ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΝΟΥΣΑΚΙΑ


ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗ

ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΝΟΥΣΑΚΙΑ

[Εκδόσεις «ΙΩΛΚΟΣ», Αθήνα 2011, σχ. 8ο (20,5Χ14), σσ. 141]

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η Χρυσούλα Δημητρακάκη, συγγραφέας και ποιήτρια- γνωστή από την τακτική παρουσία της και επαφή με το αναγνωστικό της κοινό, κατά ένα μεγάλο μέρος, μέσα από Κρητικές εφημερίδες και περιοδικά και μάλιστα την «Κρητική Επιθεώρηση»- γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα αλλά από πατέρα Ρεθεμνιώτη. Νιώθει και αισθάνεται περήφανη για την κρητική, εκ πατρός, καταγωγή της και ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής της παραγωγής είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη της Κρήτη, στην «Κρήτη των ονείρων» της.
Η παρουσιαζόμενη με το παρόν σημείωμά μας ποιητική της παραγωγή με τον τίτλο: «Όταν ανθίζουν τα μανουσάκια», εκδόσεις: "Ιωλκός", απαρτίζεται από εβδομήντα δύο συνολικά ποιήματα, ένα μπουκέτο ολόκληρο γεμάτο μυρωδιές τής Κρητικής γης- εκεί, τουλάχιστον αρχικά ο τίτλος τής συλλογής, οδηγεί το μυαλό μας, παρότι τα αρωματικά μανουσάκια φύονται, ως γνωστόν, και σ’ άλλα μέρη τής ελληνικής γης.
Η συλλογή- πέραν τής ποιητικής Εισαγωγής- είναι χωρισμένη σε είκοσι μία ενότητες, που δίνουν και το στίγμα των ποιητικών αναζητήσεων τής διακεκριμένης ποιήτριας: Ο Νόστος, Μικροί θεοί, Ζεις, Ο Μαραθώνας, Η αλήθεια, Μη μιλάς, Ασήμαντη αφορμή, Αγώνας, Το τέλος, Τότε, Γιατί;, Όταν, Η πραγματικότητα, Το νόημα, Πάντα, Τα αποδεικτικά, Άραγε, Η επιβίωση, Η σιωπή τής ερήμου, Ο ουρανός και η γη, Λευκή μυρωδιά.
Η ποίηση τής Χρυσούλας Δημητρακάκη χαρακτηρίζεται από έντονο φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό προβληματισμό. Συμμετρία δομής, πλαστική και μουσική αρτιότητα, πρωτοτυπία τού θέματος, ευρυθμία και χαρακτηριστική άνεση εργασίας στον ελεύθερο στίχο με εκφραστική καθαρότητα στη γλώσσα, τεχνική στο στίχο, λεκτική ευκινησία και υποβλητική δύναμη των εικόνων. Αυτά θεωρούμε και παρουσιάζουμε ως τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησης της κ. Δημητρακάκη.
Πλατιά, περαιτέρω, αντίληψη και στενή συνάρτηση τής ιδέας ανάμεσα στις φυσικές και ανθρώπινες αξίες. Η ποιήτρια υπερασπίζεται την αρετή της ψυχής της, τις σκέψεις της και τα συναισθήματά της, τα πιστεύω της και τη βαθιά αγάπη της για τη ζωή και ό,τι την περιβάλλει. Με τον τρόπο αυτόν η ποίησή της καθίσταται ο λόγος του εσωτερικού της είναι και της υπαρξιακής της αγωνίας. Δίνει ρυθμό στην εικονοπλασία και τις υψηλές ιδέες της, εκφραστική καθαρότητα στη γλώσσα, τεχνική στον στίχο, λεκτική ευκινησία, υποβλητική δύναμη των εικόνων.
Η Ποιήτρια στην αναζήτηση τής αλήθειας ψάχνει για όλο και περισσότερο φως που θα τής λύσει πολλά μυστήρια και θα τής επιτρέψει να φτάσει στην πολυπόθητη υπέρβαση. Νιώθει ότι είναι πολλά αυτά που τής καθηλώνουν τα φτερά για να πετάξει ελεύθερη, για ν’ αποφύγει την αναγκαιότητα και για να μυρίζει τα λουλούδια χωρίς ενοχές. Και είναι η αναζήτησή της αυτή, η έντονη δίψα τής αλήθειας και τού φωτός που την καταξιώνουν. Η αμφιβολία είναι ωραία όταν δεν οδηγεί στην αμφισβήτηση και στον μηδενισμό, όταν γλυκαίνεται από τη μυρωδιά των μανουσακιών και από τις πηγές των υδάτων.
Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό δείγμα τής εν λόγω συλλογής της, με τίτλο «Όλα τα ίδια», που εμένα προσωπικά με άγγιξε πολύ.
Όταν πέφτεις το βράδυ,
Το κορμί συνηθισμένο στα χρόνια
Πέφτει βαρύ,
Αλλά η σκέψη
Πότε σκέπτεται τη γη
Πότε το σιτάρι, πότε το σπόρο.
Αναλογίζεσαι αν κάτι δεν έγινε σωστά,
Αν έγιναν όλα ίδια
Ή αν κάτι άλλαξε,
Αν όργωσες, αν έσπειρες, αν θέρισες.
Αν ο μόχθος ξαλάφρωσε την ψυχή σου
Αν έσμιξες με τους ανθρώπους
Και γύριζες που και που το βλέμμα προς τον ήλιο.
Αν έλεγες λίγα
Για τις σύντομες ανάγκες τής ζωής
Και περισσότερα
Με τα χέρια σου
Μες στα χέρια κάποιου άλλου.
Ιδιαίτερες ευχές και ευχαριστίες στη συμπολίτισσά μας Ποιήτρια, ακάματη εργάτρια τού Λόγου κ. Χρυσούλα Δημητρακάκη και γι’ αυτήν την τελευταία γόνιμη και δημιουργική παρουσία της στα ελληνικά γράμματα.

ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ π. ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ π. ΕΠΑΡΧΙΑΣ

ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΚΑΙ ΑΠΟ 1/1/2011 ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Τόμ. Δ΄

(στη σειρά των Πρακτικών τού Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την π. Επαρχία Αγίου Βασιλείου)

[Έκδοση Γραφοτεχνικής Κρήτης ΑΕΕ, Ρέθυμνο 2011, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 608]

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

http://ret-anadromes.blogspot.com

    Θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή τής ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και τού μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής.

Μια τέτοια δουλειά που εμφανώς έγινε με πολύ κέφι και μεράκι και είναι απόρροια τής εθελοντικής συνεισφοράς πολλών ανθρώπων- και πιο συγκεκριμένα είκοσι έξι Αγιοβασιλειωτών- είναι η ογκώδης- από εξακόσιες οκτώ (608) σελίδες- συλλογική εργασία που γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας με τον τίτλο: «Χωριά τής π. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου». Όχι, λοιπόν, ένα χωριό, αλλά όλα τα χωριά μιας επαρχίας! Τέτοιο έργο που να καταγράφει διεξοδικά και με σχετική επάρκεια τριάντα οχτώ συνολικά χωριά και οικισμούς μιας ολόκληρης επαρχίας, αφιερώνοντας έκταση αρκετών σελίδων για το κάθε ένα και όχι «εγκυκλοπαιδικά» με πέντε- δέκα αράδες το κάθε χωριό, δεν έχει- απ’ όσο, τουλάχιστον, γνωρίζω- κυκλοφορήσει δεύτερο στην Κρήτη. Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί καρπόν ώριμο και ουσιαστικό τού «Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου για την π. επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου» (Πλακιάς 19- 23 Οκτωβρίου 2008), και υλοποιήθηκε ύστερα από πρόταση τού Προέδρου τής Οργανωτικής Επιτροπής κ. Θεοδώρου Πελαντάκη στους εκδότες τής εξάτομης σειράς των «Πρακτικών». την «Ένωση Συλλόγων Επαρχίας Αγίου Βασιλείου “Ο Πρέβελης”» και τον «Σύλλογο Επιστημόνων Δήμου Λάμπης» (Σ.Ε.ΔΗ.Λ.).

Η επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, αποτελείται από τριάντα οκτώ κατοικημένα χωριά. Τα τελευταία χρόνια (1997) κατόπιν πολιτικής βούλησης (νόμος Καποδίστρια) η τ. επαρχία καταμερίστηκε στους δήμους Λάμπης και Φοίνικα, ενώ σήμερα (από 1/1/2011), με νέο νόμο (νόμος Καλλικράτη), η επαρχία επανήλθε και πάλι στα αρχικά όριά της, αλλά ως Δήμος, πλέον, Αγίου Βασιλείου, Περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου.

Σε αυτά τα χωριά- και ειδικότερα στους Προέδρους των Τοπικών Συμβουλίων των χωριών των τότε δύο Δήμων- απευθύνθηκε η «Οργανωτική Επιτροπή τού Συνεδρίου» με επιστολή της, ζητώντας εθελοντές- μόνιμους ή καταγόμενους από το κάθε χωριό κατοίκους- που θα ανελάμβαναν να παρουσιάσουν το χωριό τους, σύμφωνα με ένα γενικό διάγραμμα που τους δινόταν, επίσης, μέσω της ίδιας επιστολής, ώστε να συγκεντρωθούν σε έναν τόμο συγκεκριμένα και ουσιαστικά στοιχεία για το κάθε χωριό, που, μαζί με τους λοιπούς τόμους των «Πρακτικών» τού Συνεδρίου- του «Τοπωνυμικού» τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου και τού «Πρωτόκολλου τού νοτάριου Αντρέα Καλλέργη»- να αποτελούσαν ένα είδος εξάτομης Εγκυκλοπαίδειας, στην οποία θα συγκεντρωνόταν η όλη μέχρι σήμερα αποκτηθείσα γνώση για την επαρχία, σημείο, στο εξής, αναφοράς για τον ερευνητή τού μέλλοντος.

Ειδικότερα, στο εν λόγω έργο έχουμε μια θαυμάσια αναφορά στην Ιστορία, την Αρχαιολογία, τη Λαογραφία και τη διαχρονική των χωριών παρουσία μέσα στον χρόνο, με όλες τις ενδιαφέρουσες πληθυσμιακές και κτηματολογικές αναφορές που γίνονται σε αυτά από τους διάφορους απογραφείς των χωριών στα χρόνια τής Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας.

Μελετάται, επίσης, το περιβάλλον, οι άνθρωποι, και ο πολιτισμός των χωριών τής επαρχίας. Έτσι, πολλές σελίδες του βιβλίου μιλούν και αιχμαλωτίζουν φωτογραφικά ποικίλα πολιτισμικά στοιχεία, όπως την αρχιτεκτονική των χωριών, τους νερόμυλους, τους μύλους και τις φάμπρικες, έναν μεγαλειώδη πολιτισμό τού παρελθόντος, που χάθηκε ολοκληρωτικά παραδίνοντας τη σκυτάλη στη σύγχρονη τεχνολογία τής μηχανής.

Ακολουθούν κεφάλαια σχετικά με τη φύση, τα τοπωνύμια, τα φαράγγια, τη χλωρίδα και την πανίδα και την πρωτογενή παραγωγή των χωριών τής επαρχίας. τα ρακοκάζανα, απ’ όπου ζεστή και μυρωδάτη έσταζε η πρωτόρακη με τη διαδικασία τής απόσταξης, τη κτηνοτροφία με τα αμάλαγα τυροκομικά προϊόντα, το κεφαλοτύρι και τους περίφημους χωριάτικους αθότυρους, την καλαθοπλεκτική (στο όμορφο Μιξόρρουμα), τις ρασοτριβές (στο δροσόλουστο Σπήλι), τον τουρισμό (στον Πλακιά και την Αγία Γαλήνη και τα λοιπά χωριά τής «Πίσω Γιαλιάς»).

Καταγράφονται, περαιτέρω, η θρησκευτική ζωή, οι εκκλησίες, τα δημοτικά τραγούδια, οι θρύλοι, οι παραδόσεις και οι σπουδαίες μορφές τού κάθε χωριού, οι μουσειακές συλλογές, τα σχολεία, τα μνημεία, οι κοινωνικοί δεσμοί κ.λπ. Σε πολλά, μάλιστα, χωριά οι οικογένειες φέρονται καταγραμμένες όλες μία προς μία και από πόρτα σε πόρτα! Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί έναν ύμνο του τοπικού πολιτισμού συνοδευόμενο, ταυτόχρονα, με ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό, που αποτυπώνει κάθε εκφραστική λεπτομέρεια των περιγραφομένων χωριών- οικισμών. Ο ένθετος, τέλος, χάρτης, τρίπτυχος- που έγινε με επιμέλεια τού Θ. Πελαντάκη- περιέχει πολλαπλάσια στοιχεία, απ’ όσα οι συνήθεις χάρτες τού εμπορίου. Οι πίνακες που υπάρχουν στις τελευταίες σελίδες τού τόμου πληροφορούν τον αναγνώστη για τα χωριά που υπάρχουν σήμερα, με το υψόμετρό τους, με τη χιλιομετρική απόσταση από το Ρέθυμνο και τους κατοίκους που είχαν με την απογραφή τού 2001. Επίσης, για το σύνολο των χωριών, οικισμών, μοναστηριών και μετοχίων που δεν υπάρχουν σήμερα.

Πιστεύουμε ότι οι εκλεκτοί και δημιουργικά ανήσυχοι συγγραφείς τού εν λόγω τόμου και οι χρηματοδότες Σύλλογοι, επιτέλεσαν το καθήκον τους στο ακέραιο με την κατά το δυνατόν αρτία και άψογη από πλευράς αισθητικής και περιεχομένου εμφάνισή τού βιβλίου. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στους συγχωριανούς τους και τον τόπο τους είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειες τους και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Είναι, γι’ αυτό, άξιοι τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη αυτήν προσφορά τους στον τόπο που τους γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισαν το φως τής ζωής. Τέτοιες προσπάθειες μάς ενθαρρύνουν και μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δε χάθηκαν ακόμα όλα κάτω από τον αδυσώπητο οδοστρωτήρα τού σύγχρονου τεχνοκρατούμενου πολιτισμού και την ισοπεδωτική λαίλαπα τής παγκοσμιοποίησης και του συγκρητισμού.

Κεντρική Διάθεση: Βιβλιοπωλείο Δασκαλάκη.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΚΥΡ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΚΥΡ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΧΟΡΩΔΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΠΑΥΛΟΣ ΒΛΑΣΤΟΣ


ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
(http://ret-anadromes.blogspot.com)
Την Παρασκευή 15 Απριλίου 2011, στον ιερό ναό των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων τής πόλης μας, η «Χορωδία Βυζαντινής και Παραδοσιακής Μουσικής “Παύλος Βλαστός”», σε κατανυκτική εκδήλωση- Αφιέρωμα στα εκατό χρόνια (1851- 1911) από την κοίμηση του Κύρ- Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη- του και «Αγίου των Ελληνικών Γραμμάτων» αποκληθέντος- απέδωσε με κείμενα τού μεγάλου μας λογοτέχνη και πεζογράφου αλλά και αρκετούς ύμνους από τα Γράμματα τής Μεγάλης Εβδομάδος όλο το κατανυκτικό κλίμα των αγίων ημερών που, ήδη, διερχόμαστε. Η εν λόγω εκδήλωση τελούσε υπό την αιγίδα της Ι. Μητροπόλης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και του Δήμου Ρεθύμνου.
Η «Χορωδία και Ορχήστρα Παραδοσιακής Μουσικής “Παύλος Βλαστός”» ιδρύθηκε το έτος 1997 με σκοπό την έρευνα και προβολή τής Βυζαντινής, της Κρητικής, αλλά και της Ελληνικής, γενικότερα, μουσικής μας παράδοσης και μέχρι σήμερα έχει διοργανώσει πλήθος εκδηλώσεων και έχει κυκλοφορήσει δύο ψηφιακούς δίσκους («Αστραπή περίφημος- Αρκαδίου έπος» και «Κάστρο την είχα την καρδιά»). Φέρει το όνομα τού γνωστού πατέρα τής Κρητικής Λαογραφίας Παύλου Βλαστού, από το Βυζάρι Αμαρίου καταγόμενου, του οποίου το τεράστιο χειρόγραφο αρχείο φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης και μικροφίλμς αρκετών χιλιάδων σελίδων τού έργου του και στα Γ.Α.Κ.- Αρχεία Νομού Ρεθύμνης,
Μετά από τον εύστοχο πρόλογο τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγενίου που οριοθέτησε και διασφάλισε το πνεύμα και το περιεχόμενο της βραδιάς, η Χορωδία Βυζαντινής Μουσικής «Παύλος Βλαστός» κάτω από τη στιβαρή καθοδήγηση του χοράρχη της κ. Αντώνη Μιχελιουδάκη με καταφανή πρωτοτυπία στο ύφος και την εκτέλεση απέδωσαν εικοσιένα επίκαιρους εκκλησιαστικούς ύμνους, μεταξύ των οποίων, ενδεικτικά, αναφέρουμε τους παρακάτω:

·
Αλληλουάριο- Ιδού ο Νυμφίος- Τον νυμφώνα Σου
· Ερχόμενος ο Κύριος
· Εν ταις λαμπρότησι
· Πόρνη προσήλθε Σοι
· Η αμαρτωλός
· Μυσταγωγών σου
· Σήμερον κρεμάται
· Εγκώμια

Η καλαισθησία των διανθίσεων, των εκλεπτύνσεων και των διαφόρων ποικιλμάτων, αλλά και η φανερή δεξιοτεχνία των χορωδών και του Χοράρχη τους- τόσο σε μονωδική όσο και σε χορωδιακή ερμηνεία- στα ελεύθερα σημεία αυτοσχεδιασμού εντυπωσίασαν ιδιαιτέρα το ακροατήριο. Ο παρορμητικός ενθουσιασμός με τον οποίο δόθηκαν οι ύμνοι δεν επέτρεψε επί μέρους εκλεπτύνσεις, ωστόσο η σαφής δόμηση και οι εύστοχα επιλεγμένες ταχύτητες αποδείχτηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές στην απόδοση των ευαίσθητων ηχοσκιάσεων σε μια σπάνια ηχοχρωματική ποικιλία, σύμφωνη, πάντα, προς το κλίμα των αγίων ημερών και τις αυστηρές απαιτήσεις τής βυζαντινής παρασημαντικής και σημειογραφίας. Στρογγυλεμένες, σμιλεμένες φράσεις, απουσία αιχμών, εμμονή στην ποιότητα του ήχου, της πράγματι υπέροχης ομοιογενούς φωνής των χορωδών, έγιναν σαφείς μάρτυρες της σπουδαίας δουλειάς που συντελείται στο σχήμα αυτό.
Ιδιαίτερα εντυπωσίασε το κανονάρχημα στο «Σήμερον κρεμάται» από τον μαθητή μου, και νεαρότερο μέλος τής χορωδίας, Αριστείδη Μιχελιουδάκη, με μια φωνή που έλαμπε ιδιαίτερα στην υψηλή περιοχή, γενναιόδωρα πλατιά, πειθαρχημένη, αγέρωχη και συνεπή, που, σίγουρα, στο μέλλον εγγυάται πολλά στο χώρο τής βυζαντινής ψαλτικής.
Η ταυτόχρονη με την μουσική υμνωδία απαγγελία από την Εύα Περπυράκη και τον Θοδωρή Ρηγινιώτη αποσπασμάτων από Λαμπριάτικα έργα τού Κυρ- Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη- που μόνα ξέρουν αφειδώλευτα να προσφέρουν γεύση Ελλάδας και γνήσιου ορθόδοξου χριστιανικού ήθους σε όλους όσους στάθηκαν αρκετά τυχεροί, ώστε να τον ''συναντήσουν'' στο δρόμο τους- προσέδωσαν νέα διάσταση και υποβολή στον ήχο και την απαιτούμενη πληρότητα στις ψυχές των ακροατών.
Τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές τής προχτεσινής Εκδήλωσης- Αφιέρωμα στον μεγάλο Κοσμοκαλόγερο της Ελληνικής μας λογοτεχνίας, που για κελλί του είχε ολάκερο το νησί του, για την άκρως ευσυνείδητη ερμηνεία τους, που κυριολεκτικά έπλευσε μέσα στο πέλαγος τής άκρας ταπείνωσής του. Μας έδωσαν ένα αληθινό μάθημα σεβασμού τόσο της παραδοσιακής μας Βυζαντινής Μουσικής, όσο και των Αγίων Ημερών που διερχόμαστε.

1η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

1η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ «μουσικήν ποίει…….»

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
  Ήταν, πραγματικά, μια πανηγυρική και ενθουσιώδης κατάθεση δυνάμεων και ικανοτήτων τού μουσικού μαθητικού δυναμικού τής Κρήτης και μια φανερή κατάδειξη τής δουλειάς που συντελείται όλα αυτά τα χρόνια στον χώρο τής Μουσικής η συναυλία που έδωσαν τα Μουσικά Σχολεία Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Θερίσου (Χανίων) στην αίθουσα τού Ωδείου Ρεθύμνου, την Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, με τίτλο τη γνωστή πλατωνική προσταγή: «Μουσικήν ποίει…». Ήταν η 1η Συνάντηση Μουσικών Σχολείων τής Κρήτης.

   Όλα ξεκίνησαν ύστερα από μιαν πρόταση τού Διευθυντή τού Μουσικού Σχολείου Ηρακλείου με απώτερο σκοπό μέσα από τη συνάντηση αυτήν να επιτευχθεί μια ουσιαστικότερη και βαθύτερη σύσφιγξη και καλλιέργεια ανάμεσα σε ανθρώπους και μαθητές με κοινά ενδιαφέροντα και επιδιώξεις. Πρόκειται, πραγματικά, για μια πράξη εξαιρετικά σημαντική και σπουδαία, που υλοποιήθηκε και έλαβε σάρκα και οστά κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την περασμένη Τετάρτη, κάτω από την εποπτεία τής Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κρήτης, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο μουσικόφιλο κοινό, όπως το διαπιστώσαμε όλοι όσοι παρακολουθήσαμε την προχθεσινή συναυλία. Ευχή και επιθυμία όλων μας η 1η αυτή συνάντηση, που ξεκίνησε από τον πόλη τού Ρεθύμνου- μια πόλη με πολιτιστική οντότητα και έντονη πολιτισμική παράδοση και κουλτούρα- να έχει συνέχεια και να καταστεί θεσμός στο νησί μας, που θα ενώνει, θα διακρατεί και θα προαγάγει αποτελεσματικά τις μουσικές και πολιτιστικές δυνάμεις τού τόπου.

    Το Πρόγραμμα, που ήταν εξίσου διανεμημένο στα τρία μουσικά σχολεία που λάμβαναν μέρος στη συναυλία, χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ποικιλία μουσικών επιλογών. Έτσι, στο Α΄ Μέρος για τους φίλους τής Κλασικής Μουσικής ακούστηκαν κομμάτια ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής, Μουσικής Δωματίου και ευρωπαϊκής χορωδίας, ενώ στο Β΄ Μέρος ακούστηκαν σύνολα παραδοσιακής Μουσικής, που περισσότερο, ίσως, με τις πλούσιες Κρητικές αλλά και από άλλα μέρη τής Ελλάδας (Δωδεκάνησα, Μακεδονία, Θράκη) μελωδίες τους ενθουσίασαν απεριόριστα το μουσικόφιλο κοινό.

    Ειδικότερα, στο A' Μέρος ακούστηκαν από το κλασικό ρεπερτόριο η απαλή και ρυθμική “Romance” τού G. Bizet και το χαρακτηριστικά λικνιστικό βαλς τού Schostakovitsch (Jazz Suite No. 2: VI. Waltz 2 - Part 6/8), με την εκφραστική διάνθιση τού τρομπονιού και τις εντυπωσιακές επανεκθέσεις τού θέματος. Ακούστηκαν, επίσης, επιλεγμένα έργα από την «Μουσική Ελκυθοδρομία» τού Leopold Mozart, με διαπρέπον το πιάνο σε ένα γοργό Μοτσάρτιο ρυθμό και την Όπερα «Χένζελ και Γρέτελ» τού Humperdinck, διασκευασμένα όλα για σύνολο Μουσικής Δωματίου, καθώς και το γνωστό “Jubilate Deo” τού Α.Mozart, για τετράφωνη χωρωδία, που απέδωσαν τα παιδιά με άψογα στρογγυλεμένες φωνές.

    Επίσης, τα έργα “Τango”, “Tea for two”, “Pink Panther”, με τη γνωστή ιδιόμορφη μουσική του, το απαλό και τρυφερά ευαίσθητο “Hallelujah” (του L. Coen) και το “Voi sur ton chemin” (C. Bruno) θύμισαν στους λάτρεις τού καλού κινηματογράφου τη μουσική από πολύ αγαπημένες ταινίες, ενώ, τέλος, το γνωστό και πάντα επίκαιρο “We are the World” τού Μ. Jackson, που αποδόθηκε υπέροχα από σκηνική άποψη, σε ελεύθερη κίνηση και με τη συμμετοχή πολλών μαθητών, με ωραίες και άψογα καλλιεργημένες φωνές, σε σόλο τραγούδι, θα τονίσει μέσα από τις υπέροχες μελωδίες του την ανάγκη ότι πρέπει πάνω απ’ όλα να είμαστε άνθρωποι.

   Και το πρώτο μέρος έκλεισε με δυο έντεχνα τραγούδια κοινωνικού και οικολογικού προβληματισμού το: «Κάποτε θάρθουν …» των Γιώργου Θεοδωράκη και Λευτέρη Παπαδόπουλου και το «Να αγαπάς…» των Παντελή Θαλασσινού και Νίκου Βελιώτη. Το 40 μελές ρεθεμνιώτικο χορωδιακό σχήμα, που ερμήνευσε τα τελευταία αυτά κομμάτια με φωνές καθάριες και έναν κυριολεκτικά κρυστάλλινο, διάφανο ήχο, καταγοήτευσε το κοινό.

   Ως προς το θέμα της εκτέλεσης, γενικά και συνολικά, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η ερμηνεία των Μαθητών και των τριών σχολείων, υπήρξε άψογη και υποδειγματική και φανέρωνε σαφή αντίληψη από τους ερμηνευτές τού χαρακτήρα των συγκεκριμένων επί μέρους θεμάτων, της μορφολογίας και των ειδικών ιδιομορφιών της μουσικής που κάθε φορά απέδιδαν. Χωρίς την άσκοπη προσφυγή σε μια στείρα επίδειξη ή σε άλλους εκφραστικούς τρόπους και μανιερισμούς, οι μαθητές ερμήνευσαν τα σχετικά κομμάτια του ρεπερτορίου τους διατηρώντας σ’ όλη τη διάρκεια της ερμηνευτικής διαδικασίας την απαιτούμενη ισορροπία και πραότητα.

   Όλα, επίσης, τα κομμάτια του ορχηστρικού Μέρους αποδόθηκαν με απόλυτη ασφάλεια, ακρίβεια, σαφή άρθρωση και μουσικότητα. Από την πρώτη, κιόλας, στιγμή οι βασικές ποιότητες τής Ορχήστρας έγιναν φανερές. ομοιογένεια στον ήχο των έγχόρδων και των πνευστών και των λοιπών οργάνων, καθαρότητα στη διαστρωμάτωση των ηχοχρωμάτων και επιμελημένη φραστική. Όλοι συνεργάστηκαν με απρόσμενα θετικό τρόπο μεταξύ τους και με τον Αρχιμουσικό, συμβάλλοντας σε αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Η θυελλώδης ανταπόκριση τού κοινού ήταν απόλυτα αναμενόμενη, αφού η ερμηνεία των παραπάνω μουσικών συνόλων κατάφερε να προσφέρει στον ακροατή μια σπάνια ευκαιρία για συγκινησιακή υπέρβαση από τη σκληρή καθημερινότητα. Ο λυρισμός της μουσικής διευκόλυνε την από καρδιάς προσέγγιση.

   Αξίζουν, όθεν, τα θερμά συγχαρητήριά μας σε όλους τους συντελεστές της προχθεσινής μεγαλειώδους συναυλίας. στους Διευθυντές, τους αρχιμουσικούς, τους καθηγητές και μάλιστα στους μικρούς μαθητές και τις μαθήτριες των Σχολείων. Θερμή ευχή μας η καθιέρωση τής όμορφης αυτής πολιτιστικής Συνάντησης και η θεσμοποίησή της. Κάθε ωραίο πρέπει να έχει συνέχεια στην πνευματική και ηθική αμβλύτητα των ημερών μας!...

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ




Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ



(Πανηγυρικός που εκφωνήθηκε κατά την επίσημη Δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό του Ρεθύμνου, στις 25 Μαρτίου 2011)

"Αυτόν το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλον κανένα
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί τού Εικοσιένα" μάς προτρέπει ο μεγάλος εθνικός μας βάρδος Κωστής Παλαμάς.


Σεβασμιώτατε,

Κύριε Υπουργέ

Κύρια Βουλευτή

Κυρία Αντιπεριφερειάρχη

Κύριε Δήμαρχε

Κύριοι εκπρόσωποι των Πολιτικών και Στρατιωτικών Αρχών

Κυρίες και Κύριοι

    Με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, που εκπάγλως εορτάζουμε σήμερα, συνδέεται κατά τρόπον αδιάρρηκτο και αρμονικό και το γεγονός της Εθνεγερσίας του Εικοσιένα. Με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου εορτάζουμε τη σωτηρία και τη μετοχή του ανθρώπου στη θέωση και την αθανασία και εκφράζεται με μια πράξη, μια συμφωνία απόλυτης πνευματικής ελευθερίας ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Η Παναγία Θεοτόκος με τη θαρραλέα επιλογή της να γεννήσει τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό σηματοδοτεί μιαν αληθινή ελευθεριακή έκρηξη παράλληλη, σε πολλά σημεία, με αυτήν που οι Πανέλληνες εορτάζουμε σήμερα στα πλαίσια της Εθνεγερσίας του Εικοσιένα. Και αυτό το τελευταίο, η Εθνεγερσία τού Εικοσιένα- με κέντρο αναφοράς την Κρήτη και το Ρέθυμνο- θα αποτελέσει το αντικείμενο του σημερινού μας λόγου, στη σύντομη διαπραγμάτευση του οποίου εισερχόμαστε αμέσως τώρα.

    Από τις αρχές τού 19ου αιώνα, Κυρίες και Κύριοι, από τις αρχές τού 19ου αιώνα ο σκλαβωμένος ελληνικός λαός ωρίμαζε με όλο κι επιταχυνόμενο ρυθμό. Πολλά και διάφορα αίτια προκάλεσαν την ορμητική αυτήν αφύπνιση των Νεοελλήνων. Και πιο συγκεκριμένα. τα δεινοπαθήματά τους, η λαϊκή και λόγια παράδοση και παιδεία, οι νέες ιδέες τής Γαλλικής Επανάστασης, οι ιδιοτελείς, βέβαια, αλλά, πάντως, ενθαρρυντικές υποκινήσεις τής τσαρικής Ρωσίας, η δράση τής Φιλικής Εταιρείας, ο Κοραής, ο Ρήγας Φεραίος, η Ορθόδοξη Εκκλησία, που σ’ όλο αυτό το διάστημα τροφοδοτούσε το υπόδουλο Γένος με τον πόθο τής Λευτεριάς, και άλλοι ακόμα παράγοντες δημιούργησαν, επαναλαμβάνω, το κατάλληλο επαναστατικό πνεύμα των Ελλήνων, για την ανάκτηση τής μυριοπόθητης λευτεριάς.

    Και πράγματι την έξοχη αυτή στιγμή, της 25ης Μαρτίου 1821, που και επίσημα ξεκινά η Επανάσταση των Ελλήνων κατά τού τουρκικού ζυγού, ο ενθουσιασμός για τον αγώνα ήταν αληθινά μεγαλειώδης, απεριόριστος! Ό,τι κι αν προσπαθήσουμε εμείς οι μεταγενέστεροι να γράψουμε για τα μεγάλα γεγονότα τού Εικοσιένα, δεν θα σταθεί και πάλι μπορετό να συλλάβουμε σωστά το ρίγος και την ατμόσφαιρα των ημερών εκείνων. Το διαζευκτικό σχήμα «Ελευθερία ή Θάνατος» διατρέχει παντού και φλογίζει τις καρδιές των πανελλήνων. Ατέλειωτη αλυσίδα οι ήρωες τού Εικοσιένα, κυριολεκτικά μεθυσμένοι από τα γεγονότα των ημερών εκείνων με ανιδιοτέλεια, θάρρος κι αποφασιστικότητα ρίχνονται στον απελευθερωτικό τού Έθνους Αγώνα: «χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια κι είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες», ψάλλει συνεπαρμένος και ο Άγγελος Σικελιανός. Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης, Ανδρούτσος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Μπουμπουλίνα, Νικηταράς, Μαντώ Μαυρογένους, Δέσπω, Αθανάσιος Διάκος, Κανάρης, Μπότσαρης, Μακρυγιάννης, Μιαούλης, Παπαφλέσσας, Καραϊσκάκης, όλοι οι Έλληνες μέχρι και τον πιο ανώνυμο ήρωα τού Μεσολογγιού «αγωνίζονται», όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης, «αγωνίζονται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες».

    Κι είδαμε το Κούγκι, είδαμε το Μεσσολόγγι, τη Χίο, τα Ψαρά μεθυσμένα κι εκείνα από τον άσπιλο τής Ελευθερίας έρωτα ν’ αγωνίζονται και να θυσιάζονται σαν μια ψυχή. Πουθενά διχόνοια, πουθενά μίσος ή φιλονικία. Τα μίση κι οι φιλονικίες ξεκινούν από τα ατομικά πάθη, από τις προσωπικές φιλοδοξίες. Τα ωραία, όμως, έργα μόνο με συντονισμένη προσπάθεια τού συνόλου μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Συνήθως, αγαπητοί μου, αναφερόμενοι στον αγώνα τού Εικοσιένα, συνήθως, λέγω, το μυαλό μας πάει στα πρόσωπα και στα γεγονότα που μόλις σας απαρίθμησα παραπάνω, και αφορούν στη λεβεντογέννα Ρούμελη και τον ηρωικό Μωριά της Πατρίδας μας. Ξεχνάμε, όμως, ή, ίσως, και δεν το ξέρουμε ότι και ο τόπος μας, η Κρήτη, και ακόμα ειδικότερα ο νομός μας, το Ρέθυμνο, καθόλου δεν υστέρησαν σε ηρωισμούς και θυσίες, σε αγώνες και ολοκαυτώματα, συχνά, μάλιστα, πολύ μεγάλα, επικού, θα έλεγα, μεγαλείου.
    Έτσι, κατά τα μέσα Μαΐου τού 1821 οι Τούρκοι θέλοντας να προλάβουν την επανάσταση τού νησιού, αρχίζουν να κινούνται κατά των χριστιανών. Συλλαμβάνουν τον επίσκοπο Κισάμου και Σελίνου Μελχισεδέκ. Στις 22 Μαΐου, μετά τον απαγχονισμό του εθνομάρτυρος Πατριάρχου, η Υψηλή Πύλη διατάζει τη σύλληψη τού Φιλικού Μελχισεδέκ Τσουδερού, του λιονταρόψυχου εκείνου Ηγουμένου τής Ι. Μονής Πρέβελη, προς απαγχονισμό. Ο Μελχισεδέκ ειδοποιήθηκε εγκαίρως και αναχώρησε νύχτα από την Ι. Μονή με κάποιους μοναχούς. Ανήλθε στον Κουρκουλό, πάνω από το χωριό Ροδάκινο του Αγίου Βασιλείου, όπου στις 24 Μαΐου του 1821 ύψωσε τη σημαία της επανάστασης. Αργότερα, πολέμησε ηρωικά και στη Καλή Συκιά και το Σπήλι, στις 15-6-1821, ενώ σκοτώθηκε πολεμώντας κοντά στο χωριό Πολεμάρχι Κισάμου το 1822.
    Από την άλλη μεριά, στις 29 Μαΐου συνέρχονται οι αρμόδιοι στη μικρή μονή τής Παναγίας τής Θυμιανής, για να εκλέξουν τους αρχηγούς των όπλων κάτω από τις σημαίες των οποίων όφειλαν να ταχθούν οι πολεμιστές των Σφακίων αλλά και άλλων διαμερισμάτων τής Κρήτης. Τέλη Μαΐου, στο χωριό Ασκύφου, γίνεται και το πρώτο πολεμικό συμβούλιο. Σ’ αυτό το συμβούλιο μετρούν τα τουφέκια και τα βρίσκουν όλα- όλα 851. Όμως, και αυτά τα ελάχιστα οι Κρητικοί ξέρουν να τα τιμήσουν καθώς πρέπει. Από άλλα εφόδια; Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο πολύς Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, βρέθηκαν 40 μόλις βαρελάκια μπαρούτη, όχι παραπάνω από 360 οκάδες.
    Το φτωχότατο αποτέλεσμα που έδωσε η πρόχειρη αυτή καταμέτρηση δεν πτόησε καθόλου τους επαναστάτες Κρητικούς. Μοίρασαν αυτά τα λίγα εφόδια στα πιο καίρια σημεία. Οι Τσουδεροί με τους Στρατή Βουρδουμπά και τον Κωστόπουλο θα χτυπούσαν στ’ Ασκύφου τον Ισμαήλ Κουντούρη, που βάδιζε προς τα Σφακιά. Ο Μανουσέλης και ο Δεληγιαννάκης θα χτυπούσαν στην Αργυρούπολη τους Τούρκους τού Ρεθύμνου. Ο Αναγνώστης Πρωτοπαπαδάκης θα χτυπούσε τους Οθωμανούς τού πύργου τού Ιμβραήμ Αληδάκη.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι δεν κρατιούνται άλλο. Αρχίζουν να βγάζουν μαχαίρι από τα πιο άγρια στην ιστορία. Στην πόλη των Χανίων 400 χριστιανοί χάθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Το κακό απλώνει. Η αιματηρή πυρκαγιά ζώνει τώρα και το Ρέθυμνο. Οι προύχοντες Καλλέργης και Ντεληγιώργης πέφτουν πρώτοι. Φυλακίζεται ο επίσκοπος Γεράσιμος Περδικάρης «εις ένα καταφρονεμένον και άχρηστον οσπίτιον και τόσον δυσώδες…». Τον επόμενο χρόνο απαγχονίζεται και αυτός στην πλατεία τού Πλατάνου, στο Ρέθυμνο. Στο Ηράκλειο σκοτώνουν τον φιλικό γιατρό Λευθεραίο και σφάζουν τον Μητροπολίτη Γεράσιμο Παρδάλη και τους λοιπούς επισκόπους. Σε 800 υπολογίζονται οι νεκροί χριστιανοί τής ημέρας εκείνης, 24 Ιουνίου 1821, στο Μεγάλο Κάστρο και στα περίχωρα. Στη Σητεία σκοτώθηκαν 300 χριστιανοί, ενώ η Μονή Τοπλού κάηκε και πολλοί μοναχοί σφαγιάστηκαν
    Οι χριστιανοί δεν αντέχουν άλλο. Η ώρα για ανταπόδοση ζυγώνει. Οι Τσουδερός, Κουρμούλης, Μελιδόνης γλυστρούν τη νύχτα τής 13ης Ιουνίου 1821 στο στρατόπεδο τού Ισμαήλ Κουντούρη και χτυπούν. Οι Τούρκοι αιφνιδιάζονται κι ο Ισμαήλ σκοτώνεται. Σχεδόν ταυτόχρονα στο Λούλο των Κεραμειών, στα Χανιά, οι Χάληδες Βασίλειος και Ιωάννης σημειώνουν την πρώτη νικηφόρα μάχη στις 14 Ιουνίου. Η ημέρα αυτή θεωρείται και ως η επίσημη μέρα έναρξης τού Κρητικού αγώνα εναντίον των Τούρκων. Την ημερομηνία αυτήν παρέχεται και η πρώτη επίσημη προκήρυξη τής Γενικής Συνέλευσης των Κρητών:
«οι κάτοικοι τής νήσουΚρήτης, πλήρεις από υψηλόν και ευγενές τής ελευθερίας αίσθημα, έλαβον κατά τής Οθωμανικής τυραννίας τα όπλα περί τας δεκατέσσερας τού μηνός Ιουνίου εν έτει 1821».Τις αμέσως επόμενες ημέρες ο Σφακιανός Γεώργιος Δασκαλάκης ή Τσελεπής, εγγονός τού πρωτομάρτυρα Επαναστάτη τής Κρήτης Δασκαλογιάννη και ο Σήφακας πολεμούν στο Φρε τον Αλή Σοφτά των Χανίων. Στις 17 Ιουνίου οι οπλαρχηγοί Αναγνώστης και Πέτρος Μανουσέλης, ο Δεληγιαννάκης και οι Ρεθυμνιώτες Ιωάννης Δρουλίσκος και Μανόλης Ρουστικιανός ορμούν κατά των Τούρκων στη θέση Ζουρίδι τού Ρεθύμνου και κυριολεκτικά τους διασκορπίζουν εδώ κι εκεί. Τέλος, τις ίδιες μέρες, 5000 Τούρκοι υπό τον Λατίφ πασά των Χανίων κατατροπώνονται στη μάχη τού Θερίσσου και αποδεκατίζονται. Με τη νίκη αυτήν η επανάσταση στερεώνεται στην περιοχή των Χανίων.
    Αν και σκληρός και από την αρχή άνισος ο αγώνας, η Κρήτη, τη στιγμή αυτήν, έμπαινε με ηρωισμούς και σημαντικές επιτυχίες στον πανελλήνιο χορό των επαναστάσεων. Οι πρώτες, όμως, αυτές επιτυχίες των Κρητικών δεν θα κρατήσουν, δυστυχώς, πολύ. αμέσως από τον επόμενο κιόλας χρόνο τα πράγματα θα αλλάξουν σημαντικά προς το χειρότερο και ο αγώνας θα γίνει ακόμα πιο άνισος και πιο σκληρός από τη στιγμή που στο νησί θα αποβιβαστεί ο πολυάριθμος αιγυπτιακός στρατός. Η πρώτη απόβαση Αιγυπτίων έγινε στα τέλη Μαΐου τού 1822. Την ακολούθησαν και άλλες δύο. Δέκα χιλιάδες ήταν τα ντουφέκια των Τουρκοαιγυπτίων. που να αντέξουν οι Κρητικοί; Τι να κάνουν; Βρίσκονται σε αδιέξοδο. Έτσι αναγκάζονται στο εξής να χρησιμοποιήσουν τις σπηλιές σαν καταφύγια και σαν πολεμικά ορμητήρια. Και αρχίζει ο πόλεμος από τις σπηλιές.
Στο χωριό Μελιδόνι, στη γνωστή σπηλιά, είχαν καταφύγει 370 άτομα άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο Τουρκοαιγύπτιος Χουσείν Μπέης πολιορκεί τη σπηλιά για τρεις μήνες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος κατορθώνει να ανοίξει τρύπα στη σκεπή τής σπηλιάς και να ρίξει από κει εύφλεκτες ύλες και χλωρά ξύλα. Όλοι πέθαναν από ασφυξία και προσφέρθηκαν εκατόμβη για την απολύτρωση τής Κρήτης στις 23 Ιανουαρίου 1824, ακολουθώντας το παράδειγμα των αδελφών τους που είχαν σκοτωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από τον Χασάν Πασά, λίγο καιρό πρωτύτερα, στη σπηλιά τής Μιλάτου (Φεβρουάριο 1823).
    Παρόλα αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα, η Κρήτη μπόρεσε να αντέξει ως τα 1830, περίπου, μόνο χάρη στις απροσμέτρητες και, συχνά, παράτολμες θυσίες των παλικαριών της. Στα 1830 η Κρήτη πουλήθηκε στον Τουρκοαιγύπτιο Μεχμέτ Αλή. Μια πολυαίμακτη δεκαετία συνεχών επαναστάσεων τού ηρωικού λαού τής Κρήτης τέλειωνε χωρίς καμιά δυστυχώς, μα καμιά δικαίωση. Το πρωτόκολλο τής 22 Ιουνίου 1830 άφηνε την Κρήτη έξω από τα όρια τού νεοπαγούς ελληνικού Κράτους, που την ίδια στιγμή κέρδιζε τις πρώτες του επιτυχίες στο διπλωματικό πεδίο. Μόνο πολύ αργότερα, στα 1897, και μάλιστα στα 1913 και ύστερα από τόσα χρόνια πικρής σκλαβιάς, τυραννίας και σκληρών και άνισων αγώνων, ύστερα από 32 επαναστάσεις, η Κρήτη μπόρεσε να ξαναπέσει στη θερμή αγκαλιά τής Μητέρας Ελλάδας σαν πολυβασανισμένη και ηρωική της θυγατέρα.
    Μετά απ’ όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα, που με ρίγη συγκίνησης απαριθμήσαμε τη μεγαλώνυμη και ιερή τούτη στιγμή τής Ανάμνησης, φθάνουμε πια στην πεμπτουσία τού σημερινού εορτασμού, στο υπέροχο δίδαγμα που το Εικοσιένα προσφέρει στις κατοπινές γενιές των Ελλήνων και που είναι νομίζουμε το εξής: «Η των γεγενημένων πράξεων μνήμη τής περί των μελλόντων ευβουλίας γίγνεται παράδειγμα». Με άλλα λόγια την ιστορία δεν την μελετάμε για να μάθουμε απλά τι κατόρθωσαν οι πρόγονοί μας στο παρελθόν, αλλά για να μάθουμε τι είναι σωστό, τι είναι μπορετό να πράξουμε κι εμείς στο μέλλον.
    Αυτή η ένδοξη εποχή και τα ηρωικά κατορθώματα, αυτό το άπεφθο Εικοσιένα ας αναθερμάνει μέσα μας τη δόξα τής καταγωγής και το βάρος τής ευθύνης. Υπερήφανοι για το παρελθόν, συνειδητοί γνώστες των δυνάμεων και αδυναμιών τού παρόντος, ατενίζοντας μ’ εμπιστοσύνη και αποφασιστικότητα στο μέλλον, ας προχωρήσουμε όλοι μαζί με ευψυχία και τόλμη στον δρόμο που χάραξε το Εικοσιένα κι έτσι να φτάσουμε, με τον αγώνα μας, μέσα από τη εσωτερική κάθαρση στην ακτινοβολία!

