ΧΑΡΗ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗ * * * Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου * Επίμετρο: Κατάλογος 390 κρητικών βραχοκλησιών

 


ΧΑΡΗ Κ. ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗ

 

Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου

Επίμετρο: Κατάλογος 390 κρητικών βραχοκλησιών

[Εκδόσεις «ΓΡΑΦΟΤΕΧΝΙΚΗ», Ρέθυμνο 2025, σχ. 8ο (22Χ24), σσ. 306]

 

    ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

               www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η σπηλαιολογία συνιστά έναν επιστημονικό κλάδο, ο οποίος, ιδίως στο Ρέθυμνο αλλά και στην Κρήτη ευρύτερα, έχει γνωρίσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες ιδιαίτερη άνθηση και έχει προσελκύσει έντονο και συστηματικό ερευνητικό ενδιαφέρον. Σπουδαίοι Κρητολόγοι και σπηλαιολόγοι ερευνητές άφησαν ισχυρό το προσωπικό τους αποτύπωμα στον χώρο, διαμορφώνοντας τα θεμέλια της σύγχρονης σπηλαιολογικής έρευνας και κληροδοτώντας στους νεότερους μια σημαντική επιστημονική παρακαταθήκη και πνευματική κληρονομιά. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν οι πρωτεργάτες και βετεράνοι σπηλαιολόγοι Paul Faure, Ελευθέριος Πλατάκης και Αντώνης Πλυμάκης, καθώς και οι ντόπιοι παλαίμαχοι ερευνητές Κώστας Ξεξάκης, Χρίστος Μακρής και άλλοι, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στη μελέτη και ανάδειξη του σπηλαιολογικού πλούτου του νησιού. Ιδιαίτερα ευχάριστη και άξια επαίνου είναι η διαπίστωση ότι οι νεότεροι σπηλαιολόγοι του Τοπικού Τμήματος Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας διατηρούν ζωντανή τη μνήμη και το έργο των προκατόχων τους, εκφράζοντας έμπρακτα την ευγνωμοσύνη και τον σεβασμό τους προς εκείνους.

Ψυχή της σημερινής «Σπηλαιολογικής Ομάδας Ρεθύμνου» είναι ο σπηλαιολόγος Γιώργος Καλούδης, Πρόεδρος του Τοπικού Τμήματος Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, ο οποίος προλογίζει το νέο βιβλίο του φίλου, δρος Παιδαγωγικής και παθιασμένου σπηλαιολόγου Χάρη Στρατιδάκη, με τίτλο «Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου», που παρουσιάζουμε με το σημείωμά μας αυτό. Ο συγγραφέας, με μακρόχρονη ερευνητική εμπειρία και συστηματική ενασχόληση με το αντικείμενο επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες, κατόρθωσε να εντοπίσει και να καταγράψει στον νομό Ρεθύμνου 136 βραχοκλησιές, καθώς και ορισμένες ακόμη οι οποίες δεν σώζονται σήμερα, έχοντας καταστραφεί είτε από ανθρώπινες παρεμβάσεις είτε από φυσικά φαινόμενα. Το παρόν έργο αποτελεί το δεύτερό του βιβλίο σχετικό με τη σπηλαιολογία, μετά την έκδοση του 2011, με τον γενικό τίτλο «Τα Σπήλαια του Ρεθύμνου».

