Ο ΝΤΑΡΑΜΑΝΕΛΙΤΗΣ

ΧΑΡΗ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ο ΝΤΑΡΑΜΑΝΕΛΙΤΗΣ
(Εκτύπωση Γραφότυπο, Ρέθυμνο 2004, σσ.150, σχ. 8ο)


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ο Σωκράτης, στην περίφημη «Απολογία» του (κεφ.18), είχε πει, κάποτε- ενώπιον των κατηγόρων του Αθηναίων- ότι, αν τον θανάτωναν, δεν θα εύρισκαν άλλο σαν κι αυτόν, κολλημένο από τον θεό στην πόλη τους, σαν σε μεγάλο και δυνατό, μα νωθρό και δυσκίνητο από το πάχος του, άλογο, που για να ξυπνήσει έχει ανάγκη από μια αλογόμυγα. Σαν τέτοια αλογόμυγα, μου φαίνεται, συνέχισε ο μεγάλος σοφός, πως με κόλλησε και μένα ο θεός στην πολιτεία μας, την Αθήνα, για να σας πείθω και να σας πειράζω και να σας ξυπνώ καθέναν από σας από τον αιώνιο ύπνο και τον λήθαργο στον οποίο βρίσκεστε παραδομένοι. Κι έτσι δεν παύω όλη την ημέρα να σας κολλάω εδώ κι εκεί (ελεύθερη μετάφραση).
Τα λόγια αυτά του Σωκράτη, έχω την εντύπωση, ότι απηχούν και ταιριάζουν απόλυτα στην περίπτωση του εκλεκτού φίλου, δικηγόρου και Νομαρχιακού Συμβούλου, Χάρη Ανδρέα Παπαδάκη, του άλλως γνωστού και ως «Νταραμανελίτη». Γιατί σαν τέτοια «τσιμπήματα», σαν και αυτά της αλογόμυγας του Σωκράτη- μεταφερμένα, βέβαια, εδώ στο κοιμισμένο άλογο της ρεθεμνιώτικης πολιτείας- θεωρώ και τα κείμενά του, που άρχισε να τα δημοσιεύει από τον Αύγουστο του 2002- κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση των τοπικών εκλογών– μέχρι και το Δεκέμβριο του 2003, στη σελίδα έντεκα, της τοπικής εφημερίδας «Ρέθεμνος». Τα κείμενα αυτά παρουσιάζουμε σήμερα, με το παρόν σημείωμά μας, συγκεντρωμένα όλα μαζί, σε έναν καλαίσθητο τόμο εκατόν πενήντα σελίδων.
Το πρωτότυπο ψευδώνυμο «Νταραμανελίτης», που ο Χάρης χρησιμοποιεί στα κείμενά του, προέρχεται από το ομώνυμο βιβλίο Ντάρα Μανέλα, του ρεθεμνιώτη λογοτέχνη Γιάννη Δαλέντζα και σημαίνει η Πολιτεία της Ανοχής, που, για τον Δαλέντζα, δεν είναι άλλη από την πόλη του, το Ρέθυμνο. Το όνομα αυτό- διαβάζοντας τό συγκεκριμένο βιβλίο- εξέφρασε, από την πρώτη στιγμή, απόλυτα τον Χάρη για την πολιτεία του, το Ρέθυμνο, και τον έκανε να το καθιερώσει, έκτοτε, από το Δεκέμβριο του 2002, ως μόνιμο ψευδώνυμό του, έχοντας σ’ αυτό το θάρρος της γνώμης του και χωρίς να φοβηθεί στο παραμικρό να βαφτίσει και τον εαυτό του με αυτό το όχι δα και τόσο κολακευτικό όνομα.
Ο Χάρης, όμως, το όνομα αυτό το παίρνει με μια εντελώς διαφορετική θεώρηση και με την αντίθετη ακριβώς σημασία. του ατόμου, δηλαδή, που- ενάντια προς όλ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω του- αυτός ενδιαφέρεται και αγωνιά για τον τόπο του και δεν ανέχεται αυτήν τη χαρακτηριστική στα πάντα αδιαφορία και ανοχή. Δέχεται να γίνει ένα πράγμα με αυτόν, έτσι όπως είναι, με τα ελαττώματα και τις κακομοιριές του, όμοιος του σε όλα ανεξαιρέτως (αυτόκλητος Νταραμανελίτης), μήπως και με τον τρόπο αυτόν- σύμφωνα και με το δίδαγμα της Ομοιοπαθητικής «τα όμοια τοις ομοίοις θεραπεύονται»- καταφέρει καλύτερα να επέμβει και κάπου να διορθώσει.
Αλογόμυγα, λοιπόν, σαν και αυτήν του φιλόσοφου Σωκράτη, τα γραφτά του φίλου μου του Χάρη, αποσκοπούν να πείσουν, να πειράξουν, να ξυπνήσουν. Πάντοτε, όμως, διακριτικά, καλοπροαίρετα και με πολλή δόση λεπτού και έξυπνου χιούμορ, γι’ αυτό και δεν ενοχλούν. Δεν γράφει κακόβουλα για κανένα. Μοναδικό κίνητρο που οδηγεί τη γραφίδα του η αγάπη του για τον τόπο. Αποτολμά αυτά που οι άλλοι δεν αποτόλμησαν, υπογράφοντας, πάντοτε, τα κείμενα με το όνομά του.
Τα κείμενά του, επί πλέον, χαρακτηρίζονται για την ευελιξία τους, τη σαφήνεια, τη φρεσκάδα και την καθαρότητά τους. Έχουν άποψη γνώμης, εγκυρότητα και καταγράφουν γεγονότα, εικόνες, πρόσωπα και καταστάσεις, περιστατικά και ποικίλες αντιδράσεις. Παλιές τραγικές ή ευχάριστες αναμνήσεις, διάφορα κοινωνικά θέματα- όπως τα ναρκωτικά και το τσιγάρο, η πολιτιστική κίνηση του τόπου, οι γιορτές και τα πανηγύρια- λαμβάνουν κεντρική θέση στα κείμενα του Χάρη Παπαδάκη. Και γίνεται, έτσι, ο Χάρης ένας θεατής αθέατος, ένας φωτογραφομνήμων καίριων στιγμών της πόλης μας, όπως πολύ εύστοχα τον ονόμασε ο άλλος καλός φίλος Μιχάλης Παπαδάκης (Δάνδολος), στο προλογικό σημείωμά του στο παρουσιαζόμενο βιβλίο. Ο φακός της παρατηρητικότητας του Χάρη εστιάζει σε γεγονότα, που, συνήθως, για τους πολλούς, περνούν εντελώς απαρατήρητα. Παράδειγμα αναφέρω αυτό του Γερμανού δρομέα, που τρέχει διακριτικά, μαζί με την κόρη του, στις εκδηλώσεις της Μάχης της Κρήτης και φτάνει, σκόπιμα, τελευταίος για να προηγηθούν, τιμητικά, οι απόγονοι των μαχητών και να διδάξει με τη πράξη του αυτήν ότι η μεγαλύτερη τιμή στον άνθρωπο είναι να αγωνίζεσαι για την λευτεριά και ότι δεν υπάρχουν λαοί κακοί αλλά κακοί ηγέτες.
Τα κείμενα στο βιβλίο του Χάρη Παπαδάκη έχουν ταξινομηθεί σε τρία κεφάλαια: Στο πρώτο, με τον ποιητικό τίτλο «Ωραιοζίλη», περιλαμβάνονται δεκατρία κείμενα με γενικά, τοπικά και εκλογικά θέματα. Στο δεύτερο, με τον σατιρικό τίτλο «Νταραμανελίτης», περιλαμβάνονται είκοσι τρία κείμενα με τοπικά, κυρίως, θέματα. Στο τρίτο, και τελευταίο, με τον χιουμοριστικό τίτλο «Αντίο Ελλάς», περιλαμβάνονται είκοσι τέσσερα κείμενα με θέματα γενικού ενδιαφέροντος.
