Περιεχόμενα
- α.ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ-ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (1)
- β. ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟ (126)
- γ. ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (79)
- γ. ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΩΝ (4)
- δ1. ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (15)
- δ1. ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (16)
- δ1. ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (50)
- δ1. ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ- ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (1)
- δ2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (82)
- ε1. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΩΝ (269)
- ε2. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ (66)
- ε3. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ (10)
- ε4. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ (1)
- ε4. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΡΓΩΝΤΕΧΝΗΣ (9)
Αγαπητοί μας νεκροί: Ας μην σκορπίσει το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει… (Ανδρέας Κάλβος)
Ο «Σύλλογος Κεραμιανών τής Αθήνας “Ο Άγιος Παντελεήμων”» τέλεσε την Κυριακή 10 Αυγούστου 2008, στα Κεραμέ Δήμου Λάμπης, για τέταρτη συνεχή χρονιά, αρχιερατικό μνημόσυνο συμπροσευχής και αγάπης στη μνήμη των νεκρών τού χωριού, με την παρουσία τού Δημάρχου Λάμπης κ. Ταταράκη και πλήθους χωριανών.
Έτσι, κατόπιν αιτήματος τού Συλλόγου προς τον αρμόδιο Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίο, συστάθηκε 11 μελής Επιτροπή, με Πρόεδρο τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη, προκειμένου να αρχίσει τη διαδικασία υλοποίησης τού στόχου απονομής τιμής στο πρόσωπο τού Βασιλείου Μαρκάκη.
Η τριετής, όμως, παραμονή τού Βασιλείου κατά την εποχή εκείνη τού λιμού και της ανέχειας στην Αθήνα ήταν κάτι παραπάνω από εξορία. οι κακουχίες και οι στερήσεις τής γερμανικής κατοχής υπέσκαψαν σοβαρά την ήδη εύθραυστη υγεία του και, με την παρέμβαση τής υποτυπώδους ελληνικής πολιτείας, μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο αθηναϊκό θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός», όπου παρέμεινε το μεγαλύτερο διάστημα τής εκεί εξορίας του. Όμως, τα τραύματα από τον κλονισμό που γνώρισε η υγεία του δεν έκλεισαν, έκτοτε, ποτέ πια μέχρι τον θάνατό του, που επήλθε στις 10 Ιανουαρίου 1950.
Στα Κεραμέ Αγίου Βασιλείου, ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΡΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΡΚΑΚΗ (1872- 1950)
http://ret-anadromes.blogspot.com/
ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΟΥ 1926
Λεύκωμα είναι το τετράδιο, στο οποίο οι φίλοι τού κατόχου του γράφουν εμπιστευτικά προσωπικές σκέψεις, ποιήματα, δίστιχα, γνωμικά συχνά σκωπτικού περιεχομένου. Τα λευκώματα ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα σε κορίτσια, συμμετέχουν, όμως, κάποτε, σε αυτά, με κείμενά τους, και αγόρια. Με τρόπο απόλυτα μυστικό και συχνά ένοχο, συνωμοτικό, περιέρχονται από θρανίο σε θρανίο και από τάξη σε τάξη προκειμένου να συμπληρωθούν και φυλάγονται από τους μαθητές με «ειδική» επιμέλεια στα ενδότερα των μαθητικών σακιδίων. Αποτελούν ένα από τα μεγάλα «μυστικά» τους και, αν ο κάτοχός του τύχει και αποκαλυφθεί εν ώρα μαθήματος, πιστεύεται ότι γι’ αυτόν έφθασε η …συντέλεια τού κόσμου και επί τής κεφαλής του θα επιπέσει βαρύς ο πέλεκυς τής καθηγητικής δικαιοσύνης.
Σελίδες από το Λεύκωμα του 1926
Το ιστορικό πλαίσιο
Ένα τέτοιο λεύκωμα συμπληρωμένο, όμως, από μαθήτριες τού 1926, περιήλθε πρόσφατα και εντελώς συμπτωματικά στα χέρια μου.
Μπορεί, βέβαια, ένα μαθητικό «λεύκωμα»- όσο ενδιαφέρον και αν περικλείνουν από παιδαγωγική και μορφωτική- εκπαιδευτική άποψη για το ήθος, τον χαρακτήρα και το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών μας οι, συχνά, ύποπτες και «πονηρές» απαντήσεις τους- να θεωρείται ως κάτι το εντελώς κοινότυπο, αδιάφορο και απόλυτα φυσικό στην καθημερινή πραγματικότητα τού σχολείου. Τα πράγματα, όμως, αλλάζουν ολοκληρωτικά και προσλαμβάνουν άλλο ενδιαφέρον, όταν πρόκειται για ένα μαθητικό λεύκωμα τού έτους 1926, ηλικίας, δηλαδή, ογδόντα ενός (81) ετών (!)[2].
Μέσω αυτού τού λευκώματος μπορούμε να παρακολουθήσουμε την καθημερινή πεζότητα και τον τρόπο ζωής και σκέψης των εφήβων τής εποχής εκείνης τού μεσοπολέμου, μιας εποχής μίζερης και εξαιρετικά δύσκολης για όλη την ανθρωπότητα, αφού βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο δύο παγκοσμίων πολέμων. Τραυματισμένη επικίνδυνα από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανθρωπότητα δεν έχει κατορθώσει να επιλύσει τα μεγάλα προβλήματά της και ετοιμάζεται πυρετωδώς για έναν δεύτερο, ακόμα χειρότερο από τον πρώτο. Επί πλέον, η Ελλάδα έχει γνωρίσει το δράμα των Βαλκανικών Πολέμων και διέρχεται ήδη εξαιρετικά δύσκολες και δραματικές ώρες με τις χιλιάδες των προσφύγων, που τέσσερα μόλις χρόνια πριν της κληροδότησε η φοβερή λαίλαπα και ο ξεριζωμός τού Μικρασιατικού Ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του.
Περιγραφή τού λευκώματος
Πρόκειται για ένα τετράδιο ιδιαίτερα επιμελημένο ογδόντα έξι ριγωμένων σελίδων[3], διαστάσεων 20Χ15 εκ., σταχωμένο με όμορφο βυσσινόμαυρο χάρτινο εξώφυλλο και ανοιχτού μπλέ χρώματος πάνινη ράχη. Οι σελίδες είναι από κατασκευής επιμελώς ραμμένες με σπάγκο στη ράχη. «Κτήτωρ» τού λευκώματος φέρεται η Μαρίκα Δ. Πετρακάκη, της Γ΄ Γυμνασίου (βλ. φωτ. 1), υπογράφουν δε σε αυτό τριάντα τρεις (33) συνολικά Ρεθεμνιώτισσες μαθήτριες, ενώ ένας- με το ψευδώνυμο «Ελπιδοφόρος»- είναι αγόρι και μάλιστα μεγάλης ηλικίας, αφού στο ερώτημα τής «Κτήτορος» «Τι εστί γάμος» δηλώνει «παντρεμένος»[4]. Τα λοιπά πρόσωπα- τουλάχιστον τα περισσότερα- υποθέτω να είναι της ίδιας ηλικίας, δηλαδή δεκαπέντε ετών και της ίδιας τάξης με την «Κτήτορα». Εξάλλου, στην πλειοψηφία τους δηλώνουν «φίλες και συμμαθήτριες» τής «Κτήτορος». Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ορθογραφική ικανότητα και, συχνά, και τον γραφικό χαρακτήρα των γραφόντων, παρότι αυτός ο τελευταίος- λόγω τής συστηματικής, τον καιρό εκείνο, διδασκαλίας τού μαθήματος της Καλλιγραφίας- είναι εξαιρετικά καλλιεργημένος στο σύνολο, σχεδόν, των μαθητριών. Επί πλέον, τότε, οι μαθητές έγραφαν, οπωσδήποτε, πολύ περισσότερο στην καθημερινή τους ζωή απ’ ό, τι συμβαίνει σήμερα. τηλέφωνα δεν υπήρχαν, ούτε τηλεοράσεις και υπολογιστές και η ταχυδρομική αλληλογραφία ήταν το σύνηθες μέσο επικοινωνίας και η ανάγνωση βιβλίων η συνήθης ψυχαγωγία.
Η γραφή των μαθητριών έχει γίνει με πέννα και υγρά μελάνη μαύρου χρώματος και σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις με μπλε. Σε μια δε περίπτωση με κοινό μολύβι μαύρου χρώματος. Από τη στιγμή, πάντως, που το εν λόγω λεύκωμα περιέλθει στα χέρια σου, σε εντυπωσιάζει η επιμέλεια και η χάρη με την οποία οι δεκαπεντάχρονες μαθήτριες εκφράζονται και γράφουν στις περισσότερες περιπτώσεις.