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΟΥΛ(Ρ)ΓΑΡΗ ΜΕΛΑΜΠΩΝ- ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΟΥΛ(Ρ)ΓΑΡΗ ΜΕΛΑΜΠΩΝ
ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η Ι. Μ. Βούλγαρη είναι παλιό Μοναστήρι, που την εξάρτησή του είχε από την Ι. Μονή Ασωμάτων, στο Αμάρι. Το όνομά του Βούλγαρης παραπέμπει σε ιδρυτή με το οικογενειακό όνομα Βούλγαρης[1] (και σήμερα Βουλγαράκης, όνομα που συνεχίζει να επιχωριάζει στο χωριό)[2]. Το εν λόγω όνομα εξαιρετικά σύνηθες οικογενειακό απαντά επτά φορές στο συγκεκριμένο χωριό κατά τα χρόνια τής Τουρκοκρατίας (Vulgari Kostantin, Manol, Pasko, Manol, Yorgi, Mihali, Dimitri)[3].
Το επώνυμο, κατά τον Κων. Άμαντο οφείλεται στους Βουλγάρους στρατιώτες που είχαν εκστρατεύσει με τον Νικηφόρο Φωκά, για να ελευθερώσουν την Κρήτη από τους Σαρακηνούς[4]. Και ο Ν. Τωμαδάκης[5], θεωρεί πιθανή την ονομασία τού τοπωνυμίου και της Μονής από τους κατοίκους τού Borgo= Βουργάρων. Τέλος, η Χρυσούλα Τσικριτσή θεωρεί πιθανότερη την άποψη τού Αντ. Χατζή[6] για την ετυμολογία τού τοπωνυμίου από τη λέξη βουλγάρις= αυτός που κατασκευάζει και πουλάει βούλγας (μεσαιωνικό)= δερμάτινους σάκους και σήμερα στην Κρήτη βούργια. Πβ. μια παρόμοια ετυμολογία και στον Μιχ. Σκανδαλίδη[7]. Πάντως, το βούλγαρης, όπως σημειώνει η Χρ. Τσικριτσή, δεν είναι μόνο δηλωτικό επαγγέλματος, αλλά και σκωπτικό- ασφαλώς από το αντίστοιχο εθνικό- και θα πει ισχυρογνώμων (πβ. έγινε Τούρκος από το κακό του= θύμωσε πάρα πολύ). Βέβαια, αναφέρονται Βούλγαροι D’ Origine Servile και δεν αποκλείεται να είναι και οικογενειακό από εθνικό. Σε έγγραφο τού 1304 αναφέρεται Marino Bulgari κυβερνήτης γαλέρας, Victuri Bulgarus σε έγγραφο τού 1407 και Petrus Bulgari σε έγγραφο τού 1428[8].
Σήμερα, σε μια περιοχή κατάφυτη από αιωνόβια ελαιόδεντρα, Βορειοανατολικά των Μελάμπων, 30΄ πορεία από αυτές, σώζονται μερικά μόνον ερείπια των εγκαταστάσεων τής Ιστορικής Μονής και η εκκλησία τού αγίου Ιωάννη (Γενέθλιο– 24 Ιουνίου), άγραφη μονόκλιτη βασιλική (9,5Χ4,8), με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο, με παραστάσεις φύλλων σταφυλής και δρακόντων. Καλντερίμι 20μ. οδηγεί μέχρι την είσοδο τής Μονής, της οποίας διατηρούνται ερείπια κελιών και λοιπών βοηθητικών χώρων και δύο χαράγματα του 1716 και του 1853.
Πρόκειται για παλιό μοναστήρι που λειτούργησε από την περίοδο τής Ενετοκρατίας και κτίστηκε, πιθανόν, πριν το 1645, ενώ ιστορικά μαρτυρείται η ύπαρξή του το έτος 1716 από σχετική επιγραφή, που δημοσίευσε ο Gerola[9]. Γενικά, πρέπει να τονιστεί ότι η περιοχή γύρω από τις Μέλαμπες αποτέλεσε, κατά τα χρόνια εκείνα, σπουδαίο μοναστικό κέντρο. Το μοναστήρι πρέπει να ήταν πολύ πλούσιο, με περιουσία γύρω στα τρεις χιλιάδες ελαιόδεντρα, που πριν την επανάσταση τού 1821 θα ήταν προφανώς ακόμα περισσότερα. Το 1957 αποφασίστηκε η εκποίηση των κτημάτων τού «Βούλγαρη», που μέχρι τότε ανήκαν στο Ταμείο Εφέδρων πολεμιστών[10].
Στην περιοχή αυτήν, του Βούλγαρη, στη δεκαετία του πενήντα, ανασύρθηκαν κατά την καλλιέργεια- όπως συμβαίνει συχνά- αγρού δυο επιγραφές σε πωρόλιθο, γραμμένες σε δωρική διάλεκτο. Στη μια από αυτές (0,30Χ 0,14) μαρτυρείται, για πρώτη φορά, η ύπαρξη, στην περιοχή μάλλον Βούλγαρη, όπου και ανευρέθηκαν οι επιγραφές, της αρχαίας πόλεως Κώριον- εντελώς άγνωστης από άλλες αρχαίες πηγές. Της πόλεως αυτής, σύμφωνα με την επιγραφή, τον ναό- τον αφιερωμένο, κατά τη δεύτερη επιγραφή, στη θεά Αθηνά- επιμελήθηκε, μαζί και με άλλους τοπικούς παράγοντες, ο Σόαρχος, γιος του Παιθεμιδού, που είχε διατελέσει και πρέσβης, είχε, δηλαδή, αποκτήσει ένα σημαντικό πολιτειακό αξίωμα και η Τριβαλίς (πιθανόν σύζυγος του Σοάρχου)[11].
Προφορική παράδοση- που διασώζει ο Μελαμπιανός δάσκαλος Ν. Φασατάκης- αναφέρει πως οι καλόγεροι τού Αϊ- Γιώργη του Φινοκάλη έφυγαν και πήγαν στον Αϊ- Νικόλα, γιατί τους πείραζαν ξένοι. Επειδή, όμως, και εκεί πάθαιναν τα ίδια, μεταφέρθηκαν στο Μελισσουργάκι. Για τον ίδιο λόγο κατέληξαν στου Βούλγαρη και εγκαταστάθηκαν μόνιμα, γιατί εκεί ήταν πιο ασφαλείς, σχετικά μακριά από τα προηγούμενα μοναστήρια και αθέατοι από τη θάλασσα[12]. Από τότε το Μελισσουργάκι, που βρίσκεται ΝΑ του Βούλγαρη, κατέστη μετόχιο της Μονής τού Βούλγαρη με επιστάτη καλόγερο και πιθανόν ένα- δυο ακόμα μοναχούς που καλλιεργούσαν τα κτήματα.
Περί το 1770-1788 η μονή Βούλγαρη έγινε εξάρτημα της Ι. Mονής Ασωμάτων. Οι μοναχοί της μεταφέρθηκαν στη Μονή Ασωμάτων, ενώ στου Βούλγαρη παρέμειναν ένας– δυο, για να φροντίζουν την αξιόλογη περιουσία της Μονής, μέχρι περίπου το 1900, που το μοναστήρι έπαψε πια να έχει μόνιμο μοναχό επιστάτη.


Σημειώσεις
[1]Βούργαρης στην καταγραφή των τοπωνυμίων τού 1953, από τους δασκάλους τής Κρητικής υπαίθρου, με εντολή τής Εταιρείας Κρητικών και Ιστορικών Μελετών, που εδρεύει στο Ηράκλειο.
[2] Ν. Φασατάκη, «Το μοναστήρι του Βούλγαρη», Προμηθεύς ο Πυρφόρος 37 (1984), 3-18 και Χρυσ. Τσικριτσή- Κατσιανάκη, «Συμβολή στη μελέτη των τοπωνυμίων της Κρήτης, Τοπωνύμια από οικογενειακά ονόματα», Αμάλθεια 6 (1975), 44]
[3] Ευαγγελία Μπαλτά - Mustafa Oguz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 516-517.
[4] Κων. Αμάντου, «Κρητικά τοπωνύμια», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, Γ΄ (1940), 224.
[5] «Σλάβοι εν Κρήτη, τα Καράνου- Το Ροδοβάνι», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών (Ε.Ε.Κ.Σ) 1 (1938), 425.
[6] «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι», 73 και 77.
[7] «Ονοματολογική περιήγηση στον νησιωτικό μικρόκοσμο των Κυκλάδων», στα Πρακτικά Δ΄ Ονοματολογικού Συνεδρίου «Ονοματολογικά Κυκλάδων» (Τήνος 20-22 Οκτωβρίου 2005), περιοδ. «Ονόματα», Αθήνα 2007, 22.
[8] Χρυσ. Τσικριτσή, «Συμβολή στη μελέτη των τοπωνυμίων της Κρήτης, Τοπωνύμια από οικογενειακά ονόματα», Αμάλθεια 6 (1975), 44-45.
[9] G. Gerola, Monumenti Veneti Nell’ isola di Creta, Venezia NCM.V, vol ΙΙΙ, 178.
[10] Ψιλάκης Νίκος, Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειο 1993, 437.
[11] Χρίστου Μακρή, «Ιστορικά- Αρχαιολογικά Νέα», εφημ. Ρεθύμνου Βήμα της 18/11/1960.
[12] Ν. Φασατάκη, «Το Μοναστήρι του Βούλγαρη», Προμηθεύς ο Πυρφόρος 37 (1984), 6.

Η ΚΡΗΤΗ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ 19ΟΣ- 20ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ- ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ- ΓΛΥΠΤΙΚΗ


ΝΤΕΝΙΖ- ΧΛΟΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ 

Η ΚΡΗΤΗ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ 19ΟΣ- 20ΟΣ ΑΙΩΝΑΣ- ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ- ΓΛΥΠΤΙΚΗ

[Εκδόσεις «ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ», Ηράκλειο 2010, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 317] 

  ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
http://ret-anadromes.blogspot.com/


