μ Α Τ Ο Σ (Α΄ Μ Ε Ρ Ο Σ )


Εικ. 1. Ασώματος, η είσοδος του χωριού

ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com

(Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η)


Το έχω ξαναπεί και στο παρελθόν ότι θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον κάθε τόπο χωριστά την καταγραφή τής ιστορίας του. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην Τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία. Αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική, που, σε καμιά περίπτωση, δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες της λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό βαθιάς ερωτικής αγάπης και νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής. Μακάρι να βρίσκονταν οι κατάλληλοι, κάθε φορά, άνθρωποι, που θα έσκυβαν με αγάπη και ερωτική αφοσίωση πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή θα την έλεγα, αποτύπωση τής ιστορίας τους και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγισή τους.
Και κάτι τέτοιο επιθυμεί να θεραπεύσει η παρούσα καταγραφή των χωριών τής πρώην επαρχίας (και σήμερα Δήμου) Αγίου Βασιλείου τού νομού μας, αφού, για τα περισσότερα από αυτά, αποτελεί όνειρο ακατόρθωτο η δημιουργία ενός ξεχωριστού βιβλίου μιας, κατά το δυνατόν, πλήρους καταγραφής τής ιστορικής τους πραγματικότητας. Κίνητρό και για μας, για την εν λόγω καταγραφή, αποτέλεσε η Αγιοβασιλιώτική μας, εκ πατρός, καταγωγή, που την παραπάνω εκφρασθείσα κινητήρια δύναμη για το χωριό καταγωγής επεξέτεινε σε… όλη πια την επαρχία καταγωγής, με μια έστω μικρή και σύντομη αποτίμηση ορισμένων από τα αφορώντα στο κάθε χωριό.
Την καταγραφή μας αυτήν είχαμε ξεκινήσει πριν από τρία χρόνια με την τακτική δημοσίευση των χωριών τού Δήμου Αγίου Βασιλείου, από τις στήλες της εφημερίδας "Ρέθεμνος". Πριν ένα χρόνο, περίπου, σταματήσαμε, προσωρινά, τη δημοσίευσή τους, λόγω έλλειψης χρόνου, αφού είχαμε κατεπειγόντως να ολοκληρώσουμε ογκώδες σύγγραμμά μας για το «Τοπωνυμικό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου» (38 χωριά- 7.000, περίπου, τοπωνύμια), προκειμένου να εκδοθεί στη σειρά των «Πρακτικών» του Διεθνούς Αγιοβασιλιώτικου Συνεδρίου (Πλακιάς, 19-23 οκτ. 2008), που τη στιγμή αυτήν η εκτύπωσή τους βρίσκεται σε εξέλιξη.
Με το σημείωμά μας αυτό επιθυμούμε, αφενός, να ανακοινώσουμε τη συνέχιση- με το άρθρο μας για τον Ασώματο που ακολουθεί- της δημοσίευσης των χωριών τού δήμου Αγίου Βασιλείου, και, αφετέρου- επειδή πολλοί είναι αυτοί που ενδιαφέρονται για το χωριό τους- να υπενθυμίσουμε τα χωριά που έχουν ήδη δημοσιευτεί- στην εν λόγω εφημερίδα "Ρέθεμνος"- και τα φύλλα και τις ημερομηνίες που αυτά δημοσιεύτηκαν:

ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ, α΄ μέρος, αριθμός φύλλου 359/ 31-3-2007
ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ, β΄ μέρος, α.φ. 360/ 5- 4- 2007
ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, α.φ. 362/ 28- 4- 2007
ΑΓΚΟΥΣΕΛΙΑΝΑ, α.φ. 375/ 28-7- 2007
ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ, α΄ μέρος, α.φ. 393/ 24-11- 2007
ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ, β΄ μέρος, α.φ. 399/ 12-1- 2008
ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ, γ΄ μέρος, α.φ. 403/ 9- 2- 2008
ΑΚΟΥΜΙΑ, α΄ μέρος, φ. 13-9-2008
ΑΚΟΥΜΙΑ, β΄ μέρος, φ. 20-9-2008
ΑΡΔΑΚΤΟΣ, φ. 24-1-2009


Η δημοσίευση- όπως καθίσταται φανερό- ακολουθεί μιαν, κατά το δυνατόν, αλφαβητική σειρά ενώ το φωτογραφικό υλικό των χωριών ανήκει σους πρώην δήμους Λάμπης και Φοίνικα, που και από τη θέση αυτήν θερμά τους ευχαριστώ.

7. Α Σ Ω Μ Α Τ Ο Σ
(Α΄ Μ Ε Ρ Ο Σ )
Στον όσιο Νικόλαο τον Κουρταλιώτη
θείον τής Λάμπης βλάστημα και Ασωμάτου αγαλλίαμα, και
Στον Μελχισεδέκ Τσουδερό, ηγούμενο τής Ι. Μονής Πρέβελη,
λαμπρό αγωνιστή και δραστήριο μέλος τής Φιλικής Εταιρείας
.

Θέση τού χωριού
Ο Ασώματος σήμερα ανήκει στον δήμο Φοίνικα (πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου) και βρίσκεται σε υψόμετρο 230μ., στο 28ο χιλιόμετρο τού δρόμου προς Πρέβελη, στην έξοδο τού Κουρταλιώτικου φαραγγιού, στους νότιους πρόποδες τού υψώματος Κουρούπα (984μ.), 7 χιλιόμετρα από το Λυβικό Πέλαγος.

Το όνομα τού χωριού
Το όνομα τού χωριού ανάγεται στον κεντρικό ναό τού Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, του 14ου αιώνα[1].

Εικ. 2. Γραφικό δρομάκι του χωριού

Πληθυσμιακά στοιχεία
Το έτος 1577 το χωριό αναφέρεται από τον Fr. Barozzi (fo 26v) στην επαρχία Αγίου Βασιλείου ως Assomato de Mega Potamo (Kουρταλιώτης), το 1583 από τον Καστροφύλακα (Κ175), Assomato dι Mega Potamo και με 89 κατοίκους, και το 1630 από το Βασιλικάτα (Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130) ως Assomato dι Mega Potamo. Στην τουρκική απογραφή του 1659 αναφέρεται Ασώματος με 30 σπίτια[2]. Το ίδιο έτος, 1659 (Τουρκοκρατία), το χωριό Ασώματος διέθετε 215,5 τσερίπια [3] χωράφια, 582 λιόδεντρα, 150 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες [4], ενώ δεν εμφανίζονται εκτάσεις σε αμπέλια και περβόλια. Αργότερα, στην Αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 το χωριό αναγράφεται Asomatos με 15 χριστιανικές οικογένειες [5]. Στην απογραφή τού 1881 ο Ασώματος αναφέρεται στο δήμο Φοίνικος, με 143 χριστιανούς κατοίκους. Το 1890 ο Ασώματος συνεχίζει να ανήκει στον δήμο Φοίνικος, με 143 κατ. (64 άρρ. και 79 θήλ.)[6]. Το 1900 τον βρίσκουμε, επίσης, στον ίδιο δήμο με 196 κατοίκους, όπως και το 1913 με 461 κατ. Το 1920 γίνεται έδρα ομώνυμης κοινότητας με 182 κατοίκους και το 1928 με 179. Το 1940 το όνομα του χωριού αναφέρεται στον πληθυντικό αριθμό Ασώματοι και μετρά 216 κατ., ενώ το 1951 186. Το 1961 το χωριό αναφέρεται Ασώματος με 177 κατ. και στην ίδια θέση αναφέρονται και η Κάτω Μονή Πρέβελη με 13 μοναχούς και η Πίσω Μονή Πρέβελη με 10 μοναχούς [7]. Στα επόμενα χρόνια ο πληθυσμός τού χωριού εξελίσσεται ως εξής: 1971: 179 κατ. και Κάτω Μονή Πρέβελη 4 μοναχοί και Πίσω Μονή Πρέβελη 6 μοναχοί, 1981: 154 και Κάτω Μονή Πρέβελη 9 μοναχοί και Πίσω Μονή Πρέβελη 5 μοναχοί, 1991: 165 και Κάτω Μονή Πρέβελη κανείς μοναχός και Πίσω Μονή Πρέβελη 3 μοναχοί, 2001: 199 και Κάτω Μονή Πρέβελη 2 μοναχοί και Πίσω Μονή Πρέβελη 6 μοναχοί.

Μορφές τού χωριού

α) Οι Τσουδεροί
Ο Ασώματος είναι η πατρίδα των Τσουδερών Γεώργιου, Μελχισεδέκ, Αναγνώστη και Ιωάννη, που έδρασαν κατά τις διάφορες κρητικές επαναστάσεις και γενικότερα όλων των Τσουδερών [8] , στους οποίους καταλέγεται, ασφαλώς, και ο Εμμαν. Τσουδερός, πρωθυπουργός τής Ελλάδος στην περίοδο τής μάχης τής Κρήτης (1941-44). Ο Γεώργιος Τσουδερός, μεγαλύτερος αδελφός τού Μελχισεδέκ, ήταν στρατάρχης στην επανάσταση τού 1821. Ο Μελχισεδέκ- καλογερικό όνομα τού Μιχαήλ Τσουδερού- διετέλεσε ηγούμενος τής Ι. Μονής Πρέβελη και δραστήριο μέλος τής Φιλικής Εταιρείας- μυηθείς σε τούτο από τον μοναχό Ανανία, τής Αγίας Λαύρας τού Αγίου Όρους- ήταν, επίσης, αρχηγός επαναστατικού σώματος και πρωτεργάτης τής Κρητικής Επανάστασης. Το 1817 εξελέγη ηγούμενος τής Μονής Πρέβελη και, έκτοτε, από όλους τους κατοίκους τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου ονομαζόταν «Τσουδερογούμενος». Μετά τον απαγχονισμό τού εθνομάρτυρος Πατριάρχου, η Υψηλή Πύλη διέταξε τη σύλληψή του προς απαγχονισμό. Ο Μελχισεδέκ ειδοποιήθηκε εγκαίρως και ανεχώρησε νύχτα από την Ι. Μονή με κάποιους μοναχούς και ανέρχεται στον Κουρκουλό, πάνω από το χωριό Ροδάκινο Αγίου Βασιλείου, όπου στις 24 Μαΐου τού 1821 ύψωσε τη σημαία τής επανάστασης. Πολέμησε ηρωικά στην Καλή Συκιά και στο Σπήλι, στις 15-6-1821. Σκοτώθηκε πολεμώντας στο Πολεμάρχι Κισάμου στις 3 Φεβρουαρίου τού 1822 [9]. Ο θάνατός του τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα, με τραγούδι που έγραψε το 1840 η Αντωνούσα Ι. Καμπουροπούλου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο της «Ποιήματα Τραγικά» [10]. Ο Αναγνώστης ήταν γιος τού Γεωργίου Τσουδερού και διετέλεσε αρχηγός στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, με πολεμικές επιτυχίες στη συμπλοκή με τους Τούρκους στη θέση Μοναχή Ελιά και στον λόφο τού Αγίου Αντωνίου, στη βορινή είσοδο τού φαραγγιού τού Πρέβελη, προς αποτροπή προσπάθειας τού τουρκικού στρατού να περάσει το Κουρταλιώτικο φαράγγι, με αντικειμενικό, προφανώς, σκοπό την καταστροφή τού Μοναστηριού τού Πρέβελη [11]. Ο τελευταίος Τσουδερός, ο Ιωάννης, υπήρξε, εκτός από αγωνιστής, και σύμβουλος τής Κρητικής Πολιτείας (αρχικά των Εσωτερικών και έπειτα και των Οικονομικών) [12].
Η παράδοση λέγει σχετικά με την προέλευση τού οικογενειακού ονόματος «Τσουδερός» ότι οι Τσουδεροί, στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, αποτελούν κλάδο τής οικογένειας των Καλλέργηδων και ότι ο Εμμανουήλ Καλλέργης (1690), που κατοικούσε στην Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου, ήταν ο πρώτος που πήρε το όνομα «Τσουδερός», από ένα όλως τυχαίο και απρόβλεπτο περιστατικό, όταν, ως μαθητευόμενος στην Ι. Μονή Πρέβελη, «ετσουδίστηκε», δηλαδή «καψαλίστηκε» ελαφρά από αναμμένο κερί η πλούσια κόμη του [13].

