ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ * * * ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 


ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΘΕΟΔΟΣΑΚΗ

 

            ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

      ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ       ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

ΤΟΜΟΣ Γ΄  

                                                              [ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗ, Ηράκλειο 2025, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 160]

 

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ως δώρο ακριβό, χριστουγεννιάτικο, δέχτηκα τις μέρες αυτές τη νέα συλλογή με τίτλο «Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα» του φίλου Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, Ηρακλειώτη συγγραφέα, γνωστού στους λογοτεχνικούς κύκλους και με το ποιητικό ψευδώνυμο τού «Κάστρου Ταχυδρόμος». Ο συγγραφέας- όπως προλογικά σημειώνει- μέσα από τα διηγήματά του αυτά, τραγουδά τη χαρά της αθωότητας και της μαγείας από εκείνα τα παλιά, τα μακρινά «κρητικοπαπαδιαμαντικά» Χριστούγεννα, που έζησε στα μικράτα του, εκεί στο χωριό του, στη διπόταμη κοιλάδα του Χόνδρου, Βιάννου, αλλά, αργότερα, και στη δεύτερη πατρίδα του, το Μεγάλο Κάστρο. Τώρα που τα χρόνια περάσανε, ο συγγραφέας νιώθει να τον βαραίνει ένα μεγάλο ανεξόφλητο χρέος μνήμης και ευγνωμοσύνης, τόσο προς τη μικρή του πατρίδα, τον Χόνδρο, όσο και στην αγαπημένη του καστροπολιτεία, το Ηράκλειο.

Στα διηγήματα του κ. Θεοδοσάκη- ζωντανεμένα μ’ ένα μοναδικά πλούσιο, δροσερό και γλωσσοπλαστικά γενναιόδωρο ιδίωμα- αναδεικνύεται η καθημερινή αγωνία τού αγρότη, του φτωχού και ταπεινού τής ελληνικής γης φαμελιάρη, προκειμένου άλλοτε να διασφαλίσει το ψωμί των παιδιών του κι άλλοτε να αντιμετωπίσει αρρώστιες βαριές και ανίατες για την εποχή εκείνη και ποικίλα οικογενειακά προβλήματα, που, συχνά, εξωθούσαν τα βήματά του μακριά, στη σκληρή και μαύρη ξενιτιά.

Το βιβλίο αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευχάριστο ανάγνωσμα των ημερών τούτων που διανύουμε, γεμάτο από την ψυχή, τα ήθη και τα έθιμα της παλιάς Κρήτης – αστικής και αγροτικής – τα οποία ο συγγραφέας αναστοράται με περισσή γνησιότητα και καθαρότητα ύφους, αντλώντας τα κυρίως από την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία του χωριού του. Στην κοινωνία αυτήν οι άνθρωποι, παρά τη βιοποριστική στενότητα, βίωναν την αληθινή ευτυχία σε πλήρη εναρμόνιση με τη φύση και τις πατροπαράδοτες ασχολίες τους. Στον μικρό ορίζοντα του χωριού τους όπου γεννιόντουσαν εκεί μεγάλωναν, παντρεύονταν και πέθαιναν, διαγράφοντας όλο τον κύκλο της ζωής τους.

Έτσι, μέσα από τα διηγήματα τού παρουσιαζόμενου βιβλίου παρελαύνει ο πλούσιος και ανθηρός λαογραφικός παράδεισος των παιδικών χρόνων του συγγραφέα, όπως τον έζησε ο ίδιος ως μικρό παιδί και όπως τον ανακαλεί νοσταλγικά μέχρι σήμερα, μέσα από τις αναμνήσεις των ηρώων που πρωταγωνιστούν στα διηγήματά του, αλλά και μέσα από τις μορφές των μικρών παιδιών, που με τα σιδερένια τρίγωνά τους μελωδούσαν τα πατροπαράδοτα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Αργότερα, στην πόλη, χαιρόταν τις στράτες και τις πλατείες που φεγγοβολούσαν από τα χιλιάδες χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, τον κόσμο που κατέκλυζε την αγορά για τις γιορτινές αγορές του και τα μεγάφωνα που σκόρπιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις γλυκερές χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Και από την άλλη, ό,τι ένιωθε το κουβαλούσε και στον εργασιακό του χώρο, στο Ταχυδρομείο· με πόση πόση συγκίνηση ταξινομούσε τα γράμματα, τα χιλιάδες γράμματα που έφταναν από το εξωτερικό – την Ευρώπη, την Αμερική, τον Καναδά και την Αυστραλία. Πολλά ήταν καταστόλιστα με πολύχρωμα καλαίσθητα γραμματόσημα και με ποικίλα χριστουγεννιάτικα σχέδια και στολίδια. Ένας ολόκληρος εθιμοτυπικός κόσμος, ξεπηδά χαρούμενος μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αντλώντας τη δύναμή του από την όμορφη και αγνή ελληνική ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων της κρητικής υπαίθρου και της πόλης.

Τη φιλολογική επιμέλεια υπογράφει ο Δρ Γιώργος Τσερεβελάκης, ενώ την καλλιτεχνική τόσο στο εξώφυλλο, όσο και στις εσωτερικές του σελίδες, ανέλαβε ο π. Μιχάλης Πατεράκης, στον οποίο οφείλονται και οι θαυμάσιες εικόνες του βιβλίου, εικόνες που απλόχερα προσδίδουν το απαραίτητο χριστουγεννιάτικο άρωμα και μια πρόσθετη καλλιτεχνική απόλαυση.

Τι κρίμα που εμείς, οι νεοέλληνες, ολοένα και περισσότερο χάνουμε ή λησμονούμε αυτόν τον πολύτιμο λαογραφικό μας θησαυρό. Ο καταιγιστικός ρυθμός της σύγχρονης ζωής, με τις ευκολίες και την ταχύτητα της μηχανής, τις συνεχείς μετακινήσεις των πληθυσμών, και την πολιτισμική ομογενοποίηση, διαβρώνει και εξαφανίζει σταδιακά την παραδοσιακή σταθερότητα και ομορφιά. Eυτυχώς, όμως, που υπάρχει η νοσταλγία, αυτή η πανανθρώπινη δυνατή «αδυναμία», που ξαναφέρνει τους απομακρυσμένους οδοιπόρους στα βήματα τής παιδικής τους ζωής. Και στο βιβλίο αυτό του κ. Θεοδοσάκη αυτή ακριβώς η νοσταλγική ορμή για τα παλιά πλέκεται αξεδιάλυτα με τα πατροπαράδοτα έθιμα του λαού μας τις άγιες τούτες μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων, φέρνοντάς μας πιο κοντά στις ρίζες της φυλής μας και στα ιερά εκείνα νάματα που εξέθρεψαν, στο διάβα των αιώνων, το αειθαλές δέντρο του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

Συναυλία Μουσικής Δωματίου * * * ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΚΛΑΡΙΝΕΤΩΝ * * * ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ * * * Σε χριστουγεννιάτικες μελωδίες

 


Συναυλία Μουσικής Δωματίου

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΚΛΑΡΙΝΕΤΩΝ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Σε χριστουγεννιάτικες μελωδίες

 

        ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

                www.ret-anadromes.blogspot.com

 

        Το Ρέθυμνο, ασφαλώς, και θα πρέπει να σεμνύνεται και να νιώθει ιδιαίτερα περήφανο για τoυς μουσικούς του αλλά και για τη Δημοτική Φιλαρμονική του, η οποία αδιάλειπτα –εδώ και έναν αιώνα– τους καλλιεργεί και τους αναδεικνύει. Πρόκειται για ένα κορυφαίο μουσικό καθίδρυμα της πόλης μας, άρρηκτα δεμένο με την ιστορία αυτού του τόπου, απαρτιζόμενο από Ρεθεμνιώτες μουσικούς- δασκάλους και μαθητές- που κοσμεί τον τόπο και προσφέρει στα παιδιά μας τη δυνατότητα να δοκιμάσουν τις δυνάμεις και τα όνειρά τους στον ευγενή χώρο της Μουσικής.

Έτσι, η Δημοτική Φιλαρμονική Ρεθύμνου συνδράμει καθοριστικά στη μουσική παιδεία και τον πολιτισμό της πόλης μας – της πόλης των Τεχνών και των Γραμμάτων – καλλιεργώντας μια σταθερή μουσική αυτάρκεια και μια αδιάλειπτη πολιτισμική συνέχεια. Και όταν, μάλιστα, η παιδευτική αυτή λειτουργία εκφράζεται μέσα από ένα επιμέρους σύνολο τού εν λόγω μουσικού καθιδρύματος- όπως εδώ από το «Σύνολο Κλαρινέτων»- και μάλιστα με υψηλή ποιότητα ερμηνειών, το αποτέλεσμα καθίσταται ακόμα πιο ενθαρρυντικό και ελπιδοφόρο.

Ο λόγος, λοιπόν, για το «Σύνολο Κλαρινέτων» της Δημοτικής μας Φιλαρμονικής, που αποτελεί καρπό εννιάχρονου μόχθου και δημιουργικής αναζήτησης, με δεκάδες, μέχρι σήμερα, δημόσιες εμφανίσεις, τόσο από αίθουσες, όσο και από τους δρόμους και τις πλατείες αυτής της πολιτείας. Ξεκίνησε με πρωτοβουλία των ίδιων των μαθητών της τάξης Κλαρινέτου και με την ενθάρρυνσή τους, φυσικά, από τον δάσκαλό τους, στο συγκεκριμένο μουσικό όργανο, Βαγγέλη Παπαδάκη, με σκοπό- όπως και οι ίδιοι το δηλώνουν- την καλλιέργεια της μεταξύ τους μουσικής επικοινωνίας, τη διερεύνηση νέων καλλιτεχνικών προγραμμάτων και τον δημιουργικό και καλλιτεχνικό πειραματισμό γύρω από τη μουσική πράξη.

Το ρεπερτόριό τους απλώνεται σε όλο το φάσμα της ποιοτικής μουσικής – από το μπαρόκ και το κλασικό μέχρι τη μουσική κινηματογράφου, την τζαζ και το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Και το πιο όμορφο: η επιλογή των έργων πραγματοποιείται από τους ίδιους τους μαθητές, όπως, συχνά, και οι ενορχηστρώσεις τους.

Μετά από όλα αυτά τα εισαγωγικά, ερχόμαστε στην τελευταία και άκρως εορταστική χριστουγεννιάτικη συναυλία του συνόλου, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025, στο «Σπίτι του Πολιτισμού» της πόλης μας. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο Αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου μας, κ. Μάνος Τσάκωνας, ο οποίος και προλόγισε δεόντως το Μουσικό Σύνολο της βραδιάς και τις μουσικές και λοιπές πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου μας των ημερών αυτών.

Η ποιότητα των ερμηνειών καθορίστηκε από την έμφυτη μουσικότητα των ερμηνευτών- δασκάλου και μαθητών- που έδωσαν ένα αποτέλεσμα τελειότητας, τόσο στο κρίσιμο για τα πνευστά μουσικά όργανα ζήτημα της αναπνοής- που κύλησε, ομολογουμένως, αβίαστα- όσο και στον σαφή και ευδιάκριτο σχηματισμό των μουσικών φράσεων της μελωδικής γραμμής, που, αρθρωμένες με εντυπωσιακή ενάργεια και καθαρότητα, προσέδωσαν στην παρτιτούρα μια εικόνα λαμπερής υπερδεξιοτεχνίας.

Με αξιοθαύμαστη άνεση, οι οκτώ εκτελεστές του Μουσικού Συνόλου απέδωσαν τη δεξιοτεχνική γραφή των έργων, με σαφή αίσθηση ύφους και μουσικής έκφρασης. Νότες σβέλτες, κοφτές και αέρινες, που με αυξομειούμενη δυναμική χάρισαν πλαστικότητα και χάρη στις ερμηνείες, άνοιξαν απλόχερα τους κρουνούς της καρδιάς και της αγάπης στο ακροατήριο. Κάθε ήχος πάλλονταν ζωντανός, κάθε ηχοχρωματική διαστρωμάτωση είχε μελετηθεί με φροντίδα, και η φωνή του κλαρινέτου, γεμάτη ευγένεια, γέμιζε τον χώρο με μελωδική γλυκύτητα. Πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Παπαδάκη, Γιώργο Αγριμάκη, Μαργαρίτα Άντη, Ελευθερία Παπαδάκη, Αλέξανδρο Σαμωνάκη, Ουρανία Κεραμιανάκη, Τόνια Τσικινά και στο Μπάσσο Κλαρινέτο, φυσικά, τον δάσκαλό τους, Βαγγέλη Παπαδάκη.

       Στο Α΄ Μέρος ακούστηκαν οι γνωστές χριστουγεννιάτικες μελωδίες που εξευγενίζουν και γλυκαίνουν την εορταστική διάθεση του κοινού, όπως Άγια Νύχτα, Έλατο, Μικρός Τυμπανιστής, Carol of the Bells, καθώς και ένα Christmas Medley, δηλαδή ένα ποτ πουρί από γνωστές χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Στο Β΄ Μέρος παρουσιάστηκαν γνωστές σουίτες του κλασικού — και όχι μόνο — ρεπερτορίου, όπως η Romanian Christmas Suite του Ioan Dobrinescu, η Suite from The Polar Express του Alan Silvestri, με αποκορύφωμα την περίφημη σουίτα Ο Καρυοθραύστης του Τσαϊκόφσκι.

        Σε κάθε περίπτωση, η βραδιά κύλησε σαν μια λεπτή φωτεινή κλωστή, που ένωνε χάρη, κομψότητα και μουσική ωριμότητα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ποιότητα τής ηχητικής του συνόλου εικόνας. Οι ερμηνευτές αποδείχτηκαν άριστα εξοικειωμένοι με τη συγκεκριμένη μουσική κουλτούρα. Γι’ αυτό και ερμήνευσαν τα προτεινόμενα έργα με μοναδική τέχνη και ευαισθησία, καθηλώνοντας το κοινό και διασφαλίζοντας την υψηλή ποιότητα του τελικού αποτελέσματος, για το οποίο τούς απευθύνουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια!

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ * * * Η Μητρόπολη των χριστιανικών εορτών

 

                    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Η Μητρόπολη των χριστιανικών εορτών


   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                   www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Το άρθρο μας αυτό ίσως φανεί σε μερικούς ότι το ξεκινούμε κάπως «ανάποδα». ενώ, δηλαδή, μιλάμε για τα Χριστούγεννα, εμείς θα ξεκινήσουμε από την Ανάσταση και σ’ ένα μεγάλο μέρος αυτού θα συνεχίσουμε συμπορευόμενοι με το θείο γεγονός και τη θεολογία τής Αναστάσεως. Και αυτό προκειμένου, όλως οξυμώρως, να στηρίξουμε με μιαν αποτελεσματικότερη, θεωρούμε, επιχειρηματολογία το βαθύτερο νόημα τής εορτής των Χριστουγέννων!... Τόσο αλληλένδετα και αλληλοσυμπληρούμενα είναι τα δύο αυτά μέγιστα γεγονότα τού χριστιανισμού, τα Χριστούγεννα και η Ανάσταση.

Εάν, λοιπόν, λέγει ο απόστολος των Εθνών, Παύλος (Α΄ Κορ. 15, 19), ο Χριστός δεν ανέστη, εμείς οι χριστιανοί, οι οποίοι μόνη μας ελπίδα έχουμε Χριστόν Αναστημένο (που με την Ανάστασή Του, δηλαδή, θα μας επιβεβαίωνε ότι θα ακολουθήσει και η ανάσταση η δική μας), θα είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι, οι πιο ελεεινοί και εξαπατημένοι απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι, ο Παύλος χρίει αυτομάτως την Ανάσταση ως την υψίστη, τη μεγαλύτερη εορτή τής χριστιανοσύνης. Αλλά και αν ο Χριστός δεν γεννιόταν, δεν θα είχαμε, φυσικά, ποτέ την Ανάσταση και όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτήν, συμπληρώνει ο ιερός Χρυσόστομος και συνδέει, έτσι, αναπόσπαστα τη Γέννηση τού Σωτήρος με την Ανάστασή Του. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζει τα Χριστούγεννα ως τη “Μητρόπολη των εορτών” τής χριστιανικής πίστης και της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Πέραν, όμως, απ’ όλα αυτά, στη ζωή και στην παράδοση τής Εκκλησίας και οι δύο αυτές μεγάλες εορτές τής Χριστιανοσύνης έχουν μιαν όλως ιδιαίτερα μεγάλη και σπουδαία σημασία, γιατί έπαιξαν και οι δυο σημαντικό ρόλο στην υπόμνηση και διασφάλιση τού ορθοδόξου δόγματος. όπως, δηλαδή, το Πάσχα υπογράφει και σφραγίζει το δόγμα τής θεότητας τού Κυρίου, έτσι και τα Χριστούγεννα σφραγίζουν και διασφαλίζουν το δόγμα τής ανθρωπότητάς Του. Στην Ανάσταση βλέπουμε τον άνθρωπο ως Θεό, στη Γέννηση βλέπουμε τον Θεό ως άνθρωπο μες στη φάτνη ανακείμενον.

Έτσι, με το γεγονός τής Βηθλεέμ δεν έχουμε, ουσιαστικά, ανύψωση τού Θεού αλλά ανύψωση και θέωση τού ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς οι άνθρωποι κατά χάρη «θεοί». Ο Θεός στη φάτνη φανερώνεται και γίνεται ως «εις εξ ημών», σαν ένας από εμάς τους κοινούς ανθρώπους. Γι' αυτό και η θεολογία τής σάρκωσης είναι, ουσιαστικά, «κενωτική» θεολογία. Ο Θεός «κατέρχεται», με τη σάρκωσή Του, στον κόσμο μας, «κενούται» (= «αδειάζει») από τη δόξα που είχε, για να υψώσει και «πληρώσει» τον άνθρωπο με τη «δόξα» Του, όπως την ύμνησαν οι άγγελοι την ιερή εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων, στο σπήλαιο τής Βηθλεέμ. Στη Βηθλεέμ, τότε, σαρκώθηκε ο Θεός και γεννήθηκε ο «νέος Άνθρωπος», ο «πνευματικός» Αδάμ. Ο Θεός, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση τής Θεότητας του με τη δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα με αυτήν και την έκανε «ναό» άγιο του. Έτσι, ο ποιητής τού Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως και τέλειος άνθρωπος.

Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι τα Χριστούγεννα παρουσιάζονται πιο πολύ ως η εορτή τού ανθρώπου παρά του Θεού (όπως, αντίθετα, συμβαίνει με την Ανάσταση). Είναι η γενέθλια ημέρα τού Χριστού ως Ανθρώπου, αλλά και του καθενός  από μας  μέσα στην πίστη και την αγάπη τού Θεού. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, από παλιά, κατά των αιρετικών που αρνήθηκαν την ανθρώπινη τού Ιησού φύση (π.χ. των μονοφυσιτών), χρησιμοποίησε ως απόδειξη τη θεία ενσάρκωση και ενανθρώπισή Του, ενώ εναντίον εκείνων που αρνήθηκαν και τυφλά ακόμη συνεχίζουν να αρνούνται τη θεία φύση τού Χριστού, τη θεότητά Του, χρησιμοποίησε ως απόδειξη τη θεία Του Ανάσταση. Είναι, λοιπόν, το Άγιον Πάσχα “εορτή εορτών και Πανήγυρις Πανηγύρεων”, αλλά και τα Χριστούγεννα, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, καθίστανται η Μητρόπολη, η Μητέρα και η ρίζα τού συνόλου των εορτών.

Η γέννηση τού Ιησού, ως ανθρώπου, παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία τής ανθρωπότητας και παρόμοια εκφράζονται γι’ αυτήν και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες και συγγραφείς κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Αυτή η σημαντική Δεσποτική εορτή τής κατά σάρκαν γεννήσεως τού Κυρίου είναι ξεχωριστή και, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα γενέθλια οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, αφού στα Γενέθλια αυτά τού Κυρίου εορτάζουμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός τής θείας Γέννησης, το γεγονός ότι "Θεός εφάνη εν ανθρώποις δια γεννήσεως". Τα Γενέθλια τού Σωτήρα, με την έννοια που τους δίνει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ως Θεοφάνια [(από Θεός + φαίνομαι= θεολογικός όρος που δηλώνει την εμφάνιση, τη φανέρωση τού Θεού)], είναι γιορτή "αρχαιότατη", που- όπως, ίσως, γνωρίζουμε- μέχρι την Δ' εκατονταετία "συνεορταζόταν την 6η Ιανουαρίου, μαζί με τη μεγάλη εορτή τού Βαπτίσεως», με την καθολικότερη επίκληση Επιφάνια [αρχ. ρήμα επιφαίνω/-ομαι= εμφανίζομαι (προκειμένου περί θεού), παρουσιάζομαι αποκαλυπτικά].

Όταν αυτό είναι το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, μπορούμε πολύ καλά να κατανοήσουμε πόσο ανταποκρίνεται στις μέρες μας ο εορτασμός των περισσότερων ανθρώπων στη αληθινή σημασία των Χριστουγέννων. Σίγουρα τα Χριστούγεννα δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι μια εορτή ρουτίνας ή εθιμοτυπίας. Για τους χριστιανούς τής συνείδησης και του βαθύτερου ψυχικού βιώματος τα Χριστούγεννα είναι ένα μυστήριο απρόσιτο, άφατο και ανέκφραστο ακόμα και στον πιο σοφό άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα είναι πέλαγος και ωκεανός έμπρακτης και ενσάρκου αγάπης, επειδή ακριβώς ο Θεός από βαθιά, ακένωτη προς τον άνθρωπο αγάπη έγινε- διά της Γεννήσεως Του- ένσαρκη εικόνα του, τέλειος άνθρωπος, για να γεμίσει και ολοκληρώσει με τον ωκεανό τής αγάπης Του ολόκληρη την κτίση, λογική και άλογη. Μέσα στην Εκκλησία τα Χριστούγεννα είναι η εορτή που βοηθά τους πιστούς να βιώσουν την ενσάρκωση και ενανθρώπηση τού Χριστού όχι ως ένα αλλοτινό γεγονός, του καιρού εκείνου, αλλά ως μια ζώσα λυτρωτική  πραγματικότητα τού σήμερα. “Σήμερον γεννάται”, ψάλλει τις ημέρες αυτές η Εκκλησία μας και καταλύει τα χρονικά και τοπικά όρια τής ιστορικής πραγματικότητας, μεταφέροντας τους πιστούς σ’ ένα αδιάπαυστο και διαρκές λυτρωτικό παρόν, που εισάγει το θεϊκό μέσα στην ιστορική πραγματικότητα.

«Χρόνια Πολλά» σε όλους και κυρίως χριστοκεντρικά και ανυπόκριτα.

   


ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ * * * Περιήγηση Σκοτεινής Κρήτης

 


ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

Περιήγηση Σκοτεινής Κρήτης

[Έκδοση «Γραφοτεχνική Κρήτης», Ρέθυμνο 2025, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 342]

 

     ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                 www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα επισημάνει για τον συμπολίτη, φίλο δικηγόρο, Χάρη Ανδρέα Παπαδάκη (Νταραμανελίτη), ότι συνηθίζει με τα βιβλία του να μας διδάσκει την ιστορία με έναν τρόπο απρόβλεπτο, μοναδικό και γοητευτικά ανορθόδοξο και αντισυμβατικό, διαφορετικό από αυτόν που ακολουθεί, συνήθως, η κλασική ιστοριογραφία. Γιατί στον Χάρη αρέσει να ξεκινά, συνήθως, από τα «ψιλά» και φαινομενικά ασήμαντα θραύσματα κάθε εποχής και, τελικά, να τα υφαίνει σε ένα πολύχρωμο υφαντό, που αγκαλιάζει ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας του τόπου. Έτσι προσέγγισε στο παρελθόν τους αγαπημένους του Αφρικανούς (Χαλικούτες), τους Λεπρούς,“Μεσκίνηδες - παραγκωνισμένη και κοινωνικά στιγματισμένη κοινότητα- «Τους Οίκους ανοχής, στην πολιτεία τής ανοχής» και τους Διαφορετικούς, τους περιθωριοποιημένους τύπους της πόλης μας.

 Ωθείται, συνήθως, από το ανυποχώρητο πάθος του «για το μεγάλο, το βουβό πρόσωπο της Ιστορίας, τον απλό άνθρωπο!», για τις άγνωστες κοινωνικές ομάδες που έζησαν στην Κρήτη και, με τον χρόνο, σβήστηκαν, αφήνοντας πίσω τους ελάχιστα ξεθωριασμένα και συχνά παραγνωρισμένα ίχνη, σαν ψίθυρους που χάνονται στον άνεμο του παρελθόντος. Συχνά, καθοριστικό κίνητρο στις έρευνές του υπήρξε και η ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη εκμετάλλευση τού ανθρώπου από τον άνθρωπο, μια πληγή που εξακολουθεί να αιμορραγεί επίμονα και πεισματικά ακόμη και σήμερα στον υποτιθέμενο πολιτισμένο κόσμο μας.

 Με παρόμοιο τρόπο, μπορώ να πω ότι ο Χ. Παπαδάκης προσέγγισε και το παρουσιαζόμενο με το παρόν σημείωμά μας πόνημά του, που φέρει τον όλως απρόσμενο και εντυπωσιακό- όπως συμβαίνει, συνήθως, στα βιβλία του- τίτλο: «Περιήγηση Σκοτεινής Κρήτης». Για άλλη μια φορά, ο φίλος Χάρης ωθήθηκε από το δυνατό και ανυποχώρητο πάθος του για το βουβό πρόσωπο της Ιστορίας και ειδικότερα, εδώ, για μνημεία που ξεχάστηκαν από την ιστορία και τα οποία – όπως σημειώνει χαρακτηριστικά – τον εντυπωσίασαν λόγω των παράξενων και μυστηριωδών λέξεων με τις οποίες τα γνωρίζουμε (όπως καμάρια, άρκλες, αρκοσόλια, ρωτακισμός, συγκρητισμός κ.λπ). Βέβαια, όλα αυτά ανήκουν στον χώρο της εξειδικευμένης επιστήμης, που παραμένει μακριά από τον ορίζοντα του μέσου αναγνώστη. Φερ’ ειπείν τα αρκοσόλια [=βαθύ τυφλό τόξο (arcus) πάνω από τον τάφο του νεκρού], αλλ’ εν πολλοίς και τα καμάρια (κυρίως στα Σφακιά, ταφικές αψίδες σε σημαίνοντα πρόσωπα) είναι πολύ γνωστά τόσο στη Χριστιανική, όσο και στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, ενώ και ο ρωτακισμός στη Γλωσσολογία και κάποιοι άλλοι από τους προαναφερθέντες όρους στην επιστήμη της Λαογραφίας.

Προκειμένου να επιτύχει αυτήν την τολμηρή κατάδυση στα άδυτα της κρητικής ιστορίας, ο συγγραφέας χρειάστηκε να διατρέξει απ’ άκρη σ’ άκρη την Κρήτη. Ως ακούραστος και επίμονος περιηγητής, αναζήτησε, εντόπισε, διείσδυσε, φωτογράφισε και κατέγραψε τα μνημεία αυτά που ανήκουν στη σκοτεινή –όπως την αποκαλεί– πλευρά της Κρήτης. Πρόκειται για μια πτυχή της κρητικής Ιστορίας άγνωστη στον πολύ κόσμο, η οποία εντάσσεται στην κατηγορία του λεγόμενου Σκοτεινού Τουρισμού. Η έννοια αυτή εμφανίστηκε στην Ελλάδα μόλις τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και βρίσκεται ακόμα σε πρωτογενές και αδιαμόρφωτο στάδιο. Πρωτοπόρος, λοιπόν, και στην έρευνά του αυτήν ο φίλος Χ. Παπαδάκης- όπως και σε τόσες άλλες προηγούμενες- ασχολήθηκε με πρωτότυπα θέματα αντλημένα από τα «ψιλά» γράμματα της Ιστορίας, τα οποία συχνά διαφεύγουν από τα βλέμματα των πολλών.

Στον χώρο, λοιπόν, αυτών των μνημείων ο συγγραφέας εντοπίζει κατακόμβες στις Στέρνες, στο Ακρωτήρι των Χανίων και λοιπά ταφικά μνημεία.  Όλα σιωπηλοί μάρτυρες, στέκουν σαν φαντάσματα του χρόνου και είναι συχνά ερειπωμένα. Παραδείγματα αποτελούν οι μεζαρόπετρες (οθωμανικές επιτύμβιες στήλες, που τοποθετούνται όρθιες πάνω στους τάφους των μουσουλμανικών κοιμητηρίων), οι τουρμπέδες (μεγαλοπρεπή μουσουλμανικά ταφικά μνημεία), καθώς και κοιμητήρια ξένων (όπως το Συμμαχικό Νεκροταφείο Σούδας, το Ρωσικό, Αγγλικό, Φράγκικο, το Πολωνικό και Ρωσικό του Ρεθύμνου, το Αγγλικό του Ηρακλείου και το Γαλλικό της Σητείας).

Το βιβλίο, τελικά, καθίσταται μια άρτια υφασμένη και πολυεπίπεδη Γενική Ιστορία της Κρήτης, αναφερόμενη σφαιρικά σε όλες τις ιστορικές περιόδους της Μεγαλονήσου. Κυρίως, όμως, εστιάζει στη Βενετοκρατία, την Οθωμανοκρατία και τη Σύγχρονη Ιστορία, με έμφαση σε αυτήν την τελευταία περίοδο, στη Διεθνή Κατοχή της Κρήτης, στην Κρήτη των «Άλλων» και στη Ναζιστική Κατοχή. Μέσα από τα κεφάλαια αυτά ο συγγραφέας ανακαλύπτει και φωτίζει ό,τι εντυπωσιακό και αποκαλυπτικό συναντά. Εξετάζονται οι εθνικές μειονότητες της Κρήτης (Φράγκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι – με ιδιαιτέρως πλούσια τεκμηρίωση για την εβραϊκή παρουσία στο Ρέθυμνο) και τα σκοτεινά, κατά τον συγγραφέα, σημεία της κρητικής ιστοριογραφίας (Ναζιστική και Ιταλική Κατοχή 1941-45, Κρητική Αντίσταση και μαρτυρικά χωριά της Κρήτης, καθώς και το έργο της Επιτροπής Διαπιστώσεως των Γερμανικών Ωμοτήτων στην Κρήτη από τα στρατεύματα κατοχής του νησιού). Τέλος, φθάνει και στον σφακιανό ρωτακισμό (μετατροπή του συμφώνου λ σε ρ [καλά είμαι = κα(ρ)ά ’μαι]), ενώ μελετά, επίσης, και καταγράφει τα άγραφα ήθη και έθιμα ορισμένων περιοχών της Κρήτης με ισχύ νόμου, όπως το αντέτι των Σφακιανών, δείχνοντας, για μια ακόμη φορά, το ενδιαφέρον του για κάθε ιδιότυπο στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού.

Το ενδιαφέρον, πάντως, του συγγραφέα για τα αρκοσόλια στην Κρήτη μονοπωλεί, καταφανώς, την προσοχή του και καταλήγει, θα έλεγα, σε μια πρώτη, συστηματική και ευρύτατη καταγραφή τους. Η καταγραφή παρουσιάζεται- συνοδευόμενη από πλούσιο και αποκαλυπτικό φωτογραφικό υλικό- ανά νομό και επαρχία της Κρήτης, με τα χωριά και τους ναούς που φιλοξενούν αρκοσόλια καταγεγραμμένους κατά αλφαβητική σειρά.

Ο συγγραφέας προτείνει εύστοχες και διεισδυτικές παρατηρήσεις, διατυπώνει αμφισβητήσεις ή στηλιτεύει με οξύτητα τις καταστροφές που έχουν παρατηρηθεί σε πάμπολλα ταφικά μνημεία, δείγμα μιας θλιβερής και ανεπίτρεπτης έλλειψης σεβασμού. Παράλληλα, αναδεικνύει τους παραλογισμούς, τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις και τις παράλογες αντιδικίες που καταγράφηκαν απέναντι σε ξένες πληθυσμιακές κοινότητες της Κρήτης, φωτίζοντας έτσι μια πλευρά της ιστορίας που συχνά παραμένει στην αφάνεια.

Η προσπάθειά τού Χάρη Παπαδάκη υπήρξε και αυτή τη φορά φιλόπονη, εξαντλητική, επίπονη και βαθιά αγωνιώδης. Πρόκειται για μια εργασία που απαιτούσε υπομονή, πείσμα,  πνευματική αντοχή και αφοσίωση. Γι’ αυτό συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό και δόκιμο συμπολίτη συγγραφέα και του ευχόμαστε να έχει υγεία και δύναμη, για να συνεχίσει τη γόνιμη, εργώδη και δημιουργική πορεία του. Μια πορεία που έχει ήδη αφήσει ουσιαστικό και ανεξίτηλο αποτύπωμα στον πνευματικό πολιτισμό του τόπου μας.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ * * * Η ΠΡΑΟΤΗΤΑ * * * Διεπιστημονική θεώρηση

 


ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

 

Η ΠΡΑΟΤΗΤΑ

Διεπιστημονική θεώρηση

 [Ηράκλειο Κρήτης 2025, σχ. 16ο (17Χ12), σσ. 288]

 

             ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                  www.ret-anadromes.blogspot.com

 

  Ομότιμος Καθηγητής της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ο κ. Γεώργιος Ε. Κρασανάκης και πρώην Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής είναι, σαφώς, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να διαπραγματευτεί και διαχειριστεί ένα τέτοιο λεπτό και επιστημονικό, όπως το εν τω τίτλω, θέμα, «Η Πραότητα- Διεπιστημονική θεώρηση», που αποτελεί καρπό- μαζί και με δεκάδες άλλα ψυχολογικά και παιδαγωγικά βιβλία- των πλούσιων και  πολύχρονων επιστημονικών σπουδών του σε Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του Εξωτερικού [Θεσσαλονίκης, Γενεύης, Παρισίων (Σορβόνης- Paris V)] και της επιτυχούς μακράς πανεπιστημιακής του διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια της Κρήτης και της Κύπρου.

