ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ



ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΠΗΣ

                                               1. ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ[1]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

    Παραθαλάσσιο χωριό της πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου (σήμερα δήμου Λάμπης), 61 χιλιόμ. από το Ρέθυμνο, στον κόλπο της Μεσαράς, στα νότια του νομού Ρεθύμνου, με 1259 κατοίκους κατά την τελευταία απογραφή του 2001. Σημαντικό τουριστικό κέντρο στη Λυβική θάλασσα, για την ειδυλλιακή θέση στην οποία βρίσκεται και τις θαυμάσιες παραλίες της.
    Στη θέση του σημερινού οικισμού κατά την αρχαιότητα υπήρχε παραθαλάσσιος οικισμός με το όνομα Σουλία ή Σούληνα ή Σουλή(έ)να, πού ήταν το λιμάνι της αρχαίας Συβρίτου- παρά το σημερινό χωριό Θρόνος τής επαρχίας Αμαρίου- και μία από τις εκατό πόλεις της ομηρικής Εκατόμπολης. Η αρχαία πόλη εντοπίζεται σε λόφο 500 μ. ΝΑ του χωριού. Στον τόπο αυτόν ανθούσε η λατρεία της Αρτέμιδος[2] και, οπωσδήποτε, σημειώνει η αρχαιολόγος Guarducci, θα υπήρχε και ναός της θεάς αυτής, του οποίου σώζονται δυο μονολιθικές κολόνες από αιγυπτιακό γρανίτη, απέναντι από τον ναό των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων[3].
    Διάφορα λείψανα της αρχαίας Σουλίας έφτασαν μέχρι τις μέρες μας και έχουν κατά καιρούς ανεβρεθεί, όπως υπολείμματα οικιών ΝΑ και ΒΑ του παλιού νεκροταφείου. Ο Pendleburi[4], αναφέρει ότι στο Μουσείο του Ηρακλείου εκτίθεται λύχνος από την αρχαία Σουλία, ενώ στον κόλπο της Αγίας Γαλήνης, ΝΔ του Κόκκινου Πύργου (θέση Κακόσκαλο), το 1937, ανακαλύφθηκε από τον Έφορο αρχαιοτήτων Νικ. Πλάτωνα- και ύστερα από υποβρύχια έρευνα- ναυάγιο ρωμαϊκού πλοίου, του 3ου μ. Χ. αιώνα, από το οποίο ανασύρθηκε ολόκληρος θησαυρός από χάλκινα αντικείμενα, προτομές, ειδώλια, λύχνους κτλ., που εκθέτονται σήμερα στο Μουσείο Ρεθύμνου. Ο Ν. Πλάτων, ύστερα από εντατική έρευνα, περισυνέλεξε 260 χάλκινα νομίσματα, που καλύπτουν ιστορία τριών αιώνων, των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Δεκίου, Γορδιανού και Φιλίππου, ένα αγαλμάτιο της Αφροδίτης, ένα άλλο του έρωτα, προτομή της Δήμητρας, βάσεις ειδωλίων κτλ. Ο Σ. Μαρινάτος ισχυρίστηκε ότι το φορτίο ανήκε σε κάποιον έμπορο, αλλά ο Θεοφανίδης πίστευε ότι μεταφερόταν από πειρατές[5]. Επίσης, στο κέντρο του χωριού ανασκάφηκαν πρόσφατα δυο τάφοι των Υστερορωμαϊκών χρόνων. Στους Σταδιασμούς, τέλος, αναφέρεται η φράση: «Από Ματάλης εις Σουλίαν στάδιοι ξε΄ (65) ακρωτήριον έστι καλόν ανέχον προς μεσημβρίαν. λιμήν εστί καλόν ύδωρ έχει». Όλα μαζί τα παραπάνω πιστοποιούν με βεβαιότητα την ύπαρξη της αρχαίας πόλης Σουλίας.
    Ο ποταμός Αμαριανός ή Πλατύς[6] και στην αρχαιότητα ποταμός Ηλέκτρας, που πηγάζει από τον Ψηλορείτη και εκβάλλει κοντά στο χωριό, αναφέρεται σε παλιούς χάρτες ως Santo Galini fiume. To 1415 o Cristof. Buondelmonti επισκέφθηκε το μοναστήρι της Αγίας Γαλήνης, τον Άγιο Γαλήνη (hodie Galenum Sanctum), όπως τον ονόμαζαν τότε. Πρόκειται για τη μονή του Γαλήνιου Χριστού (= ο Χριστός η γαλήνη τής ψυχής των ανθρώπων), που είναι στη θέση Ποταμίδα, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Παναγίας και το νεκροταφείο του χωριού. Οι καλόγεροι του μοναστηριού έδειξαν στον φλωρεντινό ιερέα, Cristof. Buondelmonti, ένα υδραγωγείο, που κατέβαινε από ψηλά, όπως και πέτρινους κίονες όλων των χρωμάτων. Αυτή η πόλη, που δεν είχε λιμάνι, ήταν κτισμένη κοντά σε ένα ρεύμα ποταμού (προφανώς του Ηλέκτρα, παρά τον οποίο ήταν κτισμένη κατά την αρχαιότητα η Σουλία, δείγματα της οποίας μας παρουσιάζει εδώ ο Cristof. Buondelmonti)[7].

Φωτό: Αγία Γαλήνη- το λιμάνι

    Μετά το έτος αυτό, 1415, δεν υπάρχουν στοιχεία για το μοναστήρι το Γαλήνιου Χριστού. Η καταστροφή του αποδίδεται σε πειρατικές επιδρομές, που έγιναν λίγες δεκαετίες μετά την παραπάνω χρονολογία επίσκεψης στο μοναστήρι τού Buondelmonti.
    Τη λατρεία της Αρτέμιδος διαδέχτηκε, λοιπόν, στα κατοπινά χρόνια η χριστιανική λατρεία. Στα ερείπια του ναού της Αρτέμιδος κτίστηκε, αργότερα- πιθανόν στη β΄ Βυζαντινή περίοδο- η εκκλησία του Γαλήνιου Χριστού, που- όπως σημειώσαμε και παραπάνω- επισκέφτηκε στα 1415 ο Χριστ. Μπουοντελμόντι. Συνεπώς από τη μονή του Γαλήνιου Χριστού πρέπει να προέρχεται και το όνομα του σημερινού οικισμού, που γι’ αυτό πρέπει, πιο σωστά, να λέγεται Άγιος Γαλήνης[8].
    Υπάρχει ενδιαφέρουσα λαϊκή παράδοση, που προσπαθεί να ερμηνεύσει την ονομασία του οικισμού, από την ύπαρξη στο χωριό της εκκλησίας- μονής του Γαλήνιου Χριστού. Την κτήση της η παράδοση αυτή ανάγει στους Βυζαντινούς χρόνους και διηγείται σχετικά την παρακάτω ενδιαφέρουσα ιστορία. η Ευδοκία, σύζυγος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Β΄ (408- 450) κατηγορήθηκε στον αυτοκράτορα, από την αδελφή του Πουλχερία, για δήθεν συζυγική απιστία. Φούντωσε το μίσος και η οργή του Θεοδοσίου για την αγαπημένη του σύζυγο, για την οποία είχε μέσα του θρέψει το μύθο της πιο τέλειας στην ψυχή και το πνεύμα γυναίκας. Δεν το άντεξε και, κυριευμένος από το πάθος της συζυγικής ζήλιας, πήρε την άδικη απόφαση να την εξορίσει όσο το δυνατόν μακρύτερα, στην Αφρική. Το ιστιοφόρο πλοίο που την οδηγούσε στον μακρινό τόπο της εξορίας της, περνούσε, κάποια στιγμή, από τη θαλάσσια περιοχή της σημερινής κοινότητας Αγίας Γαλήνης. Συνάντησε, όμως, μεγάλη θαλασσοταραχή και αναγκάστηκε να προσαράξει στον εδώ ασφαλή όρμο, τον, έκτοτε- κατά την χαρακτηριστική φράση της βασίλισσας- «αεί γαλήνη»(= πάντοτε γαλήνιο). Από εδώ, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παράδοση, προήλθε και το όνομα «Αϊ-Γαλήνης».
    Σύμφωνα με άλλη παράδοση, που συνεχίζει την προηγούμενη, η αυτοκράτειρα έκαμε τάμα προς την Παναγία να γαληνεύσει τη θάλασσα από την τρικυμία και σε ένδειξη ευχαριστίας θα Της έκτιζε ναό στην χάρη Της. Το θαύμα έγινε και η αυτοκράτειρα έκτισε, πράγματι, ναό βυζαντινού ρυθμού, που έμελλε να γίνει μοναστηριακός, ανατολικά της κωμοπόλεως, με το όνομα της Παναγίας ως «Αγίας Γαλήνης» (Παναγία Αγία Γαλήνη- σήμερα νεκροταφείο), που, στη συνέχεια, έδωσε το όνομά του σε ολόκληρο τον οικισμό[9]. Λείψανα του παλαιότατου αυτού παλαιοχριστιανικού μοναστηριακού ναού διαπιστώθηκαν στις μέρες μας γύρω και κάτω από τον νεότερο σημερινό ναό, στη θέση τού σημερινού νεκροταφείου.
    Η Αγία Γαλήνη, λοιπόν, είναι η αρχαία πόλη Σουλία, πράγμα που πιστοποιείται πολυτρόπως από αρχαίες επιγραφές, κολόνες, μνήματα κτλ. Αργότερα, προσέλαβε και το όνομα «Ερημούπολις», «Ερημόπολις» και «Ερμούπολις»[10] και με το όνομα αυτό ακουγόταν όλη, γενικότερα, η νότια ακτή της Κρήτης από τα Αστερούσια Όρη (Κόφινας) μέχρι την Αγία Γαλήνη. Πιστεύω ότι αυτό θα συνέβη, όταν, μετά την παρακμή της αρχαίας Σουλίας, και τις επακολουθήσασες ληστρικές- πειρατικές επιδρομές, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να τραβηχτούν ψηλότερα, βρίσκοντας καταφύγιο στο σημερινό οικισμό των Μελάμπων. Στο εξής, στη θέση της παλαιάς ακμάζουσας πόλης ανευρίσκονταν μονάχα τα ερείπιά της. Αυτά όλα θα συνέβησαν περί το έτος 640 μ.Χ., οπότε αφανίζονται και τα τελευταία ίχνη της αρχαίας πόλης Σουλίας.
    Από το 1884 το χωριό άρχισε να επανιδρύεται από κατοίκους των γειτονικών Μελάμπων, που θεωρούνται, έκτοτε, η μητρόπολη του νέου οικισμού. Γι’ αυτό και κατά το ενδιάμεσο διάστημα το χωριό δεν αναφέρεται σε καμιά απογραφή βενετσιάνικη, ούτε όμως και στην απογραφή τού 1881. Ως πρώτοι οικιστές της νέας Αγίας Γαλήνης φέρονται οι αδελφοί «Μαμαλάκηδες» (Ματθαίος, Εμμανουήλ, Κωνσταντίνος, Ηλίας και Γεώργιος). Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού με δρόμους παράλληλους, εκπονήθηκε από τον Ιωάννη Μαμαλάκη, πού ήταν μηχανικός στη Σμύρνη της Μ. Ασίας. Το 1890 κτίζονται στην Αγία Γαλήνη ελαιοτριβείο, σαπωνοποιείο, αλευρόμυλος και πυρηνελαιουργείο. Επειδή, όμως, δεν υπήρχαν δρόμοι, όλα τα υλικά μεταφέρονταν με καΐκια και βάρκες. Το λιμάνι άρχισε να κατασκευάζεται το 1950 και επεκτάθηκε το 1993[11]. Έτσι, η Αγία Γαλήνη από εμπορικό κέντρο που ξεκίνησε, μετατράπηκε, αργότερα, σε ψαροχώρι, για να καταλήξει από το έτος 1970 και εξής σε ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά θέρετρα του νομού Ρεθύμνου.
    Τον καιρό αυτής της τελευταίας επανίδρυσής της, στη θέση της παλιάς Ερημόπολης και ακόμα παλιότερα Σουλίας, έγραφαν τις Γεωγραφίες τους οι Εμμ. Σ. Λαμπρινάκης και Εμμ. Γ. Γενεράλις (1890 ο πρώτος και 1891 ο δεύτερος). Οι δυο παραπάνω κρητολόγοι αναφέρονται με τις ίδιες ακριβώς λέξεις στην νεοϊδρυμένη, τότε, Αγία Γαλήνη, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο οικισμός, στις μέρες τους, κατοικούνταν «υπό τινων μεταπρατών»[12], λέξεις που φανερώνουν, νομίζω, τα πρώτα δειλά βήματα του νέου οικισμού, στη νέα αυτή περίοδο ύπαρξής του, στα τέλη του 19ου αιώνα.
    Είκοσι χρόνια αργότερα, στη 2η επανέκδοση της Γεωγραφίας του (1910), ο Εμμ. Γενεράλης σημειώνει και πάλι: «εις τον δήμον τούτον (των Μελάμπων) ανήκει ο συνοικισμός Άγιος Γαλήνης, επί ομωνύμου όρμου, ασκών ικανόν εμπόριον, με υποτελωνείον»[13]. στοιχεία που φανερώνουν, επαρκώς, την πρόοδο που είχε, ήδη, σημειωθεί στο χωριό.
    Ο πληθυσμός του χωριού, στα επόμενα χρόνια, παρουσιάζει ιδιαίτερα εντυπωσιακή ανάπτυξη. Ενώ η λοιπή ύπαιθρος οσημέραι ελαττώνεται και φθίνει δραματικά, ο πληθυσμός της Αγίας Γαλήνης, μέσα σε ένα, μόλις, αιώνα, κυριολεκτικά δεκαπλασίασε τον πληθυσμό της. Έτσι, αναλυτικότερα, ο πληθυσμός της Αγίας Γαλήνης κατά τον εικοστό αιώνα διακυμάνθηκε ως εξής: 1900: κάτοικοι 125, 1928: 430, 1940: 460, 1961: 457,1971: 528, 1981: 751, 1991: 1041 και 2001: 1259[14].
    Η Αγία Γαλήνη, παραθαλάσσιος οικισμός με αρκετά ασφαλές λιμάνι- που εξυπηρετούσε ικανοποιητικά το κοντινό αεροδρόμιο του Τυμπακίου- έμελλε, εξαρχής, να καταστεί σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής. Το 1980 η περιοχή καθίσταται σημαντικό κέντρο ιχθυαλιείας, που προμηθεύει με φρεσκότατα ψάρια τα διάφορα χωριά των επαρχιών Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου, Πυριωτίσσης και Καινουρίου, φθάνοντας, καμιά φορά, και μέχρι τις πρωτεύουσες των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου, όπου τα καθαρότατα ψάρια της Πίσω Γιαλιάς γίνονταν, πραγματικά, περιζήτητα. Όλα αυτά είναι που ώθησαν το χωριό στη σημερινή αξιοσημείωτη ανάπτυξή του.

    Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τον τουρισμό, την αλιεία και τη γεωργία. Το χωριό, σήμερα, διαθέτει Δημοτικό Σχολείο, αγροτικό ιατρείο (από το 1979), Λιμενικό Σταθμό (από το 1956), τελωνείο (από το 1910), Χωροφυλακή (από το 1948), ΕΛΤΑ, ΟΤΕ και αρκετά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, καταστήματα όλων των ειδών, καφετέριες και άλλα κέντρα αναψυχής.
    Ειδικότερα, όσον αφορά στο Δημοτικό Σχολείο λειτούργησε, για πρώτη φορά, το έτος 1909 ως τετρατάξιο, ενώ το 1919 το σχολείο γίνεται εξατάξιο και το έτος 1932 προάγεται σε διθέσιο. Το σημερινό διδακτήριο οικοδομήθηκε το έτος 1928 με προσωπική εργασία των κατοίκων και μικρή οικονομική βοήθεια από το Υπουργείο Παιδείας[15].
    Κατά τη διάρκεια τής Γερμανικής Κατοχής πολλοί κάτοικοι τού χωριού έλαβαν μέρος και έπεσαν σε μάχες εναντίον των Γερμανών.
Στην περιοχή της Αγίας Γαλήνης παρατηρούνται σπάνια γεωλογικά φαινόμενα ως προς την ακτογραμμή και το υπέδαφος, που αποτελείται από θαλάσσιες πέτρες. Τα φαινόμενα αυτά φαίνεται πώς οδήγησαν στη δημιουργία της εκδοχής, που λέγει ότι η πόλη καταπλακώθηκε από θαλάσσιο ηφαίστειο. Υπάρχουν και ενάλια σπήλαια (Αγίας Γαλήνης Σπηλιά, δίπλα στο λιμάνι)- διανοιγμένα σε ιζηματογενή πετρώματα από την μηχανική ενέργεια των κυμάτων- στα οποία εισχωρεί η θάλασσα και δημιουργούνται φωτεινές ανταύγειες, όπως και στο Κάπρι της Ιταλίας. Ο αείμν. σπηλαιολόγος Ελ. Πλατάκης θεωρεί ότι εδώ βρίσκεται το πιο θεαματικό ενάλιο σπήλαιο της Κρήτης.
    Σε ένα άλλο από τα σπήλαια της Αγ. Γαλήνης, που ακούγεται και ως Χριστοφογιάννη, διαστάσεων 100Χ10Χ10, με κατεύθυνση ΒΔ του χωριού, πάνω στον αμαξωτό, σαράντα μέτρα πάνω από την Αγία Γαλήνη, η παράδοση αναφέρει ότι φυλακίστηκαν ο Δαίδαλος μαζί με τον γιο του τον Ίκαρο από τον Μίνωα, μετά την ανοικοδόμηση του ανακτόρου του στην Κνωσό. Εδώ, λέγεται ότι ο Δαίδαλος κατασκεύασε τα περίφημα κέρινα φτερά του, με τα οποία πέταξε, μαζί με τον γιο του, τον Ίκαρο, προς την ελευθερία. Οι κάτοικοι, μάλιστα, υποδεικνύουν και το μέρος από το οποίο ξεκίνησε η πολυθρύλητη πτήση τους, εκεί, ακριβώς, όπου ήταν ο παλιός φάρος της Αγίας Γαλήνης. Η συγκεκριμένη παράδοση διασώζεται έντονη και στα νησιά Παξιμάδια[16] (6 μίλια ΝΔ της Αγίας Γαλήνης) και την είχε σημειώσει ήδη από τον 15ο αιώνα ο Χριστόφορος Μπουοντελμόντι. Εξάλλου, στην ίδια περιοχή, και ίσως ανάμεσα στα υψώματα Βουβάλα και Λαυρασό, εντοπίζεται αρχαία πόλη με το όνομα Δαίδαλα, που αναφέρεται από τον Στ. Βυζάντιο, με αρχική πηγή του τον Ξενίωνα (150π.Χ)[17].
    Όπως σημειώνει, κατά το έτος 1953, η δασκάλα Ιωάννα Τρουλλινού[18], τη διήγηση αυτήν εξιστόρησε ο παλιός λόγιος Ν. Καπετανάκης στον Πρίγκιπα Γεώργιο, που επισκέφτηκε το χωριό. Το μέρος αυτό, που αναπλάστηκε από τον γλύπτη Βαγγέλη Ψιλάκη- ονομάστηκε «Πάρκο Δαιδάλου και Ικάρου», τα αγάλματα των οποίων- έργο του γλύπτη κ. Χρυσοσπάθη- αποκαλύφθηκαν την Κυριακή 11 Ιουλίου 2004, στη διάρκεια τελετής υποδοχής της Ολυμπιακής Φλόγας. Οι Αγιογαληνιώτες πρέπει να αισθάνονται υπερήφανοι, διότι τίμησαν τους πρωτοπόρους των αιθέρων, στήνοντας πρώτοι αυτοί στην παγκόσμια ιστορία τα αγάλματά τους, αντίγραφα από μικρή ανάγλυφη παράσταση της αρχαιότητας (βλ. φωτ. 1 και 2).
    Ο κεντρικός ιερός ναός της ενορίας Αγίας Γαλήνης, ήδη από τους πρώτους Μελαμπιανούς οικιστές του χωριού, αφιερώθηκε από σεβασμό στους αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες, που κατάγονται από τις Μέλαμπες. Πρόκειται για ναό του 20ου αι. που έχει οικοδομηθεί δίπλα σε ναό της Αρτέμιδος ή της Αθηνάς. Την ημέρα τής μνήμης τους στις Μέλαμπες γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Οι άλλοι ναοί του χωριού είναι:
    α) της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (εορτάζει 15 Αυγούστου). Πρόκειται για τον προαναφερθέντα ναό της Παναγίας Αγίας Γαλήνης, μικρό εκκλησάκι λαξευμένο στο βράχο. Στο προαύλιό του υπάρχει, σήμερα, το κοιμητήριο του χωριού. Την ημέρα τής μνήμης της γίνεται, σήμερα, μεγάλο πανηγύρι στο χωριό.
    β) του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου), σπηλαιώδης ναός, μετόχι της Ι. μονής Ασωμάτων Αμαρίου. Δίπλα σε αυτόν, μέσα σε σπηλιά, υπήρχε ελαιοτριβείο, το οποίο εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Μονής στην περιοχή, το οποίο, όμως, σήμερα δεν υπάρχει.
    γ) του αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου), που κτίστηκε την εποχή της Τουρκοκρατίας δ) του αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου), στα σύνορα των ενοριών Αγίας Γαλήνης και Μελάμπων ε) Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), αγίου Μύρωνος (8 Αυγούστου) και Αρχαγγέλου Μιχαήλ (8 Νοεμβρίου), τρίκλιτος ναός, στη θέση Μελισσουργάκι, παλιό μονύδριο, κελιά του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα δίπλα στο ναό, στ) της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου), ζ) της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου) και η) του αγίου Σπυρίδωνος (12 Δεκεμβρίου), στο στρατόπεδο 699 ΠΑΠ, στην περιοχή Ξηρόκαμπος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ευχαριστώ θερμά την κ. Ελένη Πετρακάκη και τον κ. Εμμ. Εμμ. Ιερωνυμάκη- για είκοσι επτά χρόνια αγροφύλακα στην Αγία Γαλήνη (1960-1987)- για τη βοήθειά τους στη συγκέντρωση των παρόντων τοπωνυμίων. Επίσης, θερμά ευχαριστώ για τις πολύτιμες πληροφορίες τους και τους κ.κ.: Ιωάννη Βεργαδή, πρώην Πρόεδρο της Κοινότητας Αγ. Γαλήνης, Εμμ. Τρουλινό, δάσκαλο του Δημοτικού Σχολείου Αγ. Γαλήνης, Φάνη Μαυρογιώργη, π. Παναγιώτη Γιασαφάκη, πρώην εφημέριο ενορίας Αγ. Γαλήνης και Γιάννη Φραγκάκη.
[2] R. Pashley, Travels in Crete, London 1837,304
[3] Χάρη Κ. Στρατιδάκη, Αρχαιολογικές θέσεις στο Ν. Ρεθύμνης από τα νεολιθικά ως και τα ρωμαϊκά χρόνια, Κρητολογικά Γράμματα 9/10 (1994), 108.
[4]J.D.S.Pendleburi The Archaelogy of Crete, London 1939, 371
[5] Χάρη Κ. Στρατιδάκη, ό.π.
[6] Ο ποταμός αυτός ρέει στη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης. Γενικά είναι ρηχός, αλλά επειδή στη διάρκεια των μεγάλων νεροποντών γίνεται χείμαρρος και προσλαμβάνει ιδιαίτερα μεγάλο πλάτος, γι’ αυτό ονομάστηκε και Πλατύς. Όμορφος θρύλος επιχειρεί να δώσει εξήγηση στη δεύτερη ονομασία, Πλατύς, του ποταμού. Τα παλιά. λέει, χρόνια ο Διγενής Ακρίτας έσκυψε να πιει νερό. Το ένα του πόδι πατούσε πάνω στην κορυφή του Ψηλορείτη και το άλλο στου Κέδρους. Σκύβοντας, όμως, να πιει νερό τα μουστάκια του έκλεισαν τη ροή του ποταμού, με αποτέλεσμα να ξεχειλίσει και να πάρει αυτό το πλάτος.
[7] Cristof. Buondelmonti, Descriptio Insule Crete, edition critique, και μετάφραση στα ελληνικά και εισαγωγή της Μάρθας Αποσκίτη, Ένας γύρος της Κρήτης στα 1415, Έκδοση Πολιτιστικής Αναπτύξεως Ηρακλείου, Ηράκλειο 1983, 37-38.
[8] Στέργ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης, στο πέρασμα των αιώνων, τ. Α΄, Ηράκλειο 1991, 43. Απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, στις αρχές του αιώνα μας μόνο με αυτό το όνομα άκουγες το χωριό (Άγιος Γαλήνης).
[9] Η συγκεκριμένη, όμως, παράδοση έχει και συνέχεια, αφού διηγείται ότι, ενόσω η βασίλισσα έμενε και επιτηρούσε την ανέγερση του ναού, ειδοποιήθηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να αναλάβει το θρόνο της, γιατί ο βασιλιάς, στο μεταξύ, είχε πεθάνει. Δικαιωμένη η Ευδοκία παίρνει το δρόμο του γυρισμού, αφού πρώτα άφησε τα απαραίτητα χρήματα για την αποπεράτωση του ναού [βλ. Καταγραφή τοπωνυμίων Αγ. Γαλήνης του 1953 (ΕΚΙΜ) και Εμμ. Χ. Αυγουστάκη, Η Αγία Γαλήνη, Αθήνα 1983, 26-27].
[10] Ο Λαμπρινάκης διαχωρίζει τον Άγιο Γαλήνη (αρχαία Σουλία) από την «Ερημούπολι», «Ερημόπολι» και «Ερμούπολι» (αρχαία Ηλέκτρα, Ελέκτρα), Εμμ. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Έκδοση του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ρεθύμνης, Ρέθυμνα 1890, 70. Ο Ιωάννης, πάλι, Νουχάκης, τοποθετεί τον Άγιο Γαλήνη παρά την αρχαία πόλη «Ψύχιον» (Ιωάννη Εμμ. Νουχάκη, Κρητική Χωρογραφία, Εν Αθήναις 1903, 181).
[11] Εμμ. Παπαδογιάννη , Ενορία Αγίας Γαλήνης, Ορθόδοξο Μήνυμα, τ. 26 (2002 ), 9.
[12] Εμμ. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π., 70 και Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της Νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 1891, 57.
[13] Εμμ. Γ. Γενεράλι, Επίτομος Γεωγραφία της Νήσου Κρήτης, Εν Αθήναις 1910, 33-34.
[14] Οι πληθυσμοί από το 1971 και εξής μαζί με τον Ξηρόκαμπο, που αριθμεί αυτός ο τελευταίος κατά το έτος 1971: κατοίκους 36, το 1981:30, το 1991: 32 και 2001:32. Σήμερα γίνονται προσπάθειες η Αγία Γαλήνη να ανακηρυχθεί σε αυτόνομη κοινότητα.
[15] Εμμ. Χ. Αυγουστάκη, ό.π, 104-105.
[16] Λόγω του σχήματός τους που θυμίζει παξιμάδια.
[17] Τα Σπήλαια του νομού Ρεθύμνης, Περιβαλλοντικό Κέντρο Πρωτοβ. Εκπαίδευσης «Φάλκονας», (επιμ. Χ. Στρατιδάκη), Ρέθυμνο 1998, 19.
[18] Καταγραφή των Τοπωνυμίων του χωριού από την Εταιρεία Κρητικών και Ιστορικών Μελετών (ΕΚΙΜ- 1953), ό.π.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟΝ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΣΙΤΣΑΝΗ (Η πορεία τού ρεμπέτικου)

ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟΝ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΣΙΤΣΑΝΗ
     (Η πορεία τού ρεμπέτικου)

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

   Δικαιώθηκε, τελικά, το Μουσικό Σχολείο Ρεθύμνου, την Τετάρτη το βράδυ, 14/5/2008, στην αίθουσα τού Ωδείου τής πόλης μας, από τις μουσικές του επιλογές στην τελική τής φετινής σχολικής χρονιάς εκδήλωσή του. Ο λόγος για τη θεματική τού ρεμπέτικου τραγουδιού, που μαθητές και δάσκαλοι τού Μουσικού Σχολείου επέλεξαν και «δίδαξαν» στο ρεθεμνιώτικο κοινό. Έτσι, «η πορεία τού ρεμπέτικου από το Βυζάντιο στον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη» διαγράφηκε μέσα από τις αναγνώσεις των μαθητών με τρόπο εποπτικό, γόνιμο, ευχάριστο και αποτελεσματικό.
   Με την επιμέλεια τού Διευθυντή τού Σχολείου κ. Αντώνη Γιεβετζή εκπονήθηκε ένα εξαιρετικά καλαίσθητο πρόγραμμα τής εκδήλωσης με άφθονες πληροφορίες γύρω από την ιστορία τού ρεμπέτικου τραγουδιού και πλουσιότατο φωτογραφικό ύλικό με τους πατριάρχες και πρωτομάστορες τού είδους, όπως τους: Νταλγκάς, Μπαγιαντέρα, Παπάζογλου, Τούντα, Περιστέρη, Τσαούς, Μπάτη, Παγιουμτζή, Αμπατζή, Εσκενάζυ, Σταυροπούλου, Μπέλου, Νίνου και φυσικά τους πρώτους των πρώτων Μάρκο Βαμβακάρη και Βασίλη Τσιτσάνη. Από το πρόγραμμα αυτό καταθέτω στο παρόν σημείωμά μου, εκλεκτικά, ορισμένες πληροφορίες.
   Τα ρεμπέτικα έχουν τις ρίζες τους στους βυζαντινούς ύμνους, τα παλιά λαϊκά τραγούδια, τους ανατολίτικους ρυθμούς. Είναι μικρά απλά τραγούδια που τραγουδιούνται από απλούς ανθρώπους, και εκφράζουν τον πόνο της μετανάστευσης και τής προσφυγιάς.
Το ξεκίνημά τους έγινε από τους χώρους που σημειώθηκαν οι πρώτες συγκεντρώσεις αστικών πληθυσμών, όπως ήταν η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα που διαφοροποιεί το ρεμπέτικο από το δημοτικό τραγούδι είναι η πολυσυλλεκτικότητα τού κοινωνικού χώρου που καλείται να εκφράσει, σε αντίθεση με το δημοτικό τραγούδι, που υπήρξε δημιούργημα κλειστών τοπικών αγροτικών κοινωνιών.
   Η Σμύρνη υπήρξε το σταυροδρόμι εκείνο, στο οποίο συναντήθηκαν και αναμείχτηκαν οι μουσικές Ανατολής και Δύσης. Από εκεί διαχέονται και έρχονται στην Ελλάδα κατά κύματα πολιτιστικά. Χονδρικά παρατηρούνται οι εξής φάσεις τού πολιτιστικού φαινομένου:
α) με την καταστροφή τής Σμύρνης (1922) στην Ελλάδα έρχεται ένα μεγάλο ανθρώπινο τσουνάμι μέσα από το οποίο ξεπηδά το μικρασιάτικο ρεμπέτικο τραγούδι.
β) το καλοκαίρι τού 1932, στον Πειραιά, στην ταβέρνα τού Σαραντόπουλου, εμφανίζεται η περίφημη «τετράδα η ξακουστή τού Πειραιώς». Έτσι, δημιουργείται η πρώτη καμπανία με μπουζούκι και μπαγλαμά με τον Μάρκο Βαμβακάρη και
γ) ακολουθεί η φάση τού Βασίλη Τσιτσάνη, που το ρεμπέτικο γίνεται πλέον τέχνη
δ) τέλος, στη δεκαετία τού 1950 εμφανίζονται νέοι μεγάλοι τραγουδιστές (Στ. Καζαντζίδης, Γρ. Μπιθικότσης, Σωτ. Μπέλου), ενώ συνεχίζοντας φθάνουμε μέχρι τους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη).
* * *
    Η βραδιά γέμισε την αίθουσα τού Ωδείου τής πόλης μας με πλούσιους ήχους χασαποσέρβικων και ζεϊμπέκικων που ζωντάνεψαν από σκηνής στα βήματα των νεαρών μαθητών τού Σχολείου.
Τα τραγούδια που ακούστηκαν προχώρησαν κατά περιόδους που εκφράζουν και την πορεία τού ρεμπέτικου. Έτσι, το πρόγραμμα ξεκίνησε:
1. από «τις ρίζες, τη συνύπαρξη και συμπόρευση» τού ρεμπέτικου με το βυζαντινό μέλος, με ορχήστρα από λαϊκά όργανα και με τραγούδια όπως το Άφραστον φάος, το Καλωσόρισμα, από τη Σμύρνη… στον… Πειραιά και αλλού και προχώρησε
2. στη «χρυσή εποχή τού ρεμπέτικου» με τραγούδια όπως τα: Έλα να πάμε εκεί που λές…, Πάμε στο Φάληρο, Αλανιάρικο, Το ξεφάντωμα κ.ά. και κατέληξε,
3. στη «μεγάλη στροφή» με νεότερα εδώ και, άρα, γνωστότερα τραγούδια, που αγαπήθηκαν και έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον χώρο τού ρεμπέτικου, όπως τα: Συννεφιασμένη Κυριακή, Χαράματα, Σβήσε το φως, Ο τραμπαρίφας, το τράμ κ.ά.
   Από τα παραπάνω τρία μέρη το μεν πρώτο («Οι Ρίζες»), κατά βάσιν βυζαντινό, με το γνωστό κλαψιάρικο, έντονα πονεμένο ανατολίτικο ηχόχρωμα, αποδόθηκε από χορό ψαλτών και εικοσαμελή μαθητική χορωδία, με παραδοσιακά λαϊκά όργανα, υπό τη διεύθυνση τής καθηγήτριας τής Βυζαντινής Μουσικής Κωνσταντίνας Γωνιωτάκη.
   Στο δεύτερο («τη χρυσή περίοδο τού Βαμβακάρη») παρεισέφρυσαν πια και ευρωπαϊκά μουσικά όργανα με προεξάρχοντα, ασφαλώς, το μπουζούκι και τον μπαγλαμά, αλλά και το ακκορντεόν, που αληθινά χάριζε μια βαθιά γλυκύτητα στα κομμάτια. Εδώ πια άρχισε να γίνεται εφαρμογή τού σχήματος τραγούδια τής Ανατολής με δυτικά μουσικά όργανα. Διευθυντής τής ορχήστρας- χορωδίας στο μέρος αυτό ήταν ο μουσικός Σπύρος Ραπτάκης.
   Στο τρίτο και τελευταίο μέρος («τη μεγάλη στροφή»), όπου διαγράφεται πια ο κύκλος τού Τσιτσάνη ερμηνεύτηκαν από τα παιδιά θαυμάσιες ρεμπέτικες επιτυχίες παραμελημένες μεν αλλά όχι και ξεχασμένες, που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ στην εποχή τους, παραμένοντας πολλές από αυτές μέχρι και σήμερα στο στόμα τού ελληνικού λαού. Στο μέρος αυτό την Ορχήστρα και χορωδία των κοριτσιών διεύθυνε ο γνωστός αρχιμουσικός Ανδρέας Πλαΐτης.
   Όλα τα μέρη διανθίστηκαν από δραματοποιημένα επεισόδια, όπου οι μαθητές κατάλληλα ντυμένοι (ρεμπέτικο καπελάκι, σακάκι κτλ) και με την ανάλογη σκηνογραφία, ανάμεσο κρασιού κι ελιάς, είτε μετέφεραν πληροφορίες στο κοινό, είτε χόρευαν στον ρυθμό των εκτελούμενων μουσικών κομματιών, η ερμηνεία των οποίων υπήρξε, ομολογουμένως, άψογη και ακριβής.
   Σε μια εποχή που συνηθίζονται αναγνώσεις ρουτίνας ή επιχειρούνται ερμηνείες που εστιάζουν το ενδιαφέρον σε επί μέρους ποιότητες των έργων, ο άμεσος και ξεκάθαρος τρόπος των παιδιών- χορωδών, αλλά και των δασκάλων τους- μουσικών υπήρξε ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος από το κοινό, το οποίο εξέπληξε η τεχνική αρτιότητα των μικρών μαθητών, η μελωδικότητα και η επιτυχής απόδοση τής ρυθμικής ποικιλίας τού ρεμπέτικου, με μια φωνή μεγάλη, ζεστή, άνετη, εκφραστική, ομοιογενή, γλυκιά και, φυσικά, νεανική.
    Τα παιδιά που είχαν το θάρρος να αναμετρηθούν με το ρεμπέτικο τραγούδι αποδείχθηκαν ιδιαίτερα έμπειρα στο είδος αυτό της μουσικής και με εμφανή γνώση τού ιδιότυπου ύφους τής παρτιτούρας, προτείνοντας στο κοινό μια ανάγνωση που στόχευε περισσότερο στην αποκάλυψη τού χαρακτήρα των συγκεκριμένων τραγουδιών, τής εποχής που τα δημιούργησε και των ανθρώπων που τα τραγουδούσαν. Ο ενθουσιασμός, εξάλλου, ύστερα από όλα αυτά, τού μουσικόφιλου κοινού ανέβηκε στο κατακόρυφο και το είδαμε να συμμετέχει ενεργά στην απόδοση των τραγουδιών, τραγουδώντας μαζί με τα παιδιά ή χτυπώντας ρυθμικά παλαμάκια.
   Πιστεύουμε ότι το ταξίδι αυτό καθαυτό, η γνωριμία με τα τραγούδια και η συνάντησή τους στο πλαίσιο τής νέας βραδιάς ήταν το μεγαλύτερο κέρδος για τους θεατές, πράγμα για το οποίο αξίζουν τα πιο θερμά συγχαρητήρια όλοι οι παράγοντες που συνέβαλλαν στην πραγμάτωση αυτής τής πολιτιστικής βραδιάς και τα παιδιά τού σχολείου ένα μεγάλο «Μπράβο!».

