Τίτος Στυλιανού Πετυχάκης * (1874-1966) * Ο αγαπημένος του Ρεθέμνους * * * (1ο Μέρος - Βιογραφικά Στοιχεία)

 

Τίτος Στυλιανού Πετυχάκης

(1874-1966)

Ο αγαπημένος του Ρεθέμνους

 (1ο Μέρος - Βιογραφικά Στοιχεία)


ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ 

                                                                                                              www.ret-anadromes.blogspot.com

 

            Ο Τίτος Πετυχάκης (εικ. 1), δικηγόρος στο επάγγελμα, υπήρξε ο ιδανικός τύπος εκσυγχρονιστή Δημάρχου για δυόμισι δεκαετίες. Ήταν ο μεγάλος Δήμαρχος που παρέλαβε το Ρέθυμνο στα 1925 ένα μικρό και ταπεινό χωριουδάκι, για να το παραδώσει στο λαό του, στα 1950, μια μεγάλη και υπολογίσιμη πολιτεία.

ΤΙΤΟΣ ΠΕΤΥΧΑΚΗΣ


       Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το έτος 1874, μα πάντα περηφανευόταν για την καταγωγή του από τον Αγαλλιανό, Αγίου Βασιλείου. Πατέρας του ήταν ο Στυλιανός Πετυχάκης (1825 - 1913 ), δραστήριος έμπορος και πολύτεκνος, που συμμετείχε έντονα στα κοινά. Γνωρίζομε, για παράδειγμα, ότι υπήρξε Έφορος των Κοινών της Πόλεως Καταστημάτων. Μητέρα του ήταν η Ελένη Φουλάκη από τα Χανιά. Ο Πετυχάκης τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο εδώ στο Ρέθυμνο. Το 1888 έφυγε για την Αθήνα, όπου συνέχισε τις σπουδές του στην περίφημη Βαρβάκειο Σχολή και στη συνέχεια και στη Νομική Σχολή, απ’ όπου αποφοίτησε το έτος 1897. Κατά τα χρόνια αυτά, είναι πιθανόν να τον βοήθησε στις σπουδές του ο κατά εννιά χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του Παντολέων, δικηγόρος ήδη στην Αθήνα.

      Τον καιρό της αποφοίτησής του από τη Νομική σχολή εδώ στην Κρήτη είχαμε τα γνωστά γεγονότα του Μαύρου '97, του Ατυχούς πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο Πετυχάκης αναγκάζεται να καταφύγει στο Κάιρο της Αιγύπτου. Στο τέλος το 1898, όταν η Κρήτη με την υπογραφή της σύμβασης της Χαλέπας είχε γίνει αυτόνομο κράτος (Κρητική Πολιτεία), ο Πετυχάκης επιστρέφει στο Ρέθυμνο, όπου αρχικά ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Συνεργάστηκε σε τούτο με τον μεγαλύτερο σε ηλικία τουρκορεθεμνιώτη συνάδελφό του δικηγόρο Αχμέτ εφένδη Κουταλάκη. Σε διαφήμιση του έτους 1903, βρίσκουμε το κοινό γραφείο τους στον αριθμό 16 της τότε οδού Σκότους.

Στο μεταξύ, στα 1905, έρχεται το κίνημα του Θερίσου κατά του πρίγκιπα Γεωργίου και ο Πετυχάκης παίρνει μέρος σ’ αυτό στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Κατά τα έτη 1904- 1905 υπήρξε ταμίας της επανάστασης φροντίζοντας για την ενίσχυση των επαναστατών όλης της Κρήτης τόσο σε χρήματα όσο και σε είδη διατροφής.

Το 1909 διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βάμο, όπου παρέμεινε μέχρι το έτος 1912. Στο διάστημα αυτό εξελέγη πρόεδρος της επιτροπής διαχείρισης της κτηματικής περιουσίας των σχολείων του Αποκόρωνα (1910). Από τη νέα θέση του ο Πετυχάκης δραστηριοποιήθηκε έντονα και άφησε δυνατή τη σφραγίδα της γονιμότατης παρουσίας του και στον Βάμο. εμπλούτισε τα σχολεία της περιοχής σε εκπαιδευτικό υλικό και δημιούργησε στην κωμόπολη πάρκο από παχύσκια πεύκα και διάφορα άλλα δέντρα, στο οποίο, ευγνωμόνως, η κοινότητα έδωσε ο όνομά του.

Το 1912 ο Πετυχάκης αναχωρεί στην Ήπειρο και πολεμά για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Επιστρέφει και πάλι στον Βάμο ως ειρηνοδίκης μέχρι το 1916, οπότε προάγεται σε πρωτοδίκη Χανίων. Στη νέα θέση του θα παραμείνει μέχρι το 1924, οπότε έχουμε την ανταλλαγή των πληθυσμών και την απομάκρυνση των Τούρκων από την Κρήτη. Τότε ο Πετυχάκης παραιτείται από πρωτοδίκης και επιστρέφει στη γενέτειρά του, το Ρέθυμνο, με σκοπό να θέσει υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές που επρόκειτο να γίνουν τον Οκτώβριο του 1925.

Τίθεται επικεφαλής του κόμματος των Φιλελευθέρων και, για πρώτη φορά, εκλέγεται δήμαρχος Ρεθύμνου, στις 15 Οκτωβρίου 1925. Συνέχισε να εκλέγεται και στις εκλογές του 1929 και του 1934 και παρέμεινε στη θέση αυτήν και στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά (1936- 41), ως την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Και μετά την κατοχή συνέχισε να εκλέγεται δήμαρχος μέχρι το 1950, όταν πια σε ηλικία 76 ετών αποσύρεται από κάθε δημόσια δραστηριότητα. Πέθανε την Αθήνα κοντά στα αγαπημένα του παιδιά, τον Στέλιο, την Πολύμνια και τη Μαρία, στις 16 Αυγούστου 1966, σε ηλικία 92 ετών. 

