ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ἤ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ; * * * Τὸ θέμα τῆς 4ης κάρας


200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ:

ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ἤ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ;

                  Τὸ θέμα τῆς 4ης κάρας

 

        ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

    www.ret-anadromes.blogspot.com

                                                                                   - 1ο-

       Μια σοβαρή ἐπισήμανση- διόρθωση ποὺ θὰ ἐπιχειρήσουμε μὲ το άρθρο μας αὐτό ἀφορᾶ στὸ κρίσιμο θέμα ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ κάποιους ἐρευνητὲς μὲ τόν- ἐκ τῶν Τεσσάρων Νεομαρτύρων- τέταρτο μάρτυρα, τὸν Νικόλαο. Ἀποδέχονται, λοιπόν, τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Νικόλαος δὲν μαρτύρησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους τρεῖς συμμάρτυρές του (Γεώργιο, Ἀγγελή καὶ Μανουὴλ) στὴ σημερινὴ πλατεία τῶν Τεσσάρων Μαρτύρων τοῦ Ρεθύμνου, ἀλλὰ ὅτι σκοτώθηκε, πολεμώντας μὲ τὸν Ξωπατέρα[1], στὴν Ἱ. Μονὴ τῆς Ὁδηγήτριας (εἰκ. 1 καί 2), στὸ δυτικὸ ὅριο τῶν Ἀστερουσίων Ὀρέων, Ἡρακλείου, τὸν Μάρτιο τοῦ 1828[2].

Εἰκ. 1. Ἱ. Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας, Ἡράκλειο Κρήτης.

Εικ. 2. Ι. Μονή Παναγίας Οδηγήτριας. Εδώ ο Πύργος του Ξωπατέρα.

Ἡ ἀτυχὴς αὐτὴ ἄποψη κατὰ βάσιν ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης πληροφορίας ποὺ ἔλαβε ὁ Ἄγγλος περιηγητὴς Robert Pashley κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὸ Ρέθυμνο, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1834, καὶ τὴ μετέφερε στὸ βιβλίο του «Travels in Crete», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «τὸ ἔτος 1824 τρεῖς Κουρμούληδες, δύο ἀδελφοὶ καὶ ἕνας ἐξάδελφός τους[3] ἐκτελέστηκαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τοῦ Ρεθύμνου ἀπὸ τὸν Τοῦρκο Διοικητὴ Μουσταφὰ Μπέη (sic)»[4]. Ἀναφέρεται, δηλαδή, ὁ Pashley- σαφώς λόγω ἐσφαλμένης πληροφόρησής του[5]- σὲ τρεῖς Μάρτυρες, παρ᾽ ὅτι, σαφῶς, σύμφωνα μὲ ἁπαξάπασα τὴν τοπικὴ παράδοση καὶ Ἁγιολογία, τὸ συναξάριο, τὶς ἀκολουθίες, τὴν εἰκονογραφία τῶν Ἁγίων καὶ κάποια ἱστορικὰ ἔγγραφα ποὺ προέκυψαν τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ θα τὰ παραθέσουμε (για οικονομία χώρου) σε επόμενα άρθρα μας, ἀλλὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο τῆς προκήρυξης τοῦ Μεχμὲτ πασᾶ, περὶ σφαγῆς τεσσάρων Μαρτύρων – ποὺ διέσωσεν ὁ λόγιος φαρμακοποιὸς τῆς πόλης Ἰωάννης Κούνουπας[6] – οἱ μάρτυρες ἦταν τέσσερις καὶ ὄχι τρεῖς, ἐνῶ τ έ σ σ ε ρ ι ς, περαιτέρω, εἶναι καὶ οἱ Τάφοι τῶν Ἁγίων ποὺ ἀποκαλύφθηκαν πρόσφατα (2002) κάτω ἀπὸ τὸν ἑνιαῖο, μέχρι τότε, τάφο τους (αὐτὸν τοῦ ἔτους 1904), στὴ νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Περιβολίων Ρεθύμνου (εικ. 3 και 4).

Εἰκ. 3 Οἱ τέσσερις Τάφοι τῶν Τεσσάρων Μαρτύρων, ὅπως ἀποκαλύφθηκαν πρόσφατα, στὶς 6-5-2002, στὸν προαύλιο χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Περιβολίων, κάτω ἀπὸ τὸν ἑνιαῖο, μέχρι τότε, τάφο τους, αὐτὸν του 1904.

Εἰκ. 4 Οἱ τέσσερις τάφοι τῆς εἰκόνας 3, ὅπως εἶναι σήμερα ἐπενδεδυμένοι μὲ πέτρα ἀλφᾶς.

Ἡ ἀνακάλυψη καὶ τῶν ὑπόλοιπων τριῶν Τάφων δίπλα στὸ ἤδη γνωστὸ μνῆμα ὀφείλεται σὲ ἕνα τυχαῖο γεγονός. Σύμφωνα μέ τήν επίσημη ενημέρωση τής Τοπικής Εκκλησίας διά στόματος του ἀοιδίμου Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κυρού Ανθίμου, «ἡ Τοπικὴ Μητρόπολη θέλησε νὰ ἀνακαινίσει τὸν Τάφο ποὺ ὅλοι γνώριζαν ὅτι ἀνῆκε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς τέσσερις Μάρτυρες. Τὸ σκεπτικὸ ἦταν νὰ ἀνεγερθεῖ ἐκεῖ ἕνας μικρὸς ναὸς γιὰ νὰ τιμῶνται οἱ Ἅγιοι καὶ στὸν χῶρο αὐτὸν ποὺ εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴ Μνήμη τους. Στήν προσπάθεια διάνοιξης τῶν θεμελίων γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ διαπιστώθηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι  τ ρ ε ῖ ς  πανομοιότυποι Τάφοι δίπλα, δυτικὰ καὶ νοτιοδυτικὰ τοῦ ἤδη γνωστοῦ. Κλήθηκαν, λοιπόν, εἰδικοὶ ἀρχαιολόγοι καὶ ἀποφάνθηκαν ὅτι καὶ οἱ τέσσερις Τάφοι εἶναι τῆς ἴδιας ἐποχῆς καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται γιὰ τὰ μνήματα τῶν Ἁγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων Μανουήλ, Νικολάου, Γεωργίου καὶ Ἀγγελῆ»[7].

Αλλά, επί του ιδίου θέματος, θα συνεχίσουμε προσεχώς.

 


[1]Ἰωάσαφ Ξωπατέρας Ξέπαπας (ἢ Ξεπατέρας κατὰ τὸν Βασίλειο Ψιλάκη) φέρεται ὅτι γεννήθηκε τὸ ἔτος 1788 στὸ ἐρειπωμένο καὶ ἀκατοίκητο σήμερα χωριὸ Μανουσανά, παρὰ τὴν Ἱ. Μονὴ τῆς Ὁδηγήτριας, στὰ Ἀστερούσια. Τὸ πρῶτο του ὄνομα, τὸ οἰκογενειακό, ἦταν Ἰωάννης Μαρκάκης καί, ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς στὴν Ὁδηγήτρια, πῆρε τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ. Ὅμως, καθὼς ὑποστηρίζουν, ὁ Ἰωάσαφ, κάποια στιγμή, σκότωσε ἕναν γενίτσαρο ποὺ τόλμησε νὰ προσβάλει τὴν οἰκογένειά του καὶ ὁ Μητροπολίτης τοῦ Ἡρακλείου ὑποχρεώθηκε ἀπὸ τὸν πασά νὰ τὸν κάμει ἀργὸ (Μουρέλλος, Ἰ. Δ. 1931: 351), νὰ τὸν ἀποσχηματίσει, ἄλλοις λόγοις, ἀπ᾽ ὅπου προῆλθε καὶ τὸ νέο προσωνύμιό του Ξέ-παπας, μὲ τὸ στερητικὸ ξε- ποὺ δηλώνει, ἀκριβῶς, ὅτι ἔπαυσε νὰ εἶναι «παπάς» (Παπαδάκης Κωστής Ἠλ., Ἡ συμβολὴ τῆς ἐπαρχίας Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνου στὴν Ἐπανάσταση τοῦ Εἰκοσιένα, Ρέθυμνο 2022, 108).

[2] Την άποψη αυτήν διετύπωσε πρώτος ο αείμνηστος φίλος Στέργιος Μανουράς και την επανέλαβαν, στη συνέχεια και κάποιοι  άλλοι Ρεθεμνιώτες και Ηρακλειώτες ερευνητές με τελευταίο τον καλό φίλο Χάρη Στρατιδάκη (Κρητική Επιθεώρηση, 7/8/2024).

[3] Υπενθυμίζουμε ότι ἀπὸ τοὺς τρεῖς μάρτυρες ποὺ ἀναφέρει ὁ Pashley, ὁ Μανουὴλ καὶ ὁ Ἀγγελὴς ἦταν γνήσιοι ἀδελφοί, αὐτάδελφοι, καὶ γιοὶ Ἰωάννου Βλατάκη (ἢ Ρετζέπη γιὰ τοὺς Τούρκους), ἐνῶ ὁ τρίτος μάρτυς, ὁ Γεώργιος, ἦταν ἐξάδελφός τους καὶ γιὸς Κωνσταντίνου Βλατάκη. Ὁ παραλειφθεὶς (κατὰ τοὺς ἐρευνητὲς ποὺ διατύπωσαν τὴν ἐσφαλμένη ἄποψη), Νικόλαος, ἦταν γιὸς ἄλλου Ἰωάννου Βλατάκη καὶ ἐξάδελφος τῶν τριῶν ἄλλων.

[4] Στὸ πρωτότυπο κείμενο σημειώνεται ἀκριβῶς: In the year 1824, three Kurmúlidhes, two brothers, and one of their cousins, were executed, outside the walls of Rhíthymnos, by Mustafá-bey, the Turkish general (Pashley Robert, Travels in Crete, τ. 1, London 1837, 107).

[5] Pashley δὲν ἦταν ἱστορικὸς ἀλλὰ ἕνας περιηγητὴς τῆς ἐποχῆς, δικηγόρος καὶ οἰκονομολόγος στὸ ἐπάγγελμα. Συνέλεγε πληροφορίες ἀπὸ τοὺς τόπους ποὺ ἐπισκεπτόταν καὶ τὶς κατέγραφε ἀβασάνιστα, χωρὶς νὰ ἔχει τὴν πολυτέλεια, στὸ μέρος ὅπου βρισκόταν κάθε φορὰ, νὰ ἀνατρέξει σὲ πηγὲς καὶ νὰ διασταυρώσει τὶς πληροφορίες του. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ἕνα κείμενο δέκα, μόλις, ἀράδων ὁ Pashley ὑποπίπτει καὶ σὲ ἄλλα πολλά σφάλματα (όπως θα αποδείξουμε στο οικείο άρθρο).

[6] Τὸ μεταφέρουμε, στὸ σημεῖο αὐτό, ὡς ἔχει διασωθεῖ: «Ταϋτέρου στσὶ δυὸ ὧρες σαμπὰ ἰλὲν (αὔριο στὶς ὀκτὼ τὸ πρωὶ) θὰ σφάξουνε στὴ Μεγάλη Πόρτα τέσσερις γκιαούρηδες. Θὰ γενοῦνε καὶ ἄλλα μαζλουχάθια (παράξενα) καὶ λοῆς -λοῆς μασκαραλίκια (κωμικὰ καμώματα). Οἱ λαδομαγατζέδες καὶ τὰ ντουκιάνια (καταστήματα) θἆναι σφαλιχτοί. Νάρθουνε οὖλοι Τοῦρκοι καὶ Ρωμιοὶ στὸ σεΐρι (θέαμα)» [Παπαδάκις Μιχάλης Μ., «Οἱ Τέσσερις Νεομάρτυρες τοῦ Ρεθέμνου», Προμηθεὺς ὁ Πυρφόρος, τ. 21(1980), 262].

[7] Εφημερίδα Κρητικὴ Ἐπιθεώρηση, 1η Νοεμβρίου 2002.

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ *** ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΚΡΗΤΗ *** ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ, ΠΕΜΠΤΗ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ΩΡΑ 7.30


 

Το πάνελ των Ομιλητών της βραδιάς
 (εξ αριστερών: Θ. Πελαντάκης, Ν. Δερεδάκης, Κ. Παπαδάκης, Γ. Βολανάκης)



200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ *** Η ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

Εἰκ. 1: 

Ἡ παλαιότερη γνωστή φορητή εἰκόνα τῶν Ἁγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, «Ποίημα Ἰωάννου Φραγκοπούλου, Ζακυνθίου, 1836».

Φυλάσσεται στόν Ἱ. Μητροπολιτικό Ναό τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου πόλεως Ρεθύμνης.



200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

Η ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ[1]

 

               ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

                        www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Μιά σημαντική ἐπισήμανση – ἀνασκευὴ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς ἁγιοκατάταξης των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ἐπίσημη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἁγιοκατάταξη τῶν Ἁγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων ἦλθε πολὺ ἀργά, 153 χρόνια μετὰ τὸ μαρτύριό τους, ὅταν σήμερα παρακολουθοῦμε ἁγιοκατατάξεις Ἁγίων, εἰρηνικὰ τελειωθέντων, σὲ ἐλάχιστα, μόλις, χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή τους. γιὰ τὸν ἅγιο Παΐσιο, γιὰ παράδειγμα, ἀπαιτήθηκαν 21, μόλις, χρόνια, γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰάκωβο τὸν Νέο 26, γιὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο 22 κ.ο.κ.

 

1.    Ἡ ἄποψη τοῦ Θεοχάρη Δετοράκη

Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης, Θεοχάρης Δετοράκης, θεωρεῖ-  ὅπως ὁ ἴδιος κατὰ λέξιν σημειώνει-  ὅτι καὶ «ἡ ἁγιοποίηση τῶν ἁγίων Τεσσάρων Μαρτύρων ἔγινε ἐνωρίς, ἀλλὰ δὲν ἔχει σωθεῖ ἡ σχετικὴ πατριαρχικὴ πράξη καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου Τίτου Συλλιγαρδάκη ἐκδόθηκε Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ πρᾶξις ἁγιοποιήσεως τῶν Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνης, γιὰ νὰ τηρηθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη»[2]. Στὴν ἄποψή του αὐτὴν ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1836, δώδεκα χρόνια, δηλαδή, ἀπὸ τὸν μαρτυρικὸ θάνατό τους, φιλοτεχνεῖται ἡ πρώτη φορητὴ εἰκόνα τους ἀπὸ τὸν Ζακύνθιο ζωγράφο Ἰωάννη Φραγκόπουλο, μὲ δαπάνη ἑνὸς ἐπίσημου Ρεθυμνίου, τοῦ Νικολάου Χατζηκωνσταντίνου (εκ. 1), ἐνῶ ἤδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1852 ἔχουμε καὶ τὴν πρώτη Ἀκολουθία τους, ποὺ ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς θεωρεῖ ὅτι καὶ αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ ὀργανώθηκε πρὶν ἀπὸ τὸ ἔτος 1838, ὅταν ἐπῆλθε ὁ θάνατος τοῦ Μελετίου Νικολετάκη, Μητροπολίτη Κρήτης, ὁ ὁποῖος, συνεργάστηκε μὲ τὸν στενὸ συγγενή του Καλλίνικο Νικολετάκη, ἐπίσκοπο Αὐλοποτάμου καὶ κατόπιν Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου, γιὰ τὴ σύνθεση αὐτῆς[3]. Ὁπότε, ὁ Θεοχάρης Δετοράκης θεωρεῖ ὅτι «σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις, ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Κρητῶν Νεομαρτύρων ὡς ἁγίων ἔγινε στὸ διάστημα αὐτό, εὐθὺς μετὰ τὴ μεγάλη ἐθνικὴ ἐπανάσταση (1821- 1830), στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Αἰγυπτιοκρατίας στὴν Κρήτη (1830- 1840) καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχιερατείας τῶν δύο προαναφερθέντων ἐπισκόπων, ποὺ συνεργάστηκαν στὴ σύνθεση τῆς πρώτης τους ἀκολουθίας».

Θεωροῦμε, πάντως, ὅλως ἀπίθανη τὴν περίπτωση αὐτήν, νὰ χάθηκε, δηλαδή, ἡ πρώτη αὐτὴ Πράξη ἁγιοκατάταξης τῶν Ἁγίων καὶ ἀπὸ τὸν τόπο τους καὶ τὴ Μητρόπολή τους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ χρειάσθηκε νὰ ἐπαναληφθεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ τὸ ἔτος 1977, ἐπὶ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Τίτου Συλλιγαρδάκη[4], ἁπλά, ὅπως σημειώνεται, «γιὰ νὰ τηρηθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη». Ὄχι, πιστεύουμε ὅτι ἡ πράξη ἁγιοκατάταξης τῆς 29ης Αὐγούστου 1977 εἶναι ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ ποὺ ἔγινε γιὰ τοὺς λόγους ποὺ θὰ ἐκθέσουμε ἀμέσως παρακάτω.

 

2.   Ἡ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων στοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας

 

Τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἔλαβε χώρα στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1824, ἐπέπεσε, δηλαδή, μέσα στὴ φωτιὰ καὶ τὴν ἀνεμοζάλη τῆς ἐπανάστασης τοῦ Εἰκοσιένα, στὴ μέση, ἀκριβῶς, τῆς δεκαετίας τοῦ γενικοῦ ξεσηκωμοῦ τῶν Ἑλλήνων (1821- 1830), ὅταν ὁ ἀγώνας τῶν Κρητικῶν ὑποχώρησε προσωρινὰ καὶ ἡ τουρκικὴ κυριαρχία ἐπανῆλθε καὶ πάλι στὸ νησί. Ὑπῆρξε, γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ἡ κρισιμότερη καὶ ἐπικινδυνότερη περίοδος τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριαρχείου ἀπὸ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης μέχρι καὶ τοὺς δύστηνους ἐκείνους τῆς ἐθνικῆς Ἐπανάστασης τῶν Ἑλλήνων χρόνους. Μόλις τρία χρόνια πιὸ πρίν, μετὰ τὴ λειτουργία τοῦ Πάσχα (10 Ἀπριλίου 1821), ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε' συνελήφθη, κηρύχθηκε ἔκπτωτος καὶ ἀπαγχονίστηκε στὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ Πατριαρχείου, ἐνῶ, τὴν ἴδια ἡμέρα, μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Γρηγορίου, στὸ πλαίσιο τῶν σουλτανικῶν ἀντιποίνων, συλλαμβάνονταν, ἐπίσης, ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχὲς καὶ φυλακίζονταν στὶς φυλακὲς τοῦ Μποσταντζῆ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ μητροπολίτες Ἀγχιάλου Εὐγένιος, Ἐφέσου Διονύσιος, Νικομηδείας Ἀθανάσιος, Δέρκων Γρηγόριος, Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ, Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶ Τυρνόβου Ἰωαννίκιος. Ἀκολούθως, ὁ Ἀγχιάλου Εὐγένιος μεταφέρθηκε στὴν Πύλη τοῦ Γαλατᾶ, δίπλα στὴν ὁμώνυμη γέφυρα, καὶ οἱ Νικομηδείας Ἀθανάσιος καὶ Ἐφέσου Διονύσιος σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς πόλης, ὅπου καὶ ἀπαγχονίστηκαν, ἐνῶ ἀκολούθησαν, στὶς 3 Ἰουνίου 1821, οἱ ἀπαγχονισμοὶ καὶ τῶν ὑπόλοιπων φυλακισμένων μητροπολιτῶν σὲ διαφορετικὰ σημεῖα τῆς Κωνσταντινούπολης. Εἶναι, λοιπόν, ὅλως φυσικὸ μέσα στὸν χαλασμὸ αὐτὸν τῆς κρισιμότατης ἐκείνης γιὰ τὸ ἑλληνικὸ Γένος καὶ τὴν Ἐκκλησία περιόδου καὶ τὸν γενικὸ ἐκεῖνο ὄλεθρο, ἐξ αἰτίας τῶν φοβερῶν πολεμικῶν γεγονότων, νὰ μὴν εἶχε σταθεῖ δυνατὸν νὰ γίνει ἡ ἁγιοκατάταξη τῶν Ἁγίων. Στὸ σημεῖο αὐτό, ἔχουμε τὴ σαφέστατη ὁμολογία τοῦ μόνου ἁρμοδίου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ ἐπισκόπου Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου Ἱλαρίωνος Κατσούλη (1869-1880), πρὸς τὸν Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο Καβάσιλα, μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο του ποὺ μόλις εἶχε ἐκδοθεῖ μὲ τὶς Ἀκολουθίες Κρητῶν Ἁγίων (εκ. 2). 

Εικ. 2.   Ο επίσκοπος Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιλαρίων Κατσούλης (1869-1880).