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον αείμνηστο φίλο του συγγραφέα και πρωτοπόρο μελετητή του ειδικού αυτού αντικειμένου, Χρίστο Μακρή, στον οποίο οφείλεται και η καθιέρωση του όρου «βραχοκλησιές» για τις ιδιότυπες αυτές σπηλαιώδεις κοιλότητες, γνωστές, επίσης, και ως σπηλαιώδεις ναοί. Ο Χρίστος Μακρής, διακεκριμένος φιλόλογος, εισήγαγε έναν επιτυχημένο νεολογισμό, ο οποίος αποδίδει, θεωρούμε, με ακρίβεια και εννοιολογική σαφήνεια το ιδιαίτερο αυτό φαινόμενο. Ο συγγραφέας, πάντως, αν και υιοθετεί και προκρίνει τον όρο «βραχοκλησιές», δεν απορρίπτει και τους ήδη καθιερωμένους στη σπηλαιολογική βιβλιογραφία όρους «σπηλαιώδεις» ή «βραχώδεις εκκλησίες», όπως αυτοί απαντούν, μεταξύ άλλων, στο έργο του Paul Faure.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην ευαισθησία με την οποία ο συγγραφέας προσεγγίζει τους σπηλαιώδεις αυτούς λατρευτικούς χώρους, εστιάζοντας στη λιτότητα, την απέριττη μορφή και τη συνειδητή φτώχεια των κατασκευών τους, στοιχεία που, κατά την άποψή του, συνιστούν τον πυρήνα της αξίας και της ιδιαιτερότητάς τους. Στο πλαίσιο αυτό, απευθύνει σαφή και τεκμηριωμένη έκκληση για τη διαφύλαξή τους, προτείνοντας προς τα εκκλησιαστικά συμβούλια των αντίστοιχων ενοριών να αποφεύγουν τον κακώς εννοούμενο «καλλωπισμό» και τον υπερβολικό εξωραϊσμό, οι οποίοι αλλοιώνουν τον αυθεντικό χαρακτήρα των μνημείων. Οι βραχοκλησιές, ως μνημεία της φύσης και της ανθρώπινης πνευματικότητας, οφείλουν να διατηρηθούν στην απλότητά τους, δεδομένου ότι αποτελούν εθνικό πλούτο υψηλής φυσικής και πολιτιστικής αξίας, αλλά και ιδιαίτερα ευαίσθητα οικοσυστήματα που χρήζουν διαρκούς προστασίας.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία κύρια κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται σημαντικά σπηλαιώδη λατρευτικά συγκροτήματα σε διάφορα θρησκευτικά και πολιτισμικά πλαίσια, όπως του βουδισμού, του κομφουκιανισμού, του ινδουισμού, του ταοϊσμού, καθώς και του εβραϊσμού και του χριστιανισμού, προσφέροντας ένα ευρύτερο συγκριτικό υπόβαθρο.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας προβαίνει σε αναλυτική και τεκμηριωμένη περιήγηση στα σπήλαια του νομού Ρεθύμνου, αναδεικνύοντας τις μορφές ανάπτυξης του ασκητισμού, καταγράφοντας τοπικές παραδόσεις και άλλα λαογραφικά στοιχεία που συνδέονται με τις βραχοκλησιές και εξετάζοντας ζητήματα χωροθέτησης, ονοματοδοσίας και ιστορικής χρήσης των χώρων αυτών, όπως η αξιοποίηση αρχαίων λαξευτών τάφων ή παλαιότερων τόπων λατρείας.

Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η συστηματική φωτογραφική και πληροφοριακή τεκμηρίωση των βραχοκλησιών, ενώ στο Επίμετρο παρατίθεται πλήρης κατάλογος των βραχοκλησιών της Κρήτης, ο συνολικός αριθμός των οποίων ανέρχεται στις 390.

Το κείμενο του βιβλίου πλαισιώνεται από εκτενές φωτογραφικό υλικό και σχέδια, τα οποία συμπληρώνουν με τρόπο γενναιόδωρο την κομψή και πολυτελή έκδοση και συμβάλλουν καθοριστικά στη λειτουργικότητα και την αναγνωστική της πληρότητα. Το εικονογραφικό και σχεδιαστικό αυτό υλικό δεν επιτελεί απλώς διακοσμητικό ρόλο, αλλά εντάσσεται οργανικά στη δομή τού έργου, προσφέροντας ουσιαστική υποστήριξη στην κατανόηση και ερμηνεία του περιεχομένου. Με τρόπο εύγλωττο, σαφή και επιστημονικά τεκμηριωμένο, οι εικόνες και τα σχέδια επαυξάνουν το κείμενο και διευκολύνουν την κατά το δυνατόν πληρέστερη και σε βάθος πρόσληψή του. Πρόκειται για απεικονίσεις φυσικές, ζωντανές και καθαρές, οι οποίες αποδίδουν με εναργή και παραστατικό τρόπο τη φυσική πληρότητα και τον ιδιαίτερο θρησκευτικό, σχεδόν μυστηριακό, χαρακτήρα των βραχοκλησιών του Ρεθύμνου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη μορφολογική, αισθητική και πολιτισμική τους αξία.

Κλείνοντας, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια και ειλικρινείς ευχαριστίες προς τον συγγραφέα Χάρη Στρατιδάκη για τη σημαντική αυτή επιστημονική και πολιτισμική κατάθεσή του. Η βαθιά αίσθηση ευθύνης απέναντι στην πνευματική και πολιτιστική κληρονομιά του τόπου φαίνεται ότι καθοδήγησε τη μακρόχρονη και επίπονη ερευνητική του προσπάθεια. Το παρόν έργο, καρπός εσωτερικής ανάγκης και περίσσειας ψυχής, αποτελεί πρότυπο επιστημονικής συνέπειας και πνευματικής προσφοράς και ενθαρρύνει την ανάληψη και τη συνέχιση παρόμοιων πρωτοβουλιών στο μέλλον.