Ο Τίτος Πετυχάκης υπήρξε ένας γνήσιος εκπρόσωπος της παλιάς Ρεθυμνιώτικης κοινωνίας. Ήταν γλυκομίλητος, ευγενικός, φλογερός, εξαιρετικά δραστήριος και γενναίος πατριώτης. Έτρεφε απέραντη αγάπη για τον τόπο του, το Ρέθεμνος, στην υπηρεσία του οποίου κυριολεκτικά είχε αφιερωθεί. Το ό,τι πραγματικά τον αγάπησαν οι Ρεθεμνιώτες αποδεικνύεται από το γεγονός ότι για είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια τον τιμούσαν με την ψήφο τους και τον αναδείκνυαν δήμαρχό τους.

Αλλά και αυτό δεν υστέρησε στην ανταπόδοση αυτής της αγάπης προς τους αγαπημένους του συμπολίτες, με κορυφαία απόδειξη το γνωστό εκείνο επεισόδιο της κατοχής, που μοιάζει περισσότερο με ανέκδοτο παρά με ιστορία πραγματική. Του ζήτησε, λέγει, ο Γερμανός Διοικητής του Ρεθύμνου τα ονόματα όλων εκείνων που πήραν μέρος στη μάχη του Ρεθέμνους, προφανώς για να τους εκτελέσει. Και ο δήμαρχος, που ήταν δοσμένος ψυχή τε και σώματι στην προάσπιση της πόλης του και των δημοτών της, δεν χάνει ούτε στιγμή το θάρρος του και προτείνει στον Γερμανό Διοικητή κατάλογο όχι των ζώντων πολεμιστών της Μάχης της Κρήτης, στον χώρο του Ρεθύμνου, αλλά των πεθαμένων(!) Ρεθεμνιωτών, που στις πρώτες δηλαδή εκείνες μάχες είχαν πέσει πολεμώντας για την πατρίδα ηρωικά! Έφριξε ο Γερμανός Διοικητής όταν το έμαθε και διέταξε την άμεση αντικατάσταση του δημάρχου, αλλά ο καλός δήμαρχος είχε πράξει το καθήκον του στο ακέραιο απέναντι στους συμπολίτες του Ρεθεμνιώτες.

Το έργο του τώρα ως δημάρχου είναι μοναδικό. Αναφερόμαστε με συντομία στα κυριότερα από τα έργα του, που κυριολεκτικά άλλαξαν την όψη του Ρεθύμνου. Έτσι,

1. Δημιούργησε τον Δημοτικό μας Κήπο που είναι το λαμπρότερο από τα δημιουργήματά του.

2. Αναδάσωσε το φρούριο της Φορτέτσας και τους λοφίσκους του Εβλιγιά, Άι- Γιάννη, παπα- Πόρο και Τρυπητής. Ο δήμαρχος αυτός, γενικότερα, ηγήθηκε μιας πραγματικής σταυροφορίας για τον εξωραϊσμό και τη διάδοση τού πράσινου στο Ρέθυμνο.

3. Κατασκεύασε το αποχετευτικό και αντιπλημμυρικό έργο στο Καμαράκι.

4. Διαμόρφωσε σε πλατεία το κεντρικότερο σημείο της πόλης μας (το παλιό Μεϊντάνι και σημερινό Πλάτανο), που δικαιολογημένα, σήμερα, φέρει το όνομά του.

5. Κατασκεύασε δρόμους προς τα γύρω χωριά, ασφαλτόστρωσε τους δρόμους του Ρεθέμνους και προχώρησε στον πρώτο ηλεκτροφωτισμό τους.

6. Ο Δήμος συνέβαλλε ουσιαστικά στην αγορά και ανέγερση των Γυμνασίων Αρρένων και Θηλέων, των Δημοτικών Σχολείων Καμαρακιού και Σωχώρας, του Ορφανοτροφείου, της Χωροφυλακής, καθώς και της Σχολής Τεχνιτών.

 

 

Βιβλιογραφία

 

       Μελιγκουνάκης Ευάγγελος, Βενιζέλου Ανάβασις, Αθήνα 1955, 49.

Τσουδερός Γιάννης Ευθ., Αφιέρωμα στην Ιστορία της Κρήτης κ’ ειδικότερα του Ρεθύμνου, Ρέθεμνος 1995.

Παπαδάκης Κωστής Ηλ., «Τίτος Στυλ. Πετυχάκης», Κρητική Επιθεώρηση, 7-5-1999.

Γ.Π.Εκκεκάκη, Ρεθεμνιώτες που πέρασαν αφήνοντας ίχνη, Ρέθυμνο 4/8/2015 (προσωρινό τύπωμα).

Εφημ. Βήμα, φ. 9690/7-9-1977

Εφημ. Κέντρος, Αύγουστος 1992.  

Εφημ. Κρητική Επιθεώρηση, 6-9-1977, 8-9-1977, 7-9-1979, 13-9-1977.

Ν ι κ ό λ α ο ς Κ ο ύ ν ο υ π α ς Αγιογράφος, ιερέας και δάσκαλος * * * Στη μνήμη του αγαπητού φίλου Μανόλη Κούνουπα (1926- 2018)

 

Ν ι κ ό λ α ο ς   Κ ο ύ ν ο υ π α ς

Αγιογράφος, ιερέας και δάσκαλος

  

Στη μνήμη του αγαπητού φίλου

      Μανόλη Κούνουπα

         (1926- 2018)

 

Στις 26 Νοεμβρίου, πριν δύο χρόνια, έφυγε από κοντά μας για τη γειτονιά των αγγέλων ο γνωστός και σε όλους αγαπητός συμπολίτης Μανόλης Ι. Κούνουπας (εικ. 1), συνταξιούχος οδοντίατρος και λογοτέχνης. Θεωρώ τον εαυτόν μου ευτυχή που ο Μανόλης Κούνουπας με τίμησε με μια μακρά, ειλικρινή και αδιατάραχτη φιλία κατά τα τελευταία τριάντα, περίπου, χρόνια του επίγειου βίου του.

Εικ. 1. Μανόλης Ι. Κούνουπας 

Σήμερα η χαρά μου είναι απροσμέτρητα μεγάλη, γιατί με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δύο χρόνων από την ημέρα του θανάτου του, μου δίνεται η ευκαιρία ν’ αποτίσω, και πάλι, φόρο τιμής, το οφειλόμενο πνευματικό «αντίδωρο» για τον αγαπητό φίλο. Ο Μανόλης Κούνουπας ήταν ένας πραγματικά δημιουργικός, πρακτικός και εξαιρετικά αποτελεσµατικός και δημοκρατικός άνθρωπος, μεγαλωμένος στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο για τον τόπο και την ιστορία του, που, πέραν από την πρωτότυπη στη σύλληψή της και απλή στην παρουσίασή της ιστορική και πολιτιστική συγγραφική προσφορά του, παρουσίασε, είναι γεγονός, και προσέφερε και μιαν, εξίσου, εξαιρετικά πλούσια και καθάρια, πολυποίκιλων ενδιαφερόντων, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική δράση.

Πέραν της αγαστής συνεργασίας και στενότατης επικοινωνίας μας κατά τα χρόνια της μακρόχρονης αυτής φιλίας μας- στα οποία, όμως, αναφέρθηκα εκτενώς στην νεκρολογία μου επί τω θανάτω του πριν από δύο χρόνια, αλλά και στην ομιλία μου στην τιμητική προς αυτόν Ημερίδα στο Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνου (26/8/2019)- θα ήθελα, με το σημείωμά μου αυτό, ταπεινό κεράκι στην ιερή μνήμη του, να αναφερθώ συντόμως και σ’ ένα άλλο ειδικότερο θέμα, που τον ενδιέφερε απεριόριστα και τον κρατούσε σε συνεχή αγωνία, ώστε δεν έπαυε να μου το θίγει ανελλιπώς στα χρόνια αυτά της φιλίας μας.

Είχε, δηλαδή, τον καιρό εκείνο, «ανακαλύψει» ότι στην οικογένειά του υπήρχε ένας σημαντικός- όπως ο ίδιος μού τον αποκαλούσε- πρόγονος, ο αγιογράφος ιερέας και δάσκαλος Νικόλαος Κούνουπας (εικ. 2), που έζησε περί το έτος 1882 και για τον οποίο έτρεφε βαθιά συναισθήματα θαυμασμού και αγάπης. Τα συναισθήματα αυτά τον ωθούσαν διακαώς να επιθυμεί να ανεύρει στοιχεία προς ανάδειξή του. Το θεωρούσε τιμή και καμάρι του ότι στην οικογένειά του ανακάλυπτε έναν τόσο σημαντικό ιερωμένο πρόγονο, που είχε αφήσει ανεξίτηλο το όνομα της οικογένειας σε αρκετές αγιογραφίες του. Ίσως, θεωρώ, να συντελούσε σε αυτό και η από κάποιο σημείο και πέρα- κατά τα τελευταία αυτά τριάντα χρόνια του βίου του- ολοκληρωτική μεταστροφή της προσωπικότητάς του προς τον κόσμο των χριστιανικών και ηθικών αξιών, που την παρακολούθησα σαφώς να διαμορφώνεται στην καθόλα εξαίρετη προσωπικότητά του.

Εικ. 2. Νικόλαος Κούνουπας, ιερεύς, δάσκαλος και αγιογράφος

Μου είχε, μάλιστα, προσφέρει και ένα λεύκωμα με δέκα φωτογραφίες αγιογραφιών του Νικολάου Κούνουπα, που είχε τραβήξει ο ίδιος (τρεις από τις οποίες δημοσιεύω στο παρόν σημείωμά μου), με την παράκληση να προχωρούσα, αν ήταν δυνατόν, κι εγώ την έρευνα για τον λαμπρό πρόγονό του, για τον οποίο τόσο πολύ εσεμνύνετο. Έχοντας, όμως, άλλες εργασίες μπροστά μου, δεν τα κατάφερα, τελικά, να καταπιαστώ με το συγκεκριμένο «ζωγραφικό-αγιογραφικό» θέμα, που δεν ανταποκρινόταν, εξάλλου, με τα στενά και άμεσα συγγραφικά μου διαφέροντα.

Βρήκα πρόσφατα στο γραφείο μου το λεύκωμα αυτό με τις δέκα φωτογραφίες κι ένιωσα βαθιά μέσα μου την ανάγκη και το χρέος απέναντι στον φίλο- τώρα, με την ευκαιρία της επετείου του θανάτου του- να το βγάλω, έστω κι έτσι απλά (λόγω έλλειψης περισσοτέρων στοιχείων), από την αφάνεια στην οποία το είχα «καταδικάσει» όλα αυτά τα χρόνια και να δώσω στη δημοσιότητα τον «ηγαπημένον πρόγονον φίλου αγαπητού», όντας απόλυτα βέβαιος ότι από εκεί πάνω θα ευφρανθεί επί τούτω η ψυχή του. Ίσως, εξάλλου, για τους ειδικότερους περί την αγιογραφική τέχνη, η κίνηση αυτή να έχει κάποιο αποτέλεσμα προς ανακίνηση και συνέχιση της συγκεκριμένης έρευνας που άρχισε ο αείμνηστος φίλος και συνέχισε, είναι γεγονός, η, επίσης, αείμνηστη Κυριακή Εμμ. Παντελάκη- Τζιρίτα, στο βιβλίο της Ρουμελί, Ο ιερός ενοριακός Ναός Αγίας Ζώνης, Ρέθυμνο 2013.

Το σύνολο, σχεδόν, των στοιχείων που ακολουθούν αμέσως παρακάτω για τον αγιογράφο Νικόλαο Κούνουπα προέρχεται, βασικά, από τις ερευνητικές προσπάθειες του Μανόλη Κούνουπα και τα οποία μου είχε αποκαλύψει κατά τις συζητήσεις μας.      

«Θα ’ταν, μου είχε πει, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν σε επίσκεψη μου στο “Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών” επέδειξα φωτογραφίες εικόνων του Νικολάου Κούνουπα στην, τότε, Διευθύντρια του Μουσείου Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου, η οποία, αφού τις παρατήρησε με φανερό θαυμασμό κι αμέριστο ενδιαφέρον με ρώτησε σε ποια εκκλησία της Κρήτης βρίσκονται. Εγώ της απάντησα κι εκείνη με διαβεβαίωσε, ως ειδική πλέον επιστήμων, ότι δεν αμφιβάλλει για την αυθεντικότητά τους και ότι ταυτίζονται με τις ανεκτίμητες αγιογραφίες της Κρητικής Σχολής.

Έκτοτε, μου συμπλήρωσε, αποδύθηκα σε επίμονη αναζήτηση στοιχείων σχετικών με την εξιστόρηση της ζωής και της δημιουργίας ενός σύντομου βιογραφικού σημειώματος, του εξ αντικειμένου προικισμένου πατέρα Νικολάου Κούνουπα, αλλά και τόσο ταπεινού συνάμα, ώστε, εντυπωσιακό αυτό, να έχει παραμείνει στην απόλυτη αφάνεια.

        Αργότερα, μου συνέχισε, σε μιαν επίσκεψη- προσκύνημά μου στον ιερό ενοριακό ναό της Αγίας Ζώνης στο Ρουμελί έμεινα έκπληκτος, όταν τύχη αγαθή και πέραν πάσης προσδοκίας, εντόπισα σε πολλές εικόνες, το όνομα τού σημαντικού προγόνου μου, πατέρα Νικολάου Κούνουπα, ιερέως, από τον οποίον είχαν ιστορηθεί, όπως, εξάλλου, και η εικόνα της Υπαπαντής, η οποία βρίσκεται ως οικογενειακό μου κειμήλιο και ως πολύτιμο κληρονομικό απόκτημα κατ’ οίκον».

Εικ. 3. Ν. Κούνουπα, Η Σταύρωσις (1882)

 Πάντως, μετά από αυτά τα στοιχεία του φίλου Μ. Κούνουπα, αν θα μπορούσα σήμερα να εκφράσω κι εγώ την προσωπική μου άποψη, δεν θεωρώ (και είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό αυτό) ότι υπάρχει απόλυτη ομοιομορφία στις εικόνες του Ν. Κούνουπα στην απόδοση των θείων μορφών. Για παράδειγμα στην εικόνα της Σταύρωσης του Κυρίου (από τους ι. ναούς Ρουμελί και Σκεπαστής), ίσως, πράγματι, πρόκειται για Κρητική Σχολή (κατά την κ. Ποταμιάνου και αυτήν θα της επέδειξε, υποθέτω, ο Μ. Κούνουπας) (εικ. 3), αλλά άλλες εικόνες του θα μπορούσαμε, περισσότερο, να τις χαρακτηρίσουμε ως λαϊκότροπες με έναν χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό συγκερασμό παραδοσιακού, σε ό,τι αφορά στη θεματολογία και τη σύνθεση και δυτικού σε ό,τι αφορά στην απόδοση των παραστάσεων (εικ. 4), που μας θυμίζουν, νομίζω, εικόνες του γνωστού Ρεθυμνίου αγιογράφου του μητροπολιτικού μας ναού, της ίδιας εποχής, Αντώνιου Χατζή Γ. Βεβελάκη (εικ. 5).

Εικ. 4. Ν. Κούνουπα, Η αγία Βαρβάρα (1885)

Εικ. 5. Ν. Κούνουπα, ο άγιος Χαραλάμπης (1882)

Εικόνες προερχόμενες από τον χρωστήρα του Νικολάου Κούνουπα υπάρχουν σήμερα στον ι. ναό της Αγίας Ζώνης, στο Ρουμελί Μυλοποτάμου (ο Παντοκράτωρ, τα Εισόδια της Θεοτόκου  και ο άγιος Χαράλαμπος του τέμπλου), καθώς και όλο το δωδεκάορτο. Τις εικόνες αυτές έχει καταγράψει επιμελώς η Κυριακή Εμμ. Παντελάκη- Τζιρίτα, στο βιβλίο της που προαναφέραμε, όπου παρατίθεται και σύντομο βιογραφικό και σπάνια φωτογραφία του αγιογράφου (την οποία δημοσιεύουμε κι εμείς), προσφορά της εγγονής του Ειρήνης Κούνουπα. Όλες οι εικόνες είναι ενυπόγραφες και με ημερομηνία ιστόρησής τους (1882).

Εικόνες του Ν. Κούνουπα υπάρχουν, επίσης, και στην ενορία του χωριού Σκεπαστή (Ζωοδόχος Πηγή, άγιος Γεώργιος, άγιος Νικόλαος, Σταύρωση), καθώς και στην Ι. Μ. Ατάλης Μπαλή, στο Γαράζο, στα Πλευριανά και στο Μελιδόνι.


Κλείνουμε το σημείωμά μας αυτό με την ευκαιρία ανάμνησης του καλού φίλου Μανόλη Κούνουπα, ευχόμενοι και προσευχόμενοι όπως ο Κύριος αναπαύσει την ψυχή του και η μνήμη του να είναι αιωνία!

Οι Πετυχάκηδες του Αγαλλιανού * * * Μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων

 

               Οι Πετυχάκηδες του Αγαλλιανού

Μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


                     Εισαγωγικό Σημείωμα

      Από τις μεγαλύτερες οικογένειες του Αγαλλιανού, Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, είναι οι Πετυχάκηδες, που, χωρίς αμφιβολία, όλοι τους, όπου κι αν βρίσκονται σήμερα, από το χωριό αυτό έλκουν την καταγωγή τους. Το χωριό παλιά, όταν βρισκόταν στην ακμή του, αποτελούνταν από δύο συνοικισμούς· τον Κάτω, που είναι και ο κυρίως Αγαλλιανός και τον Πάνω, που, ανέκαθεν και χωρίς καμία εξαίρεση, κατοικούνταν από Πετυχάκηδες. Αυτός ο «Πάνω» συνοικισμός, λέγεται ειδικότερα «Πάνω-Μετόχι» και είναι χτισμένος στη άκρη του λοφίσκου που ακούγεται Τσερόνι. Εδώ βρισκόταν ο λεγόμενος «συνοικισμός των Πετυχάκηδων» με την εκκλησία του, τον Άη Γιώργη, που προοριζόταν ειδικά για τις ανάγκες της συγκεκριμένης οικογένειας. Οι Πετυχάκηδες τ’ Αγαλλιανού ήταν, κυρίως, κτηνοτρόφοι αιγοπροβάτων.

