5. ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ * * * Β΄. Ανθρωπομορφισμός τού Χάρου – Ο Οπλισμός του Χάρου


Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*


[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 7ο 

ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ


     
                   

             5. ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΧΑΡΟΥ

     Β΄. Ανθρωπομορφισμός τού Χάρου – Ο Οπλισμός του Χάρου

 
       Ως προς τον οπλισμό του, ο Χάρος άλλοτε εμφανίζεται να κρατεί σπαθί και άλλοτε κοντάρι με το οποίο χτυπά αλύπητα τα θύματά του: 


«Κι’ εμπήκε κι εκοντάρευγεν ο Χάρος τσ’ αντρειωμένους!»[1]


ενώ, συχνά, εμφανίζεται και ως καβαλάρης:


«Ο Χάροντας στην πόρτα του ευρέθη καβαλάρης» [2]

ή και ως πραματευτής:


«Πραματευτής επέρασε στ’ άλογο καβαλάρης,

Κοντοκρατεί το μαύρον του και τον καλημερίζει»[3] 


        Σε κάποια μοιρολόγια, επίσης, ο Χάρος εικονίζεται ως ο κλειδούχος τού Άδη, τα κλειδιά τού οποίου (δεκαοχτώ σε κάποιο μοιρολόγι!) γίνονται, συχνά, στόχος από τους νεκρούς –και μάλιστα από τους νεότερους και πιο καλαντρειωμένους- προκειμένου να ανοίξουν με αυτά τις πύλες τού Άδη και να ανεβούν και πάλι στη γη και στο φως τού ήλιου:


 «Τρεις αντρειωμένοι βούλονται απού τον κάτω κόσμο,

να πάρουν τ’ Άδη τα κλειδιά να βγουν εις τον απάνω»[4]  


  Στην κατηγορία αυτήν (του ανθρωπομορφισμού τού Χάρου), θα εντάξουμε και το τραγούδι «Αγγελική προκήρυξις περί Χάρωνος»[5], όπου ο Χάρος αποφασίζει, κατά το ανθρώπινο, και πάλι, να «χτίσει» περιβόλι[6]:


 «Άστρο λαμπρόν επρόβαλε που την Ανατολίτσα,

 κι ούλοι θαρρούσαν άστρο ’ναι κι άστρο το μαρτυρούσαν,

 μα κείνος ήταν άγγελος μ’ ολόχρυσες φτερούγες,

 κ’ εβγήκε κι εδιαλάλησε σ’ ούλη την οικουμένη.

 Οπού ‘χει ρούχ’ ας τα φορεί, παιδί ας το καμαρώνει,

 κι ο Χάρος εβουλήθηκε να χτίσει περιβόλι».


        Ο ανθρωπομορφισμός τού Χάρου, τέλος, στο μοιρολόγι «Ο σκληροκάρδης Χάρος»[7] εμφανίζεται στο ότι δεν θέλει, αφενός, να «βάλει μπελάδες» στην κεφαλή του, αλλά και στην «πονηριά», αφετέρου, με την οποία χειρίζεται το θέμα τής μακάβριας μεταφοράς των νεκρών, έχοντας υπόψη του τον αγώνα των ζωντανών, προκειμένου να τον ξεγελάσουν και να τους πάρουν πίσω. Για τον λόγο αυτόν αποφεύγει, όπως λέγει, τα πολυσύχναστα μέρη (πηγές, χωριά), γιατί φοβάται πως στα μέρη αυτά «κινδυνεύει» τόσο από τις μανάδες που έρχονται στη βρύση για να πάρουν νερό να αναγνωρίσουν τα παιδιά τους, όσο και από τα αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα να αναγνωριστούν μεταξύ τους και, τότε, δεν θα μπορεί να τους ξεχωρίσει, «ξεχωρισμό δε θα ’χουν»[8]:


  «Μα δεν κονεύγω σε χωριά, δεν στένομαι σε βρύση,

 κι έρχοντ’ οι μάνες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά των,

γνωρίζουνται τα’ αντρόυνα ξεχωρισμόν δεν έχουν».  