Μαρία Γ. Ροδαμνάκη * * * Παλιές μαντινάδες από την Κρύα Βρύση Ρεθύμνης

 

Μαρία Γ. Ροδαμνάκη

 

Παλιές μαντινάδες από την Κρύα Βρύση Ρεθύμνης

[Εκτυπωτική Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2025, σχ. 8ο (24 Χ 17), σσ. 165]

 

Σχολιασμός- Επεξηγ. Κείμενα- Κατάταξη: Γεώργιος Εμμ. Μαυροτσουπάκης

Αντιγραφή- Επεξεργασία: Γεώργιος Γ. Ροδαμνάκης

 

 ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

www.ret-anadromes.blogspot.com

 

Ένας ικανός Κρητικός ριμαδόρος κουβαλά μέσα του μιαν έμφυτη δύναμη. να εκφράζει τα πάντα εμμέτρως και ποιητικά. Η μαντινάδα, χάρη στη συμμετρική της δομή και την επιγραμματική συντομία της, κατορθώνει να αποδίδει ένα περιεχόμενο πλήρες και ολοκληρωμένο, προτέρημα που γοητεύει και συγκινεί βαθιά τον δημιουργό της και τον ωθεί να εκφράζεται πολυσχιδώς με αυτόν τον χαρισματικό τρόπο, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση.

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συνέβαινε και με τα αυθόρμητα καθημερινά μαντιναδολογήματα της Μαρίας Γ. Ροδαμνάκη από την Κρύα Βρύση. Οι μαντινάδες της άγγιξαν, τελικά, δύο ευαίσθητες ψυχές του περιβάλλοντός της, που τις πρόσεξαν, τις εκτίμησαν και διέγνωσαν την ανάγκη περισυλλογής και διάσωσής τους —ιδίως επειδή οι περισσότερες είχαν δημιουργηθεί πριν από το 1950— και είχαν τραγουδηθεί στο όμορφο χωριό τους, αλλά και στα γύρω χωριά, σε γλέντια, γάμους, βαπτίσεις και παρέες.

 Πρωτεργάτης αυτής της ωραίας προσπάθειας υπήρξε ο γιος της, Γιώργης Ροδαμνάκης, ο οποίος σε μιαν ώριμη και αναστοχαστική φάση της ζωής του συνειδητοποίησε την αξία των μαντινάδων αυτών της μητέρας του, οπότε πήρε την απόφαση- σε ένα πρώτο βήμα- να προχωρήσει στη διάσωσή τους. Παρακίνησε, λοιπόν, τη μητέρα του να καταγράφει στο εξής σε ένα τετράδιο κάθε μαντινάδα που ανακαλούσε η μνήμη της. Η διαδικασία αυτή εκτάθηκε σε μεγάλο χρονικό βάθος, σηματοδοτώντας την απαρχή ενός σπουδαίου εγχειρήματος διάσωσης και τεκμηρίωσης ενός πολύτιμου δείγματος προφορικής λαϊκής δημιουργίας. Αν και ο ίδιος είχε, ήδη, προχωρήσει σε μια αρχική επεξεργασία του συγκεντρωθέντος υλικού, κατέστη σαφές ότι η ολοκλήρωση του έργου απαιτούσε μια συστηματικότερη επιστημονική επιμέλεια, η οποία θα περιελάμβανε θεματική ταξινόμηση, φιλολογικό σχολιασμό και τη σύνταξη εισαγωγικών ερμηνευτικών κειμένων για κάθε ενότητα.

Η επιστημονική αυτή ευθύνη ανατέθηκε στον Γιώργη Μαυροτσουπάκη, έμπειρο φιλόλογο και καταξιωμένο μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση χωρίς καμιά επιφύλαξη, αναγνωρίζοντας τη σημασία του εγχειρήματος.

Η παρουσιαζόμενη- με τη βιβλιοπαρουσίασή μας αυτήν- εργασία του Γιώργη Μαυροτσουπάκη συνιστά μιαν, πράγματι, αυτοτελή και ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη. Στην αρχή της παρατίθεται εκτενής, θεωρητικά συγκροτημένη και τεκμηριωμένη Εισαγωγή στο δημοτικό τραγούδι και, ειδικότερα, στη μαντινάδα. Εξετάζονται τα βασικά λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, η διάκρισή του σε είδη και μορφές και, στη συνέχεια, η ανάλυση επικεντρώνεται στην ειδική κατηγορία του δίστιχου. Η μαντινάδα, με τους δύο δεκαπεντασύλλαβους ιαμβικούς στίχους, τον έντονα επιγραμματικό χαρακτήρα και την πλούσια θεματική της ποικιλία, αναδεικνύεται ως ένα από τα πλέον εμβληματικά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της κρητικής πολιτισμικής παράδοσης.

Ο μελετητής προχωρεί στον ορισμό και την ετυμολογία της μαντινάδας, ανατέμνοντας διεξοδικά τη μετρική και τα δομικά της γνωρίσματα. Παράλληλα, εστιάζει στο θεματικό της εύρος, επισημαίνοντας την υπεροχή του ερωτικού λόγου ως μέσου βιωματικής και συναισθηματικής έκφρασης.

Ως ικανός φιλόλογος, ο Γ. Μαυροτσουπάκης δεν παραλείπει να αναφερθεί και στη σχέση της μαντινάδας με τον κυκλικό χορό, όπως ο πεντοζάλης· εκεί αναπτύσσεται ένας αριστουργηματικός έμμετρος διάλογος, που παραπέμπει στην αρχαία χορική ποίηση, μέσα από τη δημιουργική συνύπαρξη χορού, μουσικής και αδόμενου λόγου.

Και ολοκληρώνει την Εισαγωγή του με μιαν εξαιρετικά δόκιμη φιλολογική σύγκριση ανάμεσα σε παλαιότερα παραδοσιακά δίστιχα και τη σύγχρονη στιχουργική παραγωγή, παρατηρώντας ευστοχότατα ότι η παλιά μαντινάδα αποτελεί την αυθεντική έκφραση ενός κόσμου με διακριτά πολιτισμικά γνωρίσματα. Σε μια κορύφωση του σχολιασμού του, ο συγγραφέας καταλήγει στον ορισμό της μαντινάδας ως της λυρικής «φωνής» της Κρήτης, του μέσου που επιστρατεύει ο Κρητικός για να εξωτερικεύσει έμμετρα τα βαθύτερα συναισθήματά του, με κυρίαρχο τον προσανατολισμό προς το άλλο φύλο.

Ακολουθεί στη συνέχεια η θεματική κατάταξη του υλικού της Μ. Ροδαμνάκη σε κατηγορίες που με τις παρατιθέμενες, κάτω από τις μαντινάδες, ερμηνευτικές και ετυμολογικές επισημάνσεις, καθίστανται, οπωσδήποτε, μια βαρυσήμαντη συμβολή στη μελέτη της κρητικής διαλέκτου.

Η ταξινόμηση βασίζεται σε έξι κύρια θεματικά κέντρα:

α) στις ομορφιές και τις χαρές τής ζωής, ερωτικού κυρίως περιεχομένου (έρωτας, αγάπη, πάθος, τρυφερότητα, προσμονή, όνειρο ελπίδα),

β) στις μεγάλες αξίες τής ζωής που συγκινούν, τέρπουν και ευαισθητοποιούν και τις πιο λεπτές και ευγενικές χορδές της ανθρώπινης ψυχής (ωραίο, υψηλό, μάνα, φιλία, λευτεριά),

γ) στα μεγάλα φιλοσοφικά, υπαρξιακά και ηθικά ζητήματα τού ανθρώπου (ζωή, γηρατειά, πένθος, θάνατος, τύχη, μοίρα, κατάρα, ξενιτιά, Εκκλησία, Θεός, πίκρα, πόνος, χωρισμός),

 δ) στην κρητική αξιοπρέπεια, την «πρεπιά», την ειδή, την παλικαριά και το φρόνημα του λεβέντη Κρητικού, που αποπνέουν το αδάμαστο άρωμα της μεγαλονήσου (Κρήτη, Κρητικός, αγώνας, μαντινάδα, περηφάνια),

ε) στα αγνά και καθάρια πατριωτικά ιδεώδη (παράδοση, καταγωγή, γενιά) και, φυσικά,

στ΄) στις σκωπτικές- σατιρικές μαντινάδες (εύθυμες, πειρακτικές, παραβολικές).

Το όλο σώμα των μαντινάδων διακρίνεται για την εκφραστική του καθαρότητα, τη στιχουργική αρτιότητα και τη δύναμη των εικόνων. Οι εικόνες αυτές εξακτινώνονται παραστατικά και, σε συνδυασμό με τα διεισδυτικά φιλολογικά σχόλια του συγγραφέα, προσδίδουν στο βιβλίο μια σπάνια θεματική και επιστημονική πληρότητα.

Για άλλη μια φορά, συγχαίρουμε και θερμά ευχαριστούμε και τους δυο συντελεστές Γεώργιο Εμμ. Μαυροτσουπάκη και Γεώργιο Γ. Ροδαμνάκη γι' αυτήν την πολύτιμη και γενναιόδωρη προσφορά τους προς τη γενέθλια γη. Το Ρέθυμνο αλλά και η Κρήτη ολόκληρη, θα επιβραβεύσουν, να είναι βέβαιοι, με ευγνωμοσύνη και αγάπη αυτήν την όμορφη και ευγενική παρουσία τους στα Κρητικά Γράμματα και την αταλάντευτη προσήλωσή τους στις πατρογονικές αξίες· σε ό,τι, δηλαδή, κρατά ζωντανή την επαφή με τις ρίζες και την πνευματική παρακαταθήκη αυτού του τόπου.