ΚΩΣΤΗΣ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Συντ. Φιλόλογος Καθηγητής-
Θεολόγος
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
* * * * *
Πολλά τοπωνύμια διατηρήθηκαν
στο στόμα του λαού κατά τρόπο θαυμαστό εντελώς αναλλοίωτα. Είναι όμως και
κάποια τοπωνύμια που έχουν φθάσει μέχρι τις ημέρες μας όχι, πάντοτε, χωρίς
αλλοιώσεις, άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγαλύτερες. Στις τελευταίες περιπτώσεις ο
χρόνος βάρυνε επ’ αυτών σε τέτοιο σημείο, που να φαίνεται αδύνατη κάθε
προσπάθεια ετυμολογικής προσέγγισής τους, πράγμα που συνεπάγεται, ίσως, απώλεια
γνώσης, που, σε ορισμένες περιπτώσεις, θα μπορούσε, αν την είχαμε, να μας έδινε
μεγάλη βοήθεια στην αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία ορισμένων άγνωστων για τη
γεωγραφία, σύγχρονη και ιστορική, αλλά και για τη λαογραφία, την εθνολογία και
την ιστορία πληροφοριών.
Ασχολούμαι από χρόνια με τα τοπωνύμια της επαρχίας, και σήμερα Δήμου,
Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (39 χωριά- 8000 περίπου τοπωνύμια). Η ενασχόλησή μου
αυτή με έφερε αντιμέτωπο με πολλές τέτοιες περιπτώσεις «δυσετυμολόγητων»
τοπωνυμίων, τα οποία, πανομοιότυπα ή παρεμφερή,
ανευρίσκουμε συχνά και σε άλλες περιοχές της κρητικής υπαίθρου και όχι μόνο. Και
μπορώ να βεβαιώσω ότι είναι αυτές οι περιπτώσεις στις οποίες ο τοπωνυμιολόγος
βρίσκει όλη τη γοητεία του έργου του. Μερικές από αυτές, τις
χαρακτηριστικότερες, παρουσιάζω με τη μελέτη μου αυτήν, στις οποίες, νομίζω ότι
η προσπάθειά μου έφερε κάποιο αποτέλεσμα προς την ορθή κατεύθυνση.
Μέσα
σε παρένθεση σημειώνω τα χωριά στα οποία απαντούν τα παρουσιαζόμενα
προβληματικά τοπωνύμια.
1. Ακτούντα (ίδιο χωριό)
Η ονομασία τού χωριού κατά
τον Ευάγγελο Φωτάκι, σοφό
δάσκαλο και λαογράφο (γνωστό στα
δημοσιεύματά του με το ψευδώνυμο Ανεζηνιώ), πρέπει να έχει σχέση
με τη θάλασσα και μάλιστα με τη λέξη «ακτή».
Το χωριό Ακτούντα ήταν, λέγει, αρχικά παραθαλάσσιο και είχε το όνομα Ακτύς, -ύος,
όνομα που παραμορφώθηκε, στη συνέχεια, με τη χρήση του από τους Ρωμαίους
κατακτητές[1].
Ο αείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης με σχετικό άρθρο του[2]
αποδεικνύει ότι, σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες, το χωριό δεν μπορεί να
υπήρχε κατά τη ρωμαϊκή εποχή, αλλά είναι σύγχρονο ή, έστω, παλιότερο της ενετικής
περιόδου και δεν είχε ποτέ σχέση με τη θάλασσα. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει και
τη δυνατότητα το χωριό, χωρίς να είναι παραθαλάσσιο, να έχει όνομα σχετικό προς
τη θάλασσα, όπως ο Πόντος
της Μ. Ασίας λέγεται Πόντος χωρίς να είναι θάλασσα και η Δεκέλεια ανήκει στην Αττική που δε
περιλαμβάνει μόνο ακτές αλλά και μεσόγεια.
Έτσι, από το Ακτύς, -ύος- κατά τον Ν.
Τωμαδάκη- έχουμε Ακτούς γεν. Ακτούντος κατά το Τραπεζούς, -ούντος, Τριμυθούς, -ούντος, Κερασούς, -ούντος
και από την αιτιατική, όπως σε όλα τα τριτόκλιτα, αναλογικά, σχηματίστηκε η
ονομαστική [δηλ. την Ακτούντα <η Ακτούντα <τα Ακτούντα
(τα Αχτούντα)].
Την ετυμολογία, πάντως,
αυτήν του αειμνήστου Νικολάου Τωμαδάκη την βρίσκουμε αρκετά παρακινδυνευμένη.
σε ένα, δηλαδή, μη παραθαλάσσιο χωριό, όπως ο ίδιος το αποδεικνύει, να δώσουμε
θαλασσινό όνομα. Πολύ πιθανότερη θεωρούμε την εκδοχή το όνομά του το χωριό να το οφείλει στα κουτούτα (στον πληθυντικό αριθμό)-
από το κουτούτο,
το [= πήλινος σωλήνας μεταφοράς νερού (ιταλ. condotto= αγωγός, σωλήνας)]- αλλά
που, περαιτέρω, σημαίνουν και τις ποτίστρες των προβάτων. Από τέτοιες ποτίστρες- ή, πιθανόν, και από τους
παραπάνω πήλινους αγωγούς- το χωριό έλαβε το όνομά του και κάτι τέτοιο διαφαίνεται και από την
ονομασία του χωριού σε όλη τη διάρκεια της ιστορικής του διαδρομής. Cutuda αναφέρεται από τον Fr. Barozzi
(fο26v), στην επαρχία Αγίου
Βασιλείου, το έτος 1577. Cuttuda και από τον Καστροφύλακα (Κ176) το 1583, Cutunda και από τον Βασιλικάτα
(Μνημεία Κρητικής Ιστορίας V, 130), στα 1630. Μόνο στην
Αιγυπτιακή απογραφή, πολύ αργότερα, το έτος 1834[3], το
χωριό αναφέρεται με το σημερινό του όνομα Aktudha, που και
πάλι δεν απέχει ετυμολογικά από τις προηγούμενες απογραφές. Και το χωριό θα συνεχίσει κατά τις νεότερες
απογραφές να αναφέρεται με το ίδιο όνομα (Ακτούντα). Σε έγγραφα, επίσης,
της Μονής Πρέβελη το χωριό αναφέρεται ως Κτούντα[4]
και έτσι, περίπου, (Κτούτα)
το σημειώνει και ο Εμμανουήλ Λαμπρινάκης στη Γεωγραφία του[5].
Ως προς το [α], στην αρχή του ονόματος του
χωριού, αυτό, ασφαλώς, είναι προθετικό (πβ. κολλιά>α-κολλιά, λυγιά>ε-λυγιά κ.λπ.). Οπότε, εν ολίγοις,
η σειρά εξέλιξης του ονόματος έχει, για μας, ως εξής: προσηγορικό κουτούτo και στον πληθυντικό Κουτούτα < και με αποβολή του πρώτου
δίψηφου [ου] Κτούτα<
[και με [α] προθετικό] Α-κτούτα (και
κατόπιν δάσυνσης του ψιλού [κ] και ανάπτυξης ευφωνικού [ν]< Αχτούντα).
2. Αλίκαbο,
στον (Σακτούρια)
Θα μπορούσε, προφανώς, να ήταν του Αλή (Τούρκος
ιδιοκτήτης) ο κάμπος [πβ. στ’ Αλή τα Πλάγια (χωριό Λαμπηνή)],
αλλά επειδή πρόκειται για παραθαλάσσια περιοχή- στην οποία, όπως διαπιστώσαμε,
αφθονούν τα θαλασσινά τοπωνύμια (Αλυκές, Αμμουδάρα, Αρμενόπετρα, Αρμύλα
κ.λπ.) το ετυμολογώ παραθαλάσσιος κάμπος, θαλασσόκαμπος <αρχ.
αλόκαμπος> (άλς, -ός= θάλασσα + κάμπος), γι’ αυτό και το γράφω με
[ι]. Πβ. αλισάχνη, η= η άχνη της θάλασσας (αρχ. αλοσάχνη= αλός
άχνη).
Στην περιοχή υπάρχει παλιό πηγάδι, απ’ όπου πότιζαν τα ζώα και άρδευαν την περιοχή. Το τοπωνύμιο, λοιπόν, έχει σχέση με το ρήμα αρδεύω (αρχ. ρ. άρδω + παραγ. κατάλ. -εύω)= ποτίζω και αρδάνι, το (αρχ. αρδάνιον, το)= αγγείο, κεράμιο, γάστρα, απ’ όπου τα ζώα πίνουν νερό[6] και αρδηθμός, ο= άρδευση, πότισμα. Πβ. και Αρδηττός, με το προελληνικό επίθημα «-ηττός» (πβ. Υμηττός, πιθανόν από ρ. άρδω), ο λόφος όπου το καλλιμάρμαρο στάδιο στην Αθήνα.
4.