         Στο ίδιο, επίσης, μοιρολόγι έχουμε και θαυμάσιες ανθρωπομορφικές εικόνες, στις οποίες η κοινωνία των πεθαμένων τείνει να προσδιοριστεί με όρους τής κοινωνίας των ζωντανών. έτσι, ο Χάρος εμφανίζεται μπροστάρης να σέρνει ξοπίσω του τους νεκρούς, σύμφωνα με τις φυσικές δυνατότητές τους . τους νέους τους βάζει μπροστά, που μπορούν κι έχουν δυνάμεις (κατά το ανθρώπινο πάντα) να προπορεύονται, τους γέρους ξοπίσω, που λόγω έλλειψης φυσικών δυνάμεων δεν προλαβαίνουν και ξωμένουν, ενώ τα αδύναμα παιδιά τα έχει «αραδιασμένα» πάνω στη σέλα.


Γιατ’ είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα[9],

 γη άνεμος τα πολεμά, γη ή βροχή τα δέρνει,

 μουδ’ άνεμος τα πολεμά μουδέ βροχή τα δέρνει 

 μονό διαβαίν’ ο Χάροντας με τους αποθαμένους.

 Τσι νιους τσι παίρνει από μπροστά τσι γέροντες   ξοπίσω,

 και τα καυμένα τα μικρά στη σέλ’ αραδιασμένα.  


        Αντίθετα, σε άλλο μοιρολόγι, ο Χάρος θέτει και ταξικά κριτήρια στη σειρά που βάζει τους νεκρούς, σέρνοντάς τους στον Άδη. τους σέρνει, δηλαδή, με σειρά ανάλογη με την οικονομική τους τάξη όταν, ακόμα, βρίσκονταν στη ζωή: οι άρχοντες μπροστά και λυτοί και οι φτωχοί από πίσω και δεμένοι:


   «Ο Χάροντας μ’ απάντηξε στα τριά σκαλιά τού νάδη,

  κι έσερνε τσ’ άρχοντες λυτούς και τσι φτωχούς δεμένους…»[10]
 

_______________________________________________
[1] «Ο σιδηρούς πύργος των Ανδρείων και ο Χάρος» (Βλαστός 1850, 1232, αρ. 11).
[2] «Νέος θέλων να συναγωνισθεί μετά τού Χάρωνος», Βλαστός 1850, 1251, αρ. 33.
[3]  «Ο Χάρος ως πραματευτής», Βλαστός 1850 1253, αρ. 34.
[4] «Οι τρεις αντρειωμένοι από τον Άδη» (Βλαστός 1850, 1243, αρ. 21), επίσης «Η κλειδωμένη καρδιά» (Βλαστός 1850, 1245, αρ. 24) κ.λπ..
[5] Βλαστός 1850, 1247, αρ. 28.
[6] Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι την αναγγελία («αγγελική προκήρυξη») αυτήν κάνει «άστρο λαμπρό» από την Ανατολή, που, θεωρούμε ότι θα αφορά σε άγγελο καλό, σε άγγελο τού φωτός, όπως, εξάλλου, το αναγγέλλει και το τραγούδι και ανήκει στα ελάχιστα Κρητικά Μοιρολόγια στα οποία γίνεται μνεία χριστιανικών αναφορών και συμβόλων. Πβ. στον Βλαστό μοιρολόγια αυτής τής κατηγορίας τα: «Ο Παράδεισος» (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 15) [«να βγαινα στον Παράδεισο ομάδι με τσ’ άγγέλους»], «Το μεγάλο πεθύμιο» (Βλαστός 1850, 1247,αρ. 27) [Χριστέ μου! και να κάτεχα ποιο μήνα θ’ αποθάνω], Ο Άδης (Βλαστός 1850, 1240, αρ. 16) και όμοιον με το προηγούμενο (Βλαστός 1850, 1241, αρ. 17):
         «Στον ουρανό χορεύγουνε, στον Άδη γάμο κάνουν,
           κι επέψαν κι εκαλέσανε ούλους τσι πρικαμένους,
      Χριστέ! κι ας με καλιούσανε κι εμέ τον πρικαμένο…».    [7] Βλαστός 1850, 1269, αρ. 51.
[8] Από το σημείο αυτό φαίνεται ότι ο πεθαμένος υφίσταται, κατ’ αντιστοιχία τού ζωντανού, αναγνωρίσιμος από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, από την κοινωνική του θέση και τις συνήθειές του.
[9] Ο πόνος τού θανάτου δεν αφήνει ασυγκίνητα ούτε αυτά τα άψυχα στοιχεία τής φύσης.
[10]  Βλαστός 1850, 1268, αρ. 47.


  
 * Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων 


Δεν υπάρχουν σχόλια: