ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ *** ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ *** ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ *** ΒΑΤΟΣ


ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΑΣ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


Β Α Τ Ο Σ

Στη μνήμη του βαθιανού λόγιου δικηγόρου
και κρητολόγου
Μιχ. Μ. Παπαδάκη


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
   http://ret-anadromes.blogspot.com

         Γενικά στοιχεία για το χωριό

   Ο Βάτος, όμορφο, καταπράσινο χωριό τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου, απέχει τριάντα οκτώ χιλιόμ. από το Ρέθυμνο, διακλάδωση δεξιά προς νότο, στο τριακοστό έκτο χιλιόμ. (Κισσού Κάμπος) του κεντρικού άξονα Ρεθύμνου- Αγίας Γαλήνης, υψόμετρο 640 μ., στις βόρειες κλιτείς τού όρους Σιδέρωτας. Στα τέλη και τις αρχές τού εικοστού αιώνα, ο Βάτος ανήκε στον τότε δήμο τού Αγίου Πνεύματος[1].

 
Ο Βάτος το πρώτο μισό του 20ου αι.

          Πληθυσμιακά- Κτηματολογικά στοιχεία


    Ο Βάτος αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου το έτος 1577, από τον Fr. Barozzi (fo27r), ως Vatto, από τον Καστροφύλακα (Κ174), το 1583, με το ίδιο, και πάλι, όνομα και με 74 κατοίκους και (K184) με 60 οφειλόμενες αγγαρείες, από τον Basilicata[2], το 1630, ως Vato. Το έτος 1659, επί Τουρκοκρατίας, το χωριό είχε 11 οικογένειες. Το ίδιο έτος (1659), το χωριό διέθετε 102,5 τσερίπια[3] χωράφια, 8 λιόδεντρα, 31 τσερίπια αμπέλια, 18 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες, ενώ δεν εμφανίζονται εκτάσεις σε κήπους και περβόλια. Πληρώνει, επίσης, 11 χαράτζια κεφαλικό φόρο και 11 σπίτια, το ίδιο έτος, πληρώνουν και φόρο καφτανίου[4]. Το 1671/2 τα χαράτζια τού χωριού γίνονται 10[5]. Αργότερα, στην Αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 αναφέρεται ως Vatos[6] με 25 χριστιανικές οικογένειες. To 1881 ο Βάτος ανήκει στον δήμο τού Αγίου Πνεύματος και προσμετρά 172 χριστιανούς κατοίκους. Κατά τα νεότερα ο πληθυσμός τού χωριού έχει ως εξής: 1890: 172, 1900 (στον δήμο Αγίου Πνεύματος): 180, 1920 (κοινότητα Αρδάκτου): 162, 1928:  163, 1940: 162, 1951: 160, 1961: 134, 1971: 74, 1981: 59, 1991: 55, 2001: 39. Σε κατοίκους τού χωριού ανήκε τον καιρό τής Τουρκοκρατίας, έστω και για κάποια χρόνια, το μετόχι τού Κεραμέ Άι- Γιάννης Αλωτός.

  

         Η ονομασία τού χωριού


      Η ονομασία τού χωριού οφείλεται στην πληθωρική παρουσία στην περιφέρεια τού χωριού τού ομώνυμου θάμνου (βάτου)[7]. Υπάρχει παράδοση που την αναφέρει ο βαθιανός λόγιος Μιχ. Μύρ. Παπαδάκης[8], σύμφωνα με την οποία ο προπάππος του «ιερεύς Μανουήλ», που γεννήθηκε στα 1827 και πέθανε στα 1922, έλεγε ότι «όπως άκουσε κι’ εκείνος από τους προγόνους του, στην παλιά βορινή είσοδο τού χωριού και πριν από τη γειτονιά της οικογένειας Αναλαμπιδάκηδων, ήταν ένας πελώριος βάτος. Αυτός έπιανε ολόκληρη «ζευγαρέ» χωράφι (μισό περίπου στρέμμα) και ήταν τόσο πυκνός και βαθύς, ώστε οποιοδήποτε ζώο, μικρό ή μεγάλο, έμπαινε μέσα του μπλεκόταν στους πλοκάμους του και ήταν αδύνατο πλέον να βγη ζωντανό. Από αυτόν τον τεραστίων διαστάσεων βάτο πιστευόταν πως το χωριό έλαβε το όνομά του».


          Μορφές τού χωριού


    Από εδώ καταγόταν ο μοναχός τού Πρέβελη Μανασσής Παπαδάκης, οπλαρχηγός και πολεμιστής τού 1889, του 1895- 97 και τού ηπειρωτικού αγώνα, ο δημοσιογράφος Κωστής Παπαδάκης, έφεδρος αξιωματικός, που έπεσε μαχόμενος στο Νεστόριο τής Καστοριάς, στις 4 Νοεμβρίου 1940 και ο γνωστός λόγιος δικηγόρος Μιχαήλ Μύρ. Παπαδάκις, που δημοσίευσε δεκάδες άρθρων σε ρεθεμνιώτικες και άλλες εφημερίδες και Κρητικά περιοδικά για διάφορα ζητήματα, ιστορικά και λαογραφικά μελετήματα, διηγήματα, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, βιβλιοκρισίες, βιογραφικά κ.λπ[9].  

 
         Εκκλησίες τού χωριού


      Ο ναός τού αγίου Νικολάου[10], μέσα στο χωριό, είναι εικονογραφημένος με πλούσιες και ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες από το 1488 (Μεταμόρφωση, Σταύρωση, Βαϊοφόρος, Λάζαρος, Βάπτιση, Ανάληψη, Ευαγγελισμός, ο Χριστός στηθαίος ανάμεσα Θεοτόκου και Αγίου Ιωάννη[11]). Πολλές, πάντως, από αυτές έχουν σήμερα μισοκαταστραφεί. Στον παλιό ναό προστέθηκε τμήμα προς τα δυτικά και ανακεραμώθηκε πριν από έτη από τους ενορίτες[12].

Ο ναός του αγίου Νικολάου

  Παράδοση αναφέρει ότι κάποτε οι παλιοί κάτοικοι επεχείρησαν να φαρδύνουν την εκκλησία και να ανοίξουν στη μια της πλευρά άνοιγμα. Στην προσπάθεια τους αυτήν ένας από τους μαστόρους χτύπησε. Το αίμα του έτρεχε επί τρεις ημέρες χωρίς να μπορούν να το σταματήσουν. Λένε ότι ο μάστορας επικαλέσθηκε τη χάρη τού Αγίου και το αίμα σταμάτησε αμέσως. Και μετά, όμως, από το περιστατικό αυτό οι κάτοικοι συνέχισαν να επιμένουν στην επέκταση τής εκκλησίας, προκειμένου να τους χωρεί καλύτερα. Έτσι, την άνοιξαν, μα ύστερα από το άνοιγμα αυτό τριάντα δυο κάτοικοι πέθαναν[13].

 

          Ιερείς


    Ιερέας τού χωριού αναφέρεται ο παπά Αντώνιος  (1760-1779), από την οικογένεια των Βλαττάδων, τού Βάτου. Αυτός καταδιώχθηκε από τους Τούρκους και εκτελέστηκε, ενώ ιερουργούσε στην εκκλησία τού Αγίου Ιωάννου τού Αλωτού, το έτος 1779 και η περιουσία του κατασχέθηκε από το Τουρκικό Δημόσιο και πουλήθηκε σε πλειστηριασμό. Ο λόγος τής καταδίωξης και της τιμωρίας του ήταν πως έλαβε μέρος στην επανάσταση τού Δασκαλογιάννη (1770).
     Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τα έγγραφα 365 και 368 τού Ιεροδικείου Ρεθύμνης[14]. Στα εν λόγω έγγραφα (το ένα τού 1768 και ο άλλο τού 1780) ο γενίτσαρος Χατζή Αλή Τσαούς, από τον Γερακάρη τής επαρχίας Αμαρίου, ενώπιον τού ιεροδίκη τής περιοχής πουλάει αντί 5000 γροσίων «το τέως αδέσποτον μετόχι Χαλέπα εις θέσιν Άης Γιάννης Αλωτός, εκείθεν των χωρίων Δρυμίσκου και Κεραμέ» στους παπά Αντώνη τού Μανόλη και Στρατή Πελεκανάκη τού Αντρουλή, από τον Βάτο.     Το μετόχι αυτό, κατά την ομολογία του, ο γενίτσαρος το είχε λάβει από την Α.Μ. τον σουλτάνο για λόγους προσωπικής ανδρείας (τεμπλικάτ). Η παράδοση, όμως, λέγει ότι το Μετόχι τού Άη- Γιάννη τού Αλωτού καθόλου δεν ήταν πριν αδέσποτο, όπως κατέθεσε στον ιεροδίκη ο πωλητής του γενίτσαρος Χατζή Αλή Τσαούς. Αντίθετα, το μετόχι ανήκε ανέκαθεν στις οικογένειες των Βαθιανών αγοραστών του. Εδώ ήταν η χειμερινή διαμονή των οικογενειών τους, γιατί το χωριό τους, ο Βάτος, βρίσκεται ψηλά και είναι, ως εκ τούτου, ακατάλληλο για διαχείμαση. παρόλα αυτά, ο γενίτσαρος πήγε να το καταλάβει. Βρήκε σθεναρή αντίσταση από μερικούς χαΐνηδες που ήταν εκεί, οι οποίοι, όμως, τελικά, σκοτώθηκαν όλοι και από το ασκέρι τού γενίτσαρου αλώθηκε το μετόχι τού Αγίου Ιωάννη τού Θεολόγου, που έκτοτε φέρει την προσωνυμία «Αλωτός». Δεν πρέπει, πάντως, να το κράτησε για πολύ το μετόχι ο γενίτσαρος, αφού τώρα τον βλέπουμε να το ξαναπουλά και μάλιστα στους νόμιμους ιδιοκτήτες του. Το πιθανότερο είναι ότι τώρα δεν τού χρειαζόταν πια, αφού ήταν άγονο και απείχε πέντε ώρες από το χωριό του τον Γερακάρη[15].    

      Άλλοι ιερείς τού χωριού ήταν ο παπα- Γιάννης (1780-1820), γιος τού παπά- Αντώνη, ο παπα- Μιχάλης, γιος τού παπά- Γιάννη (1821- 1856). Αυτός τυφλώθηκε νέος, ακόμα, και ήταν ανάπηρος μέχρι τον θάνατό του. Όταν ερχόντουσαν στην περιφέρεια Τούρκοι, τα παιδιά του τον έκρυβαν σε σπηλιάρι τού όρους Κέντα, με ανάλογα εφόδια και τροφές. Από το γεγονός αυτό και η ονομασία τού σπηλαίου «τού Παπά η Τρύπα». Παπά Μανόλης, γιος τού παπά- Μιχάλη (1857-1922).

      Οι τέσσερις αυτοί κατά διαδοχή κατιόντες ιερείς ήταν εφημέριοι τής Εκκλησίας από το έτος 1760 μέχρι το έτος 1922, δηλαδή για εκατό εξήντα δυο χρόνια. Το αρχικό επίθετο τής οικογένειας «Βλαττάς» ή «Βλαττάκις» λησμονήθηκε και αντικαταστάθηκε από το επίθετο «Παπαδάκης» ο ένας κλάδος και «Παπαδαντωνάκης» ο άλλος.