      Ο υπότιτλος «διεπιστημονική θεώρηση» δηλώνει ότι, ακριβώς, μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου μιλούν με ισχυρή άποψη και γλώσσα σαφή και ξεκάθαρη γλωσσολόγοι, φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, θεολόγοι και Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Σιναΐτης και Μάξιμος ο Ομολογητής και, βέβαια, η Αγία Γραφή.

    Πρόκειται για ένα θέμα αρκετά πρωτότυπο και μέσα ακραιφνώς στα διαφέροντα της ψυχολογικής επιστήμης, στο οποίο εμπλέκονται και πολλές βασικές ψυχικές του ανθρώπου λειτουργίες, όπως η νοημοσύνη, το συναίσθημα, η ηθική και η βούληση, αλλά ακόμα και η προσοχή, το ενδιαφέρον και ο λόγος. Πρόκειται, ακόμα, για ένα θέμα εξαιρετικά χρήσιμο και πρακτικό, αφού μπορεί να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή. Πράος είναι ο γλυκύς στους τρόπους, ο προσηνής και συγκαταβατικός άνθρωπος, κοντά στον οποίο κάθε άλλος άνθρωπος αισθάνεται άνεση και ψυχική ευφορία. Με αυτήν την έννοια, μπορούμε να δεχθούμε ότι η πραότητα είναι μια έμφυτη ικανότητα, μια εγγενής αρετή, θείο δώρο και κόσμημα της προσωπικότητας του ατόμου, που, πέραν της έμφυτης ικανότητας, μπορεί να οφείλεται και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, μάλιστα δε στην αγωγή που δίδεται από την οικογένεια, πράγμα που δημιουργεί σοβαρή υποχρέωση και ευθύνη των γονέων προς το παιδί, η μετάδοση αυτής και άλλων παρόμοιων αρετών. Γιατί είναι αποδεδειγμένο ότι η πραότητα των γονέων και των διδασκάλων τούς κάνει πολύ πιο οικεία και φιλικά πρόσωπα προς το παιδί.

 Η πραότητα θα μπορούσε, περαιτέρω, να θεωρηθεί ως μια όμορφη στάση ζωής, ως ένα όμορφο και δυναμικό συναίσθημα, που μπορεί να απελευθερώνει τάσεις που ανυψώνουν τη ζωή και ανοίγουν πόρτες αισιοδοξίας, ελπίδας και ευτυχίας στον άνθρωπο. Αυτός, ακριβώς, είναι ο λόγος που το συναίσθημα αυτό αναφέρεται στη θετική Ψυχολογία, που μελετά τα θετικά συναισθήματα του ανθρώπου και τους παράγοντες εκείνους που απομακρύνουν εμπόδια και δυσκολίες και κάνουν τη ζωή να είναι πιο ευχάριστη, πιο ευτυχισμένη, πιο όμορφη και φωτεινή.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια σπουδαία και πλούσια ψυχολογική μελέτη του αειθαλούς και αειφόρου- καίτοι συνταξιούχου, πλέον- Καθηγητή, για ένα βιβλίο που στηρίζεται βασικά στην ψυχολογική επιστήμη, παρότι περιέχει και πλείστα όσα φιλοσοφικά, ερμηνευτικά, φιλολογικά και θεολογικά στοιχεία, με συχνές αναδρομές στην αρχαία αριστοτελική, πλατωνική και επικουρική φιλοσοφία, ενώ δεν παραλείπει να παρουσιάσει και άλλες ταυτιζόμενες ή συμπληρωματικές προς την πραότητα αρετές, που συνιστούν ένα πραγματικό εγκώμιο αρετής, έναν ασφαλή οδηγό του ανθρώπου και μια πυξίδα που τον οδηγεί αλάνθαστα στον δρόμο προς την ευτυχία και την ευδοκίμηση στη ζωή.

 Η πραότητα κατά τον συγγραφέα δεν πρέπει να θεωρείται ως μια τυπική, ως μια απλή εκδήλωση σωστής συμπεριφοράς, αλλά ως κάτι πολύ περισσότερο και πιο βαθύ. Έτσι, η πραότητα καθίσταται ένα από τα ευγενέστερα και βαθύτερα συναισθήματα του ανθρώπου, που πηγάζουν από μέσα του και ενισχύουν και κινούν την ψυχή και την καθιστούν ικανή να υπερβαίνει τις δυσκολίες και να εκφράζεται σωστά στο συνανθρώπινο περιβάλλον.

Είναι, τέλος, σημαντική η παράθεση στα κεφάλαια του βιβλίου και κεφαλαίου σχετικού προς τον θυμό, ότι ο «θυμός», το αντίθετο της «πραότητας», οφείλεται, ακριβώς, στην άγνοια του ανθρώπου και ότι η γνώση και η διδασκαλία μπορούν να οδηγήσουν και να κατευθύνουν τον άνθρωπο στην απομάκρυνσή του από το ελάττωμα αυτό. Δίνει προς τούτο πολλά στοιχεία διαχείρισης του πάθους- ελαττώματος αυτού, που, εξαφανιζόμενο, διά της αγωγής, παραχωρεί, φυσικώ τω τρόπω, τη θέση του στην αρετή της πραότητας.  

Ως κατακλείδα του όμορφου αυτού βιβλίου ο συγγραφέας παραθέτει τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του από «Μια μικρή έρευνά» του, γύρω από τη συγκεκριμένη προβληματική του ευγενούς αυτού αθλήματος της «πραότητας», ώστε η μελέτη του να προσλάβει, πέραν του θεωρητικού, και εμπειρικό χαρακτήρα. Το δείγμα της έρευνας ήταν τυχαίο. Έλαβαν μέρος 190 άνθρωποι: 92 άνδρες και 98 γυναίκες από 15 ετών και άνω. Η έρευνα έγινε με τη μέθοδο του ερωτηματολογίου, ενώ, στη συνέχεια, ο συγγραφέας προέβη στη μελέτη και λεπτομερή εξέταση των απαντήσεων που δόθηκαν, εξάγοντας τα σχετικά συμπεράσματα.

Για άλλη μια φορά συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε τον εκλεκτό Καθηγητή και φίλο κ. Γεώργιο Ε. Κρασανάκη και του ευχόμαστε να έχει δύναμη και υγεία, για να συνεχίζει επί μακρόν τη γόνιμη, δημιουργική και εργώδη δραστηριότητά του στον χώρο της ψυχολογικής και παιδαγωγικής επιστήμης, όπου η μέχρι σήμερα συμβολή του είναι σπουδαία και πολυτρόπως αναγνωρισμένη. 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΓΑΣΠΑΡΗΣ * * * ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

 


ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΓΑΣΠΑΡΗΣ

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

         [Εκδόσεις ΟΤΑΝ, Αθήνα 2025, σχ. 8ο  (24 Χ 17), σσ. 232]

 

 

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Για λογαριασμό των Εκδόσεων «Όταν» κυκλοφόρησε πρόσφατα η τελευταία συγγραφική δουλειά, με τον τίτλο «Διαδρομές και Επισημάνσεις», του ρεθεμνιώτη φιλoλόγου, εικαστικού και ποιητή Αιμίλιου Γάσπαρη. Το παρουσιαζόμενο βιβλίο αποτελείται από μια σειρά κειμένων, παλιές δημοσιεύσεις διαφόρων εντύπων, εφημερίδων, ιστοσελίδων και περιοδικών, που είδαν το φως σε διάστημα αρκετών δεκαετηρίδων. Η θεματική τους αφορά σε τόπους, πρόσωπα, θέματα πολιτικής και κοινωνικής κριτικής, ενώ ένα μεγάλο μέρος καταλαμβάνουν και κείμενα με εντυπώσεις του συγγραφέα από επισκέψεις του στο Αγιώνυμον Όρος.

Το φωτογραφικό μέρος του βιβλίου απαρτίζεται από μια σειρά φωτογραφιών από την ενότητα «Αγιολούλουδα του Υμηττού», που είναι αποτέλεσμα του θαυμασμού του συγγραφέα για τα λουλούδια αυτά, που επιμένουν να υπάρχουν και να ομορφαίνουν τη ζωή μας, παρά τις σύγχρονες κλιματολογικές συνθήκες.

 Πρόκειται για ένα βιβλίο που αγκαλιάζει ολόκληρη την Ελλάδα από την Ξάνθη μέχρι τη Ρόδο, την Κρήτη και το Άγιον Όρος, με εξαίρεση δυο άρθρα που αναφέρονται στη Βαρκελώνη της Ισπανίας. Ξεχωρίζει για τις πολύτιμες ξεναγήσεις του στις εναπομένουσες ομορφιές των ελληνικών πόλεων και για τις εντυπωσιακές σκέψεις που καταθέτει γύρω από την ιδιομορφία τους και για τα φιλοξενούμενα στα όριά τους μνημεία του πολιτισμού.

Ειδικότερα, τα πρώτα κείμενα του βιβλίου αναφέρονται σε τόπους (Αχαρνές, Τριόπετρα του Ρεθύμνου, με ξεχωριστή, εδώ, έκφραση λατρείας στη πανέμορφη Βαρκελώνη, για τις πολύ έξυπνες, όπως παρατηρεί, λύσεις που οι κάτοικοί της, άνθρωποι οργανωτικοί, έδωσαν σε πολλά προβλήματα της πόλης). Αναφέρονται, επίσης, σε Μουσεία (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης), πρόσωπα και σε σχέσεις τόπων (Κρήτη- Λυβύη), όπου αναγνωρίζονται πολλά κοινά σημεία.

Ο τόπος αποτελεί το πεδίον μιας αναζήτησης και μιας διερεύνησης για τον συγγραφέα, που άλλοτε τρυφερή και ερωτική έρχεται και τον αγκαλιάζει και τον γεμίζει με «δείγματα» μιας αύρας που τον συνεπαίρνει και τον καθοδηγεί κι άλλοτε με «δήγματα» που τον πονούν αφόρητα και τού αφήνουν πληγές ανεπούλωτες, για να αναφερθώ σε δυο χαρακτηριστικές λέξεις από τον τίτλο ενός προηγηθέντος πονήματός του.

Στο παρουσιαζόμενο, επίσης, βιβλίο του ο συγγραφέας κρίνει και επικρίνει την επικρατούσα κατάσταση τόσο στο Ρέθυμνο και την Αθήνα, όσο και παντού της Ελλάδας και με λόγο δριμύ και ιδιαίτερα τσεκουράτο και καυστικό, καταθέτει τις απόψεις του τόσο στα πολιτικά και οικονομικά, όσο και στα κοινωνικά πράγματα της ελληνικής πολιτείας κατά την περίοδο, κυρίως, των ετών 2011- 2013. Ιδιαίτερα, περαιτέρω, τον απασχολούν στις κρίσεις του αυτές και θέματα που άπτονται της εκπαιδευτικής μας κακοδαιμονίας, αλλά και του πολιτισμού τού τόπου μας, που πλήττεται από μεγάλες φαραωνικές πληγές, που ακούνε στο όνομα ζητιανιά, λαθρομετανάστες, γκράφιτι, πορνεία και ναρκωτικά. Οργώνει όλες τις αθηναϊκές συνοικίες από τη μια άκρη της πρωτεύουσας ως την άλλη, έρχεται αντιμέτωπος και παρακολουθεί με απογοήτευση την κατάστασή τους και συχνά τον εξευτελισμό ενός κόσμου παρακμής και ασυδοσίας. Ταξιδεύει, κινείται και παρακολουθεί τα πάντα από κοντά και βρίσκει μπροστά του έναν κόσμο που έχει καταντήσει αγιάτρευτα άρρωστος και μολυσματικός, ώστε ο συγγραφέας να πικραίνεται και να εκδηλώνει έντονα την πίκρα του αυτήν από τη σύγχρονη εξέλιξη των πραγμάτων, γιατί οι αλλαγές δεν γίνονται, πάντοτε, όμορφα και αρμονικά. Ο κόσμος, θεωρεί ο συγγραφέας, δεν αλλάζει έτσι απλά με κούφια προοδευτικά λόγια και με δήθεν επαναστατικές διαθέσεις και συμπεριφορές. Στις κρίσεις και στις παρατηρήσεις του αυτές ανταποκρίνεται, να σημειώσουμε, το δεύτερο σκέλος του τίτλου του βιβλίου, «επισημάνσεις», ενώ στις επισκέψεις του σε τόπους της Ελλάδας και του εξωτερικού το πρώτο, «διαδρομές».   

Ιδιαίτερα εντυπωσιακές και οι σελίδες που αναφέρονται στον Διονύσιο Σολωμό, του οποίου την ποίηση ο συγγραφέας παρουσιάζει σαν φάρο που φωτίζει δυναμικά και ρωμαλέα τη λογοτεχνική πορεία του ελληνικού έθνους, ενώ στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου- στα Αγιορείτικα, όπως τα ονομάζει- ξεδιπλώνεται πλούσια το μεγάλο λογοτεχνικό χάρισμα του συγγραφέα. Τα κείμενα αυτά αποπνέουν περισσότερο άρωμα ευαισθησίας, θρησκευτικής πίστης, ανθρωπιάς, ανάμνησης και αγάπης. Εδώ, με χαρακτηριστική άνεση ονοματίζει και προσδιορίζει τους τόπους της αγιορείτικης χερσονήσου, τα μοναστήρια, τις σκήτες και τα κελιά, συνεχίζοντας τις εύστοχες παρατηρήσεις και επισημάνσεις του γύρω από τη φιλοξενία, τον πλούτο, την πίστη, τα κειμήλια (εικόνες, χειρόγραφα, περγαμηνές και κώδικες) και ξεχωρίζοντας απ’ όλα τα μοναστήρια, την Ι. Μονή Φιλοθέου.

Παντού ο λόγος του συγγραφέα εκφράζει τις έντονες αναμνήσεις του από τις «διαδρομές» του με θαυμάσια και λεπτότατα συναισθήματα, ενώ παντού αφήνει να αναδύονται και οι ομορφάδες των περιγραφόμενων τόπων. Συνήθως, σύντομες και κοφτές οι προτάσεις ανεβαίνουν στην καρδιά του αναγνώστη τους ηχηρές, όμορφες, ζωηρά ποιητικές. Ο λόγος εμφανίζεται συχνά βαθιά αλληγορικός, πάντως κομψός, λεπτός και εύχαρης. Οι τίτλοι προδιαθέτουν- από την πρώτη, κιόλας, στιγμή- για το περιεχόμενο, που αποπνέεται συχνά και με γενναιόδωρη κοινωνική, πολιτική και φιλοσοφική διάθεση, με πλούσιες χρωματικές κλίμακες, που απορρέουν από την παλέτα του μεγάλου λογοτεχνικού ταλέντου του συγγραφέα, που, όπως είπαμε, συμβαίνει να είναι και ποιητής και ζωγράφος.

Ιδιαίτερες ευχές και ευχαριστίες στον εκλεκτό φίλο και συνάδελφο Αιμίλιο Γάσπαρη, ακάματο του Λόγου και της Ποίησης εργάτη, και γι’ αυτήν την τελευταία γόνιμη και δημιουργική παρουσία του στα Ελληνικά Γράμματα.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ * * * Το Ρέθυμνο και οι Μάρτυρές του

 

1.    Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες με κρητικές ενδυμασίες (έργο Ι. Μ. Σωτήρος, Κουμπέ)

   ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

 

Το Ρέθυμνο και οι Μάρτυρές του

(Ιστορική αναδρομή στην αποκάλυψη των Τάφων τους, στη φυλακή τους στον πύργο Σου Κουλέ, στον Κήπο και στους δρόμους που τους αφιέρωσαν επί Κρητικής Πολιτείας)


           ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            (http://ret-anadromes.blogspot.com)


          Οι τάφοι τους

  Η αποκάλυψη, τον Απρίλιο του έτους 2002, των τεσσάρων Τάφων των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων- Γεωργίου, Αγγελή, Μανουήλ και Νικολάου (εικ. 1)- κάτω απὸ τον ενιαίο, μέχρι τότε, τάφο τους (αὐτὸν τοῦ ἔτους 1904), στὴ νοτιοδυτικὴ γωνία τού ναού τού Αγίου Γεωργίου Περιβολίων (εικ. 2), αποτελεί για τον τόπο γεγονός υψίστης θρησκευτικής σημασίας. σημασίας που αγγίζει βαθιά τόσο την πνευματική ταυτότητα του ναού και των Περιβολίων- του τόπου που κράτησε στα σπλάχνα του, για δύο, περίπου, χρόνια (1824–1826), τα τίμια λείψανά τους- όσο και της πόλης και του νομού, γενικότερα, που σεμνύνονται και καυχώνται για την ρεθεμνιώτικη, από τις Μέλαμπες, Αγίου Βασιλείου, καταγωγή τους.

2.   Οι τέσσερις Τάφοι των Αγίων, στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου Περιβολίων.

Οι μάρτυρες, είναι οι κατεξοχήν Άγιοι της Εκκλησίας. Ανάμεσα στους διαφόρους χορούς των Αγίων- σύμφωνα με την αρχαία χριστιανική παράδοση- οι Μάρτυρες κατέχουν ξεχωριστή και εξέχουσα θέση, αμέσως μετά τους Αποστόλους και τους Ευαγγελιστές. Οι πρώτοι που τύχαιναν τιμής και αναγνώρισης της αγιότητάς τους ήταν, πάντοτε, οι μάρτυρες, τους οποίους οι πιστοὶ (κλήρος και λαὸς) τιμούσαν αμέσως μετὰ τὸ μαρτύριό τους με μιαν αδιάσπαστη ομοφωνία. Ἡ θυσία τής ζωής ήταν και παραμένει η υπέρτατη και πιο εύγλωττη πράξη πίστης και αφοσίωσης στον Θεό. Για τούτο και «ήρωας» της Εκκλησίας θεωρούνταν και είναι κατεξοχήν ὁ «μάρτυς» κι έπειτα ο «άγιος». Έτσι, οι Μάρτυρες υπήρξαν οι πρώτοι και κορυφαίοι άγιοι της Εκκλησίας, οι «πολύφωτοι αστέρες» αυτής και τα «μυρίπνοα άνθη» Της, που διαμόρφωσαν τα πνευματικά πρότυπα όλων των μεταγενέστερων Αγίων.

 Έχουμε, λοιπόν, και στο Ρέθυμνο τέτοιους λεβέντες μάρτυρες- προστάτες της πόλης, ενδεδυμένους- όπως τους βλέπεις στις αγιογραφίες τους- με τις κρητικές τους βράκες, με γνήσιο και υψηλό αντρίκειο φρόνημα και αδιάφθορη κρητική πρεπιά (βλ. εικ. 1), που έχυσαν το ιερό και πανάγιο αίμα τους και πότισαν με αυτό την ομώνυμη πλατεία τής πόλης μας. Μια πλατεία που, για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί ποτέ να πάψει πια να φέρει το τίμιο κι ευλογημένο όνομά τους. Η πλατεία αυτή, η μεγαλύτερη και κεντρικότερη του Ρεθύμνου έχει, είναι γεγονός, ταυτιστεί απόλυτα με τους μάρτυρές της, ώστε, έκτοτε, δεν την ακούς με άλλο όνομα. 

Και χαίρω ιδιαίτερα- και το μοιράζομαι με ευγνωμοσύνη - που πριν από είκοσι και πλέον χρόνια, από τη θέση της τριμελούς Επιτροπής Ονοματοδοσίας Σχολείων της Περιφέρειας Κρήτης, στην οποία είχα την τιμή ως μέλος να συμμετέχω, παρακολούθησα με συγκίνηση τον Σύλλογο Διδασκόντων του 3ου Γυμνασίου να προτείνει ως πρώτη επιλογή για την ονομασία του σχολείου τους το όνομα «Τέσσερις Μάρτυρες». Ένα όνομα που δικαιωματικά τους ανήκει και αποδόθηκε από την Επιτροπή στο σχολείο, το οποίο κυριολεκτικά ζει και αναπνέει  κάτω από τη σκιά των εν λόγω Ρεθεμνιωτών Μαρτύρων.

 

  Δρόμοι αφιερωμένοι στους 4 Μάρτυρες επί Κρητικής Πολιτείας- Φυλακή των Μαρτύρων

 Η οδός «Τεσσάρων Μαρτύρων» επί Κρητικής Πολιτείας- όταν από την ρωσική κατοχική δύναμη δόθηκαν, για πρώτη φορά, ονόματα στους δρόμους του Ρεθύμνου- ήταν ένας ασήμαντος δρομίσκος, η σημερινή οδός Μοσκοβίτου, παράλληλα και βόρεια της οδού Πρίγκηπος (σημερινής  Παλαιολόγου). Εκεί ένα γύρο ανευρίσκουμε και τις οδούς Αγγελή, Νικολή, Μανόλη, Γεωργίου, που φέρουν τα ονόματα ενός εκάστου και των λοιπών αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων. Το σύνολο των δρόμων αυτών οριοθετεί τον χώρο φυλάκισής τους, στον Προμαχώνα του Λιμανιού και στον Κήπο του Πρίγκιπα Γεωργίου, που στα τουρκικά ονομαζόταν Γκιουλ Μπαξές (= ωραίος κήπος) και με παραφθορά Γκιουλούμπασης, όπως μας είναι η περιοχή φυλάκισης των Αγίων σήμερα γνωστή.

    Για τη δημιουργία αυτού του κήπου λέγεται ότι, όταν το 1898 εγκαταστάθηκαν στο Ρέθυμνο οι Ρώσοι, αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν δημοτικό κήπο στην περιοχή γύρω από τον πύργο Σου Κουλέ, όπου σήμερα βρίσκεται το τελωνείο. Ο Διοικητής του Ρεθύμνου, Θεόδωρος ντε Χιοστάκ, έδωσε εντολή στις 23 Νοεμβρίου 1898 «…προς εξωράϊσιν της πόλεως να φυτευθεί κήπος επί των προχωμάτων της οχυρώσεως του λιμένος…». Την επίβλεψη του έργου ανέλαβε ο μηχανικός Μιχαήλ Σαββάκης, ενώ υπεύθυνος για τη διαχείριση των χρημάτων ορίστηκε ο Ρώσος υπολοχαγός Δολγκώφ. Ο κήπος αυτός ονομάστηκε «Δημοτικός», καθότι δεν υπήρχε ακόμη ο σημερινός Δημοτικός Κήπος. Βρισκόταν ως δέκα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και έδινε την εντύπωση των «Κρεμαστών Κήπων» τής Βαβυλώνας. Οι ρίζες των δέντρων θα έφθαναν, ασφαλώς, χαμηλά ως κάτω στις καμάρες τού προχώματος που προστάτευε το μικρό λιμάνι, κάτω από το οποίο υπήρχαν δυο σιδηρόφρακτες αποθήκες, χρησιμοποιούμενες από τους Τούρκους ως φυλακές (εικ. 3).

3.   Στη φωτογραφία αυτήν από τον Gerola (1905;) έχουμε μια γενική εικόνα του Βενετσιάνικου Λιμανιού. Της φυλακής των Τεσσάρων Μαρτύρων (στο κέντρο), του Υγειονομικού Σταθμού (αριστερά) και των κήπων (μόλις διακρίνονται κάποια δέντρα), που, δέκα μέτρα ψηλά πάνω από την θάλασσα, έδιναν την εντύπωση... «Κρεμαστών Κήπων» της Βαβυλώνας.

 Εκεί, στις κάθυγρες αυτές και σκοτεινές αποθήκες, φυλακίστηκαν για τέσσερις περίπου μήνες, πριν από το μαρτύριό τους (28/ 10/1824), οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου. Τα τελευταία χρόνια πριν από την Κατοχή (1935), στον κήπο αυτόν φύονταν κυρίως φοίνικες, αλμυρίκια και άλλα δέντρα. Το 1931, επί υπουργίας Ν. Ασκούτση, ο κήπος, ο προμαχώνας και οι φυλακές των Αγίων κατεδαφίστηκαν, και στη θέση τους ανεγέρθηκε το τελωνείο από τον μηχανικό Γ. Τσίχλη. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων ανευρέθηκαν ψηφιδωτά, τα οποία, όμως, δεν διασώθηκαν ούτε και χρονολογήθηκαν.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ * * * Βίκτωρ Ουγκώ * ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής * * Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

Εικ. 1. Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885)

 ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

Βίκτωρ Ουγκώ ένας μεγάλος Φιλέλληνας ποιητής

Αποσπάσματα από το ποίημά του «Ναυαρίνο»

 

         ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

      www.ret-anadromes.blogspot.com

 

  Ο Ουγκώ (1802-1885) (εικ. 1) υπήρξε, αναμφισβήτητα, ένας μεγάλος φιλέλλην, αλλά και φίλος και ολόθερμος υπερασπιστής και διαλαλητής της ελευθερίας και των δικαίων όλων των λαών. Ο Ουγκώ δεν έβλεπε την Ελλάδα μόνο ως ιστορική μνήμη, αλλά και ως ζωντανή αδελφή, ως μάνα του πνεύματος. Η Ελλάδα του Ομήρου και του Μπάιρον δεν ήταν απλώς σύμβολα· ήταν οι δύο καρδιές που χτυπούσαν μέσα στο στήθος του ποιητή. Η φωνή του Ουγκώ, σαν αρχαίος χρησμός, διαπερνά τους αιώνες και φτάνει ως εμάς, υπενθυμίζοντας πως η ποίηση δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά πράξη ελευθερίας.

 Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνος (εικ. 2) στο Μεσολόγγι φαίνεται πως υπήρξε το πρώτο ισχυρό ερέθισμα για τον νεαρό τότε Ουγκώ, ώστε να υψώσει τη φωνή του για την Ελλάδα. Ο θάνατος του Βύρωνα ήταν η σπίθα που άναψε το φιλελληνικό πάθος του Ποιητή. Και ήταν, τότε, μόλις είκοσι δύο ετών, όταν, ανάμεσα στα άλλα έγραφε: «Εμείς του χρωστούμε βαθιά ευγνωμοσύνη. Έδειξε στην Ευρώπη πως οι ποιητές της Νέας Σχολής και αν δεν λατρεύουν πια τους θεούς της κλασικής Ελλάδας, πάντα, όμως, θαυμάζουν τους ήρωές της. Και λιποτάχτες αν είναι του Ολύμπου, τουλάχιστο ποτέ δεν αποχωρίστηκαν από τις Θερμοπύλες». Και συνεχίζει: 

Εικ. 2. Ο μεγάλος φιλέλληνας Λόρδος Βύρων

«(…) Ελλάδα του λόρδου Μπάιρον, Ελλάδα του Ομήρου,

Εσύ γλυκιά μας αδελφή, εσύ δική μας μάνα».

        Τρία χρόνια αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου του 1827, ξεσπά η Ναυμαχία του Ναυαρίνου (εικ. 3), η περίφημη εκείνη σύγκρουση μεταξύ του ευρωπαϊκού και του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου, όταν ο τριεθνής στόλος, υπό τους ναυάρχους Δεριγνύ, Κόδριγκτον και Χέυδεν, κατατρόπωσε τον τουρκοαιγυπτιακό τού Ιμπραήμ έξω από το Ναυαρίνο, πράγμα που άλλαξε τη μοίρα του Αγώνα και άνοιξε τον δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία. Η θάλασσα του Ναυαρίνου δεν φιλοξένησε απλώς πλοία· έγινε καθρέφτης της ευρωπαϊκής συνείδησης, όπου η ελευθερία αντανακλάται μέσα από τα συντρίμμια. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν κατά κράτος και αναγκάστηκαν να ελευθερώσουν την Πελοπόννησο από τα στρατεύματά τους. Γύρω στις 6 το απόγευμα, η λιμνοθάλασσα είχε γεμίσει από τα κατεστραμμένα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Δώδεκα φρεγάτες, είκοσι δύο κορβέτες και είκοσι πέντε μικρότερα σκάφη βυθίστηκαν, ενώ 6.000 άνδρες σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Λέγεται ότι πολλοί από τους πυροβολητές του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ήταν δεμένοι, για να μην μπορούν να απομακρυνθούν. Έτσι, όταν τα πλοία τους βυθίζονταν, όλοι συμπαρασύρονταν μαζί τους στον υγρό τους τάφο και πνίγονταν. Οι σύμμαχοι, αντίθετα, έχασαν 172, μόλις, άνδρες, ενώ οι τραυματίες ανήλθαν σε περίπου 500. Δύο πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς και αρκετά υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες.

Εικ. 3. Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ (Απόδοση του έργου από αυτόπτη μάρτυρα, υδατογραφία, Μουσείο Μπενάκη)

Στο ομώνυμο ποίημα του Ουγκώ, η Ελλάδα του Ομήρου και του Μπάυρον δεν είναι απλώς λογοτεχνικές αναφορές· είναι οι δύο αρτηρίες που τροφοδοτούν την καρδιά του ποιητή. Το Ναυαρίνο είναι η πόλη με τα γραμμένα σπίτια, η χρυσοθόλωτη ή σαν εμψυχωμένη λευκή Ναυαρίνα. Οι δυο ουγκικές Ελλάδες και οι δυο ρομαντικά καταστόλιστες, η Ελλάδα του Ομήρου και η Ελλάδα του Μπάυρον, δισυπόστατη θεότητα, χορεύουν πάνω στα συντρίμμια των τουρκοαιγυπτιακών καραβιών. Ο Βίκτωρ Ουγκώ εκφράζει τη χαρά και ικανοποίησή του για την καταστροφή του στόλου των Τούρκων, λυπάται, όμως, που ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877), ο πυρπολητής-θρύλος, που είναι και ο πρωταγωνιστής του ποιήματος, δεν ήταν εκεί για να το απολαύσει και να ολοκληρώσει με το δικό του χέρι την καταστροφή. Είναι η απουσία που πονάει τον Ουγκώ. Γιατί το «Ναυαρίνο» του Β. Ουγκώ με τον Κανάρη αρχίζει και με τον Κανάρη διαπνέεται. Είναι γεγονός ότι η φλόγα του δεν έκαψε τα πλοία, αλλ’ άναψε την ψυχή του ποιητή:

«Κλάψε, Κανάρη, εσύ ο λαίλαπας των πελάγων να βρεθείς μακριά από το Ναυαρίνο, εκατόν είκοσι εχθρικά καράβια να χαθούν χωρίς εσένα, να μην καούν από Σένα!». Και συνεχίζει: «Αλλά παρηγορήσου, Κανάρη, η Ελλάδα σου είν’ ελεύθερη! Ελλάδες του Ομήρου και του Μπάυρον, εσύ η αδελφούλα μας και η μάνα μας εσύ, ψάλλετε, ανίσως η πικραμένη σας φωνή δεν έχει σβήσει από τα γοερά σας ξεφωνητά! Καημένη Ελλάδα, ήσουν τόσο ωραία και δεν σου ταίριαζε να ’σαι μέσα στο μνήμα!».

Και αφού ο Ποιητής μάς ζωγράφισε στο «Ναυαρίνο» πανηγυρικά τον γενικό χαλασμό του εχθρού, ξαναγυρνά νοσταλγικά στο κατανυκτικό του μοιρολόγι, που, όχι, δεν είναι μοιρολόι· είναι ύμνος που μεταμορφώνεται σε ελπίδα, σαν τον Φοίνικα που αναγεννάται μέσα από τις στάχτες του. Το θέμα τού το δίνει η σπαραγμένη κι αιματοκύλιστη Ελλάδα:

«Ω! Νικήσαμε! Ναι η Αφρική ηττήθηκε. Τον ψευδοπροφήτη κάτω απ’ τα πόδια του ο αληθινός Θεός πατά... Για πολύ καιρό οι λαοί έλεγαν: «Ελλάδα»! Ελλάδα! Ελλάδα! Πεθαίνεις. Φτωχέ, απελπισμένε λαέ, στους πύρινους μέσα ορίζοντες μέρα με τη μέρα ξεψυχάς. Του κάκου, για να σε γλιτώσουμε, δοξασμένη κι αγαπημένη πατρίδα, ξυπνούμε τον κοιμισμένο στον άμβωνά του ιερέα, του κάκου ζητιανεύουμε έναν στρατό για σένα από τους βασιλιάδες μας. Οι βασιλιάδες μας όμως κουφοί, οι άμβωνές μας σιωπηλοί. Το όνομά σου δεν ζεσταίνει πια παρά μόνο τις καρδιές των ποιητών! Ένας λαός είναι καρφωμένος στο σταυρό, τι σημασία έχει, αλίμονο, σε ποιο σταυρό! Ως και οι θεοί σου φεύγουν! Παρθενώνες, Προπύλαια, τείχη ελληνικά, κόκκαλα από τις πολιτείες σου τις κολοβωμένες, όπλα γίνεστε στα χέρια των απίστων! Αλλ’ ας γίνει τώρα ο θρήνος μας περίχαρο ανάκρουσμα! Ο παλιωμένος κολοσσός, ο Τούρκος, πάει, ξαναστριμώχνεται στην Ανατολή, η Ελλάδα είναι ελεύθερη και μέσα από το μνήμα του ο Μπάιρον χειροκροτεί το Ναβαρίνο».  

  Το Ναυαρίνο του Ουγκώ δεν είναι απλώς μια ωδή στη νίκη· είναι και μια καταγγελία της σιωπής των ισχυρών. Καταδικάζεται η αδιαφορία των κυβερνήσεων και της Παπικής Εκκλησίας, ενώ τονίζεται το καθήκον συμπαράστασης των Γάλλων προς τους Έλληνες, η περηφάνια τους για τη συμμετοχή τους στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου, σύμφωνα με τον στίχο του Ουγκώ, «όταν η Γαλλία μπαίνει στη μάχη, η τύχη αλλάζει» για την Ελλάδα.

Ο Ουγκώ δεν γράφει για την Ελλάδα· γράφει ως Ελλάδα. Η φωνή του γίνεται η φωνή ενός λαού που αρνείται να πεθάνει. Η αδελφική έξαρση, ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα και η ποιητική δεινότητα χαρακτηρίζουν τον Ουγκώ στο ποίημά του αυτό, όπως και τους περισσότερους ρομαντικούς ποιητές και διανοούμενους της εποχής, και καταγράφονται σε δυνατούς μαχητικούς τόνους. Πρωτοστατούν τα επαναστατικά ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης με κυρίαρχη την αρχή της ελευθερίας, ριζωμένης βαθιά στη συλλογική μνήμη του 19ου αιώνα.