Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης * * * Στο Μεγάλο Κάστρο

 

Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης

 

Στο Μεγάλο Κάστρο

Τόμος Α΄

 

Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

  http://ret-anadromes.blogspot.com

  

Ο Δημήτρης Ν. Θεοδοσάκης, από τον Χόνδρο της Βιάννου, με το γλυκύτατο ψευδώνυμο του «Κάστρου Ταχυδρόμος», στο τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Στο Μεγάλο Κάστρο», παρουσιάζει, μέσα από μια σειρά ιστορικών διηγήσεών του, τη ζωή των παλιών Ηρακλειωτών, των Ηρακλειωτών που έκτισαν και τράνωσαν την πολιτεία τους στα χρόνια πριν και αμέσως μετά την Κατοχή, ανεβάζοντας και κρατώντας τον πήχη της προόδου πολύ ψηλά και δημιουργώντας το σημερινό Ηράκλειο, το Ηράκλειο της οικονομικής και πολιτιστικής ευημερίας.

Με τις διηγήσεις του αυτές ο φίλος συγγραφέας ζωντανεύει, περαιτέρω, και αναζωογονεί ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης του Μεγάλου Κάστρου Ιστορίας. Με τα πιο εύγλωττα, ζωντανά και καθάρια χρώματα ανασταίνει ανθρώπους, παλιούς Ηρακλειώτες, που ανταλλάσσανε «καλημέρες» αγάπης στους τότε ζωντανούς και πολυσύχναστους δρόμους της πολιτείας και μέσα στον αγώνα της καθημερινής τους βιοπάλης, προκειμένου να διασφαλίσουν το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Όλοι αυτοί ήταν οι άνθρωποί του, οι δικοί του άνθρωποι, που τον υποδέχτηκαν, τον αγκάλιασαν και τον αγάπησαν ειλικρινά όταν, μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, έφτασε ξένος και αναζητητής ενός καλύτερου μέλλοντος από το ξέμακρο χωριό του, τον Χόνδρο της Βιάννου, στην πόλη του Μεγάλου Κάστρου και διορίστηκε ως ταχυδρομικός διανομέας, ειδήσεων «κουβαλητής», στο εκεί ταχυδρομείο. Τη στιγμή εκείνη ξεκινούσε ένα επάγγελμα που δεν μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι θα το αγαπούσε τόσο πολύ. Άνθρωπος ελεύθερος, ευγενικός, δραστήριος και κοινωνικός έζησε ανεπανάληπτες στιγμές ψυχικής ευεξίας και χαράς από τη δυνατότητες που του έδινε το νέο του αυτό επάγγελμα με το να επικοινωνεί και να γνωρίζει ανθρώπους, περνοδιαβαίνοντας καθημερινά από τους κεντρικότερους δρόμους της μεγάλης καστροπολιτείας, εκεί γύρω από το ιστορικό της κέντρο, και στον πιο κεντρικό δρόμο της περιοχής, την οδό της 25ης Αυγούστου. Ο δρόμος αυτός, με τον περίφημο ναό του αγίου Τίτου και τα πέρφανα νεοκλασικά κτίρια και καταστήματά του, ήταν η οδός των τραπεζών, των πρεσβειών, των ναυτιλιακών και τουριστικών γραφείων, των Μινωικών Γραμμών και της ΑΝΕΚ, με τους ναυτικούς πράκτορες Χαμαράκη, Αραμπατζόγλου, Σαμοθράκη, Μαραβέλια, Θεοδοσάκη, Πολυχρονίδη, Κεφαλάκη, τον πρέσβη της Αγγλίας και τον Δήμαρχο της πόλης, τον Λιοπυράκη, Εκεί βρισκόταν και το περίφημο ξενοδοχείο «Αστήρ», που, κατά καιρούς, φιλοξενούσε τους πιο σπουδαίους και υψηλούς επισκέπτες της πόλης. Και κοντά σε αυτά, ήταν, να σημειωθεί, και ο μοναδικός δρόμος της Καστροπολιτείας, που οδηγούσε από το λιμάνι στο κέντρο της πόλης και το αντίθετο και η δυνατότητα αυτή του έδινε άλλη αξία. Ήταν, πώς να το κάνουμε, ο δρόμος του μισεμού και του καλοσωρίσματος, όπως χαρακτηριστικά τον σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκεί ο Δ. Θεοδοσάκης γνώρισε όλη την οικονομική και πολιτιστική αφρόκρεμα της καστροπολιτείας, το αρχοντολόι της εποχής. Ανάπτυξε σχέσεις φιλίας μαζί τους και, επικοινωνιακός όπως ήταν, χαιρόταν αυτήν την επικοινωνία κι ένιωθε βαθιά μέσα στην ψυχή του απεριόριστη χαρά και ευτυχία.   

Eυτυχώς, όμως, που υπάρχει η νοσταλγία, αυτή η πανανθρώπινη δυνατή «αδυναμία», που ξαναφέρνει τους απομακρυσμένους οδοιπόρους στο όνειρο και στα πρώτα βήματα της ζωής. Και στο βιβλίο τού Δ. Θεοδοσάκη η δύναμη αυτή, η νοσταλγία για τα παλιά, είναι που μεγαλώνει το όνειρο και προετοιμάζει και προδιαθέτει για την πνευματική σοδειά που θα επακολουθήσει. Γιατί το παρουσιαζόμενο με το σημείωμά μας αυτό βιβλίο, από μακριά μυροφόρο και έντονα αισθαντικό, πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μικρό «αντιδώρημα» του συγγραφέα- είκοσι χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του- προς όλα εκείνα τα πολλά και ωραία που του χάρισε κι εκεινού το σπουδαίο αυτό χτες της επαγγελματικής του ζωής. Αυτές τις ακατάλυτες μνήμες επέλεξε και έπλεξε ο συγγραφέας σ’ ένα «ματσάκι αλησμονιάς», σ’ ένα πνευματικό κι ευώδες τριαντάφυλλο να το δωρίσει και να το κρατήσουν στα χέρια τους οι παλιοί του εκείνοι φίλοι σαν έναν μεγάλο ευχαριστήριο «αποχαιρετισμό», αλλά και οι νεότεροι και όλοι εκείνοι που μέλλεται να έρθουν, για να δουν και εκείνοι και να μάθουν για τη ζωή του μόχθου και της αρετής των προγόνων τους, των παλιών Ηρακλειωτών.

Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εμπειρίας και η ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή αυτήν του Δημήτρη Θεοδοσάκη την αμεσότητα του ρεαλισμού και τη λεπτότητα των αισθημάτων για την πατρώα γη και τους αγαπημένους του συμπολίτες. Και είναι γεγονός ότι ένας ολόκληρος κόσμος ξεπηδά ολοζώντανος μπροστά στα μάτια μας μέσα από τις ρεαλιστικές αυτές διηγήσεις, ενώ η εσωτερικευµένη πραγματικότητα επιτρέπει, συχνά, λυρικές εξάρσεις υποκειμενικών βιωμάτων, υποκινούμενων από μιαν έντονη συναισθηματική τού συγγραφέα φόρτιση, χωρίς, πάντως, να αναιρείται ποτέ ο ρεαλισµός των διηγήσεων ούτε η αυθεντικότητα της πραγματικότητας.

Θεωρώ ότι με το παρουσιαζόμενο βιβλίο του, ο Δημήτρης Θεοδοσάκης καταφέρνει να ζωντανέψει τη ζωή των ανθρώπων αυτών μέσα από τις αφηγήσεις τριάντα εφτά (!) γνωστών και φίλων του αφηγητών και από δεκάδες αυθεντικές φωτογραφίες, με ήρωες και πρωταγωνιστές πρόσωπα υπαρκτά, που τα περισσότερα από αυτά, αν δεν πρόκειται για προγόνους τους, και ο ίδιος τα συνανεστράφη στα πενήντα, τόσα, χρόνια που ζούσε ανάμεσά τους. Ανθρώπους τόσο του μόχθου, όσο και της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής, όπως τον βαρελά, τον Γιώργο Φαρσάρη, τον Μιστίλογλου με το παγοποιείο, το χαλβαδοποιείο και το αλατοποιείο του, τον σταφιδεργοστασιάρχη Περδικογιάννη- Μαρκατάτη, που κρατούσε ένα από τα κοντά τριάντα εργοστάσια σταφίδας που είχε τότε το Ηράκλειο. Και, ακόμα, τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία Γιώργο Δασκαλάκη και το ξενοδοχείο «Ατλαντίς», απέναντι από το μέγαρο Φυτάκη, κοντά στο λιμάνι του Ηρακλείου, που σήμερα ανήκει στον όμιλο Τάκη Δασκαλαντωνάκη, μια πρωτοποριακή ξενοδοχειακή μονάδα για το Ηράκλειο.

Τα θερμά μου, και πάλι, συγχαρητήρια στον αγαπητό μου φίλο Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, τον όμορφο αυτόν του «Κάστρου Ταχυδρόμο» και για την παρούσα πολύτιμη προσφορά του στα κρητικά γράμματα και τη νεότερη του Μεγάλου Κάστρου ιστορία.

 

Η ομιλία του Μ. Βασιλείου * * * «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων»

 

Επίκαιρα θέματα

         Η ομιλία του  Μ. Βασιλείου

 «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων»


ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

         www.ret-anadromes.blogspot.com


Η ομιλία του  Μεγάλου Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» διαιρείται σε δέκα κεφάλαια και αποτελεί σημαντικότατο έργο πάνω στο θέμα της θέσης που μπορεί να έχει η κλασική ελληνική διανόηση στην παιδεία των χριστιανοπαίδων και ειδικότερα στο περιβόητο θέμα της εποχής εκείνης, στο κατά πόσο, δηλαδή, η κλασική παιδεία μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση των κειμένων του Χριστιανισμού.

Ιστορικά το θέμα έχει ως εξής. ο Ωριγένης[1] και ο Κλήμης[2] είχαν αρχίσει πρώτοι, από πολύ ενωρίς, να εργάζονται με τρόπο συστηματικό και εποικοδομητικό πάνω σε αυτήν τη γραμμή σκέψης[3]. Ο Ωριγένης, ειδικά, είχε προσδώσει στη χριστιανική θρησκεία τη θεολογία της πάνω στο «στιλ» της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Αυτό, όμως, που οι Kαππαδόκες Πατέρες και ο Βασίλειος είχαν κατά νου να επιτύχουν ήταν ένας «καθολικός» χριστιανικός πολιτισμός, τον οποίο έβλεπαν να επιτυγχάνεται μέσα από τη «συνάντηση» της χριστιανικής πίστης με την αρχαία ελληνική σκέψη, κάτι που απαντά, προφανώς, παντού μέσα στα συγγράμματά τους. Παρά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, οι οποίες σαφώς αντιτίθενται στην αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας- κάτι, εξάλλου, που το πολέμησαν με όλες τους τις δυνάμεις- όμως, δεν αποκρύπτουν τη μεγάλη εκτίμησή τους προς την αρχαία ελληνική κλασική παιδεία. Αυτή είναι και η διαχωριστική γραμμή την οποία οι Kαππαδόκες Πατέρες και ο Βασίλειος έσυραν μεταξύ χριστιανικής θρησκείας και ελληνικής κλασικής παιδείας. Έτσι, έφτασαν να αναβιώσουν τη θετική και αποτελεσματική σχέση Χριστιανισμού και Ελληνισμού που βρίσκουμε στον Ωριγένη, αλλά σε ένα νέο και εντελώς διαφορετικό επίπεδο[4]. Κατά κάποιο τρόπο, η χριστιανική ευσέβεια είναι γνώση του θείου θελήματος (θεογνωσία) και συμμόρφωση του ανθρώπου προς αυτό. Η γνώση, όμως, αυτή βοηθιέται και αναπτύσσεται με τη φιλοσοφία και τον «κατά φιλοσοφίαν βίον», αυξάνεται δε με την ανάπτυξη ολόκληρης της φύσης του ανθρώπου και την πνευματική ενηλικίωσή του.

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι με την ομιλία αυτήν του Μεγάλου Βασιλείου χαράσσεται, κατά ένα βασικό τρόπο, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Εκκλησίας[5]. Γιατί, παρά την επικράτηση του χριστιανισμού στις αρχές του δ΄ μ.Χ. αιώνα, η διδασκαλία στα σχολεία εξακολουθούσε να γίνεται με βάση τους αρχαίους συγγραφείς. Η διδασκαλία, βέβαια, αυτή δε γινόταν με πνεύμα αντιχριστιανικό. Οι αρχαίοι θεοί, οι ημίθεοι και ήρωες δεν εμφανίζονταν στη διδασκαλία των σχολείων ως πραγματική θρησκεία, ούτε ως υποδείγματα ηθικά, αλλά ως δημιουργήματα της φαντασίας των αρχαίων. Όμως, οι χριστιανοί Πατέρες έβλεπαν με ανησυχία την κατάσταση αυτή. Σε αυτήν, ακριβώς, την ανησυχητική κατάσταση ο Βασίλειος προσπαθεί να χαράξει τη γραμμή της Εκκλησίας με τη συγκεκριμένη ομιλία του προς τους νέους γενικά και ειδικότερα, πιστεύουμε, προς τους νέους εκείνους- χριστιανούς και όχι μόνο- που η σχέση τους με τον Χριστό και την Εκκλησία δεν ήταν ασφαλής και τελειωμένη, γιατί δεν είχαν ακόμα γνωρίσει από «πολύ κοντά» «τήν σώζουσαν χριστιανικήν αλήθειαν» και χρειάζονταν, για τούτο, ισχυρή φιλοσοφική επιχειρηματολογία και έμμεση θεολογία, ώστε να μπορέσουν να πειστούν για την ορθότητα του κατά Χριστόν τρόπου ζωής με έναν τρόπο περισσότερο φιλοσοφικό– φιλολογικό παρά ακραιφνώς θεολογικό.

Επί πλέον, στην ομιλία αυτήν του Βασιλείου- που συγκαταλέγεται στα σπουδαία θεολογικά και παιδαγωγικά συγγράμματα της Χριστιανοσύνης- εμπεριέχονται και πολύτιμες παραινέσεις του προς τους νέους, κρίσεις αξιοπρόσεκτες, σοφές υποδείξεις και παιδαγωγικές γνώμες βαρυσήμαντες και ταυτόχρονα σωτήριες. Η αγάπη και το ενδιαφέρον του Βασιλείου για τους νέους της εποχής του αναδιπλώνεται καθαρότατα μέσα από την ομιλία του αυτήν. Τους ενημερώνει με υπευθυνότητα πάνω στα ποικίλα προβλήματα της ζωής και βοηθά τους χριστιανούς, ειδικότερα, νέους να βρουν τον σωστό δρόμο ανάμεσα στην εθνική και τη χριστιανική παιδεία. Η ιδέα ότι όλα τα συγγράμματα της ελληνικής αρχαιότητας είναι επικίνδυνα και πρέπει να αποφεύγονται- μια άποψη που στηρίχτηκε από πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας σε διάφορες εποχές- για τον Βασίλειο δεν θεωρείται άξια αναφοράς[6]. Οι χριστιανοί μαθητές, διδάσκει ο Βασίλειος, μπορούν και πρέπει να επιδίδονται στη μελέτη της κλασικής λογοτεχνίας σαν ένα προστάδιο άσκησης, λαμβάνοντας από αυτήν- όπως και ο αθλητής- ό,τι μόνον είναι καλό και χρήσιμο. Ο κλασικός λόγος διαφέρει μεν αλλά δεν είναι αντίθετος από τον χριστιανικό, γιατί και αυτός αποσκοπεί να καθοδηγήσει και ποδηγετήσει τον άνθρωπο στην αρετή.

Έτσι, ο Βασίλειος επιμένει στην εισαγωγή της αρχαίας ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας στα χριστιανικά σχολεία- τα οποία ήταν, ακόμα, εν τη γενέσει τους- θεωρώντας αυτήν ως μια μορφή ανώτερης παιδείας[7]. Όπως, εξάλλου, σημειώνει ο Jaeger, η ελληνική εκπαίδευση στα σχολεία ήταν ανέκαθεν βασισμένη στην εξαντλητική μελέτη του Ομήρου και των άλλων Ελλήνων ποιητών. Στην ελληνιστική, μάλιστα, εποχή η παραδοσιακή αυτή εκπαίδευση- στην οποία είχαν, περαιτέρω,  προστεθεί και τα έργα των σοφιστών- έγινε πια δημόσιος θεσμός στις ελληνόφωνες περιοχές τού τότε κόσμου. Οι βαθιές αναζητήσεις του Πλάτωνα, γύρω από τη φύση του ανθρώπινου νου και της καλύτερης μεθόδου μάθησης, είχαν οδηγήσει τον Βασίλειο να θεωρήσει τη φιλοσοφία ως τη μόνη αληθινή παιδεία[8].

Σύμφωνα, τώρα, με το νέο πρόγραμμα χριστιανικής παιδείας, που εισάγεται από τους Καππαδόκες Πατέρες (Γρηγόριο Νύσσης και Γρηγόριο Ναζιανζηνό) και τον Βασίλειο, οι χριστιανοί μαθητές οφείλουν, αφού πρώτα παιδευτούν και μυηθούν στα μαθήματα της «έξω παιδείας»- της έξω, δηλαδή, από την Αγία Γραφή προερχόμενης γνώσης- να διδαχτούν, στη συνέχεια, και την υπερφυσική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, ώστε, σύμφωνα με το λόγο του Μ. Βασιλείου: «τοῖς ἔξω δὴ τούτοις προτελεσθέντες, τηνικαῦτα τῶν ἱερῶν καὶ ἀπορρήτων ἐπακουσόμεθα παιδευμάτων»[9].

Οι νέοι, λοιπόν, κατά τον Μ. Βασίλειο, προγυμνάζονται σαν με σκιές και κάτοπτρα μέσα από τον κλασικό λόγο στην άσκηση της αρετής, μέχρις ότου, στη συνέχεια, βοηθούμενοι και από τη γνώση αυτή, γίνουν ικανοί να διεισδύσουν βαθύτερα στα μεγάλα μυστήρια της χριστιανικής αποκάλυψης και οδηγηθούν δι’ αυτής στην ολοκληρωμένη άσκηση της αρετής[10], ή- όπως σημειώνει και πάλι ο Βασίλειος- αν συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο πρώτα μέσα στο νερό, καθώς αντανακλά στην επιφάνειά του, θα μπορέσουμε, στη συνέχεια, να ατενίσουμε και το πραγματικό φως του κατάματα: «καὶ οἷον ἐν ὕδατι τὸν ἥλιον ὁρᾶν ἐθισθέντες οὕτως αὐτῷ προσβαλοῦμεν τῷ φωτὶ τὰς ὄψεις»[11].

 Η ομιλία του Βασιλείου «Προς τους Νέους…», κείμενο καθαρά παιδαγωγικό, παρουσιάζει πρωτίστως θέσεις εξαιρετικά πρωτότυπες και χαρακτηριστικές, που εμφανίζονται τώρα για πρώτη φορά στη χριστιανική παιδαγωγική με τη μορφή αυτήν του συγκερασμού της χριστιανικής με την εθνική παιδεία, ενώ- σύμφωνα με τον W. Jaeger- το σύγγραμμα αυτό του Βασιλείου αποτέλεσε στους αιώνες που ακολούθησαν την Charta τής ανώτερης παιδείας και μόρφωσης στον χριστιανισμό[12].


[1] Ο Ωριγένης (185-254) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από γονείς χριστιανούς. Σπουδαία έργα του είναι τα: Εξαπλά, Περὶ ἀρχῶν,  Κατά Κέλσου, Αληθής λόγος.

[2] Πρόκειται για τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα (160- 215 μ.Χ.) Ο Κλήμης προσπαθεί να βάλει τη φιλοσοφία στην υπηρεσία του χριστιανισμού. Όχι μόνο, λέγει, δεν είναι ασυμβίβαστα πίστη και γνώση, αλλά η γνώση φωτίζει τη συνείδηση του χριστιανού και την προετοιμάζει να δεχθεί τη χριστιανική διδασκαλία. Κυριότερα έργα του: Λόγος Προτρεπτικός πρός Ἕλληνας, Παιδαγωγός (3 βιβλία) και Στρωματεῖς (8 βιβλία).

[3] Φαίδωνος Κουκουλέ, Οι Τρεις Ιεράρχαι ως Παιδαγωγοί, Εν Αθήναις 19592, 5.

[4] W. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia, New York 1977, 74.

[5] Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλου, Μορφές από τον τέταρτον αιώνα μ.Χ., Ψυχικό 1972, 88.

[6] N. G. Wilson, Saint Basil on Greek Literature, London 1975,  σ. 9.

[7] W. Jaeger, Early Christianity and Greek, ό.π., σ. 83.

[8] E. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia, ό.π., 139, υποσ. 19.

[9] Μ. Βασιλείου, Πρός τούς Νέους…,P. G. 31, 568, A. Ο. M. Bakke, When Children became People: The Birth of Childhood in early Christianity, Minneapolis 2005, 212.

[10] Μ. Βασιλείου, Πρός τούς Νέους …,P.G. 31, 565, D. Πβ. Παναγιώτου Χρήστου, Ο Μ. Βασίλειος- Βίος και Πολιτεία, Συγγράμματα, Θεολογική Σκέψις, Θεσσαλονίκη 1978, 190.

[11]Μ. Βασιλείου, Πρός τούς Νέους …, P. G. 31, 568, B.

[12] W. Jaeger, Early Christianity and Greek Paideia, ό.π., 81.

Ο άδικος θάνατος του αγνού Γάλλου φιλέλληνα, λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα (15/4/1822)

 

Ο άδικος θάνατος του αγνού Γάλλου φιλέλληνα,

λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα  

(15/4/1822)

 

       ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

 www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Το έξυπνο και μεγαλεπήβολο σχέδιο του λοχαγού Ιωσήφ Βαλέστρα (βλ. άρθρο μας Ρεθεμν. Νέα 22-1-2022) απέτυχε παταγωδώς και οι απώλειες των χριστιανών υπήρξαν εξαιρετικά βαριές, ενώ σκοτώθηκε και ο ίδιος. Σε αυτό συνετέλεσαν τα εξής τραγικά γεγονότα: στις 15 Απριλίου οι γύρω από τον Γ. Τσουδερό Αγιοβασιλειώτες, ο Πωλογεωργάκης, ο Ιωάννης Μοσχοβίτης με τους Αμαριώτες του, ο Μανουσογιάννης και οι λοιποί Ρεθεμνιώτες που είχαν καταλάβει τη θέση Πέταλο του Βρύσινα, προς το Ρουσοσπίτι, φανερώθηκαν άστοχα και δέχτηκαν επίθεση από δεκαπλάσιους Τούρκους και αναγκάστηκαν, τελικά, να υποχωρήσουν, φθάνοντας μέχρι το χωριό Κούμια (Κούμοι;), αφού έχασαν και περί τους τριάντα στρατιώτες και μαζί με αυτούς και τον γιο του Τσουδερού, Μανόλη[1]. Όμως, και η βοήθεια που, κατά το σχέδιο, οι γύρω από τον Τσουδερό θα έπρεπε να ελάμβαναν από το ευρισκόμενο στον Κάστελο σώμα του Πρωτοπαπαδάκη και των Μανουσέλη, Σηφοδασκαλάκη και Μαυροθαλασσίτη δεν έφτασε ποτέ. Αντίθετα, ο Πρωτοπαπαδάκης, παρόλο τον εγνωσμένο ηρωισμό του, «αναξίως εαυτού πολιτευθείς»[2], παρασυρμένος από καταχθόνιο σχέδιο του Αφεντούλιεφ- αντί της προβλεπόμενης από το σχέδιο, όταν ήλθε η ώρα, επίθεσης κατά του  κάστρου της πόλης- παρέμεινε (όπως ειπώθηκε εκ των υστέρων), απαθής και ανάλγητος θεατής στον Κάστελο, να παρακολουθεί την εν λόγω οπισθοχώρηση και τα παθήματα των συναδέλφων του και συναγωνιστών του περί τον Γ. Τσουδερό και τον επακολουθήσαντα θλιβερό θάνατο του μεγάλου εκείνου και αγνού Γάλλου φιλέλληνα, λοχαγού Βαλέστρα[3]. Γιατί ο Βαλέστρας, νομίζοντας ότι το σχέδιό του προχωρούσε κανονικά και κατά γράμμα, εξόρμησε από τις θέσεις του, δυτικά, στις πλαγιές του Ατσιπόπουλου και τον Κουμπέ προπορευόμενος και παροτρύνοντας τον στρατό του να εκτελέσει επίθεση κατά του φρουρίου του Ρεθύμνου, που το θεωρούσαν αφρούρητο.

Του επιτέθηκε, όμως, τότε, παρ’ ελπίδα, αθρόος ο τουρκικός στρατός και από εμπρός και από τα πλάγια, γιατί ο μεν Πρωτοπαπαδάκης παρέμεινε, όπως είδαμε, ακίνητος και ανάλγητος θεατής στις θέσεις του στον Κάστελο, ενώ το ανατολικό τμήμα προς τα Περβόλια και το Πέταλο ήταν ελεύθερο, μετά την υποχώρηση των σωμάτων του Τσουδερού, του Μανουσογιάννη, του Ιωάννη Μοσχοβίτη και του Πωλογιωργάκη.

Ο Βαλέστρας καταλαμβάνεται εκτός του οχυρού, ενώ μάταια περιμένει να καταφθάσει η- σύμφωνα με το σχέδιο- συνδρομή των λοιπών σωμάτων. Κάποια στιγμή, οι περί τον Βαλέστρα αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είχε συμβεί και αναγκάζονται, καταδιωκόμενοι, να υποχωρήσουν. Είχαν, όμως, ήδη, περικυκλωθεί. Εκατόν είκοσι πέντε παλικάρια πέφτουν νεκροί γύρω του και ο Χιώτης υπασπιστής του λοχαγός Κόκκινος και αρκετοί άλλοι συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Ο Βαλέστρας  πληγώνεται. Ο γιγαντόσωμος στο σώμα και την ψυχή Ασφεντιώτης Ανδρέας Βούρβαχης τον παίρνει στους ώμους του και τρέχει να τον γλιτώσει. Από παντού Τούρκοι και τουρκικά βόλια. Προχωρεί σε μια ξερή ρεματιά και τον αφήνει λαβωμένο πίσω από μια πυκνή βάτο. Ήταν αρκετά ασφαλής εκεί. Όμως, ο Βούρβαχης δεν φεύγει από δίπλα του, παρά τις προτροπές του Βαλέστρα να τον αφήσει, για να μη δίνει στόχο, και να επέστρεφε τη νύκτα για να τον πάρει[4].  

Δεν πρόφτασε, όμως. οι νικητές ανακάλυψαν τον πληγωμένο Βαλέστρα, του απέκοψαν το κεφάλι και το δεξί χέρι και τα έφεραν και τα επιδείκνυαν θριαμβευτικά στο Ρέθυμνο[5], ενώ σκότωσαν και τον υπασπιστή του, λοχαγό Κόκκινο, και όλους τους αιχμαλώτους.

Εικ. Ιωσήφ Βαλέστρας

Έτσι, νεότατος, 32 μόλις ετών, πέθανε ο άριστος εκείνος στρατιωτικός και σπάνιος φιλέλλην (εικ.) και μαζί με αυτόν χάθηκαν και οι πολλές και μεγάλες ελπίδες των Κρητικών για στρατιωτική επιτυχία. Όπως δε λέγουν οι ιστορικοί Κριτοβουλίδης, Παπαδοπετράκης, Κριάρης και Ψιλάκης[6], ο ωραίος εκείνος και επίσημος φιλέλλην Γάλλος πολεμιστής υπήρξε θύμα της αλόγου ραδιουργίας του αρμοστή Κομνηνού Αφεντούλη, που τον υποπτευόταν ότι ήθελε ή μπορούσε, την κρίσιμη εκείνη στιγμή, να του αμφισβητήσει ή και αφαιρέσει την ανώτατη εξουσία που κατείχε, πράγμα, βέβαια, που ο Βαλέστρας ουδέποτε το είχε διανοηθεί[7]. Χρησιμοποίησε δε προς επίτευξη του βδελυρού σκοπού του, τον διακεκριμένο μεν και εξαίρετο, αλλά, ταυτόχρονα, και αδιάλλακτο αρχηγό Πρωτοπαπαδάκη, που έρεπε έντονα προς τη ζηλοτυπία. Ο ίδιος, μάλιστα, ο Πρωτοπαπαδάκης, καταδιωκόμενος, στη συνέχεια, από τους Σφακιανούς συναρχηγούς του, ομολόγησε ευθαρσώς ότι είχε ρητή διαταγή από τον Αφεντούλη να μη συμφωνήσει ποτέ με τα «ανόητα σχέδια» του Βαλέστρα και να αφήσει να χάσει ανόητα τους άνδρες του[8]. Και όμως, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Κριτοβουλίδης, το σχέδιο αυτό του έμπειρου περί τα πολεμικά Βαλέστρα, που ήταν από όλους εγκεκριμένο, «αν συμφώνως όλοι οι οπλαρχηγοί συνεπολέμουν και συνέδραμον αλλήλους εις την μάχην, η νίκη ήτον άφευκτος εις τους Έλληνας». Κατέστρεψε, όμως, τα πάντα την ημέρα εκείνη η διαγωγή που επέδειξε ο Πρωτοπαπαδάκης, όταν, «χωρίς να ρίψη όπλον κατά των εχθρών ούτ’ αυτός, ούτε κανείς των στρατιωτών του, ανεχώρησαν άπαντες από τας θέσεις των ανάλγητοι επί τοις παθήμασι των συναδέλφων και συναγωνιστών των. Και η διαγωγή των αύτη …..υπηρέτησε τότε τον Αφεντούλην μάλλον ή εαυτόν και την πατρίδα του!»[9]. 

Δυστυχώς, θεωρείται ότι και σε πολλά άλλα θέματα η διοίκηση και η διαγωγή του Αφεντούλη απέτυχε οικτρά, γιατί αμέσως μετά την άφιξή του στην Κρήτη ενέσπειρε διχόνοια στους Κρήτες οπλαρχηγούς, μοιράζοντας σωρηδόν βαθμούς και κρατώντας για τον εαυτό του τον βαθμό του αρχιστατήγου[10]. Αλλά μήπως και η ρήξη των οπλαρχηγών Μελιδόνη – Βουρδουμπά, που κατέληξε στον άδικο θάνατο του πρώτου από το μαχαίρι του δευτέρου δεν έχει τις ρίζες της στην αλλοπρόσαλλη αυτή διαγωγή του Αφεντούλη ως προς τη διανομή των βαθμών;

 



[2] Η βαριά αλλά δίκαιη αυτή κατηγορία ανήκει στον Σφακιανό Παπαδοπετράκη, που δύσκολα ανέχεται και την παραμικρότερη καθ’ οιουδήποτε Σφακιανού μομφή (Μουρέλλος).

[3] Κριτοβουλίδης, Κ., Απομνημονεύματα, Εν Αθήναις 1859, 93. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης, 1901, 381- 382. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., Ιστορία της Κρήτης, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της επαναστάσεως του 1866, Εν Χανίοις 1902, 56.

[4] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 93. Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 580. Ψιλάκης, Βασίλειος Ιστορία τής Κρήτης, χ.χ, Αθήναι, 318- 319. Βλ. τα εν λόγω γεγονότα της μάχης περί το Ρέθυμνο και του θανάτου του φιλέλληνα Ιωσήφ Βαλέστρα και στον Τρικούπης, Σπυρίδων 19782Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Β΄, 219- 220.

[5] Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 56. Πβ. και Δετοράκης, Θεοχάρης, Ιστορία τής Κρήτης, Ηράκλειο 1990, 330 .

[6] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 93- 94. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, ό.π., 383. Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 56. Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319.

[7] Πβ. και Στέφ. Ξανθουδίδη, ο οποίος την αποτυχία του μεγάλου φιλέλληνα αποδίδει σε ελλιπή εκτέλεση του σχεδίου (Ξανθουδίδης, Στέφανος, Επίτομος Ιστορία της Κρήτης από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Εν Αθήναις 1909, 131).

[8] Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 319- 320.

[9] Κριτοβουλίδης, Κ., ό.π., 94.

[10] Κριάρης, Παναγιώτης Κ., ό.π., 55. Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου , ό.π., 364, 371. Ψιλάκης, Βασίλειος, ό.π., 320 και Μουρέλλος, Ι. Δ., ό.π., 535, 582.