       Οι νεότεροι ιερείς τού χωριού ήταν οι:
  Θεόδωρος Παπαδάκις, από τα Ακτούντα (1822-1927), που ήταν και ζωγράφος.  Δημήτριος Σαββοργιανάκης, από Κεραμέ (1930- 1955)
  Ιερομόναχος Παρθένιος Αντωνιουδάκης, της Ι. Μονής Πρέβελη[16].   


Αγωνιστές τού χωριού (1866- 1897)


1. Ιωάννης Ν. ΑναλαμπιδάκηςΓεννήθηκε το 1848 και αγωνίστηκε στην επανάσταση τού 1878 με τον βαθμό τού εκατόνταρχου.2. Εμμανουήλ Κ. ΓκαλονομάκηςΓεννήθηκε το 1837 και είχε εκλεγεί από τους κατοίκους των χωριών Άρδακτος, Βάτος και Ακτούντα χιλίαρχος τού οπλαρχηγείου Ακουμίων στους αγώνες τού 1866 και 1878.3. Ανδρέας ΠελεκανάκηςΈδρασε στην επανάσταση τού 1878 και έλαβε τον βαθμό τού εκατόνταρχου[17].

 

Οικογένειες τού χωριού


    Οικογένειες του χωριού είναι οι Πουλιδάκηδες, Μαμαλάκηδες ή Ξανθοί, Κασαπάκηδες, Σμυρνάκηδες, Περαντωνάκηδες, Περογιαννάκηδες, Νικολουδάκηδες, Αναλαμπιδάκηδες, Πελεκανάκηδες, Φραγκεδάκηδες, Γκαλονομάκηδες, Παπαδαντωνάκηδες, Παπαδάκηδες, Μελαμπιανάκηδες (Χαριτάκηδες) και Γιαννακάκηδες. Από τις οικογένειες αυτές οι πρώτες επτά έχουν εκλείψει πριν από πολλά χρόνια από το χωριό.


Το σχολείο

     Ιδρύθηκε ως μονοτάξιο αρρένων (25/100/19-11-1899), ως γραμματοσχολείο (78/51/15-9-1900), ως αδιαίρετο (103/67/3-9-1901), ως δευτεροβάθμιο αδιαίρετο (41/42/28-7-1903). Προάχθηκε σε πρωτοβάθμιο (125/57/12-9-1909). Ιδρύθηκε ως αδιαίρετο μικτό (102/51/30-7-1911). Συγχωνεύθηκε με το σχολείο τού Αρδάκτου με έδρα το Βάτο (196/6-10-1922). Προάχθηκε σε διτάξιο (63/24-3- 1924). Διαιρέθηκε σε δυο μονοτάξια Βάτου και Αρδάκτου (27/3-3-1928).Το σχολείο άρχισε να οικοδομείται από το έτος 1907. Τη δεκαετία τού ’30 στο σχολείο τού Βάτου φοιτούσαν και οι μαθητές των γειτονικών χωριών Ακτούντων και Αρδάκτου με τον ακούραστο δάσκαλο Κωνσταντίνο Γιαννακάκη. Τη δεκαετία τού 1957, με κρατική δαπάνη, κατασκευάζεται το νέο διδακτήριο, που λειτούργησε μέχρι και το σχολικό έτος 1978- 79[18].