Για αποτελεσματικότερα συμπεράσματα και περαιτέρω χρήσιμες σκέψεις και πληροφορίες γύρω από τον χαρακτήρα και το ήθος των εφήβων της εποχής μας και των εφήβων τής εποχής εκείνης θεωρούμε απαραίτητη μια παράλληλη και συγκριτική μελέτη των γραπτών των παιδιών των δύο αυτών εποχών και, φυσικά, μέσα από κείμενα ίδιας χροιάς και ταυτόσημου περιεχομένου. Στην περίπτωσή μας, δηλαδή, μέσα από δύο μαθητικά λευκώματα και μάλιστα μαθητών τής ίδιας τάξης. ένα της εποχής εκείνης (1926) και ένα σύγχρονο. Αυτό, λοιπόν, κατέστη δυνατόν έχοντας στη διάθεσή μου ένα σύγχρονο μαθητικό λεύκωμα, επίσης τής Γ΄ Γυμνασίου[5].
Σύγκριση λευκωμάτων 1926 και 1989
Από την πρώτη ματιά η διαφορά στον γραφικό χαρακτήρα και την ορθογραφική ικανότητα- αλλά και, κυρίως, στον χαρακτήρα και το ήθος των μαθητών- είναι ιδιαίτερα καταφανής και εντυπωσιακή. Σήμερα τα παιδιά δεν γράφουν αρκετά και τα γραπτά τους διακρίνονται από ακαταστασία και προχειρότητα. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν είναι πολύ πτωχότερο από εκείνο των παιδιών τού 1926 και η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών, σήμερα (1989) μηδενική[6]. Αντίθετα, τα παιδιά τού 1926 χρησιμοποιούν σε ποσοστό άνω τού 90% την καθαρεύουσα γλώσσα με εξαιρετική επιτυχία, την οποία φαίνονται να κατέχουν ικανοποιητικά λόγω της αδράς καθημερινής διδασκαλίας- ως μοναδικής γλώσσας της αρχαίας ελληνικής.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η παρουσία στο συγκεκριμένο λεύκωμα τόσων καλών γραπτών από όλες τις απόψεις θα μπορούσε να είναι όλως συμπτωματική και τυχαία, δεδομένου ότι στο λεύκωμα έχει αφήσει τα ίχνη του ένα αρκετά σεβαστό, ποσοτικά, δείγμα τριάντα τριών (33) μαθητριών. Από αυτές, προβλήματα, σε ό, τι αφορά στην ορθογραφική ικανότητα παρουσιάζουν μόλις τέσσερις (ποσοστό 12%) και αυτές όχι σε σοβαρό βαθμό, ενώ στη γραφή σχεδόν όλες, εκτός τριών (ποσοστό 91%), εμφανίζονται καλλιγράφοι με εξαιρετικά ανεπτυγμένη καλαισθησία, τάξη και βεβαιότητα στον γραφικό τους χαρακτήρα.
Αντίθετα ο γραφικός χαρακτήρας των σημερινών παιδιών είναι ασταθής και αβέβαιος, χωρίς καλαισθησία και χάρη, σε ποσοστό 90% και πλέον, καλλιγραφική δε ικανότητα δεν παρουσιάζει κανένα από τα σημερινά παιδιά. Ο αιώνας τής ταχύτητας και της πολυάσχολης ταραχής τού σύγχρονου ανθρώπου δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιες σαν και τις παραπάνω «πολυτέλειες», που όμως το 1926 θεωρούνταν δεδομένες και αδιαμφισβήτητης αξίας. Όσον αφορά, τώρα, στην ορθογραφική ικανότητα και σε αυτά τα πενιχρότατα ελληνικά τους, ένα μεγάλο ποσοστό των σημερινών μαθητών τού Γυμνασίου κρίνεται εξαιρετικά ανορθόγραφο και ανεπαρκές. Βέβαια, στο σημείο αυτό, θα ήθελα εμφατικά να διευκρινίσω ότι τα παραπάνω ποσοστά στην ορθογραφική και την γραφική ικανότητα- ειδικά σε ότι αφορά στους μαθητές τού 1926[7]- προέρχονται αυστηρά και μόνο από το δείγμα αυτών των τριάντα τριών μαθητριών, που εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο μαθητικό λεύκωμα, ώστε να μην είναι δυνατόν, σε καμιά περίπτωση, να τα περιβάλλουμε με απόλυτο κύρος και βεβαιότητα. Μας δίνουν, όμως, έστω και αμυδρά, μιαν εικόνα που εμάς, τουλάχιστον, από την πρώτη στιγμή, μας εντυπωσίασε εξαιρετικά.
Ασφαλέστερη όμως και εγκυρότερη, θέλουμε να πιστεύουμε, αποβαίνει η διαπίστωσή μας σε ό, τι αφορά στον στοχασμό, τον χαρακτήρα και το ήθος των εφήβων της εποχής εκείνης, που όλα εμφανίζονται καταφανώς υψηλότερα των σημερινών εφήβων.
Και πιο συγκεκριμένα ως προς τον στοχασμό τα κείμενα των μαθητών τού 1926 τα διακρίνει υψηλή ευαισθησία, λεπτότητα, χάρη και πνευματική καλλιέργεια και καλλιέπεια. Γράφουν στοχαστικά και πολλές από τις αναγραφές τους αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα λόγου. Αντίθετα, τα κείμενα των σημερινών δεκαπεντάχρονων εφήβων εμφανίζονται πολύ πεζά, χωρίς ίχνος λυρισμού, βαθύτητα σκέψης και στοχασμού. Δειγματικά, στο σημείο αυτό, παραθέτω φωτοτυπίες δυο κοινών θεματικά ενοτήτων στα ερωτήματα: «Τι εστί ανήρ» και «Τι εστί γυνή», από το Λέυκωμα του 1983.
Σελίδα από το Λεύκωμα του 1983
Όσον αφορά τώρα στον χαρακτήρα και το ήθος και εδώ η διαφορά είναι καταφανέστατη. Τα παιδιά τού 1926 διακρίνονται για το υψηλό τους ήθος και την κοσμιότητα τού χαρακτήρα. Χαρακτηριστική ή- εμπιστευτική!- απάντηση που δίνουν στο ερώτημα: «Προτιμάτε πλούτον, καλλονήν ή ευγένειαν;». Σε σύνολο δεκατριών (13) απαντήσεων μία μόνο έδωσε προτεραιότητα στην καλλονή (ποσοστό 3%) και τέσσερις «σε όλα», αλλά με έμφαση, και πάλι, στην ευγένεια (ποσοστό 12%). Οι υπόλοιπες τοποθετούνται ευθαρσώς υπέρ τής ευγένειας (ποσοστό 85% !). Στο άλλο, το, επίσης, συναφές προς το ήθος, ερώτημα: «Τι εστίν αρετή;» όλες ανεξαιρέτως οι απαντήσεις (12 στον αριθμό) δράττονται τής ευκαιρίας και τονίζουν θαυμάσιο ύμνο και αληθινό εγκώμιο αρετής και μάλιστα με ενδιαφέρουσες ειδικές αναφορές αρχαιομάθειας στα «Απομνημονεύματα» τού Σωκράτη, στον μυθικό ήρωα Ηρακλή- την κλασική προσωποποίηση τής αρετής- και στον «αληθινό» έρωτα.
Σελίδα από το Λεύκωμα τού 1983
Τα ψευδώνυμα
Το ήθος και τον χαρακτήρα των εφήβων τού 1926 αποπνέουν, νομίζω, και τα θαυμάσια ψευδώνυμα με τα οποία υπογράφουν τα «μικρά» μυστικά τους. Τα παραθέτω, στη συνέχεια, σε άμεση αντιπαράθεση με τα ψευδώνυμα από το αντίστοιχο λεύκωμα των σημερινών εφήβων (1989). Ποιητικότατα τα πρώτα, όλως πεζά και με χαρακτηριστική ρηχότητα τα δεύτερα.
Ψευδώνυμα 1926- Ψευδώνυμα 1983
«Χρυσαλίς»- «Ηooligans»
«Μενεξές»- «Μικρή Μηχανόβια»
«Σεληνολάτρης»- «Τρελοκόριτσο»
«Αφρισμένο Κύμα»- «Night Girl»
«Περαστική»- «Το Μάτι τής Τίγρης»
«Ευγενής διαφθορά»- «Άσπρο Αραπάκι»
«Παρδαλός»- «Crazy Hearts VP»
«Διαβολάκι»- «Rock»
«Αυγερινός»- «Marlboro»
«Αmor»- «Vespa»
«Μικρή Καλλιτέχνης»- «Μotron»
«Mignon»- «Rocaki»
«Ανθοστόλιστος Μυρσίνη»- «Suzuka»
«Ελπιδοφόρος»- «Το κορίτσι τού Ουράνιου
«Μαγευτικό Ακρογιάλι» τόξου»
«Λυπημένη»
Τα «Μικρά μυστικά» των λευκωμάτων
Μια τελευταία απόπειρα σύγκρισης τού ήθους και τού ιδεαλισμού που χαρακτηρίζουν τους εφήβους τού 1926 με αυτά των σημερινών εφήβων θα επιχειρήσουμε μέσα από τους τίτλους των «μικρών μυστικών» των τότε και των σημερινών εφήβων. Στο λεύκωμα των εφήβων τού 1926 υπάρχουν είκοσι επτά συνολικά «Μικρά μυστικά», ενώ στο λεύκωμα των εφήβων τού 1989 είκοσι δύο. Από αυτά κοινά και στις δύο ομάδες- διαχρονικά θα τα ονομάζαμε!- είναι μόλις έξι, τα κοινότυπα και, ασφαλώς, από μίμηση προερχόμενα, από γενιά σε γενιά, των τότε εφήβων από τους σημερινούς:
· Τι εστίν έρως;
· Τι εστίν ανήρ;
· Τι εστί γυνή;
· Τι εστίν αγάπη και, ακόμα,
· Χαρακτήρισε την Κτήτορα
· Τι χρώμα ματιών σας αρέσει;
Στη συνέχεια παραθέτουμε όλα τα «Μικρά μυστικά» σε αντιπαράθεση, ώστε και πάλι να καταστεί δυνατή μια αυτόματη σύγκριση και μελέτη αυτών προς εξαγωγή των αντίστοιχων συμπερασμάτων. Όπως, πάντως, αμέσως και με την πρώτη ματιά, μπορούμε να παρατηρήσουμε, ερωτήματα και αναζητήσεις βαθύτερου φιλοσοφικού στοχασμού και ενδιαφέροντος (όπως: Τι εστί βίος, θάνατος, αρετή, ειλικρίνεια, ζωή, καρδία, χρήμα, φιλία, χωρισμός) βρίσκονται παντελώς έξω από τη σκέψη, τον διαλογισμό και τα ενδιαφέροντα των σημερινών εφήβων και αντ’ αυτών άλλες αναζητήσεις φαίνεται να κυριαρχούν στο μυαλό τους.
Σελίδα από το Λεύκωμα τού 1983
«Μικρά Μυστικά 1926»- «Μικρά Μυστικά 1983»
1. Τι εστί λεύκωμα- 1. Τι εστί ραντεβού;
2. Τι προτιμάτε πλούτον, καλλονήν ή ευγένειαν 2.Ποιο είναι το χόμπυ σας;
3.Προτιμάτε ήλιον ή σελήνη;- 3. Τι χρώμα ματιών σας αρέσει;
4.Τι εστίν έρως;- 4. Τι εστί έρωτας; (sic)
5.Τι εστί ανήρ;- 5. Τι εστί ανήρ;
6. Τι εστί γυνή; -6. Τι εστί γυνή
7. Ποιες ήταν οι ευτυχισμένες μέρες τής ζωής σας;- 7. Τι εστί γάμος;
8. Τι εστί καρδία;- 8. Τι ζώδιο είστε;
9. Τι εστί χρήμα;- 9. Τι εστί φιλί;
10. Τι εστί βίος;- 10. Τι μάρκα αυτοκινήτου σας αρέσει;
11. Τι εστί θάνατος;
12. Τι εστί αρετή;- 11. Είστε μοντέρνος, -α;
13. Τι εστί ειλικρίνεια;- 12. Τι μάρκα τσιγάρα καπνίζετε;
14. Τι εύχεσθε τη κτήτορι;- 13. Τα αρχικά τού αγοριού ή του
κοριτσιού σας.
15. Τι εστί χωρισμός;
16.Τι φρονείτε περί της Κτήτορος; - 14. Χαρακτηρίστε την Κτήτωρ (sic)
15. Χαρίστε μου κάτι.
17. Τι εστί ζωή; - 16. Γράψτε μου κάτι δικό σας.
18. Ποίον ανάστημα προτιμάτε;- 17.Αγαπήσατε, αγαπάτε, σας
19. Ποίαν επιστήμη προτιμάτε; αγαπούν;
20. Ποίαν ενδυμασία προτιμάτε; - 18.Που δώσατε το πρώτο σας φιλί;
21. Ποίον άνθος σας είναι προσφιλέστερον;- 19. Ποιο ποτό σας αρέσει;
22. Ποίαν ηλικίαν προτιμάτε;- 20.Πέντε κορίτσια ή αγόρια σας αρέσουν.
23. Τι εστί αγάπη;- 21. Τι εστί αγάπη;
24. Ποίον όνομα προτιμάτε
25. Ποίους οφθαλμούς προτιμάτε; - 22. Τι χρώμα ματιών σας αρέσει.
26. Τι εστί φιλία;
27. Τι προτιμάτε ρέμβην ή διασκέδασιν;
Τα πρόσωπα τού λευκώματος
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση «Βγάλτε τη μάσκα», στο τέλος τού λευκώματος, ενώ όλες οι μαθήτριες τού 1926 αποκαλύπτουν πλήρως τα στοιχεία τους και με αυτό το πατρώνυμο αρκετές φορές, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους σύγχρονους μαθητές, που, οι περισσότεροι (σε ποσοστό 75%), δεν αποκαλύπτουν τα στοιχεία τους και αντ’ αυτών παραθέτουν κάποια ανούσια κενά περιεχομένου σημειώματα, όπως: «το έχασα…», «το ξέρεις…», «του Γέρου μου…» ή, τέλος, ένα απλό αρχικό γράμμα τού επωνύμου τους.
Τα ονόματα στο λεύκωμα τού 1926 παρατίθενται με την εξής σειρά[8]:
Δέσποινα Α. Κανακάκη[9], Μαριγούλα Δρανδάκη, Αριάδνη Δ. Πατσουράκη, Μαίρη Χατζιδάκη, Μαρία Δρουλίσκου, Μαίρη Χατζιδάκη, Αικατερίνη Κουκουβάγια[10], Αρτεμισία Ροδινού, Στυλιανή Σκευάκη, Ελένη Καλούδη, Άρτεμη Παπαδάκη, Ελ. Παπαδάκη, Δέσπω Ν. Μπουλακάκη, Αθηνά Τσουρλάκη, Ασπασία Παπαδάκη, Μαρία Ρολόγη, Τιτίκα Σηφογιαννάκη, Αικατερίνη Ε. Λουκάκη, Γεωργία Γ. Πισκοπάκη, Μαρία Φραγγιαδάκη, Όλγα Δασκαλάκη, Ολυμπιάς Ι. Βενέτικου, Αθηνά Φραγγελάκη, Έλλη Ι. Μαραγκουδάκη, Ασπασία Κωνσταντουδάκη, Θεανώ Μπουλακάκη, Πολυξένη Τσίχλη, Τιτίκα Δρανδάκη, Ευαγγελία Μαραγκουδάκη, Αργυρή Γ. Τρουλλινού, Μαρία Ευ. Μοάτσου[11], Αθηνά Κοτζαμπασάκη, Καίτη Ν. Σαπουντζάκη.
ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ
4. Κ Α Ν Ε Β Ο Σ
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Οικισμός τής κοινότητας Αγ. Ιωάννου η Κάνεβος, κάτοικοι 71 (2001), υψόμ. 440 μέτρα, βρίσκεται ένα χιλμ. μετά τον Άγ. Ιωάννη (διαδρομή: Αρμένοι- Άγ. Βασίλειος- Παλιόλουτρα- Αγ. Ιωάννης- Κάνεβος), σε ωραιότατο κατάφυτο τοπίο ποικίλης βλάστησης, πριν από την είσοδο στο φαράγγι τού Κοτσυφού, απ’ όπου περνά ο δρόμος που οδηγεί προς τον παράκτιο Πλακιά.
Όπως σημειώνει ο Στ. Σπανάκης, το τοπωνύμιο δεν αναφέρεται στις παλιότερες απογραφές τής Βενετοκρατίας, παρότι είναι γνήσιο βενετσιάνικο. Για πρώτη φορά αναφέρεται στην απογραφή τού 1928, στην κοινότητα Αγ. Ιωάννου τού Καμένου, με 50 κατοίκους. Στην επόμενη απογραφή τού 1940 δεν αναφέρεται καθόλου, ενώ το 1951 αναφέρεται ίδια κοινότητα Κάνεβος, με 107 κατοίκους και συνεχίζει: το 1961: 66 κατ., 1971:48, 1981: 39, 1991: 46, 2001: 71.
Για την ονομασία τού οικισμού «Κάνεβος» ο κ. Κουμεντάκης[1] μάς προτείνει τρεις εκδοχές: α) από το όρνιο καναβός (ή σκάρα, ο γύπας), που τέτοιοι υπάρχουν άφθονοι στο παραπλήσιο φαράγγι τού Κοτσυφού, τρέφονται με πτώματα και θνησιμαία και γι’ αυτό θεωρούνται ως οι «νεκροθάφτες» τής περιοχής, β) από το ενετικό θηλυκό ουσιαστικό caneva, που σημαίνει οιναποθήκη, καπηλειό (πρβλ. και την ιταλ. λέξη cava= υπόγεια αποθήκη)[2]. Και είχαν- λέγει
ο κ. Κουμεντάκης- στο χωριό άφθονες τέτοιες υπόγειες
οιναποθήκες, στις οποίες οι χωριανοίφύλασσαν το κρασί, που γινόταν εξαίρετο λόγω και του εξόχου κλίματος τής περιοχής. Την εκδοχή αυτήν ασπαζόμαστε και εμείς ως την πιθανότερη, με την προσθήκη ότι μάλλον στην περιοχή τού σημερινού χωριού να υπήρχε κάποιο καπηλειό, κρασοταβέρνα με χάνι, ως μέρος περαστικό που είναι, και από εκεί να προήλθε, με την πάροδο τού χρόνου, το όνομα τού χωριού. Και γ) σε μια απίθανη λαϊκή ερμηνεία- που, όμως, την μεταφέρω και αυτήν σύμφωνα με την επιθυμία μας να διατηρούμε επιμελώς τις παραδόσεις τού τόπου. Αυτή η τελευταία ερμηνεία στηρίζεται στην επιφωνηματική φράση «καν ανεβώ», δηλαδή «αν ανεβώ», που πρόφεραν τα παλιά
Εικ. Άγιος Ιωάννης και Κάνεβος
(από το βιβλίο τού Ν. Σ. Βαβουράκη"Αγιος Ιωάννης ο Καμένος")
χρόνια οι Ροδακινιώτες και οι Σφακιανοί σαν αναγκάζονταν- λόγω μη ύπαρξης γέφυρας- να εφορτώνουν από τα υποζύγια τα ασκιά τους με το λάδι και να τα φορτώνονται στη συνέχεια οι ίδιοι, προκειμένου να τα μεταφέρουν στην απέναντι όχθη τού φαραγγιού. Έλεγαν λοιπόν, πριν επιχειρήσουν το δύσκολο αυτό και τολμηρό εγχείρημά τους, με την ιδιόρρυθμη Σφακιανή προφορά, την προαναφερθείσα επιφωνηματική φράση: «καν ανεβώ!...», δηλαδή θα τα καταφέρω να περάσω τις δυσκολίες του φαραγγιού(;), απ’ όπου και το γειτονικό χωριό έλαβε την ονομασία του Κάνεβος.
Τέλος, η Χρυσ. Τσικριτσή [3], θεωρεί ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από οικογενειακό όνομα, ενώ ο Π. Βλαστός το σημειώνει Κάνωβο και το σχετίζει, εσφαλμένα, με την παλιά αιγυπτιακή πόλη Κάνωβας (Κάνωβος).
Τοπωνύμια από τη λέξη Κάνεβο και Κάνεβος υπάρχουν και σε άλλα μέρη της Κρήτης, όπως στον Πρινέ Ρεθύμνου, στις Βολιώνες Αμαρίου, στην Αγία Γαλήνη (ως Κάνεβα), καθώς και συνοικισμός στο Δήμο Ταυρωνίτη, της επαρχίας Σελίνου.
Επί Βενετοκρατίας η λέξη θα πρέπει να ήταν πολύ κοινή, όπως αυτό φαίνεται σε δημοτικά τραγούδια τής εποχής, που δημοσίευσε ο Γεώργιος Κουρμούλης. Έτσι, ο πατέρας ή η μητέρα παραγγέλλει στον γιο ότι όταν πηγαίνει προς διασκέδαση πρέπει να προτιμά να παρακάθεται με πρόσωπα σεβαστά και καλύτερα από αυτόν, έστω και αν πρόκειται, στο τέλος, να φύγει από το συμπόσιο νηστικός, με τα παρακάτω λόγια:
Υιγιέ μ’ αν πας ‘ς την Κάνοβο απού ‘ν’ οι χαροκόποι,
τήρα διατήρα το σκαμνί τον τόπο να καθίζης
με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου…
Και να το ίδιο δημοτικό και σε άλλη παραλλαγή:
Γιε μου, κι’ αν πας ‘ςτην κάνεβο απού ’ν οι χαροκόποι
Ντήρα διαντήρα το σκαμνί την τάβλα να καθίζεις…
Σε τρίτη παραλλαγή τού ίδιου τραγουδιού δίδεται η ερμηνεία τής άγνωστης λέξης «κάνοβο»- «κάνεβο» των παραπάνω παραλλαγών:
Γροικάτ’ είντα παράγγερνε γεις φρόνιμος του γιού ντου
-Γιε μου, κι αν πας ‘ςτο καπηλειό και βρης τσοι χαροκόπους…[4]
Ο Γ. Κουρμούλης παρατηρεί ότι είναι εύλογο να θεωρήσουμε, από το προσηγορικό «καπηλειό» τής τελευταίας παραλλαγής, ότι και στις λέξεις «κάνοβο» και «κάνεβο» των δύο πρώτων παραλλαγών- εφόσον με αυτές δεν υποδηλώνονται σαφώς τοπωνύμια- υποκρύπτονται ουσιαστικά άγνωστα μέχρι σήμερα από ετυμολογική και σημασιολογική άποψη, που περαιτέρω τα ουσιαστικά αυτά για την ομοιότητα των στίχων θα πρέπει να είναι συνώνυμα ή συγγενικής μεταξύ τους και προς το προσηγορικό «καπηλειό» σημασίας[5]. Οπότε, κάνε(ο)βος= το καπηλειό, η οιναποθήκη, σύμφωνα με όσα παραθέσαμε παραπάνω κατά την ετυμολόγηση τού τοπωνυμίου.
Η Κάνεβος κτισμένη στην είσοδο τού φαραγγιού τού Κοτσυφού αποτελεί φυσικό πέρασμα σε όσους πρόκειται να ταξιδέψουν από Ρέθυμνο προς Μύρθιο, Μαριού, Πλακιά, Σελλιά, Ροδάκινο και Σφακιά. Προκατοχικά τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν μόνο μέσω Κανέβου, όπου βρισκόταν το τέρμα τού λεωφορείου. Ο σημερινός δρόμος από Κάνεβο που εξυπηρετεί τα χωριά αυτά έγινε μεταπολεμικά. Μέχρι τότε, λοιπόν, η Κάνεβος ως επικοινωνιακό κέντρο είχε αναπτύξει σημαντική κίνηση και πολλά εμπορικά καταστήματα όλων των ειδών (υποδηματοποιεία, σιδηρουργεία, ραφεία, πεταλωτήρια, ντενεκετζίδικα, κουρεία επιπλοποιεία, εμπορικά ενδυμάτων κτλ, μέχρι και πανδοχείο), δεδομένου ότι πολλοί κάτοικοι των παραπάνω «Κάτω Χωριών» προτιμούσαν να ψωνίζουν από την Κάνεβο, για να μην ταλαιπωρούνται μεταβαίνοντες στο Ρέθυμνο, που το λεωφορείο- λόγω τής κακής κατάστασης τού δρόμου- απαιτούσε περί τις δύο ώρες να μεταβεί[6].
[1] Βλ. και Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 42.
[2]Την ίδια άποψη δες και στον αείμνηστο συντοπίτη μας Καθηγητή τής Γλωσσολογίας τού Παν/μιου Αθηνών, Γεώργ. Ι. Κουρμούλη (Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, Τοπωνυμικά Ζητήματα, Περί του ετύμου της λέξεως Κάνεβο, Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β΄, Αθήναι 1939, 245 εξ.). Ο Γ. Κουρμούλης σημειώνει, περαιτέρω, ότι το ιταλικό θηλ. ουσιαστ. canova ή caneva (= οιναποθήκη, καπηλειό) εισήχθη κατά την Ενετοκρατία στην Κρήτη και σχηματίστηκαν από αυτό τοπωνύμια μερικά μεν αυτούσια (Κάνεβα), μερικά δε μεταπλασθέντα κατά την κατάληξη, ώστε να λήγουν σε –ο (Κάνεβο-Κάνοβο) ή σε –ος (Κάνεβος- Κάναβος).
[3] Χρυσούλας Τσικριτσή, Συμβολή στη μελέτη των τοπωνυμίων της Κρήτης, Τοπωνύμια από οικογενειακά ονόματα, Αμάλθεια 6 (1975), 34.
[4] Α. Κριάρη, Συλλογή Κρητικών δημοτικών ασμάτων, Αθήναι 1920, 205.
[5] Γεώργ. Ι. Κουρμούλη, ό.π.,252.
[6] Νικολάου Σταμ. Βαβουράκη, Άγιος Ιωάννης «ο Καμένος», Ρέθυμνο 2004, 38-39.
Τέλος φόρμας
ΕΡΓΑ ΕΥΠΟΙΪΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΕΠΙ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ- ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΄Η ΤΣΑΡΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
ΕΡΓΑ
ΕΥΠΟΙΪΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΕΠΙ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ- ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ Η ΤΣΑΡΕΙΟ
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
(http://ret-anadromes.blogspot.com)
Την πρώτη δεκαετία τού εικοστού αιώνα το Ρέθυμνο γνώρισε σημαντική οικονομική άνθιση και ευεξία, που οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός τής παρουσίας, εδώ, στην Κρήτη των Μεγάλων Δυνάμεων και στο Ρέθυμνο, ειδικότερα, δυόμιση χιλιάδων ομόδοξων Ρώσων, που ορίστηκαν ως εγγυήτρια δύναμη τήρησης τής τάξης στο διαμέρισμα τού Ρεθύμνου, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Θεόδωρο ντε Χιοστάκ, άνδρα ικανό και φιλέλληνα.
Οι Ρώσοι, λοιπόν, την παρουσία τους στο Ρέθυμνο (1898-1909) συνόδευσαν με σημαντικά έργα ευποιίας, φιλανθρωπίας και επωφελούς κοινωνικής δράσης. Kτίζουν το Τσάρειο Νοσοκομείο (εγκαίνια Μάιο 1899), το επισκοπείο[1], ενώ συμμετέχουν ενεργά στα έξοδα ανέγερσης τού καμπαναριού τού μητροπολιτικού ναού, με την κάλυψη τής δαπάνης τού χυτηρίου των οκτώ κωδώνων του, από τα έσοδα τού γραμματόσημου τής Κατοχής, τα οποία παραχώρησε στην Ενοριακή Επιτροπεία ο Ρώσος Διοικητής Θεόδωρος ντε Χιοστάκ. Επισκευάζουν, ακόμα, το Διοικητήριο, τη γέφυρα τού Πλατανιά και πολλούς δρόμους τής πόλεως (κάνοντάς τους λιθόστρωση), ενώ ο Ρώσος υπολοχαγός Μ. Ρουτσόφσκι φτιάχνει τοπογραφικό τής πόλεως και αργότερα, περί το 1900, τυπώνεται και σχετικός χάρτης για τον προσανατολισμό των Ρώσων στρατιωτικών στη νέα τους πατρίδα, το Ρέθυμνο. Τότε ονοματοθετούνται και οι δρόμοι τής πόλης για πρώτη φορά. Στα ονόματα των δρόμων εμφαίνεται σαφώς η στενή συνεργασία Ρώσων και Ελλήνων, που αγνόησαν προκλητικά το τουρκικό στοιχείο τής πόλης και μόνο σε ορισμένες γειτονιές διατηρήθηκαν εμφανή κάποια ονόματα τουρκικής προέλευσης[2]. Οι κυριότεροι δρόμοι τής πόλης παίρνουν ονόματα Ρωσικών προσωπικοτήτων, όπως Τσάρου (η σημερινή Αρκαδίου), Σκρυδλώφ (η πλατεία Ηρώων), Ρώσων (η Εθνικής Αντιστάσεως) κ.λπ. Η ουδετερότητα, ίσως, των Ρώσων συμμάχων να αποτελούσε τη σταθερή δικλείδα ασφαλείας, προς αποφυγή προστριβών με το τουρκικό στοιχείο, για τα νέα αυτά ονόματα που δόθηκαν, τότε, στους δρόμους τής πόλεως. Κάνουν, ακόμη, αντιπλημμυρικά έργα στο Καμαράκι, απαλλοτριώνουν μερικά σπίτια ανατολικά τής πόλεως και γκρεμίζουν την εκεί καστρόπορτα (Άμμος Πόρτα), για να ανοιχτεί και να αναπνεύσει η πόλη προς τα Περιβόλια, ενώ έφτιαξαν και χορωδίες και έψαλλαν στην εκκλησία τις Κυριακές (και τη Μεγαλοβδομάδα τα εγκώμια) και μάλιστα στην αγία Βαρβάρα, που τους είχε παραχωρηθεί από την Εκκλησία τού Ρεθύμνου για τις θρησκευτικές τους ανάγκες[3].
Όλα αυτά έφεραν τον τόπο μπροστά, που γνώρισε, όπως ήδη σημειώσαμε, μεγάλη πνευματική άνθιση, ακμή και οικονομική ευεξία. Οι Ρώσοι ως ομόδοξος, ως προς τη θρησκεία, λαός, στις περισσότερες περιπτώσεις, συνεργάσθηκαν αρμονικά με το ντόπιο στοιχείο και, σε κάθε περίπτωση, απέφυγαν να συμπεριφερθούν βίαια, με σκληρότητα και αδιαλλαξία, ως στρατός κατοχής.
Και με την ευκαιρία τής αναφοράς μας αυτής στα έργα ευποιίας των Ρώσων κατά τα χρόνια τής Κρητικής Πολιτείας προβαίνουμε σε μια ειδικότερη αναφορά στο ονομαζόμενο Δημοτικό ή Ρωσικό ή Τσάρειο Νοσοκομείο, το κυριότερο, ίσως, έργο τής εδώ παρουσίας τους, με σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Αμέσως, λοιπόν, μετά την άφιξη των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μεγαλόνησο το έτος 1897, ο ρωσικός στρατός, δείχνοντας πολλές φορές δείγματα συμπάθειας και ομοψυχίας προς τους κατοίκους, αντιλήφθηκε άμεσα την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών περίθαλψης. Έτσι, μόλις ήρθαν οι Ρώσοι στο Ρέθυμνο άρχισαν να κτίζουν, με δικά τους αποκλειστικά μέσα και σχέδια, ένα νέο Νοσοκομείο, έξω από την πόλη τού Ρεθύμνου. Οι εργασίες ολοκληρώνονται το 1899 και το ίδρυμα προσφέρεται από τη Ρωσική αρχή στον Δήμο Ρεθύμνης.
Ήταν το Δημοτικό ή Ρωσικό ή Τσάρειο Νοσοκομείο, για τη σημερινή εποχή αρχέγονο, μα για την εποχή του εξαιρετικά σπουδαίο. Πρώτος Διευθυντής του διετέλεσε ο Θεμιστοκλής Μοάτσος (εικ. ), ο οποίος χρημάτισε Διευθυντής τής Παθολογικής Κλινικής (1900-1910).
Θεμιστοκλής Μοάτσος, πρώτος Διευθυντής του Τσάρειου Νοσοκομείου
Το νοσοκομείο είχε δυναμικότητα 25- 30 κλινών και χειρουργείο, του οποίου η στέγη ήταν κατασκευασμένη από γυάλινα κεραμίδια, γεγονός που θεωρήθηκε ως μεγάλο τεχνικό επίτευγμα για την εποχή εκείνη. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές της εποχής και ο εξοπλισμός τού χειρουργείου προερχόταν από το Παρίσι. Είχε ευρωπαϊκή επίπλωση και φαρμακείο σε αρίστη κατάσταση, πλήρες χειρουργείο και καθαρό μαγειρείο. Ο προϋπολογισμός του έφθανε τις 40.000 δραχμές ετησίως- οι οποίες εισπράττονταν με ειδικό φόρο από τα εισαγόμενα και τα εξαγόμενα προϊόντα του Ρεθύμνου- και η διατήρησή του αποτελούσε αληθινή πρόκληση για το Ρέθυμνο.
Υπήρξε το πρώτο σύγχρονο νοσοκομείο της Κρήτης, που το εγκαινίασε στις 6 Μαΐου 1899 ο Ύπατος Αρμοστής Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο πρόξενος τής Ρωσίας διαβίβασε το δωρητήριο έγγραφο τού τσάρου Νικολάου τού Β΄ στον τότε δήμαρχο Ρεθύμνου Γιουσούφ Αλιγιατζιδάκη- τον τελευταίο Τούρκο δήμαρχο τής πόλης- ως ανάμνηση τής διαμονής των ρωσικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων στο Ρέθυμνο[4].
Στο νοσοκομείο, τα μετέπειτα χρόνια, έγιναν μερικές μικροαλλαγές, όπως η προσθήκη τμήματος «Κοινών Γυναικών» το 1902- 1903. Η διάδοση των αφροδίσιων νοσημάτων- λόγω και της παρουσίας μεγάλου αριθμού στρατιωτών των Εγγυητριών Δυνάμεων- είχε αποβεί μείζον πρόβλημα για τη δημόσια υγεία το 1900. Παρουσιάστηκε, λοιπόν, και στο Ρέθυμνο ανάγκη ίδρυσης Τμήματος «Κοινών γυναικών», επειδή υπάρχει σχετική προκήρυξη προσθήκης στην Ανατολική πτέρυγα ειδικού διαμερίσματος τού νοσοκομείου[5].
Το Νοσοκομείο παρέμεινε στην ίδια κτιριακή εγκατάσταση μέχρι την έναρξη της μάχης της Κρήτης (20-5-1941), οπότε επιτάχθηκε από τον στρατό για την περίθαλψη των τραυματιών. Την τρίτη, όμως, ημέρα της μάχης στο Ρέθυμνο (22 Μαΐου 1941), χτυπήθηκε από Γερμανικά αεροπλάνα, παρά τα εμφανή σήματα τού Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, που υπήρχαν στη στέγη του, και εγκαταλείφθηκε. Αυτή ήταν και η τελευταία ημέρα λειτουργίας του ως Δημοτικού Νοσοκομείου. Μετά την απελευθέρωση, το 1952, λειτούργησε ορισμένα χρόνια ως σανατόριο (παράρτημα του κρατικού νοσοκομείου Ρεθύμνης), για να εγκατασταθεί τελικά σε αυτό το Παράρτημα τής Σχολής Οπλιτών Χωροφυλακής Κρήτης.
Τα έργα ευποιίας των Ρώσων προς την πόλη τού Ρεθύμνου φαίνεται να αναγνωρίστηκαν ευρέως από την κοινή συνείδηση των Ρεθεμνιωτών. Δείγματα τής αναγνώρισης αυτής βρίσκουμε στην ειδησεογραφία εφημερίδων τής εποχής, όπως, για παράδειγμα, στην εφημερίδα «Αναγέννησις» τής 6/10/1900, όπου, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης, προτείνεται να τοποθετηθεί επιγραφή στο ανακαινισμένο με δαπάνη τού τσάρου τής Ρωσίας Νικολάου Β΄ επισκοπικό μέγαρο, στην οποία «χρυσοίς γράμμασιν» και με τα σύμβολα τού ρωσικού στέμματος να αναγραφεί: «Δαπάνη Τσάρου Νικολάου τού Β΄»[6]. Και η εφημερίδα, περαιτέρω, σημειώνει χαρακτηριστικά για τα έργα ευποιίας και φιλανθρωπίας των Ρώσων στο Ρέθυμνο: «Δεν πρέπει να λησμονώμεν την ευεργετικήν δράσιν τού Ρωσικού στρατού εν τω ημετέρω νομώ και ιδία εν τη πόλει μας. ο καλλωπισμός τής πόλεώς μας οφείλεται εις την ρωσικήν κατοχήν. Χιλιάδες σάκοι αλεύρου και κριθής διενεμήθησαν τοις πτωχοίς τού ημετέρου νομού αδιακρίτως θρησκεύματος, χρήματα άφθονα διετέθησαν υπέρ των πτωχών οικογενειών εκ τού ακένωτου ρωσικού ταμείου. Η ευεργετική δράσις της ρωσικής κατοχής εν τω ημετέρω νομώ πρέπει να μείνει αΐδιος. Το να ευγνωμονεί τις τον ευεργέτην του είναι αρετή» [7].
Αυτά όλα στάθηκαν, προφανώς, η αφορμή ώστε να συνεχίζουμε να διαβάζουμε- ακόμη και μετά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από της εδώ παρουσίας των Ρωσικών Δυνάμεων- στις εφημερίδες τής εποχής (1914), ειδήσεις όπως η παρακάτω περί τελέσεως «δοξολογίας επ’ ευκαιρία τής εορτής τού Αυτοκράτορος τής Ρωσίας Νικολάου τού Β΄, υπό της κοινότητος τής πόλεώς μας, εις ευγνωμοσύνην διά τας προς αυτήν μεγάλας τούτου δωρεάς». Και η είδηση συνεχίζει παρακάτω: «Μετά την δοξολογία ο κ. Νομάρχης μετά τού υποπροξένου τής Ρωσίας κ. Χατζηγρηγοράκη και αρκετού κόσμου μετέβησαν εις το Νεκροταφείον, όπου κατετέθη στέφανος εξ ονόματος τής Γ. Διοικήσεως εις τους τάφους των Ρώσων αξιωματικών και στρατιωτών. Ένθα και ομιλία τού κ. Χατζηγρηγοράκη αναφερομένη στας ενεργηθείσας υπό των Ρώσων ευεργεσίας προς τον ρεθυμνιακό λαό, το νοσοκομέιο, την επισκοπή και τον επισκοπικό ναό…»[8].
-------------------------------------------------[1] Στην ανατολική εξωτερική πλευρά, βόρεια τής εισόδου και πάνω από κόγχη είναι εντοιχισμένη πλάκα ορθογωνίου σχήματος από λευκό μάρμαρο με εξάστιχη μεγαλογράμματη εγχάρακτη επιγραφή, που έχει ως εξής:
«ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΞΟΧΩΤΑΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΤΗΣ
ΡΩΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΕ ΧΙΟΣΤΑΚ
ΧΟΡΗΓΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΓΑΛΕΙΟΤΑΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑ
ΤΟΡΟΣ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΡΩΣΣΙΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Β΄
ΕΠΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ Κ(ΑΙ) ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΝΕΚΕΝΙΣ(Θ)Η (SIC) ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1900»
Βλ. σχετ. και στον Χαρ. Καμηλάκη, Ο μητροπολιτικός ιερός ναός, Τα Εισόδια της Θεοτόκου, Ρέθυμνο 1999, 77.
[2] Γιάννη Σπανδάγου (Έρευνα και Επιμέλεια)- Βαγγέλη Παπιομύτογλου (Σχεδιασμός), Ρέθυμνο 1900, στον συλλογικό τόμο «Ρέθυμνο 1898-1913- Από την Αυτονομία στην Ένωση», Ρέθυμνο 1998, χ.σσ. (Παράρτημα).
[3] Για τα έργα των Ρώσων στο Ρέθυμνο βλ. και στον Γ. Γρυντάκη, Η ζωή στην πόλη τού Ρεθύμνου κατά την τελευταία δεκαετία τού 19ου αιώνα, Κρητολογικά Γράμματα 14 (1998), 178-179.
[4] Νίκος Αλ. Κοκονάς, Σύντομη Ιστορία των Νοσοκομείων της Κρήτης, Ρέθυμνο 1987, 37.
[5] Ευγενία Μπουρνόβα, Δημόσια υγεία, Το δημοτικό νοσοκομείο, στον τόμο: Ρέθυμνο 1898- 1913, Από την Αυτονομία στην Ένωση, 75-76.
[6] Βλ. υποσημ. 1 του παρόντος σημειώματός μας.
[7] Εφημ. Αναγέννησις Ρεθύμνου τής 6/10/1900.
[8] Κρητική Επιθεώρησις τής 12/12/1914.
ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ
ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ
6. ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ
Α΄
Πληθυσμιακά στοιχεία- Όνομα- Εκκλησίες τού χωριού
Στον φίλο Αγαλλιανό λυράρη τής γνήσιας Κρητικής Μουσικής Παράδοσης,
Σπύρο Σηφογιωργάκη
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Ο Αγαλλιανός (εικ. 1) βρίσκεται σε υψόμετρο 280 μ., λίγο νοτιότερα τού Κεραμέ, και απέχει από το Ρέθυμνο 47 χιλιόμετρα, διακλάδωση δεξιά στο 36,5 χιλιόμετρο της αρτηρίας προς την Αγία Γαλήνη.
Φωτό: Αγαλλιανού- Τα πρώτα σπίτια του χωριού
Οι παλιότερες αναφορές και τα πληθυσμιακά στοιχεία που έχουμε για τον Αγαλλιανό και τον οικισμό Λίγκρες είναι τού 1577 [Barozzi (fo26V)], αναφερόμενα ως Agaglianou και Lingres. Στα 1583 Καστροφύλακας (Κ 176) Αgaglianou, με 52 κατοίκους και Lingres με 31 κατοίκους (9 άνδρες, 15 γυναίκες, 5 παιδιά και 2 γέρους), στα 1630 Βασιλικάτα[1] (Agaglianou και Lingres), το 1659 (τουρκική απογραφή) Agaliana με 12 σπίτια, Ligrez με 11, Aya Paraski με 2 και Αyo Yani Autu (= Άϊ- Γιάννης ο Αλωτός) με 6.
1881, Δήμος Αγίου Πνεύματος, Αγαλιανού (sic) και Λίγκραις (sic) 117 κάτοικοι.
1900, Δήμος Αγίου Πνεύματος, Αγαλλιανού και Λίγκρες, 117 κάτοικοι (54 άνδρες+ 63 γυναίκες+ Μωαμεθανοί -).
1920, έδρα αγροτικού δήμου με το όνομα «Κεραμές», Αγαλλιανός 79 κάτοικοι, Άγιος Ιωάννης - .
1928 (15-16 Μαΐου), έδρα κοινότητας «Κεραμέ», Αγαλλιανός 79 κάτοικοι (36 άνδρες και 43 γυναίκες), Λίγκρες 9 κάτοικοι (2 άνδρες και 7 γυναίκες).
1940 (16 Οκτωβρίου), Αγαλλιανός 81 κάτοικοι (34 γυναίκες και 47 άνδρες), Λίγκρες - .
1951, Αγαλλιανός 66 κάτοικοι, Λίγκρες (3 οικογένειες Βλατάκηδων οι εξής. Στέφ. Βλατάκης, Ζαχ. Βλατάκης και Ιω. Βλατάκης).
1961 (19 Μαρτίου), Αγαλλιανός 45 κάτοικοι, Λίγκρες (1969) 1 μόνον οικογένεια Βλατά και 11 σπίτια[2].
1971 (14 Μαρτίου), Αγαλλιανός 34 κάτοικοι.
1981 (5 Μαϊου), Αγαλλιανός 18 κάτοικοι, Αγία Φωτεινή - .
1991 Κεραμές- Αγαλλιανός, σύνολο 248 κάτοικοι.
2001 Αγαλλιανός 6 κάτοικοι.
Σήμερα (2007) μόνιμοι κάτοικοι 7 (ο ένας αλλοδαπός) και 3, ακόμα, αλλοδαποί χωρίς, όμως, μόνιμη διαμονή.
Γύρω από την ονομασία τού χωριού υπάρχουν οι εξής εκδοχές. Η πρώτη «Αγαλιανός», με ένα <λ> Βλ. φωτοτυπία το επιλεγμένο κομμάτι……
Το έτος 1965 κατασκευάζεται υδραγωγείο και υδρεύεται το χωριό και το 1977 ηλεκτροφωτίζεται. Ως Δημοτικό Σχολείο χρησιμοποιήθηκε ανέκαθεν αυτό τού Κεραμέ, με τον οποίο ο Αγαλλιανός, από το 1920, αποτελούσε μια κοινότητα και από το 1998 (Καποδίστριας) το δημοτικό διαμέρισμα Κεραμέ.
Κεντρικός ναός τού χωριού είναι ο άγιος Σπυρίδων, ο οποίος κοσμείται με θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο τεχνίτης τού οποίου φημολογείται ότι ήταν κάποιος λεπτουργός με το όνομα Ζαχαρίας Θεοδωράκης, από το γειτονικό Σπήλι και ότι για την κατασκευή του χρησιμοποίησε κυπαρίσσια που τού έδωσε για τον σκοπόν αυτόν η Ι. Μονή Πρέβελη. Του τέμπλου αυτού οι δυο από τις τρεις δεσποτικές εικόνες ανήκουν στον χρωστήρα τού γνωστού Ρεθεμνιώτη αγιογράφου των εικόνων τού Καθεδρικού ναού πόλεως Ρέθυμνου, Αντωνίου Χατζή Γεωργίου Βεβελάκη.
Ναοί αγιογραφημένοι τού χωριού είναι:
α΄) η αγία Κυριακή, μέσα στο χωριό, που ανακαλύφθηκε τυχαία το έτος 1932, καλυμμένη εξολοκλήρου από χώματα. Συνεχίζει, πάντως, ο μισός ναός να παραμένει θαμμένος μέσα στη γη. Ελάχιστα ίχνη τοιχογραφιών διατηρούνται σήμερα από τον άλλοτε κατάγραφο ναό. Στην κόγχη τού ιερού εικονίζονται Ιεράρχες, ενώ στο νότιο τοίχο τού ναού η αγία Κυριακή, από την οποία και δόθηκε η ονομασία στον ναό, που είχε τελείως λησμονηθεί λόγω των επιχωματώσεών του.
β΄) ο άγιος Αντώνιος, ανατολικά του χωριού, στο όρος Σιδέρωτας, που κατά το μισό βρίσκεται σε σπηλιά βραχώδους λοφίσκου. Στην κόγχη τού ιερού υπάρχει αγιογραφία τής φιλοξενίας τού Αβραάμ, ενώ στη βόρεια επιφάνεια δυο μορφές, η μια από τις οποίες είναι του αγίου Αντωνίου και η άλλη δυσδιάκριτη[3].
Άλλοι ναοί τού χωριού είναι:
γ΄) ο άγιος Γεώργιος, που βρίσκεται στο Πάνω Μετόχι, διαλυμένο από το 1930 οικισμό, σε μικρό ύψωμα ΒΔ τού χωριού, όπου βρίσκεται και το νεκροταφείο τού χωριού. Πρόκειται για το περίφημο «Χωριό των Πετυχάκηδων» (εικ. 2), που όσοι κατοικούσαν εκεί έφεραν το όνομα «Πετυχάκης»[4].
δ΄) ο άγιος Νεκτάριος, που κτίστηκε τελευταία από τον Μιχ. Βασσάλο, στην είσοδο τού χωριού.
ε΄) ο άγιος Γεώργιος στις Λίγκρες, που οικοδόμησε μαζί με ένα κελάκι η μοναχή Ευθυμία Λουλουδάκη, όπου και μόνασε μέχρι τον θάνατό τής. Εδώ υπάρχει σήμερα και ο τάφος της.
ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ
6. ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ
Β΄
Δυο ωραίες ιστορικές διηγήσεις από τον Αγαλλιανό
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Ωραία ιστορική διήγηση σώζεται- γραμμένη από τον ίδιο τον αγιογράφο της Γαβριήλ Πάγκαλο- πάνω στην εικόνα τού αγίου Σπυρίδωνος, που κοσμεί το καλλιτεχνικότατο τέμπλο τού ομώνυμου ναού στον Αγαλλιανό:
Ο Αγαλλιανός, λέγει, δεν είχε εκκλησία και αποφάσισαν, με την ευλογία τού δεσπότη τους Ευμενίου Ξηρουδάκη, να κτίσουν μια σε οικόπεδο που παραχώρησε για τον σκοπό αυτόν ο ευσεβής Αγαλλιανός Γιάννης Σηφομιχελάκης. Το είχε μάλιστα ονειρευτεί πριν από χρόνια πως σε εκείνο το χωράφι του θα κτιζόταν μια μέρα εκκλησία.
Προβληματισμός, όμως τους κατέλαβε όλους όταν κάποιος ρώτησε ποιος θα ήταν ο Άγιος στο όνομα τού οποίου θα χτίζανε τη νέα εκκλησία. Έγινε θόρυβος πολύς, γιατί- όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο ιστορικό τής εικόνας- «οι μεν ήθελαν τον μεν, οι δε τον δε» άγιο.
Ο Μιχαλιός Πετυχάκης ήταν ένας κοσμογυρισμένος ναυτικός από τον Αγαλλιανό, που σαν γύρισε όλον τον κόσμο ως λοστρόμος στα καράβια, θυμήθηκε, στο τέλος, και πάλι το χωριό του και ξαναγύρισε σε αυτό, γέρος πια, γεμάτος ωριμότητα και πλούσιες εμπειρίες. Αυτό συνέβη την ώρα που οι χωριανοί του, ο παπα- Μανόλης από τον Βάτο και ο Δεσπότης, προσπαθούσαν να βρουν τον Άγιο, στο όνομα τού οποίου θα έχτιζαν τη νέα εκκλησία. Μπήκε, λοιπόν, και ο Μιχαλιός στη συζήτηση και, κοσμογυρισμένος όπως ήταν, πρότεινε η νέα εκκλησία να πάρει το όνομα τού αγίου Σπυρίδωνα, ενός άγνωστου μέχρι τότε στους κατοίκους τού μικρού χωριού Αγίου, που εκείνος τον είχε ακούσει στα μακρινά ταξίδια που είχε κάνει και είχε, ακόμα, ακούσει πολλά για τον βίο και τα πολυάριθμα θαύματά του.
Η συζήτηση τώρα είχε ανάψει για τα καλά και με τη νέα πρόταση που έκανε ο Μιχαλιός οδηγήθηκε σε πλήρες αδιέξοδο. Τότε ο προύχοντας τού χωριού Γιώργης Παπαδομιχελάκης έδωσε στο ζήτημα την πιο δίκαιη και δημοκρατική λύση. πρότεινε να ρίξουν κλήρο! Έγραψε, λοιπόν, ο Δεσπότης τα ονόματα όλων των Αγίων που είχαν προταθεί σε κλήρους, έριξε τους κλήρους σε ένα μικρό σακουλάκι, το πήρε στα χέρια του και, αφού το κούνησε καλά- καλά, κάλεσε τον Μιχαλιό να τραβήξει έναν από αυτούς. όποιου Αγίου το όνομα θα έβγαινε, σε αυτόν τον Άγιο θα οικοδομούνταν ο ναός.
Ο Μιχαλιός έκανε τρεις φορές το σημείο τού σταυρού και είπε δυνατά εις επήκοον όλων: «Στο όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος. Άγιε μου Σπυρίδωνα απού ‘σαι απ’ τσι Κορφούς βοήθησέ μας ούλους μεγάλους και μικρούς». Ύστερα τράβηξε τον κλήρο και βγήκε το όνομα τού αγίου Σπυρίδωνα. Έτσι, αποφασίστηκε από όλους στην εκκλησία να δοθεί το όνομα τού αγίου Σπυρίδωνα.
Με την όμορφη αυτήν παράδοση- που αναγράφεται, όπως είπαμε, στη μεγάλη εικόνα τού Αγίου, στο τέμπλο τού ναού, από το χέρι τού αγιογράφου της Γαβριήλ Παγκάλου- έχει συνδεθεί η ανέγερση στον Αγαλλιανό τής πραγματικά όμορφης εκκλησίας τού αγίου Σπυρίδωνα, που συγκινούσε, έκτοτε, ιδιαίτερα, με τον κουκουλοφόρο Άγιό της, όλους τους κατοίκους τού μικρού χωριού, μικρούς και μεγάλους. Και ό,τι ο Άγιος αυτός αγαπήθηκε ξεχωριστά φαίνεται και από το γεγονός ότι το όνομα του δόθηκε, στη συνέχεια, σε πολλά παιδιά τού χωριού, ώστε σήμερα το βαφτιστικό «Σπύρος» να δεσπόζει στον Αγαλλλιανό και την περιοχή γενικότερα.
Άλλη όμορφη παράδοση μιλά για πειρατές που επιτέθηκαν πριν από αιώνες στις Λίγκρες και αιχμαλώτισαν τους κατοίκους τού χωριού. Αμέσως κάτω από το μικρό χωριό σχηματίζεται μικρός ορμίσκος, με την ονομασία Βαρκοτόπι, όπου σε παλιότερες εποχές έδεναν μικρές βάρκες για ψάρεμα. Εδώ, σύμφωνα με την παράδοση, έδεσαν οι πειρατές τις βάρκες τους (απ’ όπου και το όνομα), προκειμένου να φορτώσουν τους αιχμαλώτους και μαζί με αυτούς- σύμφωνα με άλλη ωραία τοπική παράδοση- και «τον Κωσταντή από τις Λίγκρες»[5]- για να τους μεταφέρουν στα μεγαλύτερα σκάφη που περίμεναν στα ανοιχτά τού πελάγους και από εκεί στα σκλαβοπάζαρα τής Ανατολής.
ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ
ΠΡΩΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΦΟΙΝΙΚΑ
6. ΑΓΑΛΛΙΑΝΟΥ
Γ΄
Οικογένεια Πετυχάκηδων Αγαλλιανού- Λίγγρες
Στον εκσυγχρονιστή Δήμαρχο Ρεθύμνου Τίτο Πετυχάκη,
που τόσο βαθιά αγάπησε την γη των πατέρων του
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Στους αγώνες τού Έθνους από τον Αγαλλιανό διακρίθηκε ο Γεώργιος Παπαδομιχελάκης, που έγινε τριακοσιάρχης για τον ζήλο και την ανδρεία που επέδειξε στην επανάσταση τού 1866-69.
Μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες τού Αγαλλιανού είναι οι Πετυχάκηδες[6] που, χωρίς αμφιβολία, όλοι τους, όπου κι αν βρίσκονται σήμερα, από το χωριό αυτό έλκουν την καταγωγή τους, πράγμα για το οποίο ιδιαίτερα σεμνύνονται και καμαρώνουν. Το χωριό παλιά, όταν ακόμα βρισκόταν στην ακμή του, αποτελούνταν από δυο συνοικισμούς. τον «Κάτω Συνοικισμό», που είναι και ο κυρίως Αγαλλιανός και τον «Πάνω» που, ανέκαθεν, και χωρίς καμιά εξαίρεση, κατοικούνταν από τους Πετυχάκηδες. Αυτός, ο Πάνω συνοικισμός, λέγεται ειδικότερα Πάνω Μετόχι και είναι χτισμένη στη νότια άκρη τού λοφίσκου που ακούγεται Τσερόνι. Εδώ βρίσκεται ο λεγόμενος «Συνοικισμός των Πετυχάκηδων», με την εκκλησία τού, τον άι- Γιώργη, που προοριζόταν ειδικά για τις ανάγκες τής συγκεριμένης οικογένειας, που ανέδειξε μεγάλες μορφές τού Ρεθύμνου, όπως οι:
· Πετυχάκης Τίτος Στυλιανού (εκσυγχρονιστής Δήμαρχος τού Ρεθύμνου για ένα τέταρτο τού αιώνα)[7]
· Πετυχάκης Χαράλαμπος (προξενικός Πράκτορας στη Βρουλά, κωμόπολη τής Σμύρνης στη Μ. Ασία)[8]
· Πετυχάκης Εμμανουήλ (Διευθυντής τού Ελληνικού Προξενείου τής πόλης μας)
· Πετυχάκης Μίνως, (βουλευτής το 1907, Γενικός Διοικητής Ηπείρου και, στη συνέχεια, Χίου και Μυτιλήνης, Κυβερνητικός Επίτροπος και επιστήθιος φίλος τού Ελ. Βενιζέλου)[9]
· Πετυχάκης Κωνσταντίνος Εμμ. (ιδρυτής τού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ρεθύμνης, τού σπουδαιότερου σωματείου που γέννησε το Ρέθυμνο μέχρι σήμερα)[10]
· Πετυχάκης Χαρίλαος κ.λπ.
Από τ’ Αγαλλιανού κατάγεται και ο μεγάλος λυράρης και δάσκαλος τής Κρητικής λύρας Σπύρος Σηφογιωργάκης, ένα από τα πρώτα ονόματα τού σύγχρονου Κρητικού πενταγράμμου[11].
Στις Λίγκρες, κάτω από τον Αγαλλιανό, παρά την παραλία, διακρίνονται ίχνη παλιού οικισμού και ο ναός που προαναφέραμε τού Αγίου Γεωργίου. Στην περιοχή των Λιγκρών ήδη από το 1630 ο Fr. Basilicata μνημονεύει την ύπαρξη μύλων, αναφερόμενος στον ποταμό «Λίγκρες», που διαρρεέι την κοιλάδα τής Δρυμίσκου και χύνεται λίγο ανατολικότερα από την εκβολή τού Κουρταλιώτη ποταμού. Κατά λέξη ο Basilicata σημειώνει στο σημείο αυτό: «Ligres, fiume che macina molini et ha aqua buona et continua”. Δηλαδή, «ο ποταμός Λίγκρες κινεί μύλους, τρέχει συνεχώς και έχει καλό νερό»[12].

Φωτό: Λίγκρες- Σήμερα έχει κατασκευαστεί δεξαμενή στην πηγή του νερού
που παλιότερα κινούσε τους μύλους
Ο Στέργιος Σπανάκης διερωτιέται αν το ποτάμι πήρε το όνομά του από το χωριό- που πρέπει να ήταν κοντά του- ή, πιθανή και αυτή η εκδοχή, το χωριό να πήρε το όνομά του από το ποτάμι. Όμως, σύμφωνα με την άποψη που παραπάνω παραθέσαμε, για την προέλευση τής ονομασίας «Λίγκρες», το ποτάμι θα πρέπει κανονικά να πήρε το όνομά του από το χωριό και όχι το χωριό από το ποτάμι[13]. Στις Λίγκρες, τρία χιλιόμετρα ΝΑ τού Κεραμέ και σε υψόμετρο εκατό μέτρων, υπάρχει πηγή με πλούσια παροχή, χειμώνα- καλοκαίρι, καθαρού, εύγευστου, μαλακού και χωνευτικού νερού. Το νερό διοχετεύεται σε δεξαμενή, μέσω της οποίας αρδεύεται, με φυσική ροή, η περιοχή όλη μέχρι και τον Κεραμέ.
Το όνομα τού ακατοίκητου σήμερα οικισμού προέρχεται, πιστεύω, από το ουσιαστ. «λιγάτο», από λατιν. ρήμα ligo (= δένω). Η λέξη «λιγάτο» δεν απαντιέται στα ελληνικά λεξικά είναι, όμως, συνηθέστατη στη συγκεκριμένη περιοχή και σημαίνει τον κάθετο αγωγό από τον οποίο διέρχεται ορμητικά το νερό που προορίζεται να κινήσει στη συνέχεια τη μυλόπετρα, που θα αλέσει το δημητριακό. Ο αγωγός, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, «δένει» το νερό[14].
Στην περιοχή του Αγαλλιανού, το έτος 1903, ο Νουχάκης αναφέρει την ύπαρξη μεταλλείων, τα οποία άρχισαν τότε να εκμεταλλεύονται οι κάτοικοι.
[1] Στέργιου Σπανάκη, Πόλεις και χωριά της Κρήτης Α’, Ηράκλειο 1991, 39. βλ. και Μνημεία Κρητικής Ιστορίας τ. V, 1630.
[2] Πληροφορία Μ.Μ. Παπαδάκη, στον Στέργιο Σπανάκη, Πόλεις και Χωριά τής Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, τ. Α΄, Ηράκλειο 1989, 479.
[3] Για τις εκκλησίες τού Αγαλλιανού, βλ. Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός, Κοινή πορεία μέσα στο χρόνο, Ρέθυμνο, 2002, 168- 169.
[4] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Οι Πετυχάκηδες τού Αγαλλιανού, Κρητική Επιθεώρηση 11/3/1998.
[5] Βλ. σχετικά Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ο Κωσταντής από τις Λίγκρες, περιοδ. Αμάλθεια 100-101 (Ιούλ.-Δεκ. 1994).
[6] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Οι Πετυχάκηδες τού Αγαλλιανού, Κρητική Επιθεώρηση 11/3/1998.
[7] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Τίτος Στυλ. Πετυχάκης, Κρητική Επιθεώρηση 7/5/1999.
[8]Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Πετυχάκης Χαράλαμπος, ο Φιλόπατρις Ρεθεμνιώτης, Κρητική Επιθεώρηση 7/5/1998.
[9] Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Μίνως Εμμ. Πετυχάκης, ο Πολιτικός και Άνθρωπος, Κρητική Επιθεώρηση 16/4/1998.
[10] Περισσότερα βλ. στον Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ο Κωνσταντίνος Εμμ. Πετυχάκης (1853- 1929) και ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ρεθύμνης, περιοδ. Αναζητήσεις, Συνδέσμου Φιλολόγων νομού Ρεθύμνου, 3/4/1996
[11]Περισσότερα βλ. στον Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός, Κοινή πορεία μέσα στον χρόνο, Ρέθυμνο 2002, 273- 276. Τού Ίδιου, Σπύρος Σηφογιωργάκης: Ο λυράρης τής γνήσιας Κρητικής Μουσικής παράδοσης, περιοδ. ΚΡΗΤΗ, τ. 221 (Ιούλ. – Αύγ. 1996), 48-51.
[12] Μνημεία Κρητικής Ιστορίας, τ.V, 30.
[13] Στέργιου Γ. Σπανάκη, Πόλεις και χωριά τής Κρήτης, ό.π.,479.
[14] Και άλλες ετυμολογίες βλ. στο βιβλίο μας Κεραμές και Αγαλλιανός, ό.π., 126-129.








