ΧΑΡΗΣ ΑΝΤ. ΚΑΛΑΪΤΖΑΚΗΣ - Τ α δ ι κ ά μ α ς κ α φ ε ν ε ί α




ΧΑΡΗΣ ΑΝΤ. ΚΑΛΑΪΤΖΑΚΗΣ

Τα δικά μας καφενεία
Τα καφενεία τού παλιού Ρεθύμνου μέσα από την τοπική λογοτεχνία, την ιστορία, τον τοπικό Τύπο, τον φωτογραφικό φακό και τις αφηγήσεις
[Εκδοτικές Επιχειρήσεις Καλαϊτζάκης Α.Ε., Ρέθυμνο 2014,  σχ. 8ο (26Χ21), σσ. 309]

   ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ


Το παρουσιαζόμενο, με το σημείωμά μας αυτό, βιβλίο τού κ. Χάρη Καλαϊτζάκη, συντ. δικηγόρου, με τίτλο «Τα δικά μας καφενεία» και υπότιτλο «Τα καφενεία τού παλιού Ρεθύμνου μέσα από την τοπική λογοτεχνία, την ιστορία, τον τοπικό Τύπο, τον φωτογραφικό φακό και τις αφηγήσεις», είναι καρπός πολύτιμος τού 25ου Κυνηγιού τού Θησαυρού (2014), το οποίο έδωσε τη νίκη στην ομάδα των «Μαλαγάνων», στην οποία ανήκει και ο συγγραφέας με τη σύζυγό του. Ενός παιγνιδιού που, ομολογουμένως, έχει πολλά προσφέρει, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια που παίζεται, στη γνώση τής Ιστορίας τού τόπου κυρίως από τους νεοτέρους. Το βλέπω, κάθε χρόνο, από την αγωνία που διακατέχει τους κυνηγούς να ερωτούν με επανειλημμένα τηλεφωνήματά τους και να αναζητούν ό,τι καινούριο και παλιό βιβλίο υπάρχει και κινείται στην αγορά ή στις βιβλιοθήκες σχετικό με το Ρέθυμνο και την Ιστορία του. Ο ενθουσιασμός, λοιπόν, αυτός τής νίκης είναι που ώθησε τον φίλο Χάρη Καλαϊτζάκη, αλλά και τη γυναίκα του, τη Ρούλα (έχουμε προσωπική αντίληψη τού πόσο γενναία η Ρούλα Καλαϊτζάκη έτρεξε και μόχθησε μαζί με τον αγαπημένο σύντροφό της στη δημιουργία αυτού τού αξιόλογου βιβλίου). Μακάρι, αλήθεια, την προσπάθειά τους να μιμηθούν κι άλλες ομάδες τού Κυνηγιού, με ανάλογα θέματα Τοπικής Ιστορίας. Το αποτέλεσμα, ομολογουμένως, θα είναι εκπληκτικό! Το παιγνίδι, είναι αλήθεια ότι έχει αναδειχθεί σε έναν πετυχημένο θεσμό, που έχει λατρέψει το Ρέθυμνο και πρέπει, γι’ αυτό, να συνεχιστεί και καλλιεργηθεί περαιτέρω με προσπάθειες δημιουργικές και παραγωγικές, όπως και η παρούσα.
Ο λόγος, λοιπόν, για το…. πρωτόλειο, το πρώτο βιβλίο τού φίλου Χάρη Αντ. Καλαϊτζάκη, με τίτλο «Τα δικά μας καφενεία», ένα βιβλίο 310 σελίδων μεγάλου μεγέθους (αγγίζει το 4ο), που μόνο για… πρωτόλειο έργο δεν φαίνεται να μοιάζει. Γιατί, πρέπει να το ομολογήσω, ότι σπάνια συναντάς πρωτόλειο έργο τής τελειότητας τού παρόντος. Ο Χ. Καλαϊτζάκης, εμφανώς, είχε ένα σπουδαίο τάλαντο, ένα θείο δώρο καλά κρυμμένο μέσα του. το δώρο τής συγγραφής και μάλιστα τής ερευνητικής συγγραφής. Είναι κρίμα να θάπτονται τέτοια ταλέντα! Γι’ αυτό και ο Χ. Καλαϊτζάκης υποχρεούται, από σήμερα, να συνεχίσει και μάλιστα δυναμικά, σε έναν χώρο όπου πολλά υπόσχεται ότι μπορεί να προσφέρει. Και μπορώ μετά πεποιθήσεως να ομολογήσω ότι ναι μεν το βιβλίο αυτό –λόγω των αναγκών τού Παιγνιδιού- μπορεί να βγήκε σε χρόνο ρεκόρ, όμως, με τη γυναίκα του, τη Ρούλα, έτρεξαν τόσο πολύ και τόσο μεθοδικά, που δεν άφησαν πηγή (γραπτή ή προφορική) ανεξερεύνητη. Δεκάδες είναι οι πληροφορητές τους, πλουσιότατες οι πηγές και, το κυριότερο, σωστά εντοπισμένες και πλήρως αξιοποιημένες.
Πρόκειται για μια δουλειά που, σαφώς, έχει γίνει με πολύ ζήλο και μεράκι. Από τη λεπτομερή συγκέντρωση των στοιχείων και την οργάνωση αυτών, από τον διεισδυτικό και καταπληκτικό Πρόλογο και τα λοιπά κείμενα τής συγγραφής, στα οποία, σαφώς, εμφανίζεται εξαιρετική λογοτεχνική χάρη, σπουδαία ικανότητα ερευνητικής διείσδυσης, πλούσια και όμορφα συναισθήματα για τον τόπο. Το καφενείο, αυτή η «Βουλή» των Ελλήνων και ο καλύτερος- σύμφωνα με τον συγγραφέα- «μαρτυριάρης» τής ζωής τού τόπου, δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αναπτυχθεί στον πολιτικό και πολιτιστικό περίγυρο τού τόπου του και, προχωρώντας και πάρα πέρα, από το καθαυτό κυνήγι, να αφήσει ένα ενδιαφέρον στίγμα, μια παρακαταθήκη στην ιστορία, ερευνώντας τη δημιουργία, τη διαδρομή και την εξέλιξη των παλαιών καφενείων τού Ρεθύμνου, από συστάσεως τής πόλης μας ως ενός οργανωμένου κοινωνικού ιστού, δηλαδή κατά τα χρόνια τής Ενετοκρατίας, της Τουρκοκρατίας, της Κρητικής Πολιτείας, του Μεσοπολέμου, της Γερμανικής Κατοχής και της Νεότερης, μέχρι και τα τέλη τού περασμένου αιώνα, περιόδου.
Η δομή τής μελέτης ξεκινά με αναφορά στην ιστορία τού καφέ και των καφενείων (που εκτείνεται στις πρώτες σαράντα, περίπου, σελίδες τού βιβλίου), εξειδικεύοντας, στη συνέχεια, την ιστορία και τη λειτουργία των καφενείων τού Ρεθύμνου, με μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αναδρομή και στην ιστορία τού τόπου, σε συνάρτηση, πάντα, με τα καφενεία. Ακολουθεί η χωροταξική κατάταξη των καφενείων κατά περιοχές . δηλαδή, του Λιμανιού, του Πλατάνου, της Αρκαδίου – προκυμαίας, του Αγνώστου Στρατιώτη, των Τεσσάρων Μαρτύρων, της νεότερης πόλης από του Κόρακα την Καμάρα μέχρι τον Κουμπέ, των Περιβολίων- Μισιρίων- Πλατανέ- Τσεσμέ. Ο Χ. Καλαϊτζάκης το κάθε καφενείο το εμπλουτίζει με αρκετά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό, που τα «ξετρυπώνει» από τα πιο απίθανα μέρη. Πολλά ιστορικά ανέκδοτα, περαιτέρω, ρίχνουν πλούσιο το «αλατάκι» τους στην εξιστόρηση, γλυκαίνοντας την εργασία και τονώνοντας τη φαντασία τού αναγνώστη.
Είναι γεγονός ότι μέσα από την παραπάνω καταγραφή περνά όλη η ζωή τού παλιού Ρεθύμνου, κάτι που φαίνεται και από το κομψά σχεδιασμένο εξώφυλλο με τα κάρα, το βενετσιάνικο ρολόι, τη Μεγάλη Πόρτα, αλλά και τις λοιπές φωτογραφίες τού βιβλίου που κοσμούν και αποπνέουν όλες μαζί, συνολικά, το σπάνιο άρωμα τής ταυτότητας τού παλιού Ρεθύμνου. Ενώ, λοιπόν, θέμα τού βιβλίου είναι τα καφενεία τού παλιού Ρεθύμνου, όμως, ο συγγραφέας επεκτείνεται εξαιρετικά και καταπιάνεται με όλη την ιστορία τού τόπου, διαχρονικά, από την Ενετοκρατία και, κυρίως, την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, παραθέτοντας άφθονα γενικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία από την καθημερινή ζωή και τον πολιτισμό τού παλιού Ρεθύμνου, χωρίς, πάντως, ουδαμού να πλατειάζει ή να μακρηγορεί. Έστωσαν παραδείγματα ικανά επ’ αυτού η πλατεία τού Αγνώστου Στρατιώτου, η οδός Αρκαδίου και η διαχρονική πλατεία των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων, σημεία στα οποία ο συγγραφέας επεκτείνεται σημαντικά, κάνοντας ειδικότερες αναφορές τόσο για το μνημείο τού Αγνώστου Στρατιώτη και την εκκλησία των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, όσο και για τα Χασαπιά, αντίστοιχα. Επιχειρεί, περαιτέρω, ταυτοποιήσεις άγνωστων σήμερα καφενείων, γνωστών μόνον από τους περιηγητές ή από ιστορικές και λογοτεχνικές (Π. Πεβελάκης) πηγές, επιβεβαιώνοντας τις ταυτοποιήσεις του, στη συνέχεια, και από άλλες πηγές και μαρτυρίες, αλλά και σοβαρές προσωπικές εκτιμήσεις, ώστε το κείμενό του, τελικά, να σού εμπνέει εμπιστοσύνη για την ακρίβεια των παρατιθέμενων πληροφοριών, πάντα καλώς εξακριβωμένων και πολλαπλώς διασταυρωμένων.  
Πιστός τηρητής τής συγγραφικής δεοντολογίας ο Χ. Καλαϊτζάκης κάνει πιστές και ακριβείς παραπομπές και αναφορές στις δεκάδες των βιβλίων που χρησιμοποίησε και των συμπολιτών που τού έδωσαν πληροφορίες και, φυσικά, στο διαδίκτυο το οποίο επιμελώς αλλά και εκτενώς αξιοποίησε. Οι λεζάντες των φωτογραφιών του πλουσιότατες σε στοιχεία καταγράφουν και ανασταίνουν μαζί με τις φωτογραφίες εκατοντάδες παλιούς Ρεθυμνιώτες, που μας μεταφέρουν όλο το άρωμα και τον παλμό τού παλιού Ρεθύμνου.
Με το παρόν έργο τού Χάρη Καλαϊτζάκη μπορούμε πια να αφουγκραστούμε βαθύτερα την ανάσα τού Ρεθέμνους τής προδιαγραφείσας περιόδου. Από τα κείμενά του αποπνέεται άρωμα γλυκιάς ανάμνησης, ευαισθησίας, αγάπης και ανθρωπιάς που επεκτείνεται, περαιτέρω, σ’ ένα τρυφερό, μοναδικό σφιχταγκάλιασμα με το τόπο, τους ανθρώπους του, τα έργα, τις αξίες και τις δραστηριότητές τους. Ανθρώπων που έζησαν πολύ κοντά μας, δίπλα μας και παραμένουν ακόμα οι ήχοι τους ζεστοί και ξεκάθαροι στα αυτιά μας, όμως, σε πολλές περιπτώσεις, κυριολεκτικά χάνονται και σβήνουν. Φταίει, φυσικά, η ανθρώπινη μνήμη που εξασθενεί, φταίνε, όμως, και οι πολυπρόσωπες- απρόσωπες σύγχρονες κοινωνίες και η εξαντλητική πολυπραγμοσύνη στην οποία αυτές μας υποβάλλουν.
     Μετά απ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι ο συμπολίτης, συντ. δικηγόρος, Χάρης Αντ. Καλαϊτζάκης είναι άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας, για όσα πολύτιμα στοιχεία- μνήμες προσωπικές, πρόσωπα, γεγονότα και αξίες μάς διέσωσε με το βιβλίο του αυτό, που αποτελεί, τωόντι, ένα περισπούδαστο χρονικό για το τόπο μας τής συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Είχε ο Χάρης Καλαϊτζάκης βαθιά μέσα του τη συναίσθηση τής ευθύνης και ο  κίνδυνος τής λησμονιάς είναι που βάρυνε περισσότερο στη ζυγαριά τής αυτοκριτικής του. Και θεωρούμε ότι η εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας αποτελεί, σήμερα, γι' αυτόν την πιο μεγάλη ικανοποίηση κι ανταμοιβή. 

Οι Κωφοί τής πόλεώς μας γιόρτασαν τον προστάτη τους όσιο Μάρκο τον Κωφό και έκοψαν την πίτα τους





Οι Κωφοί τής πόλεώς μας γιόρτασαν τον προστάτη τους όσιο Μάρκο τον Κωφό και έκοψαν την πίτα τους

     Με αρχιερατική θ. Λειτουργία γιόρτασαν οι Κωφοί τού νομού μας, την Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015, τον Προστάτη τους όσιο Μάρκο τον Κωφό, στον ι. Ναό τού Οσίου που προς τιμήν του έχουν οικοδομήσει, στον αύλειο χώρο τής Ι. Μονής Αρσανίου. Στη θεία λειτουργία, στην οποία, παρά την βροχή, συμμετείχε πλήθος πιστών Κωφών αλλά και ακουόντων συμμετείχε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιος, με λειτουργό τον Αρχιερατικό Επίτροπο τής Γ΄ Αρχιερατικής Περιφέρειας π. Ευάγγελο Δερμιτζάκη. Τους εορτίους ύμνους απέδωσε η βυζαντινή χορωδία τού Μητροπολιτικού μας ναού υπό τη διεύθυνση τού κ. Ευαγγέλου Καπαϊδονάκη. Ο λόγος τού Σεβασμιωτάτου, στο τέλος τής Θ. Λειτουργίας, σύντομος, απλός και ουσιαστικός εστιάστηκε στον βίο τού Οσίου Μάρκου τού Κωφού σε σχέση με τη σύγχρονη εποχή και την ευαίσθητη των Κωφών τάξη.
Η ανέγερση τού ναού τού οσίου Μάρκου τού Κωφού στην Ι. Μονή Αρσανίου υπήρξε έργο πνοής του δραστήριου Συλλόγου Κωφών Ρεθύμνου «Το Αρκάδι» και του Προέδρου του κ. Μανόλη Παπαδάκη και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των πνευματικών και θρησκευτικών αναγκών των Κωφών, που, λόγω τής αναπηρίας τους, αδυνατούν να οδεύσουν στις λυτρωτικές ατραπούς τής Χάριτος μέσα από τους λοιπούς τής πόλης μας ναούς, όπου συχνάζουν οι «ακούοντες» πιστοί. Και αυτό λόγω της έλλειψης σχετικού διερμηνέα που θα αναλάβει να μεταφέρει τα σωτήρια νοήματα τής θείας Λειτουργίας στη Νοηματική Γλώσσα των Κωφών, κάτι που, κατά κανόνα, γίνεται σε όλες τις λειτουργίες για τους Κωφούς στον εν λόγω ιερό ναό. Στη συγκεκριμένη θ. Λειτουργία τους εορτίους ύμνους μετέφραζε ο διερμηνέας τής ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας κ. Στράτος Πατρινός, θεολόγος, από την Αθήνα. 
Ο διερμηνέας τής Ελλ. Νοηματικής Γλώσσας κ. Στράτος Πατρινός, θεολόγος, ενώ μεταφράζει τη θ. Λειτουργία
    Η πατριαρχική επίσκεψη και ευλογία στον συγκεκριμένο ναό στις 20 Ιουνίου 2002 υπήρξε μια καταφανής αναγνώριση και επιβράβευση τού ποικιλόμορφου έργου που οι Κωφοί φίλοι μας επιτελούν στην τοπική μας κοινωνία και με την ανέγερση τού συγκεκριμένου ι. ναού και στον ευρύτερο χώρο τής τοπικής μας Εκκλησίας και της Κρήτης γενικότερα. Ένα έργο που οι φίλοι Κωφοί το έφεραν σε πέρας με άπειρες θυσίες, μόχθο και απεριόριστη αγάπη προς τον κωφό συνάνθρωπο.
Στη συνέχεια και μετά την προχθεσινή θεία λειτουργία, παρουσία των αρχών τού Νομού, έγινε και το κόψιμο τής πρωτοχρονιάτικης αγιοβασιλόπιτας τόσο τής Ι. Μονής Αρσανίου όσο και του Συλλόγου Κωφών, στο Αρχονταρίκι τής Ι. Μονής Αρσανίου. Στον χαιρετισμό του ο Πρόεδρός κ. Εμμανουήλ Παπαδάκης, πέραν των άλλων, αναφέρθηκε και στις διάφορες δραστηριότητες τού Συλλόγου κατά το παρελθόν έτος και ευχαρίστησε όλους τους πολυπληθείς φίλους και συνεργάτες του, που τον στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια, τόσο από ηθικής όσο και οικονομικής απόψης.
Από το κόψιμο της πίτας τόσο τής Ι. Μονής όσο και του Συλλόγου Κωφών
Ύστερα απ’ όλα αυτά, θέλουμε ειλικρινά να ευχαριστήσουμε και να συγχαρούμε τον Σύλλογο των Κωφών, καθώς και τον εκλεκτό φίλο Πρόεδρό του κ. Μανόλη Παπαδάκη, για τις ανεξάντλητες και επίπονες προσπάθειες που τόσο φιλότιμα καταβάλλουν για την εν γένει προαγωγή, ανάδειξη, προκοπή και καταξίωση των συμπαθών μελών τους. Ευχή μας και το Νέο ΄Ετος 2015 να είναι αίσιο, επωφελές και δημιουργικό, με πολλές δροσοσταλίδες αγάπης και πνευματικής καρποφορίας για τον ίδιο και τις οικογένειες όλων των μελών τού Συλλόγου. 

Είναι συγκρίσιμα μεγέθη, αλήθεια;


     Ένας από τους χαρακτηριστικότερους πίνακες τής μάχης τής Κρήτης είναι και ο παραπάνω πίνακας τού Πέτρου Βλαχάκη (που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, απ' όπου και τον φωτογράφισα), που απεικονίζει μια πραγματική στιγμή από την μάχη τού Γαλατά και τον  Αντώνη Φυντικάκη να επιτίθεται με πέτρα σε έναν Γερμανό που μόλις είχε σκοτώσει έναν συναγωνιστή του (http://www.exitnews.gr).

        Είναι συγκρίσιμα μεγέθη, αλήθεια;
                            Απάντηση στην κ. Μαρίνα Χειλά

Κύριε Διευθυντά,

Σε σημείωμά της στην «Κρητική Επιθεώρηση» και τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» (2/6/2014), με τον τίτλο: «Κι αν το ανακαλούσαμε;», η κ. Μαρίνα Χειλά, διδάσκουσα στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης τού Πανεπιστημίου Κρήτης, ολοκληρώνει το κείμενο, μιας καθόλου πειστικής επιχειρηματολογίας, σχετικά με το θέμα τής ανάκλησης τής αναγόρευσης τού Γερμανού Καθηγητή κ. Ρίχτερ σε επίτιμο διδάκτορα τού Πανεπιστημίου Κρήτης, με την ακόλουθη, θεωρώ, προκλητική για τον αγώνα τού Κρητικού Λαού παράγραφο: «Το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση υποχρηματοδότησης από την ίδρυσή του για την οποία κάποιοι φοιτητές διαμαρτύρονται εδώ και τρεις βδομάδες, χωρίς κανένας να ασχολείται με αυτούς. Δεν έχουμε κανένα περιθώριο για ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια. Ας ασχοληθούμε με τα υπαρκτά προβλήματα τού Πανεπιστημίου και τις τεράστιες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει». 
      Και ερωτάται η κ. Χειλά. τα «υπαρκτά προβλήματα τού Πανεπιστημίου» (απόρροια τής γενικότερης μιζέριας και κακομοιριάς που βιώνουμε παντού, σήμερα, στη Χώρα μας), όσο σπουδαία κι αν είναι- αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς- είναι σε θέση να συγκριθούν και να μπουν στην ίδια ζυγαριά με την επική Μάχη τής Κρήτης, την Εθνική Αντίσταση και την αξιοθαύμαστη αυτοθυσία τού κρητικού Λαού, ώστε να μιλήσει τόσο περιφρονητικά και με τόση απαξίωση γι’ αυτά, σημειώνοντας αυτό το: «δεν έχουμε κανένα περιθώριο για ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια. Ας ασχοληθούμε με τα υπαρκτά προβλήματα τού Πανεπιστημίου» και όλα τα άλλα, δηλαδή (μαζί και ο επικός και ηρωικός αγώνας τού Κρητικού Λαού, που γνώρισε τόση διαστρέβλωση από την γραφίδα τού κ. Ρίχτερ), ως άνευ σημασίας, ας πάνε περίπατο;;;…. (ταύτα δε έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι).


                                 Κωστής Ηλ. Παπαδάκης

Συναυλία τού μουσικού συνόλου “Vamos”



Συναυλία τού μουσικού συνόλου “Vamos

        ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

           www.ret-anadromes.blogspot.com

Ήταν μια βραδιά απρόσμενα δροσερή και ανάλαφρη η συναυλία που έδωσε το μουσικό σύνολο Vamos Ensemble” (ensemble= μουσικό σύνολο), τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014, στο «Σπίτι τού Πολιτισμού». Αυτό υπογράμμισαν και τα έξοχα ποιητικά κείμενα με τα οποία διάνθισε απ’ αρχής μέχρι τέλους το μουσικό πρόγραμμα η φιλόλογος Ρούλα Βουράκη, αλλά και τα τραγούδια που ερμηνεύτηκαν.
Το μουσικό σύνολο “Vamos Ensemble”- γνωστό πια στο ρεθεμνιώτικο κοινό από τις επανειλημμένες πετυχημένες εμφανίσεις του- είναι ένα καινούριο ορχηστρικό σχήμα (πνευστά, έγχορδα, κρουστά και πιάνο), που δημιουργήθηκε πριν από δυο- τρία χρόνια, όταν κάποιοι άνθρωποι, με ευαισθησία και αγάπη για τη μουσική, συναντήθηκαν «καλλιτεχνικά» στον Βάμο, ένα χωριό με μεγάλη παράδοση στα πολιτιστικά δρώμενα, και αποφάσισαν ο Βάμος- ανάμεσα Ρεθύμνου και Χανίων- να γίνει το εφαλτήριό τους στη μουσική έκφραση και δημιουργία, επιδιώκοντας, περαιτέρω, τη συνεργασία και με τις άλλες τέχνες και επιστήμες, και την οργάνωση συναυλιών με κοινωνικό και περιβαλλοντικό χαρακτήρα. Στις προθέσεις τού μουσικού συνόλου «Vamos» εντάσσεται, επίσης, η παρουσίαση έργων που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα τής μουσικής δημιουργίας- λόγω, ακριβώς, της μεγάλης ποικιλίας των οργάνων που χρησιμοποιεί- με αποκλειστικό σκοπό να μην προβάλλεται μόνον ο στίχος, με μιαν απλή μουσική συνοδεία, αλλά, κυρίως, η ποιοτική μουσική έκφραση.  
Κι έτσι, στην προχτεσινή συναυλία το μουσικό σύνολο “Vamos Ensemble” φάνηκε καθαρά ότι δεν αναζητούσε απλά τη λάμψη τής ματαιότητας και τον εντυπωσιασμό. Αντίθετα, απέφυγε επιμελώς κάθε προσπάθεια ωραιοποίησης, προσεγγίζοντας περισσότερο- σύμφωνα και με τις αρχές του- την εσωτερική διαδρομή των ήχων, σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης, αφενός, του θείου μηνύματος των Χριστουγέννων - που άνοιξε και έκλεισε το μουσικό ρεπερτόριο με ένα νοσταλγικό medley (= τραγούδια στη σειρά), μιαν ευφάνταστη μουσική αναπόληση στις κλασικές μουσικές αναφορές των Χριστουγέννων, με κάλαντα και μουσικές παραμυθιών (σε διασκευή τού Θανάση Παπαθανασίου) - ενώ, αφετέρου, ενδιάμεσα, ακούστηκαν έργα κυρίως Χατζιδάκι- Θεοδωράκη, Βαμβακάρη, Curt Weill, Dimitri Shostakovich, αλλά και άλλων καλλιτεχνών τού έντεχνου ρεπερτορίου, από τον κινηματογράφο, τις μπουάτ και τις μουσικές σκηνές των δεκαετιών τού ’60 και ’70, που αντανακλούν τη γνήσια λαϊκή ψυχή, με ελκυστικές ενορχηστρώσεις που συμφιλίωναν ήχους και ρυθμούς σε μιαν υπέροχη εναλλακτική διαδρομή.
Στα μουσικά αυτά κομμάτια οι μουσικοί τού Vamos Ensemble” κατάφεραν, διαστρωματώνοντας με σαφήνεια και καθαρότητα τα διάφορα ηχοχρώματα, να πετύχουν ένα διάχυτο ηχητικό αποτέλεσμα, πολυδιάστατο, με απρόσμενο, συχνά, βάθος και προοπτική. Σαφής άρθρωση των φράσεων, με αδρούς τονισμούς και ταχύτητες, που ποίκιλαν ανάλογα με τα παρουσιαζόμενα κομμάτια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τού καθενός και ανάλογα με το χρώμα τής εποχής και αυτό που ο μουσικοσυνθέτης θέλει να παρουσιάσει στο ακροατήριό του. Μεταβάλλοντας συνέχεια τις ποιότητες στον ήχο ο μουσικοί τού Vamos Ensemble” κατάφεραν να ανταποκριθούν εύστοχα και στις εναλλαγές των διαθέσεων τού ρεθεμνιώτικου ακροατηρίου. Με ήχο άλλοτε μεστό και παλλόμενο, άλλοτε άχρωμο και ισχνό διακινδύνευαν φράσεις ανάμεσα στα όρια της σιωπής αλλά και των έντονων διατυπώσεων.
Όλες οι ενορχηστρώσεις και προσαρμογές έγιναν από τον Θανάση Παπαθανασίου, ενώ η καλλιτεχνική επιμέλεια ήταν των Κώστα Κεχράκου και Νίκου Φραγκιαδάκη. Και τα δύο είναι γεγονός ότι προσέφεραν όχι μόνο μιαν πειστική στήριξη, σε ανάλογο ύφος, αλλά και ενεθάρρυναν δυναμικά τους σολίστες σε μιαν ανάγνωση που στόχευε όχι  μόνο στην απόδοση των έργων, αλλά, ταυτόχρονα, και στην αποκάλυψη τού βαθύτερου χαρακτήρα τους. Και είναι αλήθεια ότι στην προχτεσινή συναύλια όλα τα όργανα είχαν να παρουσιάσουν το σολιστικό μέρος τους ή, έστω, μια δυναμικότερη συμμετοχή στο μουσικό αποτέλεσμα. Έτσι, θαυμάσαμε και απολαύσαμε την κιθάρα, το μαντολίνο και μάλιστα τη γλυκύτατα χαρισματική φωνή τού Πρόδρομου Καραδελόγλου, το διάφανο και λαμπερό πιτσικάτο των βιολιών του Έντμοντ Αλέξις, τής Έ. Ορμιλιώτου και του Ρ. Τσουρά, τον φωτεινό, καθαρό και ευέλικτο (σε τρίλιες και αρπίσματα) ήχο τού κλαρινέτου τού Βαγγέλη Παπαδάκη, το πλούσιο και ζεστό ηχόχρωμα τού κόρνου τού Θανάση Παπαθανασίου, τον συμπαγή και βαθιά βαθύ, πλούσιο και ρεαλιστικό ήχο τού κοντραμπάσου τού Κώστα Κεχράκου, το πληθωρικά λαμπερό, γεμάτο και μαλακό ηχόχρωμα τού ευφώνιου τού Teo Kraaijvanger, τα ρυθμικά και, κάποτε (όταν το απαιτούσε η μουσική), ευχάριστα θορυβώδη τύμπανα και κρουστά τού Αλεξέι Κιριτσέγκο, το χαρακτηριστικά δυνατό ηχόχρωμα τού βιολοντσέλου τού Σπύρου Ραφτάκη, με τις  ποιητικότατες μουσικές γέφυρές του, το πιάνο τού Νίκου Φραγκιαδάκη, με την εκπληκτική εκφραστική του ποικιλία.     
Ύστερα απ' όλα αυτά, η θυελλώδης ανταπόκριση τού κοινού και τα θετικά και ενθουσιώδη σχόλια που άκουσα στο τέλος, ήταν αναμενόμενα και πλήρως δικαιολογημένα. Δεν μας μένει παρά να σφίξουμε θερμά το χέρι και να συγχαρούμε όλους τους καταξιωμένους συντελεστές τής θαυμάσιας αυτής μουσικής βραδιάς για την σαφώς και άκρως ευσυνείδητη ερμηνεία τους. Μας έδωσαν ένα αληθινό μάθημα σεβασμού τής μουσικής. Τους ανήκει, γι’ αυτό, ένα μεγάλο «Μπράβο»!!

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ



                    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ

«Χριστός γεννάται σήμερον
Δεύτε και ημείς υμνήσωμεν μετά των Αγγέλων,
γονυπετήσωμεν μετά των ποιμένων,
οδοιπορήσωμεν μετά των μάγων.
Ευπρεπίσωμεν την καρδίαν εις φάτνην
Τού Νέου Παιδίου, τού προ αιώνων Θεού,
Τού κλίναντος τους Ουρανούς
εν τη ενανθρωπήσει αυτού».


Αγαπητοί φίλοι,
Ευχόμαστε σε όλους και στον καθένα σας χωριστά
προσωπική και οικογενειακή
υγεία, ευτυχία και χαρά,
το δε Νέο Έτος 2015
ευτυχισμένο και δημιουργικό.

ΧΑΡΗΣ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ - 370 ΜΝΗΜΕΙΑΚΑ ΚΕΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ



ΧΑΡΗΣ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗΣ


370 ΜΝΗΜΕΙΑΚΑ ΚΕΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
[Εκδόση: Συλλόγου Κατοίκων Παλιάς Πόλης Ρεθύμνου, Εκτύπωση: Γραφοτεχνικής Κρήτης Α.Ε.Ε., Ρέθυμνο 2014, σχ. 8ο (23,5Χ16), σσ. 313]

                 ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

                         http://ret-anadromes.blogspot.com

Ο φίλος Σχολικός Σύμβουλος κ. Χάρης Στρατιδάκης είναι γνωστός στην πόλη μας από το πλήθος των μελετών και των δεκάδων βιβλίων του, που αναφέρονται σε θέματα παιδαγωγικά, λαογραφικά και, κυρίως, Τοπικής Ιστορίας. Άνθρωπος με βαθιά γνώση τού τόπου και τού αντικειμένου ήδη από το έτος 1985, όταν άρχισε, το πρώτον, να συγγράφει, με τη σύζυγό του Αλκμήνη Μαλαγάρη, τον κλασικό, πλέον, για το Ρέθυμνο, «Οδηγό για την πόλη και τα περίχωρα», συνεχίζει και σήμερα το σημαντικό έργο του με μελέτες «ειδικότερες» για το Ρέθυμνο και την ιστορία του, όπως, για παράδειγμα, το προηγούμενο βιβλίο του με τον τίτλο «Ρέθυμνο και Θάλασσα, Μια ιστορική σχέση». Στο ίδιο μήκος κινείται, θεωρώ, και η συνέχειά του, το παρόν βιβλίο, που υπεισέρχεται, πλέον, βαθύτερα, και στα ηπειρωτικά τής πόλης μας και του νομού μας και είδε πρόσφατα το φως τής δημοσιότητας με τον ηχηρό και βαρύγδουπο τίτλο: «370 Μνημειακά Κενά στην ιστορική Τοπογραφία τού Ρεθύμνου».
Το βιβλίο αυτό αποτελεί προσπάθεια ουσιαστικής ανάδειξης και παρότρυνσης προς σωτηρία τού εναπομένοντος μνημειακού πλούτου τού τόπου μας, επιχειρώντας μίαν, οπωσδήποτε, πραγματική και ενδιαφέρουσα «αποκάλυψη» των μνημείων τού Ρεθύμνου που δεν είχαν την τύχη να επιζήσουν και, κάποια, μάλιστα, από αυτά, και να αφήσουν, έστω, ορισμένα ίχνη τής ιστορικής παρουσίας τους στον τόπο μας. Με την εκτενή παράθεση στοιχείων τεκμηρίωσης και πλούσιου εικονογραφικού υλικού για τριακόσια εβδομήντα μνημεία τού παλιού Ρεθύμνου, το βιβλίο αυτό συμβάλλει ουσιαστικά σε μια βαθύτερη, αφενός, γνωριμία των Ρεθυμνιωτών με τον τόπο τους και στην ευαισθητοποίησή τους, αφετέρου, στο σοβαρό θέμα τής προστασίας των μνημείων και της αποτροπής φαινομένων καταστροφής αυτών, που συνεχίζουν να παρατηρούνται και στις μέρες μας με αμείωτο, δυστυχώς, ρυθμό, είτε από απροσεξία, είτε από ασυγχώρητη άγνοια τής ιστορίας τού μνημείου και του τόπου γενικότερα.
Το βιβλίο αναφέρεται, βασικά, στα κατεστραμμένα μνημεία τής παλιάς πόλης τού Ρεθύμνου, επεκτείνεται, σε μικρότερο βαθμό, και σε εκείνα τής νέας (που έχει σήμερα εκταθεί από τα Μισίρια και τον Πλατανιά, ανατολικά, μέχρι και το Ατσιπόπουλο, στις δυτικές παρυφές τής πόλης τού Ρεθύμνου), ενώ «πιάνει», ακροθιγώς, και κάποιες καταστροφές μνημείων τής ρεθυμνιώτικης υπαίθρου, χωρίς να παραλείπει- προς διευκόλυνση, όταν χρειάζεται, μιας «εκ παραλλήλου» μελέτης- και ορισμένα μνημεία άλλων περιοχών τής Κρήτης.
Ο συγγραφέας επισημαίνει εξ αρχής ότι το βιβλίο του έχει ως θέμα του τις καταστροφές και όχι τις μετατροπές χρήσης των μνημείων- που είναι λογικό να συνέβαιναν τόσο κατά το παρελθόν όσο και στο παρόν- και τούτο εφόσον συνέχιζαν και μετά την εξαλλαγή τής χρήσης τους να σέβονται και να συντηρούν και διατηρούν την αρχιτεκτονική, το «στιλ» και τη στατικότητα τού μνημείου. Αυτό που «πονάει» και προβληματίζει στην περίπτωση αυτήν είναι οι καταστροφές είτε εκ των λόγων που σημειώσαμε αμέσως παραπάνω (άγνοιας και αναιτιολόγητης απροσεξίας) είτε προς  εξυπηρέτηση κάποιων μικροσυμφερόντων και στο πνεύμα μιας ανεξέλεγκτης εμπορευματοποίησης του χώρου που τα μνημεία αυτά καταλαμβάνουν.
 Αρχικά μού δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι από το βιβλίο αυτό επιβαλλόταν μια προσπάθεια χαρακτηρισμού τού κάθε «παλιού» ως «μνημείου», που, όμως, στη συνέχεια, την αναίρεσα με κάποιες διασαφήσεις τού συγγραφέα, όπως αυτήν τής σελίδας 15, όπου, επί λέξει, σημειώνεται ότι «το βιβλίο αυτό δεν αναφέρεται σε «μικροκαταστροφές», οι οποίες αν συνέβαιναν αλλού θα μπορούσαν να αποτιμηθούν ως μεγαλύτερες, όπως για παράδειγμα τής παραγκούπολης μεταπολεμικά στο νοτιοδυτικό μέρος τού Δημοτικού Οικοπέδου (χώρου στάθμευσης σήμερα), που κατεδαφίστηκε το έτος 1957 και αποτελούσε ένα μνημείο τής κατοχικής και μετακατοχικής ένδειας». Γιατί, πραγματικά, όλοι εμείς, οι κάποιας ηλικίας, που το διατηρούμε στη μνήμη μας, το… «μνημείο» αυτό δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τίποτε άλλο από μια «βρομιά» σκουριασμένων λαμαρινών στο κέντρο τής πόλης τού Ρεθύμνου. Θα πρέπει, γι’ αυτό, φρονούμε, να γίνει διαχωρισμός των πραγματικών μνημείων τέχνης και πολιτισμού, ώστε η προσπάθειά μας για τη διάσωσή τους να αξίζει πραγματικά και να είναι καθολική, σύντονη και δυναμική.
 Το βιβλίο αποτελεί υπόδειγμα δομής, πλούτου, ποιότητας και πληρότητας περιεχομένου. δεν είναι ένας απλός «κατάλογος» των χαμένων μνημείων τού Ρεθύμνου, αλλά συνοδεύεται και από κεφάλαια σημαντικά για την έννοια τού μνημείου και την ιστορική του εξέλιξη, για τις καταστροφές των μνημείων στην ύπαιθρο τού Ρεθύμνου και στην Κρήτη γενικότερα, καθώς και από «Χρονολόγια» μεγάλων καταστροφών μνημείων τής ρεθεμνιώτικης υπαίθρου και της Κρήτης γενικότερα, όπως και από «Χρονολόγια» φυσικών καταστροφών τού Ρεθύμνου. Δεν αποφεύγει, τέλος, να αφιερώσει ειδικό κεφάλαιο και για τις ανθρωπογενείς καταστροφές στο Ρέθυμνο (από εμπόλεμες, κυρίως, καταστάσεις), ένα τεράστιο διαχρονικό πρόβλημα των λαών τής ανθρωπότητας και των πολιτισμών τής υφηλίου. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό- μια που μιλάμε για τη σωτηρία και διάσωση των μνημείων και του πολιτισμού τού οποίου αυτά είναι φορείς- δεν μπορώ λέγω να μην υπενθυμίσω, όλως παρενθετικά, στο κεφάλαιο αυτό των εμπόλεμων καταστροφών την αποτρόπαιη καταστροφή που συντελέστηκε στο μεγαλύτερο μνημείο που έχει να επιδείξει η πολιτισμένη  ανθρωπότητα, στην Ακρόπολη των Αθηνών και μάλιστα από στρατό που ήθελε να ονομάζεται χριστιανικός και πολιστισμένος, αυτόν του στόλαρχου των ενετικών ναυτικών δυνάμεων Φραντσέσκο Μοροζίνη. Και το χειρότερο όλων, που, όπως αναφέρουν κάποιες πηγές, ο κρότος των τινασσομένων Ιερών Μαρμάρων τού Παρθενώνα και ή κόλαση τής καταστροφής που συνέβαινε στην Ακρόπολη στα μάτια των στρατιωτών τού Μοροζίνη γέννησε τόσον ενθουσιασμό μεταξύ τους, ώστε αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν για το ανέλπιδο…. κατόρθωμα τους, φωνάζοντας: "Ζήτω ή δημοκρατία μας»!
 Το βιβλίο τού κ. Στρατιδάκη αναφέρεται, περαιτέρω, και στις απώλειες Γραπτών Μνημείων- μιαν άλλη παράμετρο τής έννοιας τού μνημείου- που, όμως, ουσιαστικά, αυτή η τελευταία, δεν αφορά στο σκοπούμενο και στις επιδιώξεις τού παρουσιαζόμενου βιβλίου. Τελευταίο κεφάλαιο, όχι μικρής, πάντως, σημασίας, αποτελεί και αυτό με τον τίτλο: «Απομνημειοποιήσεις», που αναφέρεται στις κακοποιήσεις και παραποιήσεις μνημείων, που συντελούν στην αφαίρεση χαρακτηριστικών στοιχείων που τόνιζαν, πριν, τον μνημειακό τους χαρακτήρα και στο σημείο αυτό ανήκουν και οι συχνότατες αλλαγές ονομάτων, κάτι που και εμείς επανειλημμένα το έχουμε επαναλάβει στις τοπωνυμικές έρευνές μας ότι με τις αλλαγές, συνήθως, τοπωνυμίων περιφρονείται και αλλοιώνεται σοβαρά ένα μέρος τής Τοπικής μας Ιστορίας, τα δε συνδεόμενα προς αυτά τα τοπωνύμια ιστορικά ζητήματα αγνοούνται και παραμερίζονται παντελώς.
 το τέλος, πολύ χρήσιμα καθίστανται το «Παράρτημα» με τα Χαμένα κατά ιστορικές περιόδους Μνημεία και τα λεπτομερέστατα «Ευρετήρια».  
Θερμά συγχαίρουμε και ευχαριστούμε τον φίλο συγγραφέα και συντελεστή τού λαμπρού αυτού επιτεύγματος Χάρη Στρατιδάκη. Πρόκειται, τωόντι, για ένα έργο σημαντικό, απόρροια των συστηματικών ερευνών τού συγγραφέα στον χώρο τής Κρητολογίας και όχι μόνον. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στον τόπο είναι, νομίζουμε, αυτή που καθοδήγησε τις προσπάθειές του και συνέβαλλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Η προσπάθειά του, ανάγκη βαθιά εσωτερική, αντανακλά το περίσσευμα τής ψυχής του και ενθαρρύνει την ανάληψη και στο μέλλον παρόμοιων πρωτοβουλιών. Χωρίς κανένα δισταγμό μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το φωτισμένο ενδιαφέρον ορισμένων ανθρώπων, το γνήσιο συναίσθημα ευθύνης τού καθενός μας απέναντι στους συμπολίτες του, η ολοπρόθυμη συνεργασία με τους άλλους για ανώτερους σκοπούς και ιδανικά αποτελούν την ασφαλέστερη βάση για την προαγωγή και ιστορική και πνευματική ανάπτυξη και καταξίωση ενός τόπου.   
   