Τὴν ὁμολογία αὐτὴν τοῦ Ἱλαρίωνος Κατσούλη ἐντοπίζουμε σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν Μητροπολίτη Κρήτης (μὲ ἡμερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1877), στὴν ὁποία, μεταξὺ ἄλλων, σημείωνε τὰ ἑξῆς ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἀποκαλυπτικά: «Πάντες οἱ Ἅγιοι εἰς οὕς ἀναφέρονται αἱ Ἀκολουθίαι αὗται εἶναι ἀνεγνωρισμένοι ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ καταχωρημένοι εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ Μηναῖα, πλὴν τῶν ἐν Ρεθύμνῃ 4 Μαρτύρων, οἵτινες εἶναι μεταγενέστεροι, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἁγίους τούτους, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸν Βίον αὐτῶν, εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ ἐσεβάσθη τὰ λείψανά των ὁ καθ᾽ ἥν ἐποχὴν ἐμαρτύρησαν γενόμενος ἀρχιερεὺς Ρεθύμνης Ἰωαννίκιος, ἄνθρωπος ἐπὶ μεγάλῃ παιδείᾳ διακρινόμενος, ὅστις ἐχρημάτισε καὶ μέλος τῆς ἐπὶ τῶν Βιβλίων Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐκεῖθεν προεβιβάσθη εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἰωαννίνων. Ἐπίσης, τοὺς ἀνεγνώρισεν ὁ καὶ Ἀπολυτίκιον καὶ Κοντάκιον ποιήσας εἰς αὐτοὺς Μητροπολίτης Κρήτης Μελέτιος, κάτοχος παιδείας ὡσαύτως». Προσθέτοντας ὅτι καὶ ὁ ἀμέσως προηγούμενος τοῦ ἴδιου, Ἐπίσκοπος Καλλίνικος, ἐξέδωσε Ἀσματικὴ Ἀκολουθία τῶν Νεομαρτύρων, κλείνει λέγοντας: «Κατόπιν τούτων μετατεθεὶς κἀγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην ὤφειλον νὰ ἀναγνωρίσω τὴν κοινῶς ἤδη ὑπὸ τῶν ἐπαρχιωτῶν μου παραδεδεγμένη καὶ πανηγυριζομένην ἑορτὴν τῶν Ἁγίων τούτων. Διό καὶ ἐθεώρησα καθῆκον μου ἀρχιερατικὸν νὰ συγκαταριθμήσω καὶ τὴν Ἀκολουθίαν ταύτην μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὧν ἡ ἔκδοσις πρὸ πολλοῦ μελετωμένη ἐπέπρωτο νὰ πραγματοποιηθῇ μόλις ἐφέτος»[5]. Ἡ ὁμολογία τοῦ ἐπισκόπου Ρεθύμνης Ἱλαρίωνος εἶναι σαφέστατη καὶ ἀποκαλυπτικὴ καὶ δὲν ἐπιδέχεται καμιὰν ἀπολύτως ἀμφισβήτηση. Οἱ Ἅγιοι Τέσσερις Μάρτυρες στὴν ἐποχή του (Σεπτέμβριος 1877) δὲν εἶχαν ἀκόμα ἀναγνωριστεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ οὔτε ἦταν καταχωρημένοι εἰς τὰ Μηναῖα τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἀνεπίσημα τοὺς εἶχε, ἤδη, ἀναγνωρίσει ἅπασα ἡ τοπικὴ τῶν Ρεθυμνίων Ἐκκλησία, σεβόμενη καὶ τιμῶσα τὰ τίμια λείψανά τους καὶ ἐκδίδοντας γι᾽ αὐτοὺς ἀσματικὴ Ἀκολουθία καὶ ἀπολυτίκιο. Θεωροῦμε, λοιπόν, ὅτι εἶναι φύσει ἀδύνατον νὰ συνέβησαν ὅλα ὅσα ἐπικαλεῖται ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς Θεοχάρης Δετοράκης. ἡ εἰκόνα τους, δηλαδή, τὸ συναξάριο καὶ ἡ Ἀκολουθία τους νὰ ἔγιναν μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξή τους, στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Αἰγυπτιοκρατίας στὴν Κρήτη (1830- 1840). Ἁπλούστατα, ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Ρεθύμνης ἀναγνώρισε ἐντελῶς αὐθόρμητα τὴν ἁγιότητά τους ἀμέσως μετὰ τὸ μαρτύριό τους καὶ προχώρησε ἀπὸ πολὺ ἐνωρίς, ἴσως καὶ ἀπὸ τὸ ἑπόμενο, κιόλας, τοῦ μαρτυρίου τους ἔτος, νὰ τοὺς τιμᾶ, τελώντας κατὰ τὴν ἐπέτειο τοῦ μαρτυρίου τους θεῖες Λειτουργίες ἀφιερωμένες στὴ μνήμη τους, στὶς ὁποῖες ἔκαναν, πιθανόν, χρήση τῆς ἀκολουθίας τῶν Ἁγίων Πάντων, ποὺ χρησιμοποιεῖται «ἐν πάσῃ ἑορτῇ καθ᾽ ἥν ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειψις τῶν ἁρμοδίων βιβλίων». Χωρίς, ἐπίσης, νὰ ἔχει προηγηθεῖ καμιὰ ἀναγνώρισή τους ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο συνετάγη καὶ ἡ προαναφερθεῖσα πρώτη Ἀκολουθία τους, ποὺ δημοσιεύθηκε τὸ ἔτος 1852[6] καὶ φιλοτεχνήθηκε καὶ ἡ πρώτη τους εἰκόνα, ποίημα Ἰωάννου Φραγκόπουλου, Ζακυνθίου, 1836, ποὺ σήμερα φυλάσσεται στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ρεθύμνου (βλ. εἰκ. 1). Λίγο ἀργότερα, τέλος, τὸ ἔτος 1877, ἀφιερωνόταν στοὺς Ἁγίους Τέσσερις Μάρτυρες τὸ νότιο κλίτος τοῦ ἱ. ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, στὸ χωριὸ Ἀκτούντα Ἁγίου Βασιλείου, καὶ δέκα χρόνια μετὰ (1888) καὶ στὸ χωριό τους, τὶς Μέλαμπες, γινόταν ἡ πρώτη προσπάθεια ἀνέγερσης ἱ. ναοῦ, ἀπὸ τὸν λόγιο ἐπίσκοπο Λάμπης καὶ Σφακίων Εὐμένιο Ξηρουδάκη, χωρὶς ὁ πιστὸς λαὸς νὰ ἔχει οὐδεμίαν ἀνάγκη καὶ τῆς ἐπίσημης ἀναγνώρισής τους ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, γιὰ νὰ τὰ πράξει ὅλα αὐτά. Τί τὴ χρειαζόταν, ἀλήθεια, ὁ πιστὸς λαὸς τὴν ἐπίσημη σφραγίδα τοῦ Πατριαρχείου, ὅταν, στὴν περίπτωση τῶν Ἁγίων μας, ὑπῆρχε ὁμολογία πίστεως στὸν Χριστὸ καὶ μαρτύριο, «βάπτισμα αἵματος»- ὅπως ὀνομάζεται στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας- ποὺ τὸ ἀκολούθησαν ἀμέσως, κατὰ τὸ συναξάριό τους, καὶ τὰ πρῶτα τεκμήρια ἁγιότητας; Στὴν περίπτωση αὐτήν, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητας στὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, φυσικά, ἄμεση καὶ δεδομένη.

Πρὸς ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω πρέπει, ἐπίσης, νὰ λεχθεῖ πὼς στὴν πρώτη Ἐκκλησία πολλοὶ πιστοί, οἱ ὁποῖοι ἀκόμα δὲν εἶχαν προλάβει νὰ βαπτιστοῦν ἀλλὰ τὰ πράγματα τὸ ἔφεραν ἔτσι, ὥστε νὰ μαρτυρήσουν ἀβάπτιστοι γιὰ τὸν Χριστό, στὴ συνέχεια καὶ οἱ πιστοὶ αὐτοὶ ἀναγνωρίστηκαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχείο[7]. Γιατί, στὴν περίπτωση αὐτήν, τὸ μαρτύριο θεωρήθηκε ὡς «βάπτισμα τοῦ αἵματος», τὸ ὁποῖο, ἀκριβῶς, ἀντικαθιστοῦσε τὸ κανονικὸ «βάπτισμα τοῦ ὕδατος». Ἄλλοι, ἐπίσης, μάρτυρες δὲν εἶχαν προλάβει στὴ ζωή τους νὰ διαγάγουν βίον εὐσεβή καὶ σύμφωνο πρὸς τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση τὸ μαρτύριο ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὡς νέο βάπτισμα, καθαιροῦσε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τους. Οἱ Ἅγιοι μάρτυρες, λοιπόν, καὶ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ Ἅγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες τοῦ Ρεθύμνου, ἀπὸ τὴν πρώτη, κιόλας, στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου τους ὑπῆρχαν μέσα στὴ συνείδηση καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ λαοῦ καὶ δὲν διέτρεχε οὐδεὶς οὐσιαστικὸς λόγος ἀλλὰ μόνον τυπικὸς νὰ γίνει καὶ ἡ πράξη ἁγιοκατάταξής τους, ἁπλὰ καὶ μόνο «γιὰ νὰ τηρηθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη» καὶ ἡ ἀναγνώρισή τους νὰ καταστεῖ ἐπίσημη καὶ σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο. Αὐτό, λοιπόν, συνέβη 153 χρόνια καθυστερημένα, ἐπὶ Μητροπολίτου Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου κυροῦ Τίτου καὶ ὄχι στὴν αἱμάτινη περίοδο εὐθὺς μετὰ τὴ μεγάλη ἐθνικὴ ἐπανάσταση (1821- 1830), στὰ πρῶτα, δηλαδή, χρόνια τῆς Αἰγυπτιοκρατίας στὴν Κρήτη (1830- 1840), ὅπως ὑποστήριξε ὁ ἀείμνηστος Θ. Δετοράκης. Ἡ λειτουργικὴ τιμὴ τῶν Νεομαρτύρων εἶναι γεγονὸς ὅτι- ἂν ἐξαιρέσουμε αὐτὴν τῶν Ἁγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων τοῦ Ρεθύμνου- παρουσιάστηκε γενικευμένα στὸ ἁγιολογικὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ καὶ ἡ αἰτία ἦταν ὁ μόνιμα ἐπικρεμάμενος φόβος τοῦ δυνάστη. Καὶ ὡς παράδειγμα ἔχουμε νὰ ἀναφέρουμε, στὸ σημεῖο αὐτό, τὴν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη καὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου Πατριάρχη καὶ μάρτυρος τοῦ Γένους καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ταύτισε ἐν τῷ προσώπῳ του Ἑλληνισμὸ καὶ Ὀρθοδοξία, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε', ποὺ καὶ αὐτὴ συντελέστηκε ἑκατὸ (100) ὁλόκληρα χρόνια ἀργότερα, στὴν ἑκατονταετία ἀπὸ τὸν θάνατό του, στὶς 8 Ἀπριλίου 1921, καὶ ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις Ἁγίων καὶ δειγματικὰ καταθέτουμε καὶ αὐτὴν τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, μορφὴ μεγάλης ὁλκῆς καὶ φωτιστῆ τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων, ποὺ καὶ ἐκεῖνος μαρτύρησε δι᾽ ἀπαγχονισμοῦ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ 1779, ἀναγνωρίσθηκε ἅγιος ἀπὸ τὸν πιστὸ λαὸ χωρὶς καμιὰ προηγούμενη ἀναγνώρισή του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, χτίστηκε ὁ πρῶτος ναὸς στὸ ὄνομά του τὸ 1814, περιλήφθηκε στὰ συναξάρια τὸ 1819, ἐνῶ ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάξή του ἔγινε πολὺ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1961, μετὰ ἀπὸ ἑκατὸν ὀγδόντα δύο χρόνια! Αὐτό, βέβαια, ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Γ. Μεταλληνός, διευκόλυνε ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ τὸ Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού δὲν μποροῦσε πάντοτε νὰ προχωρεῖ στήν ἐπίσημη ἀναγνώριση τῶν Νεομαρτύρων- αὐτῶν, δηλαδή, ποὺ ἐκτελοῦσε ὁ Τοῦρκος κατακτητής- χωρὶς καὶ νὰ προκαλεῖ τὴν Πύλη, καθὼς γι᾽ αὐτούς, τοὺς Τούρκους, οἱ νεομάρτυρες ἦταν οἱ «ἀντιστασιακοὶ» κατάδικοι τῶν μουσουλμανικῶν δικαστηρίων.



[1] Το παρόν άρθρο είναι απόσπασμα από το υπό έκδοσιν, από την Ι. Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοπατάμου, βιβλίο μας: Οἱ Ἅγιοι Τέσσερις Μάρτυρες τοῦ Ρεθύμνου ΣΥΝΑΞΑΡΙΑΚΑ & ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΥΤΩΝ - ΕΛΕΓΧΟΣ «ΗΜΑΡΤΗΜΕΝΩΝ.

[2] Δετοράκης, Θεοχάρης: «Γενικὴ ἐπισκόπηση τῆς Ὑμνογραφίας τῶν Τεσσάρων Νεομαρτύρων Ρεθύμνης», Νέα Χριστιανικὴ Κρήτη, τ. 24 (2005), 111-118.

[3] Δετοράκης, Θεοχάρης 2005: ό.π.

[4] Ἡ ἀναγνώριση ἔγινε μὲ τὴν ὑπ᾽ ἀρ. πρωτοκ. 588/29.8.1977 Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

[5] Τὸ ἔγγραφο, μὲ τὸ λαμπρὸ ἐγκώμιο στὸν Ἐπίσκοπο Ἰωαννίκιο καί τὶς σημαντικὲς αὐτὲς πληροφορίες, οἱ ὁποῖες συμπληρώνουν τὰ γνωστὰ ἕως σήμερα στοιχεῖα γιὰ τὴν ὑμνολογικὴ παράδοση τῶν Τεσσάρων Νεομαρτύρων, βρίσκεται στὸ ἀρχεῖο τῆς Βικελαίας Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης, φάκ. Ἱερᾶς Μητρoπόλεως 1877 (χωρὶς ἀρίθμηση). Τὸ ἔγγραφο φέρει ἀρ. πρωτοκόλλου 43 (Ἀλεβύζου, Χλόη Ντενὶζ 2010: 54-55).

[6] Τὴν πρώτη αὐτὴν ἀκολουθία- ποὺ ἐκδόθηκε τὸ ἔτος 1852 «ἐν Ἀθήναις»- εἶδε τὸ πρῶτον σὲ χειρόγραφη μορφὴ καὶ τὴν περιέγραψε ὁ Νικόλαος Τωμαδάκης, στὴν Ἱ. Μονὴ Ὁδηγήτριας, Κερὰ Γωνιᾶς Κισάμου, τὸ ἔτος 1946.

[7] Καὶ μὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ Πιστοποιητικὸ τοῦ Ἰωάννου Βλατάκη (για το οποίο θα αναφερθούμε σε άλλη ευκαιρία), δώδεκα χρόνια πρὶν (1865), ἀναφέρεται στοὺς ἀκροτελεύτιους στίχους του στοὺς Τέσσερις Μάρτυρες τῆς Ρεθύμνης μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ ἐπισήμανση: «καὶ δικαίως [οὗτοι] ἀπολαύουσιν ἐν τῇ Νήσῳ τιμῶν ἰσαγίων, ἀνακηρυχθέντες νέοι μάρτυρες καὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας». Καὶ βέβαια, ἐδῶ, δὲν πρόκειται περὶ ἐπίσημης ἀνακήρυξής τους ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀλλ᾽ οἱ τιμὲς αὐτὲς ἀφοροῦσαν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρεθύμνης καὶ στὸ εὐσεβὲς πλήρωμά της, πού, ἀπὸ τὴν πρώτη, κιόλας, στιγμή, ὅλως αὐθόρμητα, ἀναγνώρισε τοὺς Τέσσερις Νεομάρτυρες καὶ τοὺς ἀπένειμε τιμὲς ἰσαγίων.

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΟΥ – ΚΡΗΤΗΣ * * * Η Ναυμαχία του Δριού


 

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ  ΣΧΕΣΕΙΣ  ΠΑΡΟΥ – ΚΡΗΤΗΣ

 

Η Ναυμαχία του Δριού


ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

                                                                                                     www.ret-anadromes.blogspot.com

Η Πάρος, στον θαλάσσιο δρόμο πολλών περιοχών του ελλαδικού νησιωτικού χώρου ευρισκομένη, ανέπτυξε, διαχρονικά, σχέσεις με πολλούς τόπους. Πολύ σημαντικές, στο σημείο αυτό, είναι, φυσικά, οι σχέσεις που η Πάρος ανέπτυξε με τα λοιπά Κυκλαδικά νησιά, αλλά ιδιαίτερα σημαντικές και ενδιαφέρουσες είναι, θεωρούμε, και οι σχέσεις που- σε όλες τις εποχές- η Πάρος ανέπτυξε και με την Κρήτη.

Έτσι, κατά την περίοδο της ακμής του Μινωικού Πολιτισμού (1900 - 1600 π.Χ.), η Πάρος έπαιζε σημαντικό ρόλο στις θαλάσσιες μεταφορές των Κρητών. Τη Μινωική κυριαρχία στο Αιγαίο διαδέχθηκε, η Μυκηναϊκή (1600- 1100 π.Χ.), με κέντρο τις "Κουκουναριές" της  Πάρου.

Η περίοδος της Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα η περίοδος τού Κρητικού Πολέμου (1645- 1669), έχουν να επιδείξουν, επίσης, συχνές σχέσεις Πάρου- Κρήτης. Από αυτήν την τελευταία περίοδο προέρχονται και τα πολεμικά γεγονότα της ναυμαχίας του Δριού, μιας από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις τού Κρητικού Πολέμου, την οποία έχει απαθανατίσει στους στίχους του και ο περίφημος Ποιητής τού ποιήματος ο «Κρητικός Πόλεμος», Μαρίνος Τζάνε, ο λεγόμενος Μπουνιαλής, από το Ρέθυμνο (εικ. 1)[1].


Η πρώτη έκδοση του Κρητικού Πολέμου, του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή 

                        Η Ναυμαχία του Δριού

 Στις 10 Ιουλίου 1651 έγινε μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές επιχειρήσεις του Κρητικού πολέμου. Σημειώθηκε στα νερά του Δριού (Ντριού), μεταξύ Πάρου, Νάξου και Φολεγάνδρου. Η ναυμαχία αυτή, παρότι οι στόλοι των εμπολέμων αναμετρήθηκαν στο στενό Πάρου – Νάξου, νοτιοανατολικά του Αγίου Αντωνίου, Πάρου, έχει επικρατήσει να αποκαλείται  «Ναυμαχία του Δριού». Ο περίφημος ποιητής του Κρητικού πολέμου, Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, απαθανατίζει τη στιγμή στους παρακάτω στίχους:

 


«Εγίνη μέγας τσακισμός εις των Τουρκών τη μέση,
και κύτταζες στο πέλαος άνθρωποι για να πλέσι,
κεφάλια επέφτα στο γυαλό και χέργια να βουλούσι,
κι’ οι Παριανοί ετρέμανε τόσα για να θωρούσι,
οπούτονε εις τα βουνά απάνω και κυττάζαν,
και λέγαν Κύρι’ ελέησον και τον Θεόν εκράζαν,
στον φόνον τον αμέτρητον κι’ εις την ματοχυσίαν,

που θέλαν να πα να καύσουνε κατόπι τα νησία».

 

Την ίδια περίοδο, με το τέλος τού Κρητικού Πολέμου (1669), πολλοί πρόσφυγες, Κρητικοί και Βενετσιάνοι της ερημωμένης Κρήτης, έρχονται στην Πάρο και στις Κυκλάδες, όπως σήμερα δηλώνεται αυτό από πολλά επώνυμα και παρωνύμια Παριανών, ενώ κατά την Ελληνική Επανάσταση τού Εικοσιένα, και ειδικότερα κατά το έτος 1827, εξακόσιοι και πλέον Κρητικοί πρόσφυγες πειρατές πολιόρκησαν την Παροικιά και τη Μονή τής Λογγοβάρδας, δημιουργώντας πολλά προβλήματα στο νησί. Το 1831 οι Κρητικοί τής Πάρου, 107 συνολικά, στέλνουν αναφορά στον Κυβερνήτη Καποδίστρια «με πολλά παράπονα και αιτιάσεις εναντίον του», ζητώντας εθνική συνέλευση και σύνταγμα[2].

Πολλοί, επίσης, είναι και οι Κρητικοί που, στα επόμενα χρόνια - μετά τον Κρητικό Πόλεμο και την ελληνική επανάσταση του 1821- εργάστηκαν, κατά διαστήματα, στην Πάρο [Γεώργιος Βλαστός και Παρθένιος (ιερομόναχος) Βλαστός (αγιογράφοι, από τη γνωστή κρητική οικογένεια των Βλαστών), Τζάνες Καλλέργης (νοτάριος), ο πολύς Ιωάννης Μόσκος [αγιογράφος (17oς αι.) από το Ρέθυμνο], ο γνωστός ιερομόναχος και διδάσκαλος Ζαχαρίας Τσιριγώτης Πρακτικίδης (1784–1845), από το Ηράκλειο (ως βοηθός επάρχου Νάξου, Πάρου και Αντιπάρου και δάσκαλος στην πρωτεύουσα τού νησιού, την Παροικιά)] κ.ά[3].



[1] Ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής γεννήθηκε επί Ενετοκρατίας, το έτος 1613, στο Ρέθυμνο. Μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, το 1646, κατέφυγε στην Κέρκυρα και από εκεί στη Βενετία, όπου και πέθανε το 1686 σε ηλικία 73 ετών.

     Το ποίημα περιγράφει, με αφηγηματικό τρόπο και κατά χρονολογική σειρά, τα γεγονότα του πολέμου από την απόβαση των Τούρκων στην Κρήτη ως τη συνθηκολόγηση της πόλης του Ηρακλείου (1645-1669). O ποιητής αναφέρεται στον αγώνα των Κρητών και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην άλωση της Κρήτης.

[2] Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Χρονολογικό Πανόραμα της Ιστορίας της Πάρου (5000- 1850 μ.χ., Αθήνα 2011, 150, 260 και 277.

[3] Βλ. περισσότερα ό.π., 142, 175, 283 και Γεώργιο Μαστορόπουλο, «Υπογραφές ζωγράφων σε εικόνες της κεντρικής Νάξου», Δελτίον XAE 12 (1984), Περίοδος Δ', στην εκατονταετηρίδα της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1884-1984), σ. 473-500.


200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ * * * ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ * ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΓΕΝΟΣ

Εικόνα των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων του καθολικού της Ι. Μονής Χρυσοπηγής Χανίων.

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 4ΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 

ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ

ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΓΕΝΟΣ

 

     ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

    Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειώσουμε ότι, γενικά, έχει γίνει αποδεκτό ότι ο κρυπτοχριστιανισμός ήταν προτιμητέος και αποτελούσε μιαν, οπωσδήποτε, πιο συμπαθή και ανεκτή πλευρά συμπεριφοράς τού υποδουλωμένου χριστιανού από τον αμετάκλητο και πραγματικό εξισλαμισμό του. Γιατί ο κρυπτοχριστιανισμός, σε τελική ανάλυση, διέσωζε το ελληνικό Γένος και την Εκκλησία από την αφαίμαξη μεγάλων τμημάτων τού ελληνισμού, που διά του εξισλαμισμού προσχωρούσαν ολοκληρωτικά στον μωαμεθανισμό, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να χάνει συνεχώς Έλληνες και να συρρικνώνεται δημογραφικά επικίνδυνα, ενώ εξ απωθημένων συναισθημάτων ή και ειδικής αγωγής το μίσος και η αγριότητα των εξωμοτών κατά των Ελλήνων χριστιανών απέβαινε τρομερό και απύθμενο. Είναι εντυπωσιακή, στο σημείο αυτό, η μαρτυρία του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου όταν γράφει στην ιστορία του ότι «ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ συνέκειτο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν εκ χριστιανών εξισλαμισθέντων»![1]

  Οι βίαιοι εξισλαμισμοί[2] είναι γεγονός ότι αποτελούσαν τον κανόνα μετά την κατάληψη από τους Τούρκους οποιασδήποτε νέας περιοχής. Είχαν ξεκινήσει να εφαρμόζονται πολύ πρωτύτερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, από τον 14ο, κιόλας, αιώνα, αμέσως, δηλαδή, μετά την κατάληψη από τον σουλτάνο Ορχάν της Νίκαιας της Βιθυνίας (1331) και συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Το αποτέλεσμα ήταν, δυστυχώς, οι χριστιανοί ορισμένων, ειδικά, περιοχών να λιγοστεύουν με τον καιρό δραματικά, γιατί γίνονταν αθρόα Μωαμεθανοί, προκειμένου να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή και να διατηρήσουν τις περιουσίες τους[3]. Μάλιστα, με δεδομένο ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία «άπιστος δεν κληρονομεί ποτέ πιστό» και ότι η γη του μουσουλμάνου δεν είναι δυνατό να κληρονομηθεί από τα παιδιά του, τον πατέρα του ή τη μητέρα του, που δεν είναι μουσουλμάνοι, αντιλαμβανόμαστε ότι, στη συνέχεια, για να εξασφαλίσουν την πατρική κληρονομιά, γινόντουσαν  αρνησίθρησκοι, από συμφέρον, και όλοι οι κληρονόμοι των εξισλαμισθέντων[4]. Έτσι, η Ελλάδα με τους συνεχείς εξισλαμισμούς και κάτω από αυτήν την παντοειδή πίεση του βάρβαρου κατακτητή, έχανε, δυστυχώς, πολλούς Έλληνες, ενώ, αντίθετα, η άυξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού ήταν αλματώδης και συχνά ομαδική! Σύμφωνα με πληροφορία του ιστορικού Μουρέλλου «ο πασάς έστελνε έναν χότζα και αυτός αφού τύλισε με μια κερωμένη οργιά το χωριό ολόκληρο, γονάτιζε στην είσοδό του, έκανε τη δέησή του, έναν ντοά στον Αλλάχ και απλώνοντας τα χέρια του με μια κίνηση που κάλυπτε ολόκληρο το χωριό, τους έκανε Μουσουλμάνους όλους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά…»[5]. Λίγοι Έλληνες, στην αρχή, περισσότεροι αργότερα και, τελικά, οι περισσότεροι Έλληνες και χριστιανοί- ειδικά αυτοί της Μικράς Ασίας- εγκατέλειπαν ο ένας μετά τον άλλο την εθνική και χριστιανική τους ταυτότητα, αρνούμενοι την πίστη τους στον Χριστό, για να γίνουν Μωαμεθανοί και Τούρκοι[6].

   Στο ΙΓ΄ κεφάλαιο των «Απομνημονευμάτων» του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από την τυραννίαν των Τούρκων και από την δοξομανίαν αρχίνησαν οι Έλληνες και εγένονταν Τούρκοι και ως ετούρκιζαν εκείνοι, ελέγετο και ο τόπος τους τούρκικος. Και οι Έλληνες από τα βαρύτατα δοσίματα των Τούρκων τους υποχρέωναν και έπαιρναν τον τόπον τους και τους άφηκαν σκλάβους. Τους πήραν όλον τον τόπον με δυναστείαν… Και αν ήταν κανένα έθνος άλλο, ήθελε τουρκίσουν όλοι, μόνον ήτον σκληρογνώμονες, διατί ούτε ωρκώθηκαν ποτέ να τον γνωρίσουν βασιλέα (ενν. τον Τούρκο), ο ύ τ ε   ε π ρ ο σ κ ύ ν η σ α ν  ό λ ο ι»[7].

  Μετά από όλα αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και η συγκαταβατική προς τους κρυπτοχριστιανούς άποψη του Μανουήλ Γεδεών- που για χρόνια ήταν Μέγας Χαρτοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου- για τη σχέση της Εκκλησίας με την αποκρυφία, τη «λαθρόβια ορθοδοξία», όπως την αποκαλεί, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «επέτυχε, λοιπόν, το σύστημα των λαθροβίων ορθοδόξων, όπερ εδίδαξεν ή καθιέρωσεν η της Κωνσταντινουπόλεως αγιοτάτη Εκκλησία, ιδρύσασα την υπό γην, κάτωθεν της επί γης, στρατευομένην Εκκλησίαν, ης η ύπαρξις διήρκεσεν ευλογία και προτροπή αυτής ταύτης της Μεγάλης Εκκλησίας, επί σχεδόν εξ εκατονταετηρίδας»[8].

  Με την ενέργειά της αυτήν η Εκκλησία θέλησε από τη μια να ενισχύσει ηθικά όσους κρυφά είχαν αλλαξοπιστήσει, για να γυρίσουν και πάλι, κάποτε, στην παλιά τους θρησκεία και από την άλλη να τους αναγνωρίσει, κατά κάποιο τρόπο, ως δικά της μέλη. Και θεωρούμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία το πέτυχε αυτό και κράτησε στην αγκάλη Της τους «λαθρόβιους- κατά τον Μανουήλ Γεδεών- ορθοδόξους», από τους οποίους ξεπήδησε πανστρατιά όλη και νέφος νέων μαρτύρων- καθώς και οι άγιοι του Ρεθύμνου Τέσσερις Νεομάρτυρες- όταν η μουσουλμανική αντίδραση στους εξισλαμισμούς ή στην αποκάλυψη των κρυπτοχριστιανών, είχε ως οικτρό αποτέλεσμα να φθάνει μέχρις και αυτό το μαρτύριο και τον υπέρ πίστεως θάνατο.

   Έναν σπουδαίο ρόλο- αντίβαρο σε όσα δεινά υφίσταντο οι ανυπεράσπιστοι χριστιανοί στη δύσκολη αυτήν περίοδο- διαδραμάτιζαν οι μεγάλες κρυπτοχριστιανικές οικογένειες, που- όπως και οι χαΐνηδες (hainlar)[9]- αποτελούσαν μια μορφή εκκλησιαστικής αντίστασης κατά των Οθωμανών και προστάτευαν όπως και όσο μπορούσαν τους χριστιανούς. Ενώ, δηλαδή, προσποιούνταν τους αληθινούς και φρόνιμους και νομοταγείς στο κράτος «αγάδες», με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους σήκωναν τα μαχαίρια εναντίον απάνθρωπων συμπεριφορών και θηριωδών γενιτσάρων, πληγώνοντάς τους ή και φονεύοντάς τους, όταν οργίαζαν ασύστολα εναντίον αθώων χριστιανών.

   Κρυπτοχριστιανούς στα χρόνια της αιματόβρεκτης τουρκικής σκλαβιάς εκτός από την Κρήτη συναντούμε και στη Μ. Ασία, τον Πόντο, τη Μακεδονία κ.α. Στην Κρήτη τέτοιες περίφημες κρυπτοχριστιανικές οικογένειες, που αναλάμβαναν την προστασία των χειμαζομένων χριστιανών, έχουμε να απαριθμήσουμε τους Κερίμηδες του Μυλοποτάμου, τους Αλικάκηδες του Αγίου Βασιλείου και τους Μπελούληδες. Όμως, σπουδαιότεροι, ηρωικότεροι και ισχυρότεροι όλων ήταν, ομολογουμένως, οι Κουρμούληδες της Μεσαράς, απ’ όπου προέρχονταν οι οικογένειες των Ρετζέπηδων, Σαμπανάκηδων, Μπιρασάνηδων, Καραοσουμάνηδων και άλλων κρυπτοχριστιανών της ίδιας περιοχής[10], που το 1821, μαζί και με τους λοιπούς συμπατριώτες τους Έλληνες Ορθοδόξους, αποκήρυξαν τον ισλαμισμό και ύψωσαν τη σημαία της Ελληνικής Επανάστασης, γενόμενοι στο εξής οι σταυραετοί της λευτεριάς της Κρήτης. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό και σπουδαίο το γεγονός που φανέρωσε το μέγα πλήθος των κρυπτοχριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν αργότερα, το έτος 1856, μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, με τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που έδωσε το Χάτι Χουμαγιούν, ο Σουλτάνος κάλεσε τους υπηκόους του να δηλώσουν ελεύθερα τη θρησκεία που σεβόντουσαν. Και τότε βρέθηκε μπροστά σε μια τεράστια και όλως αναπάντεχη έκπληξη!... Χιλιάδες κατοίκων του οθωμανικού κράτους, χωριά ολόκληρα με τον Χότζα τους, βρέθηκαν να φανερώνουν τη χριστιανική τους πίστη! Μπροστά σε αυτό το εκπληκτικό γεγονός, ο Σουλτάνος έθεσε χρονικό περιορισμό, πέρα από τον οποίο οι υπήκοοι δεν μπορούσαν πια, σε καμιά περίπτωση, να δηλώνουν αλλαγή της πίστης τους.

 Πρέπει, πάντως, να το επαναλάβουμε ότι όσο παράξενο και αν ακούγεται, αυτός ο κατ’ επιφάνειαν εξισλαμισμός των χριστιανών υπήρξε, τελικά, ευεργετικός για τους υπόδουλους Έλληνες χριστιανούς και βοήθησε σημαντικά πολλούς από αυτούς στο να διατηρήσουν την πίστη τους και την εθνική τους ταυτότητα[11]. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, όπως λέγει και ο ιστορικός Β. Ψιλάκης, εάν δεν συνέβαινε το είδος αυτό του θρησκευτικού και εθνικού συνεταιρισμού, ο Ελληνισμός σήμερα και αυτός ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα θρηνούσε την απώλεια ενός εξαιρετικά μεγάλου και ευγενικού τμήματός του. Αυτός ο θρησκευτικοπολιτικός προσηλυτισμός, που ρυθμίστηκε με θρησκευτικές και κοινωνικές διατάξεις και με την αναγκαία φρονιμότητα και προφύλαξη των υπόδουλων χριστιανών, κατέστη, τελικά, ο φρουρός της εθνικής ιδέας στην Κρήτη και, μάλιστα, σε μιαν εποχή που οι άλλοι Έλληνες και ομόδοξοί τους στη Μεγαλόνησο κάμπτονταν κάτω από τον πλέον φρικτό ζυγό του τουρκικού γενιτσαρικού συρφετού, των ξεκουκούλωτων, των σπαχήδων και των μπουρμάδων, όπως τους περιέγραψε ο περιηγητής Τουρνεφόρτ. Αυτοί, ακριβώς, οι κρυπτοχριστιανοί, είναι που μπόρεσαν να διατηρήσουν άσβεστη μέσα τους την ελληνική φλόγα, την οποία μεταλαμπαδεύοντας σταθερά και γενναιόψυχα την κατάλληλη ώρα και στους λοιπούς συμπατριώτες τους Έλληνες χριστιανούς συντέλεσαν ουσιαστικά στην εθνική υπόθεση, δημιουργώντας την πανστρατιά εκείνη των Μαρτύρων και Εθνομαρτύρων αντιστασιακών, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση του έθνους.

     Αυτήν, ακριβώς, την ευλογημένη ώρα περίμεναν να δούν και οι Κουρμούληδες της Μεσαράς και ο μέγας ηγέτης τους, ο Μιχαήλ Κουρμούλης, ο άλλοτε φοβερός Χουσεΐν αγάς και μαζί με αυτούς και οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες. τη νεκρανάσταση, δηλαδή, του ελληνικού Γένους, που έπαιρνε φωτιά από τη φρόνιμη εκείνη κρυφή σπίθα που σιγόκαιγε τόσους αιώνες, για να αναφωνήσουν με πάθος και αγαλλίαση και υπέρτατο πατριωτικό ενθουσιασμό τους λόγους της Θεοτόκου προς τον νεκρό Ιησού Χριστό: «σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι, ὅπως ἴδω κἀγὼ σοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἐξανάστασιν»![12]. Και αυτήν, ακριβώς, την ίδια ώρα, και οι Κουρμούληδες άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου, αποτίναζαν ευθαρσώς το περικάλυμμα της αποκρυφίας, για να αδράξουν γερά τα όπλα και να προτάξουν τα στήθη στον βάρβαρο κατακτητή, ομολογώντας, στο τέλος, μαρτυρικά, και την αμετάθετη πίστη τους στον Ιησού Χριστό και την Πατρίδα.


    [1] Οπότε, βάσει αυτού και όπως συμπεραίνει ο αείμνηστος Καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, η Κωνσταντινούπολη έπεσε μόνο χάρη στη βοήθεια των εξισλαμισθέντων ορθοδόξων χριστιανών, ενώ, αντίθετα, ο Χριστιανισμός και η ελληνικότητα της Χώρας διασώθηκαν με την αποφασιστική συμβολή των Νεομαρτύρων, που αντέδρασαν δυναμικά στο κύμα αυτό του εξισλαμισμού (Παπαδόπουλος, Στυλιανός Γ. 1973: 94) και που, στο μεγαλύτερο μέρος τους (συμπληρώνω), προέρχονταν από την τάξη των κρυπτοχριστιανών.

              [2] Εδώ, να θυμηθούμε και να συμπεριλάβουμε και το φρικτό παιδομάζωμα.

             [3] Άμαντος, Κωνσταντίνος 1953-54: 162.

             [4] Βλ. Νικόλαος Σταυρινίδης Σ. 1986: πρ. 317, σ. 318.

            [5]   Μουρέλλος, Ι. Δ. 1931: 99.

            [6]  Άμαντος, Κωνσταντίνος 1953-54: 191. Παπαδόπουλος, Στυλιανός Γ. 1973: 36.

            [7] Άπαντα Κολοκοτρώνη, τ. 2ος, σ. 67.

             [8] Γεδεών Ι. Μανουήλ, 1930: 83.

        [9] Ονομασία που έδιναν οι Τούρκοι της Κρήτης στους Κλέφτες του νησιού. Οι χαΐνηδες (= οι παράνομοι), από τον πρώτο, κιόλας, χρόνο της τουρκικής κυριαρχίας (1669), ζούσαν στα απάτητα κρητικά βουνά, κάνοντας συνεχείς αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των Τουρκοκρητών, παίρνοντας εκδίκηση για τις βιαιοπραγίες τους και υπερασπιζόμενοι τους χριστιανούς. Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν οι Χάληδες και οι Γιαννάρηδες στις ορεινές περιοχές των Χανίων, οι Τσουδεροί στο Ρέθυμνο, ο Ξωπατέρας και ο Μιχαήλ Κόρακας στην ανατολική Κρήτη. Οι επαναστάτες αυτοί υπήρξαν για την Κρήτη ό,τι οι κλέφτες για την Κεντρική Ελλάδα και υμνήθηκαν από το δημοτικό τραγούδι.

           [10]  Ψιλάκης, Βασίλειος χ. χ.: 49.

           [11]  Σταυρινίδης, Νικόλαος 1971: 147 και Πατεράκης, Γ. Μ. 1989: 72.

          [12]  Από την Ακολουθία των Αγίων Παθών (Απόστιχο). Ψιλάκης, Βασίλειος χ. χ.: 49.