ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ *** Η Κρητική Διάλεκτος πολύτιμο εργαλείο παραγωγής γνήσιου κρητικού λόγου και πολιτισμού *** Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Παλαιινές κρητικές κουβέντες» της Ευγενίας Ζαμπετάκη *** Λαϊκοί Ερευνητές και Λεξικά της Κρητικής Διαλέκτου

 

ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

               www.ret-anadromes.blogspot.com

Η Κρητική Διάλεκτος πολύτιμο εργαλείο παραγωγής γνήσιου κρητικού λόγου και πολιτισμού

Λαϊκοί Ερευνητές και Λεξικά της Κρητικής Διαλέκτου

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο «Παλαιινές κρητικές κουβέντες» της Ευγενίας Ζαμπετάκη


(Εισήγηση του Κ. Η. Παπαδάκη στην Ημερίδα για την "Κρητική Διάλεκτο", του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ρεθύμνης, Σεπτέμβριο 2020)

 

1. Ταπεινό κεράκι στη μνήμη της 

    Τρεις μήνες πριν την προλάβει ο θάνατος, η αείμνηστη Ευγενία Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη, η πολύ αγαπητή στην πόλη μας συνταξιούχος δασκάλα, γνωστή και από το βραβευμένο μυθιστόρημά της ο «Σχιστομάτης Άγγελος» και το λαογραφικό βιβλίο της «Συνάντηση με την παράδοση, Αληθινές ιστορίες», με είχε πάρει τηλέφωνο και μου ζήτησε να της παρουσίαζα το παρόν βιβλίο, με τον τίτλο «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες», που, μόλις, τις μέρες εκείνες, είχε γνωρίσει το φως της δημοσιότητας.

Πριν από έξι περίπου χρόνια, παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον από τις στήλες τής έγκριτης τοπικής εφημερίδας «Ρέθεμνος», τα ηθογραφήματα και τις λοιπές κρητικές ιστορίες που η εν λόγω δασκάλα παρουσίαζε τακτικά, ανά εβδομάδα, με τον ίδιο γενικό τίτλο: «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες». Ο ενθουσιασμός μου από τα ηθογραφήματα εκείνα που άγγιζαν χώρους της επιστήμης που με ενδιαφέρουν και ιδιαίτερα με συγκινούν, δηλαδή την κρητική διάλεκτο και λαογραφία δεν μπορούσε να με αφήσει αδιάφορο και της έκανα, δια του Τύπου, μια θερμότατη κριτική και της πρότεινα, μάλιστα, τότε, τα όμορφα αυτά «κρητικά διηγήματα» σύντομα να αποτελέσουν το σώμα ενός πολύτιμου βιβλίου, αφιερωμένου στην κρητική διάλεκτο και τον κρητικό λαϊκό μας πολιτισμό[1]. Η κριτική αυτή είναι γεγονός ότι κατασυγκίνησε την Ευγενία Ζαμπετάκη. Όταν, λοιπόν, τα ηθογραφήματά της αυτά γνώρισαν, πράγματι, το φως της δημοσιότητας με τη μορφή του παρόντος βιβλίου, λίγους, μόλις, μήνες πριν από τον θάνατό της, πρόλαβε- όπως προανέφερα- και μου εξέφρασε, τηλεφωνικά, την επιθυμία της να της τα παρουσίαζα και πάλι, όμως ως βιβλίο, πλέον, και «διά ζώσης» φωνής και όχι διά του Τύπου. Την επιθυμία αυτήν της αείμνηστης Ευγενίας, λίγο πριν μας αποχαιρετήσει για την άλλη ζωή, εκπληρώνουμε σήμερα με την ανακοίνωσή μας αυτήν, ταπεινό κεράκι στη ιερή μνήμη της!     

 

2.  Ευγενίας Ζαμπετάκη: «Παλαιινές Κρητικές Κουβέντες»                                                    

Τα εν λόγω ηθογραφήματα τής αείμνηστης δασκάλας είναι γεγονός ότι διαβάζονται πολύ ευχάριστα και με εξαιρετικό ενδιαφέρον, λόγω, κυρίως, της θεματικής τους, που αφορά στις δυσκολίες και στα προβλήματα της καθημερινής ζωής, στα γιορτινά έθιμα, στον πολιτισμό και στις παραδόσεις των Κρητικών, κυρίως της υπαίθρου, σε μιαν εποχή που οι παλαιότεροι τη θυμόμαστε, από τότε, από τα παιδικά μας χρόνια, με πολλήν, ομολογουμένως, αγάπη και νοσταλγία.

Έτσι, διηγήσεις, λαογραφικού, κυρίως, ενδιαφέροντος, που αποτυπώνουν εναργώς και με κάθε δυνατή λεπτομέρεια την κάθε πτυχή τής ζωής τού υλικού, πνευματικού και κοινωνικού βίου των παλαιινών Κρητικών, παρελαύνουν ζωντανά, μπορώ να πω «εικονιστικά» και συχνά με αυθόρμητο χιούμορ, αρκετή σάτιρα και άκακη ειρωνεία, μέσα από τις ιστορίες τής αείμνηστης Ευγενίας Ζαμπετάκη, μαζί με τον πολυτίμητο θησαυρό τής κρητικής διαλέκτου, διά της οποίας και μόνο μπορούσε όλα αυτά να τα εκφράσει κατά τρόπο γνήσιο και αυθεντικό. οι δουλειές του σπιτιού, η ρόκα, ο αργαλειός, το άναμμα της φωτιάς, η μεταφορά του νερού από τη βρύση, η δημιουργία σαπουνιού και σχοινιών και οι συνταγές της παλιάς κρητικής γαστρονομίας αποτελούν μερικά από τα θέματα του βιβλίου. Επίσης, τα παραδοσιακά επαγγέλματα (του βοσκού, του αγρότη, του τυροκόμου και του μυλωνά), οι παλιές φάμπρικες, οι αλευρόμυλοι και τα μαντριά, τα ήθη και οι παραδόσεις στις διάφορες θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και εορτές (τα έθιμα του γάμου, της γέννας, της βάφτισης και του θανάτου, τα λαμπριάτικα και τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα), οι αγαθοσύνες και οι (κουτο)πονηριές των παλιών κρητικών, οι πικάντικες και ιδιόμορφες ιστορίες που σκαρφίζονταν, αλλά και τα όμορφα αστεία τους, οι μαντινάδες, με τις οποίες ύμνησαν τη ζωή και τον έρωτα, και τα ασυναγώνιστα καθημερινά «καμώματά» τους, παρελαύνουν ολοζώντανα από τις σελίδες του όμορφου αυτού βιβλίου, μέσα στον χώρο και τον χρόνο που συμβαίνουν, στις εξοχές και στα χωράφια ή στις εορτές και στα πανηγύρια στην πλατεία της εκκλησίας ή του χωριού, σε διαλεκτική, συνήθως, μορφή και με όμορφους, χαρίεντες και πνευματώδεις διαλόγους. Ο λόγος τους, περαιτέρω, είναι εξαιρετικά ώριμος και απαιτητικός, τα ερμηνευτικά δε σχόλια, υπό μορφήν «Λεξιλογίου», στο τέλος του βιβλίου, εξαιρετικά κατατοπιστικά και χρήσιμα και η εξήγηση των άγνωστων λέξεων τού κρητικού λόγου ακριβής και ουσιαστική.

Η εργασία, λοιπόν, της Ευγενίας Ζαμπετάκη έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού σκοπός της είναι να περισώσει, στο μέτρο του δυνατού, πολιτιστικά και γλωσσικά στοιχεία, λέξεις και φράσεις του καθημερινού βίου και πολιτισμού της Κρήτης, που κινδυνεύουν να αφανιστούν οριστικά, μέσα στον κατακλυσμό των σύγχρονων πολιτιστικών ρευμάτων και εξελίξεων, καθόσον οι φορείς τους, γέροντες, πλέον, είναι οι τελευταίοι που τα χρησιμοποιούν και, οσονούπω, «αποχαιρετούν» και αυτοί τη ζωή, όπως μας αποχαιρέτησε πρόσφατα και η αγαπητή Ευγενία Ζαμπετάκη, η θαυμάσια αυτή και «κεδνή οἰακοστρόφος» (Αισχύλος) της κρητικής μας λαλιάς και των παραδοσιακών του τόπου μας αξιών, ηθών και εθίμων.

 

3.    Η γλωσσική συνέχεια της Κρητικής Διαλέκτου     

                                           

Αξίζουν, θεωρώ, πολλών συγχαρητηρίων και ευχαριστιών άνθρωποι τής εποχής μας- όπως η αείμνηστη Ευγενία Ζαμπετάκη- που αναλαμβάνουν, με τις «ειδικές» γνώσεις που διαθέτουν από τα παλαιινά, μέσα από τη ζωή και τις αναμνήσεις τους από τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό, να μας εισαγάγουν και να μας μυήσουν στον παλαιό κρητικό πολιτισμό και στην κρητική λαλιά, που εξέθρεψαν τους γονείς και τους προγόνους μας. Γιατί είναι γεγονός ότι μόνο τέτοιοι γνήσιοι και βέροι στην καταγωγή τους Κρητικοί και μάλιστα γέννημα θρέμμα του χωριού και της κρητικής υπαίθρου, μπορούν να διαθέτουν αυτήν την ασφαλή και βέβαιη γνώση της κρητικής διαλέκτου και του λαϊκού της Κρήτης πολιτισμού και σε αυτούς μόνο μπορεί να στηριχθεί η διάσωσή τους. «Ο χώρος του χωριού», έλεγε ο Κωστής Φραγκούλης, «υπήρξε εκείνος που μου έδωσε, μπορώ άνετα να πω, την έμπνευση, όπως και η επαρχία γενικότερα. Οι πρώτες-πρώτες παιδικές μου αναμνήσεις είναι όλες από το χωριό, σε σημείο που νόμιζα ότι πέρα από το Σκινοσέλι, τα όρια του χωριού μου, δεν υπήρχε άλλη Κρήτη».

Ανασταίνοντας οι Κρητικοί αυτοί το περιβάλλον- γλωσσικό και φυσικό- μέσα στο οποίο έζησαν και δημιούργησαν οι παλαιινοί μας, τους ανασταίνουν και αυτούς τους ίδιους. Διατηρούν τη θύμησή τους δυνατή και διασώζουν την πολιτιστική μας κληρονομιά σε μορφές γλώσσας και ζωής που «τραβάνε» κατ’ ευθείαν από τις ρίζες μας, στον Βυζαντινό, κυρίως, αλλά και στον αρχαίο ελληνικό και πιο πέρα, ακόμα, στον ομηρικό πολιτισμό. Γιατί, όπως υποστηρίζουν πολλοί νεότεροι της ελληνικής γλώσσας μελετητές, η  κρητική διάλεκτος είναι γεγονός ότι στο λεξιλόγιό της διατηρεί την αρχαϊκότερη μορφή ενός μεγάλου αριθμού λέξεων και ακόμα ότι πολλές λέξεις των ομηρικών επών- που δεν μαρτυρούνται στην αττική πεζογραφία- έχουν επιβιώσει στην κρητική διάλεκτο[2].

Η πραγματικότητα αυτή και η δύναμη της προγονικής συνέχειας συνέτεινε, θεωρώ, ώστε η Κρητική Διάλεκτος να επιβληθεί, τελικά – και παρά τους επηρεασμούς, που, φυσικό είναι, και αυτή ως ζωντανός οργανισμός ανά τους αιώνες να υπέστη –σε όλους τους κατακτητές τής Κρήτης (Άραβες, Βενετσιάνους και Τούρκους) και, μάλιστα, κάποιοι από αυτούς τους τελευταίους να φύγουν, στο διάστημα 1866- 1897[3], ως Κρήτες μουσουλμάνοι (διά της βίας εξισλαμισθέντες), με βασικό γλωσσικό τους εφόδιο την κρητική διάλεκτο, που τη μιλούσαν, αποχωρώντας, σαν μητρική τους γλώσσα και την οποία συνεχίζουν και σήμερα να μιλούν (μετανάστες τρίτης έως και πέμπτης γενιάς) στην καθημερινότητά τους στο μακρινό, για παράδειγμα, Χαμιντιέ της Συρίας και στις παραλιακές περιοχές της Τρίπολης και του βορείου Λιβάνου, καθώς, επίσης, και στη Σμύρνη, στα Μοσχονήσια και στα Άδανα της Τουρκίας από άλλους μουσουλμανικούς κρητικούς πληθυσμούς όπου μεταφέρθηκαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το έτος 1923.

Όλοι μπορούμε να διαγνώσουμε την αλήθεια αυτήν της γλωσσικής συνέχειας, στην περίπτωση της κρητικής διαλέκτου, μέσα από λέξεις και φράσεις σαν και τις παρακάτω, που τις ανευρίσκουμε άφθονες στα συγκεκριμένα «Κρητικά διηγήματα» τής Ευγενίας Ζαμπετάκη, τις οποίες επεξηγώ έτι περαιτέρω με τη βοήθεια κρητικών λεξικών και μάλιστα του ερμηνευτικού Λεξικού τού Αντώνη Ξανθινάκη (μοναδικού για το δυτικό κρητικό ιδίωμα), για να φανεί καθαρότερα η αρχαιοελληνική δομή και «ταυτότητα» τού κρητικού λόγου:

αποδιαφώτιστα (επίρρ.) από (στερ.) + διά- φωτίζω (= πριν φέξει, αξημέρωτα),

πορεύ(γ)ομαι [θαυμάσια αρχαιοπρεπέστατη «κρητικοπούλα» (κατά τον αείμνηστο Μιχάλη Καυκαλά) λέξη μέσα στη φράση «και πώς θα  π ο ρ ε υ τ ο ύ μ ε  το χειμώνα» (= πώς θα συντηρηθούμε, πώς θα τα βγάλουμε πέρα)],

βοτανίζω [= βγάζω τα άγρια χόρτα (προσηγορ. βότανο+ παραγ. κατάλ. –ιζω)],

μια μονοχερέ ρύζι (= τόσο ρύζι όσο χωρεί στη μια φούχτα),

την αποδέλοιπη μέρα (= την υπόλοιπη μέρα) πρόθ. από + μσν. αντων. δε- λοιποί < από τη φρ. οι δε λοιποί (συνων. απολειμάροι),

είντα λογάσαι (αρχ. ρ. λογίζομαι),

έτσα ζάβαλε είν’ η ζωή μας στα χωριά,

βατταλαλώ (πβ. το ευαγγελικό βαττολογέω )= φλυαρώ (συμφυρμός αρχ. βαττο- λογώ +λαλώ),

ξελειξίδι= λειχουδιά (αρχ. λείχω= γλείφω)

ασφεντουρώ (-ίζω)< ασφεντόνα (σφενδόνη) + ουρ-ά + κατάλ. – ίζω

παραστιά (αρχ. εστία), άλλη κρητικοπούλα λέξη, που σημαίνει το τζάκι

Και να σημειώσουμε, στο σημείο αυτό, ότι όλο το παραπάνω λεξιλόγιο είναι «μέρος» ενός (!) μόνο διηγήματος τής αείμνηστης Ευγενίας Ζαμπετάκη, με τον τίτλο: «Η φρισοκεφαλή» [δημοσίευση: «Ρέθεμνος» (10/8/2013) ή σελ. 74-75 του βιβλίου της, δηλαδή σε δύο μόλις σελίδες ενυπάρχει όλος αυτός ο αρχαιοελληνικός πλούτος (!)]…

 

4. Η Κρητική Αναγέννηση

 

Η πλούσια, περαιτέρω, λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης ανά τους αιώνες φανερώνει ότι- πέραν των απλών αυτών διηγήσεων στη μορφή των «παλαιινών κρητικών κουβεντών», για τις οποίες μέχρι στιγμής ο λόγος[4]- υπάρχει και ένα άφθονο και σοβαρό λογοτεχνικό υλικό από τα χρόνια της Κρητικής Αναγέννησης, που κορυφώνεται από το 1571 ως το 1669  (λίγο πριν την άλωση του Ηρακλείου από τους Οθωμανούς). Αυτό, φυσικά, το υλικό μπορεί να φανεί χρησιμότατο στη διδασκαλία της Κρητικής Διαλέκτου, δεδομένου ότι οι ποιητές της περιόδου αυτής χρησιμοποιούν την ομιλούμενη κρητική διάλεκτο εντελώς καθαρμένη από μεσαιωνικά κατάλοιπα ή άλλα λόγια γλωσσικά στοιχεία· η κρητική διάλεκτος υψώνεται, τότε, σε μια γλώσσα λογοτεχνική, κομψή και ικανή να αποδώσει και τις λεπτότερες αποχρώσεις του ποιητικού λόγου και στοχασμού, καθιστάμενη σε μια γλώσσα διαμορφωμένη με καλλιτεχνική βούληση και αξία. Ίσως ποτέ άλλοτε στη νεοελληνική λογοτεχνία η δημοτική γλώσσα δε γράφτηκε με τόση συνέπεια και καθαρότητα[5].

Έτσι, στην κρητική διάλεκτο γράφτηκαν εξαιρετικά σημαντικά έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας και εξελίχθηκε, με τον καιρό, σε γλώσσα λόγια και σπουδαία μέσα από την ποίηση του Κορνάρου και του Χορτάτση, καθώς και μέσα από το περιώνυμο κρητικό θέατρο[6] αλλά και τα λαϊκά εκείνα τετράστιχα, τις περίφημες κρητικές μαντινάδες, των οποίων η θεματολογία μπορεί να εμφανίζεται με σκωπτική μέχρι και βαθιά φιλοσοφική διάθεση, πλεγμένες «με ωριόπλουμες και μοσχομύριστες λέξεις της μπαινάμικης (=πολυπαινεμένης) κρητικής διαλέκτου, πάνω στις οποίες καθάρια και αμάλαγη καθρεφτίζεται αυτή η ίδια η Κρήτη»:

 

   Η κάθα λέξη κρητική και μνια καταβολάδα

   Και στο μπαξέ τση Κρήτης μας αθεί η μαντινάδα

   Στη μαντινάδα ολοντίς η Κρήτη λέει ναίσκες,

   Που κάνει αόρη σόπατα και ξέβγορα τσι λέσκες.

 

                                       (Κωστής Λαγουδιανάκης)

 

«Στη ραγδαία υποχώρηση– εξαφάνιση του κρητικού λόγου μόνο καταφύγιό του απέμεινε, διακηρύσσει ο Κωστής Φραγκούλης, αυτό το τελευταίο, η κρητική μαντινάδα. Στο κάστρο αυτό έχει περιχαρακωθεί κι αμύνεται απεγνωσμένα, για να σωθεί. Ας μη βρεθεί κανένα προδοτικό χέρι ν’ ανοίξει την κερκόπορτα ή να κατεδαφίσει τα τείχη, για να μπει ο αλλόγλωσσος Δούρειος Ίππος που έχει αποτεθεί έξω από την πύλη».

   Ο περίφημος, πάλι, «Ερωτόκριτος», το γνωστό έμμετρο μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου, ο εξαίρετος αυτός ύμνος του έρωτα και της αρετής, με την άψογη στιχουργία και την ισορροπημένη ποιητική γλώσσα, που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην ιστορία της νεοελληνικής παράδοσης και λογοτεχνίας (η ανάλυση του οποίου πρόκειται- όπως μαθαίνουμε- να απασχολήσει και τους φοιτητές της κυρίας Μαρίνας Τζακώστα, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης), γράφτηκε στο γνήσιο Κρητικό ιδίωμα τής Ανατολικής Κρήτης και σε μια γλώσσα αστραφτερή, γάργαρη και φωτεινή, που ξαφνιάζει. Με τη γλώσσα αυτήν του Ερωτόκριτου «ζυμώθηκαν», για αιώνες πολλούς, γενεές- γενεών των Κρητικών, που πολλοί, μάλιστα, μέχρι και τα τελευταία χρόνια εμάς των παλαιότερων, τον είχαν, κυριολεκτικά, αποστηθίσει απ’ αρχής μέχρι τέλους.

Τα έργα, λοιπόν, αυτά δεν είναι δυνατόν να τα διανοηθούμε μεταφρασμένα στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, γιατί, αυτόματα, θα χάσουν όλη τη φυσικότητα και την αυθεντική ομορφιά και φρεσκάδα που διαθέτουν και, γιατί όχι, και αυτήν την έμφυτη κρητική ευγένεια και λεβεντιά τους, την κρητική τους «πρεπιά». Θα συμβεί, δηλαδή, κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει μεταφράζοντας τον Όμηρο και τους αρχαίους στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα. Οπότε, κατά λογική συνέπεια, χρειάζεται η ύπαρξη της Κρητικής Διαλέκτου σε διδακτέα μορφή, προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση σε αυτήν και δυνατότητα εκμάθησής της από τους νεοτέρους και, μάλιστα, σε μιαν (δυνητικά) εποχή που θα έχουν, πλέον, παύσει να υπάρχουν οι «φυσικοί» αυτής ομιλητές, ώστε να είναι δυνατή η φυσική εκμάθηση και κατανόησή της.

Στην εν γένει προσπάθεια διάσωσης της κρητικής διαλέκτου πολύ μεγάλη, είναι γεγονός, κρίνεται η συμβολή των Κρητικών της διασποράς, μέσω των κατά τόπους συλλόγων και σωματείων τους και σε αυτό, προφανώς, συντελεί και το αίσθημα της νοσταλγίας που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την ψυχολογία του απόδημου Κρητικού[7].

 

5.                       Οι λαϊκοί ερευνητές της Κρητικής Διαλέκτου

 

Όπως, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε- και το αφήσαμε αυτό, ήδη, πλέρια να διαφανεί, με αφορμή την περίπτωση της δασκάλας Ευγενίας Ζαμπετάκη- ένα μεγάλο μέρος της διάσωσης της Κρητικής Διαλέκτου το κρατούν στα χέρια τους άνθρωποι τέτοιοι, όπως η μακαρίτισσα η Ευγενία Ζαμπετάκη, άνθρωποι, δηλαδή, απλοί και χωρίς ειδικές γλωσσολογικές σπουδές και γνώσεις, που, όμως, ως ετεοί (=γνήσιοι) και βέροι Κρητικοί από γενετής μυήθηκαν, πίνοντας από το αγνό νερό της βρυσομάνας, στην κρητική διάλεκτο και ντοπιολαλιά και γνωρίζουν «εκ των έσω» να τη χρησιμοποιούν και να εκφράζουν σε αυτήν με τρόπο αυθεντικό και βέβαιο τα διανοήματά τους.

Έτσι, αν προσέξουμε ένα εξαιρετικά σπουδαίο υλικό, αυτήν τη στιγμή, στην Κρητική Διάλεκτο, που αφορά, ειδικά, στον χώρο της Λεξικογραφίας οφείλεται σε αυτούς τους ανθρώπους, που, χωρίς ειδικές γλωσσολογικές γνώσεις και σπουδές και με μοναδικό εφόδιό τους την αγνή και άδολη αγάπη τους προς τη γλώσσα των πατέρων τους και τον τόπο καταγωγής τους, ασχολήθηκαν σοβαρά με τη μελέτη του παλαιινού της Κρήτης πολιτισμού και, μάλιστα, της γλώσσας της με θαυμαστά, σε όλες τις περιπτώσεις, αποτελέσματα στον τομέα, κυρίως, της περισυλλογής γλωσσικού υλικού . ο Μανώλης Πιτυκάκης, για παράδειγμα, στην Ανατολική Κρήτη, ήταν, εν ζωή, αξιωματικός της Χωροφυλακής, επίσης ο Αντώνης Τσιριγωτάκης ανώτερος υπάλληλος του ΟΤΕ, αλλά και ο Γεώργιος Πάγκαλος, ένας απλός φιλόλογος. Το ίδιο και ο Ιδομενέως αλλά και ο φιλόλογος Αντώνης Ξανθινάκης, το λεξικό του οποίου - με τη γλωσσολογική, εδώ, επιμέλεια του γλωσσολόγου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη- κατέστη ένα, επίσης, μοναδικό θησαύρισμα του λεξιλογικού πλούτου της Δυτικής Κρήτης. Το ίδιο συμβαίνει και με το σύνολο, σχεδόν[8], και των λοιπών λεξικογράφων της Κρητικής Διαλέκτου, τον Ιδομενέα Παπαγρηγοράκη από τα Χανιά, που ήταν ανώτερος υπάλληλος του ΟΤΕ[9], τον Γεώργιο Αποστολάκη από το Μονοφάτσι Ηρακλείου[10], τον Γιάννη Κριτσωτάκη[11], τον Νίκο Γαρεφαλάκη[12] και τον Αλέκο Δαριβιανάκη[13].

Μεγάλοι, επίσης, πέραν των παραπάνω, εραστές και εξαίρετοι γνώστες της Κρητικής Διαλέκτου και, εν γένει, του πολιτισμού της Κρήτης, υπήρξαν, μεταξύ άλλων, τόσο ο Γεώργιος Ψυχουντάκης- ο οποίος με γνώσεις δύο ή τριών, μόλις, τάξεων του Δημοτικού Σχολείου του χωριού του, της Ασή Γωνιάς Αποκορώνου, έκανε τις περίφημες εκείνες μεταφράσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην κρητική διάλεκτο- ο ρεθεμνιώτης γιατρός Μιχάλης Καυκαλάς, στιχουργός και γερός μελετητής και γνώστης της κρητικής διαλέκτου και ο Κωστής Φραγκούλης (“Ανταίος”), που- απόφοιτος, αυτός ο τελευταίος, του Δημοτικού Σχολείου του χωριού του- συνέβαλε εξαιρετικά στη λογοτεχνική ανάδειξη της Κρητικής Διαλέκτου, ενώ σημαντικό θεωρώ και το εν γένει μαντιναδολογικό έργο και κάποιων γνωστών μαντιναδολόγων, όπως, για παράδειγμα, του προαναφερθέντος Κωστή Λαγουδιανάκη, που τόλμησε να «ξομπλιάσει» «Τα ναμουντάνικα χωργιά», 1430 μαντινάδες, μια για κάθε χωριό, από τα 1430- όπως τα καταμέτρησε ο ίδιος- χωριά της Κρήτης (!), (Ηράκλειο 2009).

 Μετά από όλα αυτά, πολύ σωστά μιλά στη σημερινή ανακοίνωσή του ο κ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης και αναφέρεται σε ένα «ενοποιημένο» Λεξικό της Κρητικής Διαλέκτου, με την έννοια, προφανώς, τα υπάρχοντα πολλά λεξικά να συμπτυχθούν και συνενωθούν σε «ένα» με την βοήθεια, βέβαια, σε αυτό το τελευταίο, των Γλωσσολόγων μας και της επιστήμης της Γλωσσολογίας. Έτσι, θα αναδειχθούν, προφανώς, καλύτερα και τα υπάρχοντα, ήδη, λεξικά των παραπάνω «λαϊκών» (ας τους ονομάσουμε έτσι[14]) της κρητικής γλώσσας ερευνητών, χωρίς, παράλληλα, να χάσουν την αξία τους.  

Την πίκρα τους όλοι οι προαναφερθέντες «λαϊκοί ερευνητές» και την αγωνία τους που έβλεπαν την αγαπημένη τους κρητική ντοπιολαλιά να χάνεται από το στόμα και αυτών των τελευταίων κρητικών και χιλιάδες «κρητικοπούλες» λέξεις (Καυκαλάς) να οδεύουν ανεπιστρεπτί προς τον θάνατο και τον αφανισμό, τη μετέτρεψαν σε βαθιά αγάπη κι ενδελεχή έρευνα και μελέτη του γλωσσικού και λαογραφικού πλούτου της κρητικής διαλέκτου, έχοντας κατά νουν τον λόγο του μεγάλου αυστριακού φιλοσόφου Ludwig Wittgenstein ότι «τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου» (κατά πώς, παραπάνω, το εννοούσε και ο δικός μας ο Κωστής Φραγκούλης). Χωρίς, λοιπόν, ειδικές επιστημονικές γνώσεις, θαυμάζοντας, όμως, τον θησαυρό και την αξία που είχαν στα χέρια τους, το επιχείρησαν και κατάφεραν να «περιμαζέψουν» και να διασώσουν τη συμπυκνωμένη θυμοσοφία των εναπομενόντων διαλεκτοφώνων, που κέντριζε έντονα το γλωσσοσυλλεκτικό τους ενδιαφέρον.

Ως προς τη συλλογή και επεξεργασία των λημμάτων- όπως ειδικότερα, και σε ανύποπτο χρόνο, με πληροφόρησε ο καλός φίλος και λεξικογράφος από τον Πύργο Μονοφατσίου, Αντώνης Τσιριγωτάκης- κατά κανόνα όλοι τους συμβουλεύονταν ηλικιωμένους διαλεκτόφωνους, περιτρέχοντας, συχνά, μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις, προκειμένου να φθάσουν στα χωριά τους και να τους συμβουλευθούν και να γίνουν αυτήκοοι μάρτυρες αυτών και της γνήσιας κρητικής διαλέκτου. Συμβουλεύονταν, επίσης, λεξικά αρχαίων ρημάτων και λοιπά γλωσσικά εγχειρίδια και βοηθήματα, καθώς και άλλα ξενόγλωσσα λεξικά (κυρίως της Τουρκικής, της Ιταλικής και Αραβικής γλώσσας), στο μέτρο  πάντα των δυνάμεών τους και παράλληλα με την προσωπική βιωματική τους γνώση και εμπειρία.

Παρατηρούμε, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω λαϊκοί λεξικογράφοι συχνά- επιχειρώντας την ερμηνεία κάποιων λέξεων της κρητικής διαλέκτου (όπως τρύγος, αλώνισμα, αρδάχτι, άλεσμα κ.λπ)- θησαυρίζουν ταυτόχρονα και μιαν εξαιρετικά πολύτιμη σωρεία πληροφοριών γι’ αυτές τις παλαιινές αγροτικές εργασίες, αλλά και για διάφορα αντικείμενα (αρδάχτι κ.λπ.) λαογραφικού ενδιαφέροντος, άγνωστες στον σημερινό αναγνώστη και εξαιρετικά χρήσιμες στους ερευνητές τής κρητικής Λαογραφίας και Ιστορίας, ενώ, περαιτέρω, προκειμένου να δείξουν τη χρήση στον καθημερινό λόγο ορισμένων ιδιωματικών λέξεων της κρητικής διαλέκτου, καταφεύγουν, συχνά, και στη χρήση πλήθους κρητικών αινιγμάτων, παροιμιών, μαντινάδων, δημωδών ασμάτων και λοιπών στερεότυπων φράσεων.  

Το πόσο ενθουσιάζουν όλα αυτά τους «λαϊκούς» ερευνητές της κρητικής διαλέκτου θα το γενικεύσω, και πάλι, στην περίπτωση του φίλου Αντώνη Τσιριγωτάκη (γιατί θεωρώ ότι κάπως έτσι όλοι τους εργάζονται). Θυμάμαι την τελευταία φορά που τον συνάντησα στον Πύργο Μονοφατσίου, όπου είχα πάει για μιαν ομιλία μου. Καθώς ο Αντώνης με πλησίαζε, για να με χαιρετήσει, μού έδινε ασυναίσθητα και μια πρώτη ιδέα, ένα πρώτο δείγμα της γλωσσικής έρευνας που τη στιγμή εκείνη τον κατέτρωγε και τον απασχολούσε: «Κακώς, Κώστα, μου λέγει, έχει περάσει η λέξη “το ρακί” σε πολλά λεξικά. Γιατί ποτέ δε λέγει ο κρητικός “έλα να πιούμε ένα ρακί”, “αλλά έλα να πιούμενε μια ρακή” ή “έλα να πιούμε μια”, χωρίς το προσηγορικό ρακή ή “κέρασέ τονε μια (ενν. ρακή)”».

Έτσι, ναι! κάπως έτσι δουλεύουν οι «λαϊκοί» αυτοί της γλώσσας μας ερευνητές, που δημιουργούν τη «βάση», όπως θα την ονόμαζα, της κρητικής μας διαλέκτου και της μεγάλης λαϊκής μας παράδοσης και παιδείας. Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία μαζί τους αποκτά εξαιρετικό νόημα και ενδιαφέρον. Την αγωνία των λέξεων και του παλαιινού κρητικού μας πολιτισμού τη βλέπεις μόνιμα χαραγμένη στο πρόσωπό τους να τους «κατατρώγει» και να τους απασχολεί. Στων ανθρώπων, λοιπόν, αυτών το σοβαρό έργο, λεξικολογικό και γενικότερα λογοτεχνικό- λαογραφικό, ως  β ά σ η, οφείλουν, πιστεύω, να πατήσουν και να στηριχθούν οι ειδικοί επιστήμονες, οι γλωσσολόγοι (και οι λαογράφοι) μας και, βέβαια, οι Ετεοκρήτες, εξ αυτών, δηλαδή οι αυτόχθονες, οι ετεοί, οι γνήσιοι Κρητικοί[15], προκειμένου να την κωδικοποιήσουν και να θέσουν τους γλωσσικούς όρους και τους κανόνες της Κρητικής Διαλέκτου για τη δημιουργία μιας βασικής Γραμματικής, ώστε η γλώσσα- που τη στιγμή αυτή βρίσκεται σε υποχώρηση, λόγω της επικράτησης της κοινής νεοελληνικής- να αποκτήσει διάρκεια μέσω της δυνατότητας διδασκαλίας και μελέτης της από όλες, αν είναι δυνατόν, τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

 

6.    Επιλογικά

 

Μετά από όλα αυτά, είναι, θεωρώ, εξαιρετικά σημαντική και σπουδαία η μεγάλη αυτή προσφορά στην κρητική μας διάλεκτο και κουλτούρα των ανθρώπων αυτών, των «λαϊκών»- όπως τους ονομάσαμε- της γλώσσας μας ερευνητών. Όλα τα κείμενά τους γενναιόδωρα αποπνέουν τις ομορφιές τής μυρωμένης κρητικής γης, όπως τις είδαν, όπως τις έζησαν και όπως τις οσφράνθηκαν από παιδιά στα χωριά τους και όπως τις είδε και τις έζησε και η αείμνηστη Ευγενία Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη στο όμορφο το χωριό της, το Ζουρίδι Ρεθύμνου. Γι’ αυτό τα ηθογραφήματά τους και η δουλειά τους στη γλώσσα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτιμηθούν με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής, γλωσσολογικής και ιστορικής κριτικής, αφού, κατά κανόνα, αποτελούν καρπόν εύχυμο και αρωματικό αγάπης ερωτικής και αφοσίωσης προς τον τόπο καταγωγής τους.



[1]Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Ευγενίας Σπαντιδάκη- Ζαμπετάκη, «Παλαιινές κρητικές κουβέντες», εφημ. Ρέθεμνος της 14/9/2013

[2] Ευαγγελίας Πετρουγάκη, στο https://www.e-thrapsano.gr/cretan-dialect-articles/150-creta-archaic-dialect

[3] Μετά από την τελική απόσυρση του οθωμανικού στρατού από την Κρήτη, φοβούμενοι εκδίκηση εναντίον τους.

[4] Πβ. και το παρεμφερές βιβλίο που ο Ευάγγελος Φωτάκης, με το ψευδώνυμο Ανεζηνιό από τ’ Ακτούντα, δημοσίευσε το έτος 1933 με τον τίτλο: «Κρητικές κουβέντες του Ανεζηνιού», γραμμένο, επίσης, στην κρητική διάλεκτο.

[5] Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 65-66.

[6] Πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα της λεγόμενης Κρητικής Σχολής, που είναι γραμμένα όλα σε γάργαρο ποιητικό λόγο. 

[7] Και είναι γνωστή, στο σημείο αυτό, η συμβολή του ιστορικού Συλλόγου Ρεθυμνίων Αττικής «Το Αρκάδι», στην εισαγωγή της διδασκαλίας της κρητικής διαλέκτου από το Πανεπιστήμιο.

[8] Αν εξαιρέσουμε τον γλωσσολόγο Νικόλαο Κοντοσόπουλο (Αντίστροφο λεξικό της Κρητικής διαλέκτου. Αθήνα 2006) και κάποιους άλλους που συμβαίνει να μην είναι Κρητικοί.

[9] Ιδομενέως Παπαγρηγοράκη, Συλλογή ξενογλώσσων λέξεων της ομιλουμένης εν Κρήτη, Εκ του Τυπογραφείου Κανάκη Φραγκιαδάκη, Χανιά 1952.

[10] Γεώργιος Αποστολάκης, Παλαιινές Κρητικές Αθιβολές – Λεξικό (Λέξεις, φράσεις και μαντινάδες του κρητικού γλωσσικού ιδιώματος), Ηράκλειο 2008.

[11] Γιάννης Κριτσωτάκης, Στειακό Λεξιλόγιο, Μαρωνιά Σητείας 2012.

[12] Νίκος Γαρεφαλάκης, Λεξικό ιδιωματισμών κρητικής διαλέκτου (Περιοχή Σητείας), Σητεία 2002.

[13] Αλέκος Δαριβιανάκης, Η ζωντανή κρητική διάλεκτος, Ηράκλειο 2009.

[14] Κατά το «λαϊκοί ζωγράφοι», όπως, για παράδειγμα, ο Θεόφιλος Κεφαλάς – Χατζημιχαήλ, από τη Λέσβο, ο διασημότερος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος.

[15] Διαφορές, λέγει ο Τσιριγωτάκης, όπως «μην ακούς…» (με στερητ. σημασία το “μην”) (sic) και «μην εργάς;» (με ερωτημ. σημασία) ή «δεν πάω ποθές» (=πουθενά) και «κάτσε ποθές» (= κάπου), μόνο ντόπιοι, «ιθαγενείς» (όπως ο ίδιος τους ονομάζει) φιλόλογοι είναι σε θέση να τις διακρίνουν.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΕΛΕΔΑΚΗ * * * ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΖΑΛΟ ** ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ * * Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΣΦΑΚΙΑ 1770

 


ΓΙΩΡΓΟΥ  ΛΕΛΕΔΑΚΗ

 

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΖΑΛΟ

ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΣΦΑΚΙΑ 1770


[Εκδόσεις ΝΑΜΑ, Αθήνα 2020, σχ. 4ο (21 Χ 29), σσ. 32]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

   www.ret-anadromes.blogspot.com


Η νέα γενιά παίρνει στα χέρια της την Ιστορία του τόπου μας, για να τη διδάξει με τον πιο ξεχωριστό τρόπο στους συνομήλικούς της! Για πρώτη φορά η αληθινή ιστορία για το ολοκαύτωμα του Αρκαδιού, γραμμένη σε κόμικς από έναν δεκαπεντάχρονο, μόλις, μαθητή, τον Γεώργιο Λελεδάκη, βγαίνει προς τα έξω, ανά το πανελλήνιο, από τις εκδόσεις «΄Εαρ», βραβευμένη με 1ο Πανελλήνιο Βραβείο, για να δώσει στα μικρά παιδιά και στους νέους μαθήματα πίστης προς την Πατρίδα και την Ορθοδοξία. Και με την πράξη του αυτήν ο μαθητής Γιώργος Λελεδάκης αναδεικνύεται ένας πραγματικά «αριστούχος» του μαθήματος της Ιστορίας, και μάλιστα της σχετικής με την Αρκαδική Εθελοθυσία, αφού όχι μόνο τη γνωρίζει πολύ καλά για τον εαυτό του, αλλά, όπως απέδειξε, μπορεί και να τη διδάξει, να τη μεταφέρει στους συμμαθητές του, στα παιδιά της ηλικίας του ανά το πανελλήνιο. Και αυτό, βέβαια, είναι το "άριστα" του μαθητή σε όλη του την πληρότητα!

Με τα λόγια αυτά είχα χαιρετίσει πριν δυο, περίπου, χρόνια την παραπάνω έκδοση του πρώτου βιβλίου του νεαρού Ρεθεμνιώτη συγγραφέα Γιώργου Λελεδάκη. Τι ωραίο, αλήθεια, ένα παιδί, ένας μαθητής του Λυκείου να βρίσκει τον τρόπο και τα μέσα να διδάξει τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, που εξ ιδίας πείρας και πεποίθησης γνωρίζει τι ακριβώς θέλουν να μαθαίνουν και πώς τους αρέσει να το μαθαίνουν!

Σήμερα ο Γιώργος, δεκαεπτάχρονος, μόλις, μαθητής, επανέρχεται στη δημοσιότητα με ένα καινούριο βιβλίο του, σε μορφή και πάλι κόμικς, οπότε  και αυτό απευθύνεται, βασικά, στα νέα παιδιά της Χώρας μας, με την υπέροχη ιστορία, αυτή τη φορά, της Επανάστασης του ήρωα Δασκαλογιάννη στα Σφακιά, με τον εξαιρετικά ευρηματικό τίτλο: «Το πέμπτο Ζάλο, Δασκαλογιάννης, Η Επανάσταση στα Σφακιά 1770».

Και χαρακτηρίζοντας τον τίτλο του βιβλίου «εξαιρετικά ευρηματικό» αναφέρομαι στην επιτυχή και έξυπνη από τον νεαρό συγγραφέα σύνδεση της περίφημης επανάστασης του Δασκαλογιάννη με την ωραία και άγνωστη εν πολλοίς παράδοση ότι ο κρητικός αυτός χορός, πεντοζάλι, έχει, πραγματικά, την αρχή του και την πρώτη αιτία του στην εν λόγω ηρωική επανάσταση. Γιατί το πεντοζάλι είναι ο χορός της κρητικής επανάστασης, άμεσα συνδεδεμένος με την ιστορία της Κρήτης και με τους ηρωικούς αγώνες της προκειμένου να αποτινάξει τον τούρκικο ζυγό. Είναι δε συνδεδεμένος, ειδικότερα, με έναν από τους μεγαλύτερους πολέμαρχους που έβγαλε ποτέ αυτός ο τόπος, τον ήρωα Δασκαλογιάννη. Γιατί το όνομά του ήταν, ακριβώς, ένα συνθηματικό, που έστελνε το μήνυμα της επανάστασης απ΄ άκρου εις άκρον της Λεβεντογέννας! Κεκαλυμμένα, δηλαδή, ο Δασκαλογιάννης, με τον εν λόγω χορό, αποκαλύπτει την προετοιμασία της επανάστασής του και ως πέμπτο ζάλο θεωρούσε, ακριβώς, την πέμπτη, στη σειρά, προσπάθεια των Κρητών, δηλαδή αυτήν τη δική του, να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό και η ερμηνεία που δίνουν οι πολλοί σήμερα ότι ο χορός ονομάζεται έτσι επειδή έχει πέντε ζάλα είναι απλά το… προκάλυμμα. 

Παίρνει, λοιπόν, ο Κιώρος (ο δημιουργός του πεντοζάλι), κατ’ εντολή του Δασκαλογιάννη, έναν αρχέγονο πολεμικό ρυθμό, τον πυρρίχιο, τον φέρνει στα μέτρα της δικής του εποχής και δημιουργεί το πεντοζάλι. Επιπλέον, φτιάχνει έτσι τη μουσική, ώστε να απαρτίζεται από δώδεκα μουσικές φράσεις, σκοπούς ή γυρίσματα, προς τιμήν των δώδεκα ηγετών του ξεσηκωμού!

Επίσης,  ο νεαρός συγγραφέας στο βιβλίο του παρέχει και άλλες πρωτότυπες αλλά και άγνωστες πληροφορίες, όπως αυτήν ότι η επαναστατική σημαία που υψώθηκε στις 25 Μαρτίου του 1770 στην Ανώπολη, το χωριό του Δασκαλογιάννη, και η οποία χαιρετίστηκε με πολλούς πυροβολισμούς, ήταν υφαντό, δημιούργημα στον αργαλειό, της κόρης του, της Μαρίας.

Ο νεαρός συγγραφέας, διαβάζοντας το κόμικς αυτό, διαπιστώνεις ότι διηγείται μια σπουδαία ιστορία της Κρήτης, ακολουθώντας τον τρόπο της ιστορικής έρευνας και το εγχείρημά του στέφθηκε, θεωρώ, με απόλυτη επιτυχία, αφού το παιδί αυτό έκατσε και διάβασε πολλά και έγκυρα ιστορικά βιβλία και κατάφερε, τελικά, να προσφέρει γνώση ακριβή και εγγυημένη, χρησιμοποιώντας, για τον σκοπό αυτόν, έγκυρους Κρήτες ιστορικούς, όπως τον Μουρέλο, τον Παπαδοπετράκη και τον Θεοχάρη τον Δετοράκη, ενώ, από την άλλη, χαίρεσαι μέσα σου να βλέπεις ότι όλη την ορμητικότητα της ψυχής του, ο νέος αυτός κατάφερε να την τιθασεύσει δημιουργικά και να τη διοχετεύσει σε μιαν ιερή και σκληρή του ελληνικού έθνους πολεμική αναμέτρηση, της οποίας, όμως, οι σκηνές πολεμικής βίας που περισσεύουν τραβούν, λόγω ιδιοσυγκρασίας, και συγκινούν έντονα τη νεότητα, γιατί αποπνέουν ιερότητα, φως και βαθιά αγάπη για την πατρίδα. 

Ο συγγραφέας τονίζει, περαιτέρω, με σαφήνεια από τη μια την προδοσία, τη δολιότητα (μπαμπεσιά) και ανειλικρίνεια των  προθέσεων των Τούρκων και από την άλλη τον τίμιο αγώνα και το αδάμαστο θάρρος των Σφακιανών, προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους και τη δύναμη και το ψυχικό σθένος του Δασκαλογιάννη στη μάχη και στον μαρτυρικό θάνατο.

Το βιβλίο, τέλος, μετά από έναν ουσιώδη και περιεκτικό Πρόλογο, με πλούσια ιστορικά στοιχεία γύρω από την επαρχία Σφακίων, προσμετρά εφτά ενότητες, σε μια σωστή και προσεγμένη νεοελληνική γλώσσα και με πλούσια τα στοιχεία της Κρητικής Διαλέκτου στα διαλογικά μέρη.

Η εικονογράφηση από τον Σπύρο Ζαχαρόπουλο εκφράζει επιτυχώς την αγριότητα ή ημερότητα, την αγωνία και τη θλίψη των ηρώων, ενώ τη θεωρώ πολύ πιστή και στην απόδοση του τοπίου, φαραγγιών (Ίμβρου), οροπεδίων (Ασκύφου), λιμανιών (Λουτρού), του κάστρου του  Φραγκοκάστελου κ.λπ.

Και μετά από όλα αυτά, σαν κατακλείδα, σημειώνουμε ότι στόχος του συγγραφέα είναι να διδάξει στους συνομήλικούς του με έναν εύκολο και κατανοητό τρόπο τα γεγονότα της Επανάστασης των Σφακιανών στα 1770 και να τους βοηθήσει να αγαπήσουν την τοπική, και όχι μόνον, Ιστορία. Και, ακόμα, να διατρανώσει παντού ότι οι ήρωες δεν χάνονται ποτέ. Ήρωες σαν τον Δασκαλογιάννη θα είναι πάντοτε κοντά μας, δίπλα μας και θα μας εμπνέουν σε κάθε στιγμή.

Τα θερμά μου συγχαρητήρια στον νεαρό συγγραφέα! Είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και για τη δεύτερη αυτήν προσφορά του στα παιδιά και τους εφήβους της πατρίδας μας αλλά και προς τον τόπο που τον γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως της ζωής. Είμαστε δε βέβαιοι ότι η χαρά της δημιουργίας και της ικανοποίησης που θα νιώσει από την προσφορά του, θα τον κάνουν να συνεχίσει σταθερά τις προσπάθειές του.


π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ * * * ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ * * * ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ, ή αλλιώς, ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛ. ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

 

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

[Πειραιάς 2019, σχ. 8ο (21Χ14), σσ. 557]


        ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Ο π. Ανδρέας Ηλ. Μαμαγκάκης, Ρεθεμνιώτης από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια, είναι συνταξιούχος θεολόγος και δραστηριοποιείται στην Αθήνα ως ιερεύς της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και το «Ρέθυμνο του Ονείρου και τη Νοσταλγίας» με αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, εδώ στο Ρέθυμνο, των δεκαετιών 1950- 60. Στα τέλη του περασμένου έτους μάς παρουσίασε το τελευταίο (6ο στη σειρά) βιβλίο του, με τον εντυπωσιακά αλληγορικό τίτλο: «Οι τελευταίοι άγγελοι της Σμύρνης και οι Κυρίες με τα μαύρα».

Πρόκειται για μιαν ιστορική διήγηση γύρω από τις αλησμόνητες πατρίδες, υπό μορφήν μυθιστορήματος, με αληθινά, όμως, πέρα ως πέρα τα καταγραφόμενα γεγονότα, από προσωπικές τού συγγραφέα εμπειρίες τόσο από πρόσφατες επισκέψεις του στη γοητευτική μικρασιάτισσα πόλη και τη μελέτη σχετικών ιστορικών συγγραμμάτων, όσο και από τη συναναστροφή και φιλία του- σε σχολεία προσφυγικών συνοικισμών όπου υπηρέτησε- με Έλληνες πρόσφυγες της Μικρασίας δεύτερης και τρίτης γενιάς, στους οποίους και αφιερώνει τη συγγραφή του.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του αναπλάθει καταστάσεις, σκιαγραφεί μορφές και περιγράφει γεγονότα, που σε κάνουν να βιώνεις και να ζεις άμεσα το κλίμα των δίσεκτων και δραματικών εκείνων χρόνων. Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στα χρόνια της σχετικής ασφάλειας (1908-10) και της ειρηνικής συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων, πριν ακόμα αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα η μεγάλη καταστροφή, στην οποία έμελλε να οδηγήσει τον ελληνισμό της Σμύρνης ο πρώτος διωγμός του 1914. Κεντρικοί ήρωες της μυθιστορίας ο θρυλικός εκείνος Γέροντας Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Καλαφάτης και οι οικογένειες των Γιασεμάκηδων, των Φατσαίων και των Τζαγκαραίων, που η κάθε μια ακολούθησε τη δική της μοίρα και ιστορία, παραμένοντας και θυσιαζόμενη στη Μικρά Ασία ή καταφεύγοντας, αμέσως μετά τον πρώτο τουρκικό διωγμό, στα γειτονικά νησιά και την Ελλάδα

Όλα εκτυλίσσονται γύρω από τις εορτές του αγίου 12ημέρου και, στη συνέχεια, και του Πάσχα, με ήρωες τις παραπάνω τρεις οικογένειες και τον Μητροπολίτη, της ευτυχισμένης αυτής περιόδου ζωής των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο απλός λαός ήταν, πάντοτε, στενότατα συνυφασμένος με τους Αγίους του και οι ημέρες εορτής και μνήμης τους σφράγιζαν με ακατάλυτους δεσμούς, ήθη και έθιμα, τη ζωή του. Έτσι, και η πίστη των Ελλήνων της Σμύρνης στο συγκεκριμένο ιστόρημα χαρακτηρίζεται από το βάθος και τη μεγαλειώδη απλότητά της και εντυπωσιάζει ο τρόπος που ο απλός Σμυρνιός εκδέχεται και ερμηνεύει τη βοήθεια των Αγίων στην καθημερινή πόρεψη και τις ανάγκες του.

Στο επόμενο, Δεύτερο Μέρος, αρχίζουν να διαφαίνονται τα πρώτα σύννεφα και οι πρώτες αναταραχές από τους Τσέτες Τούρκους, ενώ στο Τρίτο Μέρος του μυθιστορήματος παρακολουθούμε πια πλήρες το δράμα και τη βιβλική καταστροφή του ελληνισμού της Μικρασίας, τον Σεπτέμβρη του 1922.

Όλοι οι παραπάνω ήρωες, πολλοί από τους οποίους προτίμησαν να μείνουν στην Σμύρνη και να θυσιαστούν με επικεφαλής τον λιονταρόψυχο εκείνο Έλληνα, τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, μας προτείνουν μια νέα λαμπερή διάσταση τού ελληνικού στοιχείου τής Μικράς Ασίας, με ήρωες τους απλούς ανθρώπους τού λαού, που μπορεί μεν τα ονόματά τους να μη γράφτηκαν ούτε στα «ψιλά» τής Ιστορίας, όχι όμως και στις καρδιές των Ελλήνων της Σμύρνης και σύμπαντος του ελληνισμού, που πάλλονταν στα ευγενικά και γενναιόψυχα στήθη. Και αξίζει, εδώ, να σημειωθεί ότι οι Έλληνες αυτοί της πρώτης γενιάς μέχρι και πρόσφατα ζούσαν δίπλα μας, εδώ στον τόπο μας, όπου τους οδήγησε η μοίρα τού ξεριζωμού.

Πρόκειται για μια μυθιστορία γεμάτη από Ελλάδα και αγνή πίστη και αγάπη στον Θεό και την Πατρίδα, που διαβάζεται ευχάριστα και προσφέρει πλούσιες γνώσεις και εμπειρίες γύρω από τον ελληνισμό της Σμύρνης σε όλες τις περιόδους της ζωής του, τόσο τις καλές, όσο και τις άσχημες, όταν οι Έλληνες αναγκάστηκαν να καταφύγουν πρόσφυγες στα γύρω ελληνικά νησιά και από εκεί να διασκορπιστούν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως στη Νέα Σμύρνη, στη Δραπετσώνα, στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου Κρήτης, στη Νέα Ιωνία Βόλου και αλλού, όπου με τις παραδόσεις και τις αθάνατες αξίες τους κατάφεραν να μπολιάσουν ευεργετικά και να στεριώσουν το αιώνιο δέντρο του νεότερου ελληνισμού.    

 Μέσα από τη διήγηση του π. Ανδρέα πορεύεται, περαιτέρω, μπροστά από τα μάτια μας όλη η ελληνική Μικρασία, οι αλησμόνητες εκείνες πατρίδες του μικρασιάτικου ελληνισμού. η Σμύρνη με τις περίφημες συνοικίες της και τις κοντινές της πόλεις, το Κορδελιό, την Άνω Πόλη, τον Μπουρνόβα, τον Κουκλουτζά, τη Μενεμένη, τα Βουρλά, τα Εγγλεζονήσια και τις Κλαζομενές, αλλά και τα σπουδαία ελληνικά πνευματικά κέντρα, όπως το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, την Ευαγγελική Σχολή και το Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, καθώς και «την καλλίστη πασών των εκκλησιών» την Αγία Φωτεινή με το πανύψηλο, εξαώροφο, καμπαναριό της, επίσης την Αναξαγόρειο Σχολή στα Βουρλά και βέβαια την περίφημη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενώ δεν λείπουν και οι γνωστές κι αξέχαστες για τους Σμυρνιούς κοσμικές θέσεις και τοποθεσίες, η προκυμαία και το «Και», η πλατεία Μπελαβίστα, το Σπόρτιγκ Κλάμπ, η ταβέρνα «Τα τρία Αδέλφια», το Γκραν Χοτέλ, η φωτισμένη Αλάμπρα, απ’ όπου μόνιμα ξεχύνονταν ήχοι μαντολινάτας, το Καφέ ντε Παρί και το θέατρο της Σμύρνης.

Διαβάζοντας το εν λόγω βιβλίο το πρώτο πράγμα που διαπιστώνεις είναι η λιπαρά εκ μέρους του συγγραφέα γνώση της Ιστορίας και μάλιστα αυτής που αφορά στο μέγα δράμα του μικρασιατικού ελληνισμού. ονόματα, γεγονότα, τόποι, χρονολογίες παρελαύνουν από μπροστά μας, όλα με σύστημα, μέθοδο και ιστορική υπευθυνότητα φέρνοντας στο φως όλη τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Παρουσιάζεται ρεαλιστικά το στημένο σκηνικό των «συμμάχων», που όφειλαν, κατά τη διαταγή, να τηρήσουν απόλυτη ουδετερότητα και δεν δίστασαν να θυσιάσουν έναν ολόκληρο λαό, με έναν βαρύτατο πίσω του πολιτισμό και να τον παραδώσουν σ’ ένα ανελέητο και φρικιαστικό μαρτύριο. Και όλες αυτές τις φρικαλεότητες οι σύμμαχοι, ψυχροί θεατές, να τις παρακολουθούν απαθείς πάνω από τα πλεούμενά τους!

Ο π. Ανδρέας Μαμαγκάκης είναι άξιος του «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας και γι’ αυτό το νέο πόνημά του, που, πραγματικά, αποτελεί περισπούδαστο και κεφαλαιώδους σημασίας έργο. Έχει βαθιά συναίσθηση της ευθύνης που τον βαραίνει. Ο κίνδυνος της λησμονιάς και της αλλοίωσης των γεγονότων είναι που προσμετρά περισσότερο στη ζυγαριά της αυτοκριτικής του και γι’ αυτό τολμά και αποδύεται σ’ έναν σπουδαίο και έντιμο αγώνα διάσωσης της αλήθειας. Για άλλη μια φορά τον συγχαίρουμε και θερμά τον ευχαριστούμε και γι’ αυτήν τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική δραστηριότητά του.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ * * * Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ

 

 


ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ

[Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα 2020, σχ. 8ο (21 Χ 14), σσ. 136]

 

         ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                                            www.ret-anadromes.blogspot.com

 

       Το νέο βιβλίο τού κ. Γεωργίου Εμμ. Περπιράκη «Η Επανάσταση του Θερίσου και η Μάχη του Ατσιποπούλου (sic)», εκδόθηκε για να τιμήσει την επέτειο της σύγκρουσης των Θερισανών επαναστατών με ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις και σώματα κρητικής χωροφυλακής, στην περιοχή του Ατσιπόπουλου, στις 2 Αυγούστου 1905.

Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, και στη Γενική Ιστορία, όπου τα γεγονότα εξετάζονται με το φωτεινό μυαλό και συνδυαστικό κριτικό πνεύμα που διαθέτει το έμπειρο μάτι ενός συστηματικού και αντικειμενικού ερευνητή. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύβουν πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μιαν έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους. Και αυτό το έκανε ήδη επάξια, από το 2014, ο Γιώργος Περπιράκης με το περίφημο βιβλίο του για το χωριό του, με τον τίτλο: «Το Ατσιπόπουλο, Ιστορία, Οικονομία, Πολιτισμός» (σελ. 450), εργασία εξαιρετική, καρπός εύχυμος αγάπης ερωτικής για το χωριό του. Το βιβλίο του αυτό, μπορούμε να πούμε ότι συνεχίζεται επάξια και συμπληρώνεται με την παρούσα μελέτη του, παρουσιάζοντας δυναμικά μια σοβαρή πτυχή της ιστορικής του Ατσιπόπουλου πορείας στον χρόνο.

Στην πολύτιμη αυτήν έκδοση καίρια και καταλυτική υπήρξε η συμβολή του Ατσιπουλιανού στρατηγού κ. Νικολάου Σαμψών, που, χωρίς τη βοήθεια και το πάθος του για το Ατσιπόπουλο, το βιβλίο αυτό δεν θα γνώριζε το φως τής δημοσιότητας. Όπως, μάλιστα, σημειώνει κατηγορηματικά ο συγγραφέας, αυτός τον παρότρυνε στη συγγραφή του και αυτός ανέλαβε την έκδοσή του, που, στη συνέχεια, τέθηκε υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και του Πολιτιστικού Συλλόγου Ατσιπόπουλου «Άγιος Ελευθέριος».

Στο εν λόγω βιβλίο, έργο ωριμότητας και συνθετικής ικανότητας τού συγγραφέα, το συγκεκριμένο κομμάτι της ιστορίας τού χωριού, το σχετικό με τη Θερισανή Επανάσταση και τη Μάχη του Ατσιπόπουλου, εξιχνιάζεται και ιχνηλατείται λεπτομερώς και κατά μήκος όλων των ιστορικών παραμέτρων. Χαρακτηριστική, στο κεφάλαιο αυτό, η μέθοδος καταγραφής τής Ιστορίας από τον κ. Περπιράκη. δίνει, δηλαδή, ως βάση, το συνολικό ιστορικό πλαίσιο του κάθε γεγονότος- συχνά, μάλιστα, πολύ αναλυτικά- και, στη συνέχεια, «εστιάζει», μπορώ να πω με τρόπο «εικονιστικό», στο καθ’ εαυτό γεγονός, παρακολουθώντας κατά βήμα τις εξελίξεις σε συγκεκριμένες καταστάσεις που οδήγησαν, τελικά, στην αυτονομία της Κρήτης το 1898, στην εγκατάσταση των εγγυητριών Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί και της πρώτης κυβέρνησης της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας υπό τον Ύπατο Αρμοστή, Πρίγκιπα Γεώργιο, εξέλιξη που βοήθησε ουσιαστικά στην επίτευξη της πολυπόθητης ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα.

Έτσι, ειδικότερα κεφάλαια τής ιστορικής ανασκόπησης είναι τα σχετικά με την Κρητική Πολιτεία (1898- 1913), τη ρωσική κατοχή, την επανάσταση τού Θερίσου (20/3/1905)- λόγω του απολυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης του Γεωργίου- και την περίφημη Μάχη τού Ατσιπόπουλου (2/8/1905). Απ’ όλα αυτά η Μάχη του Ατσιπόπουλου, στα πλαίσια, φυσικά, της Θερισανής Επανάστασης, αποτελεί το κύριο του βιβλίου θεματικό πεδίο αποδεικνύοντας, αφενός, ότι τα γεγονότα αυτά έγιναν η αιτία της μεγάλης μεταστροφής της κοινής γνώμης υπέρ της Επαναστάσεως του Θερίσου, αλλά αποκαλύπτοντας, αφετέρου, και τους βαθύτερους στόχους και επιδιώξεις της πολιτικής των Δυνάμεων εδώ στην Κρήτη, η παρουσία των οποίων απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην εξυπηρέτηση των ιδικών τους συμφερόντων. Παρόλα αυτά, το Θέρισο είναι γεγονός ότι στάθηκε αφορμή να βρει η Κρήτη τη λευτεριά της, αλλά και η ελληνική φυλή τον ηγέτη της εν τω προσώπω του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, μεγάλου Έλληνα πολιτικού, αγωνιστή και εθνεγέρτη.

Γενικό συμπέρασμα από την ανάγνωση των σελίδων τού εν λόγω βιβλίου είναι η αντικειμενικότητα με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα, αμφίπλευρα και απαιτητικά και τις αλήθειες γυμνές και πεντακάθαρες, αλλά και ο φλογερός, αφετέρου, πατριωτισμός που διακατείχε πάντοτε, σε κάθε εποχή, τους Ατσιπουλιανούς και η πλούσια συνεισφορά τους σε αίμα και έμψυχο υλικό σε όλους ανεξαιρέτως τους εθνικούς απελευθερωτικούς και αμυντικούς αγώνες και  μάλιστα στην περίφημη Μάχη του Ατσιπόπουλου.

Με όλα αυτά, η εργασία τού φίλου Γιώργου Εμμ. Περπιράκη για το χωριό του, το Ατσιπόπουλο, είναι σοβαρή και τεκμηριωμένη. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι κατέχει το θέμα του καλά. Ανέτρεξε σε πρωτογενείς άγνωστες αρχειακές συλλογές και πηγές και χρησιμοποίησε την ενδεδειγμένη για την περίπτωση βιβλιογραφία. Κατέγραψε μαρτυρίες, τις οποίες διασταύρωσε, επιβεβαίωσε και ταυτοποίησε, επισκέφθηκε βιβλιοθήκες, ανακάλεσε στη μνήμη του αναμνήσεις και αφηγήσεις που είχε ακούσει ως μικρό παιδί από παλιούς Ατσιπουλιανούς, και μ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα τής έρευνάς του υπήρξε, μπορώ να πω, μια, πραγματικά, εκπληκτική και ουσιαστική εργασία. Είναι, γι’ αυτό, άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη αυτήν προσφορά του στον τόπο που τον γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως τής ζωής.

ΚΩΣΤΗ Γ. ΚΑΛΛΕΡΓΗ (Κ.Ι.Γ.Κ) * * * 7 Κρητικά Παραμύθια * 30 χρόνια μετά… * του Γεωργίου Καλλέργη του μαντολινά και παραμυθά της Λούτρας

 

ΚΩΣΤΗ Γ. ΚΑΛΛΕΡΓΗ (Κ.Ι.Γ.Κ)

 

7 Κρητικά Παραμύθια

30 χρόνια μετά…

του Γεωργίου Καλλέργη

του μαντολινά και παραμυθά της Λούτρας

[Έκδοτικές Επιχειρήσεις Καλαϊτζάκη Α.Ε., Ρέθυμνο 2019 , σχ. 8ο (23Χ16), σσ. 192]

 

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

              www.ret-anadromes.blogspot.com

        Τον συμπολίτη δικηγόρο Κωστή Γ. Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ) μέχρι σήμερα τον γνωρίζουμε ως έναν δόκιμο ρεθεμνιώτη ποιητή και μαντιναδολόγο που καταφέρνει να βρίσκεται σε μόνιμα θετική και ουσιώδη με το αναγνωστικό του κοινό επικοινωνία. Αυτό το πράγμα τον κάνει να νιώθει μέσα του ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση από το γεγονός ότι ο κόσμος εισπράττει και κυριολεκτικά ρουφά τις σκέψεις του και τους διαλογισμούς του, παρακολουθώντας τον επί χρόνια εκφραζόμενο μέσα από τον τοπικό μας Τύπο και, συχνά, μάλιστα, και στον όλως ευαίσθητο χώρο τής έμμετρης σάτιρας λογής- λογής προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων τής πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής μας κονίστρας.

       Στο παρελθόν είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε και άλλα δύο έργα του: το «Ανθάκανθα» και «Μαντινάδες και τραγούδια τής Κρήτης». Σήμερα ο φίλος Κωστής επανέρχεται στη δημοσιότητα με ένα νέο βιβλίο του, στο οποίο παρουσιάζει «7 Κρητικά Παραμύθια», του πατέρα του Γεωργίου Καλλέργη, του Μαντολινά και Παραμυθά της Λούτρας, γραμμένα τριάντα χρόνια μετά, σε μιαν όμορφη, ρέουσα, κρητική διάλεκτο, που επιμελείται και παρουσιάζει ο ίδιος σε μια πολύ προσεγμένη αισθητικά έκδοση, γεμάτη φως και εικόνα, που φέρει τη σφραγίδα της Μαρίας Θανοπούλου.

Μετά από ένα περιεκτικό βιογραφικό σημείωμα για τον Παραμυθά πατέρα του, ακολουθεί, στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, σύντομος Πρόλογος από τη Μαρία Θανοπούλου στα επτά αυτά πανέμορφα κρητικά παραμύθια, που, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ιδιαίτερο προνόμιό τους έχουν να μπορούν να πλάθουν τη ζωή όμορφη, έτσι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.

Είναι γεγονός ότι μικροί και μεγάλοι μαθαίνουν από τους πρωταγωνιστές ενός παραμυθιού. Όπως συμβαίνει με μια διδακτική θεατρική παράσταση ή ένα καλό βιβλίο, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με ένα καλό κλασικό παραμύθι, στο οποίο ο καλός, συνήθως, υπερισχύει και ο κακός (που συμβολίζουν, συνήθως, γίγαντες, δράκοι και μάγισσες) χάνει, οπότε, μέσω της ταύτισης με τον ήρωα, το παιδί παίρνει το ηθικό του δίδαγμα.


      Και προς ενίσχυση των ανωτέρω δεν μπορώ, στο σημείο αυτό, να μην αναφέρω την ιστορία  που διάβασα, κάποτε, μιας νεαρής μητέρας, η οποία, λέγει, ρώτησε τον μεγάλο νομπελίστα φυσικό Αϊνστάιν, τον θεμελιωτή της θεωρίας της σχετικότητας, τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδάκι της  για το σχολείο και τη ζωή, ώστε να εξελιχθεί η ευφυία του.

Ήρεμος και χαμογελαστός ο σπουδαίος επιστήμονας τής απάντησε: «Να του λέτε παραμύθια»! «Καλά τα παραμύθια, αλλά και τι άλλο;», ρώτησε με απορία  η νέα μητέρα. «Πολλά παραμύθια!!», απάντησε με επιμονή εκείνος. Η μητέρα, ωστόσο,  ρώτησε και για τρίτη φορά, με δυσπιστία: «Καλά, εντάξει, παραμύθια αλλά και τι άλλο;» και ο Αϊνστάιν της απάντησε πως «δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια»!!

Το Εισαγωγικό Σημείωμα του Επιμελητή, στη συνέχεια του παρουσιαζόμενου βιβλίου, αποτελεί μιαν, ακόμα, όμορφη, γεμάτη νοσταλγία, αναφορά στα παλιά εκείνα παιδικά του χρόνια που θριάμβευε το παραμύθι στα καφενεία, στις βεγγέρες και στις συντροφιές στις γειτονιές των χωριών τα βράδια, σε μιαν εποχή που ήταν άγνωστο και αυτό, ακόμα, το όνομα τής τηλεόρασης. Η παράθεση, τέλος, ενός πλουσιότατου κρητικού λεξιλογίου καθίσταται κλειδί πολύτιμο στα χέρια του νεότερου και όχι μόνον αναγνώστη και αποδεικνύει με βεβαιότητα τον υψηλό βαθμό γνώσης από τον μαντιναδολόγο Επιμελητή τής έκδοσης, Κωστή Καλλέργη, της Κρητικής μας ντοπιολαλιάς.

Για άλλη μια φορά, συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον φίλο Κωστή Γ. Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ) και γι’ αυτήν την πολύτιμη και γενναιόδωρη προσφορά του προς τη γενέθλια γη και για την απόφασή του να διασώσει τον σπουδαίο αυτόν λαϊκό θησαυρό από τα χειρόγραφα του πατέρα του, που με το βιβλίο του αυτό σήμερα αναδεικνύει και μας παραδίδει. Κάθε προσπάθεια διάσωσης και διαφύλαξης τής ελληνικής μας παράδοσης και ταυτότητας είναι επαινετή και άξια θερμών συγχαρητηρίων και ευχαριστιών. Σήμερα που οι πηγές αυτές έχουν εκλείψει σε έναν σημαντικό βαθμό, κάθε τέτοια καταγραφή αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην επιστήμη τής Λαογραφίας και, κατ’ επέκτασιν, και στον τόπο όπου καταγράφεται και εμπλουτίζεται λαογραφικά.

Επαινετή, όμως, και άξια αναφοράς, στο σημείο αυτό, είναι και η απόφαση του συγγραφέα να προσφέρει όλα τα έσοδα της έκδοσης στα παιδικά συσσίτια της ενορίας της Κυρίας των Αγγέλων της πόλης μας.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΚΑΜΗΛΑΚΗ * * * Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Κ. ΚΑΜΗΛΑΚΗ

 

Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης

Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος

                       [Έκδοση «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ», Ρέθυμνο 2020, σχ. 8ο (24Χ17), σσ. 832]

 

       ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

             http://ret-anadromes.blogspot.com/

 


Τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης, Ρεθύμνιος Κρης Ζωγράφος» δημοσίευσε πρόσφατα ο γνωστός πρωτοπρεσβύτερος π. Χαράλαμπος Κ. Καμηλάκης, επίκ. Καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Ιερατικώς προϊστάμενος τού Μητροπολιτικού μας Ναού.

 Ο Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης, ζωγράφος του ΙΘ΄ αιώνα, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το έτος 1819 και πέθανε το 1914. Είναι ο σπουδαιότερος και δημιουργικότερος αγιογράφος της εποχής του στον χώρο τού Ρεθύμνου. Το ύφος τής αγιογραφίας του- όπως επιτυχώς παρατηρεί ο π. Χαράλαμπος- χαρακτηρίζεται από έναν εκλεκτικιστικό συγκερασμό παραδοσιακού, σε ό,τι αφορά στη θεματολογία και τη σύνθεση και δυτικού σε ό,τι αφορά στην απόδοση των παραστάσεων, το οποίο δυτικό, τελικά, φαίνεται να υπερισχύει στα έργα τού Βεβελάκη, χωρίς, όμως, ουδόλως να αλλοιώνει τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα. Έτσι, οι εικόνες τού Βεβελάκη δεν παύουν, σε καμιά περίπτωση, να διατηρούν το ακραιφνώς εκκλησιαστικό τους ύφος και τη θέση τους ως «εικονισμάτων» λατρείας και προσευχής στην ορθόδοξη εκκλησία. Απόδειξη ο μητροπολιτικός ναός του Ρεθύμνου, που σεμνύνεται ότι κοσμείται από τις γνωστές μας τεράστιες του τέμπλου εικόνες του Βεβελάκη, τις πρώτες που «διάβασαν» τα παιδικά μας ματάκια, και που συνεχίζουν και σήμερα να διδάσκουν τους πιστούς της πόλης μας καλλιτεχνικό ήθος και ευσέβεια.

Παρότι πλούσιο το καλλιτεχνικό υλικό για τους ζωγράφους του ΙΘ΄ αι. τόσο στην Κρήτη όσο και στον νομό Ρεθύμνου ειδικότερα, οι πληροφορίες μας γύρω από αυτούς είναι ακόμα ελάχιστες. Έτσι, η διατριβή του π. Χαραλάμπους για τον Αντώνιο Χατζή Γεωργίου Βεβελάκη, τον σπουδαίο Ρεθύμνιο αγιογράφο που παρουσιάζομε με το σημείωμά μας αυτό, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική. Θα την αποκαλούσαμε συμβολή, για τη συγκεκριμένη περίοδο, λόγω του πλήθους και της σπουδαιότητας των πληροφοριών που προσκομίζει στον αναγνώστη της.

Και πιο συγκεκριμένα, στο Α΄ Μέρος αυτής, εξετάζονται τα ιστορικά, καλλιτεχνικά και ιδεολογικά ρεύματα  που επηρέασαν την Κρήτη κατά τον ΙΘ΄ αιώνα- στον οποίο ανάγεται το έργο και του υπό εξέτασιν Ρεθυμνίου αγιογράφου- ενώ, φυσικά, εξετάζεται και αυτός ο ίδιος ο αγιογράφος, η οικογένεια και το έργο του.

Στο Β΄ Μέρος της μελέτης παρουσιάζονται, περιγράφονται, συσχετίζονται και αναλύονται 161 χρονολογημένα, ενυπόγραφα του Βεβελάκη έργα, κατά θεματική (π.χ. Αγία Τριάς, Θεοτόκος, Πρόδρομος, Άγιοι κ.λπ) και χρονολογική σειρά και 93 χρονολογημένα μεν, αλλά ανυπόγραφα, αποδιδόμενα, όμως, στον Βεβελάκη έργα. Πρόκειται για ένα σημαντικό, θεωρώ, Μέρος, το «κλειδί» τής όλης μελέτης.

Στο Γ΄ Μέρος παρουσιάζονται κάποια από τα ελάχιστα- πέραν της αγιογραφίας- έργα του εξεταζόμενου ζωγράφου, σε άλλους χώρους της Τέχνης, που φανερώνουν, αν μη τι άλλο, την έκταση και τον πλούτο των καλλιτεχνικών του δεξιοτήτων. δηλαδή, δύο προσωπογραφίες, έξι εικονογραφήσεις βιβλίων, ένα μαρμάρινο αρτοφόριο με ζωγραφικές παραστάσεις στις πλευρές του, που εκτίθεται στην έκθεση Εικόνων και Κειμηλίων του Πανελληνίου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου και τρία χαρακτικά μεταξύ των οποίων και η αριστουργηματική λιθογραφία (1873), που φυλάσσεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο τής Ενορίας τού Μητροπολιτικού Ναού και η οποία απεικονίζει σε αρνητικό σχέδιο τον ναό και ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα γύρω από αυτόν [σχολεία (Παρθεναγωγείο, Ελληνική Σχολή, Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον), βοηθητικούς χώρους κ.λπ.].

Ειδικό για το Ρέθυμνο ενδιαφέρον παρουσίαζει το Δ΄ Μέρος της διατριβής, όπου εξετάζονται οι Αφιερωτές και Παραγγελιοδότες των εικόνων, από το οποίο παίρνουμε πολλές πληροφορίες για τη δομή και την οργάνωση της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, από τη μελέτη και ερμηνεία των επιγραφών, που αποκρυπτογραφούν την κοινωνική, πολιτιστική, θρησκευτική και πνευματική ζωή του Ρεθύμνου.

Το Ε΄ Μέρος αποτελεί, θεωρώ, την κορύφωση της μελέτης. Εδώ προσεγγίζεται ερευνητικά η ζωγραφική του Βεβελάκη και ειδικότερα η τέχνη, η τεχνική και η τεχνοτροπία του, ενώ τα συμπεράσματα που ακολουθούν ολοκληρώνουν την εικόνα και το έργο του καλλιτέχνη σε σχέση με την εποχή του και τους σύγχρονους και ομότεχνούς του και γενικά την προσφορά του στον χώρο της θρησκευτικής ζωγραφικής.

 Θεωρούμε εξαιρετικά πρωτότυπη και λειτουργική την εν γένει δομή και εσωτερική διάρθρωση του βιβλίου. Και ειδικότερα, η ανάλυση των εικόνων του καλλιτέχνη αγιογράφου (περιγραφή, συσχέτιση και ανάλυση), στο Β΄ Μέρος, μπορεί, ταυτόχρονα, να παρακολουθείται άνετα και καταλεπτώς από τον Κατάλογο των έργων του Βεβελάκη, που παρατίθεται στο Παράρτημα της διατριβής. Εδώ, σε φωτογραφική μορφή παρατίθενται έγχρωμες όλες οι εικόνες του αγιογράφου, μαζί με σχετικό συγκριτικό υλικό άλλων ομόθεμων εικόνων.

Εξαιρετικά, επίσης, πρωτότυπη και πρακτική, που εκπληρώνει ικανοποιητικά την ειδική λειτουργία και τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται, θεωρούμε και την ομαδοποίηση των έργων του Βεβελάκη σε πίνακες κατά θεματική, χρονολογική κ.λπ. σειρά. Έτσι, μπροστά του ο αναγνώστης έχει ομαδοποιημένη όλη τη θεματολογία του έργου του Βεβελάκη [φερ’ ειπείν Αγία Τριάς, Χριστός (Παντοκράτωρ- Μέγας Αρχιερεύς- Η Άμπελος κ.λπ., Γέννηση- Βάπτιση- Μεταμόρφωση- Ανάσταση κ.λπ.), Παναγία (Βρεφοκρατούσα- Γλυκοφιλούσα κ.λπ.- Ευαγγελισμός- Κοίμηση), Πρόδρομος, διάφοροι Άγιοι κ.λπ.]. Όλα, λοιπόν, τα παραπάνω θέματα είναι τακτοποιημένα στην εν λόγω μελέτη του π. Χαραλάμπους καθ’ ομάδες, ώστε να μπορείς να τα παρακολουθήσεις κατά θεματική και χρονολογική σειρά δημιουργίας τους, αλλά και ως προς τον τόπο και τον χώρο όπου αυτά ευρίσκονται.

Οι εικόνες τους Βεβελάκη είναι διάσπαρτες σε όλη την Κρήτη και μάλιστα στον νομό Ρεθύμνου, στον Μητροπολιτικό ναό του οποίου ο Βεβελάκης έχει ζωγραφίσει όλες της Δεσποτικές εικόνες του τέμπλου, τις εικόνες του Δωδεκάορτου, δύο εικόνες του Σκευοφυλάκιου και τέσσερις του Εκκλησιαστικού Μουσείου.

 Αρκετές εικόνες, από τις καλύτερες του Βεβελάκη, είχαμε και μεις την τύχη να εντοπίσουμε κατά την έρευνά μας στα χωριά Κεραμές και Αγαλλιανός και τις έχουμε δημοσιεύσει στο σχετικό βιβλίο μας (Ρέθυμνο 2002). Όμως, πολλές εικόνες του Βεβελάκη υπάρχουν διάσπαρτες και στις Κυκλάδες  (Τήνο, Νάξο και Σύρο), δεδομένου ότι μετά τον θάνατο της συζύγου του και λόγω της τότε εμπόλεμης κατάστασης της Κρήτης, ο Βεβελάκης κατέφυγε πρόσφυγας- όπως και πολλοί άλλοι Κρητικοί- στις Κυκλάδες και πιο συγκεκριμένα στην Τήνο. Στο διάστημα παραμονής του στην Τήνο ζωγράφισε εικόνες σε ναούς της Νάξου και της Σύρου, όπου μάλιστα υπήρχε και δρόμος αφιερωμένος στον εν λόγω Κρητικό ζωγράφο: «οδός Αντωνίου Βεβελάκη του Κρητός».   

Είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε τον αναγνώστη μας για τη σπουδαιότητα του όλου έργου, το οποίο με πολλήν ομολογουμένως φιλοπονία, ένθεο ζήλο και επιστημονική δεοντολογία, ακρίβεια και πληρότητα δημιούργησε ο φίλος συγγραφέας του π. Χαράλαμπος Καμηλάκης, με ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα τη μελέτη και ανάδειξη της νεοελληνικής Εκκλησιαστικής Ζωγραφικής τού 19ου αιώνα στην Κρήτη.

Ευχαριστούμε θερμά τον εκλεκτό φίλο π. Χαράλαμπο Καμηλάκη και γι' αυτήν την όντως μεγάλη και γενναιόδωρη προσφορά του προς το "θησαυροφυλάκιο της πίστεως του παναγιόφιλου λαού του Ρεθύμνου, τον Καθεδρικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου" αλλά και προς τη μεγάλη μορφή τού Ρεθύμνιου αγιογράφου Αντώνιου Χατζή Γ. Βεβελάκη. Με το βιβλίο του αυτό να είναι βέβαιος ότι δικαίως καταλέγεται στους ικανούς ιχνευτές των Κρητικών Γραμμάτων, της θεολογίας και της εκκλησιαστικής Ζωγραφικής Τέχνης τού 19ου αιώνα.