Αρισανέ, στον (Ακούμια)
Θα το θεωρούσα ως παραφθορά του Αρσανά
(=λιμάνι). Όμως- όπως με πληροφόρησαν στο εν λόγω χωριό- το τοπωνύμιο βρίσκεται
σε μεσόγεια περιοχή (θέση Κολέθρι), με αρκετά νερά
και αυτό, ακριβώς, τα άφθονα νερά, θεωρώ ότι δηλώνει το α΄ συνθετικό του τοπωνυμίου
ar-. Πρόκειται για την
προελληνική ρίζα ar- που έχει σχέση με το
νερό και φανερώνει το ρεύμα νερού, όπως στα τοπωνύμια: Άριον, `Αρνα,
Ιάρδανος, αρόλιθος κ.λπ.[7]
5. Βαρβακιά, στη (Δαριβιανά, Λαμπηνή)
Εξαιρετικά σπάνιο και δυσετυμολόγητο
τοπωνύμιο, που το συνάντησα μία και μοναδική φορά σε ολόκληρη την επαρχία Αγίου
Βασιλείου. Ανήκει από κοινού στα χωριά Λαμπηνή και Δαριβιανά[8], στα
σύνορα των οποίων και εντοπίζεται. Κάνω προσπάθεια να το συνδέσω προς το χιακό
τοπωνύμιο Βαρβάσι, το οποίο ο Χιώτης Ακαδημαϊκός Κων. Άμαντος[9]
ανάγει στους αρχαίους χρόνους και το συνδέει προς το Βολβός (τοποθεσία
στη Θεσσαλονίκη που αναφέρεται από τον Καμενιάτη) > Βορβός (θέση στην
Κεφαλληνία) + αρχαία υποκορ. κατάλ. –άσιον (κορ-άσιον), που μέχρι σήμερα
σώζεται σε νησιώτικα τοπωνύμια {Ακράσι (Λέσβος), Κράσι [(=
Ακράσιον) Κρήτη], Βραχάσι (επίσης, Κρήτη), Θριάσιον (Πεδίον) κ.ο.κ.}.
Οπότε, έχουμε Βορβ-άσιον>Βαρβάσι> Βαρβασιά>Βαρβακιά
και σημαίνει τόπο όπου φύονται βολβοί. Και, πραγματικά, στην εν λόγω περιοχή με πληροφόρησαν ότι φύονται άφθονοι βολβοί[10].
6. Βασιλεών (ή Βασιλειών) τη Ρίζα, στων (Μύρθιος)
Του τοπωνυμίου προηγείται γενική
προσδιοριστική. Κατά τον Μυρθιανό γλωσσολόγο, Γεώργιο Χατζιδάκι, δεν εννοείται
ο λόγος του τοπωνυμίου. «Ουδείς, σημειώνει χαρακτηριστικά, δύναται να ορίση
τι ήθελον εκεί οι βασιλείς ή οι Βασίλειοι, ένθα ουδέν ίχνος παλαιού οικήματος,
αλλά μόνον απότομοι κρημνοί υπάρχουν»[11]. Και
πράγματι, υπό τη μορφή αυτήν το τοπωνύμιο είναι ανετυμολόγητο. Ας εστιάσουμε,
όμως, και σε κάποια ομόρριζα προς αυτό τοπωνύμια, όπως Βασιλικά, στα
(Ακούμια), Βασιλικό (στο) και Βασιλικού το Λαγκό, στου
(Λευκόγεια), Βασιλικό Πέραμα (στο) και Βασιλική Στράτα (στη) (Μέλαμπες
και Σπήλι). Μήπως και εδώ, στο συγκεκριμένο χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου,
το τοπωνύμιο εννοεί Βασιλική Ρίζα; Τα
τελευταία τοπωνύμια (Βασιλική Στράτα, Πέραμα ή Βασιλικός Δρόμος) χρησιμοποιούνται- όπως θα δούμε στο αμέσως
επόμενο τοπωνύμιο (στη Βασιλική Στράτα), του Σπηλίου, με τη
σημασία του κεντρικού, του δημόσιου δρόμου, όρος που
χρησιμοποιείται ήδη από τη βυζαντινή εποχή [πβ., επίσης, και στη Χίο τοπωνύμιο Βασιλικά, Βασιλικό, Βασιλική, Βασιλικές,
Παλάτσια (= Παλάτια), αλλά και χωριό ολόκληρο Βασιλεώνοικο, που ο Κων. Άμαντος το ετυμολογεί εκ των «βασιλέων
οίκων»[12].
Ο
πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης παρατήρησε, περαιτέρω, ότι το
όνομα «Βασιλικά και Παλάτια είναι κοινό
όνομα πλείστων αρχαίων μνημείων είτε συνδέονται με την παράδοση είτε μη»[13] και
αυτή είναι, νομίζω, η ετυμολογία του ανωτέρω «ανετυμολόγητου», κατά τον Γεώργιο
Χατζιδάκι, τοπωνυμίου του χωριού του, της Μύρθιου. Δηλαδή, η Βασιλεών (ή Βασιλειών) Ρίζα της Μύρθιου
συνδέεται με «αρχαία μνημεία», κατά τον λόγο του Νικολάου Πολίτη. Απλά η
συνοδεύουσα παράδοση χάθηκε πολύ πριν από τα χρόνια του μεγάλου
μας Μυρθιανού Γλωσσολόγου.
7. Βασιλική Στράτα,
στη (Σπήλι)
Ο κεντρικός
δρόμος που διέσχιζε το Πάνω Χώρι του Σπηλίου παλιά, πριν κατασκευαστεί ο
αμαξωτός δρόμος στα χαμηλά, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα και ενώνει την Αγία
Γαλήνη- στα νότια του νομού- με τη διασταύρωση προς τα Αμαριώτικα και από εκεί
μέσα από άφθονες στροφές συνεχίζει την πορεία του προς το Ρέθυμνο.
Βασιλική στράτα
ή βασιλικός δρόμος είναι όρος που χρησιμοποιείται από τη βυζαντινή εποχή,
με τη σημασία του κεντρικού, του δημόσιου δρόμου. Πβ. και Βασιλικό
Πέραμα, στο (Μέλαμπες), που αφορά στο μοναδικό πέρασμα που συνδέει τα χωριά
Μέλαμπες και Σακτούρια. Γι’ αυτό, ίσως, και η ονομασία του ως «Βασιλικού»,
αφού, κατά τ’ άλλα, πρόκειται για άβολο τόπο.
Πβ. και τα τοπωνύμια Βασιλικά, στα (Ακούμια), Βασιλικό
(στο) και Βασιλικού το Λαγκό, στου (Λευκόγεια), Βασιλικό Πέραμα,
στο (Σπήλι), αλλά και Βασιλεών (-ιών) τη Ρίζα, στων (Μύρθιος).
8. Βορίζη, στου
(Σπήλι)
Στη «Γεωγραφία» του (1890) ο
παλαιός Ρεθεμνιώτης δάσκαλος και γεωγράφος, Εμμανουήλ Λαμπρινάκης, περιγράφοντας
τη γραφική κωμόπολη του Σπηλίου σημειώνει: «κώμη
κατάρρυτος επί λεκανοπεδίου καταφύτου εξ ελαιώνων, υπό τους πρόποδες του βουνού
Βορίζει (sic),
διακλαδώσεως του Κεδρίου όρους…»[14]. Και είναι σαν ο σοφός δάσκαλος, γράφοντας έτσι
ανορθόγραφα το προσηγορικό, σαν ρήμα, να ένιωθε μέσα του τη ρηματική ενέργεια
που το συγκεκριμένο όνομα (Βγορίζης) δηλώνει (εβγορίζει > και κατόπιν
σίγησης του αρκτικού [ε] και του ημίφωνου [γ] βορίζει).
Άρα, υπό το όνομα «Βορίζης» θα πρέπει να εννοήσουμε ύψωμα
απ’ όπου υπάρχει ωραία περιμετρική θέα. Το τοπωνύμιο
αυτό προέρχεται από το προσηγορικό Βγοράδα ή εβγοράδα (η) ή
«όβγορο» (το), που σημαίνει αυτό ακριβώς. τόπο ψηλό, με ευρύ
και ανοικτό ορίζοντα και εκτεταμένη θέα, απ’ όπου «βγορίζει» καλά η γύρω
περιοχή {σύνθ. λέξη από το ευ (=καλά)
+ αρχ. ρήμα οράω, -ώ, με ανάπτυξη
ευφωνικού [γ]}.
Σε ευκρινέστερη και καθαρότερη μορφή- σύμφωνα με τα
παραπάνω συνθετικά του μέρη- το όμορφο αυτό και εντυπωσιακό τοπωνύμιο απαντά
υπό την ποιητική λέξη «Ευγορείτης». Έτσι, το συναντάμε στα Ακτούντα και στον Βάτο και έτσι ονομάζεται ο Σύλλογος
Ακτουδιανών της Αθήνας. «Ευγορείτης».
Στα χωριά Άγιος Βασίλειος και
Κισσός, το εν λόγω τοπωνύμιο απαντά στον πληθυντικό αριθμό (Ευγορείτες,
στσ’) λόγω της ύπαρξης στην περιοχή πολλών τέτοιων υψωμάτων, που μπορούσαν
άνετα να χρησιμοποιηθούν και ως παρατηρητήρια.