Στα περισσότερα κείμενά του ο Χάρης Παπαδάκης ακολουθεί μια θαυμάσια ενιαία γραμμή γραφής. αναφέρει, δηλαδή, πρώτα άλλοτε ένα προσωπικό του βίωμα, άλλοτε μια ιστορία από τα παλιά, άλλοτε ένα απόσπασμα από το Ευαγγέλιο ή από κάποιο κείμενο των αρχαίων και πάνω σ’ αυτά ερειδόμενος επιχειρεί, στη συνέχεια, να θεμελιώσει την πρόταση, που έχει να καταθέσει κάθε φορά για την πολιτεία του ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα τον απασχολεί. Έτσι, παιδαγωγικά, προχωρώντας και στηρίζοντας τις απόψεις του, πότε στο Ευαγγέλιο ή σε οποιοδήποτε άλλο κείμενο εγνωσμένου κύρους και αυθεντίας και πότε σε βιώματα προσωπικά και εμπειρίες, ο Χάρης γίνεται πιο πειστικός και κατανοητός στους συμπολίτες του και τα κείμενα του αποκτούν αναμφίβολη εγκυρότητα, επιβολή και πειστικότητα.
Παίρνει, για παράδειγμα (σ. 32), την περίπτωση της μοιχαλίδας του Ευαγγελίου και την ανεπανάληπτη φράση του Ιησού για τον λιθοβολισμό της: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», προκείμενου να στηλιτεύσει τις παράνομες διαγραφές από τα κόμματα ιστορικών στελεχών με αγώνες και καταξίωση από ποιους «αναμάρτητους»;
Στον «Πανίκο», πάλι, (σ. 51), ο Χάρης χρησιμοποιεί ένα προσωπικό του βίωμα από κάποια προηγηθείσα συνομιλία του με τον γνωστό ξενοδόχο της πόλης μας Πανίκο Χατζηκακού, την οποία, στη συνέχεια- ακολουθώντας επιτυχώς τον παραδειγματικό άξονα- μεταφέρει στα δεδομένα της πόλης μας με τις εξής εξαιρετικά εύστοχες παρατηρήσεις- υποδείξεις του: «Ας μοιάσουμε, λοιπόν, στους ξενοδόχους, παλιοί και νέοι άρχοντες, εκλεγμένοι και μη, και ας ετοιμάσουμε και μεις από τώρα, πριν ακόμα αρχίσει η νέα τουριστική περίοδος το μεγάλο μας ξενοδοχείο που λέγεται νομός Ρεθύμνης. Μη μας πιάσει ο ωχαδελφισμός, εγώ φεύγω εσύ έρχεσαι, εγώ ήλθα εσύ φεύγεις και ποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα…».
Σε άλλα σημεία, τέλος, προχωρεί σε θαυμάσιους συνειρμούς- παραλληλισμούς, όπως αυτόν της πυρπόλησης του Αρκαδιού της Ιστορίας, με το κάψιμο, στις μέρες μας, του αγαπημένου ομώνυμου ρεθεμνιώτικου καραβιού. Και σημειώνει ο Χάρης χαρακτηριστικά: «Δεν ξέρω αν τα σίδερα έχουν ψυχή. Δεν ξέρω αν το «Αρκάδι» μας είχε ψυχή, αλλά λέτε να βρέθηκε κανένα μικρό καλωδιάκι, που να ξεσήκωσε όλα τα καλώδια και τις μηχανές και αποφάσισαν όλα μαζί να αυτοπυρποληθούν με το Αρκάδι, να καούν ξανά όπως τότε, να τιμήσουν το όνομα «Αρκάδι»; Να μην προδοθεί ο αγώνας τους για την ελευθερία του νομού μας από τα ξένα συμφέροντα και να μην είμαστε δούλοι στους προαναφερθέντες Συρίους και στους όμοιούς τους μεγαλοεφοπλιστές, που σήμερα αντί να φορούν το φέσι του τότε κατακτητή, φορούν τον τίτλο μιας μεγαλόσχημης εταιρείας με άγνωστα συμφέροντα και σε κάθε περίπτωση καθόλου ρεθεμνιώτικα».
Η αυτοκριτική και ο αυτοέλεγχος στα οποία πολύ συχνά προβαίνει ο Χάρης είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό δείγμα της ειλικρίνειας και των προθέσεων της γραφής του. Έτσι ( στη σ. 50), με θάρρος σημειώνει: «Μπορεί να έχω ελαττώματα πολλά, φανατικός όμως δεν είμαι ούτε στα αθλητικά, ούτε στα πολιτικά ούτε στα θρησκευτικά ούτε πουθενά». Ενώ, και πάλι, στο ίδιο πνεύμα της αυτοκριτικής και του αυτοελέγχου κινούμενος, με ένα ασυναγώνιστα χιουμοριστικό μα και εξόχως διδακτικό ύφος θα σημειώσει, σχετικά με την αταξία και ασυδοσία που παρατηρείται στους δρόμους της πόλης μας από το άναρχο παρκάρισμα των αυτοκινήτων: «Σιγά τ’ αυγά! μην πάει ο κύριος Χάρης Παπαδάκης, δικηγόρος και Νομαρχιακός Σύμβουλος, να παρκάρει εκεί. Σιγά μην περπατήσει είκοσι με πενήντα μέτρα, για να πάει στην είσοδο του Νομαρχιακού Μεγάρου ή στα κρατητήρια για να συναντήσει τον πελάτη του. Θα πιαστεί η μέση του! Θα διπλοτριπλοτετραπλοπενταπλοπαρκάρει, λοιπόν, έξω από την πόρτα των κτιρίων. Αμέ τι εξουσία είναι και μάλιστα νταραμανελίτικη! Κύριε Διοικητά της Τροχαίας, ρίχτε του μια κλήση. Έτσι, για να μάθει να παρκάρει και να περπατάει».
Τέλος, στο ίδιο θέμα της αυτοκριτικής και του αυτοελέγχου, με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας της αφιερωμένης στα Άτομα με Αναπηρίες, ο Χάρης ευθαρσώς, και πάλι, αναγνωρίζει ότι αισθάνεται πολύ μικρός, που δεν έχει ποτέ τίποτε προσφέρει στα άτομα αυτά και το μόνο που τον χαρακτηρίζει είναι η αδιαφορία και η ανεμελιά, σε αντίθεση με αυτούς που έχουν τάξει σκοπό της ζωής τους τη βοήθεια και την ένταξη στην κοινωνία των ατόμων αυτών. Όμως, φαίνεται πως ο Χάρης, στο σημείο αυτό, έχει θέσει πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών και των ελπίδων του για τα άτομα αυτά, από τη στιγμή που τα έξοδα από τις πωλήσεις του παρόντος βιβλίου τα διαθέτει, εξολοκλήρου, στο Σύλλογο Αγάπη- ΑμΕΑ Ρεθύμνου.
Ο Χάρης Παπαδάκης με όλα αυτά διδάσκει, παρατηρεί, διορθώνει τα στραβά του τόπου του, χωρίς να παρεξηγείται στο παραμικρό, γιατί στις προτάσεις του δεν ακολουθεί έναν στείρο αλαζονικό διδακτισμό, που αποτρέπει και απομακρύνει, αλλά αντίθετα συμβουλεύει και νουθετεί, όπως και ο ίδιος σημειώνει, καλοπροαίρετα και ποτέ κακόβουλα, ενοχοποιώντας, σε κάθε περίπτωση, πρώτα-πρώτα τον εαυτό του. Δεν διεκδικεί αναμαρτησία σε ό,τι στραβό συμβαίνει, αλλά θέτει σ’ αυτό και τον εαυτό του υπόλογο, πρώτο, μπροστά- μπροστά στο στόχαστρό του.
Αγαπητέ Χάρη, το βιβλίο σου, ο Νταραμανελίτης, θεωρώ ότι καθίσταται ένα εγχειρίδιο υψηλού πολιτικού και κοινωνικού ήθους, ψυχικής καλλιέργειας και ανθρωπιάς, που πρέπει, γι’ αυτό, να διαβαστεί από όλους τους Ρεθεμνιώτες, μπας και η αλογόμυγα σου, κάποια στιγμή, μας ξυπνήσει- να βάλω κι εγώ τον εαυτό μου μέσα, μιμούμενος το παράδειγμά σου- από τον ύπνο της ανοχής και της εγκληματικής, κάποτε, αδιαφορίας προς αυτήν την πόλη.

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

ΜΑΡΚΟΥ Γ. ΠΟΛΙΟΥΔΑΚΗ

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΟ–ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
1η Ιουνίου 1941 έως 30 Ιουνίου 1945

(Εκδόσεις – Εκτυπώσεις «Ο ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ», Ρέθυμνο 2002, σχ.16ο, σσ.628)


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η Εθνική Αντίσταση κατά τη γερμανο-ιταλική κατοχή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της νεοελληνικής μας ιστορίας. Και ακόμα, η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων είναι η σπουδαιότερη και δυναμικότερη ανάμεσα στις αντιστάσεις των σκλαβωμένων από τους Ναζί και τους φασίστες χωρών της Ευρώπης. Μόνο οι Έλληνες επέδειξαν τέτοιο υψηλό πατριωτισμό, καρτερικότητα, αλτρουισμό και αντοχή στη φτώχεια, την πείνα και την αβάσταχτη τρομοκρατία του κατακτητή, σε μια τόσο άνιση και μεγαλειώδη πάλη όλων των πατριωτικών δυνάμεων εναντίον των ναζιστών κατακτητών και των απατρίδων συνεργατών τους.
Με το σημαντικό αυτό κεφάλαιο της νεοελληνικής μας ιστορίας και στο μέρος του, κυρίως, που αφορά στο διαμέρισμα της Κρήτης- ίσως με κάποια έμφαση στα πράγματα της περιοχής του Ρεθύμνου- ασχολείται ο γνωστός ιστορικός της Μάχης της Κρήτης στο Ρέθυμνο κ. Μάρκος Γ. Πολιουδάκης, στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο: «Η Εθνική Αντίσταση κατά τη γερμανο-ιταλική κατοχή στην Κρήτη- 1η Ιουνίου 1941 έως 30 Ιουνίου 1945». Πρόκειται για ένα καλαίσθητο τόμο 628 σελίδων, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ένα κατατοπιστικότατο ευρετήριο ονομάτων και τοπωνυμίων στο τέλος του βιβλίου.
Ο Μάρκος Πολιουδάκης διαθέτει μια πλούσια προσωπική εμπειρία σε όσα γράφει- μεγάλο προσόν αυτό για κάθε συγγραφέα- δεδομένου ότι σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών είδε τον πατέρα του, τον παππού, τη γιαγιά και χωριανούς του να εκτελούνται από τους Γερμανούς και το σπίτι του, στο χωριό, να κατακαίγεται από τους θηριώδεις αλεξιπτωτιστές, ενώ αργότερα γνώρισε, σε προσωπικό επίπεδο και πάλι, και την αγγαρεία στο αεροδρόμιο και σε οχυρωματικά έργα μέχρι τη Σκαλέτα, σε πολυβολεία και σε πούγκες.
Και μπορεί, βέβαια, ο κ. Πολιουδάκης να μην είναι επιστήμων ιστορικός, όμως, είναι γεγονός ότι μέσα στο βιβλίο του αυτό κατόρθωσε να συγκεντρώσει ένα τεράστιο και εξαιρετικά αξιόλογο υλικό που θεμελιώνει και προβάλλει με τον πιο δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο την ουσία του θέματός του. Επιπλέον, ο κ. Πολιουδάκης στο βιβλίο του αυτό αποδεικνύεται πως ξέρει να χρησιμοποιεί πηγές και βοηθήματα, ξέρει που να ανατρέξει κάθε φορά, για να αντλήσει το πλούσιο υλικό του. Έτσι, οι πηγές του είναι οι κατάλληλες για το θέμα του είτε πρόκειται για ιστορικά συγγράμματα και βιβλία, είτε για αρχεία, αναφορές, μαρτυρίες, συλλογές και μουσεία, και μάλιστα για το πλουσιότατο προσωπικό του αρχείο. Ο πλούτος των πηγών στο τέλος του βιβλίου του κ. Πολιουδάκη πραγματικά εντυπωσιάζει τον αναγνώστη και επιβεβαιώνει την ποιότητα του βιβλίου. Ακόμα, ο κ. Πολιουδάκης- και ιδιαίτερα με εντυπωσίασε αυτό- αναγνωρίζει, σέβεται και εκτιμά το έργο τους και αναφέρεται βιβλιογραφικά σε όλους τους γνωστούς ρεθεμνιώτες ιστορικούς της Μάχης της Κρήτης. στον Νικ. Κοκονά, το Σπύρο Μαρνιέρο, τον Εμμ. Τσιριμονάκη, τον Μιχ. Χριστοφοράκη, το Θεοχ. Σαριδάκη, τον Ανδρέα Νενεδάκη κ.ά.
Με νέα σαφή, αδιάσειστα και διασταυρωμένα στοιχεία, με τεκμηριωμένα ντοκουμέντα, με πλούσιες ζωντανές αφηγήσεις και μαρτυρίες αγωνιστών, ο κ. Πολιουδάκης επιχειρεί μια ολοκληρωμένη θεώρηση του θέματος σε συνδυασμό, πάντοτε, με τις γνώσεις που με μόχθο και ιδιαίτερη προσωπική έρευνα αποκόμισε. Βασική πρόθεσή του και επιδίωξη, στη έκδοσή του αυτή, να λάμψει όλη η ιστορική αλήθεια πάνω σε ένα θέμα μεγάλο, καυτό και σπουδαίο, που μέχρι σήμερα έχει απασχολήσει εκατοντάδες ερευνητές πανελληνίως αλλά και διεθνώς και έχει γνωρίσει τόσες και τόσες «έν αγνοία αλλά και σκοπιμότητι» πολλές φορές διαστρεβλώσεις και παραποιήσεις. Ο κ. Πολιουδάκης κινούμενος από αγάπη και μόνο για τον τόπο του κυριολεκτικά πάσχισε και βρήκε τα αποδεικτικά στοιχεία, τα ντοκουμέντα, την Ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, τις ζώσες και ανεπιτήδευτες μαρτυρίες, τις μνήμες, μεταγενέστερα δημοσιεύματα σε καιρό ελευθερίας και έλλειψης λογοκρισίας, σε εφημερίδες και περιοδικά, αρχεία, βιβλιοθήκες και συλλογές, τα οποία συγκρινόμενα και διασταυρούμενα ξεκαθαρίζουν τα γεγονότα και φωτίζουν την αλήθεια ή ρίχνουν φως στη σκόπιμα παραποιημένη πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου θεωρώ αυτά που φανερώνουν σε όλο της το μεγαλείο τη δύναμη της ψυχής του Κρητικού λαού στη μάχη και στο θάνατο, καθώς και τη συγκέντρωση από το συγγραφέα, σύνταξη και παρουσίαση ενός «Εθνικού Μαρτυρολογίου». Παρά τις τεράστιες δυσκολίες που παρουσίαζε το θέμα ο συγγραφέας κατάφερε να αναγραφούν τα θύματα της περιόδου που πραγματεύεται, έστω και αριθμητικά, κατά χωριό, όταν δεν μπορούσε να έχει στη διάθεσή του πληρέστερα στοιχεία. Κατά μια άποψη σε τρεισήμισι χιλιάδες αριθμούνται τα θύματα των γερμανικών θηριωδιών και εκτελέσεων κατά την περίοδο 1941-45, στο σύνολο των χωριών της Κρήτης. Η έλλειψη ονομαστικών πινάκων όλων των πεσόντων, εκτελεσμένων και εξαφανισθέντων, αποτελεί λυπηρό γεγονός αποτέλεσμα και αυτό της πολλαπλώς τραυματισμένης μετεμφυλιακής εποχής. Είναι γεγονός ότι καμιά υπηρεσία δεν έσκυψε τότε ούτε ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν την εθνική υποχρέωση.
Σκοπός του συγγραφέα είναι η ανάδειξη της σπουδαίας και πλήρους γεγονότων αυτής ιστορικής περιόδου του τόπου μας, προκειμένου να γνωρίσουν και παραδειγματιστούν από τα έργα και τις πράξεις των ηρώων της περιόδου αυτής οι γενιές που θα ακολουθήσουν. Ο κ. Πολιουδάκης το κάνει αυτό με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης και του χρέους απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι γι’ αυτό άξιος του δικαίου επαίνου του τόπου που με τόση ευσυνειδησία υπηρετεί παρουσιάζοντας προς αποκατάσταση της αλήθειας και παραδειγματισμό των νεωτέρων μεγάλες πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας, πράξεις ανώτερου ήθους, ψυχικής καλλιέργειας και ανωτερότητας των Κρητικών για την απόκτηση της πολυπόθητης Ελευθερίας.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Εικόνα έκδοση του
ι. Ναού περί το έτος
1954

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΟΥΣ

-Πλήρης Ασματική Ακολουθία και Παρακλητικός Κανόνας-
Έκδοση Ιερού Ενοριακού Ναού των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων-Ρέθυμνο 1999

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       Δεν περιμένει ο ευσεβής λαός τής Ορθόδοξης Εκκλησίας την επίσημη συνοδική πράξη τού Πατριαρχείου, για να τιμήσει τη μνήμη ενός μεγάλου αγίου, με θαύματα και αγία ζωή και, πιο πολύ, με μαρτύριο για την πίστη τού Χριστού. Αυτό συμβαίνει συχνά στην ιστορία τής Ορθοδοξίας. Το βλέπουμε σε πολλούς αγίους. Το βλέπουμε και στους δικούς μας αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες Αγγελή, Μανουήλ, Γεώργιο και Νικόλαο, από τις Μέλαμπες Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, που μαρτύρησαν στην πόλη τού Ρεθύμνου κατά την 28η Οκτωβρίου 1824. Πολύ πιο πριν από την ημέρα που το Οικουμενικό Πατριαρχείο τους συναρίθμησε με τους Αγίους και τους Ιερομάρτυρες τής Εκκλησίας μας και όρισε να εορτάζεται η μνήμη τους στις 28 Οκτωβρίου κάθε χρόνο, η πίστη και η συνείδηση τού ορθόδοξου ρεθεμνιώτικου λαού τους τιμούσε ως αγίους και τους εόρταζε. Λέγεται, μάλιστα, ότι από τα πρώτα χρόνια, ίσως και από τον επόμενο κιόλας χρόνο τού Μαρτυρίου τους (1825), ψάλλονταν στην επέτειο τού μαρτυρίου τους λειτουργίες για τους Αγίους με βάση την ακολουθία των Αγίων Πάντων, που χρησιμοποιείται «εν πάση εορτή καθ’ ην ήθελεν είναι έλλειψις των αρμοδίων βιβλίων» (Μ. Μ. Παπαδάκι, Οι Τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθέμνου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τ.21<1980>,262).
Πάντως, δεκαπέντε μόλις χρόνια από το μαρτυρικό θάνατό τους υπήρχε, ήδη, η πρώτη ειδική ακολουθία που είχε συνταχθεί με τη συνεργασία τού Μελετίου Νικολετάκι, Μητροπολίτη Κρήτης (1831-39), Καλλινίκου Νικολετάκι, επισκόπου Ρεθύμνης (1832-68) και του λογίου Νικολ. Σταυράκη, Η ακολουθία αυτή δημοσιεύτηκε το 1852, όταν ο Μελέτιος είχε ήδη πεθάνει (1839).
<1980>
Στη συνέχεια, τυπώθηκαν και άλλες ακολουθίες των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων. Το 1877, στην Αθήνα, «επιμελεία και δαπάνη Ιλαρίωνος επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου», και το 1888, στο Ρέθυμνο, στο τυπογραφείο Στ. Εμμ. Καλαϊτζάκη από τον επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιο Ξηρουδάκη. Αυτής της τελευταίας ακολουθίας ανατυπώσεις αποτελούν οι εκδόσεις που έγιναν το 1971 ή 1972, από την Παναγία την Καλυβιανή, στις Μοίρες τού Ηρακλείου, το 1984 από το Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τίτο Συλλιγαρδάκη και το 1985 από τον πρωτ. π. Νικόλαο Κουτσαυτάκη.
Το 1988, ύστερα από παραγγελία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ιερού ενοριακού ναού του Προφήτη Ηλία Καστέλλας, ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, γνωστός Υμνογράφος τής Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας, συνέθεσε νέα πλήρη ι. Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα στους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες τού Ρεθύμνου. Από αυτήν την τελευταία ακολουθία τού μακαριστού πατρός Μικραγιαννανίτου, με την αριθμ. Πρωτ. 38/1-4-1977 έγγραφη άδεια τού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου τού Προφήτη Ηλία τής Καστέλλας, προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Άνθιμο, ο ιερός ενοριακός Ναός των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων Ρεθύμνου προχώρησε σήμερα στην παρούσα πολυτελέστατη έκδοσή του με τον τίτλο: «Οι Άγιοι τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθέμνους -Πλήρης Ασματική Ακολουθία και Παρακλητικός Κανόνας».Την έκδοση προλογίζει ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Άνθιμος με λεπτομερή αναφορά στις ι. ακολουθίες των Αγίων που έχουν γνωρίσει μέχρι σήμερα το φως τής δημοσιότητας, από την πρώτη, του έτους 1852, μέχρι την τελευταία (1998), έκδοση τού ι. Ναού των Τεσσάρων Μαρτύρων που έχουμε σήμερα την αγαθή τύχη να κρατούμε στα χέρια μας σε πολυτελέστατη και εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση και με το παρόν σημείωμά μας να παρουσιάζουμε στο ρεθεμνιώτικο κοινό.
Ακολουθεί γλαφυρότατη εισαγωγή από τον Προϊστάμενο τής ενορίας Πρωτ. π. Ιωάννη Σκαλίδη και τον κ. Ιωάννη Γ. Κουμεντάκη, Θεολόγο και πρώην Γυμνασιάρχη, εκλεκτούς και τους δύο εργάτες στον Αμπελώνα του Κυρίου. Στην εισαγωγή τους αναφέρονται στο νέφος των Μαρτύρων, αυτών των υπέροχων εύοσμων ανθέων τής ορθόδοξης πνευματικότητας και τελειώνουν με μια εξόχως συγκινητική περιγραφή τού μαρτυρίου των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων. Ακολουθεί η ασματική Ακολουθία των Αγίων με τα ψαλλόμενα στον μικρό και στον μεγάλο εσπερινό, στη Λιτή, τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία. Σε παράρτημα παραθέτεται και η δοξολογία για την Εθνική Επέτειο των νικητηρίων, κατά την 28η Οκτωβρίου, δεδομένου ότι η θεία μνήμη των Μαρτύρων συμπίπτει με την ημέρα αυτή .
Το βιβλίο διανθίζεται και με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες φωτογραφίες των εικόνων των Αγίων, του τάφου τους, δίπλα στον ι. Ναό τού αγίου Γεωργίου Περιβολίων και των ι. Ναών των αφιερωμένων στην ιερή μνήμη τους στην πόλη τού Ρεθύμνου και τη γενέτειρα τους, τις Μέλαμπες. Δημοσιεύονται όλες οι παλιές εικόνες που έχουν φιλοτεχνηθεί για τους αγίους από την πρώτη, του 1836, (δώδεκα, μόλις, χρόνια από το μαρτυρικό θάνατό τους!) μέχρι τα πιο σύγχρονα έργα των αγιογράφων Γ. Χρηστίδη, Εμμ. Κιαγιαδάκη, Σπύρου Καλαϊτζαντωνάκη και Δ. Σαρειδάκη.
Πρόκειται για μια νέα αξιόλογη έκδοση των Εκδόσεων -Εκτυπώσεων «Ο Ραδάμανθυς» του Στυλ. Καλαϊτζάκη και Υιών, που από σήμερα προστίθεται στη σειρά των έντυπων εκδόσεων των ι. Ακολουθιών των Αγίων και θα εμπλουτίζει εσαεί την Τοπική μας Αγιολογία και Υμνολογία. Για την πολύτιμη προσφορά τους είναι άξιοι συγχαρητηρίων και πολλών ευχαριστιών όλοι όσοι εργάστηκαν και συνέβαλαν για την έκδοση αυτή. Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο τού ι. ενοριακού Ναού των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων Ρεθύμνης- που, τη στιγμή αυτή, απαρτίζεται από τους: Δ. Σταγκουράκη, Μ. Κτιστάκη, Ε. Αυγουστάκη και Ι. Λιοδάκη- και, ιδιαιτέρως, ο σεμνός και ευσεβέστατος λευίτης, Προϊστάμενος τής ενορίας, πρωτ. π. Ιωάννης Σκαλίδης και ο εκλεκτός Θεολόγος -Γυμνασιάρχης κ. Ιωάννης Κουμεντάκης.

ΜΟΥΡΝΕ ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗ


Μ Ο Υ Ρ Ν Ε
Κεφαλοχώρι τού Ρεθέμνους

[Αθήνα 2008, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 240]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com/

Το έχω επαναλάβει και στο παρελθόν ότι θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή τής ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι, κάθε φορά, άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά ή μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό ερωτικής αγάπης και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής.
Μια τέτοια δουλειά, που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και αποτελεί καρπό ερωτικής προς τον τόπο αγάπης είναι και το βιβλίο που γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας, με τον τίτλο: «Μουρνέ Κεφαλοχώρι τού Ρεθέμνους», του κ. Μανόλη Γ. Παπαδογιάννη. Παρότι, από είκοσι ετών ο Μ. Παπαδογιάννης απουσιάζει από το χωριό του, όμως, δεν έπαυσε ποτέ να βρίσκεται σε στενή επικοινωνία και επαφή μαζί του και να ενδιαφέρεται ειλικρινά γι’ αυτό είτε ως ιδρυτής και πρώτος Πρόεδρος τού Συλλόγου Μουρνιανών Αττικής, θέση την οποία διατήρησε για δεκαεπτά συναπτά χρόνια, είτε ως Πρόεδρος, για μια τετραετία, της κοινότητας Μουρνές Ρεθύμνου, είτε δημοσιεύοντας μελέτες ιστορικού και λαογραφικού περιεχομένου για του χωριό του, το οποίο φαίνεται να έχει, ομολογουμένως, μονοπωλήσει το συγγραφικό του ενδιαφέρον. Έτσι και το βιβλίο του αυτό, των 240 πυκνογραμμένων σελίδων και χωρίς καμιά, ουσιαστικά, φωτογραφία- εκτός δύο και μοναδικών τού Δημοτικού Σχολείου τής Μουρνές- αποτελεί αδιαμφισβήτητη συνέχεια τού παραπάνω ενδιαφέροντός του για το χωριό του.
Το βιβλίο όλο το βάρος το δίνει στα ιστορικά, κυρίως, ντοκουμέντα που για δεκαετίες ολόκληρες ο συγγραφέας του συγκέντρωνε και όχι τόσο στο περιβάλλον και τις άπειρες φυσικές ομορφιές τού χωριού με τις πολλές μουριές, τα νερά και το πράσινο. κατά βάσιν, αποτελεί τυπογραφική αναπαραγωγή παλιών δημοσιευμάτων τού κ. Παπαδογιάννη, που δημοσιεύτηκαν τμηματικά κυρίως στο έγκριτο περιοδικό τού μακαρίτη τού γαμπρού μου Λευτέρη Γ. Δαφέρμου «Προμηθεύς ο Πυρφόρος». Προς τούτο και καταβλήθηκε προσπάθεια σύνδεσης των κεφαλαίων τού βιβλίου και εξασφάλισης τής ενότητας τού κειμένου. Τα αρχικά κείμενα σε πολλά σημεία εμπλουτίστηκαν και συμπληρώθηκαν με νεότερα ιστορικά- βιβλιογραφικά στοιχεία που συγκέντρωσε ο συγγραφέας εκ των υστέρων.
Το βιβλίο διασώζει άφθονα στοιχεία απ’ όλους τους χώρους τού επιστητού με έμφαση- όπως ήδη υπογραμμίσαμε- σε ορισμένα κεφάλαια, σύμφωνα με τα αρχικά δημοσιεύματα που συναπετέλεσαν και συγκρότησαν το βιβλίο. Έτσι, ξεχωρίζουν τα κεφάλαια που αφορούν στους ερειπωμένους οικισμούς και την ερειπωμένη Μονή τού Μαλαθρέ, καθώς και το κεφάλαιο το σχετικό με τα Τοπωνύμια τής κοινοτικής περιφέρειας τής Μουρνές και τις Οικογένειες τού χωριού. Από τους ερειπωμένους, πάλι, οικισμούς που αφθονούν στο χωριό (Χαντάκι, Μαυρίκη, Λαγκά, Ντιμπλοχώρι, Λάκκος, Επίζυγος) πρυτανεύουσα θέση κατέχει η γνωστή Επίζυγος (και Υπίζυγος), το χωριό με τις πολλές μουριές, που καταστράφηκε από τους Τούρκους, μια, κατά την παράδοση, από τις εκατό πόλεις τής Κρήτης (Εκατόμπολης). Εκ των παραπάνω κεντρικών κεφαλαίων, τα τοπωνύμια ο συγγραφέας τα ερμηνεύει περισσότερο σύμφωνα με τη μορφολογία τού χώρου και τις υπάρχουσες παραδόσεις (διασώζοντας πλήθος από αυτές), παρά με τους γλωσσολογικούς και λεξιλογικούς κανόνες,.
Μέγα μέρος τού βιβλίου κατέχουν και οι τοπικοί θρύλοι και παραδόσεις πράγμα που δείχνει την ευαισθησία τού συγγραφέα να διασώσει πράγματα που- όπως και τα τοπωνύμια- αν δεν καταγραφούν και δημοσιευθούν εγκαίρως χάνονται και σβήνουν από τη θύμηση των ανθρώπων. Και ο συγγραφέας φαίνεται από το βιβλίο του ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος στο σημείο αυτό. Η Εισαγωγή του ειδικότερα αποτελείται από μια σειρά γλυκερές αναμνήσεις από τα παιδικάτα του, που τις καταγράφει και τις διασώζει καταλεπτώς. «Θυμούμαι», σημειώνει επανειλημμένα, «αναστορούμαι» τους παλιούς μου συγχωριανούς, και τους σημειώνει έναν προς έναν και με τα χαρακτηρίζοντα αυτούς παρατσούκλια, τις ιστορίες τους, τα αστεία τους και τις ενδυμασίες τους.
Από τον καιρό εκείνο που συνέβαιναν όλα αυτά πέρασε από το μυαλό τού μικρού Μανόλη πολλές φορές η ιδέα, σαν μεγαλώσει και μάθει γράμματα, να κάτσει και να καταγράψει τις όμορφες αυτές ιστορίες. Έκτοτε η ζωή του σημαδεύτηκε μονίμως από αυτήν την αγωνία τού χρέους. καθώς μεγάλωνε και κάθε φορά που βρισκόταν μόνος του, με τον εαυτό του, και ένιωθε κατάστηθα τον αέρα τού αγαπημένου του χωριού, επανέφερε κινηματογραφικά τις παιδικές αναμνήσεις, έπιανε το χαρτί και κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις. Το χρέος βάραινε μέσα του μέχρι σήμερα που ένιωσε βαθιά την ικανοποίηση τής προσφοράς στο χωριό του τού πονήματος αυτού, ως χρέους στην ιερή μνήμη και την αγάπη των προγόνων του.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΟΤΣΥΦΟΣ (1903;- 1936)