β)
Νικόδημος Σουμπασάκης
Από τον Ασώματο καταγόταν και ο φιλόμουσος, δραστήριος και φιλοπρόοδος Ιεράρχης τής Ι. Μητρόπολης Λάμπης και Σφακίων Νικόδημος Σουμπασάκης (1831-1845), αδελφός τής Ι. Μονής Πρέβελη, που επεχείρησε την ανάσταση τής μονής τού Αγίου Πνεύματος και ίδρυσε σε αυτήν την πρώτη και μοναδική στην επαρχία Αγίου Βασιλείου Σχολή τού Αγίου Πνεύματος, που έμελλε να εξυπηρετήσει όχι μόνο την επαρχία Αγίου Βασιλείου, αλλά και τις επαρχίες Καινουρίου και Πυργιωτίσσης.

γ)
Όσιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης. Οι πηγές τού Κουρταλιώτη
Σύμφωνα με το συναξάρι του [14], εδώ γεννήθηκε και ο όσιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης, από γονείς ευσεβείς και εύπορους, στα τελευταία έτη τού 16ου αιώνα. Ακόμα και σήμερα στο χωριό διασώζεται δυνατή η γύρω από αυτόν παράδοση. Τόση λένε υπήρξε η ευλάβεια τού οσίου προς τον Θεό, ώστε από παιδί του δόθηκε η χάρη τής θαυματουργίας. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο πατέρας του τού λέγει μια μέρα: «τέκνον μου, εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος, και δεν είναι το σπίτι μου δι’ εσέ και να υπάγης να κατοικήσης εις αρμόζον δι’ εσέ μέρος». Τότε ο όσιος εγκατέλειψε την πατρική στέγη και πήγε στη Μεσαρά, όπου ζούσε ασκητικά στις ερήμους αυτής. Μετά από χρόνια επανήλθε και εγκαταστάθηκε στο φαράγγι τού Κουρταλιώτη, κοντά στη γενέθλιο κώμη του, συνεχίζοντας τον οσιακό και ασκητικό του βίο. Σε θαυματουργία του αποδίδεται και ο σχηματισμός των πέντε καταρρακτωδών πηγών, που σχηματίζουν τον Κουρταλιώτη ποταμό, όταν ο όσιος θέλησε να ξεδιψάσει κάποιον Μεσαρίτη, που έλαβε ως συνοδό του κατά την επιστροφή του- θανάσιμα τραυματισμένος- στη γενέθλιο γη. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή τού βίου του, ο Μεσαρίτης αυτός τον είχε πληγώσει από λάθος, κυνηγώντας με το τόξο του και, ο Άγιος, αφού τον συγχώρησε γι’ αυτό που άθελά του έκανε, του ζήτησε ως χάρη να τον μεταφέρει, για να πεθάνει, στον τόπο του. Οι πηγές αυτές, ενάμισι χιλιόμετρο ανατολικά τού χωριού- θείο δώρημα στην περιοχή- είναι πολύ μεγάλης παροχής μαλακού και εύγευστου νερού χειμώνα- καλοκαίρι. Το νερό πέφτει από ψηλά και σχηματίζει τον Μεγάλο Ποταμό (Μέγας Ποταμός) που διασχίζει το Κουρταλιώτικο φαράγγι και, στη συνέχεια, καταλήγει στην περίφημη Λίμνη τού Πρέβελη, ένα τροπικό τοπίο ζεύξης ημεράδας και αγριότητας, με το πανέμορφο δάσος των φοινίκων- το δεύτερο στην Κρήτη- ένα σωστό αφρικάνικο τοπίο, στις νότιες Λυβικές ακτές τής Κρήτης.
Υπάρχει παράδοση ότι και ο σημερινός ναός τού Οσίου, δίπλα στις πηγές, κτίστηκε κατόπιν θαυματουργικής παρέμβασής του και με δαπάνη ενός πλούσιου Οθωμανού που εκφράστηκε υβριστικά για τον όσιο και αυτοστιγμεί τον βρήκε μεγάλη συμφορά [15]. Αν και ο άγιος δεν είναι αναγνωρισμένος με επίσημη απόφαση τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, όμως περιλαμβάνεται στο Κρητικό Αγιολόγιο και η μνήμη τού τιμάται με ιδιαίτερη ακολουθία και εξαιρετική λαμπρότητα την 1η Σεπτεμβρίου.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ε. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία τής Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 67.
[2] Ν. Σταυρινίδη , απογραφικοί Πίνακες, Κρητικά Χρονικά , ΚΒ΄, 127, ενώ την ίδια χρονιά το χωριό βάσει τού ιεροδικαστικού κώδικα πληρώνει 30 χαράτζια κεφαλικό φόρο και 30 σπίτια πληρώνουν φόρο καφτανίου. Αργότερα, το 1671/2 το χωριό πληρώνει 13 χαράτζια (κατάστιχο κεφαλικού φόρου ΤΤ 980, σ. 252- 253) (Ευαγγελία Μπαλτά- Mustafa Oguz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 535, υποσ. 105).
[3] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.
[4] Ευαγγελία Μπαλτά- Mustafa Oguz, ό.π.
[5] Rob. Pashley, Travels in Crete, II, London 1837, 313.
[6] Νικ. Σταυράκη, Στατιστική τού πληθυσμού τής Κρήτης, Αθήνησι 1890, 27.