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΟΥ ΡΥΜΟΥΛΚΟΥ «ΕΩΣΦΟΡΟΣ»[


ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΟΥ ΡΥΜΟΥΛΚΟΥ «ΕΩΣΦΟΡΟΣ»[1]

    Φίλε Γιάννη Σπανδάγο,

   Ως προς το όνομα τού ρυμουλκού «Εωσφόρος» και βέβαια η αρχική, φιλολογικά, ερμηνεία από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε την ετυμολογία τής λέξης είναι, όπως έγραψα στο άρθρο μου, σύμφωνα και με το λεξικό των Liddell- Scott, «Αυγερινός» [αντιγράφω επακριβώς από τους Liddell- Scott: Εωσφόρος (ο)= ο φέρων την πρωΐαν, ο εωθινός αστήρ, δηλαδή η Αφροδίτη, κοινώς «Αυγερινός»[2].

   Περαιτέρω, στην εκκλησιαστική γλώσσα, «Εωσφόρος» (από το εβραϊκό helel= λαμπρός) έφθασε να σημαίνει «σατανάς» (σατάν, διάβολος, Βεελζεβούλ) από τότε που, όπως λέγει ο Ησαΐας, «ο Εωσφόρος ο πρωΐ ανατέλλων εξέπεσεν εκ τού ουρανού»[3] και από άγγελος τού φωτός εγένετο άγγελος τού σκότους, σατανάς, διάβολος. Ο Τερτυλλιανός και μερικοί άλλοι νόμισαν ότι η λέξη αυτή τού Ησαΐα («Εωσφόρος») σημαίνει την πτώση τού Σατανά και τη χρησιμοποίησαν με αυτήν τη σημασία, κάτι, πάντως, που, για πολλούς, δεν έχει σχέση με την πτώση τού σατανά[4]. Πάντως, η ερμηνεία αυτή έγινε γενικότερα αποδεκτή και από άλλους και, στο τέλος, καθιερώθηκε.

   Οπότε, φίλε Γιάννη, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί, πρωταρχικά, και να διερωτηθεί για την ορθότητα τής φιλολογικής- μυθολογικής[5] ερμηνείας τής λέξης «Εωσφόρος» σε «Αυγερινό» και, μάλιστα, όταν αφορά σε ένα πλεούμενο και να προτιμήσει ή, μάλλον, αποτολμήσει την εκκλησιαστική ονομασία «Διάολος», κάτι, οπωσδήποτε, μακάβριο και ανατριχιαστικό για τον επιβάτη του. Φαντάσου ένα σύγχρονο ταχύπλοο Highspeed με την ονομασία «Διάολος»(!). Πόσοι θα προτιμούσαν τον … «Διάολο» και θα έμπαιναν σε αυτόν, αντί για τον «Αυγερινό», προκειμένου να ταξιδέψουν στον Πειραιά;…

   Πάντως, το πράγμα έχει και μια… «φάλτσα» συνέχεια, που φαίνεται να σε δικαιώνει- πέρα από τις προεκτεθείσες φιλολογικές και θεολογικές ερμηνείες, που, ευκαιρίας δοθείσης, θεώρησα σκόπιμο, για καθαρά εγκυκλοπαιδικούς λόγους, να τις δώσω και αυτές για τους αναγνώστες μας. Πάντα κάτι τέτοιες αναφορές ενδιαφέρουν, νομίζω, τους πολλούς και, μάλιστα, όταν αφορούν σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, όπως το παρόν που συζητάμε.

   Έλεγα, λοιπόν, ότι το πράγμα έχει και μια… «φάλτσα» προέκταση, που αφορά ειδικά στο συγκεκριμένο πλεούμενο, το ρυμουλκό «Εωσφόρος» τού Ρεθύμνου, που, πράγματι, κάτι πάω να θυμηθώ κι εγώ τώρα, το όνομά του ερμηνευόταν από τους Ρεθεμνιώτες, ασφαλώς, όμως,… κοροϊδευτικά, έτσι, ως «Διάολος», δηλαδή σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος τής ερμηνείας που δώσαμε αμέσως παραπάνω, το θεολογικό[6]. Και η ερμηνεία αυτή εξηγείται, ασφαλώς, φίλε Γιάννη, με τον λόγο που πολύ σωστά, στο σημείωμά σου, επικαλείσαι, ότι, δηλαδή, οι Ρεθεμνιώτες, όταν είδαν τον «Εωσφόρο» να κάνει δουλειά τουλάχιστον δέκα βαρκάρηδων με κουπιά (ή όπως έγραφα κι εγώ στο άρθρο μου χαρακτηριστικά: «οι μαούνες στήνονταν στη σειρά η μια πίσω από την άλλη και πρωτοχορευτής ο Εωσφόρος τις λαλούσε αράδα στο καράβι…»), εντυπωσιασμένοι από τη δύναμή του αυτήν τον αποκάλεσαν διάβολο. Φθάνουμε, λοιπόν, στο σημείο με την εν λόγω ερμηνεία μας- που την έδωσαν, ασφαλώς, αγχινούστατα οι παλιοί Ρεθεμνιώτες- να κινούμαστε πιότερο σε μια μεταφορική, παρωνυμική χρήση τής λέξης «Εωσφόρος».


Εικ. Στο βενετσιάνικο λιμάνι του Ρεθύμνου, μπροστά από το τελωνείο, διακρίνουμε να επιπλέουν τρεις από τις μαούνες, που, πρωτοχορευτής, τις έσερνε ο Εωσφόρος (φωτ. Εμμ. Ζακάκης).


    Τώρα, ως προς το δεύτερο σκέλος τού σημειώματός σου και βέβαια η «φωτογραφία με τις μαούνες» είχε τραβηχτεί από τον Εμμ. Ζακάκη και το αναφέρω ξεκάθαρα στη λεζάντα τής φωτογραφίας που δημοσίευσα («φωτ.: Εμμ. Ζακάκης»), κάτι που, ασφαλώς, δεοντολογικά, δεν χρήζει περαιτέρω αναφορών πού και πού έχει δημοσιευτεί μια φωτογραφία- όταν αναφέρουμε τον αρχικό φωτογράφο- δεδομένου, εξάλλου, ότι την ίδια φωτογραφία- όπως και πολλές άλλες τού αείμνηστου Ζακάκη- την έχω κι εγώ στην προσωπική μου συλλογή, κατόπιν αγοράς της, πριν από αρκετά χρόνια (2000), από τον Αντώνη Χριστοφοράκη.


[1] Βλ. σχετικά άρθρο Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Μεταφορές μετά το 1930…, Κρητική Επιθεώρηση 8/5/2008 και σημείωμα Γιάννη Σπανδάγου, ίδια εφημερίδα 9/5/2008.
[2] Liddell- Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, οικείο λήμμα.
[3] Ησαϊα ιδ, 12. Βλ. στο ίδιο και Ωριγ. P.G IV, 45C, Ευσέβ.ΙΙΙ, 556Β, Ευάγρ. 1220D.
[4] Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Εν Αθήναις 1888, Φωτοτ. Ανατ. Γρηγόρη, Αθήναι 1968, οικείο λήμμα.
[5] Η Ηώς ή Ηώ (αρχ. Έως ή και Αύως), η Αουρόρα των Λατίνων, στην Ελληνική Μυθολογία ήταν η θεότητα- προσωποποίηση της αυγής, κόρη του Τιτάνα Υπερίωνα και της Τιτανίδας Θείας, και επομένως αδελφή τού Ήλιου, του οποίου προηγείται κάθε μέρα στο ουράνιο ταξίδι του, και τής Σελήνης (Διαδίκτυο: Βικιπαίδεια).
[6] Παρότι δυο- τρεις παλιούς και έγκριτους Ρεθεμνιώτες, που έτυχε να ρωτήσω, κανείς δεν θυμόταν αυτήν την ερμηνεία τού ονόματος.

ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ
(Ομιλία και σχολιασμοί επί θεομητορικών ύμνων, με την ευκαιρία τής εορτής τής Μητέρας, στην εκδήλωση που έγινε στο Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου, στις 11 Μαΐου 2008) 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Για τη Μητέρα μιλούμε σήμερα. Για το ανεκτίμητο αυτό αγαθό, πολύτιμο δώρο τής φύσης στα πλάσματά της. Για την ύπαρξη που φέρνει στη ζωή ένα νέο πλάσμα, το τρέφει με το γάλα της, σκύβει με στοργή πάνω από την κούνια του, το μαθαίνει να χαμογελά, να τρώγει, να βαδίζει να ομιλεί, το παρακολουθεί σ’ όλη την πνευματική και κοινωνική του ανέλιξη, γίνεται το κέντρο τής ζωής του, «το άγιο υφάδι που υφαίνεται η ζωή», κατά που έγραψε ο ποιητής μας Γ. Αθάνας.
Το να είσαι μητέρα σημαίνει την πιο μεγάλη χαρά τής ζωής, αλλά και την πιο μεγάλη ευθύνη απέναντι στη ζωή. Το να είσαι μητέρα σημαίνει να ξέρεις καλά πως η χαρά κι ο πόνος έχουν την ίδια ρίζα. Το να είσαι μητέρα σημαίνει να αισθάνεσαι τον εαυτό σου καλεσμένο από κάθε χαρά κι από κάθε πόνο είτε αυτά εκφράζονται με τα λόγια, είτε κρύβονται στα βάθη τής καρδιάς. Να γίνεσαι οδηγός με συνειδητή ευθύνη τού παιδιού σου.
Αυτή η πνευματική σχέση που καλλιεργείται ανάμεσο μητέρας και παιδιού μεταγγίζεται στο παιδί ως προστασία, στοργή, ενδιαφέρον, ως αγρυπνία, ως αγάπη μέχρι αυτοθυσίας. Τα λόγια της, το γλυκό της νανούρισμα και το ζωντανό το παραμύθι της, το χάδι της, το μειδίαμά της, το παράδειγμά της, γενικά, επηρεάζουν, εμπνέουν, υποβάλλουν, κατευθύνουν, καθοδηγούν και συγκροτούν κι αποτυπώνουν τα πρώτα συναισθήματα τής παιδικής ψυχής, στην οποία η μητέρα ακτινοβολεί φως, θερμότητα, στοργή, αγάπη, θυσία! Αν δεν ήταν η μάνα θάλειπε από τη ζωή, από τον κόσμο μας η μεγάλη συμπόνια, η βαθιά καλοσύνη, η εσώκαρδη ευσπλαχνία, η αυταπάρνητη αγάπη. η αγάπη που εξακολουθεί να υφίσταται κι εκεί όπου δεν βρίσκει καμιά, μα καμιά ανταπόκριση. Μεγάλη η δύναμη τού μητρικού ενστίκτου, ακαταμάχητη η φυσική στοργή τής μάνας.
Πολύ σωστά είπαν ότι ο άνδρας είναι ο νούς στην οικογένεια, η δε γυναίκα- σύζυγος και μητέρα- είναι η καρδιά, το εσώτερο κέντρο, το θεμέλιο τού σπιτιού. Κι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι μια απλή ποιητική έκφραση, είναι η ίδια η πραγματικότητα.

* * * 
Από τα πανάρχαια, ακόμη, χρόνια, η μητέρα κατέχει θέση κυριαρχική στον μύθο, στη λαϊκή παράδοση, στο λαϊκό τραγούδι. Η Γη, η Κυβέλη, η Δήμητρα, οι θεές μητέρες, οι θεές τής γονιμότητας, έχουν καίρια θέση στη Μυθολογία. Η μητρική στοργή έχει, επίσης, εμπνεύσει αριστουργήματα στην παγκόσμια και την ελληνική Λογοτεχνία και κυρίως στο δημοτικό μας τραγούδι, στην έντεχνη ποίηση, στην τέχνη, στη μουσική. Αμέτρητα είναι τα ποιήματα που εξυμνούν την ιδιότητα τής μητέρας, το μέγεθος τής αυτοθυσίας της για το παιδί της, τη σημασία που έχει η στοργική παρουσία της για την ανάπτυξή του. Το ίδιο αμέτρητα είναι και τα πεζογραφήματα, τα δοκίμια, οι ζωγραφικοί πίνακες, οι μουσικές συνθέσεις και τα θεατρικά έργα που είναι αφιερωμένα στη μητέρα, δείγματα από τα οποία θ’ ακούσουμε στην αποψινή μας εκδήλωση για τη Μητέρα.

Φωτό: Εύα Λαδιά- Κωστής Παπαδάκης, στην εκδήλωση για τη Μητέρα, στο Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου 

Η Βυζαντινή Υμνολογία και η χριστιανική ζωγραφική θεοποίησε τη μητέρα πάνω στο πρόσωπο τής Παναγίας, κι αυτό δεν μπορούσε ν’ αφήσει αδιάφορους τους ανθρώπους. Να γιατί η γιορτή τής Παναγίας θερμαίνει τόσο πολύ τις ψυχές μας. Γιατί είναι και η γιορτή τής Μητέρας. Της Μητέρας τού Θεού, βέβαια. Ναι αλλά προσκυνώντας τη Μητέρα τού Θεού, τίποτε δεν μας εμποδίζει να καταθέτουμε τον φόρο τής αγάπης μας και τής λατρείας μας και στη δική μας τη μητέρα. Κι όσοι δεν έχουμε πια τη μητέρα μας συγκεντρώνουμε τη σκέψη μας στη μνήμη της, θυμόμαστε το θλιμμένο της χαμόγελο και υψώνουμε το κεφάλι ψηλά στον ουρανό, όπου τη νιώθουμε να βρίσκεται και να μας παρακολουθεί, για να επικαλεστούμε την αγάπη της και την ευλογία της.
Είναι αλήθεια πως και μόνη η επίκληση τού ονόματος τής Παναγίας γεμίζει τις καρδιές των ανθρώπων με ευφροσύνη και η ενατένιση τού προσώπου Της σταλάζει το βάλσαμο τής ελπίδας και δίνει φτερά στις απελπισμένες ψυχές. Για τον απλό άνθρωπο τής Κρήτης, ειδικά, η Παναγιά είναι η ελπίδα κι η παρηγοριά, η προστασία και η βοήθεια. Για τις μητέρες, πάλι, όλου τού κόσμου η χρυσή γέφυρα που ενώνει την ψυχή τού παιδιού τους με τον κόσμο τού ουρανού, το πρόσωπο στο οποίο μπορούν να προσβλέπουν και να αντλούν νάματα ευσέβειας, αγάπης, αλήθειας και αρετής για την ανατροφή των παιδιών τους.
Αγαπητοί μου φίλοι,
Για τη Μητέρα μιλούμε σήμερα, για τις μανάδες όλου του κόσμου. Για το αδιατίμητο και περιπόθητο αυτό αγαθό, για τη μητέρα τραγουδούμε σήμερα, για την μητέρα ψάλλουμε, για τη μάνα μας, για την Μητέρα του Θεού, για την Μάνα όλου του Κόσμου.
Σας ευχαριστώ!

                                                   Φωτό: Η Βυζαντινή χορωδία υπό τον Αντ. Μιχελιουδάκη και η λαϊκή Ορχήστρα


ΑΝΑΛΥΣΗ  ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΩΝ ΥΜΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 
1. Σήμερον τής σωτηρίας ημών τό Κεφάλαιον καί τού απ' αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις, ο Υιός τού Θεού Υιός τής Παρθένου γίνεται, καί Γαβριήλ τήν χάριν ευαγγελίζεται, Διό σύν αυτώ τή Θεοτόκω βοήσωμεν, Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού. 

(Απολυτίκιο τής εορτής τού Ευαγγελισμού)
Ο Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου είναι ένα θαύμα, είναι ένα μυστήριο, που μόνο ο πολύ πνευματικός, ο πολύ πιστός άνθρωπος μπορεί να το νιώσει. Είναι ένα μυστήριο μέγα ο Ευαγγελισμός, με τεράστια σημασία για τη ψυχή τού ανθρώπου, γιατί ποτέ δεν ακούστηκε, ούτε έγινε, ούτε θα ξαναγίνει ποτέ μια «Παρθένος» Μητέρα, μια Παρθένος, με φύση και σάρκα ανθρώπινη, μητέρα τού ίδιου τού Θεού! 
Παραθέτουμε λίγες γραμμές από έναν λόγο τού επισκόπου Καλαβρύτων και ιεροκήρυκα τού δούλου Γένους Ηλία Μηνιάτη, στον Ευαγγελισμό τής Θεοτόκου περίφημο για την σχέση αυτήν ανάμεσα σε Μητέρα και Γιο: «Σιμά εις την χάριν να είναι Παρθένος και Μητέρα Θεού, που έλαβε η Θεόνυμφος Δέσποινα, έχει και τούτο το άλλο. να είναι και μητέρα όλων των χριστιανών. Μητέρα, λοιπόν, ανάμεσον Θεού, τον οποίον έχει Υιόν Της φυσικόν, για τη γέννηση, και ανάμεσον των χριστιανών, τους οποίους έχει ομοίως υιούς Της για την υιοθεσία. Όταν μεσιτεύει προς τον Θεό για τους χριστιανούς, αυτή μεσιτεύει προς τον Υιόν της, για τους γιούς της…. Τι μπορεί να ζητήσει μια τέτοια Μητέρα και να μην το λάβει από τέτοιον Υιό; Τι μπορούμε εμείς να ζητήσουμε και να μην το λάβουμε από τέτοια Μάνα. Ορφανοί, ξένοι, άρρωστοι, αιχμάλωτοι τεθλιμμένοι, αμαρτωλοί μη λυπάστε! Εσείς όλοι έχετε μάνα, τη Μητέρα τού Θεού!» 
2. Άξιόν εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και Μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν. 

[Μεγαλυνάριο τής Υπεραγίας θεοτόκου. Πρόκειται για τον γνωστό αγγελοχάρακτο ύμνο, παλιό θαύμα τού Αρχαγγέλου Γαβριήλ (980 μ.Χ.)] 
Στην Παρθένο Μαρία οφείλουμε ευγνωμοσύνη, επειδή γέννησε τον Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Έτσι, η Παρθένος Μαρία έγινε η χώρα τού αχώρητου και ο οίκος τής Σοφίας. Η αγνή και άσπιλη Μαρία, η πιστή και ταπεινή κόρη τής Βηθλεέμ, μπροστά στα μάτια τού Θεού βρέθηκε ως «η μόνη εν γυναιξί ευλογημένη και καλή». Αυτήν επέλεξε ο Ουράνιος, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, για να γίνει Μητέρα τού Θεού και δι’ αυτής τής Μητέρας «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». 
Έτσι, οι θεολογικοί ύμνοι και λόγοι στην Κυρία Θεοτόκο είναι, σε τελευταία ανάλυση, δοξολογία σ’ αυτόν τον ίδιο τον Λόγο τού Θεού, που έγινε άνθρωπος για την σωτηρία τού ανθρωπίνου γένους.Και το όνομα τής Θεοτόκου, Μητέρα τού Θεού, περιέχει όλο αυτό το μυστήριο τής οικονομίας τής σωτηρίας. 
3. «Ἀλλότριον τῶν μητέρων ἡ παρθενία, καὶ ξένον ταὶς παρθένοις ἡ παιδοποιϊα, ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε, ἀμφότερα ὠκονομήθη, διό σε πάσαι αι φυλαί τής γης απαύστως μακαρίζομεν».

