ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
![]() |
| Μέγας Βασίλειος |
| Ιουλιανός ο Παραβάτης |
Όταν ὁ λόγος γίνεται ὅπλο:
Μ. Βασίλειος πρὸς Ἰουλιανὸν τὸν Παραβάτη
«Ανέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ
ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως»
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com
Η εορτή των Τριών Ιεραρχών δεν αφορά
μόνο στην παιδεία, αλλά και στη δύναμη του λόγου απέναντι στην εξουσία. Ένα
επεισόδιο της βυζαντινής παράδοσης, που φέρνει αντιμέτωπους τον αυτοκράτορα
Ιουλιανό και τον Μέγα Βασίλειο, αποτυπώνει με μοναδική πυκνότητα το πώς ο λόγος
μπορεί να γίνει όπλο πνευματικό — χωρίς βία και χωρίς κραυγές.
Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης («Αποστάτης») (331–363 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος
αυτοκράτορας, ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αν και βαπτίστηκε και
ανατράφηκε ως χριστιανός, ως ενήλικας στράφηκε στον νεοπλατωνισμό και στον
παραδοσιακό ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό. Ο Μέγας Βασίλειος (330–379 μ.Χ.) από την
άλλη ήταν από τους σημαντικότερους Πατέρες της Εκκλησίας, μορφωμένος, με
σπουδές στην Αθήνα, σύγχρονος του Ιουλιανού. Παρότι οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με
κοινή μαθητεία στην Αθήνα, στη συνέχεια ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες
πορείες.
Η
σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Ιουλιανός έγινε αυτοκράτορας (361 μ.Χ.) και
επιχείρησε να αναβιώσει την αρχαία θρησκεία, περιορίζοντας την επιρροή του
χριστιανισμού. Αν και δεν προχώρησε σε μαζικούς διωγμούς, όμως υιοθέτησε
πολιτικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις εχθρικές προς την Εκκλησία. Συγκεκριμένα,
με το Διάταγμα περί Παιδείας (362
μ.Χ.) απαγόρευσε στους χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν τα κλασικά ελληνικά
κείμενα (Όμηρο, τραγικούς, ρήτορες), υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί κάποιος που
δεν πιστεύει στους θεούς των κειμένων αυτών να τα ερμηνεύει («Ἀνόσιον ἡγοῦμαι τοὺς μὴ τιμῶντας τοὺς θεοὺς,
τὰ τῶν θεῶν ὑμνήματα διδάσκειν. Εἰ γὰρ Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον καὶ τοὺς ἄλλους ποιητὰς
ἀσεβεῖς εἶναι νομίζουσιν, τί χρεία τούτων τοῖς νέοις;»).
Με
τον τρόπο αυτόν, ο Ιουλιανός χωρίς να καταφεύγει σε άμεσο διωγμό κατά των
Χριστιανών όμως τους αφαιρούσε το δικαίωμα διαμόρφωσης συνείδησης μέσω της
αρχαίας ελληνικής παιδείας. Το μέτρο αυτό αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για την
Εκκλησία, καθώς η ελληνική παιδεία θεωρούνταν βασικό στάδιο προπαιδείας στον Χριστιανισμό και
καθοριστικό μέσο αγωγής των νέων.
Ο
Βασίλειος αντέδρασε έντονα υπερασπιζόμενος το δικαίωμα των χριστιανών στην
ελληνική παιδεία και συνέγραψε, γύρω στα 373–374 μ.Χ., τον περίφημο λόγο «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο
λόγων». Το έργο αυτό συνιστά μια θεσμική και πνευματική απάντηση στις ιδέες
του Ιουλιανού, οι οποίες, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθούσαν να
κυκλοφορούν και να επηρεάζουν αρνητικά την κοινωνία.
Ο
Μέγας Βασίλειος στο έργο του υποστηρίζει το αντίθετο, ακριβώς, από τον
Ιουλιανό: ότι μπορούμε, δηλαδή, να αντλούμε από τους αρχαίους Έλληνες ό,τι
είναι ωφέλιμο, χωρίς να αποδεχόμαστε τη θρησκεία τους. Προς τούτο χρησιμοποιεί
το περίφημο παράδειγμα της μέλισσας,
η οποία δεν πλησιάζει όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο, ούτε προσπαθεί να
πάρει τα πάντα από αυτά, αλλά διαλέγει μόνο ό,τι είναι χρήσιμο για την εργασία
της και το υπόλοιπο το αφήνει. Έτσι και εμείς, λέει ο Βασίλειος, αν είμαστε
συνετοί, θα κρατήσουμε από τα κείμενα αυτά ό,τι είναι συγγενικό με την αλήθεια
της πίστης μας και θα προσπεράσουμε τα υπόλοιπα.
Ο
Ιουλιανός πέθανε το 363 μ.Χ. κατά τη διάρκεια εκστρατείας εναντίον των Περσών. Μετά
τον θάνατό του, τα μέτρα του καταργήθηκαν και η Εκκλησία ενίσχυσε ακόμη
περισσότερο τη θέση της. Ο Βασίλειος συνέχισε το έργο του και έγινε μία από τις
πλέον επιδραστικές μορφές του χριστιανισμού.
Στη
βυζαντινή γραμματεία διασώζεται ένα επιγραμματικό ιστορικό ανέκδοτο, το οποίο η παράδοση αποδίδει στον αυτοκράτορα
Ιουλιανό και στον νεανικό φίλο και συμμαθητή του Μ.
Βασίλειο. Το ανέκδοτο αυτό συνδέεται με μια έντονη στιχομυθία- αντιπαράθεση των δύο ανδρών. Αν και πρόκειται για
λογοτεχνική–εκκλησιαστική επινόηση, η οποία δεν απαντά σε κανένα από τα
σωζόμενα έργα του Βασιλείου, η ρητορική της δομή, η θεολογική της πυκνότητα και
η λεπτή της ειρωνεία ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος της καππαδοκικής θεολογίας
και, μάλιστα, με το πνευματικό ύφος και ήθος του Μ. Βασιλείου. Δεν είναι,
επομένως, τυχαίο ότι η παράδοση την απέδωσε τελικά σε αυτόν. Πρόκειται για μια
χαρακτηριστική περίπτωση όπου η πνευματική αλήθεια υπερβαίνει την ιστορική
ακρίβεια· ακόμη κι αν η στιχομυθία αυτή αποτελεί προϊόν της παράδοσης, εκφράζει
με εντυπωσιακή καθαρότητα τη σοφία και τη νηφαλιότητα του Καππαδόκη Πατέρα.
Η
φράση του Ιουλιανού κυκλοφορεί ως παράδοση ήδη από τους πρώιμους βυζαντινούς
χρόνους, αν και δεν εντοπίζεται σε κανένα σωζόμενο έργο του. Η «απάντηση» του
Βασιλείου εμφανίζεται πολύ αργότερα, σε υστεροβυζαντινά ρητορικά και πατερικά
ανθολόγια. Δεν υπάρχει, επίσης, σε κανένα αυθεντικό έργο του, παρότι αριθμήθηκε
(λανθασμένα) ως «Επιστολή 436 του Βασιλείου». Πρόκειται, λοιπόν, για ένα
ρητορικό κατασκεύασμα που αποδίδεται στους δύο άνδρες, προκειμένου να
υπηρετήσει μια θεμελιώδη ιδέα: ότι η
κριτική του Αυτοκράτορα απέναντι στον Χριστιανισμό ήταν επιφανειακή και όχι
αποτέλεσμα αληθινής κατανόησης.
Και
ιδού πώς έχει το εν λόγω ιστορικό ανέκδοτο:
Ο αυτοκράτορας λαμβάνει ένα χριστιανικό κείμενο, που του στάλθηκε, το πιθανότερο, από τον Μ. Βασίλειο με στόχο τη μεταστροφή
της σκέψης του. Ο Ιουλιανός, επιδιώκοντας να απαξιώσει τη χριστιανική
διδασκαλία, σημείωσε στο περιθώριο του κειμένου την περίφημη τριπλή φράση: “ἀνέγνων,
ἔγνων, κατέγνων”, που σημαίνει: «Τα
διάβασα, τα κατανόησα, τα καταδίκασα».
Με την επιγραμματική αυτή κλιμάκωση, ο Ιουλιανός δήλωνε ότι όχι μόνο διάβασε το κείμενο, αλλά
και το κατανόησε πλήρως και, τελικά, το απέρριψε, ως ξένο προς τη φιλοσοφία της
παλινόρθωσης της παλαιάς θρησκείας που ο ίδιος επεδίωκε και προωθούσε.
Ο
Μ. Βασίλειος, θέλοντας να ανατρέψει την αυθεντία της κρίσης τού αυτοκράτορα,
αντιπαρέβαλε την εξίσου επιγραμματική απάντηση: “ἀνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ γὰρ ἔγνως,
οὐκ ἂν κατέγνως”, που σημαίνει: «Διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες· διότι
αν είχες καταλάβει, δεν θα είχες καταδικάσει».
Η φράση αυτή αποτελεί κλασικό παράδειγμα ρητορικής τριμερούς κλιμάκωσης, προσφιλούς στους αρχαίους ρήτορες, η οποία προσδίδει αίσθηση πληρότητας και ακλόνητης λογικής. Στο σχήμα αυτό, κάθε λέξη:
α. επαναλαμβάνει το ίδιο ριζικό θέμα (γιγνώσκω),
β. αλλάζοντας κάθε φορά το πρόθημα (ανά-, - , κατά-),
γ. ανεβάζοντας, έτσι, το νόημα σε ένα νέο
επίπεδο βεβαιότητας.
Το
σχήμα αυτό δημιουργεί:
• ρυθμό,
• ένταση,
• αίσθηση λογικής ακολουθίας,
• απόλυτη βεβαιότητα του ομιλητή για την
κρίση του.
Ο
Βασίλειος, που «απαντά» στον Ιουλιανό, χρησιμοποιεί την ίδια ρίζα και την ίδια τριμερή
δομή, αλλά την ανατρέπει
εκ
των έσω μέσω μιας ευφυούς αντι-κλιμάκωσης:
·
ἀνέγνως
→ ναι, διάβασες
· ἀλλ’ οὐκ
ἔγνως → αλλά δεν κατάλαβες
·
εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως → γιατί αν είχες καταλάβει, δεν θα κατεδίκαζες, άρα η
καταδίκη σου στερείται κύρους.
·
Εδώ συντελείται μια εκπληκτική ρητορική ανατροπή:
η δεύτερη φράση του Βασιλείου ακυρώνει τη δεύτερη του Ιουλιανού, και η τρίτη
ακυρώνει την τρίτη. Πρόκειται για ένα πνευματικό "παιγνίδι" ρητορικού
αντικατοπτρισμού, όπου ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τα ίδια τα όπλα τού αντιπάλου
του, για να αποδομήσει τη σκέψη του.
Το
επεισόδιο αυτό παραμένει ένα από τα πιο εμβληματικά δείγματα της λογοτεχνικής
δεινότητας και της πνευματικής ετοιμότητας που η παράδοση αναγνώρισε στο
πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου, αποτυπώνοντας με μοναδική πυκνότητα τη βαθύτερη
σύγκρουση ανάμεσα στον παγανιστικό αναχρονισμό του Ιουλιανού και τη νηφάλια,
διακριτική σύνθεση πίστης και λόγου της χριστιανικής σκέψης.