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ - Τ Ο Α Τ Σ Ι Π Ο Π Ο Υ Λ Ο





ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΜΜ. ΠΕΡΠΙΡΑΚΗ

Τ Ο   Α Τ Σ Ι Π Ο Π Ο Υ Λ Ο
 Ιστορία Οικονομία, Πολιτισμός
[Έκδοση «Γραφοτεχνικής Κρήτης», Ρέθυμνο 2014, σχ. 4ο (28 Χ 21), σσ. 448]

            ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

            www.ret-anadromes.blogspot.com

        Θεωρώ γεγονός υψίστης σημασίας για τον τόπο την καταγραφή τής ιστορίας τού κάθε χωριού χωριστά. Κάθε τέτοια καταγραφή- ακόμα και του μικρότερου οικιστικού χώρου- αποτελεί, οπωσδήποτε, γεγονός εξαιρετικής σημασίας, μεγίστη συνεισφορά και ουσιαστική συμβολή στην τοπική και, κατ’ επέκταση, στη Γενική Ιστορία. Μακάρι να βρίσκονται οι κατάλληλοι κάθε φορά άνθρωποι, που θα σκύψουν με αγάπη πάνω από τα χωριά μας, μικρά και μεγάλα, για μια έστω και μικρή, αφετηριακή αποτύπωση τής ιστορίας και του πολιτισμού τους, αν δεν είναι δυνατή μια ουσιωδέστερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική και όχι μόνο προσέγγιση. Και κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελεί πράξη επίσημη και εξαιρετική που, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να αποτιμηθεί με τους γνωστούς κανόνες τής λογοτεχνικής και ιστορικής κριτικής, γι’ αυτό και, συνήθως, πραγματώνεται και υλοποιείται από ανθρώπους που οι ίδιοι κατάγονται από τον συγκεκριμένο τόπο που καταγράφουν, ώστε, σε τελική ανάλυση, η εργασία τους αυτή να αποτελεί καρπό εύχυμο και αρωματικό ερωτικής αγάπης και βαθιάς νοσταλγίας των πρώτων παιδικών αναμνήσεων τού τόπου καταγωγής.
         Και ως τέτοιο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και το βιβλίο «Το Ατσιπόπουλο, Ιστορία Οικονομία, Πολιτισμός» τού κ. Γεωργίου Εμμ. Περπιράκη, που παρουσιάζουμε σήμερα με το παρόν σημείωμά μας, γιατί πληροί, νομίζουμε, όλα τα στοιχεία τής παρόρμησης αυτής, του πόθου και της αγαπητικής προς τον τόπο προσκόλλησης, στον οποίο ο συγγραφέας γεννήθηκε και διαμένει μόνιμα με την οικογένειά του. Και στη εργασία του αυτήν, που, εμφανώς, έγινε με πολύ κέφι και μεράκι, συνεισέφεραν εθελοντικά (με πληροφορίες και παροχή αρχειακού υλικού και φωτογραφιών) πολλοί κάτοικοι τού χωριού, άνδρες και γυναίκες, αλλά και εξέχοντες Ατσιπουλιανοί, που κοινό παρονομαστή έχουν, όλοι τους, την αδιαμφισβήτητη προς το χωριό τους αγάπη.
Έτσι, θεωρούμε εξαιρετικά κατατοπιστικό, ουσιώδες και περιεκτικό το «προλογικό» στην ιστορία τού Ατσιπόπουλου, σημείωμα από τον Ατσιπουλιανό δρα. κ. Ελευθέριο Σκανδάλη, ένα κόσμημα λόγου, που εμπνέεται από αγνή για τον τόπο και την πατρίδα, γενικότερα, αγάπη. Του κ. Σκανδάλη, επίσης, οι καίριες- καθ’ ομολογία τού ίδιου τού συγγραφέα- υποδείξεις και πληροφορίες βοήθησαν σημαντικά στη συγγραφή τού όλου πονήματος. Παρόμοια, καίρια και καταλυτική υπήρξε η συμβολή και των Ατσιπουλιανών στρατηγού κ. Νικολάου Σαμψών και καθηγητή κ. Στάθη Γαγάνη, που, χωρίς τη βοήθεια και το πάθος τού πρώτου για το Ατσιπόπουλο, το βιβλίο αυτό- σημειώνει κατηγορηματικά ο συγγραφέας- δεν θα γνώριζε το φως τής δημοσιότητας, ενώ η βοήθεια τού δευτέρου στην έρευνα και φωτογράφηση των αρχειακών πηγών, καθώς και σε όλα τα στάδια, γενικότερα, εκτύπωσης τού βιβλίου υπήρξε πλήρης και διεξοδική.    
Στο βιβλίο, έργο ωριμότητας τού συγγραφέα, το μεγαλύτερο βάρος «ρίπτεται» στην ιστορική τού χωριού παρουσία στον χρόνο, για την οποία χρόνια, τώρα, ο συγγραφέας συγκέντρωνε στοιχεία και διατηρούσε άσβηστες στο μυαλό του τις παιδικές αναμνήσεις. Η ιστορία τού χωριού εξιχνιάζεται και ιχνηλατείται λεπτομερώς και κατά μήκος όλων των ιστορικών περιόδων που παρουσιάζουν ιστορικά ντοκουμέντα και αυτές είναι, βέβαια, κυρίως η Βενετοκρατία (1211- 1669) [χρήσιμες εδώ οι νοταριακές πράξεις ποικίλων δικαιοπραξιών κατοίκων τής περιοχής από τις γνωστές εκδόσεις των Ενετών νοταρίων τού φίλου ιστορικού Γιάννη Γρυντάκη], η Τουρκοκρατία (1669- 1898) με δημοσίευση και εδώ όλων των αφορώντων στο «βασιλικό χωριό Ατσιπόπουλο» από τα Έγγραφα των Ιεροδικείων Ηρακλείου και Ρεθύμνου, ενώ χρήσιμοι, στην περίοδο αυτήν, αποδεικνύονται στον συγγραφέα και οι Πίνακες που αφορούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς τού χωριού από το Οθωμανικό Κτηματολόγιο των Eυαγγ. Μπαλτά και Μ. Oguz. Στην περίοδο αυτήν, να σημειωθεί, γίνεται ειδική αναφορά και στο ιστορικό λάβαρο τού Ατσιπόπουλου τής επανάστασης τού 1821.
Χαρακτηριστική, στο κεφάλαιο αυτό, η μέθοδος καταγραφής τής Ιστορίας από τον κ. Περπιράκη. δίνει, δηλαδή, ως βάση, το συνολικό ιστορικό πλαίσιο τής κάθε ιστορικής περιόδου- συχνά, μάλιστα, πολύ αναλυτικά- και, στη συνέχεια, «εστιάζει»- θα έλεγα «βιωματικά»- στα γεγονότα που αφορούν ειδικότερα στο Ατσιπόπουλο, με αποτέλεσμα το βιβλίο να καθίσταται ένα ενδιαφέρον εγχειρίδιο Κρητικής Ιστορίας γενικότερα, μέσα από μια αλληλοσυμπληρούμενη Γενικής και Τοπικής ιστορίας γραφή. Γενικό συμπέρασμα από την ανάγνωση των εν λόγω σελίδων τού βιβλίου η αντικειμενικότητα, αφενός, με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα, αμφίπλευρα, τις βαρβαρότητες και τις ωμότητες τού εκάστοτε κατακτητή γυμνές και πεντακάθαρες, αλλά και ο φλογερός, αφετέρου, πατριωτισμός που διακατείχε πάντοτε, σε κάθε εποχή, τους Ατσιπουλιανούς και η πλούσια συνεισφορά τους σε αίμα και έμψυχο υλικό σε όλους ανεξαιρέτως τους εθνικούς απελευθερωτικούς και αμυντικούς αγώνες.
Ειδικότερα κεφάλαια τής ιστορικής ανασκόπησης- με ειδικό βάρος τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον τόπο- είναι τα σχετικά με την Κρητική Πολιτεία (1898- 1913), τη ρωσική κατοχή, την επανάσταση τού Θερίσου (20/3/1905) και τη Μάχη τού Ατσιπόπουλου (1/8/1905), καθώς και τα αναφερόμενα στις ιδιαζόντως στενές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Ατσιπόπουλου. Ειδικό, επίσης, ενδιαφέρον διακρίνουμε, περαιτέρω, και στα κεφάλαια τα σχετικά με τα Νεότερα Χρόνια (1913 μέχρι σήμερα) της ελευθερίας τής Μεγαλονήσου, όπου τα υπάρχοντα στοιχεία (έγγραφα που απεικονίζουν τη γενναιόδωρη Ατσιπουλιανών οπλαρχηγών και εθελοντικών Ομάδων δράση στους Βαλκανικούς Πολέμους, τη Μικρασία, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο τού 1940 και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) προσκομίζουν και αρθρώνουν επαρκή και αξιομνημόνευτο ιστορικό λόγο. Τα έγγραφα και την έρευνα τού συγγραφέα στον χώρο αυτόν επεξηγούν και συμπληρώνουν αποτελεσματικά δεκάδες φωτογραφίες πολεμιστών και οπλαρχηγών, που ανασταίνουν μέσα μας μορφές ξεθωριασμένες από τον χρόνο και συντηρούν στη θύμηση μνήμες συγκινητικές από τον χώρο των απελευθερωτικών τού Έθνους αγώνων.      
Στο βιβλίο, επίσης, μελετώνται επιμελώς και θέματα απτόμενα τού πολιτισμικού χάρτη τού χωριού, του φυσικού περιβάλλοντος και των βασικών γεωργικών προϊόντων (χαρουπιών και βελανιδιών), της τοπικής αυτοδιοίκησης (διατελέσαντες πρόεδροι κ.λπ) και της τοπικής εκκλησίας (ναοί και εφημέριοι, θεσμός πατριαρχικής εξαρχίας), της εκπαίδευσης στο Ατσιπόπουλο σε όλες τής ιστορικές περιόδους (διατελέσαντες δάσκαλοι), της μετανάστευσης, των Συλλόγων και των Σωματείων που ιδρύθηκαν στο χωριό (Σκοπευτικός, Πολιτιστικός Σύλλογος, Ποδοσφαιρικός και Αθλητικός Όμιλος), των ατσιπουλιανών αθλητών, επαγγελματιών και επιχειρηματιών τού Ρεθύμνου, καθώς και των ανθρώπων τού χωριού και των εν γένει δραστηριοτήτων αυτών. Και είναι γεγονός, στο σημείο αυτό, ότι διατηρώ δυνατή προσωπική ανάμνηση τής επαγγελματικής αυτής και επιχειρηματικής δράσης των Ατσιπουλιανών στο Ρέθυμνο τής δεκαετίας τού πενήντα, όταν, ακόμα, ήμουν μικρό παιδί. Όλη η Μεγάλη Πόρτα (σημερινή οδός Εθνικής Αντιστάσεως), η γειτονιά όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, κυριολεκτικά έσφυζε από την επιχειρηματική και επαγγελματική δραστηριότητα Ατσιπουλιανών εμπόρων. Γειτονές μου οι Τζελήσηδες (και, μάλιστα, ο αείμνηστος ο Γιάννης, ο αρτοποιός, που με υπεραγάπα και από τον οποίο αγόραζα καθημερινά το αγαπημένο μου «αρτουλάκι»), οι Σαμψών, οι Περπιράκηδες, οι Γαγάνηδες, οι Βλαστοί, οι Λιανδρήδες.       
Και το βιβλίο ολοκληρώνεται με τα τοπωνύμια τού χωριού. Ο Γιώργος Περπιράκης έχει, ομολογουμένως, κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα τοπωνυμική καταγραφή 277 τοπωνυμίων, που καλύπτουν το σύνολο τού οικισμού. Τα τοπωνύμια παρατίθενται αλφαβητικά και στην αιτιατική πτώση, όπως ακριβώς ακούγονται στη γλώσσα τού απλού λαού (στην Αγιά Μαρίνα, στο(ν) Τζίγκουνα, στη Τζιανανή κ.λπ.), ενώ, περαιτέρω, καταβάλλεται και μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνευτικής προσέγγισής τους.
Η εργασία τού φίλου Γιώργου Περπιράκη για το χωριό του είναι σοβαρή και τεκμηριωμένη. Ο συγγραφέας ανέτρεξε σε πρωτογενείς, άγνωστες αρχειακές συλλογές και χρησιμοποίησε την ενδεδειγμένη για την κάθε περίπτωση βιβλιογραφία. Κατέγραψε μαρτυρίες, τις οποίες διασταύρωσε, επιβεβαίωσε και ταυτοποίησε, επισκέφθηκε μουσεία και βιβλιοθήκες, έστειλε δεκάδες επιστολές σε φορείς και ιδιώτες, ξαναπερπάτησε τα βουνά τού χωριού του, τους λόφους, τα διάσελα, τις ρεματιές και τα φαράγγια, ανακάλεσε στη μνήμη του αναμνήσεις και αφηγήσεις που είχε ακούσει ως μικρό παιδί από παλιούς Ατσιπουλιανούς, και με όλα αυτά το αποτέλεσμα τής έρευνάς του υπήρξε, μπορώ να πω, μια, τωόντι, εκπληκτική, ογκωδέστατη (480 σελίδων) δουλειά, με πληρότητα και εκδοτική καλλιέπεια.
Πιστεύουμε ότι ο εκλεκτός και δημιουργικά ανήσυχος  συγγραφέας τού παρόντος έργου, κ. Γεώργιος Εμμ. Περπιράκης επιτέλεσε το καθήκον του στο ακέραιο. Η αίσθηση τού χρέους απέναντι στους συγχωριανούς του είναι εκείνη που καθοδήγησε τις προσπάθειες του και συνέβαλε στο ξεπέρασμα των οποιωνδήποτε δυσχερειών. Είναι, γι’ αυτό, άξιος τού «δικαίου επαίνου» αλλά και της αγάπης όλων μας για τη μεγάλη αυτήν προσφορά του στον τόπο που τον γέννησε και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως τής ζωής. Τέτοιες προσπάθειες μάς ενθαρρύνουν και μας κάνουν να πιστεύουμε ότι δε χάθηκαν ακόμα όλα κάτω από τον αδυσώπητο οδοστρωτήρα τού σύγχρονου τεχνοκρατούμενου πολιτισμού και την ισοπεδωτική λαίλαπα τής παγκοσμιοποίησης και του συγκρητισμού. Και αν η πραγματική πατρίδα τού κάθε ανθρώπου είναι τα παιδικά του χρόνια, τότε με το βιβλίο αυτό όλοι οι Ατσιπουλιανοί σήμερα επιστρέφουν ξανά στις ρίζες τους, επιστρέφουν ξανά στη μικρή τους πατρίδα, στο πολυαγαπημένο τους χωριό, το Ατσιπόπουλο.