       Να σημειωθεί, ακόμα, ότι οι Πετυχάκηδες τ’ Αγαλλιανού δεν παντρεύονταν μεταξύ τους. Οι γυναίκες τους ήταν ξένες και, συνήθως, από μακρινά χωριά. Ψηλόσωμοι άνθρωποι, γεροδεμένοι, άψογοι στις κοινωνικές τους σχέσεις και υποχρεώσεις, ανέδειξαν ανάμεσά τους πολλούς και αξιόλογους διανοούμενους που, χαρακτηριστικό κι αυτό, όλοι τους έλκουν την καταγωγή τους από τον Αγαλλιανό, αλλά κανείς τους δεν γεννήθηκε ο ίδιος στο χωριό αυτό, αλλά στους τόπους όπου διέμεναν οι γονείς τους. Χαρακτηριστικό, ακόμα, ότι όλοι, γενικά, οι Πετυχάκηδες, εκτός μιας και μοναδικής περίπτωσης (του Παντελή Πετυχάκη), υπήρξαν φιλελεύθεροι ως προς την πολιτική τους τοποθέτηση και ένθερμοι υποστηρικτές του Βενιζέλου στο κίνημα της Θεσσαλονίκης.

       Παρουσιάζουμε, στο σημείο αυτό, πίνακα του συνόλου, υποθέτω, των Πετυχάκηδων τού εν λόγω χωριού, που έπαιξαν κάποιο ρόλο στην κοινωνία του Ρεθέμνους.

1.  Πετυχάκης Λεωνίδας

2.  Πετυχάκης Μάρκος

3.  Πετυχάκης Στέλιος

4.  Πετυχάκης Παντελής Μάρκου

5.  Πετυχάκης Ευάγγελος Παντελή (δικηγόρος)

6.  Πετυχάκης Τίτος Στυλιανού (δικηγόρος, δήμαρχος)

7.  Πετυχάκης Χαράλαμπος

8.  Πετυχάκης Εμμανουήλ

9.  Πετυχάκης Κωνσταντίνος Εμμανουήλ

10.            Πετυχάκης Μίνως Εμμανουήλ

11.            Πετυχάκης Χαρίλαος

12.            Πετυχάκη Ιουλία (σύζυγος Κων. Πετυχάκη)

Από αυτούς, στη συνέχεια, και μέσα από μια σειρά σύντομων βιογραφικών σημειωμάτων, θα παρουσιάσουμε τους περισσότερο σημαντικούς.

Βιβλιογραφία

1.  «Οι Πετυχάκηδες του Άη-Βασίλη», Κρητική Επιθ/ση 7.4.79.

2.  Γιάννης Ευθ. Τσουδερού, Αφιέρωμα στην ιστορία της Κρήτης κ’ ειδικότερα του Ρεθύμνου 1536 ως 1924, Ρέθεμνος 1995, σ. 87 και αλλού.

3.  Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ρέθυμνο 1900- 1950, Ρέθυμνο 2010.

 


"Οι λαβωμένες εκκλησίες της Σάμου περιμένουν την αγάπη σου"

Από αγαπητό και εκλεκτό σαμιώτη φίλο, Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Θράκης, λάβαμε το παρόν μήνυμα που θεωρήσαμε σκόπιμο να το αναρτήσουμε και από τις "Ρεθεμνιώτικες Αναδρομές"   

Οι ναοί και οι μονές της Σάμου, πληγωμένες από τον σεισμό της 30ής Οκτωβρίου, καθώς κινδυνεύουν από καταστροφή, ζητούν την συμπαράστασή μας. Δεν πρέπει να τις αφήσουμε να χαθούν, γιατί μαζί τους θα σβήσει το μεγαλύτερο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.

Δείτε το βίντεο στον παρακάτω σύνδεσμο, όπου θα δείτε και τους λογαριασμούς όπου μπορείτε να καταθέσετε, αν θέλετε, τη βοήθειά σας.

Και η παραμικρή προσφορά είναι αναγκαία, ακόμη και το 1 ευρώ, και θα αποτυπώσει την στήριξή μας στην πολιτιστική κληρονομιά της Σάμου, που κινδυνεύει να αφανιστεί.

Σας παρακαλώ επίσης να διαδώσετε το μήνυμα αυτό αναρτώντας το ή στέλνοντάς το σε δικούς γνωστούς και φίλους.

Η πολιτιστική παράδοση της Σάμου θα διασωθεί όχι μόνο με το περίσσευμα των λίγων, αλλά και με το υστέρημα των πολλών.

 

https://www.youtube.com/watch?v=mDX4RjED5Rs


Η σωτηρία από τον άγιο Δημήτριο του Κεραμέ Αγίου Βασιλείου και βέβαια της Θεσσαλονίκης

 

Η σωτηρία από τον άγιο Δημήτριο

του Κεραμέ Αγίου Βασιλείου

και βέβαια της Θεσσαλονίκης

 

   Κωστή Ηλ. Παπαδάκη

              www.ret-anadromes.blogspot.com

         Στον απόηχο της εορτής του Αγίου Δημητρίου καταγράφουμε την παρούσα θαυματουργική μαρτυρία που επικαλούνται οι κάτοικοι του χωριού Κεραμέ, δήμου Αγίου Βασιλείου, Ρεθύμνου, προκειμένου να εξηγήσουν τρεις ιστορικοθρησκευτικές πραγματικότητες του χωριού τους σε σχέση με τον άγιο Δημήτριο. α) το γεγονός ότι τα Κεραμέ ποτέ δεν γνώρισαν μόνιμη τουρκική κατάκτηση β) το γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος έχει καθιερωθεί σε πολιούχο Άγιο του χωριού και γ) τη θέση όπου έχει κτιστεί ο κεντρικός αυτός ιερός ναός του χωριού.

Ο ναός του αγίου Δημητρίου (1891), στο Πάνω Χώρι, με το περίτεχνο καμπαναριό τού Μ. Σαβοργίνη.

 Έτσι, πρώτα- πρώτα το γεγονός ότι τα Κεραμέ δεν γνώρισαν ποτέ μόνιμη κατάκτηση από τους Τούρκους αποδίδεται –όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι– εκτός από την απόμερη, στην Πίσω Γιαλιά, και, ως εκ τούτου, ασφαλή του χωριού θέση και σε θαύμα του αγίου Δημητρίου, τού και προστάτη έκτοτε και πολιούχου του χωριού Αγίου λογιζομένου. Καταγράφουμε το συγκεκριμένο θαύμα, όπως μας το διηγήθηκε προ ετών η κ. Ανδρονίκη Αλεβυζάκη, κάτοικος Κεραμέ.