9. Γάγγελο, στο (Μέλαμπες) και Γατζέλα
το Χάρακα, στου (Κρύα Βρύση)
Γάγκελο= γη+κελλός
(=πλάγιος) και σημαίνει πλαγιαστή γη, που χρειάζεται πεζούλες για να κρατηθεί.
Πβ. και στη Σαμαριά Γκύγκελο, στο[15].
Και στην κρύα Βρύση (στου Γατζέλα το Χάρακα).
10.
Βενιού το Πλάι, στου (Καλή Συκιά)
Πλαγιά με πηγή και πολύ κρύο νερό. Βένι
και βένιζα (αλβαν.) είναι η κέδρος, άρα, τόπος με κέδρους[16].
Πβ. και Βένι (κορυφή της Πάρνηθας) και
Βένιον (το) Κισάμου Χανίων και Βένι (το) ή Βένη (στου) το γνωστό παλιό μοναστήρι, μετόχιο της Ι. Μονής
Αρκαδίου, με ναό του Αγίου Αντωνίου, πάνω σε καταπράσινο χωματόλοφο, στα ριζά
του οποίου βρίσκεται το χωριό Βολεώνες (Βολιώνες) Αμαρίου. Πιθανολογείται, εδώ,
στου Βένη, να υπήρχε η παλιά κρητική πόλη Βήνη (η).
11.
Γιαρνά, στα (Ακούμια)
Το ίδιο τοπωνύμιο εντοπίσαμε και στο χωριό Βάτος,
στον ενικό αριθμό, με τη μορφή: στο Γιαρνό. Το τοπωνύμιο αναφέρεται στη στροφή, το γύρισμα, που κάνει στο
μέρος αυτό ο δρόμος [γιαερμός (= επιστροφή)>γιαρμός>γιαρνός>
γιαρνά]. Και στα δύο σημεία που απαντά το εν λόγω τοπωνύμιο υπάρχει στροφή
του δρόμου. Πβ. με την ίδια σημασία και τα τοπωνύμια του ίδιου χωριού (Γύρισμα,
στο και Gουλούρα, στη) και του Δουμαεργειού (Κεντροχωρίου) (Κουλούρες, στσι).
12.
Δροκαρέ, στη (Καρήνες)
Θεωρώ πολύ πιθανόν το β΄
συνθετικό του τοπωνυμίου να έχει σχέση με το δένδρο καρυά [που στην
Κρήτη ακούγεται και ως καρέ, η (αρχ. καρύα, η)] και το α΄
με το ύδωρ (νερό), οπότε
έχουμε: υδροκαρέ> δροκαρέ
(κατά τα: υδρακόνη>δρακόνη, υδροπόσιον>δροπόσι[17]).
Και πράγματι, όπως με πληροφόρησαν οι κάτοικοι
τού εν λόγω χωριού, παλιά, δίπλα στην καρυδιά υπήρχε η βρύση τού χωριού, με 6-7
γούρνες, μέσα στις οποίες οι γυναίκες τού χωριού έπλυναν τα ρούχα. Οι γούρνες
αυτές υπάρχουν ακόμα και σήμερα, καθώς και άλλη καρυδιά νεότερη, δίπλα στο
νερό, που με σαΐτες (αυλάκια) συνεχίζει να μεταφέρεται στη σημερινή βρύση τού
χωριού.
13. Ζυγοματάρι (Ακτούντα)
Είμαι της
γνώμης ότι το τοπωνύμιο είναι σύνθετο από τις λέξεις ζυγός+ μα(ρ)τάρι και δηλώνει τον τόπο όπου ζύγιζαν τα μαρτάρια, μαρτάρικα ή μαρτιά (μαρθιά)=
ζώα που διατρέφονται εξολοκλήρου στα σπίτια ή έστω με «μισοτεχνητή» διατροφή.
τρέφονται, δηλαδή, όλη τη μέρα στην εξοχή, αλλά το βράδυ λαμβάνουν και πρόσθετη
τροφή το σπίτι[18]. Μαρταρεά,
η= η οικόσιτη αίγα και μαρτί , το = ο
οικόσιτος κριός[19].
14.
Ηγιώλακο, στον (Ακούμια)
Πολύ με απασχόλησε η ετυμολογία τού παρόντος
τοπωνυμίου, λόγω της μεγάλης παραφθοράς που έχει υποστεί στο στόμα των απλού
λαού. Όταν, όμως, οι κάτοικοι τού χωριού με πληροφόρησαν ότι ο «Υγιόλακκος»,
όπως μου τον είχαν ορθογραφήσει αρχικά (ο λάκκος του γιου, μου έλεγαν
ορισμένοι!), ήταν ένας λάκκος εξόρυξης λεπίδας- που συνεχίζει και σήμερα να
υπάρχει - και ότι η περιοχή είναι πλούσια σε λεπιδοχώματα[20], τότε πείστηκα ότι στον
«Υγιόλακκο» κρυβόταν παρεφθαρμένη η λέξη Πηρ(γ)ιώλικα, από το πηρωλίκι> πηρ(γ)ιωλίκι>
πηρ(γ)ιώλικα (μεγεθ.) και σε λόγια μορφή πηλωρύγιον. Οπότε, η σειρά
εξέλιξης του τοπωνυμίου έχει ως εξής: στον πηργιώλικα> (και κατόπιν συνεκφοράς τού τελικού
συμφώνου <ν> του οριστικού άρθρου προς το αρκτικό χειλικό σύμφωνο του
ονόματος <π>) στο bηργιώλικα) > (και κατόπιν σίγησης τού αρχικού <b> και του ημίφωνου <ρ>, πιθανόν κατ’
αναλογική επίδραση τής λέξης υιός> (υ)γιός) στον Ηγιώλικα> (και κατ’ αναλογική επίδραση της λέξης «λάκκος»
διαμορφώθηκε σε Ηγιώλακο,
στον), που σημαίνει, ακριβώς, τόπο, όπου εξορύσσεται χώμα (πηλός+ορύσσω)
για πιθάρια αλλά και για δώματα.
Γι’ αυτό και, στη συνέχεια,
προσάρμοσα την ορθογραφία τού τοπωνυμίου ανάλογα με το προσηγορικό από το οποίο
αυτό προέρχεται σε Ηγιώλακο (στον),
σύμφωνα με την ορθή άποψη για την ορθογραφία τής λέξης που εκφέρει ο Κων.
Άμαντος[21],
που σημειώνει ότι η λέξη πρέπει να γράφεται με [η], γιατί σχετίζεται προς τον πηλό
που εξορύσσεται από το μέρος αυτό[22] και με ένα [κ], αφού,
βέβαια, δεν αναφέρεται σε «λάκκο», αλλά εκφέρεται έτσι κατ’ αναλογική προς τη
λέξη «λάκκος» επίδραση. Ο Ελευθέριος Κ. Πλατάκης σημειώνει εσφαλμένα το όνομα
με [υ] και [ο] (πυργιολίκι)[23].
Οι θέσεις αυτές αφορούν πάντοτε σε αργιλώδη,
κοκκινωπού χρώματος εδάφη, όπως και η συγκεκριμένη θέση στα Ακούμια, που
βρίσκεται δίπλα στο χωριό, περί τα
Με τη μορφή αυτήν «στο bηριόλικα» (sic), το τοπωνύμιο απαντά, απαράφθορο, σήμερα, στη Μύρθιο
Αγίου Βασιλείου και στη Σκαλωτή Σφακίων[24]. Με την ίδια μορφή το τοπωνύμιο
απαντά και στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου και ο Ν. Ε.
Χατζιδάκις το ερμηνεύει εσφαλμένα: «εις δρόμος, μοναδικός δρόμος» από
τουρκικό, όπως λέγει, γιόλ(= δρόμος) και μπίρ (= ένας)[25].
Θα μπορούσε, πάντως, το τοπωνύμιο να έχει
σχέση και προς το φυτωνυμικό ελυγιές,
οπότε θα είχαμε Ελυγιόλακκο> Λυγιόλακκο (και κατόπιν σίγησης του
ημίφωνου [λ])> Υγιόλακκο. Η περιοχή έχει ελυγιές, αλλά μακριά
προς τα ρυάκια. Επειδή, όμως, όλο το χωριό γνωρίζει τη συγκεκριμένη περιοχή ως
τόπο εξόρυξης, σε παλαιότερους χρόνους, λεπίδας για τις οροφές των σπιτιών
τους, με υπολείμματα, μάλιστα, και λάκκου εξόρυξης του αργίλου, θεωρούμε ως
ορθότερη και επιμένουμε στην πρώτη ετυμολόγησή μας.
15.
Θραψανάδικα, στα (Σπήλι)
Στην καταγραφή των τοπωνυμίων του Σπηλίου, που
διενέργησε η ΕΚΙΜ[26]
το έτος 1953, από την τότε δασκάλα της κωμόπολης, Παγώνη Δριδάκη, στο εν λόγω
τοπωνύμιο «Θραψανάδικα»
σημειώνεται κατά λέξη: «Πεδινός αγρός σποράς. Εκεί οι θραψανοί κατασκευάζουν σταμνιά».
Ο Στέφανος Ξανθουδίδης παρατηρεί ότι «Θραψανό [sic- όλες τις άλλες φορές ο Ξανθουδίδης το ορθογραφεί
σωστά ως Θραψανώ (των)]
καλείται μεγάλη κώμη της επαρχίας Πεδιάδος, της οποίας οι κάτοικοι είναι κατά
το πλείστον αγγειοπλάστες, που μεταβαίνουν κατά το θέρος σε διάφορα σημεία τής
Κρήτης, σε οργανωμένες ομάδες και εγκαθιδρύουν τα κεραμευτικά τους εργαστήρια,
όπου κατασκευάζουν πιθάρια, στάμνες, κυψέλες και λοιπά πήλινα σκεύη, πωλούν
αυτά στα περίχωρα και επανέρχονται κατά τον Αύγουστο στο χωριό τους και
ασχολούνται με τις γεωργικές τους εργασίες. Το επίθετο θραψανιώτικος ακούγεται για πήλινα σκεύη, που έχουν κατασκευαστεί
επιτοπίως από Θραψανιώτες, σε
αντίθεση με άλλα που προέρχονται από άλλα μέρη». Με το εθνικό Θραψανοί, άρα [από θάρφος= θάλπος (ρ.
θάλπω), θερμότητα], δηλώνονται άνθρωποι που έχουν επάγγελμά τους την καμίνευση
και όπτηση των πήλινων αγγείων, οι καμινάρηδες, οι αγγειοπλάστες και
ασβεστοποιοί»[27]. Θραψανώ, άρα, είναι το χωριό τους
και πρέπει να εκφέρεται με γενική πληθυντικού [πβ. και τα τοπωνύμια Καρδακιανώ
(στω), στο Σπήλι, και Κατσοματάδω (τω) στον Κίσαμο[28]], γιατί έτσι μόνο διατηρεί
την σωστή ετυμολογία του. του τόπου, δηλαδή, στον οποίο
διέμεναν οι θραψανοί (που ως επάγγελμά τους έχουν την καμίνευση και
όπτηση των πήλινων αγγείων, των καμινάρηδων, των αγγειοπλαστών).
Η γραφή Θραψανό
(το) που βρίσκουμε στη Στατιστική του Νικολάου Σταυράκη (πίν. 4, σ. 46), αλλά
και αλλού, είναι εσφαλμένη και δεν διασώζει την παραπάνω σημασία της λέξης.
Επομένως, το τοπωνύμιο του Σπηλίου Θραψανάδικα,
στα (πβ. τζαγκαράδικα, λαδάδικα κ.λπ.) σημαίνει τον τόπο όπου σύχναζαν
και διέμεναν προσωρινά οι Θραψανοί, από την ομώνυμη μεγάλη κωμόπολη,
Θραψανώ, της επαρχίας Πεδιάδος, Ηρακλείου.
16.
Καβαλιέρο, στου (Ακούμια)
Στην περιοχή υπάρχει μέρος κατάλληλο από το
οποίο «καβαλούσαν» στα άλογα[29]. Περαιτέρω,
καβαλιέροι (οι) (από
ιταλ. cavalieri), ήταν οι ευγενείς, οι ιππότες, οπότε, σύμφωνα με την
ερμηνεία αυτήν, το τοπωνύμιο πιθανόν να βρίσκεται, εδώ, με παρωνυμική του
ιδιοκτήτη σημασία. Καβαλιέρος, επίσης, ήταν ο συνοδός της
«συνεπάρτουσας» [(στα Σφακιά)= γυναίκα που παίρνει μέρος στην πομπή του γάμου,
από το συνεπάρ-ουσα<συνεπάρω, υποτ. αορ. του συνεπαίρνω= προϋπαντώ
κάποιον (πβ. συνεπαρσά). Το <τ> από επίδραση, ίσως, της προστ. συνεπάρ(ε)τε[30]]. Ο
συνοδός «καβαλιέρος» έπρεπε απαραιτήτως να είναι «καβάλα» σε άλογο [βενετσ. Cavalier (=
ιππέας) < λατ. caballus (=
ίππος)]. Οπότε- σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, που τη θεωρούμε και πιθανότερη-
το τοπωνύμιο αφορά σε παρωνύμιο του ιδιοκτήτη της περιοχής, που, κάποτε,
εξετέλεσε χρέη συνοδού «συνεπάρτουσας», δηλαδή, καβαλιέρου (πβ. τη
φράση: «είναι ο καβαλιέρος μου»).
Πάντως, γενικότερα, στην επαρχία Αγίου
Βασιλείου που μελετούμε, πβ. και τα παρακάτω ομόρριζα τοπωνύμια: Στου Καβαλά
(στου Γιαννιού), μάλλον, όμως, εδώ, από παραφθορά του ενδημούντος στο
συγκεκριμένο χωριό οικογενειακού Γαβαλά, κατ’ αναλογική επίδραση τού
ουσιαστικού «καβάλα». Στη Gαβαλαρέ (στα Ακτούντα), εδώ από το σχήμα τής θέσης και την
ομοιότητά της προς την «καβάλα» τού αλόγου (πρόκειται για αυχένα βουνού). Στη
Gαβαλιανή
(στα Σακτούρια), που σημαίνει την καβαλάρισσα, την έφιππη, ως ιδιότητα
της ιδιοκτήτριας. Στου Καβαλίνη (στον Άγιο Βασίλειο), από υβριστικό
παρωνύμιο τού ιδιοκτήτη προς την καβαλίνα τού αλόγου. Στο Καβαλουρωτό (στα
χωριά Άγιος Βασίλειος και Κισσός). το όνομά του το τοπωνύμιο
πήρε από αυτοτελή βράχο και παράδοξο, που φαίνεται σαν να καβαλάει πάνω σε άλλο
βράχο[31].
Εξάλλου, και το επίθημα -ωτός, -ωτή, -ωτό αυτό το πράγμα σημαίνει.
αυτόν, δηλαδή, που έχει τη μορφή ή το σχήμα τού από το ουσιαστικό
σημαινομένου (πβ. τρουλλωτός, κουφαλωτός, πλατσωτός).
Επίσης, πβ. και καβαλαρέ
(η), θηλυκό του επιθέτου καβαλάρης (= η καβαλάρισσα, η έφιππη) και
καβαλαρία, η (= το ιππικό) και καβαλαρά= περιοχή φέουδου και καβαλαρικό
(το)= το ποσό που εισέπραττε ο φεουδάρχης τής περιοχής ενός ακινήτου.
17.
Gαλλιδόλακκο, στο (Ακούμια)
Το τοπωνύμιο είναι σύνθετο από το επίθετο καλός
+ λάκκος (κατά τα: καλλί-δενδρος, καλλι-έλαιος,,
καλλί-βωλος κ.λπ) και σημαίνει εύφορο, γόνιμο λάκκο, στον οποίο φύονται,
κυρίως, αμπέλια.
18.
Καπνιστά, στα (Δουμαεργειό)
Όπως μου δήλωσε ο αγροφύλακας του χωριού κ.
Καμπουράκης, πρόκειται για απότομο δέτη, που τον χαρακτηρίζουν μαύρες πέτρες και χαράκια που από μακριά
φαίνονται σαν καπνισμένα. Οπότε, μετά το επίθετο καπνιστά θα πρέπει να
θεωρήσουμε ως προσδιοριζόμενο το προσηγορικό χαράκια (Καπνιστά
Χαράκια). Πβ., πάντως, και τα ομόρριζα τοπωνύμια στου Καπνίκαρη (Μύρθιο),
Καπνιστά (Μέλαμπες) και Καπνού, στου (Πλατανέ), αλλά και Τσιγαρά, στου (Δρύμισκο). Σε όλα τα
τελευταία με τη σημασία του τόπου όπου φύτευαν καπνά.
19.
Καρνί, στο (Μύρθιος,
Ροδάκινο), Κάρνια, στα (Μέλαμπες, Αγία Γαλήνη), Καρνόλακκους, στσι (Μέλαμπες)
Πρόκειται
για ένα αρκετά προβληματικό τοπωνύμιο, που, όπως βλέπουμε, απαντά αρκετά συχνά.
Σε πέντε από τα 39 χωριά της επαρχίας. Ο
Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις εξετάζοντας το τοπωνύμιο «Καρνί» του χωριού του
διερωτάται μήπως έχει σχέση με το «Κάρνειος Απόλλων»[32].
Τα κάρνεια ή καρνειά ή κάρνεα ήταν μεγάλη εορτή των αρχαίων Σπαρτιατών, που
γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, για να τιμήσουν τον Κάρνειο Απόλλωνα, κατά τον
Κάρνειο μήνα. Πάντως, μια τέτοια ερμηνεία είναι πολύ ωραία και, αν ίσχυε, θα
απόδειχνε, ασφαλώς, τις σχέσεις που θα υπήρχαν ανάμεσα στη δωρική Κρήτη και τη
δωρική Λακωνία. Πβ. και τον Γεώργιο Φ. Δαφέρμο, ο
οποίος το μακροτοπωνύμιο Κράνα τού Μυλοποτάμου το συσχετίζει με το
«Κραναίος Ερμής»[33].
Στον Ησύχιο βρίσκουμε τη λέξη «κάρνος»= φθειρ, βόσκημα, πρόβατο. Να υπάρχει, άραγε, σχέση ανάμεσα στη λέξη αυτήν
και το Καρνί; Διερωτώμαι, ακόμα, μήπως το τοπωνύμιο έχει σχέση με το
προσηγορικό κρήνη (=φυσική πηγή νερού) και δωρ. κράνα
(< κάρνα< καρνί)- κατά το παράδειγμα του μόλις
προαναφερθέντος μυλοποταμίτικου χωριού (Κράνα)- με περαιτέρω, πάντως, στην
περίπτωσή μας, μεταβολές φθόγγων και τονισμού. Τέλος, διερωτώμαι μήπως το
τοπωνύμιο έχει σχέση με τη λέξη κάρηνα
(<κάρνα <καρνί),
που σημαίνει κτίσματα, όπως οι
ακροπόλεις, πάνω σε κορυφές.
Στο Καρνί, στη Μύρθιο- όπως
πληροφορήθηκα από τους κατοίκους- ισχύουν όλα τα παραπάνω. Επίσης, και στις
Μέλαμπες (αλλά και στην Αγία Γαλήνη), όπου υπάρχει περιοχή Κάρνια,
στα (στον
πληθυντ. αριθμό), με πληροφόρησαν ότι- όπως και το Καρνί της Μύρθιου- διαθέτουν
από όλα τα παραπάνω. και βοσκότοπος, δηλαδή, για πρόβατα είναι και νερό
έχει, αλλά και σε ύψωμα πάνω βρίσκεται, στο οποίο παλιά υπήρχαν κτίσματα
(μετόχια), ώστε και οι τρεις παραπάνω εκδοχές να δικαιολογούν την ονομασία.
Πέραν όμως αυτών, θεωρούμε ότι τα
μικροτοπωνύμια της Μύρθιου, με τη μορφή Καρνί (στον ενικό αριθμό), και
των Μελάμπων- Αγίας Γαλήνης με τη μορφή Κάρνια (στον πληθυντικό) πρέπει
να διαφοροποιηθούν από τα τοπωνύμια: Καρήνες (ίδιο χωριό) και τα
μικροτοπωνύμια της Κρύας Βρύσης: στ’ Ακάρη, στη Gορφή
τω Gαρώ, στω Gαρώ το Χαλίκι, στω Gαρώ
το Τζιγκούνι,
στω Gαρώ dο Χάρακα, στων
Καρών dο Λάκκο κ.λπ., παρότι όλα, απαξάπαντα («Κάρνια» και «Κάρη»),
σημαίνουν και αναφέρονται σε υψώματα (από
ομηρ. κάρηνα)[34].
Όμως, απ’ ό,τι διαπίστωσα, τα «Κάρνια», συνήθως, αφορούν σε χαμηλά υψώματα,
λοφίσκους, στα οποία βόσκουν αιγοπρόβατα (κάρνες), ενώ τα «κάρη» αφορούν σε
υψηλές θέσεις, πάνω σε βουνά, που, συνήθως δεν
μπορούν, πάντα, να είναι κατάλληλα για βόσκηση ζώων.
20.
Κονιδιάς, στση (Κισσός)
Πρόκειται για πολύ μικρή περιοχή, απ’ όπου
και το όνομα (κόνιδα, η= γόνος
ψείρας). Πβ. και νησί «Ψείρα», λόγω,
ακριβώς, του μικρού μεγέθους της.
18. Λατζιμού, στη (Δουμαεργειό)
Με μια πρώτη ανάγνωση του τοπωνυμίου
ο ερευνητής το ταυτίζει με τον Λατζιμά,
πεδινή περιοχή, σύνορο ΒΑ και Α με τον Σταυρωμένο Ρεθύμνου, γνωστή ιστορική
περιοχή από τη Μάχη της Κρήτης.
Το Λατζιμάς,
τοπωνύμιο ενετικής καταγωγής, προέρχεται από το ενετικό: la cima= κορυφή, άκρη. Πρόκειται για αντιδάνειο από την
ελληνική. Ο Ησύχιος (5ος αι. π.Χ.) σημειώνει: «σίμαι= της κιθάρας τα άκρα και εν ταις οροφαίς θέσεις τινές». Έτσι,
σίμη= η υδρορροή. Από αυτό το σίμη- σίμα προέρχεται το λατ. sima και
το ενετ. cima και από το έναρθρο la cima- σε ενιαία
πια μορφή, άρθρο και ουσιαστικό μαζί, και προσαρμοσμένο στο ελληνικό κλιτικό
σύστημα- έχουμε το τοπωνύμιο Λατζιμάς
και στο Δουμαεργειό, με μια μικρή παραφθορά, Λατζιμού[35].
Έτσι- όπως και
με τον Λατζιμά του δήμου Ρεθύμνου- και στο Δουμαεργειό με το συγκεκριμένο τοπωνύμιο
ονομάζεται πεδινή, ίσια περιοχή, στην οποία παλιά έσπερναν σιτηρά και όχι
κάποια κορυφή. Όμως, το συγκεκριμένο τοπωνύμιο ερμηνεύεται και με τη σημασία
του άκρη- άκρη, εφόσον πρόκειται για περιοχή που βρίσκεται αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια του χωριού (τα ιστορικά σπίτια των
Περδίκηδων), οπότε το τοπωνύμιο προσδίνει και αυτήν την έννοια της άκρης, του τζίμα- τζίμα ή και τζίμι-
τζίμι (άκρη- άκρη) με το χωριό.
19.
Λατινάρη, στου (Β) (Καρήνες)
Πιθανόν από κάποιο Λατίνο κτήτορα και, μάλλον,
πιο συγκεκριμένα, Ενετό. Πρόκειται, δηλαδή, για εθνικό τοπωνύμιο. Πβ.
και στον Άρδακτο τοπωνύμιο Φράγκικα (στα)- που δηλώνει, προφανώς, περιουσίες Φράγκων- στη γειτονική Λαμπηνή
τοπωνύμιο στη Φραγκοκκλησιά και στην
Κρύα Βρύση στο Λατινόλακκο. Επίσης,
στα Ακτούντα απαντά οικογενειακό Letinopula Marusa[36]. Τοπωνύμια οφειλόμενα, ασφαλώς, στη φραγκική και
ενετική εξάπλωση ανά την επαρχία Αγίου Βασιλείου.
20.
Λάχαρδες, στσι (Αγκουσελιανά)- Λάχαρδη, στη (Μύρθιος, Κοξαρέ, Ροδάκινο)
Αρχικά, έκανα την σκέψη ότι πρόκειται για τα
συνθετικά: λάχανα + αρχαίο ρήμα άρδω (=αρδεύω, ποτίζω). Πρόκειται
για σχετικά σπάνιο τοπωνύμιο που σε ολόκληρη την επαρχία Αγίου Βασιλείου το συνάντησα
μόνο τρεις φορές. Και οι τρεις περιοχές, όπως πληροφορήθηκα, έχουν, πραγματικά,
πηγές και άφθονα ποτιστικά περιβολάκια [πβ. και Αρδήνια, στ’ (Ασώματος)].
Στο "Κρητικόν Λεξιλόγιον" του Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη[37]
διαβάζουμε τις λέξεις λάχαρδη και λάχαρδες (= φυτό
υδροχαρές). Ο Ν. Βανταράκης σε κείμενό
του στην εφημερίδα Κρητικές
Αθιβολές[38] σημειώνει τις λάκαρδες (sic) μαζί και με
άλλα υδροχαρή φυτά «…Και έβλεπες
να στήνονται οι καλύβες σε κάθε περιβόλι. Τα καλάμια, οι λάκαρδες και τα βρούλα (βούρλα)
υπήρχαν άφθονα στον Δέρφινα…». Στο
ίδιο χωριό (Αγκουσελιανά) υπάρχει και άλλο συγγενές (σύνθετο) τοπωνύμιο
«Πορολάχαρδο», που και αυτό βρίσκεται κοντά στις Λάχαρδες. Τα άλλα τρία
τοπωνύμια εντοπίσαμε στον ενικό
αριθμό- Λάχαρδη (στη)- στα χωριά Μύρθιος, Κοξαρέ
και Ροδάκινο του ίδιου Δήμου. Σε όλες τις περιπτώσεις στην περιοχή υπάρχει
νερό, όπου αναπτύσσεται το συγκεκριμένο υδροχαρές φυτό. Στη περίπτωση των
Αγκουσελιανών έχουμε την πηγή Τίμιος
Σταυρός, με παροχή τον μεν χειμώνα 36 k/h, το δε
καλοκαίρι 24k/h, με καλής ποιότητας χωνευτικό νερό.
21.
Λίγκρες, στσι (Αγαλλιανού)
Πολύ με απασχόλησε η ετυμολογία του
παλαιότατου αυτού παραθαλάσσιου οικισμού, που ανήκει στο χωριό Aγαλλιανός και
γνώρισε μεγάλη καταστροφή από τους πειρατές στα μέσα, υποθέτω, του 16ου μ.X.