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΟΤΣΥΦΟΣ (1903; - 1936)
Ένα σπάνιο υπόδειγμα δασκάλου και κοινωνικού εργάτη

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com/

   Ο Παντελής Κοτσυφός (1903; - 1936) ήταν φιλόλογος καθηγητής και αρχαιοδίφης, από το Ρουσοσπίτι Ρεθύμνου. Διετέλεσε άμισθος Διευθυντής (Επιμελητής) τού πρώτου Μουσείου Ρεθύμνου, στην οδό Καστρινογιαννάκη, που είχε ιδρύσει ο «Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος»[1], καθώς και μέλος τής «Εταιρείας των Φίλων Ρεθύμνης».

  Από τους Ρεθεμνιώτες τής εποχής του ο Κοτσυφός θεωρήθηκε θύμα τής μεγάλης του εργατικότητας και των αδιάπαυστων προσπαθειών του προκειμένου να τακτοποιήσει και διοργανώσει το πρώτο εκείνο Μουσείο τού Ρεθύμνου, το Μουσείο που υπήρξε ο πυρήνας και η απαρχή τού σημερινού αρχαιολογικού Μουσείου τής πόλης. Σε αυτές, λοιπόν, τις κοπιώδεις και εξαντλητικές προσπάθειες που κατέβαλλε ο Κοτσυφός και τις πολύωρες μεταμεσονύκτιες φιλολογικές και αρχαιολογικές μελέτες που επιδιδόταν για την ουσιαστικότερη και αποτελεσματικότερη απόδοσή του στο πολυσχιδές έργο που είχε αναλάβει, αποδόθηκε από τους συμπολίτες του η ασθένεια που τον οδήγησε, τελικά, στον θάνατο, η φυματίωση, μια ασθένεια τής εποχής που έκανε θραύση και είχε να κάνει με τις κακές συνθήκες ζωής, τη σκληρή δουλειά και την κακή διατροφή και διαβίωση[2].

  Και πράγματι, ο Παντελής Κοτσυφός υπήρξε ο κλασικός τύπος ανθρώπου «παθόντος εν τη υπηρεσία και για την υπηρεσία». Και αυτό έρχεται να μας το διαβεβαιώσει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο ο μόνος αρμόδιος και κατάλληλος να εκφράσει άποψη, ο καθηγητής του και τώρα προϊστάμενος και καλός συνάδελφός του στο Γυμνάσιο Ρεθύμνου, Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Γ. Πρεβελάκης. Γράφει, λοιπόν, ο Πρεβελάκης, ανάμεσα στα άλλα, σε σχετικό επικήδειο λόγο του για τον πρόωρο θάνατο τού «πεφιλημένου μαθητού και νυν οτρηρού και ενθουσιώδους συναδέλφου», Παντελή, και τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: «Και το μικρόν παρ’ ημίν αρχαιολογικόν Μουσείον εν ω με προφανή κίνδυνον της υγείας του και τής ζωής του ο χαλκέντερος διενυκτέρευε φυλάττων ως άλλος Κέρβερος, επιμελώς τακτοποιών και εμβριθώς μελετών τα εν αυτώ ολίγα μεν πολύτιμα δε αρχαία, βαθύτατα θα αισθανθεί την έλλειψιν τού επιμελητού του, εις ου την επιμέλειαν και τας αόκνους προσπαθείας εστήριζεν ελπίδας πολλάς και βασίμους ου μόνον αποκτήσεως στέγης ιδίας και ανταξίας των εν αυτώ κειμένων, αλλά και πλουτισμού αυτού διά νέων εκ περισυλλογής και εξ ανασκαφών ανά τον νομόν Ρεθύμνης ευρημάτων»[3].

  Αλλά και ο ίδιος ο Κοτσυφός, στην τελευταία του επιστολή προς τον Γυμνασιάρχη του Μιχαήλ Πρεβελάκη, που την έστειλε από την Αθήνα ένα χρόνο μετά την απομάκρυνσή του από τα καθηγητικά και λοιπά καθήκοντά του, λόγω τής σοβαρής ασθενείας που τον είχε καταβάλει, έγραφε τα εξής άκρως συγκινητικά: «Λυπούμαι, σεβαστέ μου Γυμνασιάρχα, διότι ευρίσκομαι εις την σκληράν ανάγκην να διακόψω την διδασκαλίαν, αλλ’ ελπίζω ότι χάριτι θεία θα επαναλάβω αυτήν μετά την ανάκτησιν τής υγείας μου θάττον ή βραδύτερον, ζητώ δε να λάβω σύνταξιν ως παθών εν τη υπηρεσία και δι’ αυτήν, ίνα μη αποθάνωμεν εν τω μεταξύ υπό τής πείνης και εγώ και η δυστυχής μητέρα μου».

  Ο Παντελής προαισθανόμενος τον θάνατό του, βαθιά πικραμένος, ενδιαφέρεται και φροντίζει για την γριά μητέρα του, που μετά τον θάνατό του θα την άφηνε μόνη, πια, στη ζωή, χωρίς καμιά σύνταξη και την παραμικρή οικονομική δυνατότητα. Ήδη γιος και μητέρα είχαν περιέλθει σε μεγάλη οικονομική δυσπραγία, αφού για λόγους υγείας, τώρα και ένα χρόνο, ο Παντελής διατελούσε σε καταναγκαστική αργία και έμενε χωρίς μισθοδοσία. Προβλέπει, λοιπόν, τα επερχόμενα χειρότερα, για την μάνα, δεινά και ζητά ο υπερήφανος και φιλόστοργος γιος και ελπίζει σε μια σύνταξη ως «παθόντος εν τη υπηρεσία», αφού δεν είχε προλάβει να τεκμηριώσει δικαίωμα σύνταξης, μιας σύνταξης που θα απέβαινε ο μόνος, για τη δύστυχη μάνα, οικονομικός πόρος στη ζωή της, για να θυμάται τον φίλτατο γιο και να μην καταστεί βάρος σε κανένα, φίλο ή συγγενή.

  Στον πρόωρο, πάντως, θάνατο τού Κοτσυφού φαίνεται ότι συντέλεσαν και τα πολλά και σφοδρά κτυπήματα που αλλεπάλληλα τού επιφύλαξε η μοίρα στη ζωή. Ανύπανδρος, ακόμα, λόγω τού νεαρού τής ηλικίας του, διέμενε μόνος με τη γριά μητέρα του, η οποία στο παρελθόν είχε χάσει και άλλα παιδιά της, βλέποντας τα να πέφτουν το ένα μετά το άλλο και, τώρα, τελευταίος τής είχε απομείνει ο Παντελής της, το μόνο στήριγμα και η απαντοχή των γηρατειών της. Με τον θάνατον και εκείνου η γριά μητέρα θα έμενε πια μόνη, έρημη και αβοήθητη στον κόσμο.

   Ο Παντελής Κοτσυφός πέθανε νεότατος (Αύγουστο 1936), στον έβδομο, μόλις, χρόνο από τον διορισμό του στην παιδεία (1928), στο φθισιατρείο «Διόνυσος» τής Αθήνας, όπου για μήνες ολόκληρους έβλεπε τη ζωή του να σβήνει, με συνεχείς αιμοπτύσεις, και να χάνεται κάτω από τη φοβερή ασθένεια[4].