    Μια θαυμάσια μελέτη με τίτλο: «Η Κρήτη των Καλλιτεχνών 19ος- 20ος αιώνας- Αγιογραφία- Ζωγραφική- Γλυπτική» γνώρισε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας. Συγγραφέας της η κ. Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου, δόκιμος ερευνήτρια και ιστορικός τής Τέχνης, δρ. τού Πανεπιστημίου τής Κρήτης. Θέμα της, όπως και από τον τίτλο καταδεικνύεται, το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι τής Κρήτης κατά τους δύο τελευταίους αιώνες τής δεύτερης χιλιετίας. 
    Στη μελέτη της αυτήν, η κ. Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου επιδίδεται σε μιαν πρώτη καταγραφή και αποθησαύριση ενός ενδιαφέροντος και λίαν αξιόλογου υλικού μέσα από το οποίο πληροφορούμαστε και αναγνωρίζουμε μιαν, εν πολλοίς, άγνωστη σε μας σήμερα Κρήτη, την Κρήτη των Καλλιτεχνών, την Κρήτη των αγιογράφων, των ζωγράφων και των γλυπτών. Πολλοί από τους Καλλιτέχνες αυτούς υπήρξαν Κρήτες, που, μετά τις καλλιτεχνικές σπουδές τους στο Κέντρο, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα και να βρουν εκεί την επαγγελματική τους διέξοδο και, μάλιστα, συχνά στον χώρο τής ορθόδοξης εκκλησιαστικής αγιογραφίας. Και αυτό γινόταν πάντα μέσα από μύριες στερήσεις και αντιξοότητες, αφού είχαν να αντιπαλαίσουν με τη γνωστή κατάσταση ημιμάθειας μέσα στην οποία ζούσε κατά τον 19ο αι. το νησί. Γιατί η Τέχνη είναι γνωστό ότι συμβαδίζει πάντοτε με την παιδεία και την αισθητική καλλιέργεια τού λαού. Και πώς μπορούσε, αλήθεια, να αντιληφθεί τέχνη ένας ημιμαθής και απαίδευτος λαός; 
    Η εμμονή τής συγγραφέως στις ελευθερίες που έδωσαν στον τόπο ο Οργανικός Νόμος (1868) και η Σύμβαση τής Χαλέπας (1878), αλλά και το ερώτημα που εισάγει για το κατά πόσον υπήρξε τέχνη στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας, αποδεικνύουν, νομίζουμε, σαφώς αυτήν την τελευταία πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, η Τέχνη ζει και αναπτύσσεται «εν ελευθερία», γι’ αυτό ακριβώς είναι πολλοί οι Κρήτες καλλιτέχνες, που, μετά την εισβολή των Τούρκων στο νησί (1648), αναγκάστηκαν, εκ των πραγμάτων, να καταφύγουν στα Βενετοκρατούμενα Ιόνια νησιά, το τελευταίο απομεινάρι τής μη υποδουλωμένης στους Τούρκους Ελληνικής γης. 
    Η παρουσιαζόμενη μελέτη δομείται σε δύο μέρη και πέντε ενότητες. Η διανομή των επί μέρους θεμάτων στο Α΄ Μέρος έχει ως εξής: α) Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωγραφική κατά τα χρόνια τής Τουρκοκρατίας (17ος- 18ος αι.), κεφάλαιο που παρατίθεται στο βιβλίο και καταλαμβάνει τη θέση Προοιμίου, β) Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ζωγραφική τον 19ο αιώνα, γ) Απόφοιτοι Ακαδημιών και Σχολών Καλών Τεχνών (19ος αιώνας), δ) Στο γύρισμα τού αιώνα- Η περίοδος τής Κρητικής Αυτονομίας. Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται ειδική αναφορά στην περίφημη Α΄ Διεθνή Έκθεση Χανίων, του 1900, η οποία, ανάμεσα στα εκθέματά της, είχε περιλάβει και τον καλλιτεχνικό τομέα. Πρόκειται για ένα εν πολλοίς άγνωστο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα τής Κρητικής Πολιτισμικής Ιστορίας. 
    Το Β΄ Μέρος τού βιβλίου αναφέρεται στην περίοδο του Μεσοπολέμου και ειδικότερα στην καλλιτεχνική παραγωγή: α) των δεκαετιών 1920 και 1930 σε όλη την Κρήτη και β) των μέσων τού 20ου αιώνα. 
    Η μελέτη αυτή τής κ. Αλεβίζου υπήρξε το αποτέλεσμα ευρείας, απαιτητικής και συντονισμένης προσπάθειας, που στηρίχθηκε σε ένα πλουσιότατο αρχειακό υλικό, σε πληθώρα δημοσιευμένων και αδημοσίευτων μελετών, στον τοπικό τύπο τής κάθε ιστορικής περιόδου που γίνεται αναφορά και σε προφορικές μαρτυρίες απογόνων ή συγγενών των καλλιτεχνών που το έργο τους μελετάται, αναλύεται και διερευνάται διεξοδικά στο βιβλίο. Εξαιρετικά σπουδαία υπήρξε- καθ’ ομολογίαν τής ιδίας τής συγγραφέως- και η συμβολή τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγενίου στη συγγραφή της αυτήν, που, πέραν τής ειδικής επιστημονικής βοήθειας που γενναιόδωρα τής παρέσχε, της επεσήμανε, περαιτέρω, και έργα τής ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωγραφικής και την προέτρεψε να ασχοληθεί ερευνητικά με τη ζωή και το έργο ξεχασμένων αγιογράφων, κυρίως, του 19ου αιώνα, πράγμα που συντέλεσε καθοριστικά στην απόφασή της να διευρύνει τη συλλογή των πληροφοριών της για το καλλιτεχνικό δυναμικό τής Κρήτης, ενώ, τέλος, και προλόγισε το έργο- ως Επίσκοπος Κνωσού, τον καιρό εκείνο- με μια ευσύνοπτη αλλά ουσιώδη αναφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Ζωγραφική στην Κρήτη. 
    Η διαπραγμάτευση του εκτεταμένου, όσο και ενδιαφέροντος αυτού θέματος είναι λεπτομερής και αναλυτική και χαρακτηρίζεται για τη σαφήνεια, την εκφραστική πληρότητα και επιστημονική ευσυνειδησία της. Πρόκειται για μιαν εργασία που βρίθει από διακόσιους, τουλάχιστον, Κρήτες Καλλιτέχνες, τους οποίους η συγγραφέας μάς παρουσιάζει κατά χρονολογική σειρά, παραθέτοντάς μας, παράλληλα, ενδιαφέρουσες απεικονίσεις έργων τους, συνοδευόμενες από θαυμάσια ευσύνοπτα κριτικά υπομνήματα τόσο τής ίδιας όσο και ειδικών τεχνοκριτικών. 
    Σημαντικό, κοντά σ’ αυτά, και το γεγονός ότι η συγγραφέας στο βιβλίο της αυτό δεν περιορίζεται μόνο σε καθαρά καλλιτεχνικές μορφές και πληροφορίες, αλλά με εξαιρετική γνώση και ευαισθησία και εντυπωσιακό βάθος γενικής ιστορικής γνώσης και πληρότητας, τον εξεταζόμενο κεντρικό πυρήνα τής Κρητικής Ιστορίας τής Ζωγραφικής τον ανάγει στο γενικότερο ιστορικό «γίγνεσθαι» των δύο αιώνων (19ου και 20ού), των οποίων τα επιτεύγματα τής τέχνης καταλεπτώς εξετάζονται. Έτσι, η Ιστορία τής νεότερης Κρητικής Καλλιτεχνίας ενταγμένη αρμονικά στη Γενική Ιστορία τού νησιού, με τα γεγονότα τοποθετημένα δεξιοτεχνικά πάνω στην ιστορική γραμμή των δύο μελετώμενων αιώνων, διευκολύνει τα μέγιστα στον καθορισμό τού χρόνου των γεγονότων και στη βαθύτερη και αποτελεσματικότερη κατανόησή τους, ενώ, παράλληλα, κάνει και μια πλήρη όσο και περισπούδαστη αναδρομή και στα σπουδαία ιστορικά γεγονότα που έγιναν ρυθμιστές των εξελίξεων και, εν πολλοίς, προσδιόρισαν τη σημερινή ιστορική πραγματικότητα και τις τύχες, γενικότερα, τού νησιού μας, αλλά και τής τέχνης τής Ζωγραφικής. Η παράθεση, περαιτέρω, επιμελών και επιλεγμένων και επιστημονικά εξακριβωμένων υποσημειώσεων και βιβλιογραφικών παραπομπών στα παρατιθέμενα στοιχεία φανερώνει μιαν ικανή κάτοχο τόσο τής ειδικής Βιβλιογραφίας τής Τέχνης τής Ζωγραφικής, όσο και τής Γενικής Ιστορικής Βιβλιογραφίας. 
    Με όλα αυτά οι πληροφορίες που το εν λόγω σύγγραμμα μάς παρέχει είναι, τωόντι, εξαιρετικά σπουδαίες, προσεγμένες, αυθεντικές και υπεύθυνες. Ειδικής βαρύτητας, για μάς τους Ρεθεμνιώτες, είναι τα κεφάλαια στα οποία η κ. Αλεβίζου κάνει ειδική αναφορά στον ρεθεμνιώτη αγιογράφο Χατζή Αντώνιο Βεβελάκη, τον αγιογράφο, που- όπως τιμητικά σημειώνει- κατέχει αναμφισβήτητα μιαν από τις πρώτες θέσεις στο στερέωμα τής Κρήτης των Καλλιτεχνών για το εύρος και την ποιότητα του έργου του. Ο Βεβελάκης χαρακτηρίζεται, περαιτέρω, για την εξαιρετικήν ευχέρεια και ευαισθησία του στη σύνθεση και οργάνωση τού χώρου, στην απόδοση των μορφών και των χρωμάτων, αλλά και τη λεπτομερή και σχεδιαστικά λεπτή εργασία του και εξαιρετική ικανότητά του στη φυσιοκρατική απόδοση των μορφών. 
    Η κ. Αλεβίζου εστιάζει, επίσης, και σε άλλους σπουδαίους Ρεθεμνιώτες καλλιτέχνες, όπως τους αγιογράφους Μιχαήλ Πρέβελη, Ιερόθεο Πραουδάκη, Ιωάννη Σταθάκη και Νέστορα Βασσάλο και τους ζωγράφους Γεώργιο Γαληνό, την εγγονή τού Βεβελάκη Αθηνά Καφάτου, την Αθηνά Ψύρρη, την Αγάπη Πολογιώργη και τους αδελφούς Γιάννη και Λευτέρη Κανακάκη, γλύπτη και ζωγράφο αντίστοιχα. 
    Μια, ακόμα, παράμετρος που χαρακτηρίζει την υψηλή ποιότητα τού έργου είναι και η εντυπωσιακά ωραία, ορθή και στρωτή χρήση τής ελληνικής γλώσσας, που μέσα στις σελίδες τού εν λόγω βιβλίου κυλάει στρωτά, σαν τα γαλήνια νερά τού Ιορδάνη. 
    Η κ. Ντενίζ- Χλόη Αλεβίζου εργάστηκε με απόλυτη συναίσθηση τής ευθύνης και του χρέους της απέναντι στον τόπο και την ιστορία. Το βιβλίο της συγκινεί, διδάσκει και διασώζει για τον Κρητικό λαό και την επιστήμη γενικότερα πολύτιμα πολιτιστικά αποθέματα, που συντηρούν και περισώζουν τον στοχασμό, τον χαρακτήρα, το ήθος, την πνευματική καλλιέργεια και την Τέχνη μιας εποχής. Σκοπός της η ανάδειξη τής σπουδαίας αυτής κληρονομιάς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του σε κάθε περίοδο τής ιστορικής του πορείας είναι φως και γι’ αυτό πρέπει να φωτίζει και να φωτίζεται και να διδάσκει ορθά τους μεταγενέστερους. Είναι, γι’ αυτό, άξια του δικαίου επαίνου τού τόπου και τής επιστήμης, που με τόση ευσυνειδησία και μόχθο η κ. Αλεβίζου υπηρετεί.