αι.[39]
O Στέργιος Σπανάκης[40]
διερωτάται αν το ποτάμι που τρέχει δίπλα από τον οικισμό, πήρε το όνομά του από
το χωριό ή, πιθανή και αυτή η εκδοχή, το χωριό να πήρε το όνομά του από το
ποτάμι. Προσωπικά θεωρώ ότι- αν θεωρήσουμε ότι ισχύουν οι δύο πρώτες από τις
παρακάτω τρεις απόψεις μου για την προέλευση του τοπωνυμίου- είναι το ποτάμι
που θα πήρε το όνομά του από το χωριό και μάλιστα από τα πολύ πρώιμα χρόνια, όταν
άρχισαν σε αυτό να δημιουργούνται τα πρώτα «λιγάτα» και οι πρώτοι νερόμυλοι,
δηλαδή από την αρχή, κιόλας, της δημιουργίας του και όχι το αντίθετο, το χωριό
από το ποτάμι.
Τελικά, λοιπόν, διαμόρφωσα τρεις
απόψεις γύρω από την προέλευση του εν λόγω μακροτοπωνυμίου:
1.
Πιθανότερη θεωρώ
την προέλευσή του από το προσηγορικό «λιγάτο»,
που προέρχεται, υποθέτω, από το λατινικό ρήμα ligo (= δένω). H λέξη «λιγάτο» δεν απαντά στα ελληνικά λεξικά είναι
όμως συνηθέστατη στη συγκεκριμένη περιοχή και σημαίνει τον κάθετο αγωγό από τον
οποίο διέρχεται ορμητικά το νερό που προορίζεται να κινήσει, στη συνέχεια, τη μυλόπετρα
προς άλεση των δημητριακών. O αγωγός, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, «δένει»,
«πιάνει» το νερό (εικ. 1α και 1β). Γι’ αυτό και η ονομασία «λιγάτο»
ήδη από τα βενετσιάνικα χρόνια έχει αυτήν τη σημασία (πβ. λιγαδούρα –ορθότ. του ληγαδούρα–
που σημαίνει σκοινί, δετηρία με το οποίο–συνηθέστερα στη ναυτική ορολογία–
«δένουν» κάτι, βεν. ligadura <
λατ. ligatura < ligo[41].
![]() |
| 1α. Λίγκρες, ο αγωγός που οδηγεί το νερό στο λιγάτο. |
Από
αυτά τα «λιγάτα», λοιπόν, προέρχεται το όνομα του μακροτοπωνυμίου. Τα λιγάτα δε των Λιγκρών και οι μύλοι τους υπήρξαν βασικό και πρωταρχικό
στοιχείο του χώρου και έχουν συνδεθεί στενά με την ιστορία και την οικονομία
του συγκεκριμένου οικισμού.
Tην ύπαρξη των μύλων μνημονεύει ήδη στα
1630 ο Fr. Basilicata, αναφερόμενος στον μικρό ποταμό «Λίγκρες» που διαρρέει
την κοιλάδα της Δρυμίσκου και χύνεται λίγο ανατολικότερα από την εκβολή του
Kουρταλιώτη ποταμού. Kατά λέξη ο Basilicata σημειώνει: «ligres,
fiume che macina molini et ha acqua buona et continua». Δηλαδή, «ο
ποταμός Λίγκρες κινεί μύλους, τρέχει
συνεχώς και έχει καλό νερό»[42].
2. Λιγότερο πιθανή θεωρώ την προέλευση του
ονόματος από λατινικό, και πάλι, ρ. ligo (= δένω, λιγάρω), που, όπως ήδη
σημείωσα, στη ναυτική ορολογία σημαίνει δένω κάτι με τη λιγαδούρα, η (= σκοινί, δετηρία). Kαι πράγματι στην περιοχή υπάρχει
παραλία, όπου, πιθανόν, σε παλιότερες εποχές, οι Λιγκριώτες να έδεναν μικρές
βάρκες για ψάρεμα, ενώ κάτω ακριβώς από τις Λίγκρες υπάρχει και μικρός ορμίσκος
με την ονομασία «βαρκοτόπι». Eδώ
–σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση– οι πειρατές «έδεσαν» τις βάρκες τους, κατά
την επίθεσή τους εναντίον των Λιγκρών, προκειμένου να φορτώσουν τους
αιχμαλώτους και να τους μεταφέρουν στα μεγαλύτερα σκάφη που περίμεναν αρόδο (πιο
ανοιχτά) στο πέλαγος.
3. Tέλος, έκανα τη σκέψη μήπως το
τοπωνύμιο προέρχεται από το ουσ. «λύγος»
(λατ. lygos, -i) που σημαίνει τη λυγαριά
ή λυγιά το θαμνώδες παραποτάμιο φυτό,
το γνωστό και ως άγνος η κοινή. Στον
πληθυντικό «οι λύγοι» είναι τα νεαρά και ευλύγιστα κλωνάρια που είναι κατάλληλα
για το πλέξιμο καλαθιών. H ονομασία του οικισμού πιθανόν από το λύγος να έλαβε τις μορφές λύγες < λύγρες < λύγκρες. Όμως,
στην περίπτωση αυτή, το τοπωνύμιο θα πρέπει να γράφεται Λύγκρες (με ύψιλον), γραφή που απαντά συχνά στα διάφορα κείμενα,
ενώ δε λείπουν και οι γραφές Λύγρες, Λίγρες και Λίγγρες. Ορθότερο, πάντως, όλων πρέπει να θεωρείται το Λίγκρες.
22.
Μαγκλαβά, στο (Άγιος Βασίλειος)
Στην περιοχή
υπάρχει εκτεταμένος λάκκος με δέντρα και σουλτανί αμπέλια. Τοπωνύμιο «Μαγκλαβά» συνάντησα και στην Κοξαρέ, τα Λευκόγεια και τη Μουρνέ. Μαγκλάβι
(το) και μεσαιωνικό μαγκλάβιον (< αρχ. μάστιγξ+ λατ. clava= ρόπαλο) σημαίνει το μαστίγιο και μαγκλαβίτες
ονομάζονταν οι σωματοφύλακες των βυζαντινών αυτοκρατόρων[43]. Το
τοπωνύμιο, λοιπόν, φανερώνει τόσο την παλαιότητά του όσο και τον ιδιοκτήτη του,
που θα πρέπει να ήταν κάποιος βυζαντινός αξιωματούχος, σωματοφύλακας, που
τηρούσε την τάξη σε διάφορες τελετές.
23.
Μυοκούρθια, στα (Γιαννιού)
Θεωρώ ότι
πρόκειται για σύνθετο τοπωνύμιο από τις λέξεις μυς (μυός)=
ποντικός + κούρτα= ποιμενική μάντρα. Εξίσου, πάντως, πιθανή, βλέπω την
εκδοχή να πρόκειται για τις λέξεις μυία (μύγα)+κούρτα, οπότε μυοκούρτια
{και μυοκούρθια, μετά την τροπή του [τ] σε [θ] εφόσον ακολουθεί
συνιζανόμενο [ι]}σημαίνει μάντρες
γεμάτες μύγες. Είναι γνωστό ότι τοπωνύμια τα οποία ως προς το θέμα τους
είναι ίδια, διαφοροποιούνται και αποκτούν υποκοριστική σημασία αλλάζοντας γένος
(έτσι, η Κούρτα- το Κουρτί, ο Κάμπος- το Καμπί, η
Βίγλα– το Βιγλί). Η χρήση του ουδετέρου με υποκοριστική σημασία
διατηρείται και στα σύνθετα τοπωνύμια [Κουρτί- Μυοκούρτι (πληθυντ.
μυοκούρτ(θ)ια), Καμπί- Λινοκάμπι, Βρουλοκάμπι κ.ά.][44].
24.
Πατιχά,
στου (Μύρθιος)
Το ίδιο δυσετυμολόγητο τοπωνύμιο εντοπίσαμε
και στα Σακτούρια (εκεί τονικά διαφοροποιημένο: στου Πάτιχα) και στην
Κρύα Βρύση (στσι Πατήχους). Στην
προκείμενη, πάντως, περίπτωση θεωρώ ότι πρόκειται για γενική κτητική
σύνθετη από τουρκικό όνομα Πατίς + αγά=
Πατιχά, στου (με τροπή του μέσου [γ] στο αντίστοιχο δασύ [χ]). Πρόκειται,
δηλαδή, για τα ίδια ακριβώς συνθετικά της γνωστής συνοικίας της Αθήνας Πατίσια, που- κατά τον Δημήτριο
Καμπούρογλου[45]- σημαίνει,
αυτό ακριβώς, Πατίς (Τούρκος) + αγάς. Εξάλλου, αυτό επιβεβαιώνεται και
από το ό,τι στο συγκεκριμένο χωριό υπάρχουν και άλλα τούρκικα ονόματα, όπως:
στσ’ Αγαδικές Ελιές, στου Γιουσούφη το Μνήμα κ.λπ. Ο Ιωάννης
Φραγκούλης το ετυμολογεί εσφαλμένα από αραβ. Batikh
(= καρπούζι)[46].