Φωτό: Παντελής Κοτσυφός (1903;- 1936) (Η φωτ.προέρχεται από τη συλλογή τού κ. Γιώργη Δρανδάκη)



   Ο Παντελής Κοτσυφός υπήρξε εξαιρετικά αγαπητός στους μαθητές και συναδέλφούς του. Σε όλους τους Ρεθεμνιώτες άφησε μνήμη αγαθή ως πρόθυμος και ευσυνείδητος εθελοντής δάσκαλος και κοινωνικός σκαπανέας. Γι’ αυτό και ο πρόωρος θάνατός του θεωρήθηκε από όλους απώλεια μεγάλη και δυσαναπλήρωτο το κενό που άφηνε πίσω του.

  Όπως υπεύθυνα βεβαιώνει και πάλι ο προϊστάμενος του στον «Οίκο Παιδείας», Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Πρεβελάκης, ο Παντελής Κοτσυφός βοηθούσε πρόθυμα τη διεύθυνση τού σχολείου, αναπλήρωνε όλους τους απόντες συναδέλφους του, παρακολουθούσε από κοντά την εν γένει αγωγή και συμπεριφορά των μαθητών του ως φίλος και μεγαλύτερος αδελφός και βοηθούσε και καθοδηγούσε φροντιστηριακά τους αδύνατους στα μαθήματά τους δωρεάν, εντός και εκτός σχολείου, μεταβαίνοντας προς τούτο, αν χρειαζόταν, και σ’ αυτά τα σπίτια τους, πράγματα εντελώς άγνωστα σε μια εποχή που οι καθηγητές ήταν, κατά τεκμήριο, εξαιρετικά απόμακροι και σοβαροί και τους κυρίευε ο αυταρχισμός και η αυστηρότητα.

  Κι εμείς σήμερα, εβδομήντα δύο χρόνια από τον θάνατό του, ευχόμαστε αιωνία η μνήμη τού Παντελή Κοτσυφού.


[1] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, «Ο Κωνσταντίνος Εμμ. Πετυχάκης (1853- 1929) και ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ρεθύμνης», περιοδ. Αναζητήσεις, Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ρεθύμνου, τ. 3-4 (1996), 99- 105.
[2] Βλ. και σχετικό «Ευχαριστήριον» τού Π. Κοτσυφού, ως Επιμελητή τού Μουσείου Ρεθύμνου, προς τον ρεθεμνιώτη γιατρό Γεώργιο Χατζηγρηγόρη, όπου καταγράφονται υπό τού Κοτσυφού λεπτομερώς αρχαιότητες προερχομένες από διάφορα μέρη τού Νομού Ρεθύμνης και τής Κρήτης, γενικότερα, που δωρήθηκαν από τον Γ. Χατζηγρηγόρη προς το Μουσείο Ρεθύμνου(«Ευχαριστήριον», εφημερ. Ο Τύπος 17-1-1935).
[3] Μιχαήλ Πρεβελάκη, «Παντελής Κοτσυφός», Κρητική Επιθεώρησις τής 2/9/1936.
[4] Κρητική Επιθεώρησις τής 28/8/1936.

ΜΕΡΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ»


ΜΕΡΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ «ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ»

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com/

   ΑΜΜΟΣ ΠΟΡΤΑ [και Σαμπιονάρα (Sabbionara)επί Ενετοκρατίας] ακουγόταν η σημερινή πλατεία μέχρι και το έτος 1930, που ονομάστηκε «Πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη», λόγω, ακριβώς, του ομώνυμου Ηρώου, που στήθηκε σε αυτήν στις 9/11/1930, με την ευκαιρία τού εορτασμού τής τακτικής επετείου τής Αρκαδικής Εθελοθυσίας και της Εκατονταετηρίδας τής Ελληνικής ανεξαρτησίας (1830-1930). Για την κατασκευή τού μνημείου συστάθηκε ερανική επιτροπή με πρόεδρο τον Μάνο Τσάκωνα. Γλύπτης ο Δ. Ν. Περάκης[1]. Πιο πριν από το έτος αυτό, είχε διατυπωθεί πρόταση από την εφημερίδα τού Ρεθύμνου «Κρητική Επιθεώρηση» - που, τον καιρό εκείνο, διατηρούσε τα Γραφεία της στην εν λόγω πλατεία- να ονομαζόταν πλατεία «Αρκαδίου»[2], ενώ διατυπώθηκε και η άποψη το Ηρώο τού «Αγνώστου Στρατιώτη» να στηνόταν στον χώρο μπροστά από το Γυμνασιακό Παρθεναγωγείο, δηλαδή στη σημερινή πλατεία «Τεσσάρων Μαρτύρων»[3].

Φωτ. 1. Ο "Άγνωστος Στρατιώτης" δαφνοστεφανωμένος την ημέρα των αποκαλυπτηρίων (9-11-1930).

   Εδώ, παλιοτέρα, υπήρχε άλλη μια από τις πύλες των τειχών (η ανατολική), που περιέκλειαν το Ρέθυμνο, και γι’ αυτό το β΄ συνθετικό τού τοπωνυμίου «Πόρτα», ενώ για το πρώτο δεν χρειάζεται, νομίζω, ερμηνεία, γιατί είναι «τοις πάσι» γνωστό ότι η περιοχή- όπου βρισκόταν αυτή η ανατολική Πόρτα τού βενετσιάνικου τείχους- έχει πολλή άμμο, που, μάλιστα, στις μέρες μας δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στο «Καινούριο Λιμάνι», όπως και επί Ενετοκρατίας στο αντίστοιχο «Ενετικό». Γιατί η θέση τού νέου λιμανιού δεν ήταν, ασφαλώς, εκεί που έγινε και η περίπτωση, τουλάχιστον, του βενετσιάνικου λιμανιού και του παθήματος των Βενετών με τις συνεχείς, παρά τον υπόγειο οχετό που προβλέψανε, προσαμμώσεις του- προϊόν σε μεγάλο βαθμό των επικρατούντων βορειοανατολικών ανέμων και τού θαλάσσιου ρεύματος που περνά από τα βόρεια παράλια τής Κρήτης[4]- θα έπρεπε να μας είχε γίνει μάθημα.

   Εδώ, επίσης, υπήρχε ο προμαχώνας τής Αγίας Βαρβάρας (Santa Barbara), που αποτελούνταν από θολωτά κτίσματα (στρατιωτικά καταλύματα) στη σειρά, που έβλεπαν σε μια εσωτερική αυλή[5]. Στα κτίσματα αυτά, επί Ενετοκρατίας, έμεναν Αλβανοί μισθοφόροι και γι’ αυτό και η ευρύτερη περιοχή ονομάστηκε «Αρβανιτ(θ)ιά». Κατά τον Στυλ. Αλεξίου υπήρχαν δεκαεπτά[6] συνολικά θολωτά κτίσματα- «θόλοτα» τα αποκαλούσε ο λαός- από τα οποία τρία- τέσσερα, με πρόσοψη προς την οδό Εθνάρχου Μακαρίου, συνεχίζουν να σώζονται μέχρι και τις μέρες μας. Τρία παρόμοια κτίσματα σώζονται, επίσης, στο ίδιο, περίπου, ύψος με αυτά τού «Αγνώστου Στρατιώτη», επί τής λεωφόρου Κουντουριώτη. Η εξωτερική διαμόρφωσή τους σήμερα δεν αφήνει να φανεί η παλιά αρχιτεκτονική τους, όπως, όμως, αυτή γίνεται σαφώς ορατή και κατανοητή μέσα από τον πίνακα τού Ρεθύμνου τού Ανώνυμου Ρεθεμνιώτη Ζωγράφου, του πρώτου μισού τού 17ου αιώνα. Σε ένα από τα θολωτά αυτά κτίσματα (θόλοτα) διέμενε μέχρι το τέλος τής δεκαετίας τού εβδομήντα η οικογένεια του Επιθεωρητή Γεώργ. Φ. Δαφέρμου, που εξέδιδε τον «Προμηθέα Πυρφόρο», και σε αυτό ανέθρεψε την πολύτεκνη, από επτά τέκνα οικογένειά του, που όλα διέπρεψαν στην κοινωνία τού Ρεθύμνου. Το έτος 1960 γκρεμίστηκαν δυο από τα κτίσματα και επεκτάθηκε η οδός Γερακάρη μέχρι την Εθνάρχου Μακαρίου.

   Φωτ. 2. Ο "Άγνωστος Στρατιώτης" από την πλατεία Κολονακίου, γύρω στα 1930. Στην πλατεία του "Αγνώστου" διακρίνονται δυο από τα "θόλοτα".

   Στην περιοχή τής Σαμπιονάρα μέχρι και τις αρχές τού παρελθόντος αιώνα δείχνονταν τα ερείπια παλιού ανεμόμυλου και υπήρχε μεγάλο περβόλι με μαγκανοπήγαδο[7]. Πάντως, ακόμα και το έτος 1936 η πλατεία, παρότι τον καιρό εκείνο ήταν το τέρμα των μεγάλων οδικών αρτηριών που έφθαναν από το Ηράκλειο, τον Μυλοπόταμο και την Ι. Μονή Αρκαδίου στο Ρέθυμνο και διέθετε το μοναδικό κόσμημα της πόλης, τον ανδριάντα τού «Αγνώστου Στρατιώτη», όμως συνέχιζε να παραμένει αδιαμόρφωτη και ένας σωστός σκουπιδόλακκος, μεγάλη ασχήμια για την πόλη. Στο προς την παραλία, μάλιστα, τμήμα της ρίχνονταν μονίμως με τα κάρα τής εποχής σκουπίδια, λίθοι, πλίνθοι και κάθε είδους ακαθαρσία, ώστε να διαμαρτύρονται συχνά οι τοπικές εφημερίδες[8].

            Φωτ. 3. Η παραλία τού Ρεθύμνου στο ύψος τής πλατείας τού "Αγνώστου Στρατιώτη".

   Όπως, περαιτέρω, εύστοχα σημειώνει ο συμπολίτης αρχιτέκτονας Γιάννης Σπανδάγος, ο ανδριάντας τού στρατιώτη τού ηρώου προκάλεσε αντιδράσεις από την πρώτη στιγμή τής δημιουργίας του. Αφενός, γιατί φορά στολή τού γαλλικού στρατού (και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε «Γάλλος») κι αφετέρου γιατί οι Ρεθυμνιώτες ήθελαν ένα μνημείο με αναφορά σε τοπικούς αγώνες και θυσίες και πιο συγκεκριμένα στο Αρκάδι[9]. Εξάλλου, ούτε καλλιτεχνικά αξίζει το εν λόγω μνημείο. Παρ’ όλα αυτά, το ηρώο- και σωστά πρότεινε ο κ. Σπανδάγος- πρέπει να διατηρηθεί, γιατί υπάρχει σε αυτήν τη θέση σχεδόν ογδόντα χρόνια, έχει συνδεθεί στενά με τους Ρεθεμνιώτες και είναι ένα από τα λίγα μνημεία των αρχών τού 20ου αιώνα στο Ρέθυμνο. Άσχετα, λοιπόν, από την καλλιτεχνική του αξία δεν παύει να είναι το «Ηρώο» μας[10].

Τέλος, σχετικά με τον προσανατολισμό που δόθηκε, με την τελευταία ανάπλαση τής πλατείας, στο Ηρώο και σχετικά με κάποιες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν από τον ημερήσιο τύπο («Κρητική Επιθεώρηση») είμαι τής γνώμης ότι δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι το Ηρώο «ατενίζει» υποχρεωτικά το πιστωτικό κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να θεωρήσουμε ότι «στρέφεται» προς την «Ανατολή» απ’ όπου πηγάζει και έρχεται το «φως» και όποιο φως και αν είναι αυτό (θρησκευτικό- πνευματικό, υλικό), είναι, όμως, πάντοτε, «φως»! Επίσης, δεν είναι υποχρεωτικό προηγουμένως το Ηρώο να στρεφόταν αναγκαστικά προς την κατεύθυνση απ’ όπου έρχεται ο εχθρός και την αναφορά που έγινε- αν θυμάμαι καλά- από τον κ. Δήμαρχο των μνημείων τού Κεμάλ Ατατούρκ στην Μικρά Ασία, που όλα «κοιτάζουν» μονίμως προς τη θάλασσα τού Αιγαίου. Ο προσανατολισμός τού μνημείου προς τη θάλασσα θα μπορούσε κάλλιστα να συνδεθεί και ερμηνευτεί με την ενατένιση τού «άπειρου», που συχνά ταυτίζεται με τη θάλασσα, με ό,τι υψηλό και ωραίο συμβολισμό θα μπορούσε και η ερμηνεία αυτή να προσλάβει.

Πάντως, παρότι και οι δυο παραπάνω απόψεις, για τους λόγους που ήδη εξέθεσα, με βρίσκουν σύμφωνο και με εκφράζουν- πέραν των λοιπών πρακτικών λόγων που, όπως θυμάμαι, εξέθεσε ο κ. Δήμαρχος- προτιμώ την «αλλαγή» κατεύθυνσης που έδωσαν οι μελετητές τού σημερινού σχεδίου, με την ενατένιση από τον «Άγνωστο Στρατιώτη» τής Ανατολής, της πηγής τού φωτός.

-----------------------------------------
[1] Βλ. σχετικά Κωστή Ηλ. Παπαδάκη (επιμέλεια), Γλυπτά και Ενεπίγραφες Πλάκες τού Ρεθύμνου, Έκδοση 1ου Γυμνασίου Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2000, 26-27. Επίσης, Εφημερίς των Συζητήσεων 13-11-1930, όπου καταγράφεται όλο το ιστορικό των αποκαλυπτηρίων τού μνημείου και δημοσιεύεται η ομιλία τού Π. Τσάκωνα, Προέδρου των Εφέδρων Αξιωματικών Ρεθύμνου και Κρητική Επιθεώρησις 13-11-1930.
[2] Κρητική Επιθεώρησις τής 12/3/1926. Βλ. και Κρητική Επιθεώρησις τής 10/3/1930.
[3] Κρητική Επιθεώρησις τής 11/8/1929.
[4] Α. Μαλαγάρη- Χ. Στρατιδάκη, Ρέθυμνο, Αθήνα 19872, 18.
[5] Γιάννη Σπανδάγου, «Ρέθυμνο 1900», στον συλλογικό τόμο Ρέθυμνο 1898-1913, από την Αυτονομία στην Ένωση, Ρέθυμνο 1898, χ.σ (μετά τη σελ. 96).
[6] Κατά τον Ανδρ. Νενεδάκη (Ρέθεμνος τριάντα αιώνες πολιτεία, 1983) τα θολωτά κτίσματα ήταν δεκαεννιά.
[7] Νενεδάκης Ανδρέας, Οι Βουκέφαλοι, Αθήνα 199119.
[8] «Προς Εξωραϊσμόν», Κρητική Επιθεώρησις 4-1- 1934, «Η πλατεία Ηρώων», Κρητική Επιθεώρησις 11-1-1934 και «Αφόρητος κατάστασις», Κρητική Επιθεώρησις 15-8- 1936.
[9]Πρβλ. την πρόταση τής εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρηση», που σημειώσαμε στην πρώτη παράγραφο τού παρόντος άρθρου μας.
[10] Γιάννη Σπανδάγου, «Η πλατεία τού Αγνώστου Στρατιώτη και το Ηρώο», Κρητική Επιθεώρηση, 3/4/2008.

Αγαπητοί μας νεκροί: Ας μην σκορπίσει το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει… (Ανδρέας Κάλβος)

Αγαπητοί μας νεκροί: Ας μην σκορπίσει το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει…    
 (Ανδρέας Κάλβος)
 (Με την ευκαιρία τού αρχιερατικού μνημόσυνου “Για τους Νεκρούς” και τον Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μαρκάκη στα Κεραμέ- H ομιλία τού Κωστή Ηλ. Παπαδάκη)
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com/

Ο «Σύλλογος Κεραμιανών τής Αθήνας “Ο Άγιος Παντελεήμων”» τέλεσε την Κυριακή 10 Αυγούστου 2008, στα Κεραμέ Δήμου Λάμπης, για τέταρτη συνεχή χρονιά, αρχιερατικό μνημόσυνο συμπροσευχής και αγάπης στη μνήμη των νεκρών τού χωριού, με την παρουσία τού Δημάρχου Λάμπης κ. Ταταράκη και πλήθους χωριανών.
Είναι ευτυχείς οι λαοί και οι κοινωνίες που ξέρουν να μελετούν την ιστορία τους και τους προγόνους τους και να διδάσκονται και να παραδειγματίζονται από τις πράξεις τους και τα επιτεύγματά τους. Ο ανιστόρητος άνθρωπος είναι όν α-πολιτικό, δεν έχει κοινωνικό και πολιτικό ήθος και γι’ αυτό και δεν μπορεί να θεωρείται καλός πολίτης.
Και σε αυτήν την έξοχη και, συχνά, ασύλληπτη για τον κοινό νου διάσταση τής «ιστορικής μνήμης» και του παραδειγματισμού των μεταγενεστέρων θεωρώ ότι εξακτινώνεται η σημασία τής απόφασης τού «Συλλόγου Κεραμιανών τής Αθήνας “Ο Άγιος Παντελεήμων”» να απονέμει σε ετήσια βάση μνήμη τιμής, αγάπης και αφοσίωσης στο παράδειγμα που μας άφησαν οι νεκροί τού χωριού. Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος εντάσσεται, νομίζουμε, και η πρόσφατη απόφαση του Συλλόγου να τιμήσει με προτομή, σε κεντρικό σημείο τού χωριού, τον μεγάλο άνδρα Βασίλειο Μαρκάκη, Μητροπολίτη Κρήτης, γέννημα και θρέμμα τού Κεραμέ, δήμου Λάμπης, της πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου.

Εικ. 1. Σε ιδιόχειρη σημείωσή του ο Βασίλειος σημειώνει: "Εις τας Καρυάτιδας εν Παρθενώνι τη 28-11-36.+ ο Αρκαδίας Βασίλειος".

Έτσι, κατόπιν αιτήματος τού Συλλόγου προς τον αρμόδιο Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίο, συστάθηκε 11 μελής Επιτροπή, με Πρόεδρο τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη, προκειμένου να αρχίσει τη διαδικασία υλοποίησης τού στόχου απονομής τιμής στο πρόσωπο τού Βασιλείου Μαρκάκη.
Θεωρώ τον εαυτόν μου ιδιαίτερα ευτυχή γι’ αυτήν την απόφαση τού υπερδραστήριου Συλλόγου Κεραμιανών τής Αθήνας και τού ακούραστου Προέδρου του, φίλου Γιάννη Μιχελακάκη. Όταν πριν από οκτώ, ακριβώς χρόνια έγραφα τη βιογραφία τού Βασιλείου Μαρκάκη με πόνο ψυχής, ανάμεσα στα άλλα, σημείωνα στο βιβλίο μου και τα εξής. «και δυστυχώς η θαυμάσια αυτή εκκλησιαστική μορφή παραμένει σήμερα εντελώς ξεχασμένη και σ’ αυτό το ίδιο το νησί του, που με τόσο πάθος αγάπησε και υπηρέτησε σε τόσο δύσκολες και δραματικές για τον τόπο στιγμές. Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατό του (+ Ιαν.1950) και όμως ούτε μια αράδα δεν έχει ακόμα συνταχτεί γύρω από την προσωπικότητα και το θεάρεστο έργο του, ενώ ούτε μια προτομή ή, έστω, ένας δρόμος δεν υπάρχει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο, ή το χωριό του, τον Κεραμέ, που να μας υπενθυμίζει την αληθινά πληθωρική και κατάλευκη βιβλική μορφή του. Και όμως, ο όλος βίος και η αγία πολιτεία του, η πραότητα, η φιλανθρωπία, η αγάπη του προς τον συνάνθρωπο, και, κυρίως, η πατριωτική προσφορά του κατά τα δίσεκτα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, θα μπορούσαν, ασφαλώς, να αποτελέσουν λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση από τους μεταγενεστέρους».

Εικ. 2. Ο Βασίλειος, με την ασκητική ζώνη να διακρίνεται ελαφρά στη μέση, στο φράγμα τού Μαραθώνα, στις 29-11-1936.
Ο Βασίλειος Μαρκάκης γεννήθηκε στα Κεραμέ, το έτος 1872. Το Σεπτέμβριο τού 1898, ο Βασίλειος, ιεροδιάκονος ακόμα, διαδέχεται στη διεύθυνση της Σχολής τού Αγίου Πνεύματος τον λαμπρό φιλόλογο και λόγιο καθηγητή τού Γυμνασίου Ρεθύμνης Μιχαήλ Πρεβελάκη, ο οποίος είχε τη διεύθυνση τής Σχολής από το 1895. Με αξιοσημείωτο ζήλο και αφοσίωση ο Βασίλειος εργάστηκε για δύο συνολικά χρόνια για την πνευματική και υλική καθοδήγηση των εβδομήντα και πλέον τροφίμων της Σχολής, που προέρχονταν από τις επαρχίες Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου και Σφακίων. Το σχολείο και οικοτροφείο τού Αγίου Πνεύματος δεν είχε τώρα πια τίποτε να ζηλέψει από τα ευρωπαϊκά πρότυπα τής εποχής του.
Το έτος 1902 ο Βασίλειος Μαρκάκης χειροτονείται από την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας τής Κρήτης επίσκοπος Αρκαδίας, στη Μεσαρά Ηρακλείου. Ως επίσκοπος, πέραν των καθαρά εκκλησιαστικών δραστηριοτήτων του, ο Βασίλειος εργάστηκε αποτελεσματικά και στον κοινωνικό τομέα και προσέφερε σπουδαίες υπηρεσίες σε παραγωγικά, κυρίως, και γεωργικά έργα και σε διανοίξεις αγροτικών δρόμων. Έτσι, το έργο που κυρίως ανέδειξε τον Βασίλειο στο χώρο αυτόν τής κοινωνικής- αγροτικής προσφοράς ήταν η περίφημη Πρακτική Γεωργική Σχολή της Μεσαράς. Για πρώτη φορά, την εποχή εκείνη, ακουγόταν Ιεράρχης, πέραν των καθαρών επισκοπικών του καθηκόντων, να ασχολείται και με τα παραγωγικά και γεωργικά έργα των ανθρώπων. Οι χωρικοί στο σεμνό πρόσωπο τού Βασιλείου αναγνώρισαν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τόσο τον επίσκοπό τους ποιμένα και διδάσκαλο της εκκλησίας όσο και τον πρωτοπόρο και προοδευτικό γεωργό, τον πολύτιμο γεωπόνο στις διάφορες αγροτικές και γεωργικές τους εργασίες που τόσο πολύ τον είχαν ανάγκη. Και αυτό ακριβώς είναι που τον καταξίωνε απεριόριστα στη συνείδηση τού πληρώματος τής Εκκλησίας.

Εικ. 3. Μια ακόμα πολύτιμη φωτογραφία τού Αρκαδίας Βασιλείου, στην οποία εικονίζεται, λουσμένος από το φως τής δικής του δημιουργίας, να στέκεται μπροστάρης πάνω στην αλωνιστική μηχανή, "κατά την έναρξιν τού αλωνισμού", όπως ιδιοχείρως σημειώνει, "της εν Γόρτυνι Κρήτης Γεωργικής Σχολής, 1937".
Αργότερα, το έτος 1941 και ενώ είχε ήδη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Αρκαδίας Βασίλειος εκλέγεται Μητροπολίτης Κρήτης στον θρόνο τού αγίου Τίτου, στο Ηράκλειο(1941-1950). Η εκλογή τού Βασιλείου σε Μητροπολίτη Κρήτης στη διάρκεια τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα τον αναδείξει σε έναν αληθινά φλογερό, έντιμο και αγνό πατριώτη και κληρικό. Εξαπολύοντας εγκυκλίους του προς τους ναούς όλης τής Κρήτης ο Βασίλειος εμψυχώνει από το ένα μέχρι το άλλο άκρο του νησιού τον Κρητικό λαό και στρέφεται ευθέως κατά των στυγνών κατακτητών, καλώντας ιερείς, μοναχούς και λαϊκούς να αναλάβουν έργο διαφώτισης τού λαού. Ο άμβωνας τού αγίου Μηνά έγινε από τον Βασίλειο φάρος παρηγοριάς και ελευθερίας αλλά και βήμα περήφανο εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Το κήρυγμά του, όπως και των άλλων ιερωμένων είχε διπλή μορφή. είτε τη συμβολική, αλληγορική είτε την ευθαρσή ομολογία και προτροπή για αγώνα. Έτσι, ο Βασίλειος μετά από κάθε λειτουργία στον άγιο Μηνά και αλλού βροντοφωνούσε θαρρετά παραδειγματίζοντας και δυναμώνοντας τα πλήθη: «Καλή Λευτεριά!» και σε κάθε μεγάλη εορτή: «Και του χρόνου λεύτεροι!». Επίσης, κατά τις διάφορες εκτελέσεις ο Βασίλειος καυτηρίαζε δριμύτατα τη βαρβαρότητα των κατακτητών και, με τον καιρό, έφτασε να θεωρείται ως ο πνευματικός ηγέτης πάντων των αγωνιζομένων Κρητικών. Συνέπεια τής δράσης του αυτής ήταν η σύλληψή του από τους κατακτητές στις 26 Μαρτίου 1942 και η βίαιη απομάκρυνσή του στην Αθήνα, όπου, για μια τριετία περίπου, μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου 1945, κρατήθηκε εξόριστος μακριά από το αγαπημένο του ποίμνιο και κάτω από αυστηρότατη επιτήρηση.

Εικ. 4. Το εξοριστήριο έγραφο τού Μητροπολίτη Κρήτης Βασιλείου Μαρκάκη-Έγγραφο Γερμανού Διοικητή Κρήτης.

Η τριετής, όμως, παραμονή τού Βασιλείου κατά την εποχή εκείνη τού λιμού και της ανέχειας στην Αθήνα ήταν κάτι παραπάνω από εξορία. οι κακουχίες και οι στερήσεις τής γερμανικής κατοχής υπέσκαψαν σοβαρά την ήδη εύθραυστη υγεία του και, με την παρέμβαση τής υποτυπώδους ελληνικής πολιτείας, μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο αθηναϊκό θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός», όπου παρέμεινε το μεγαλύτερο διάστημα τής εκεί εξορίας του. Όμως, τα τραύματα από τον κλονισμό που γνώρισε η υγεία του δεν έκλεισαν, έκτοτε, ποτέ πια μέχρι τον θάνατό του, που επήλθε στις 10 Ιανουαρίου 1950.
Αυτός υπήρξε ο Μητροπολίτης Κρήτης Βασίλειος Μαρκάκης. Ένας άνδρας με αδαμάντινο ήθος, ακέραιο χαρακτήρα, βαθιά ανθρωπιστικά αισθήματα και απέραντη καλοσύνη. Σε καιρό ειρήνης ο σεβάσμιος Γέροντας των Ηρακλειωτών και ο χαρισματικός, σε καιρό πολέμου, ηγέτης τής επαναστατημένης εθνικής συνείδησης των «απανταχού Κρητών», το υψηλό καύχημα των συγχωριανών του Κεραμιανών, και ο στύλος και ευεργέτης τής μεγάλης και ιστορικής τού Αγίου πνεύματος Σχολής και της τροφού Ιεράς τού Πρέβελη Μονής.
Με όλα αυτά ο Βασίλειος αποτελεί το φωτεινό παράδειγμα ενός ακόμα άξιου ποιμένα ανάμεσα στους χιλιάδες Έλληνες ρασοφόρους που θυσιάστηκαν στους μακραίωνες αγώνες τού έθνους. Η ζωή του αποτελεί για τους νέους, κυρίως, διδασκαλία υψηλού εθνικού και θρησκευτικού περιεχομένου, που προβληματίζει έντονα και με τρόπο θετικό και βέβαιο σε θέματα που άπτονται τής έννοιας τού χρέους και της ενσυναίσθησης τής κοινωνικής ευθύνης και αγαθοποιΐας.