(Θ΄ Ωδή καταβασιών Μεσοπεντηκοστής και τού Γενεθλίου τής Θεοτόκου- ψαλλόμενον αντί τού» Άξιον Εστίν», στην εορτή τού Γενεθλίου)

Στην κοινή πείρα τού ανθρωπίνου γένους η γέννηση– η μητρότητα– είναι αποτέλεσμα τής καταργήσεως τής παρθενίας και η “φύλαξη” τής παρθενίας έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση τής μητρότητας. Αυτή την κοινή πείρα ψάλλει ο υμνογράφος άγιος Ανδρέας ο Κρήτης όταν λέει: «Αλλότριον των μητέρων η παρθενία και ξένον ταις παρθένοις η παιδοποιία". Συνεχίζει, όμως, λέγοντας: “επί σοι Θεοτόκε αμφότερα ωκονομήθη”. Με άλλα λόγια διατυπώνει το ίδιο νόημα με τον στίχο: “Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας”. Είναι η ομολογία ότι στην Παναγία έχουμε την “κατόρθωση” του “μητροπαρθενικού κάλλους”. Συγκεντρώνει πάνω Της τη χάρη τής παρθενίας και τη χάρη τής μητρότητας. Η γέννηση τού Χριστού ήταν ελεύθερη από κάθε αναγκαιότητα. “Επεσκίασε” η χάρη τού Θεού την “Κεχαριτωμένη” και συνέδεσε μέσα στη μήτρα Της το κτιστό και το άκτιστο. Η σύνθεση τής παρθενίας με τη μητρότητα είναι η αφετηρία τής νέας ζωής τής χάριτος, η αρχή τής νεκρώσεως τού Θανάτου. Αυτή, βέβαια, η αντινομία, αυτό το αφύσικο γεγονός είναι φυσική συνέπεια τής θέσης τής Θεομήτορος μέσα στην όλη δημιουργία. Είναι το “μεθόριο” τής κτιστής και άκτιστης Δημιουργίας. Αυτή πρώτη απ’ όλη την κτίση- σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά- δέχεται τη χάρη τού Θεού, την οποία, στη συνέχεια, κατανέμει “κατ’ αξίαν” σε όλα τα κτίσματα. Αυτή η “παρθενική γέννηση” και το “μητροπαρθενικό κάλλος” τής Θεοτόκου υμνούνται με τον στίχο τής ωδής που θα ακούσουμε αμέσως τώρα: “Αλλότριον των μητέρων η παρθενία και ξένον ταις παρθένοις η παιδοποιία”.
4. Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου, ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου, ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών. 

(Ύμνος ψαλλόμενος σε πανηγυρική αρτοκλασία)
Τη Θεοτόκο πρώτη μακάρισε η Ελισάβετ, η οποία πλησθείσα υπό Πνεύματος Αγίου, ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου» (Λουκ. α' 42-45). Ο ευαγγελιστής Λουκάς, στη συνέχεια, αναφέρει την επάρασαν φωνήν εκ του όχλου και μακαρίσασαν την γαλακτοτροφήσασαν τον Κύριον Μητέρα (ια' 27). Τέλος, αυτή η ίδια η Θεοτόκος με πνεύμα προφητικό φωτισμένη αναγγέλλει την περιωπή Της μεταξύ πασών των γενεών, λέγοντας το γνωστό εκείνο: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί κ.λπ» (Λουκ. α΄ 48). Και είναι αλήθεια ότι από του χρόνου εκείνου άρχισε ο μακαρισμός τής Θεοτόκου μέχρι σήμερα που ο χριστιανικός κόσμος μακαρίζει την Παναγία

Μητέρα, θεωρώντας την στις θεομητορικές Της εικόνες «αγκαλοφορούσα» το θείο Βρέφος.
5. Ω γλυκύ μου έαρ γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος»
(Από τα Εγκώμια τής Μ. Παρασκευής, στάση Τρίτη)
Ήρθε το τέλος τής ανθρώπινης πορείας τού Θεανθρώπου. Οι προφητείες εκπληρώθηκαν, ο κύκλος των Παθών έκλεισε, το έργο Του έλαβε αίσιον τέλος, η σωτηρία των ανθρώπων εξασφαλίσθηκε.
Γερτή στον σταυρό, μια μαυροφορεμένη γυναίκα κλαίει, λιποθυμά. Είναι η Παναγία! Τη συνεφέρουν. Κλαίει, οδύρεται, φωνάζει: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;», δηλαδή, ώ γλυκιά μου άνοιξη, γλυκό μου παιδί, που χάθηκε το κάλλος τής μορφής τού προσώπου σου;
Η Παναγιά βασίλισσα τού πόνου, που πόνεσε περισσότερο απ’ όλους τούς ανθρώπους πολλές φορές, κατά τη διάρκεια τής επίγειας ζωής Της, καθίσταται η τραγική πανανθρώπινη Μάνα. Η αιώνια εκπρόσωπος των μανάδων που βλέπουν τα παιδιά τους να φυλακίζονται, να βασανίζονται, να οδηγούνται στον θάνατο. Το μοιρολόι της σπαρακτικό, ο θρήνος της απόλυτος. Δεν μπορεί να δεχτεί το τέλος τής ανθρώπινης φύσης τού Ιησού, παρότι είναι υποψιασμένη για τη Θεία Υπόστασή Του. Εκείνη είναι μια μάνα και το άψυχο κορμί στον σταυρό είναι ό,τι είχε στον κόσμο, ο γιος Της.
6. «Επί ξύλου βλέπουσα κρεμάμενον, Χριστέ, σέ τόν πάντων Κτίστην καί Θεόν, η σέ ασπόρως τεκούσα, εβόα πικρώς. Υιέ μου, πού τό κάλλoς έδυ τής μορφής σου; ου φέρω καθοράν σε αδίκως σταυρούμενον, σπεύσον ούν ανάστηθι, όπως ίδω καγώ, σού τήν εκ νεκρών, τριήμερον εξανάστασιν».
(Απόστιχο ιδιόμελο της Μ. Πέμπτης)
Επηρεασμένο το ιδιόμελο αυτό από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και τη σχετική υμνογραφία τής Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία τού Κυρίου προς τον σταυρικό θάνατο, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα τής τραγικής Του Μάνας. Και η ποιητική συγκίνηση κορυφώνεται και δημιουργεί την επιθυμητή μέθεξη τού ακροατή, όταν ο υμνογράφος, με τον πιο ανθρώπινα δραματικό τρόπο, παρουσιάζει τη μάνα τού Χριστού ως μια γυναίκα- μάνα που μιλάει στον γιο της με λόγια θρηνητικά και προσφωνήσεις που θυμίζουν μοιρολόγια τής δημοτικής μας ποίησης. Χρησιμοποιώντας το πιο δυναμικό στοιχείο επικοινωνίας, την ερώτηση και τον διάλογο[1], ο υμνογράφος αποδίδει αυτές τις πιο κορυφαίες σε δραματικότητα στιγμές τής ποίησης τής M. Εβδομάδος: «Υιέ μου, πού τό κάλλoς έδυ τής μορφής σου; Ου φέρω καθοράν σε αδίκως σταυρούμενον».
Και διερωτώμαι. πόσο σύγχρονος, αλήθεια, είναι σήμερα ο επιτάφιος θρήνος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά; Πόσο σύγχρονο είναι το “ώ, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδυ σου το κάλλος;». Πόσο σύγχρονος και επίκαιρος είναι ο λόγος της Παναγίας: “ Υιέ μου, πού τό κάλλoς έδυ τής μορφής σου;, ου φέρω καθοράν σε αδίκως σταυρούμενον, σπεύσας ουν ανάστηθι”. Σήμερα που ολόκληροι λαοί υποφέρουν και χάνουν την ομορφιά και την αίγλη τους, σήμερα που από την βαρβαρότητα τού πολέμου χιλιάδες μανάδες κλαίνε τα παιδιά τους επαναλαμβάνοντας τον θρήνο τής αιώνιας Μάνας, της Μάνας όλου τού κόσμου: “ Υιέ μου, πού τό κάλλoς έδυ τής μορφής σου; Ήσουν η ελπίδα τής ζωής μου, ήσουν το φως των οφθαλμών μου. Πώς έφθασες στο σημείο αυτό; Γλυκιά μου άνοιξη, γλυκό μου παιδί, που χάθηκε το κάλλος τής μορφής τού προσώπου σου;»…

Φωτό: Άποψη τού κοινού 

[1] Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Το ΒΗΜΑ, 01-05-2005.

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Η ΕΡΑ Χανίων και το Λύκειο Ελληνίδων Ρεθύμνου σας προσκαλούν την Κυριακή 11 Μαΐου 2008 και ώρα 20.30, για να παρακολουθήσετε ένα αφιέρωμα στη ΜΑΝΑ.
Την εκδήλωση, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα τού ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ, θα προλογίσει ο κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, φιλόλογος Καθηγητής- πτυχ. θεολογίας- συγγραφέας.
Τους ύμνους θα αποδώσει χορός ψαλτών από τη χορωδία και ορχήστρα παραδοσιακής μουσικής «Παύλος Βλαστός», υπό τη διεύθυνση τού Αντώνη Μιχελιουδάκη.
Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι: Φερενίκη Βαλαρή, Νίκος Μαρκαντώνης και ο Σάκης Σακελλαρίδης.
Συνοδεύουν: Ηλίας Σουμπάσης (αρμόνιο), Σάκης Σακελλαρίδης (μπουζούκι) και Βαγγέλης Μήτσης (κιθάρα).

ΟΙ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ ΕΝΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΕΘΙΜΟ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ


ΟΙ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ ΕΝΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΕΘΙΜΟ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

   Το 1817 ένας εξαιρετικά παρατηρητικός περιηγητής που ήρθε στην Κρήτη, ο F. W. Sieber, παρατήρησε πως οι Κρητικοί συνήθιζαν να βγάζουν το αίμα τους την Πρωτομαγιά. Έχοντας σπουδάσει ιατρική ο Αυστριακός περιηγητής, δυσανασχετεί με τις παγιωμένες στα χρόνια του πρωτομαγιάτικες αφαιμάξεις των Κρητικών, αλλά διαπιστώνει πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναχαιτίσει και να εμποδίσει το εν λόγω έθιμο, που καλά κρατούσε στον λαό.