Σημειώνω και την περίπτωση της Κρύας Βρύσης (Πατήχους, στσι), όπου το τοπωνύμιο πιθανόν,
εδώ, να έχει σχέση με το οικογενειακό Πατούχας [πατούχα= το πέλμα, η πατουχιά, η π α
τ η χ ι ά = το ίχνος της
πατούσας, η πατημασιά (το πατηχιά:
παράγωγο από συμφυρμό της πατησιάς + πατουχιάς)]. Στην περίπτωση
αυτήν το ορθογραφούμε με [η] (στσι Πατήχους).
Όπως με πληροφόρησαν η περιοχή εδώ βρίσκεται σε πολύ χαμηλό και απομακρυσμένο
μέρος του χωριού και πιθανόν αυτό να υποδηλώνει εδώ το τοπωνύμιο.
μέρος, δηλαδή, χαμηλό και στα άκρα, όπως είναι και οι πατούχες του σώματος.
25.
bερ(γ)υακιώ, στω
(Δαριβιανά)
Η λέξη
εννοεί την απέναντι μεριά (πέρα) του ρυακιού, και γι’ αυτό
προσάρμοσα την ορθογραφία του τοπωνυμίου ανάλογα προς την εν λόγω σημασία του.
Και, πράγματι, το τοπωνύμιο αναφέρεται σε ποτάμι.
Στο
γειτονικό Σπήλι το εν λόγω τοπωνύμιο το συναντούμε στω(ν) bερ(γ)ιάκω, όπου
η γενική κτητική μάς κάνει να πιστεύουμε ότι, εδώ, το τοπωνύμιο αναφέρεται σε
περιουσίες οικογένειας Πέρου, δεδομένου ότι στην εν λόγω περιοχή
απαντούμε και τοπωνύμιο στου Πέρο το Πατητήρι, που, προφανώς, αυτό το τελευταίο, φανερώνει
τον ιδιοκτήτη του πατητηριού.
26.
Πληγόρημα, στο (Λευκόγεια, Σελλιά)
Ενδιαφέρουσα
και χαρακτηριστική η περιπέτεια του παραπάνω ονόματος, που σε διαφορετικές
χρονικές περιόδους και σε διαφορετικά χωριά εκφέρεται με εντελώς διαφορετικό
τρόπο. Η δασκάλα Ζαφειρία Γιαννικάκη, στην καταγραφή των τοπωνυμίων του χωριού
Λευκόγεια, το έτος 1953 (ΕΚΙΜ), το τοπωνύμιο αυτό,
διαστρεβλώνοντάς το παντελώς, το σημειώνει Πληγόρημα, ονομασία που δεν
έχει να μας πει τίποτε απολύτως. Το ίδιο τοπωνύμιο στο χωριό Σελλιά μού το
παρέδωσαν, επίσης διαστρεβλωμένο, στον πληθυντικό αριθμό, ως Πληγορούματα, που και πάλι δεν έχει
τίποτε να μας πει. Σωστά καταγράφουν το τοπωνύμιο- επιδεχόμενη, πάντως,
διαφορετική ετυμολογία η κάθε καταγραφή- η δασκάλα Ευτέρπη Μαραγκουδάκη,
σε δεύτερη καταγραφή των τοπωνυμίων του χωριού Λευκόγεια, στο ίδιο έτος με την
παραπάνω δασκάλα Ζαφειρία Γιαννικάκη (ΕΚΙΜ, 1953), που το
σημειώνει Πηγόρρουμα, στο [= ρέμα (ρούμα) που το σχηματίζει το νερό
πηγής] και ο συνάδελφος κ. Στέλιος Στεφανάκης που μου το παρέδωσε Πνιγόρρεμα
(= ρέμα, δηλαδή, επικίνδυνο, που πνίγει και, πιθανόν, να υπήρχε και κάποια
παράδοση για έναν τέτοιο πνιγμό).
Είναι παράδειγμα χαρακτηριστικό και αξίζει, νομίζω,
ιδιαίτερης προσοχής η διαστρέβλωση αυτή που ένα και το αυτό τοπωνύμιο έχει
υποστεί στο στόμα του απλού λαού, λαμβάνοντας τέσσερις μορφολογικούς τύπους από
τους οποίους οι δύο δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα και οι άλλοι δύο μπορούν να
δεχτούν εντελώς διαφορετική ο καθένας ερμηνεία. Ορθότερη, τελικά, από τις
παραπάνω τέσσερις μορφές με τις οποίες παραδίνεται ένα και το αυτό τοπωνύμιο,
θεωρώ αυτήν την τελευταία, δεδομένου ότι ανταποκρίνεται πλήρως στη φυσική
πραγματικότητα. πρόκειται, ακριβώς, για ρέμα που συχνά
καθίσταται επικίνδυνο, κατά τις βροχερές ημέρες του χειμώνα, όταν με τα νερά
των βροχών τρέχει ορμητικότατο. Εξάλλου, και φωνολογικά είναι φανερό ότι το
ημίφωνο [ν] της πρώτης και της δεύτερης περίπτωσης (πληγόρημα, πληγορούματα)
δεν μπορεί να είναι άλλο από το ημίφωνο [ν] της κανονικής εκφοράς του
τοπωνυμίου (πνιγόρεμα).
27.
Τσάχερο, στο ή Τσάχειρο (Μαριού)
Σαν
χέρι> Τσάχερο (με
τσιτακισμό του αρκτικού [σ]). Από την ομοιότητα της περιοχής με χέρι. Ορισμένοι
από τους κατοίκους το προφέρουν στο Τσάχειρο. Θεωρώ, λοιπόν, ότι
πρόκειται για τη λέξη χέρι (χείρ) και γι’ αυτό το ορθογραφώ με [ει] (Τσάχειρο). Πβ. και στο χωριό Ακούμια τοπωνύμιο Τσάποδα (στου),
από την ομοιότητα, εδώ, της περιοχής με ποδάρι. Και στα δύο, λοιπόν, τοπωνύμια
α΄ συνθετικό θεωρούμε ότι είναι το τσα- (=σαν) και β΄ συνθετ. οι λέξεις χέρι
και πόδι αντίστοιχα, προς τα οποία φανερώνεται η ομοιότητα της περιοχής
(εδαφωνύμια).
Υπάρχει, περαιτέρω, η εκδοχή το τοπωνύμιο του Μαριού
να έχει σχέση με το προσηγορικό τσα-χαλιάς
(ο) και τσα-χαλερός (-η, -ο)= ο
πετρώδης αγρός με πολλές ψιλές πέτρες. Ο τόπος είναι, τωόντι, γεμάτος με
τέτοιες πέτρες που κάτω από το πόδι (στο περπάτημα) ή στο χέρι «τσαχαλίζουν».
28.
Φανάρα, στη (Σακτούρια)
Μάλλον πως πρόκειται για παραφθορά του
προσηγορικού «φωνάρα», κατ’ επηρεασμόν του φανός > μεγεθ. φανάρα.
Στην περιοχή παρατηρείται το φυσικό φαινόμενο της ηχούς [πβ. αμέσως παρακάτω (στο
Νο 30) και τοπωνύμιο Φώνισσες (στσι)
στην Κοξαρέ].
29.
Φραττολιμί, στο (Ακούμια)
Έχουμε ρήμα φράττ(σσ)ω + προσηγορικό λίμνη [λιμ(ν)ί]
και πρόκειται για περίφρακτο χώρο, όπου μόνιμα λιμνάζουν πηγαία νερά. Τοπωνύμια
τα οποία ως προς το θέμα είναι ίδια διαφοροποιούνται και αποκτούν υποκοριστική
σημασία αλλάζοντας γένος (π.χ. Λίμνη- Λιμνί, Βίγλα- Βιγλί, Τρούλος- Τρουλί,
κ.ά.). Η χρήση του ουδετέρου με υποκοριστική σημασία διατηρείται και στα
σύνθετα, όπως εδώ, τοπωνύμια.
Συνήθως, φρα(γ)μένα ή φρακτά
ή φρά(γ)ματα είναι κήποι, περιβόλια ή λιόφυτα.
30.
Φώνισσες, στσι (Κοξαρέ)
Εδώ υπάρχουν
μαρτυρίες για εγκατάσταση βενετσιάνικου χωριού
(1577- Fonissa). Το χωριό φέρεται το 1659
να πληρώνει 3 χαράτζια φόρο και το 1671/2 γίνονται 4. Το τοπωνύμιο είναι άσχετο
προς τη λέξη «φόνος», που με μια πρώτη ματιά οδηγείται το μυαλό του ερευνητή
και έτσι το έχουν καταγράψει και ερμηνεύσει, μέχρι σήμερα, όλοι (έτσι το καταγράφει
και ο Χαράλαμπος Συμεωνίδης[47]).
Αντίθετα, το τοπωνύμιο θεωρώ ότι έχει σχέση με τη φωνή, τον αντίλαλο, την ηχώ που δημιουργείται-
όπως με διαβεβαίωσαν- στην περιοχή, λόγω των υπαρχόντων γύρω υψωμάτων[48] και
ένεκα τούτου το ορθογραφώ με [ω] [πβ. παραπάνω και το με αριθμό 28 τοπωνύμιο Φανάρα, στη (Σακτούρια)]
31.