  ________________________________________

[1] Εμμ. Σ. Λαμπρινάκη, Γεωγραφία της Κρήτης, Ρέθυμνα 1890, 69.[2]Στέργιου Σπανάκη, Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130.[3] Τσερίπ (cerib)= μονάδα μέτρησης επιφανείας, που ισοδυναμεί προς 60 τετραγωνικούς πήχεις.[4] Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος- 18ος αι., Οι μεταφράσεις τού «Βήματος» Ρεθύμνης (επιμέλεια: Γ. Ζ. Παπιομύτογλου), Ρέθυμνο 1995, 73.
[5] Ευαγγελία Μπαλτά- Mustafa Oguz, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 480 και υποσ. 26. Στο Οθωμανικό Κτηματολόγιο τού Ρεθύμνου εντυπωσιάζει η συχνότητα με την οποία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο χωριό το βαπτιστικό όνομα Εργίνη (Ergina ). Σε 35 ιδιοκτήτες τού χωριού μόνο με το όνομα αυτό φέρονται τέσσερα άτομα, ενώ στην επαρχία Αγίου Βασιλείου έχουμε συναντήσει και τοπωνύμια με πρώτο συνθετικό το εν λόγω όνομα .
[6] Robert Pashley, Travels in Crete, II, 313.
[7] Το όνομα, κανονικά, είναι θηλυκού γένους < η βάτος>. Στην Κρήτη, όμως, συνηθίζεται και στο αρσενικό γένος <ο βάτος> και έτσι εκφέρεται το χωριό.[8] Μ. Μ. Παπαδάκης, Το χωριό μου ο Βάτος, Ρέθυμνο 1996, 39.[9] Στέργιου Μ. Μανουρά, «Εργογραφία Μιχαήλ Μ. Παπαδάκη», στον Μ. Μ. Παπαδάκη, Το χωριό μου ο Βάτος, Ρέθυμνο 1996, 22- 27.
[10] Μ. Μ. Παπαδάκης, Η κατάγραφη εκκλησία τού Αγίου Νικολάου στο χωριό Βάτος Αγίου Βασιλείου, Προμηθεύς ο Πυρφόρος 35 (1983), 235- 246.
[11]Giuseppe Gerola, Τοπογραφικός κατάλογος των τοιχογραφημένων Εκκλησιών της Κρήτης (Μετάφραση, Πρόλογος, Σημειώσεις: Κ.Ε. Λασσιθιωτάκη), Ηράκλειον 1961, 60.[12] Θεοδώρου Στ. Πελαντάκη, Βυζαντινοί Ναοί τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ν. Ρεθύμνης, Ρέθυμνον 1973, 35.[13] Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 54).[14] Ό. π., 328 και 330 (έγγραφα αριθμ. 365 και 368).
[15] Μιχαήλ Παπαδάκη, «Άη- Γιάννης ο Αλωτός», Κρητική Εστία 10 (1950), 19-20. Βλ. και Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, Κεραμές και Αγαλλιανός Κοινή πορεία μέσα στον χρόνο, Ρέθυμνο 2002, 118-119.  [16] Μ. Μ. Παπαδάκης, Η κατάγραφη εκκλησία τού Αγίου Νικολάου…, ό. π., 243-44.[17] Νικολάου Φασατάκη, Αγωνιστές και θύματα τής τ. επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης (1866- 1897), Αθήνα 2001, 44-45.
[18] Νικολάου Φασατάκη, Η τ. επαρχία Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, Αθήνα 2003, 285, 353. 

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥ- ΚΟΥΡΗ *** «Το Πλήρωμα του Χρόνου»



ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΠΑΡΑΣΧΟΥ- ΚΟΥΡΗ


«Το Πλήρωμα του Χρόνου»

[Εκδοσεις Ιωλκός, Αθήνα 2018, σχ. 8ο (20,5Χ14), σσ. 262]


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ




Μεγάλη έκπληξη μού εμέλλετο να δοκιμάσω- τότε, δέκα χρόνια πριν- εξαιτίας της γνωριμίας μου μαζί της και της τιμητικής προς εμέ αφιέρωσης ενός βιβλίου της με τον εντυπωσιακό τίτλο: «Κοντά στο παιδί μου, 21 χρόνια, 7 μήνες, 14 ημέρες, 11 ώρες και 45΄ τής ώρας». Πρόκειται για μιαν εκπληκτική ελεγεία, έτσι θα την ονόμαζα, εκχύλισμα όλης τής μητρικής στοργής και αγάπης μιας μάνας προς το μοναχοπαίδι της, τον Βασίλη Κουρή, τριτοετή φοιτητή της Νομικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών και καταξιωμένο, παρά το νεαρότατον της ηλικίας του, ποιητή, που πέθανε, κατά το ιατρικό ανακοινωθέν, από εκτεταμένη εγκεφαλική αιμορραγία συνεπεία ανευρύσματος, σε ηλικία είκοσι ενός μόλις χρόνων!

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βιβλίο γεμάτο στοργή, αφοσίωση, αγάπη και πόνο ψυχής, γεμάτο τρυφερές και ευαίσθητες δροσοσταλίδες αναμνήσεων, από τη ζωή τού πολυτάλαντου παιδιού της, που- όπως και η Παναγιά τους λόγους τού Ιησού- διατηρούσε κι εκείνη, σαν πολύτιμους μαργαρίτες, στα τρίσβαθα τής καρδιάς της, τους λόγους του παιδιού της, του Βασίλη, και, σαν έφθασε το πλήρωμα τού χρόνου, τους κέντησε όλους, έναν προς έναν, πάνω στον πικρόχολο καμβά τής θλίψης της, μεταλλάσσοντας τον πόνο σε συγγραφική δημιουργία και τη δράση της σε κοινωνική αγαθοεργία!

Ο λόγος για την κυρία Κωστούλα Παράσχου- Κουρή, από το Ναύπλιο Αργολίδας, δημόσιο υπάλληλο στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (Γενικό Επιτελείο Στρατού) και απόγονο των γνωστών Κρητολατρών ποιητών Αχιλλέα και Γεωργίου Παράσχου (έργο τού τελευταίου ο περίφημος «Ύμνος τής Κρήτης», «Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη»).

Στο βιβλίο της, για το οποίο ο λόγος, συγκλονίζει, περαιτέρω, η εντυπωσιακή αξιοπρέπεια της μάνας, που έχασε το εικοσάχρονο με τις τόσες αρετές μοναχοπαίδι της, χάνοντας ταυτόχρονα και όλα της τα όνειρα και τις ελπίδες. και όμως η γυναίκα αυτή δεν το ’βαλε κάτω, αλλά βρήκε τη δύναμη και το κουράγιο να σταθεί και πάλι στα πόδια της, χάρη- όπως και η ίδια σημειώνει- στη πίστη της στον Θεό και να καταφέρει να καταγράψει τη ζωή τού παιδιού της με κάθε λεπτομέρεια, μετουσιώνοντάς την σε «πόνημα» λαμπερό, χρήσιμο και επωφελές, που το αφιερώνει «στις πονεμένες μανάδες όλου τού κόσμου», που σε αυτό το βιβλίο βρίσκουν να αντικατοπτρίζεται και να ανακουφίζεται και ο δικός τους αβάσταχτος πόνος. Ακολουθεί, με τον τρόπον αυτόν, η κ. Κουρή και τη φωνή της μάνας που γιγαντώνεται μέσα της και που θα μιλάει και θα παλεύει όσο ζει για το παιδί της, «για να μην ξεχαστεί ποτέ ο Βασίλης της»! Και αυτή ήταν η τελευταία έγνοια και του πατέρα, που δεν άντεξε το χαμό του παιδιού του κι έφυγε κι εκείνος, χωρίς να μπορέσει ποτέ να τον ξεπεράσει, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του.

Και το πρώτο που έκανε η θαυμάσια αυτή μάνα είναι το βιβλίο της «Κοντά στο παιδί μου», που αποτελεί όχι μόνο μια πλήρη εγκυκλοπαίδεια παιδαγωγικής, εστιάζοντας σε μιαν όλως υποδειγματική και «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» αγωγή των παιδιών «εν τω προσώπω» τού Βασίλη, αλλά και ένα σπουδαίο εγχειρίδιο εσωτερικού λόγου και διαλόγου, δύναμης ψυχής, αυτογνωσίας και ενδοσκόπησης, που καταφέρνει με αριστουργηματική αφηγηματική ικανότητα να ισορροπεί ανάμεσα στη θλίψη και τη χαρά, στην απογοήτευση και το θάρρος, στη σιωπή και την ένταση, στα γεγονότα και τη φαντασία.

Σήμερα η κ. Κωστούλα Παράσχου- Κουρή επανέρχεται στη δημοσιότητα με ένα νέο πολύτιμο βιβλίο της, που φέρει τον τίτλο: «Το Πλήρωμα του Χρόνου». Για πολλούς και ποικίλους λόγους- σύμφωνα και με την αγιογραφική σημασία του όρου- η κ. Κουρή θεώρησε ότι τώρα έφθασε το «πλήρωμα του χρόνου», για να κάτσει και να ιστορήσει από την αρχή έναν κόσμο ολόκληρο από όμορφες και γλυκερές αναμνήσεις από τα χρόνια της οικογενειακής ευτυχίας και ολοκλήρωσης, που με επιμέλεια περισσή τις είχε κρατήσει σε σημειώσεις της κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους με τον άντρα της και το παιδί τους σε διάφορους τόπους της Ελλάδας και χώρες της Ευρώπης (Ιταλία, Γερμανία, Ελβετία, Κάλυμνο, Κώ, Ρόδο, Κρήτη, Αγγλία, Ουαλία, Σκοτία, συνοδευόμενες με ένα πλούσιο φωτογραφικό Παράρτημα στο τέλος).

Και πρόθεσή της, τη φορά τουλάχιστον αυτή, φαίνεται να ήταν να ιστορήσει τη ζωή της, τα ταξίδια και τις αναμνήσεις της με τον άντρα της, κυρίως, με τον πολυαγαπημένο σύντροφο της ζωής της, το Νάσο της, όπως με τρυφερότητα τον αποκαλεί. Όμως, να που η μητρική στοργή δεν παλεύεται, δεν τιθασεύεται, η μάνα δεν σβήνεται, δεν χάνεται με τίποτε από μέσα της και έτσι και το βιβλίο αυτό- παράλληλα με τον άντρα και σύντροφο της ζωής της- καταλήγει, τελικά, να κλίνει και το ειδικό βάρος της πλάστιγγας των εκδρομικών αναμνήσεων να στρέφεται και πάλι προς τον μοναχογιό της οικογένειας, προς το καμάρι και παλικάρι τους, τον Βασίλη, και να ξανακτίζει η μάνα, για μια φορά ακόμη, με περισσή και ξεχωριστή τέχνη και αγάπη τη θαυμαστή προσωπικότητα, τις αρετές και το εν γένει πνευματικό έργο του παιδιού της.

Έτσι, λοιπόν, ενώ το βιβλίο αυτό των «ταξιδιωτικών εντυπώσεων» της κ. Κουρή αφιερώνει πολλές και θαυμάσιες σελίδες με τα ταξίδια της οικογένειας σ’ ένα σωρό τόπους της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπου με θαυμάσιες περιγραφές μάς καθιστά μύστες των θελγήτρων των τόπων αυτών και της οικογενειακής ευτυχίας και ολοκλήρωσης που ζούσαν, όμως, τελικά, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον παίρνει και πάλι ο μικρός στα πρώτα τους ταξίδια και έφηβος αργότερα, Βασίλης. Απόδειξη που οι όμορφες ταξιδιωτικές εμπειρίες θα τελειώσουν και θα κλείσουν θριαμβικά και ιδανικά με το τελευταίο ταξίδι της οικογένειας στη Σκύρο, τον Αύγουστο του 1993, όπου, τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του, του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο Ποίησης, η τελευταία εν ζωή τιμητική διάκριση του Βασίλη, σε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό, που είχε οργανώσει το Μουσείο Φαλτάιτς και το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου με θέμα «Πατρώα Γη».
Βασίλης Κουρής, 19 ετών, κάπου στην Αυστρία

Και το έργο, βέβαια, του νεαρού Βασίλη τιμήθηκε, στη συνέχεια, και βραβεύτηκε έξι φορές σε ισάριθμους Πανελλήνιους Διαγωνισμούς, αλλά και η προτομή του που κοσμεί σήμερα το Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Παπάγου- τού οποίου δημότης, εν ζωή, υπήρξε- καθώς και τα προσωπικά αντικείμενά του, που εκτίθενται στο Πνευματικό Κέντρο Ναυπλίου, επιβεβαιώνουν τού λόγου το αληθές, ώστε εδώ να έχει πλήρη την ισχύν του το της Σοφίας Σολομώντος: «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς ενάρεστος γαρ τω Θεώ γενόμενος ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη. ηρπάγη μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού…» (Σοφ. Σολ. 4, 10- 14).

Και το όμορφο βιβλίο της κ. Κουρή, στο σημείο αυτό, θα κλείσει τραγικά με το τελευταίο ταξίδι του Βασίλη στην άλλη ζωή, που ήταν, αλίμονο, από τη μοίρα του μοναχικό και «διαστημικό», θα συμπληρώσει η μητέρα, όπως, και ο ίδιος, κάποιες φορές, προαισθανόμενος το τέλος, το τραγούδησε στα ποιήματά του. Και με αυτό το μοναχικό- διαστημικό του παιδιού της ταξίδι και με μιαν πλούσια και γεμάτη αξιοπρέπεια και συγκρατημένη περηφάνια αναφορά της στην επίγεια και μετά θάνατον διαδρομή του, υπό τον τίτλο: «Οι Ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ»η μάνα συγγραφέας ολοκληρώνει τις ταξιδιωτικές της εντυπώσεις με το παιδί της και τον άνδρα της, τον άνδρα της και το παιδί της.  

Η γλώσσα τού βιβλίου απλή, λιτή και αυθεντική καταφέρνει με τον πιο γνήσιο και φυσικό τρόπο να τιθασεύσει τις οδυνηρές μνήμες που σαν φαντάσματα δυνάστευαν την τραγική μάνα, ώστε να μεταλλαχτούν και αυτές και να γίνουν στην ψυχή της πιο οικείες, πιο προσιτές, βότανο ιαματικό, που θα της έδινε τη δύναμη και το κουράγιο να καθίσει και να γράψει και το βιβλίο αυτό των αρχικών έντονων στιγμών οικογενειακής χαράς και ευτυχίας, για να καταλήξει στο οικείο της «χαρμολύπης» συγκινησιακό μοτίβο, αφού η λύπη της δι’ αυτού «μετριαζόταν», μετατρεπόμενη- όπως και η ίδια το δηλώνει- σε «χαρά» και ανακούφιση μιλώντας για το προικισμένο παιδί της και τις φωτισμένες αξίες και αρετές του. Πρόκειται για ένα σπάνιο είδος βιωματικής αυτοψυχογραφίας, όπως αποτυπώνεται με γλωσσικά ή και ζωγραφικά δείγματα έκφρασης η ψυχοδυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων των βασικών «πρωταγωνιστών» και ηρώων τού βιβλίου, μητέρας, γιου και πατέρα, ιδιαίτερα δε των δύο πρώτων, αναφορικά με την πορεία ζωής τού παιδιού, του ιδιοφυούς και πολυτάλαντου Βασίλη, όπως γλυκά τον τραγουδά η μάνα του με λόγια από ποίηση δικιά του («τα σα εκ των σων»), παρμένα από το ποίημά του «Νότιες Θάλασσες», του «Ελληνικού Εσπερινού»:


        Και πάνω απ’ όλους πάνσοφος, ωραίος στους ωραίους,

Λεβεντονιός ασύγκριτος και λιοπεριχυμένος,

Σε σύγνεφο από μάλαμα και από δροσιά λουσμένος,

Γλυκός σαν του τριαντάφυλλου τη μυρωμένη ανάσα

Και σαν ανθός της λεϊμονιάς και μες στους ήρωες Ένας

Ο γιος της Γοργοεπήκοης Παρθένας της Μαρίας!