[7] Και σήμερα στο Δ.Δ. Ασωμάτου, του Δήμου Φοίνικα, υπάγονται και οι: Κάτω Μονή Πρέβελη και Πίσω Μονή Πρέβελη)
[8] Εμμ. Γ. Γενεράλη, Επίτομος Γεωγραφία τής Νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 18911, 58.
[9] Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά τής Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων (Μητρώον των οικισμών), Ηράκλειο 1991, τ. Α΄, 161- 162.
[10] Αντωνούσα Καμπουροπούλου , Ποιήματα Τραγικά, Ερμούπολη 1840 (στον Εμμ. Σ. Καλλέργη, Εισαγωγή στην Ιστορία των Καλλεργών, Ρέθυμνο 2007, 67). Περί Μελχισεδέκ Τσουδερού βλ. και στα εισαγωγικά στοιχεία τής Ι. Μονής Πρέβελη.
[11] Βασ. Ψιλάκη, Ιστορία τής Κρήτης, Αθήναι χ.χ., τ. Δ΄,49-50 και Ν. Φασατάκη, Η τ. επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, Αθήνα 2003, σ. 100.
[12] Ιω. Εμμ. Νουχάκη, Κρητική Χωρογραφία, Εν Αθήναις 1903 (επί Κρητικής Πολιτείας), 185.
[13] Βλ. Εμμ. Σ. Καλλέργη, Εισαγωγή στην Ιστορία των Καλλεργών, Ρέθυμνο 2007, 65 και Στέργιο Γ. Σπανάκη, ό.π.,161.
[14] Τίτου Συλλιγαρδάκη, Κρητικόν Λειμωνάριον, Αθήνα 1984,16.
[15] Αναλυτικότερα, η παράδοση για τον βίο τού οσίου Νικολάου τού Κουρταλιώτη, όπως μας την διασώζει ο Αλέξ. Κ. Χατζηγάκης (Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 54-55) μας λέγει: Ο Άγιος, ως ασκητής, διέμενε σε βαθιά και σκοτεινή σπηλιά στο άγριο και δύσβατο φαράγγι τού χωριού Ζαρός τού Ηρακλείου. Η παράδοση μιλεί για την αγιότητα τού καλόγερου αυτού, που ζούσε προσευχόμενος και τρώγοντας μόνο άγρια χόρτα του βουνού. Μια βραδιά, ψάχνοντας για την λιγοστή τροφή του, ο Άγιος ξεμάκρυνε σε ένα φασολόκηπο. Ο ιδιοκτήτης του, την άλλη μέρα, αντιλήφθηκε ότι τού λείπανε μερικά φασόλια και καιροφυλάκτησε για να δει ποιο ζώο τού έκανε αυτήν την καταστροφή. Μόλις νύχτωσε είδε τον Άγιο να μπαίνει σκυφτός στον κήπο του. Έμοιαζε με περίεργο ζώο ο τρόπος που περπατούσε. Από τις νηστείες και τις στερήσεις ο Άγιος είχε τόσο καμπουριάσει, ώστε βάδιζε σκυφτά σαν να ήταν πράγματι κάποιο ζώο. Ο κηπουρός τον σκόπευσε με το όπλο του και ο άγιος έπεσε κάτω λαβωμένος από τα βόλια. Όταν ο κηπουρός πλησίασε και είδε ότι αντί για ζώο, όπως αρχικά είχε πιστεύσει, είχε τραυματίσει τον Όσιο, άρχισε να κλαίει γοερά για το κακό που άθελά του τού είχε κάμει και τον ρωτούσε τι να κάνει προκειμένου να εξιλεωθεί. Ο Όσιος τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Έλα, λοιπόν, καλέ μου άνθρωπε, σήκωσέ με από εδώ και πήγαινέ με να πεθάνω στο χωριό μου το Φραττί(sic), Αγίου Βασιλείου». Τον πήρε στον ώμο του ο κηπουρός και άρχισε την πεζοπορία. Από τη νηστεία ο Όσιος ήταν τόσο ελαφρύς, που νόμιζε ότι κρατούσε ένα πουλάκι. Σιγά- σιγά, περπατώντας, έφτασαν στο Κουρταλιώτικο φαράγγι, ένα αληθινά κοσμογονικό, γεμάτο άγρια ομορφιά και μεγαλείο φαράγγι. Στο μέρος αυτό ο κηπουρός, αποσταμένος από την οδοιπορία, ζήτησε να πιει λίγο νερό. Πουθενά, όμως, νερό. παντού φαράγγι, βράχια θεόρατα, βαθιά και άνυδρα σπηλιάρια, καφετιές σάρες και χαράδρες, απόκρημνα κατσικομονοπάτια και ελάχιστα μόνο δενδρύλλια, που, γυρισμένα προς τα κάτω, έμοιαζαν σαν να ήταν κρεμασμένα. Ο Όσιος τον καθησύχασε λέγοντας του ότι θα βρει νερό, ο Θεός θα του στείλει και τον έπεισε να ξαπλώσει, για να ξεκουραστεί. Την ώρα εκείνη που ο κηπουρός κοιμόταν ο Άγιος γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται με θέρμη στον Θεό. Όταν τέλειωσε την προσευχή του, άπλωσε το χέρι του στον βράχο, βούτηξε τα δάκτυλά του μέσα κι ευθύς άφθονο και ολοδρόσερο νερό αναπήδησε σε πέντε μεγάλους κρουνούς όσα και τα δάκτυλα τού Αγίου. Ήταν τόσος ο θόρυβος που έκανε το νερό, ώστε ο κηπουρός ξύπνησε, ήπιε δροσερό νερό ευχαριστημένος και αποχαιρετώντας τον Όσιο ξαναγύρισε στο χωριό του, μονολογώντας το θαύμα που είδε με τα μάτια του, του έκτοτε Οσίου Νικολάου του Κουρταλιώτη, (Πρβλ. και άλλη παράδοση για τον Όσιο Νικόλαο τον Κουρταλιώτη και πάλι στον Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 55-57).

Η ΜΟΝΗ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΤΣΙΓΔΙΝΟΥ

Η ΜΟΝΗ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
(Δεύτερη έκδοση Βελτιωμένη)
[Τυποεκδοτική_Μπαμιάκης, Ρέθυμνο 2010, σχ. 8ο (23,5Χ16), σσ. 63]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com

Ο δάσκαλος και πρώην Νομαρχιακός Σύμβουλος κ. Γεώργιος Ν. Τσιγδινός, πέραν των παραπάνω ιδιοτήτων του, είναι γνωστός στην πόλη μας και από τα ποικίλα δημοσιεύματά του σε τοπικά περιοδικά κι εφημερίδες και τα βιβλία του για το χωριό του, τον Κισσό, αλλά και τη γνωστή ιστορική Μονή και Σχολή του χωριού του, την ιερή κιβωτό τής πίστης και του Γένους, το Άγιο Πνεύμα. Το ενδιαφέρον του για την εν λόγω Μονή και Σχολή ο κ. Τσιγδινός έχει εκδηλώσει από το έτος 1998, όταν εξέδωσε την πρώτη έκδοση του εν λόγω βιβλίου του. Σήμερα, ύστερα από δώδεκα συναπτά έτη, επανέρχεται στη δημοσιότητα με μια δεύτερη βελτιωμένη έκδοση και με πολλά νέα ιστορικά στοιχεία για τον συγκεκριμένο χώρο. Πλούσια αισθήματα χαράς- σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα του βιβλίου- πλημμυρίζουν την καρδιά του κ. Τσιγδινού, γιατί, ακριβώς, η πρώτη εκείνη έκδοση είναι που απέδωσε πολλούς εύχυμους καρπούς και συντέλεσε τα μέγιστα στην ευρύτερη γνωστοποίηση του μνημείου, ανακαίνιση και ανάδειξή του, και με τη συμβολή, εννοείται, και πολλών άλλων τοπικών παραγόντων και μάλιστα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίου, που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε με εξαιρετική στοργή και ενδιαφέρον την προσπάθεια αυτήν, με στόχο, μάλιστα, εξαιρετικό την άμεση επαναλειτουργία τής Μονής.
Πρόκειται για έναν χώρο σκοτεινό που στις μέρες μας, ύστερα από τα παραπάνω, πάει και πάλι να αποκτήσει φωνή, ένας χώρος προσευχής και μυστηρίου, ένας χώρος «καταφύγιο της Ελληνοχριστιανικής Παιδείας και μαθήσεως, η εθνική Εστία που συντηρούσε άσβεστη τη φλόγα του Γένους, την πίστη στη θρησκεία και τον πόθο για την Ανάσταση και την Ελευθερία. Κρυφό Σχολειό στην αρχή, Ιεροδιδασκαλείο αργότερα, μοναδικό επαρχιακό κέντρο μαθήσεως επί επισκόπου Νικοδήμου και μεταγενέστερα, επί Ευμενίου το πρώτο στην Κρήτη πολιτισμένο εκπαιδευτήριο- οικοτροφείο μέσης παιδείας» (Μ. Μ. Παπαδάκης).
Η παράδοση θεωρεί ότι το εν λόγω μοναστήρι είναι δημιούργημα της Αρχόντισσας Μαρίας (που κατά τον συγγραφέα έζησε τον 13ο με αρχές τού 14ου αι.), ενώ αναφέρεται, περαιτέρω, και σε δυο νοταριακά έγγραφα του 1635 και του 1640, με τα οποία γίνονταν δωρεές προς τη Μονή δύο Ρεθεμνιωτών, μελών της μεγάλης και αξιόλογης οικογένειας των Σαγκουινάτσων (Σαουνάτσων), που επιθυμούσαν να ταφούν εκεί, στον χώρο της Μονής. Επίσης, σε δύο έγγραφα του Ιεροδικείου Ρεθύμνης, καθώς και σε δύο σουλτανικά φιρμάνια, γίνεται σαφής αναφορά και στη Μονή του Αγίου Πνεύματος.
Στο δεύτερο από τα δύο έγγραφα του Ιεροδικείου (2/5/1658) διασώζονται και τα ονόματα δύο ηγουμένων, αλλά και οι παράτολμοι δικαστικοί αγώνες τού ηγουμένου Παμφίλου, απέναντι στην παντοειδή τυραννία και τις αρπακτικές διαθέσεις του γενίτσαρου της περιοχής.
Ο συγγραφέας στο τέλος, και μετά την αναφορά του στα προαναφερθέντα ιστορικά έγγραφα, επικεντρώνεται στο περίφημο «Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου» και στα πλουσιότατα στοιχεία που αυτό μας παρέχει, ειδικά για το έτος 1670, που η Μονή του Αγίου Πνεύματος θεωρούνταν ως το πρώτο και πλουσιότερο μοναστήρι του ναχιγιέ (επαρχίας) Αγίου Βασιλείου.
Την πυρπόληση και καταστροφή της μονής από τους Τούρκους, στις 15 Ιουνίου 1821, μας υπενθυμίζει σήμερα αναμνηστική πλάκα, που έστησε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κισσού «Το Άγιο Πνεύμα», στις 15 Ιουνίου 1981, με επιγραφή συνταχθείσα από τον παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό συγγραφέα κ. Γ. Τσιγδινό, ενώ και άλλη μαρμάρινη πλάκα- με κείμενο και πάλι του ίδιου συγγραφέα- μας υπενθυμίζει την περίφημη μάχη του Τράχηλα, την πιο πολύνεκρη θυσία σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης, πού και έκλεισε οριστικά τον αιματηρό αυτόν αγώνα.
Ο συγγραφέας, στη συνέχεια, παραθέτει αυτούσιο το γνωστό άρθρο του αείμνηστου Μ. Πρεβελάκη, για την Ιερή Μονή του Αγίου Πνεύματος (Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Α΄, 287), θεωρώντας το εξαιρετικής σημασίας, αφού αποτελεί μια θαυμάσια αναδρομή στη νεότερη ιστορία της Μονής από το 1821 μέχρι και τη διάλυσή της επί Κρητικής Πολιτείας.
Και η καταγραφή ολοκληρώνεται με ποικίλες νεότερες συμβολαιογραφικές πράξεις και σημαντικές αποφάσεις με τις οποίες η Μονή ανακηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 209/Β/29-2-1980), αλλά και άλλες αποφάσεις που αφορούν σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις του μοναστηριακού συγκροτήματος, επανίδρυση, ανασύσταση και επαναλειτουργία της Ι. Μονής του Αγίου Πνεύματος και ανακαίνιση του δίκλιτου ναού του Μνημείου.
Το τελευταίο κεφάλαιο αναφέρεται στη νέα Σχολή του Αγίου Πνεύματος (1894- 1899), ένα από τα τελειότερα εκπαιδευτήρια της Κρήτης κατά τον 19ο αι. Πρόκειται, ακριβώς, για το πνευματικό «παιδί» του φωτεινού εκείνου και ακάματου επισκόπου Λάμπης Ευμένιου Ξηρουδάκη. Η Σχολή, δυστυχώς, του Αγίου Πνεύματος σε αυτήν την πιο υπέροχη ώρα τής ζωής της έγινε- όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας- «θύμα» της πιο ευχάριστης εξέλιξης για το Κρητικό Ζήτημα, δηλαδή της αυτονομίας που έφερε, στη συνέχεια, την ένωση της Κρήτης με τη Μητέρα Ελλάδα. Της λαμπρής αυτής περιόδου ο συγγραφέας ως ακροτελεύτια κείμενα στο βιβλίο του, παραθέτει τον Κώδικα της Μονής του Αγίου Πνεύματος, τον Κανονισμό λειτουργίας τής Σχολής, το Μαθητολόγιο του σχολικού έτους 1896- 97, καθώς και τα ονόματα των φοιτησάντων σε αυτήν κατά τα σχολικά έτη 1906- 07, 1907- 08 και 1908- 09.
Θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον φίλο και συντοπίτη κ. Γεώργιο Ν. Τσιγδινό και γι’ αυτό το τελευταίο αξιόλογο πόνημά του για τη γεραρά Μονή και Σχολή του Αγίου Πνεύματος. Χωρίς δισταγμό μπορούμε να ομολογήσουμε δημοσία ότι και το δικό του ανύσταχτο ενδιαφέρον για την εν λόγω Μονή και Σχολή του Γένους μας είναι που βοήθησε και συντέλεσε τα μέγιστα στη διάσωση και ανάδειξη του εν λόγω μνημείου. Μετά από τον αείμνηστο κοντοχωριανό του (από τον Βάτο) λόγιο δικηγόρο, Μιχάλη Παπαδάκη, που έδωσε το έναυσμα, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα μέχρι τότε γνωστά μεν αλλά παντελώς και για πολλές δεκαετίες ξεχασμένα στοιχεία της Ιστορίας της Μονής του Αγίου Πνεύματος, μετά, λέγω, τον εν λόγω Μ. Παπαδάκη, είναι ο Γιώργης ο Τσιγδινός, που συνέχισε και βοήθησε αποτελεσματικά στη σημερινή λαμπρή ανάδειξη της εν λόγω Σχολής και Μονής του χωριού του με προσωπικές όσο και συνολικές πρωτοβουλίες, που συνέβαλαν στη διαρκή προβολή του μνημείου, με ποικίλα, επίσης, δημοσιεύματα και εκδόσεις, καθώς και τρεις, στη σειρά, μεγάλες γιορτές που έγιναν στη δεκαετία του 1980 με τη συμμετοχή πλήθους λαού και των αρχών του νομού. Δεν μένει παρά να τον συγχαρούμε και να τον ευχαριστήσουμε θερμά για μια φορά ακόμη και να τον βεβαιώσουμε ότι η τοπική κοινωνία, το Ρέθυμνο και η Κρήτη γενικότερα θα του είναι ευγνώμονες εσαεί.

ΕΝΑΝΤΙ ΣΧΟΛΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ- Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ

ΧΑΡΗΣ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ
ΕΝΑΝΤΙ ΣΧΟΛΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ-
Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ

[Εκδόση: Με χορηγία της εφημερίδας Ρεθεμνιώτικα Νέα, Ρέθυμνο 2009, σχ. 8ο (22Χ22), σσ. 106]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
(http://ret-anadromes.blogspot.com)

Θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας την καταγραφή της ιστορίας τού κάθε τόπου χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός υψίστης σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι, κάθε φορά, άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη και αφοσίωση πάνω από τις γειτονιές, τις πόλεις και τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση της ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο καταγραφή και προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, ασφαλώς, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική, που, σε καμιά περίπτωση, δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες της λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφεται, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό βαθιάς ερωτικής αγάπης και νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων από τον περιγραφόμενο τόπο.
Μια τέτοια δουλειά, που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και αποτελεί τέτοιο καρπό ερωτικής προς τον τόπο προσήλωσης και αγάπης είναι και το βιβλίο που γνώρισε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, με τον τίτλο: «Έναντι Σχολής Χωροφυλακής- Ο μετασχηματισμός μιας ρεθεμνιώτικης γειτονιάς μέσα σε μισό αιώνα», του γνωστού δασκάλου, ιστοριοδίφη και συγγραφέα του Ρεθύμνου, κ. Χάρη Στρατιδάκη.
Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής αναφορά στα κτίσματα της γειτονιάς του συγγραφέα και εξετάζεται το ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν της, που φτάνει μέχρι και αυτά τα ύστερα μινωικά χρόνια, με νεκροταφείο, που, αν μη τι άλλο, σημαίνει ότι κάπου εκεί κοντά θα υπήρξε ένας οικισμός, προπάτορας της Ρεθύμνης, του Rettimo, της Ρεθύμνης και του Ρεθύμνου, για να χρησιμοποιήσουμε τον ωραίο λόγο του συγγραφέα, που αναγράφει το Ρέθυμνο με όλα τα γνωστά ονόματα της διαχρονικής του ιστορικής πορείας και παρουσίας.
Παρότι ο τίτλος του βιβλίου περιορίζεται αυστηρά στη γειτονιά του συγγραφέα, όμως είναι εμφανής σε όλη την έκταση της μελέτης η προσπάθεια του συγγραφέα να εκταθεί σε μια γενικότερη θεώρηση όλης της πόλης του Ρεθύμνου από οικοδομική και κοινωνική άποψη. Γίνεται, έτσι, σαφής και συχνά ικανοποιητική αναφορά και σε κτίσματα πέραν των ορίων της γειτονιάς του συγγραφέα, όπως στο Δημαρχείο και στα Βιβλιοπωλεία της πόλης, στην Ηλεκτρική, στο ιστορικό Ιδιωτικό Σχολείο της Αμαλίας (Ζαννιδάκη), στο ρυμουλκό Εωσφόρος, στο Ορφανοτροφείο, στους χώρους στάθμευσης των λεωφορείων (στη Μεγάλη Πόρτα, τη Γερακάρη, στον Άγνωστο Στρατιώτη και τη Μοάτσου), στους φωτογράφους της πόλης.
Με αφορμή, περαιτέρω, τις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις του συγγραφέα με τους συμμαθητές του, κατά τα παιδικά του χρόνια, η καταγραφή εξακτινώνεται και προχωρεί και πιο πέρα και σε πολλά άλλα σημεία της πολιτείας (Γερμανικό Νεκροταφείο, Κουντουριώτη, Κήπο, πλατεία Τεσσάρων Μαρτύρων, φθάνοντας μέχρι και τον λόφο του Εβλιγιά, τα Καστελλάκια και τον προφήτη Ηλία), καθώς και σε πολλά άλλα γνωστά στέκια του Ρεθύμνου, όπως ήταν το ζαχαροπλαστείο του Νικολαΐδη, το ποδηλατάδικο του Μπαροτσάκη, το καφενείο των εκπαιδευτικών «του Στάθη», το κατάστημα των καλλυντικών του Ανδρέα Ζωγράφου, το Παλλάδιο Λύκειο, ο ναός των Τεσσάρων Μαρτύρων κ.λπ.
Αλλά και ολόκληρο το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ρέθυμνο δεκαετία 1960: μια αυτάρκης οικολογική πόλη» την αναφορά του έχει σε μια σαφώς γενικότερη θεώρηση της οικονομίας του τόπου την περίοδο εκείνη, που βασικός κινητήριος μοχλός της ήταν το ελαιόλαδο. Αναφέρονται, λοιπόν, λεπτομερώς τα λαδάδικα της πόλης και οι λοιπές βιοτεχνίες και βιομηχανίες, αλλά και οι λοιπή επαγγελματική και επιχειρησιακή δραστηριότητα των Ρεθεμνιωτών. Ο συγγραφέας, εδώ, μελετά με εύστοχες αποδείξεις την πορεία του Ρεθύμνου προς το «παντέρμο Ρέθυμνο»- που το τοποθετεί στα 1970- και την ανάκαμψή του και πάλι, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, υπό την επήρεια κυρίως του τουρισμού, που οριστικοποίησε και την αυξητική τάση του Ρεθύμνου, που από τη μεθεπόμενη δεκαετία (1990) μετατράπηκε σε πόλη υποδοχής μεταναστών ελλήνων και αλλοδαπών.
Χαρακτηριστικό στο βιβλίο είναι και το πλούσιο προσωπικό- βιογραφικό στοιχείο, που, συχνά, σημαδεύεται από τη χαρακτηριστική φράση «θυμάμαι ακόμα». Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά τα προσωπικά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα διακρίνονται για την εκπληκτική, συχνά αφοπλιστική ειλικρίνειά τους, όπως για παράδειγμα αυτά των σελίδων 37 (για την επίδοση του συγγραφέα κατά τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο), 66 (για την συνήθεια του συγγραφέα να καπνίζει), αλλά και 75 (όπου ο συγγραφέας εξομολογείται πώς κέρδισε την αγάπη του προς τη σπηλαιολογία).
Η αναφορά μας αυτή στα επί μέρους θέματα του βιβλίου σκοπόν έχει να προβάλλει και επιδείξει τον εξαιρετικό πλούτο αυτού και επίσης το ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την δαψιλώς παρεχόμενη πληροφόρηση του αναγνώστη για την πόλη μας κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια και μάλιστα στις δεκαετίες 1960- 1980.
Η καταγραφή, όμως, του συγγραφέα δεν περιορίζεται μόνο στα άψυχα, αλλά προσλαμβάνει ακόμα πληρέστερες διαστάσεις με την αναφορά του και στο έμψυχο υλικό πρωταρχικά της γειτονιάς του με μια τάση και πάλι εξακτίνωσης στην πόλη ολόκληρη, αναφέροντας όσο το δυνατόν περισσότερους Ρεθεμνιώτες επώνυμους και ανώνυμους, τους περισσότερους άσχετους προς τη γειτονιά του.
Σαφώς, πάντως- από όλα τα παραπάνω- προκύπτει ότι δεν πρόκειται για έναν, ακόμα, τουριστικό οδηγό της πόλης του Ρεθύμνου, όπως, εξάλλου, τον γνωστό πληρέστατο και ανεπανάληπτο- υπόδειγμα για του είδους αυτού τα βιβλία- οδηγό του ίδιου συγγραφέα και της συζύγου του Αλκμήνης Μαλαγάρη, με τον τίτλο «Ρέθυμνο», που έχει γνωρίσει πάμπολλες εκδόσεις και έχει μεταφραστεί και σε πολλές ξένες γλώσσες. Εδώ, αντίθετα, έχουμε μια προσπάθεια του συγγραφέα να φωτίσει τον καθημερινό βίο και πολιτισμό του παλιού Ρεθύμνου- με κέντρο αναφοράς σε τούτο τη γειτονιά του κατά τα παιδικά του χρόνια- και συχνά, μάλιστα, τα μικρότερα και ασήμαντα που αφορούν στην καθημερινή ζωή, στα παιγνίδια του με τους φίλους του, στην αγορά, στους δρόμους και στις γειτονιές της πόλης, ακόμα και στους απλούς και μοναχικούς ανθρώπους. Ο συγγραφέας επιχείρησε, θεωρώ, κάτι ανάλογο με αυτό που επιχειρήσαμε κι εμείς με τους μαθητές μας στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο μας «Ρέθυμνο 1900- 1950». Και θεωρούμε ότι το βιβλίο μας αυτό τη συνέχειά του έχει στο παρόν βιβλίο του κ. Στρατιδάκη, που αρχίζει μετά το 1950, που εμείς θέσαμε ως όριο και τέρμα της δικής μας μελέτης.
Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον εκλεκτό και δόκιμο συμπολίτη μας συγγραφέα κ. Χ. Στρατιδάκη και του ευχόμαστε να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίζει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του στον χώρο των Ρεθεμνιώτικων, και όχι μόνο, Γραμμάτων, στα οποία τόσο μεγάλη και ουσιαστική είναι η μέχρι σήμερα συμβολή του.