Χειρομύλια,
στα (Αγία Παρασκευή, Αρδάκτου)
Το
τοπωνύμιο σημαίνει τόπο όπου υπάρχουν πέτρες κατάλληλες για χειρόμυλους, οπότε
πρέπει σαφώς να το διαχωρίσουμε από τα τοπωνύμια με πρώτο συνθετικό το προσηγορικό
«χοίρος», που αφθονούν- αυτά τα τελευταία- στην κρητική ύπαιθρο (όπως: στσι Χοιρόλακκους,
στσι Χοιρόγουρνες, στσι Χοιρόμαντρες, στη Χοιρομουρίδα,
στο Χοιροκούμαλο ή στσι Χοιράδες). Το ίδιο τοπωνύμιο συνάντησα
και στον Κεραμέ. Στα Λευκόγεια απαντά ως Χειρομύλα, στις Μέλαμπες ως Χειρομύλους,
στον Άρδακτο και το Ροδάκινο ως Χειρομύλια και στα Παλαιόλουτρα ως Χειρομυλόπετρες. Αυτό το
τελευταίο (Χειρομυλόπετρες) μας δίνει και την ακριβή ταυτότητα του
τοπωνυμίου.
32.
Χίλια Βρύση, στη (Άρδακτος)
Στο χωριό μου το εξήγησαν ως χίλιες +βρύσες από τις πολλές πηγές που
υπήρχαν, παλιότερα, γιατί αρκετές, σήμερα, έχουν στερέψει στην περιοχή.
Πιθανότερη, πάντως, βρίσκω την εκδοχή να πρόκειται για Χλια Βρύση (= χλιαρή βρύση), πράγμα που
μου το επιβεβαίωσαν, τελικά, οι κάτοικοι στο χωριό. Το ίδιο τοπωνύμιο απαντά και
στο χωριό Μουρνέ με τη μορφή Χελιά Βρύση,
που κακώς το συσχετίζουν με χέλια. Σε όλες τις περιπτώσεις, ως α΄
συνθετικό, όπως διακρίβωσα, υποκρύπτεται το επίθετο χλιαρός.
33.
Χλινότοπο, στο (Δαριβιανά)
Πρόκειται
για γλινέ και με ανομοίωση του [γ] σε
[χ]> Χλινότοπος [πβ. επ’ αυτού στα Ακούμια τοπωνύμιο Γλιτσώνους (στσι),
που αφορά σε έδαφος από αργιλόχωμα (λεπίδα), που «γλιτσιάζει» το χειμώνα και
καθίσταται πολύ δύσκολο στη διάβασή του από ανθρώπους και ζώα και στο ίδιο, επίσης,
χωριό τοπωνύμιο Γλινέ (στο), που είναι ο άσπρουγας (πβ. γλινοπασπάρα,
γλινόχωμα, γλιμόπηλος και γλινόπηλος και ακόμα ασπροπηλιά και
άσπρουγας). Ειδικότερα, ο γλινόπηλος, στα Ακούμια, είναι χώμα που
αντέχει στη θερμότητα και το χρησιμοποιούσαν άλλοτε για τις παραστιές, που
έκαναν με αμμούδες, και έβαζαν για λάσπη τον γλινόπηλο και σήμερα στις
ξυλόσομπες, όταν σπάσουν τα τούβλα τους. Είναι «λιπώδης» άργιλος[49].
[1] Βλ. σχετική αναφορά επί της εργασίας του Φωτάκη στον Νικόλαο Τωμαδάκη, «Το τοπωνύμιον Αχτούντα», εφημ. Παρατηρητής
Χανίων, φ. 1541/22-12-1931 και Ηχώ της Κρήτης, 22-12-1931, Χανιά.
[2] Νικόλαος Τωμαδάκης, ό.π.
[8] Τα δύο χωριά παλιότερα αποτελούσαν μια κοινότητα.
[9] «Γλωσσικά εκ
Χίου», Λαογραφία 7 (1923), 341-342.
[10] Πληροφορία
Μιχάλη Απανωμεριτάκη, πρώην Δημάρχου Δήμου Λάμπης και σήμερα Αγίου Βασιλείου.
[11] Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, «Η
Συμβολή του Γεωργίου Χατζιδάκη στη μελέτη και την έρευνα της Κρητικής
Διαλέκτου», Προμηθεύς ο Πυρφόρος 25
(1981), 230.
[12] Κωνσταντίνος Άμαντος,
«Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Χίου», Λεξικογραφικόν Αρχείον Β΄ (1915), 15.
[14] Ε. Σ. Λαμπρινάκη, ό.π. (σημ. 5), 64.
[16] Ιωάννης Σαρρής, «Τα τοπωνύμια της Αττικής», Αθηνά 40 (1928), 142. Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών
Οικωνυμίων, τ. Β΄, Λευκωσία- Θεσσαλονίκη 2010, 351.
[17] Λεξικογραφικόν Αρχείον Β΄ (1915), 37.
[18] Γιάννη Μαυρακάκη, Τα Ποιμενικά, 1985, 44 και 62.
[20] Εξάλλου, σε απόσταση διακοσίων, μόλις, μέτρων από τον
Ηγιώλακο υπάρχει και άλλη περιοχή λεπιδοχωμάτων με το κανονικό- προς
έκφραση τής σύστασης αυτής του εδάφους- τοπωνύμιο Πηλιωρίκι, στο.
[22] Πηρωλίκι,
το (ύστερα από μετάθεση από το πηλωρύγια=
τόπος, όπου εξορύσσεται χώμα (πηλός+ορύσσω) για πιθάρια αλλά και για
δώματα, σαπουνόχωμα.
[23] Ελευθέριος Κ. Πλατάκης,
«Δημώδη ονόματα ορυκτών και πετρωμάτων της Κρήτης», Κρητολογία 12-13 (1981), 149.
[24] Αγησίλαος Περιστεράκης, Σφακιανά, Αθήνα, 126.
[26] ΕΚΙΜ= Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
[27] Στέφανος Ξανθουδίδης,
Μελετήματα, Ηράκλειο 20022, 299. Κατά τη μεταφορά τού
αποσπάσματος έγινε απλούστευση τής γλώσσας τού Ξανθουδίδη στην απλή δημοτική.
[28] Ελευθερία Ν. Γιακουμάκη, «Το Μικρο-τοπωνυμικό τής επαρχίας
Κισάμου Κρήτης», ανάτ. από το Λεξικογραφικόν Δελτίον, ιστ΄, Αθήνα 1986,
183.
[29] Πληροφορία του καθηγητή Στυλιανού Παπαδογιαννάκη,
Ακούμια.
[30] Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και
ετυμολογικό τού δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, (Πρόλογος- Επιμέλεια:
Χριστόφορος Χαραλαμπάκης), Ηράκλειο 2001, 200 και 499.
[31] Βλ. Α. Σ. Σταυρουλάκη, «Τρία
τοπωνύμια στο χωριό Άγιος Βασίλειος Ρεθύμνης», Προμηθεύς ο Πυρφόρος 30
(Ιουν.- Αύγ.1982), 227.
[32] Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις, «Τοπωνυμίαι του χωριού Μύρθιο», Περιοδικόν Δελτίον Βιβλιοθήκης Κρητικού
Φιλολογικού Συλλόγου, Εν Χανίοις, τεύχ. Α΄ (Οκτ.- Δεκ. 1927), 6.
[33] Γεώργιος
Φ. Δαφέρμος, «Μυλοποταμίτικα», Ε.Ε.Κ.Σ.,
2, 376.
[34]
Πβ. το ίδιο τοπωνύμιο και σύνθετο ως Καρνόλακκους, στσι (Μέλαμπες), που
σημαίνει, ακριβώς, λάκκους πάνω σε ύψωμα.
[36] Μπαλτά Ευαγγελία- Oguz Mustafa, Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, 479 (σημ. 4).
[37] Ιωάννης Δ. Κονδυλάκης, "Κρητικόν Λεξιλόγιον", φιλολογική
επιμέλεια: Θεοχάρης Ε. Δετοράκης, Ηράκλειο 1990.
[38] Φύλλο 27
(Δεκ.- Ιαν. 2004).
[39] Kωστής Hλ. Παπαδάκη, «O
Kωσταντής από τις Λίγκρες - Mια παλιά ιστορία από τις Λίγκρες Aγίου Bασιλείου
Pεθύμνης», Aμάλθεια 100-101
(Iούλ.-Δεκ. 1994), σσ. 127-142.
[40] Σπανάκης Στέργιος Γ., Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των
αιώνων (Μητρώον των οικισμών), τ. Α΄, Αθήνα 1991- 1993, σ. 479.
[43] Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, ό.π. (σημ. 30),
293.
[44] Ελευθερία Ν. Γιακουμάκη, (ό.π., σημ. 28), 160.
[45] Ιωάννου Σαρρή, ό.π. (σημ. 16), 156.
[46] «Κατάσταση νεοελληνικών επωνύμων ως και τοπωνυμίων», Ονόματα 13 (1989- 1990), 299- 303.
[47] Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων, τ. Β΄, Λευκωσία-
Θεσσαλονίκη 2010, 1411.
[49] Ελευθέριος
Πλατάκης, «Δημώδη ονόματα ορυκτών και πετρωμάτων της Κρήτης», Κρητολογία 12-13
(1981), 132.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου