ΔΙΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΕΡΑΜΕ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΑΡΚΑΚΗ * * * ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ * Ιστορικό δημιουργίας του βιβλίου: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΜΜ. ΜΑΡΚΑΚΗΣ (1872-1950)

ΔΙΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΕΡΑΜΕ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΑΡΚΑΚΗ

 

    Το διήμερο 29-30 Ιουλίου 2022, πραγματοποιήθηκαν στον Δήμο μας Εκδηλώσεις Μνήμης και Ευγνωμοσύνης για τον εκ Κεραμέ, Αγίου Βασιλείου, καταγόμενο Βασίλειο Μαρκάκη (1872- 1950), Μητροπολίτη Κρήτης και Πρόεδρο της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης. Οι εν λόγω Εκδηλώσεις τελούσαν υπό την αιγίδα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης και διοργανώθηκαν από την Ενορία Κεραμέ, σε συνεργασία με τον Δήμο Αγίου Βασιλείου, την Τοπική Κοινότητα Κεραμέ και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κεραμέ- Αγαλλιανού. 

      Το Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων εκτυλίχθηκε ως εξής:

    Την πρώτη ημέρα, Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022, στις 6:00 μ.μ., έγινε Υποδοχή Λειψάνων του αοιδίμου Μητροπολίτη στον Ι. Ναό του αγίου Δημητρίου Κεραμέ και Αρχιερατικός Εσπερινός στον ίδιο ναό.

    Στις 8:30 μ.μ. ακολούθησε παρουσίαση του βιβλίου του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη: «ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΜΜ. ΜΑΡΚΑΚΗΣ (1872-1950), Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης, ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς», στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου, από τους Μητροπολίτες Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριο και Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομο.

   Παρόντες στην παρουσίαση του βιβλίου ήταν ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος και οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίος, Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος, Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέας, Κισάμου και  Σελίνου κ. Αμφιλόχιος, Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομοςο θεοφιλέστατος επίσκοπος Βαβυλώνος, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, κ. Θεόδωρος, ο θεοφιλέστατος επίσκοπος Ευμενείας κ. Ειρηναίος, ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Πρέβελη, π. Ιάκωβος, ο Δήμαρχος Δήμου Αγίου Βασιλείου κ. Ιωάννης Ταταράκης και πλήθος κόσμου.

    Προηγήθηκε προσλαλιά του Δημάρχου κ. Ιωάννου Ταταράκη και ακολούθησε η παρουσίαση του βιβλίου από τους ως άνω Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες. Τον λόγο πήρε, στη συνέχεια, ο συγγραφέας κ. Κ. Η. Παπαδάκης, ο οποίος αναφέρθηκε στην Ιστορία δημιουργίας του βιβλίου και ευχαρίστησε δεόντως τους Σεβασμιωτάτους Ομιλητές, ενώ ο Εφημέριος της διοργανώτριας Ενορίας και Τελετάρχης της όλης εκδήλωσης, πρωτ/ρος π. Τίτος Λίτινας, ευχαρίστησε όλους όσοι βοήθησαν στη διοργάνωση των εν λόγω εκδηλώσεων Μνήμης και Ευγνωμοσύνης και απένειμε, διά του Μητροπολίτου Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίου, τιμητική πλακέτα στον συγγραφέα κ. Κ.Η. Παπαδάκη.

     Τη δεύτερη μέρα, Σάββατο 30 Ιουλίου 2022, ολοκληρώθηκε το Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων ως εξής:

    7:00- 11:00 π.μ. τελέστηκε Πολυαρχιερατική Θ. Λειτουργία και ακολούθησαν στις 11: 15 π.μ. τα Αποκαλυπτήρια Μνημείου του Πρωθιεράρχου της Εκκλησίας Κρήτης κυρού Βασιλείου Μαρκάκη, στον αύλειο χώρο του Ι. Ναού του Αγίου Δημητρίου, από τον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.

    Στη 12η μεσημβρινή παρατέθηκε φιλοξενία στον χώρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Κεραμέ, στην οποία παρακάθησαν όλοι οι παραπάνω, ενώ στις 8:00 μ.μ. δόθηκε θεατρική παράσταση από τη θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας, εμπνευσμένη από τη ζωή και τον αντιστασιακό κατά των Γερμανών αγώνα του Πρωθιεράρχου κυρού Βασιλείου Μαρκάκη.

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Ιστορικό δημιουργίας του βιβλίου:

 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΕΜΜ. ΜΑΡΚΑΚΗΣ

(1872-1950)

Ο αντιστασιακός από Αρκαδίας Μητροπολίτης Κρήτης, ο εμπνευστής και πρωτεργάτης της Γεωργικής Σχολής Μεσαράς


Σεβασμιώτατε, Άγιε Κρήτης, κ. Ευγένιε,

Σεβασμιώτατοι Άγιοι Λάμπης και Σφακίων κ. Ειρηναίε, Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριε, Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέα, Κισάμου και  Σελίνου κ. Αμφιλόχιε, Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομε,

Αγαπητέ μου κ. Δήμαρχε,

Κυρίες και Κύριοι

        Θα ξεκινήσω εν συντομία μεν, αλλά από πολύ μακριά!

Τον δρόμο για τη γνωριμία μου με τον Βασίλειο Μαρκάκη, πρώτος μου τον άνοιξε ο αείμνηστος πατέρας μου Ηλίας Μ. Παπαδάκης, που καταγόταν από τον γειτονικό στα Κεραμέ, Άρδακτο, ενώ η μητέρα του και γιαγιά μου, Μαρία Αποστολάκη, ήταν Κεραμιανή.

Μου είχε, λοιπόν, αφήσει μερικές χειρόγραφες σημειώσεις, που- εκτός των άλλων- αναφέρονταν και στον παλιό οικισμό του Κεραμέ, τις Λίγκρες. Περιείχαν μια παλιά άγνωστη ιστορία, πραγματικό γεγονός των μέσων του 16ου αιώνα, την ιστορία «Του Κωσταντή από τις Λίγκρες», όπως την τιτλοφόρησα εκ των υστέρων, που αφορά στα χρόνια της πειρατείας, με πρωταγωνιστές τους μουσουλμάνους των βόρειων παραλίων της Aφρικής, τους λεγόμενους Mπαρμπαρέζους πειρατές.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, θέλησα να γνωρίσω από κοντά την περιοχή αυτήν των Λιγκρών, στην οποία αναφέρονταν οι σημειώσεις του πατέρα μου, αποσκοπώντας σε μια μελλοντική δημοσίευση των στοιχείων αυτών από τις στήλες κάποιου Κρητολογικού περιοδικού, όπως και έγινε. 

Βρέθηκα εδώ, στα Κεραμέ, στο καφενείο του χωριού, όπου έγινε για πρώτη φορά η γνωριμία μου με τον φιλοπρόοδο Κεραμιανό, κ. Μανόλη Αλεβυζάκη, Πρόεδρο, τότε, του «Εκπολιτιστικού Συλλόγου Κεραμέ- Αγαλλιανού». Του γνώρισα τον σκοπό της επίσκεψής μου στο χωριό κι εκείνος, κυριολεκτικά ενθουσιασμένος, όταν πληροφορήθηκε τον ερευνητικό της χαρακτήρα, μου δήλωσε κατηγορηματικά και χωρίς περιστροφές: «Εμείς, κ. Παπαδάκη, χρόνια τώρα περιμένουμε κάποιον να ασχοληθεί σοβαρά και υπεύθυνα με το χωριό μας και τώρα που σας βρήκαμε δεν σας αφήνουμε… Παρακαλώ, λοιπόν, η συγκεκριμένη έρευνά σας να μην περιοριστεί, όπως μου λέτε, αποκλειστικά και μόνο στις Λίγκρες, αλλά να επεκταθεί και να περιλάβει ολόκληρο το χωριό μας»!

Την αρχική άρνησή μου, στην απροσδόκητη σε μένα πρόταση τού έκτοτε εκλεκτού φίλου, ακολούθησε, ύστερα και από την επιμονή του, ο δισταγμός και το δισταγμό μου η ανεπιφύλακτη αποδοχή της πρότασής του. Αυτό, βέβαια, στην περίπτωσή μου, οφειλόταν, επί πλέον, και στους συναισθηματικούς- λόγω καταγωγής- δεσμούς μου με το χωριό.

Πολύ σύντομα, λοιπόν, πάνω στην έρευνά μου για το βιβλίο του χωριού, βρέθηκα μπροστά στη σεβάσμια και επιβλητική, την ηγετική εθνικά και εκκλησιαστικά μορφή του Βασιλείου Μαρκάκη. Τότε καταχώρησα στο βιβλίο μου για τα Κεραμέ τις πρώτες 25 σελίδες τής περί τον Β. Μαρκάκη έρευνάς μου και ενημέρωσα τους κατοίκους του χωριού για το μέγα αυτό κεφάλαιο που διέθεταν, γέννημα- θρέμμα του χωριού τους.

Την πρώτη αυτή μελέτη μου για τον άνδρα δημοσίευσα τον καιρό εκείνο, και πριν την έκδοση του βιβλίου για τα Κεραμέ, στο γνωστό και έγκριτο περιοδικό «Ελλωτία», του Δήμου Χανίων (τ. 8ος, 1999), από το οποίο την πήρε- με δική της πρωτοβουλία- και την αναδημοσίευσε, σε 5 συνέχειες, και η Ι. Μητρόπολη που σήμερα μας φιλοξενεί, στο έγκριτο περιοδικό της «Ορθόδοξο Μήνυμα» (2002), καθώς, λίγο αργότερα, και η Ι. Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας, που αναδημοσίευσε εκτεταμένα αποσπάσματα αυτής στο Ημερολόγιό της, του έτους 2017, που το αφιέρωσε στον αοίδιμο Επίσκοπό της και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης Βασίλειο Μαρκάκη.

Ακολούθησαν, τον Ιούνιο του 2019, οι λαμπρές εκείνες εκδηλώσεις για τον αοίδιμο Ιεράρχη από την ίδια Μητρόπολη, στις Μοίρες. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Μακάριος, φιλοπρόοδος και οτρηρός των Γραμμάτων εργάτης, αποφάσισε να τιμήσει όλους τους αρχιερείς που διεποίμαναν την Ι. Μητρόπολη του κατά το παρελθόν και, βέβαια, μεταξύ αυτών, και τον Βασίλειο Μαρκάκη- που υπήρξε επίσκοπός της επί 38 ολόκληρα χρόνια- με μια σειρά σημαντικών εκδηλώσεων, που τελούσαν- όπως και οι παρούσες- υπό την αιγίδα της Ι. Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης.

Ο σεβάσμιος και έκτοτε λίαν αγαπητός φίλος κ. Μακάριος- έχοντας ήδη υπόψη του την μελέτη μου για τον Βασίλειο- ευγενώς με προσεκάλεσε ως ομιλητή, κατά τις ειρημένες τριήμερες εκδηλώσεις. Με την ευκαιρία αυτήν, επεξέτεινα, με περαιτέρω έρευνα και νέα στοιχεία, τη μελέτη μου περί τον Βασίλειο από τις αρχικές 25 (στο βιβλίο μου για το χωριό του και στο περιοδικό «Ελλωτία») σε 70 σελίδες, τις οποίες ο Σεβασμιώτατος δημοσίευσε όλες στον εξαίρετο τόμο «Μικρό Αφιέρωμα» για τον Βασίλειο Μαρκάκη, που απετέλεσε ειδική έκδοση του θαυμάσιου τριμηνιαίου περιοδικού της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας «Εν Εσόπτρω».

Ο δρόμος για τον Βασίλειο Μαρκάκη είχε πλέον ανοίξει διάπλατα, φθάνοντας η έρευνά μας στο παρόν τρίτο και μεγαλύτερο στάδιό της, στην παρούσα βελτιωμένη και εκτενέστερη όλων έκδοση των 242 σελίδων!

Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό ότι και η τελευταία αυτή προσπάθειά μας ξεκίνησε και πάλι από το χωριό του, όπως και η πρώτη, με το βιβλίο του χωριού, και ειδικότερα, τη φορά αυτήν, από την Ενορία τού χωριού του και τον δραστήριο και χαρισματικό εφημέριό της π. Τίτο Λίτινα, που με την ευλογία και ένθερμη στήριξη του οικείου Μητροπολίτη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίου, το έθεσε σκοπό και προτεραιότητα της ζωής του- παρακινώντας με και μένα δυναμικά σε τούτο- να προχωρήσουμε σε μια πληρέστερη έκδοση- βιβλίο πια- για τον άνδρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αποφάσισε και να φιλοτεχνήσει Μνημείο και να διοργανώσει και άλλες λαμπρές εκδηλώσεις, προκειμένου η Ι. Μητρόπολή του, το χωριό του και η Ενορία του να τιμήσουν τον μακαριστό Βασίλειο Μαρκάκη όπως τού πρέπει, με την ευκαιρία των εβδομήντα χρόνων από την κοίμησή του.

Μετά τη σύντομη αυτήν αναφορά μου στην ιστορία του παρόντος βιβλίου, αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω από καρδίας για την τιμή τους αποψινούς εκλεκτούς ομιλητές, που ανέλαβαν να το παρουσιάσουν στην αγάπη σας, τόσο τον Σεβασμιώτατο και ηγαπημένο Ιεράρχη, Άγιο Γορτύνης, κ. Μακάριο, όσο και τον δικό μου και λίαν πεφιλημένο Ιεράρχη, τον Άγιο Ρεθύμνης κ. Πρόδρομο

Επί τούτοις, σας ευχαριστώ όλους και εύχομαι να έχουμε την ευχή «του αοιδίμου Πρωθιεράρχου Βασιλείου, του ανθρώπου του Θεού, του φιλοπρόοδου, αντιστασιακού και φιλογενούς πατριώτου», για να χρησιμοποιήσω τα ωραία προσδιοριστικά επίθετα του ευγενούς Ευχαριστηρίου Γράμματος που μου απέστειλε μετά τις Εκδηλώσεις στις Μοίρες ο Άγιος Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριος.

Σας ευχαριστώ όλους!

Η Γεωργική Σχολή Μεσσαράς, με έδρα τον Αμπελούζο, Ηρακλείου, της οποίας πρωτεργάτης και προστάτης υπήρξε ο Βασίλειος

Από την παρουσίαση του βιβλίου (1η ημέρα)

Από την παρουσίαση του βιβλίου (1η ημέρα)

Από τα Αποκαλυπτήρια του Μνημείου Β. Μαρκάκη,
από τον Αρχ/πο Κρήτης κ. Ευγένιο (2η ημέρα)


Ο ηρωικός Αρχηγός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός (1756; - 1846)

 


Ο ηρωικός Αρχηγός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου

Στρατάρχης Γεώργιος Τσουδερός

(1756; - 1846)

 

            ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

     www.ret-anadromes.blogspot.com


    Ο Γεώργιος Τσουδερός είναι ο μεγάλος και χαρισματικός άνδρας, οπλαρχηγός και στρατάρχης της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, που συμμετείχε ως αρχηγός σε πάρα πολλές μάχες και επέζησε του αγώνα τού Εικοσιένα και έλαβε μέρος και στην επανάσταση των Χαιρέτηδων (1841). Δεν δέχτηκε να φύγει από την Κρήτη μαζί με τα παιδιά του (σαν αναγκάστηκε να τα στείλει σε ένα νησί), αλλά τριγυρνούσε μόνιμα στα Ρεθεμνιώτικα, επιχειρώντας γρήγορες παντού επιθέσεις, για να μη προφταίνουν οι Τούρκοι να εντοπίζουν την βάση του και τα ορμητήριά του. H δράση του Γεωργίου Τσουδερού έχει μείνει στην ιστορία, γιατί υπήρξε από τους ελάχιστους Κρητικούς αρχηγούς που διέτρεξε ολόκληρη την Κρήτη σπιθαμή προς σπιθαμή, από την Κίσσαμο μέχρι τη Σητεία, πολεμώντας τον εχθρό. Τρομοκρατούσε και ξεμονάχιαζε τους Τούρκους και τους ανάγκαζε να κλείνονται φοβισμένοι στα φρούριά τους[1].

        Την μεγάλη επιβολή τής προσωπικότητας τού εν λόγω πολεμικού άνδρα βλέπουμε και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις, όπως στο εντυπωσιακό εκείνο επεισόδιο ληστοπειρατείας (όπως αρχικά θεωρήθηκε), κατά το έτος 1827, όταν η επανάσταση στην Κρήτη κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να κατασταλεί. Ο Γεώργιος Τσουδερός θέλοντας να αναζωπυρώσει τον αγώνα στα ρεθεμνιώτικα εδάφη επιχειρούσε διαρκείς αιφνιδιασμούς και μικροεπιθέσεις κατά των Τούρκων, ώστε ο αγώνας των Κρητικών να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση. Προς τούτο, έστειλε και ένα πολεμικό πλοιάριο στο φρούριο της Γραμβούσας, προκειμένου να παραλάβει τον αδελφό του Ιωάννη και πενήντα ακόμα Ρεθεμνιώτες, που βρίσκονταν υπό τις διαταγές του εγκλεισμένοι σε αυτό και να τους θέσει σε αγωνιστική δράση. Το πλοιάριο, όμως, των Γραμβουσανών γνώρισε μιαν απροσδόκητη περιπέτεια. καθώς, δηλαδή, έβγαινε από τον κόλπο, συναντήθηκε με ένα αμερικανικό πολεμικό, το οποίο, εκλαμβάνοντάς τους ως ληστοπειρατές (!), κατέσχε το πλοιάριο, μεταφέροντας τους επαναστάτες στη Νάξο. Παρά τις αληθοφανείς διαμαρτυρίες τους (ότι δεν είχαν τηλεβόλο και ότι όλοι τους ήταν πτώματα από τη ναυτία, πράγματα αδιανόητα για μιαν ομάδα ληστοπειρατών), οι επαναστάτες με τίποτε δεν ίσχυσαν να πείσουν σε τούτο τον Αμερικανό ναύαρχο.

        Αυτό το κατάφερε, τελικά, ο Γεώργιος Τσουδερός, ο οποίος, «τη συστάσει των εν τη νήσω προξένων», μετέβη στη Νάξο και παρουσιάστηκε προ του Αμερικανού ναυάρχου. Με την επιβλητική του εμφάνιση, αυξημένη με μιαν αφελή και ωραία θελκτικότητα, διαβεβαίωσε τον ναύαρχο ότι όλοι μαζί και οι πενήντα επιβαίνοντες στο πλοιάριο και ο αδελφός του, ο Ιωάννης, ήταν χερσαίοι και ότι η σύλληψή τους αποτελούσε αδικία, που δεν επιτρεπόταν στο ηρωικό τέκνο μιας φιλελεύθερης χώρας, που διέκειτο συμπαθώς προς τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα. Και όπως καταλήγει ο διηγούμενος το επεισόδιο Ι. Μουρέλλος, «ο ναύαρχος κατεθέλχθη από την επιβλητικήν και αξιοπρεπή τού γέροντος αρχηγού αφέλειαν και όχι μόνον απέλυσε τους κρατουμένους αποδώσας και τον οπλισμόν των και το πλοιάριόν των, αλλά και τους εφωδίασεν με αρκετάς τροφάς και άφθονα πολεμοφόδια ευχηθείς εις αυτούς ταχείαν την απελευθέρωσιν της αγωνιζομένης πατρίδος των»[2].     

       Σε άλλη περίπτωση, μετά τη δυσμενή εξέλιξη του Πρωτόκολλου του Λονδίνου, που άφηνε, δυστυχώς, την Κρήτη εκτός του νέου ελληνικού κράτους, στην επονείδιστη και πικρή των Τούρκων δουλεία, τον βλέπουμε ως Στρατάρχη του Ρεθύμνου να επιλέγεται από τον αρμοστή Νικόλαο Ρενιέρη ως ο μόνος κατάλληλος, μαζί τον Γ. Σακόρραφο και τον Κ. Κριτοβουλίδη, όπως περιτρέξουν τις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου και εμψυχώσουν τον λαό που ήταν βαθιά θλιμμένος από τα λυπηρά αγγέλματα της αναγκαστικής συνέχισης της δουλείας.

      Ο Γ. Τσουδερός, όπως σημειώνει ο Ι. Μουρέλλος, είναι γεγονός ότι έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης όλων των οπλαρχηγών της Κρήτης και πάντα όλοι προτιμούσαν τη συνεργασία μαζί του, γιατί από την αρχή του αγώνα κρατήθηκε μακριά από μικρομίση και προσωπικές προστριβές, καλούμενος πάντα ως διαιτητής μέσα στους διαρκείς διαπληκτισμούς των άλλων[3].

     Ο Μιχαήλ Aφεντούλιεφ ανέδειξε τον Γεώργιο σε εκατόνταρχο (στις 17 Δεκεμβρίου 1821) και αργότερα σε πεντακοσίαρχο (στις 4 Ιουλίου 1822), ενώ μετά την αναγνώριση του «Κρητικού Συμβουλίου» (1828) το Γενικό Στραταρχείο διόρισε πέντε Στρατάρχες στην Κρήτη. και εν μέσω αυτών ήταν και ο Αγιοβασιλειώτης Γεώργιος Τσουδερός. Οι πέντε αυτοί αρχηγοί, εκτός από τη γνωστή σε όλους γενναιότητά τους, είχαν και άλλα εξαιρετικά προσόντα, που τους εξασφάλιζαν τον απεριόριστο σεβασμό και την πειθαρχία όλων των αρχηγών και καπετάνιων στο πρόσωπό τους.

    Του μεγάλου αυτού Αϊβασιλειώτη οπλαρχηγού και στρατάρχη, του Γεωργίου Τσουδερού, κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε, στο σημείο αυτό, ευστοχότατο χαρακτηρισμό του από τον σπουδαίο ιστορικό της Κρήτης και συναγωνιστή του- ώστε να γνωρίζει πολλά και ασφαλή για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του- τον Καλλίνικο Κριτοβουλίδη, διατηρώντας την απολαυστικά πλούσια και χυμώδη λόγια γλώσσα των «Απομνημονευμάτων» του:

     «Σειράν διαφόρων ανδραγαθημάτων παρουσιάζει ο στρατιωτικός βίος του Γεωργίου Τσουδερού. Άμα γνωσθείσης της επαναστάσεως του 1821, αυθόρμητος ωπλίσθη και αυτός υπέρ της πατρίδος του. Εκλεχθείς δε εξ αρχής οπλαρχηγός των πολεμικών Λαμπαίων όλης της επαρχίας, εθριάμβευσε διακριθείς πάντοτε εις τας μάχας. Αν και προβεβηκώς την ηλικίαν, ήττον όμως παραδόξως ως νεάζων ωκυποδέστατος και ενεργητικώτατος προπορευόμενος, ως και ο Σήφακας, των συστρατιωτών εν τοις κινδύνοις. Αφέλεια, φιλοπατρία ειλικρινής και συν τούτοις ανδρεία ψυχής ήσαν τα κοσμούντα τον Τσουδερόν. Τόπος της γεννήσεώς του ήτο το χωρίον Ασώματος της Λάμπης, είχε δε και ετέρους αδελφούς τον Ιωάννην, πολεμικόν παρομοίως άνδρα, και τον Μελχισεδέκ, ηγούμενον τού κατά την ιδίαν επαρχίαν μοναστηρίου Πρέβελη»[4].  

       Αυτός υπήρξε ο γενναίος οπλαρχηγός και στρατάρχης του Αϊ- Βασίλη Γεώργιος Τσουδερός, αδελφός των δύο άλλων μεγάλων πολεμικών επίσης ανδρών, του Ηγουμένου Μελχισεδέκ και του Ιωάννη. Όταν ο αγώνας στην Κρήτη έπαιρνε να σβήσει, ο Τσουδερός ήταν από τους τελευταίους που τον εγκατέλειψαν. Μέχρι τα μέσα του 1831, εξακολουθούσε να περιπλανιέται από βουνό σε βουνό και από χαράδρα σε χαράδρα διώκοντας με όση δύναμη είχε τον εχθρό. O πρόωρος θάνατος του Καποδίστρια ματαίωσε την υποσχεθείσα αναγνώριση των εθνικών υπηρεσιών τού Τσουδερού, ο οποίος έφτασε σε έσχατο σημείο φτώχειας. Υπέφερε από φρικτές στερήσεις μέχρι το έτος 1833, οπότε έφθασε στη Μεθώνη ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, του υποσχέθηκε αναγνώριση και οικονομική ενίσχυση. Έτσι το 1838 ο Τσουδερός ονομάζεται Συνταγματάρχης της Bασιλικής Φάλαγγας[5].

    Είναι, πάντως, μετά από όλα αυτά, πραγματικά οδυνηρό και αδιανόητο ότι ο θαυμάσιος αυτός πολεμικός άνδρας, ακολουθώντας, δυστυχώς, την κοινή και τόσων άλλων γενναιόψυχων Ελλήνων μοίρα, με τεράστια προσφορά στην Πατρίδα, πέθανε πάμπτωχος, μετά την αποτυχία της επανάστασης των Χαιρέτηδων (1841), μακριά από την πατρίδα, στις 10 Αυγούστου 1846, σε ηλικία 90 περίπου ετών[6].


[1] Μουρέλλος, Ι. Δ., Ιστορία της Κρήτης, τ. Β΄, Ηράκλειον Κρήτης 1932, 847.

[2]Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 926- 927. Πβ. και Δερεδάκης, Ν., «Πειρατής… κατά λάθος! Μια από τις άγνωστες ιστορίες της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη», εφημ. Ρέθεμνος 18.05.2021.

[3] Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 1085.

[4] Κριτοβουλίδης, Καλλίνικος, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, εν Αθήναις 1859, 431.

[5] Λαδιά, Εύα, «Οι Τσουδεροί στην επανάσταση του 1821», εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα της 22/3/2019.

ΗΛΙΑΣ Γ. ΜΕΤΟΧΙΑΝΑΚΗΣ * * * Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης * * * ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ

 

 ΗΛΙΑΣ Γ. ΜΕΤΟΧΙΑΝΑΚΗΣ

       Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

  

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ

1924- 2017

[Αμιράς Βιάννου 2022, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 65]


 

      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

             www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ο κ. Ηλίας Γ. Μετοχιανάκης, Καθηγητής για χρόνια του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης, μας απέστειλε πρόσφατα ένα νέο βιβλίο του με τον τίτλο «Γέροντας Ιωαννίκιος Ανδρουλάκης». Το βιβλίο, αποτελεί έκδοση του Συλλόγου Φίλων Ενορίας Αγίου Γεωργίου Αμιρά, «Ο Αφέντης Χριστός» και προλογίζεται δεόντως από τον Πρόεδρό του π. Εμμανουήλ Ραπτάκη.

 Ο Γέροντας Ιωανίκιος, κατά κόσμον Μιχαήλ Ανδρουλάκης, γεννήθηκε το έτος 1924 στις Μάλλες Ιεράπετρας, από γονείς ευσεβείς που τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Στη ζωή του υπήρξε ένα ευώδες και δροσερό άνθος που εξάνθισε στη γη του Λασιθίου με κύρια χαρακτηριστικά του βίου του την ανιδιοτελή αγάπη του προς τον άνθρωπο και τη  βαθιά ταπείνωση και πίστη του στον Θεό. Στα νεανικά του χρόνια καθοδηγητές του στάθηκαν αρχικά οι μοναχοί των Ι. Μονών Εξακουστής και Παναγίας Φανερωμένης, χώρων πίστεως και λατρείας, στους οποίους απέκτησε τα πρώτα ισχυρά βιώματα και αναδείχθηκε η σπουδαία κλίση του προς τη μοναχική ζωή.

Δραστήριος και ικανότατος διαχειριστής του θείου έργου περνά διαδοχικά από ποικίλες θέσεις ευθύνης της τοπικής Εκκλησίας είτε ως Ηγούμενος (Ι. Μονή Φανερωμένης, Ι. Μονή Τοπλού, Ι. Μ. Εξακουστής), είτε ως απλός εφημέριος (στις ενορίες Λουτρακίου Βιάννου, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Βιάννου και Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στον Βαχό). Από όποια θέση και αν δραστηριοποιήθηκε άφησε πίσω του έργο λαμπρό στον ηθικό, πνευματικό και κοινωνικό τομέα, απονέμοντας στον άνθρωπο απεριόριστη αγάπη και απόλυτο σεβασμό και, σε κάθε περίπτωση, δημιουργώντας μια «κοινωνία αγιότητας και αγάπης προσώπων». Κοντά σ’ αυτά, συνετέλεσε στη δημιουργία και ενός τεράστιου και πολύμοχθου κτιριακού έργου, ανακαίνισης, συντήρησης και ευτρεπισμού ναών και παρεκκλησίων στα μοναστήρια και τις εκκλησίες όπου διακόνησε, καθώς και δενδροφύτευσης χιλιάδων ελαιόδεντρων και ποικίλων οπωροφόρων, δημιουργίας υδατοδεξαμενών, πλακοστρώσεων, κατασκευής δρόμων και αγωγών μεταφοράς νερού και ηλεκτρικού ρεύματος.   

Η όλη δραστηριότητα του Γέροντος Ιωαννικίου, έκανε τους πιστούς που τον περιέβαλλαν να τον εμπιστεύονται απόλυτα, γιατί αναγνώριζαν και αποδέχονταν στο πρόσωπό του το λαμπρό εκκλησιαστικό του ήθος και το μέγα φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που επιτελούσε στον τόπο τους. Και έβλεπες τόσο τους ενορίτες του, όσο και αρκετούς κατοίκους από τα γύρω χωριά και αυτά, ακόμα, τα νέα παιδιά, να τον συντρέχουν με προθυμία και να τον βοηθούν στις καθημερινές κτιριακές και άλλες εργασίες. Έτσι, σταδιακά το τραχύ και άγριο τοπίο άρχιζε να μετατρέπεται σε έναν πραγματικό επίγειο παράδεισο.

Μα το περίσσευμα της αγάπης του Γέροντος Ιωαννικίου προχωρούσε και εξακτινωνόταν και πάρα πέρα σε έργα συντήρησης οικιών πτωχών οικογενειών, καλύπτοντας οικονομικούς λογαριασμούς και διαθέτοντάς τους τρόφιμα και εφόδια πρώτης ανάγκης, ενώ αποδέκτες του μεγάλου αυτού φιλανθρωπικού του ενδιαφέροντος αναφέρονται, περαιτέρω, κοντά στις απλές αυτές οικογένειες, ακόμα και Ιερές Μητροπόλεις και Μονές, όπως της Παναγίας της Παληανής και Καλυβιανής, γηροκομεία, καθώς και το Εσπερινό Λύκειο Ηρακλείου, στα οποία μοίραζε χιλιάδες κιλά από όσπρια, πατάτες, ελαιόλαδο, κούτες γάλακτος και κρέας.

       Και το βιβλίο του κ. Μετοχιανάκη ολοκληρώνεται με την αναφορά του και στο ιδιαίτερα υψηλό πνευματικό επίπεδο και χάρισμα της αγιότητας του Γέροντα, που, πέραν του παραπάνω τεράστιου εκκλησιαστικού, κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου του, επιτελούσε και πλήθος θαυματουργικών θεραπειών με τις προσευχές του και το λαδάκι του Γέροντά του οσίου Χατζή Ανανία (εορτάζεται στις 22 Απριλίου) και άλλων αγίων, που μονίμως επικαλούνταν.

       Μεγάλο μέρος του βιβλίου κατέχει και το κεφάλαιο «Μνήμες και βιώματα για τον Γέροντα Ιωαννίκιο», από τη σύζυγο τού κ. Μετοχιανάκη, κ. Ελένη Παπαμιτσάκη- Μετοχιανάκη, νομικό και δασκάλα.   

Ευχαριστούμε θερμά τον εκλεκτό φίλο κ. Ηλία Μετοχιανάκη και την εκλεκτή σύζυγό του, γιατί με το βιβλίο τους αυτό κατόρθωσαν να μας μεταγγίσουν έστω και ψήγματα μόνον από τον ένθεο ζήλο, τους αγώνες και τη θερμουργό πίστη τού εν λόγω Γέροντος Ιωαννικίου, πράου, ειρηνικού και διδακτικού Λευίτη, που καθίσταται σε όλους μας φωτεινό παράδειγμα απεριόριστης αγάπης προς τον άνθρωπο και πίστης προς τον Θεό.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Γ. ΣΥΡΙΑΝΟΓΛΟΥ * * * Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου

 

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Γ. ΣΥΡΙΑΝΟΓΛΟΥ

 

Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου

[Εκδοτικές Επιχειρήσεις Καλαϊτζάκης Α.Ε., Ρέθυμνο 2022, σχ. 8ο (20,5Χ15), σσ. 364]

  

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Ο Παρασκευάς Γ. Συριανόγλου, Μικρασιάτης δεύτερης γενιάς, τιμά όσο λίγοι την καταγωγή του, συγγράφοντας και δραστηριοποιούμενος στον τόπο μας σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο αυτόν του Μικρασιατικού ελληνισμού, με έμφαση, πάντα, στη ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Νέα Φώκαια τής Μικράς Ασίας. Έτσι, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στα κυριότερα έργα του, το 1998 μάς παρουσίασε τα λαογραφικά τής Μ. Ασίας (Π. και Ν. Φώκαιας) με το βιβλίο του «Θεμέλια τού πολιτισμού μας», το 2003 έδωσε νέα έμφαση στα λαογραφικά τής Νέας Φώκαιας με το βιβλίο του «Λαϊκός Πολιτισμός, Λαογραφικά Νέας Φώκαιας Μ. Ασίας» και συνεχίζει το 2006 με τη μυθιστορία «Όσα δεν έγραψε η ιστορία- Νέα Φώκαια Μικράς Ασίας», το 1010 με το θεατρικό «Η Δύση της Ανατολής», το 2014 με το μυθιστόρημά του «Μια αγάπη δυο θεοί» και σήμερα με ένα νέο εκπληκτικό μυθιστόρημα, με τον αινιγματικό αλλά και πρωτότυπο τίτλο «Θέλω μόνο τ’ όνομά σου».

Ο Παρασκευάς Συριανόγλου συχνά έχει τον τρόπο του να διδάσκει την Ιστορία, και μάλιστα αυτήν της αγαπημένης του Μικρασίας, με έναν τρόπο ευχάριστο και εποικοδομητικό. μέσα, δηλαδή, από συγκλονιστικές μυθιστορίες, στις οποίες οι πρωταγωνιστές δεν είναι πλάσματα της φαντασίας του, αλλά πρόσωπα αληθινά, υπαρκτά, που έζησαν στο πετσί τους τα περιγραφόμενα, κάθε φορά, γεγονότα. Έτσι και το παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο του, με τον εντυπωσιακό τίτλο «Ήθελα μόνο τ’ όνομά σου», αφορά σε μια παρόμοια δυναμερή διήγηση γύρω από τις αλησμόνητες πατρίδες, με αληθινά πέρα ως πέρα τα καταγραφόμενα γεγονότα, τα οποία ο συγγραφέας μεταφέρει όπως ακριβώς του τα διηγήθηκε ο Γιώργος, ο εγγονός του πρωταγωνιστή αυτού του βιβλίου Γιωργή Καλαβρυτινού, που του εμπιστεύτηκε την ιστορία του παππού του.

Ο Γιωργής Καλαβρυτινός έφυγε από το Βραχώρι, της Τριχωνίδος, έφτασε και πολέμησε στην περίφημη Μάχη του Σκρά, τον Μάη του 1918, μια από τις σημαντικότερες και πλέον νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και νικητής πλέον συνέχισε την πατριωτική του δράση, κινούμενος από τον ακαταπόνητο οίστρο της αγάπης του για την πατρίδα και φτάνοντας στην όμορφη και μαρτυρική Σμύρνη, στη Μικρά Ασία. Εκεί, πρωτάρης, έζησε έναν ορμητικό και παράφορο έρωτα δίπλα στην αγαπημένη του Αρετή, μια χαρισματική και πανέμορφη Σμυρνιοπούλα. Αντίκρυσε, όμως, κατάματα και τον Χάρο, που δεν τόλμησε, πάντως, να τον αγγίξει, όταν, βιώνοντας τη μεγάλη εκείνη μικρασιατική καταστροφή και άγρια κυνηγημένος βρέθηκε στον Πειραιά, όπου μάταια περίμενε τον ερχομό και της αγαπημένης του. Η αλήθεια, τελικά, που περίμενε και τους δύο τραγικούς ήρωες έφτασε πολύ αργά, καθυστερημένη και οδυνηρή στον τόπο του Γιώργη, στο Βραχώρι της Τριχωνίδος, όταν πια το κόκκινο τριαντάφυλλο της καρδιάς τους είχε ολότελα και για τους δύο μαραθεί. Και το διήγημα κλείνει έτσι πικρά και τραγικά για τους ήρωές μας, όπως πικρά και τραγικά ήταν και τα γεγονότα που καταμέτρησαν στη ζωή τους, χωρίς το αναμενόμενο στις διηγήσεις του είδους αυτού happy end, παραμένοντας και οι δυο τους πληγωμένοι και βαθιά βουτηγμένοι και αλύτρωτοι στο πιο οδυνηρό σκοτάδι της ψυχής τους και ανήμποροι να πράξουν διαφορετικά και να δώσουν μιαν άλλη τροπή και διάσταση στην απελπισία και στα μεγάλα αδιέξοδα που η ζωή, δίχως οίκτο, τους είχε συσσωρεύσει εμπρός τους.  

Ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του, παράλληλα με την ερωτική των ηρώων του ιστορία, παρακολουθεί και την ιστορία των Ελλήνων τής Σμύρνης στα τελευταία πριν από τον μεγάλο ξεριζωμό χρόνια, φτάνοντας την εξιστόρησή του μέχρι και την επιστροφή των ηρώων του- Γιώργη και Αρετής Βασιλειάδου- μέσα από μύριες κακουχίες και βασανισμούς, στην νέα τους πατρίδα, την Ελλάδα. Αναπλάθει μνήμες και καταστάσεις, σκιαγραφεί μορφές, κάνει θαυμάσιες φωτογραφικές περιγραφές και ζωγραφικές απεικονίσεις τόπων και γεγονότων, που σε κάνουν να βιώνεις και να ζεις άμεσα το κλίμα των δίσεκτων και δυσβάστακτων εκείνων χρόνων. Παρουσιάζει ρεαλιστικά το στημένο σκηνικό των «συμμάχων», που όφειλαν, κατά τη διαταγή, να τηρήσουν απόλυτη ουδετερότητα και δεν δίστασαν να θυσιάσουν έναν ολόκληρο λαό, με έναν βαρύτατο και σπουδαίο πίσω του πολιτισμό και να τον παραδώσουν, μαζί με τον επίσκοπό του, τον αξιοθρήνητο Σμύρνης Χρυσόστομο, σ’ ένα ανελέητο και φρικιαστικό μαρτύριο. Και όλες αυτές τις φρικαλεότητες οι σύμμαχοι, ψυχροί θεατές, να τις παρακολουθούν μακρόθεν, απαθείς και ατάραχοι πάνω από τα πλεούμενά τους!

Η όλη ιστορία, η πολιτική και στρατιωτική πραγματικότητα της μελανής εκείνης εποχής, εξελίσσεται αργά, πραγματικά σαν παραμύθι, χάρη στη δυναμική και ικανή λογοτεχνική γραφίδα τού συγγραφέα της Παρασκευά Γ. Συριανόγλου, σε μια γλώσσα κομψότατη και ευρηματική, με πλούσιο το σμυρνιώτικο ιδίωμα και άφθονα στοιχεία θεατρικής οικονομίας, εξασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση την ενότητα και το απόλυτο ενδιαφέρον της υπόθεσης. Μέσα από ένα πολυδαίδαλο σχήμα συναρπαστικής και καθηλωτικής αγωνίας και πολλών αλυσιδωτών εκπλήξεων και αιφνιδιασμών, προοδευτικά και μέσα από μιαν εκπληκτική διαδρομή ενθυμήσεων και συγκλονιστικών επεισοδίων και καταστάσεων, η ηρωίδα τού έργου, η Αρετή, η όμορφη κι ευγενική Σμυρνιώτισσα Ρωμιοπούλα, διαγράφει όλη τη δραματική περιπέτεια της ζωής της. Το ενδιαφέρον του θεατή σε όλη την έκταση του έργου διατηρείται αμείωτο και επιτυγχάνονται, θεωρούμε, απόλυτα οι στόχοι του λογοτέχνη.

  Συγχαίρουμε κι ευχαριστούμε θερμά τον φίλο συμπολίτη συγγραφέα κ. Παρασκευά Γ. Συριανόγλου. Είναι άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και τής αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που αποτελεί μια περισπούδαστη, πράγματι, και κεφαλαιώδους σημασίας μελέτη για τον μικρασιατικό ελληνισμό.

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866 * * * Μια δραματική Επιστολή του Ι. Ζυμβρακάκη προς τον Βίκτορα Ουγκώ

 

Βίκτωρ Ουγκώ

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1866

Μια δραματική Επιστολή του Ι. Ζυμβρακάκη

προς τον Βίκτορα Ουγκώ



      ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Και η Κρητική Επανάσταση του 1866- όπως και ο απελευθερωτικός αγώνας του Εικοσιένα- δεν άφησε ασυγκίνητο τον Βίκτορα Ουγκώ (1802-1885) των δικαίων τής οποίας στάθηκε ολόθερμος διαλαλητής. Εργάζεται ακούραστα, γράφει στίχους, κάνει εκκλήσεις προς όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους που μάχονται τη σκλαβιά να ενώσουν τη φωνή τους με τη δική του, που, όσο και αν την υψώνει, χάνεται μέσα στη θριαμβευτική αντάρα της αδικίας. Στηλιτεύει την τακτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τις ατέλειωτες συζητήσεις ανάμεσα στους διπλωμάτες που καταστρώνουν πρωτόκολλα, τη στιγμή που στην Κρήτη σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν, σακατεύουν, ξεκοιλιάζουν γυναίκες, γερόντους και παιδιά.

Γράφει στους ηγέτες του επαναστατημένου λαού της Κρήτης και τους βεβαιώνει ότι δεν θα σταματήσει να βροντοφωνάζει το δίκιο τους, που όποια έκβαση και αν έχει ο ιερός αυτός και ηρωικός αγώνας τους καμιά δύναμη δεν μπορεί να το σβήσει.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης

Η παρακάτω δραματική και βαθιά επώδυνη απάντηση έρχεται προς τον Βίκτορα Ουγκώ από το στρατόπεδο των επαναστατών της Κρήτης και φέρει την υπογραφή του Ι. Ζυμβρακάκη*.

 

« Ήρθε ένας αέρας από την μεγάλη σου ψυχή και στέγνωσε για λίγο τα δάκρυά μας. Στα παιδιά μας είπαμε: πέρ’ από τις θάλασσες υπάρχουν δυνατοί και γενναίοι λαοί, που θέλουν τη δικαιοσύνη και θα σπάσουν τα δεσμά μας. Ανίσως και χαθούμε στην πάλη, ανίσως στους πέντε δρόμους σάς αφήσομε ορφανά, να γυρίζετε στα βουνά με τις πεινασμένες μανάδες σας, αυτοί οι λαοί θα σας κάμουν παιδιά τους και τα βάσανά σας θα τελειώσουν.

Όμως, ανώφελα αγναντεύομε κατά τη δύση. Καμιά βοήθεια δεν μας πρόφτασε. Και τα παιδιά μας είπανε: Μας γέλασαν! Μα ήρθε το γράμμα σου, πολυτιμότερο για μας και από τα καλλίτερα άρματα. Σφραγίζει το δίκαιό μας. Και ξεσηκωθήκαμε, γιατί το ξέραμε το δίκαιό μας αυτό.

Δεν είχαμε την αξίωση εμείς, φτωχοί βουνίσιοι, με λειψά άρματα, να νικήσουμε μοναχοί μας δυο αυτοκρατορίες, την Τουρκιά και την Αίγυπτο, που έπεσαν επάνω μας ενωμένες. Σκοπός μας ήταν να επικαλεστούμε τη δημόσια γνώμη, να κάνουμε έκκληση στις μεγάλες ψυχές, που, όπως εσύ, στέκουν οδηγοί αυτής της δημόσιας γνώμης.

Η υλική δύναμη, χάρη στις επιστημονικές ανακαλύψεις, είναι σήμερα υποχείρια του πολιτισμού. Πριν από τέσσερις αιώνες η Ευρώπη ήταν ανήμπορη μπροστά στους βαρβάρους. Σήμερα ψηφίζει τον νόμο ανάμεσά τους. Έτσι, αν η Ευρώπη το θελήσει, δεν θα υπάρχει πια καταπίεση μέσα στην ανθρωπότητα. Για ποιον λόγο, λοιπόν, αφήνει κοντά στις ιταλικές ακτές, καταμεσής στη Μεσόγειο, τριάντα ώρες μακριά από τη Γαλλία, να υπάρχει ένας τύραννος πασάς;

Αν μπορούσες να ξέρεις την ιστορία τής κάθε μιας από τις φαμίλιες μας, όπως κατέχεις την ιστορία του πολύπαθου νησιού μας, θα ’βλεπες από τη μιαν ως την άλλη άκρη την εξορία, τον διωγμό, τον θάνατο, τον πατέρα να σφάζεται από το μαχαίρι των τυράννων, τη μάνα να τη σηκώνουν από τα παιδιά και να την παίρνουν για την πιο ατιμωτική απ’ όλες τις σκλαβιές, τις αδελφές να τις ατιμάζουν, τ’ αδέλφια να τα αιματοκυλούνε στη γης.

Σ’ αυτούς που μας αφήνουν να υποφέρουμε τόσα βάσανα, μ’ όλο που μπορούσαν να μας σώσουν, τους λέμε μόνον αυτό: δεν κατέχετε, λοιπόν, την αλήθεια;

Εσύ, Ποιητή, είσαι το φως που φωτίζει. Σ’ εξορκίζομε, συνέχισε να φωτίζεις εκείνους που δεν μας ξέρουν, εκείνους που οι απατεώνες τους διαβάλλουν ενάντια στην άγια υπόθεσή μας.

Εσύ, Ποιητή, είσαι ο δημιουργός των λαών, όπως οι τραγουδιστάδες του παλιού καιρού.

Με τα παλιά τραγούδια σου, τ’ «Ανατολίτικα»**, έχεις κιόλας δουλέψει περίτρανα για να φτιαχτεί ο σημερινός ελληνικός λαός. Αποτελείωσε το έργο σου.

Μας λες νικητές. Αλλά με σένα μαζί, ναι! θα νικήσουμε!

Εξ ονόματος του κρητικού λαού και μ’ εντολή των καπεταναίων του νησιού.

Ι. Ζυμπρακάκις*».

 

Ο Β. Ουγκώ υπακούει στη φωνή του κρητικού λαού. Συνεχίζει ακούραστα τον αγώνα του. Απευθύνεται στα έθνη, στους λαούς, στους πνευματικούς ανθρώπους. Εξιστορεί το Αρκάδι, τον ασύγκριτο ηρωισμό τού κρητικού λαού, τις ωμότητες της Τουρκιάς. Και αφού βλέπει πως η Ευρώπη στέκεται κουφή, εξακοντίζει την επίκλησή του στην Αμερική:

 

«Η σκοτεινή εγκατάλειψη ενός λαού στη βία και στον στραγγαλισμό, σε μιαν εποχή με ακμαίο πολιτισμό, είναι ατιμία που θα ξαφνιάσει την ιστορία. Αυτοί που κάνουν αυτό το έγκλημα είναι υπεύθυνοι απέναντι στην παγκόσμια συνείδηση. Οι σημερινές κυβερνήσεις κάνουν την Ευρώπη να κοκκινίζει…

Η προδοσία και η παράδοση της Κρήτης είναι άτιμη πράξη και άτιμη πολιτική. Αργά ή γρήγορα την Κρήτη θα τη λογαριάσουμε ανάμεσα στους ήρωες και πιο πολύ ανάμεσα στους μάρτυρες. Οι ήρωες θριαμβεύουν με τη ζωή, οι μάρτυρες με τον θάνατο. Η Κρήτη πεθαμένη θα έχει την τρομερή ενόχληση του τάφου. Αυτό το πράγμα θα είναι ένα μίασμα παραπάνω στην πολιτική σας. Η Ευρώπη θα έχει δυο Πολωνίες στο μέλλον, τη μια στον βορρά, την άλλη στον νότο. Η τάξη θα βασιλεύει στα σφακιώτικα βουνά, όπως βασιλεύει στη Βαρσοβία και οι βασιλιάδες της Ευρώπης θα ’χουν ευτυχία ανάμεσα σε δυο πτώματα.

Η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν ανήκει αυτή την εποχή στον εαυτό της, ανήκει στους βασιλιάδες. Αυτή την ώρα η Ελλάδα και η Κρήτη δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από την Ευρώπη. Η Ευρώπη πάει προς τα πίσω, αλλά η Αμερική προχωρεί. Η Ευρώπη αρνείται τον ρόλο της, η Αμερική πρέπει να τον πάρει στα χέρια της. Αυτή η παλιά δημοκρατία, η Ελλάδα, πρέπει να πάρει βοήθεια και προστασία από μια νέα δημοκρατία, την Αμερική. Ο Θρασύβουλος ζητά τη βοήθεια του Ουάσιγκτον. Τίποτε δεν είναι πιο μεγάλο. Ο Ουάσιγκτον θα ακούσει και θα πάει!

Στον δέκατο όγδοο αιώνα η Γαλλία ελευθέρωσε την Αμερική. Τι μεγαλόκαρδη ανταποδοτική χειρονομία θα ήταν, η Αμερική να ελευθερώσει την Ελλάδα! Αμερικανοί, έχετε σ’ εμάς ένα μεγάλο χρέος. Ελευθερώστε την Ελλάδα και σας το εξοφλούμε  αυτό το χρέος. Να το πληρώσετε στην Ελλάδα είναι σαν να το πληρώνετε στη Γαλλία».

------------------------------------ 

  Βίκτορος Ουγκώ, Οι Άθλιοι, τ. Β΄ (Η ζωή και το έργο του), εκδόσεις «Παγκόσμια Λογοτεχνία», Αθήναι 1970, 1197- 1199.

* Ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913) ήταν Έλληνας στρατιωτικός του 19ου αιώνα, που έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. 

** Το 1829 ο Βίκτωρ Ουγκώ εξέδωσε τα «Ανατολίτικα» (Οrientales, 1828), ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο φιλελληνισμός του Ουγκώ, που φανερώνεται με το έργο του αυτό, παρέμεινε θερμός και αγνός και δεν άφησε ευκαιρία που να μην εκδηλωθεί από το 1821 μέχρι την Κρητική Επανάσταση του 1866.

Βίκτωρ Ουγκώ * * * Ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής * * * Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

 

Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885)

Βίκτωρ Ουγκώ 

Ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής

Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

 

         ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

    Αυτόν τον καιρό, και για πολλοστή φορά, διεξέρχομαι έργα του μεγάλου ελληνολάτρη ποιητή και πατριάρχη του γαλλικού ρομαντισμού, του φιλελεύθερου διανοητή και κοινωνικού αναμορφωτή της εποχής του, Βίκτορος Ουγκώ (1802-1885). Πάντα, εκ νεότητός μου, το έργο του Β. Ουγκώ με συγκινούσε και με συνάρπαζε απεριόριστα.

    Με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, μου δόθηκε η αφορμή να δημοσιεύσω επανειλημμένα σημειώματα για κρητικά, κυρίως, πολεμικά γεγονότα του «Εικοσιένα». Τώρα, με την εκπνοή των εορταστικών εκδηλώσεων της μεγάλης Επετείου, σκέφτηκα να συμπληρώσω τα σχετικά προς το Εικοσιένα άρθρα μου, συγκεντρώνοντας σε δυο- τρεις συνέχειες κάποια ακόμα στοιχεία που απαντούν και τα συναντούμε συχνά στο έργο του Ουγκώ, και την αναφορά τους έχουν σε μιαν άλλη πτυχή του Μεγάλου Ελληνικού Αγώνα. στον θέμα του Φιλελληνισμού. Και ο Ουγκώ υπήρξε, αναμφισβήτητα, ένας μεγάλος φιλέλλην, αλλά και φίλος και ολόθερμος υπερασπιστής και διαλαλητής της ελευθερίας και των δικαίων όλων των λαών.

Ο μεγάλος φιλέλληνας Λόρδος Βύρων
     Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνος στο Μεσολόγγι ήταν φαίνεται που έδωσε την πρώτη αφορμή στον Ουγκώ, για να μιλήσει ενθουσιαστικά, για να φωνάξει σε όλους τους λαούς για τα δίκαια της Ελλάδας. Και ήταν, τότε, μόλις είκοσι δύο ετών, όταν, ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Εμείς του χρωστούμε βαθιά ευγνωμοσύνη. Έδειξε στην Ευρώπη πως οι ποιητές της Νέας Σχολής και αν δεν λατρεύουν πια τους θεούς της κλασικής Ελλάδας, πάντα, όμως, θαυμάζουν τους ήρωές της. Και λιποτάχτες αν είναι του Ολύμπου, τουλάχιστο ποτέ δεν αποχωρίστηκαν από τις Θερμοπύλες». Και συνεχίζει:

 

          «(…) Ελλάδα του λόρδου Μπάιρον, Ελλάδα του Ομήρου,

          Εσύ γλυκιά μας αδελφή, εσύ δική μας μάνα».

 

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου και οι τρεις συντελεστές της Νίκης

       Ύστερα από τρία χρόνια, στις 20 Οκτωβρίου του 1827, ξεσπά το Ναυαρίνο, η περίφημη εκείνη ναυμαχία μεταξύ του ευρωπαϊκού και του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου, όταν ο τριεθνής στόλος, υπό τους ναυάρχους Δεριγνύ, Κόδριγκτον και Χέυδεν κατατρόπωσε τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο του Ιμπραήμ έξω από το Ναυαρίνο και άνοιξε τον δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν κατά κράτος και αναγκάστηκαν να ελευθερώσουν την Πελοπόννησο από τα στρατεύματά τους. Γύρω στις 6 το απόγευμα, η λιμνοθάλασσα είχε γεμίσει από τα κατεστραμμένα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Δώδεκα φρεγάτες, είκοσι δύο κορβέτες και είκοσι πέντε μικρότερα πλοία είχαν βυθισθεί, ενώ 6.000 άνδρες σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Λέγεται ότι πολλοί από τους πυροβολητές του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ήταν δεμένοι για να μην μπορούν να απομακρυνθούν. Έτσι, όταν τα πλοία τους βυθίζονταν, όλοι συμπαρασύρονταν μαζί τους στον βυθό και πνίγονταν. Οι σύμμαχοι, αντίθετα, έχασαν μόλις 172 άνδρες, ενώ οι τραυματίες ανήλθαν σε περίπου 500. Δύο πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς και αρκετά υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες.

Στο ομώνυμο τραγούδι του Ουγκώ, το Ναυαρίνο είναι η πόλη με τα γραμμένα σπίτια, η χρυσοθόλωτη ή σαν εμψυχωμένη λευκή Ναυαρίνα. Οι δυο ουγκικές Ελλάδες και οι δυο ρομαντικά καταστόλιστες, η Ελλάδα του Ομήρου και η Ελλάδα του Μπάυρον, δισυπόστατη θεότητα, χορεύουν πάνω στα συντρίμμια των τουρκοαιγυπτιακών καραβιών. Ο Βίκτωρ Ουγκώ εκφράζει τη χαρά και ικανοποίησή του για την καταστροφή του στόλου των Τούρκων και λυπάται που ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877), που είναι και ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, δεν ήταν εκεί για να το απολαύσει. Γιατί το «Ναυαρίνο» του Β. Ουγκώ με τον Κανάρη αρχίζει και με τον Κανάρη γεμίζει:

«Κλάψε, Κανάρη, εσύ ο λαίλαπας των πελάγων να βρεθείς μακριά από το Ναυαρίνο, εκατόν είκοσι εχθρικά καράβια να χαθούν χωρίς εσένα, να μην καούν από Σένα!». Και συνεχίζει:

«Αλλά παρηγορήσου, Κανάρη, η Ελλάδα σου είν’ ελεύθερη! Ελλάδες του Ομήρου και του Μπάυρον, εσύ η αδελφούλα μας και η μάννα μας εσύ, ψάλλετε, ανίσως η πικραμένη σας φωνή δεν έχει σβήσει από τα γοερά σας ξεφωνητά! Καημένη Ελλάδα, ήσουν τόσο ωραία και δεν σου ταίριαζε να ’σαι μέσα στο μνήμα!».

Και αφού ο Ποιητής μάς ζωγράφισε στο «Ναυαρίνο» πανηγυρικά τον γενικό χαλασμό του εχθρού, ξαναγυρνά νοσταλγικά στο κατανυκτικό του μοιρολόγι. Το θέμα τού το δίνει η σπαραγμένη κι αιματοκύλιστη Ελλάδα:

«Ω! Νικήσαμε! Ναι η Αφρική ηττήθηκε. Τον ψευδοπροφήτη κάτω απ’ τα πόδια του ο αληθινός Θεός πατά... Για πολύ καιρό οι λαοί έλεγαν: «Ελλάδα»! Ελλάδα! Ελλάδα! Πεθαίνεις. Φτωχέ, απελπισμένε λαέ, στους πύρινους μέσα ορίζοντες μέρα με τη μέρα ξεψυχάς. Του κάκου, για να σε γλιτώσουμε, δοξασμένη κι αγαπημένη πατρίδα, ξυπνούμε τον κοιμισμένο στον άμβωνά του ιερέα, του κάκου ζητιανεύουμε έναν στρατό για σένα από τους βασιλιάδες μας. Οι βασιλιάδες μας όμως κουφοί, οι άμβωνές μας σιωπηλοί. Το όνομά σου δεν ζεσταίνει πια παρά μόνο τις καρδιές των ποιητών! Ένας λαός είναι καρφωμένος στο σταυρό, τι σημασία έχει, αλίμονο, σε ποιο σταυρό! Ως και οι θεοί σου φεύγουν! Παρθενώνες, Προπύλαια, τείχη ελληνικά, κόκκαλα από τις πολιτείες σου τις κολοβωμένες, όπλα γίνεστε στα χέρια των απίστων! Αλλ’ ας γίνει τώρα ο θρήνος μας περίχαρο ανάκρουσμα! Ο παλιωμένος κολοσσός, ο Τούρκος, πάει, ξαναστριμώχνεται στην Ανατολή, η Ελλάδα είναι ελεύθερη και μέσα από το μνήμα του ο Μπάιρον χειροκροτεί το Ναβαρίνο».    

       Η υπόθεση της Ελλάδας, στο ποίημα «Ναυαρίνο», παρουσιάζεται «υπεράνω πολιτικής». Καταδικάζεται η αδιαφορία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και της Παπικής Εκκλησίας, ενώ τονίζεται το καθήκον συμπαράστασης των Γάλλων προς τους Έλληνες, η περηφάνια τους για τη συμμετοχή τους στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου, σύμφωνα με τον στίχο του Ουγκώ, «όταν η Γαλλία μπαίνει στη μάχη, η τύχη αλλάζει» για την Ελλάδα.

Η αδελφική έξαρση και ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα χαρακτηρίζουν τον Ουγκώ στο ποίημά του, όπως και τους περισσότερους ποιητές και διανοούμενους της εποχής, και καταγράφονται σε δυνατούς μαχητικούς τόνους. Πρωτοστατούν τα επαναστατικά ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης και κυρίως η αρχή της ελευθερίας, ριζωμένης στη συλλογική μνήμη του 19ου αιώνα.