 Κάποτε, λέγει, ένα τούρκικο ασκέρι κατευθυνόταν για να καταλάβει τα Κεραμέ. Όταν, όμως, έφτανε στη θέση «Φανταχτό Χαράκι» (να έχει, άραγε, το τοπωνύμιο σχέση με το γεγονός που θα διηγηθούμε;), το μουλάρι τού επικεφαλής τού αγήματος Τούρκου αξιωματικού τυφλώθηκε και αναγκάστηκε να σταματήσει. Δεν προχωρούσε ούτε βήμα από το σημείο εκείνο! Οι Τούρκοι στρατιώτες, τότε, λέγεται ότι είδαν ένα μεγάλο πλήθος στρατού με επικεφαλής έναν αγέρωχο καβαλάρη, στο μέρος όπου σήμερα βρίσκεται ο ναός του αγίου Δημητρίου, δηλαδή εκεί στο έμπα, από το πάνω μέρος του χωριού. Ο καβαλάρης, που ήταν επί κεφαλής του αγήματος των χριστιανών, κρατούσε, διηγούνται, λαμπρό λάβαρο στο αριστερό του χέρι κι αστραφτερό δόρυ στο δεξί. Οι Τούρκοι, μόλις τα είδαν αυτά, φοβήθηκαν· άλλαξαν πορεία και κατευθύνθηκαν πάνω από το ύψωμα Κέραμος, στα βόρεια του χωριού, όπου, μέχρι και σήμερα, στην επιφάνεια θεόρατου βράχου, δείχνεται το αποτύπωμα από το πέταλο του μουλαριού του σερασκέρη.

 Την ίδια ακριβώς στιγμή που συνέβαιναν όλα αυτά, οι Κεραμιανοί βρισκόντουσαν στην εκκλησία του αγίου Παντελεήμονα, στη μέση του χωριού, και με δάκρυα στα μάτια προσεύχονταν στον Θεό, για να τους σώσει από το κακό που έβλεπαν να τους περικυκλώνει. Ο καβαλάρης με το άλογο, το λάβαρο, το ακόντιο και το πλήθος του στρατού γύρω του, που οι Τούρκοι έβλεπαν να τους περιμένει εκεί στην είσοδο του χωριού, τελικά, αποδείχτηκε ότι ήταν ένα καθαρό θαύμα που οι Κεραμιανοί το πληροφορήθηκαν αργότερα από έναν Τούρκο στρατιώτη, που και ο ίδιος τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε, αλλά και συγκλονίστηκε βλέποντάς το ολοζώντανο μπροστά του, ώστε ο Θεός επέτρεψε να γίνει μάρτυρας του, να πιστέψει σ’ Αυτόν και να βαφτιστεί στη συνέχεια χριστιανός.

 Το θαύμα αποδόθηκε στον στρατιωτικό άγιο Δημήτριο, τον προστάτη έκτοτε και πολιούχο του χωριού. Έτσι εξηγούν οι Κεραμιανοί την ύπαρξη στο σημείο αυτό του περικαλλέστατου κεντρικού ναού του αγίου Δημητρίου (1891), με το θαυμάσιας τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο, εκεί ακριβώς, στην είσοδο του χωριού τους, αλλά και την απεριόριστη τιμή κι ευλάβεια που από τότε απονέμουν στον νεαρό στρατιωτικό Άγιο, που ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της αντρειοσύνης και της παλληκαριάς.

Ο άγιος Δημήτριος (1894), ντυμένος με στρατιωτική στολή, ενώ σκοτώνει τον Σκυλογιάννη. 

 Κάπως έτσι, ως προστάτης πόλεων και χωριών θεωρείται πάντα ο άγιος Δημήτριος. Στις εικόνες του, ειδικότερα, εμφανίζεται με το μακρύ δόρυ του να σκοτώνει τον πολεμοχαρή ηγεμόνα των Βουλγάρων Ιωαννίτζη (1197- 1207), που οι Βυζαντινοί από “Καλογιάννη” τον αποκαλούσαν “Σκυλογιάννη”. Ο θάνατός του επήλθε ενώ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη το 1206/7, εκμεταλλευόμενος την τρικυμιώδη κατάσταση που γνώρισε το Βυζάντιο μετά την άλωση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους το 1204. Όμως, το έτος 1207 και ενώ ο Ιωαννίτζης ήταν έτοιμος να εισβάλει στη Θεσσαλονίκη πέθανε αιφνιδίως από πλευρίτιδα, «θεόσταλτη», όπως ακούστηκε, ασθένεια, γιατί είχε δει στο ύπνο του κάποιον ένοπλο να τον χτυπά με το δόρυ του στα πλευρά. Ήταν ο άγιος Δημήτριος, που γι’ αυτό αποκαλείται από τον υμνωδό της Εκκλησίας ως «ὁ μέγας φρουρός τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ρύστης ἐν τοῖς κινδύνοις ὁ ἐξαίρετος, πρόμαχος ὁ κράτιστος» (Κανών δεύτερος), ενώ και σε έναν άλλο Κανόνα, που συνέθεσε ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο άγιος Δημήτριος φέρεται να λέει προς την προστατευόμενή του πατρίδα: «…μη φοβοῦ οὖν πατρίς μου, ἐμέ κατέχουσα∙ τους ἐχθρούς σου γάρ πάντας πατάξω ἐν Χριστῷ και φυλάξω σε τήν τιμῶσάν με».

Να σημειωθεί ότι και η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, το 1912, με την ημέρα της γιορτής του Αγίου συνέπεσε, την 26η Οκτωβρίου. Το παράδοξο, όμως, σε όλα αυτά είναι ότι το βουλγαρικό έθνος τίμησε τρομερά τον άγιο Δημήτριο και τον θεώρησε προστάτη του κι εμψυχωτή του κατά την τουρκοκρατία. Τον άγιο αυτόν που, κατά τους Βυζαντινούς, έβαλε τέρμα στη βασιλεία του δικού τους βασιλιά, του Ιωαννίτζη, πάνω στην ορμή του να κατακτήσει την πολυπόθητη για τους ίδιους «Νύμφη του Θερμαϊκού».


Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης * * * Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ο Ερημίτης και Ομολογητής

 


            Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ

ο Ερημίτης και Ομολογητής

[Έκδοση Ι. Μ. Κουδουμά, Αθήνα 2020, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 264]

 

            Κωστής Ηλ. Παπαδάκης             

             http://ret-anadromes.blogspot.com

 

   Ο κ. Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, χρόνια τώρα ασχολείται συγγραφικά και με αξιοσημείωτο, ομολογουμένως, ζήλο για την ανάδειξη της διαχρονικής Ιστορίας του τόπου του, των Αστερουσίων, μιας περιοχής παρθένας με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, μεγάλη παράδοση και λαμπρά ιστορία, που αποτέλεσε την πόρτα εισόδου του μοναχισμού από την αρχική του κοιτίδα, την Αίγυπτο, αρχικά στον ελλαδικό και στη συνέχεια και στον πανευρωπαϊκό χώρο. Απ’ εδώ (από τους Καλούς Λιμένες, τόπο βιβλικό) πέρασε, ως γνωστόν, και διαχείμασε ο θείος των Εθνών Απόστολος κι εδώ, στις απόκοσμες κορυφές και στ’ απομονωμένα αστερουσιανά σπήλαια, βρήκε καταφύγιο ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπου το πρώτον υιοθέτησε τον τύπο της νοεράς προσευχής, αλλά και ανέδειξε προς στήριξη της ορθόδοξης πίστης του κρητικού λαού την αντιρρητική θεολογία σε μια κορυφαία στιγμή της που σημαδεύτηκε από τον περίφημο λόγιο ιερωμένο και αριστοτελικό φιλόσοφο Ιωσήφ Φιλάγρη (1360 έως 1393), του οποίου τη δράση, το έργο και τον φιλοσοφικό στοχασμό ο κ. Καλοχριστιανάκης παρουσίασε με προηγούμενη συγγραφή του, υπό τις ευλογίες της τοπικής Εκκλησίας των Γορτυνίων, έκδοση και αυτό της Ι. Μονής Κουδουμά.

   Τώρα, με το παρόν πόνημά του, υπό τον τίτλο: «Ο άγιος Κοσμάς ο Ερημίτης και Ομολογητής», ο κ. Καλοχριστιανάκης ασχολείται με τον εν λόγω Άγιο, με αφορμή την επιστροφή στην Κρήτη, από το μοναστήρι τού αγίου Γεωργίου του Μείζονος στη Βενετία, μέρους των λειψάνων του, τον Οκτώβριο του 2018, μετά από 960 χρόνια (εικ. 1).

Εικ. 1. Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου Μείζονος Βενετία

   Η επιστροφή αυτή, που σημάδεψε τη ζωή της Εκκλησίας της Κρήτης, ενθυμίζει την ανάλογη της επιστροφής, στον ομώνυμο ναό στο Ηράκλειο, της σεπτής Κάρας του αγίου Τίτου του Πρωτόθρονου, στις 15 Μαΐου 1966 κι έγινε μετά από έγκριση της Ρ/Καθολικής Πατριαρχικής Εκκλησίας της Βενετίας και των Ιταλικών αρχαιολογικών αρχών.

  Η ενέργεια αυτή, στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και έγινε σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, χάρη στις καταβληθείσες προσπάθειες του φιλίστορος Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου, αλλά και της Ι.Μ.Κουδουμά, που με απόλυτη επιστημοσύνη απέδειξε, μέσα από τα λιγοστά συναξάρια του Αγίου που υπάρχουν σε λατινικά κείμενα της παλαίτυπης σειράς «Acta Sanctorum», ότι το σπήλαιο άσκησής του ανήκει στην περιφέρεια της Ι.Μ. Κουδουμά. Μάλιστα, στο σπήλαιο αυτό, γνωστό υπό το δηλωτικό όνομα «Αββακόσπηλιος» [αβ(β)άς= πατέρας, με τη μοναχική έννοια], τα τελευταία χρόνια, η εν λόγω Μονή ευλαβώς τιμά και γεραίρει τον Άγιο (εικ. 2).

Εικ. 2. Άποψη από το εσωτερικό του Αββακόσπηλιου, που έχει μεταμορφωθεί σε ναό του αγίου Κοσμά του Ερημίτη και Ομολογητή.

   Στο παρουσιαζόμενο βιβλίο μετά την ευλογία και τον χαιρετισμό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου, το Προλογικό Σημείωμα του Ηγουμένου της Ι. Μονής Κουδουμά κ. Μακαρίου και τον Πρόλογο του Καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Κωνσταντίνου Ανδρουλιδάκη, ακολουθούν τα «Προλεγόμενα» του Συγγραφέα, όπου με κάθε λεπτομέρεια εκθέτει τις δυσκολίες που συνάντησε κατά την έρευνά του περί τον βιογραφούμενο Άγιο, που, απ’ ό,τι φαίνεται, «περνά όλως απαρατήρητος από το σύνολο των Ορθοδόξων συναξαριστών». Οπότε, η προσπάθειά του στάθηκε εξαιρετικά δύσκολη και στράφηκε, κατ’ ανάγκην, προς άλλες πηγές, παράπλευρες, άντλησης πληροφοριών, περί τον εξαϋλωμένο και σχεδόν άσαρκο, όπως λίαν επιτυχώς τον περιγράφει, ασκητή, με τη μακριά ολόλευκη βιβλική γενειάδα.