   Τις αφαιμάξεις αυτές να σημειωθεί ότι, τότε, στις αρχές τού 20ου αιώνα, εφάρμοζαν κατ’ αποκλειστικότητα τα κουρεία, με πρωτόγονα μέσα τής εποχής και χωρίς τις στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής. Για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιούσαν βδέλλες, τις οποίες οι κουρείς έβαζαν και ρουφούσαν το αίμα ή μαχαίρια με τα οποία άνοιγαν κάποια φλέβα και χυνόταν η ποσότητα αίματος που νόμιζαν ότι ήταν αρκετή. Το αίμα που αφαιρούνταν πίστευαν ότι ήταν κακό και πως χωρίς αυτό ο άνθρωπος μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερη υγεία. Το έθιμο απαιτούσε η αφαίμαξη να γίνει το πρωί τής Πρωτομαγιάς. Έβλεπες, λοιπόν, τον κόσμο το πρωί τής Πρωτομαγιάς να συρρέει ομαδικά στα διάφορα κουρεία προκειμένου να υποστεί αφαίμαξη ή να προμηθευτεί βδέλλες και να προβούν μόνοι τους στην ίδια, αλλά κατ’ οίκον, εφαρμογή. Έτσι, τον καιρό εκείνο, ήταν συχνές στις εφημερίδες διαφημίσεις τής μορφής «Εις το κουρείον Σπυρίδ. Αντωνακάκη έναντι Ψαράδικα, πωλούνται βδέλλαι χονδρικώς και λιανικώς»[1]. Η εφημερίδα αυτή, να σημειωθεί, εκδόθηκε στις 20 Απριλίου 1913 και ο χρόνος αυτός αποτελεί, ασφαλώς, ένδειξη συνέχισης τού πρωτομαγιάτικου αυτού εθίμου.



[1] Η αγγελία αυτή αφορά σε Ηρακλειώτικη εφημερίδα, αλλά εννοείται ότι κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε και στο Ρέθυμνο. Βλ. Νίκου Ψιλάκη, Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, Ηράκλειο 2005, 230.

XΩΡΟΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


XΩΡΟΙ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Κινηματοθέατρα- κινηματογράφοι


  Ιδαίον Άντρον. Βρισκόταν στην απέναντι ακριβώς γωνία από τη σημερινή Καθολική Εκκλησία. Το θέατρο αυτό, στον καιρό του, θεωρούνταν σπάνιο απόκτημα για μια επαρχιακή πόλη σαν τη δική μας, όταν ελάχιστες πόλεις είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν ένα παρόμοιου μεγέθους θέατρο. Βρισκόμαστε στην πρώτη δεκαετία τού 20ου αιώνα. Ρωσική κατοχή στο Ρέθυμνο. Μια κατοχή, όμως, εντελώς διαφορετική από την κτηνώδη που είχαμε δοκιμάσει στους προηγούμενους αιώνες. Οι Ρώσοι που μένανε στο Ρέθυμνο είχαν όλο το χρήμα για να ζουν άνετα και να αφήνουν και στον τόπο σημαντικά έργα ευποιΐας[1], τους έλειπε, όμως, κάθε μέσο ψυχαγωγίας. Σε αυτήν την ώρα βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος που είχε μέσα του το δαιμόνιο τού Έλληνα επιχειρηματία, που ήταν γεννημένος κινηματογραφιστής. Το όνομά του Χαράλαμπος Σπανδάγος.

  Ο Ρεθεμνιώτης αυτός στον ίδιο χώρο τού «Ιδαίου Άντρου» διέθετε προηγουμένως ένα παλιό σαπουναριό τού πατέρα του. Φιλοπρόοδος και έξυπνος άνθρωπος το κατεδαφίζει και στη θέση του κατασκευάζει το έτος 1905 ένα κομψότατο θέατρο, που ο ιδιοκτήτης του το ονομάζει «Ιδαίον Άντρον», από το περίφημο, ασφαλώς, σπήλαιο του οροπεδίου της Νίδας, στον Ψηλορείτη, όπου, κατά την παράδοση, μεγάλωσε ο Δίας. Οι παλιοί, πάντως, Ρεθεμνιώτες μέχρι το τέλος του, κατά τη γερμανική κατοχή, το λέγανε «Το Θέατρο τού Σπανδάγου». Πιθανόν στην ανέγερσή του να συνέβαλαν και Ρώσοι μηχανικοί αξιωματικοί, από αυτούς που, προφανώς, ακολουθούσαν τα ρωσικά στρατεύματα.

  Η κεντρική είσοδος τού θεάτρου ήταν στην ανατολική πλευρά, προς την Καθολική Εκκλησία, και οδηγούσε σε μια σάλα ευρύχωρη, που, σε ώρα παράστασης, μπορούσε να εξυπηρετήσει διακόσιους έως διακόσιους πενήντα θεατές. Η νότια πλευρά επικοινωνούσε με καμαρωτές πόρτες με ένα μακρύ «φουαγέ»[2]. Στο Δυτικό μέρος βρισκόταν η σκηνή, που και αυτή ήταν αρκετά ευρύχωρη. Το ύψος τής αίθουσας ήταν αρκετά ψηλό, ώστε το θέατρο να διαθέτει και θεωρείο (γαλαρία), στην ανατολική και νοτική του πλευρά. Πάνω από την σκηνή τρία δωμάτια χρησιμοποιούνταν ως καμαρίνια.

  Τη διακόσμηση τού θεάτρου είχε αναλάβει ο γνωστός ρεθεμνιώτης ζωγράφος Γ. Γαληνός, αυτοδίδακτος και αυτός ζωγράφος, σαν και τον Θεόφιλο τής Μυτιλήνης, με θαυμάσιες επιδόσεις και στην αγιογραφία (ο άγγελος, στη βορινή πλευρά, δίπλα στο τέμπλο τού ναού τής αγίας Βαρβάρας, τής πόλης μας, είναι έργο δικό του).

  Ο Γαληνός, λοιπόν, στην αυλαία τής σκηνής- που τύλιγε πρωτότυπα από κάτω προς τα πάνω- είχε ζωγραφίσει το «Άρμα τού Φαέθοντος» και τριγύρω έβαλε τις επτά μούσες. Η μάσκα τής σκηνής στολιζόταν δεξιά και αριστερά με δυο δέντρα, στους κορμούς των οποίων, ψηλά, υπήρχαν 3- 4 μονωτήρες, που κρατούσαν τεντωμένα δυο τηλεγραφικά σύρματα, με αρκετά χελιδονάκια καθισμένα πάνω σε αυτά. Πάνω από τα δέντρα εικονίζονταν δυο αγγελάκια, που κρατώντας πρωτόγονα ακουστικά έκαναν την πρωινή τους συνομιλία με τον Θεό. Ήταν, ακριβώς, η εποχή που είχαν συνδεθεί οι πόλεις τής βόρειας πλευράς τής Κρήτης με τηλεγραφική επικοινωνία και, σίγουρα, ο Γαληνός είχε πάρει από εκεί την έμπνευση. Σε μερικά παλιά αρχοντικά τού Ρεθύμνου σώζονται και σήμερα στις οροφές τέτοιοι διάκοσμοι τού ίδιου καλλιτέχνη[3].

  Το θέατρο αυτό, όσο κρατούσε η Ρωσική Κατοχή, λειτουργούσε ως καφέ- σαντάν. Τα καφέ- σαντάν (όρος ευρωπαΐκός) ήταν ένα είδος «καφωδείου» αρχικά, που, αργότερα, εξελίχθηκε και πήρε μορφή θεάτρου ή κέντρου λαϊκής ψυχαγωγίας, στο οποίο οι θαμώνες απολάμβαναν το ποτό τους ή έτρωγαν, ενώ, ταυτόχρονα, παρακολουθούσαν ευρωπαϊκή μουσική, ακροβάτες, λαϊκούς τραγουδιστές ή κάποιο χορευτικό ή άλλο θέαμα. Με αυτήν την τελευταία μορφή λειτούργησε το «Ιδαίον Αντρον» στο Ρέθυμνο, όπου Μπαλαρίνες από τη Ρωσία εναλλάσσονταν με μικρούς περιοδεύοντες θιάσους, κυρίως από την Ιταλία.

  Με την απομάκρυνση των Ρώσων, το θέατρο αλλάζει λειτουργία. Ήδη μετά το έτος 1912 έρχεται και στην Ελλάδα μια νέα ψυχαγωγία, ο κινηματογράφος. Εφευρέτες του, ως γνωστόν, θεωρούνται οι Γάλλοι αδελφοί Λυμιέρ. Το 1906 η Γαλλική Εταιρεία Πατέ πραγματοποιεί μια ολιγόλεπτη, μόλις, προβολή στην αίθουσα τού Παρνασσού στην Αθήνα. Ήταν η αρχή, το πρώτο δειλό ξεκίνημα μιας εφεύρεσης που έμελλε να αλλάξει την ανθρωπότητα. Κάπως έτσι ξεκινά ο κινηματογράφος και στο Ρέθυμνο, με την αυγή τού 20ου αιώνα[4].

  Ο Σπανδάγος, πρωτοπόρος σε όλα, φέρνει στο Ρέθυμνο τον κινηματογράφο. Οι ταινίες που προβάλλονταν σε αυτήν την αίθουσα ήταν γαλλικές οι περισσότερες, τής Πατέ, εντυπωσίαζαν τους μεγάλους αλλά πιο πολύ τους μικρούς. Όταν στα ενδιάμεσα προβαλλόταν το κείμενο τού έργου στα γαλλικά, αναλάμβαναν οι γαλλομαθείς τής πόλης να το ερμηνεύουν «εις επήκοον όλων» και για τους υπόλοιπους ρεθεμνιώτες. Ο ενθουσιασμός τού κοινού ήταν τόσος, που ο κόσμος, όταν τέλειωνε το έργο, περίμενε οι ηθοποιοί να σκύψουν, να υποκλιθούν μπροστά τού!! Ή, σε άλλες περιπτώσεις, άκουγες τους θεατές από την πλατεία να απευθύνουν ηθικές παρατηρήσεις στους ηθοποιούς, που έκαναν κάτι κακό, σύμφωνα με το σενάριο τού έργου. Και όλ’ αυτά ασφαλώς ήταν αποτελέσματα της φυσικότητας από τη μια τού νέου θεάματος και της άγνοιας από την άλλη τού κοινού τής εποχής για το τεχνικό μέρος τής νέας εφεύρεσης.

  Στους πρώτους αυτούς κινηματογράφους, προπολεμικά, αγαπημένο θέαμα ήταν, επίσης, έργα τού διάσημου ντουέτου κωμικών τού βωβού κινηματογράφου, τού Χοντρού- Λιγνού και του Σαρλώ (Τσάρλι Τσάπλιν). Ο Τσάρλι Τσάπλιν με τους χαρακτηριστικούς του εκείνους τύπους αλήτη, που αγνοεί μεν τους κοινωνικούς τύπους, αλλά παραμένει αξιοπρεπής και ευαίσθητος και που δεν νικιέται εύκολα από τη μοίρα, έγινε πολύ γρήγορα γνωστός και πολύ δημοφιλής και στο Ρέθυμνο. Έργα του, όπως «Ο χρυσοθήρας», «Φώτα τής Πόλης», «Μοντέρνοι καιροί», παίχτηκαν επανειλημμένα και στην πόλη μας.

  Το μεγαλείο τού κινηματογράφου είναι ότι κατάφερε να καταστεί μια τέχνη για τον απλό κόσμο. Γι’ αυτό και από την αρχή χαρακτηρίστηκε ως το θέατρο των φτωχών, ενώ στη Γαλλία τον θεωρούσαν ως μια διασκέδαση στα πανηγύρια.

  Ρεύμα, βέβαια, η πόλη δεν είχε. Ο φωτισμός τής αίθουσας του «Ιδαίου» και η λειτουργία τού κινηματογράφου εξυπηρετούνταν από μια μικρή γεννήτρια που ήταν εγκατεστημένη στον μικρό νότιο κήπο τού θεάτρου.

  Η αίθουσα, βέβαια, παράλληλα, εξυπηρετούσε και όλες τις κοσμικές και καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις τής εποχής. Αθηναίοι θιασάρχες είχαν εκτιμήσει τους Ρεθεμνιώτες σαν τους πιο θεατρόφιλους κατοίκους από τις τρεις πόλεις τής Κρήτης. Θίασοι πρόζας που πέρασαν από το Ρέθυμνο ήταν αυτοί του Λογοθετίδη, της Κυβέλης, της Καλουτά. Στην περίοδο τού είκοσι και του τριάντα κυρίαρχο είδος στη Ελλάδα ήταν η οπερέτα. Πολλές οπερέτες- όπως ο Βαφτιστικός, οι Απάχηδες των Αθηνών κτλ.- ακούστηκαν και από την αίθουσα τού «Ιδαίου Άντρου».

  Πέραν των ανωτέρω, το «Ιδαίον Άντρον» ήταν η μόνιμη στέγη τού Συλλόγου Κυριών και τού Λυκείου Ελληνίδων, με τα περίφημα κυριακάτικα τσάγια, τη μουσική ψυχαγωγία των Ρεθεμνιωτών και τις αξέχαστες αποκριάτικες χορευτικές βραδιές. Στις 26 Δεκεμβρίου 1932 το Λύκειο Ελληνίδων με πολλή όντως επιτυχία διοργάνωσε εκεί την εορτή τού Χριστουγεννιάτικου Δένδρου. Ήταν, ακριβώς, η περίοδος τής ευγενούς, μεταξύ των δύο μοναδικών σωματείων τής πόλης μας, άμιλλας, του Συλλόγου των Κυριών και τού Λυκείου Ελληνίδων.

  Αργότερα, ο Σπανδάγος εγκαταστάθηκε στα Χανιά, όπου συνέχισε ανάλογες δραστηριότητες στον κήπο των Χανίων, λόγω τής εκεί παρουσίας τού συνόλου των Εγγυητριών Δυνάμεων (Άγγλων, Γάλλων, Ρώσων, Ιταλών), εξαιτίας τού λιμανιού της Σούδας. Τον κινηματογράφο, στο Ρέθυμνο, συνέχισε να εκμεταλλεύεται ένας Τούρκος Μπραήμ- Μπέης ως την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1923. Η ιστορία τού «Ιδαίου Άντρου» λήγει το 1941 με τη γερμανική επίθεση στην Κρήτη, όταν οι γερμανικές βόμβες το εξαφάνισαν από προσώπου γης[5].

  Παράλληλα με το «Ιδαίον Άντρον», αλλά και αργότερα, μετακατοχικά, σαν μανιτάρια, αναφύησαν και άλλοι κινηματογράφοι, όπως οι παρακάτω, που τους παραθέτουμε αλφαβητικά:

  Απόλλων (θερινό) του Λυκούργου Καφφάτου, μετά το Ωδείο τής Νεραντζές, επί της οδού Βερνάδου. Η πλατεία τού κινηματογράφου κατελάμβανε μέρος τής αυλής τού σημερινού 1ου Δημοτικού (πρώην Τούρκικου Σχολείου). Γι’ αυτό, υποθέτω, δόθηκε το ίδιο όνομα «Απόλλων», από τον νεότερο ιδιοκτήτη τής επιχείρησης και στον σημερινό κινηματογράφο τής πόλης μας, που κανονικά θα έπρεπε να ονομάζεται «Απόλλων 2», ώστε να ανάγκαζε αυτό το «δύο» τους Ρεθυμνιώτες να ψάξουν για την ιστορία τόπου τους.

  Διονύσια (θερινό), πριν από το 1940[6], στην αίθουσα τού παλιού θεάτρου «Περβόλα», δίπλα (δυτικά) στην παλιά Ηλεκτρική, όπου σήμερα το ξενοδοχείο «Φορτέτσα».

  Έσπερος, επί της λεωφόρου Κουντουριώτη, όπου, ακριβώς, σήμερα η οδός Δημοκρατίας. Στον Έσπερο έκαναν μπλόκο οι Γερμανοί και είχαν τους θεατές «υπό κράτησιν» για πολλές ώρες.

  Ολύμπια (χειμερινό) λειτουργούσε μέχρι και τη δεκαετία τού πενήντα στη μεγάλη αίθουσα του σημερινού Ωδείου, στο «τζαμί της Νεραντζές», ενετική εκκλησία παλιότερα, αφιερωμένη στη Santa Maria (Παναγία), η οποία μετατράπηκε σε τζαμί το έτος 1657 από τον πορθητή τού Ρεθύμνου Γαζή Χουσεΐν Πασά και το διπλανό σε αυτό παρεκκλήσι σε ιεροσπουδαστήριο. Ο χριστιανικός λαός το ονόμασε «τζαμί τής Νεραντζές» από μια νεραντζιά τού κήπου του, προκειμένου να μην ακούγεται το όνομα τού μυσαρού πορθητή τής πόλης. Βέβαια, μετά την αναχώρηση και των τελευταίων Τουρκοκρητικών, οι χριστιανοί τού Ρεθύμνου συγκεντρώθηκαν στο έν λόγω τζαμί τής Νεραντζές, το Δεκέμβριο τού 1925, τέλεσαν αγιασμό και ανακήρυξαν το κτίριο σε εκκλησία τού αγίου Νικολάου. Όμως, η πράξη τους αυτή δεν είχε συνέχεια, και το κτίριο, τελικά, στέγασε τον «Σύνδεσμο Διαδόσεως Καλών Τεχνών Ρεθύμνου» και το Παράρτημα Ελληνικού Ωδείο (1931).

  Παλλάς, γύρω στο 1950, βρισκόταν στη θέση όπου σήμερα η γωνιακή πολυκατοικία στη συμβολή των οδών Μοάτσου και Χατζηδάκη.

  Ρέξ (μεταπολεμικά), χειμερινό, στην αίθουσα του σημερινού Λυκείου Ελληνίδων, του οποίου ήταν ιδιοκτησία.

  Ειδικότερα, κατά τη γερμανική κατοχή, από τους κινηματογράφους τής πόλης μας οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν το Ρεξ και τα Ολύμπια, προκειμένου να προβάλλουν έργα αντισημιτικά, ντοκιμαντέρ από τον πόλεμο κατά τής Ρωσίας και λοιπά έργα με εξαιρετικά προπαγανδιστικό περιεχόμενο, που εξυμνούσαν και εξεθείαζαν την ανωτερότητα της αρίας[7] έναντι των λοιπών φυλών τού κόσμου.


[1] Βλ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Έργα ευποιϊας των Ρώσων επί Κρητικής πολιτείας στο Ρέθυμνο- Το Δημοτικό ή Τσάρειο Νοσοκομείο, Κρητική Επιθεώρηση 17/10/2007.

[2] Φουαγέ= (συνήθ. σε θέατρο, κινηματογράφο, εκθεσιακό χώρο κ.λπ.) η ευρύχωρη αίθουσα, η οποία έχει διαμορφωθεί ειδικά για την υποδοχή θεατών, επισκεπτών κ.λπ. και την παραμονή τους (λ.χ. στα διαλείμματα των παραστάσεων, των διαλέξεων κ.λπ.), ώστε να μπορούν να καθίσουν, να καπνίσουν, να πιούν κάτι κ.λπ. (Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998 (ίδιο λήμμα).

[3] Σπανδάγος Γιάννης, Γαληνός, ο ζωγράφος και οι τοιχογραφίες του σε σπίτια του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1994.

[4] Για την ιστορία των αρχών τού κινηματογράφου στο Ρέθυμνο να σημειώσουμε και την περίπτωση τού Ιμπραήμ Μπέη, ενός άλλου πρόδρομου κινηματογραφιστή τού Ρεθύμνου, γύρω στα 1920. Ο Ιμπραήμ Μπέης είχε ένα μικρό μηχάνημα και πρόβαλλε ταινίες τής εποχής, αστυνομικές και κωμωδίες. Η ταινία, όμως, κοβόταν συνέχεια και η προβολή κρατούσε επί ώρες, καμιά φορά και επί μέρες. Τα αποκόμματα τής ταινίας τα μάζευε ο γιος ενός τεχνικού στο Νομαρχιακό, τα αποχρωμάτιζε, ξύνοντάς τα προσεκτικά, τα έραβε και τα έκανε ένα μικρό ρολό. Τώρα, πάνω στα άσπρα διαφανή τετραγωνάκια τής ξυσμένης επιφάνειας τής ταινίας με μελάνι, που έπαιρνε από τα σύνεργα τού πατέρα του, ζωγράφιζε διάφορες φιγούρες, όπως ζωάκια, καραγκιοζάκια κ.λπ. Δίνοντας, στη συνέχεια, επάλληλες κινήσεις στο ρολό τής ταινίας, με μια αυτοσχέδια μηχανούλα που την είχε εφοδιάσει με έναν πρόχειρο φακό, πρόβαλλε πάνω στον τοίχο τού δωματίου τού σπιτιού του τα σχέδια, που τα έβλεπες να κινούνται και να αποκτούν ζωή, να τρέχουν, να πηδούν, να χαιρετούν, κάτι που εντυπωσίαζε έντονα τους ρεθεμνιώτες τής εποχής, που έτρεχαν ομαδικά στο σπίτι του προκειμένου να απολαύσουν το πρωτότυπο θέαμα. Ένα ρεθεμνιωτάκι, λοιπόν, που, πάντως, για την ιστορία δεν μάς έμεινε το όνομά του, υπήρξε επινοητής και πρόδρομος των κινουμένων σχεδίων, πριν από τον μεγάλο τεχνίτη, τον Γουόλτ Ντίσνεϊ. [Την πρώτη, βέβαια, ταινία κινουμένων σχεδίων γύρισε ο Αμερικανός Σ.Μπλάκτον το 1907. Όμως, πολύ αργότερα από το έτος αυτό οι ταινίες του Γουόλτ Ντίσνεϊ (1937) έμελλαν να αναδείξουν αυτό το κινηματογραφικό είδος σε αληθινή τέχνη].

[5] Μανώλη Βογιατζάκη, Ρέκβιεμ για το θεατράκι που χάθηκε στον τυφώνα τού Μάη τού 41, Ρεθεμνιώτικα Νέα 17/3/1988.

[6] Στην Κρητική Επιθεώρηση (27/11/1923) παρακολουθούμε την επανέναρξη των προβολών του.

[7] Πληροφορία κ. Μανόλη Κούνουπα, τον οποίο και από τη θέση αυτήν θερμά ευχαριστώ. Αρία φυλή= ο φυλετικός κλάδος που, σύμφωνα με καταχρηστική πολιτική εκμετάλλευση τού όρου «άριος», περιελάμβανε το σύνολο των γερμανικής καταγωγής λαών, οι οποίοι θεωρήθηκαν από τους ναζιστές Γερμανούς ως γνήσιοι εκπρόσωποι των Ινδοευρωπαίων και μάλιστα ως ανώτερη φυλή από όλους τους άλλους λαούς και ιδιαίτερα τους Σημίτες και τους μη λευκούς (αφρικανικούς) λαούς.