 Έτσι, με το προαναφερθέν βιβλίο του «Ο Ιωσήφ Φιλάγρης και τα Αστερούσια»- που μου έκανε την τιμή να το παρουσιάσω σε εκδήλωση της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας πριν δύο χρόνια- με το βιβλίο του λέγω αυτό, ο κ. Καλοχριαστιανάκης κατάφερε, το πρώτον, να μελετήσει ενδελεχώς και «αρόσει» απ’ άκρου εις άκρον την έκταση των Αστερουσίων, στην οποία βρήκε ασφαλές καταφύγιο ο ορθόδοξος μοναχισμός. Τότε του δόθηκε η ευκαιρία μέσω του λόγιου ιερωμένου Φιλάγρη να εντοπίσει, ίσως, εγγύτερα και πληρέστερα και τα βήματα και τη μορφή και του άλλου ασκητή και διδασκάλου της αστερουσιανής γης, του Αγίου Κοσμά. Στα πρώτα αυτά στοιχεία προστέθηκαν, στη συνέχεια, και κάποια άλλα που είχε την καλοσύνη να του εγχειρίσει ο πανοσιολ. Αρχιμανδρίτης της Ι. Μ. Κουδούμα π. Ιλαρίων, που υπήρξε από τους πρώτους που ψηλάφησαν βιβλιογραφικά τη μορφή του Αγίου και, βάσει αυτής, και τον εξεικόνισαν ζωγραφικά, με την εικόνα αρίστης έμπνευσης και τεχνικής που κατακοσμεί το εξώφυλλο του παρουσιαζόμενου βιβλίου.

 Πρόκειται, πάντως, για μεμονωμένες αναφορές, που και πάλι δεν παρέχουν επαρκή για τον βίο και την πολιτεία του Αγίου στοιχεία, ώστε ο Άγιος να συνεχίζει να θεωρείται παντελώς άγνωστος «τοις ανθρώποις και γνωστός τω θεώ μόνω». Άγνωστος στους συναξαριστές και στα Αγιολόγια της Ορθοδόξου και Ρ/Καθολικής Εκκλησίας και ελάχιστα γνωστός σε κάποια μόνον αγιολόγια και Μαρτυρολόγια της τοπικής Εκκλησίας της Βενετίας, στα οποία ανεγράφη ο βίος του από Λατίνους βιογράφους, μετά την αρπαγή του τιμίου λειψάνου του το έτος 1058. Μέσα, μάλιστα, από αυτά καθιερώθηκε να τιμάται η μνήμη του στις 24/9, τοπικά, από την Πατριαρχική Εκκλησία της Βενετίας (εικ. 3).

Εικ. 3. Η λάρνακα του Αγίου στον ελληνικό Ναό του Αγίου Γεωργίου Βενετίας και η επανακομιδή μέρους των λειψάνων του.

  Από μεταφράσεις των λατινικών αυτών αγιολογικών κειμένων ως χρονολογία του θανάτου του προσδιορίζεται το έτος 658. Τα προσωνύμια, περαιτέρω, που του αποδόθηκαν «Ερημίτης» και «Ομολογητής» είναι σαφώς δηλωτικά της προσωπικότητας και του ασκητικού, το πρώτο, τρόπου ζωής του Αγίου στο πραναφερθέν, παρά την Ι. Μονή Κουδουμά, παράλιο σπήλαιο και το δεύτερο (Ομολογητής) των διώξεων και της εξορίας που υπέστη από την άγνωστη πατρίδα του, λόγω της αφοσιώσεώς του στην Ορθοδοξία, αγωνιζόμενος σθεναρά και με αυταπάρνηση κατά της κρατούσας, τον καιρό εκείνο, μονοθελητικής έριδος. Έτσι, ο Άγιος βρέθηκε απομονωμένος στα απρόσιτα αστερουσιανά σπήλαια, όπου και απέθανε και ετάφη.

  Ο συγγραφέας κ. Ζ. Καλοχριστιανάκης, παρά την ικανότητά του να συνομιλεί και να συνδιαλέγεται- όχι μόνο τώρα αλλά και με τα άλλα βιβλία του - με τα πρόσωπα και με την πρόσφατη και απώτερη του τόπου του ιστορία, αντιλαμβάνεται ότι η συγγραφή του αφήνει πολλά κενά και βασικά αναπάντητα ερωτήματα ως προς τον τόπο καταγωγής του Αγίου, τις ειδικότερες χρονολογίες της ζωής του, τον ακριβή τόπο ασκήσής του, του διδακτικού έργου του κ.λπ. Αντιλαμβάνεται, επί πλέον, ότι η έλλειψη των βασικών αυτών στοιχείων και πληροφοριών στερεί την εργασία του από το αναμφισβήτητο κύρος κάθε αξιόπιστης ιστορικού ενδιαφέροντος μελέτης και σεμνοπρεπώς καταθέτει ότι η ουσιαστική προσφορά του, τελικά, είναι να κεντρίσει το ενδιαφέρον του μελλοντικού ερευνητή ή, ακόμα καλύτερα, να παρακινήσει τα ιστορικά και θεολογικά τμήματα των πανεπιστημίων της Χώρας μας προς ανάθεσιν σχετικής διπλωματικής ή διδακτορικής διατριβής, προς περαιτέρω έρευνα και εμβάθυνση του θέματος.

 Συγχαίρουμε τον φίλο κ. Ζ. Καλοχριστιανάκη, που με μια τόσο φιλόπονη- όπως η παρουσιαζομένη με το σημείωμά μας αυτό- εργασία άνοιξε, έστω, τον δρόμο σε μια τόσο σπουδαία έρευνα κρητικού αγιολογικού ενδιαφέροντος. Πολύτιμη, στην τετράγλωσση έκδοση της μελέτης (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά) και η δημοσίευση, «εν παραρτήματι», της ελληνικής μετάφρασης του λατινικού βίου του Αγίου Κοσμά και σύνολης της επίσημης αλληλογραφίας της Εκκλησίας της Κρήτης με την Εκκλησία της Βενετίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανακομιδή μέρους των λειψάνων του Αγίου Κοσμά. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται από τις λαμπρές εκδηλώσεις της επιστροφής. Όλα παραδίδονται, κατά τον συγγραφέα στον λαό της Κρήτης και στον ιστορικό του μέλλοντος «ως κτήμα ες αεί, ίνα μη τω χρόνω εξίτηλα γένηται».         

     Ο κ. Ζαχαρίας Δ. Καλοχριστιανάκης είναι αληθινά άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και, μάλιστα, των Αστερουσιανών για το περίσσευμα της αγάπης του και για το περισπούδαστο και κεφαλαιώδους σημασίας έργο του για τον τόπο του και την Κρήτη γενικότερα, απόρροια της αγάπης του και των συστηματικών κι ενδελεχών ερευνών του στον χώρο της κρητικής, εκκλησιαστικής και πολιτικής ιστορίας.