ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ* - ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΟΝΤΙΣΣΑΣ



ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ*

[Συλλογή Π. Βλαστού, Άσματα Λαϊκά Κρητών ή Συλλογή Κρητικής Ποιήσεως Ποικίλης, τ. Α΄, 1850, ενότητα: «Άσματα Κρητών περί του Χάρωνος» (1860), σελ. 1209- 1276]

- 4ο

   ΚΩΣΤΗΣ  ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
     
    

   ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΟΝΤΙΣΣΑΣ

       Θεωρώ, πάντως, ότι από τα πιο ενδεικτικά τού χαρακτήρα τού Χάρου μοιρολόγια, με μια συνολική, θα έλεγα, αναφορά στο πολυμερώς αποτροπιαστικό έργο του, είναι τα δύο επόμενα, με τα οποία κλείνουμε, συνοπτικά, το κεφάλαιο αυτό που αναφέρεται στον χαρακτήρα τού Χάρου:
           α) το τραγούδι: «Νέος θέλων να συναγωνισθεί μετά τού Χάρωνος»[1], που με μοναδικό ρεαλισμό και δύναμη αποδίδει όλη τη φρίκη και τα δεινά τού Κάτω Κόσμου. Ο νέος τού παρόντος μοιρολογιού επιθυμεί - αντίθετα προς τους νέους άλλων μοιρολογιών, που θέλουν να αποδράσουν από τον Άδη- να κατεβεί στον Άδη, να βρει τον Χάροντα και να παραβγεί μαζί του στο σημάδι[2]. Περνά, λοιπόν, με βάσανα τής Τρίχας το γεφύρι[3] και απαντά τον Χάροντα στην πόρτα τού Άδη, καβαλάρη. Σε ερώτημα που τού υποβάλλει ο νέος γιατί χωρίς καμιά διάκριση σκορπά τον θάνατο σε όλους τους ανθρώπους, ο Χάρος εμφανίζεται με απόλυτη επίγνωση τού ειδεχθούς χαρακτήρα του και αφού αυτοπροσδιοριστεί ότι είναι άπονος και μισητός, φονιάς και σκυλοκάρδης, απαριθμεί ένα προς ένα όλα τα βδελυρά και ανόσια εγκλήματα που επιτελεί σε βάρος των ανθρώπων, καταλύων κάθε έννοια (κατά το ανθρώπινο) ισότητας και δικαιοσύνης, αφού καταπατεί και δεν υπολογίζει αξίες, όπως αυτές της δόξας, της τιμής, της φιλίας, του κάλλους, της δικαιοσύνης, του όρκου και της ελεημοσύνης, αλλά και αφού παραβιάζει κάθε έννοια δικαίου, σκορπώντας τον θάνατο, αδιακρίτως, σε νέους και μικρά παιδιά αλλά και σε νιόπαντρα ζευγάρια (γαμπρούς και νυφάδες)[4]:    


 «Χάρε, τσι νιους τσι δροσερούς που παίρνεις και σκοτώνεις,


πλούσιους, φτωχούς και βασιλείς, γιατί τσι θανατώνεις;


-Εγώ’μαι ο Χάρος άπονος που όλοι με μισούνε,


και σκυλοκάρδη και φονιά όλοι με διαλαλούνε.


Μα όπου θέλω ξαφνικά μπαίνω και θανατώνω,


 κι εις τον ανθό τής νιότης του τσι χρόνους του[5] τελειώνω.


 λιώνω τσι δόξες και τιμές τα ονόματα μαυρίζω,


 τσι δικαιοσύνες διασκορπώ και τσι φιλιές χωρίζω.          

               
 Τα κάλλη σβήνω κι όμορφο πρόσωπο δεν λυπούμαι,


 τσι ταπεινούς δε λεημονώ, τσ’ άγριους δε φοβούμαι.


 Κι αρπώ νυφάδες και γαμπρούς, γέροντες και κοπέλια,


 και κάνω ξόδια τσι χαρές και κλάυματα τα γέλια».  Και


 β) το «Τραγούδι τού Χάρο»[6], στο οποίο βλέπουμε τον Χάρο με φθονερή έπαρση να περισσοκαυχάται για τα επαίσχυντα κατορθώματά του, τα οποία κατονομάζει και απαριθμεί λεπτομερώς:


  «Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδά πανώρια, 


 Λέει τραγούδι τση χαράς και περισσοκαυκάται.


 -“Για ιδέ σπίθια τα ρήμαξα κι αυλές αράχνιασά τσι,


  κι αδέρφια που ξεχώρισα που σαν αγαπημένα,


  κι οι στράτες ‘καμαρώναντα κι ο κόσμος ετρεμέντα.


  Χώρισα μάνες ‘πο παιδιά, παιδι’ από τσι μανάδες,


  εχώρισα κι αντρόυνα συνοροπαντρεμένα,


   κι αντρόυνα πολύχρονα και πολυαγαπημένα”.


   Για ιδές κρίματα πού ‘καμα κι άδικα που τα κάνω…


  Για ιδές άνδρες αργιόβρωτους[7], για ιδές κορμιά που πήρα!»       


   Όμως, αυτές, ειδικά, τις δύο τελευταίες επιφωνήσεις (για ιδές)- αν τις δούμε κάτω από μιαν άλλην, εντελώς διαφορετική, οπτική γωνία- μπορούμε, νομίζω, να τις θεωρήσουμε ότι δηλώνουν και το εντελώς αντίθετο από μιαν αλαζονική καύχηση. ότι, δηλαδή, φανερώνουν (τη στιγμή αυτήν τής ευαίσθητης «περισυλλογής», όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό), τη μεταμέλεια τού Χάρου για τα όσα άδικα και κακά έχει διαπράξει σε βάρος των ανθρώπων. Εξάλλου, παραλλαγή αυτού τού ίδιου τραγουδιού δημοσιεύει ο Αριστείδης Κριάρης με τον τίτλο αυτόν ακριβώς: «Μετάνοια τού Χάρου»(!)[8], που αποτελείται από τέσσερις, μόλις, στίχους, από τους οποίους ο μεν πρώτος και οι δύο τελευταίοι είναι οι ίδιοι σχεδόν (όπως και αυτοί του παρόντος μοιρολογιού τού Π. Βλαστού), ενώ ο δεύτερος είναι εντελώς παραλλαγμένος και αντί: «λέει τραγούδι τση χαράς και περισσοκαυχάται» (Βλαστός) έχει: «λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο» (Κριάρης). Βέβαια, η παραλλαγή αυτή τού Κριάρη ανάγεται στο θέμα τού αδυνάτου, υπογραμμίζοντας με έμφαση το «ποτέ», γιατί- ως εκ της φύσεώς του- δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι είναι δυνατόν ποτέ ο Χάρος να «μετανοήσει» για τα κρίματά του, αφού μια τέτοια μετάνοια θα συνεπικουρούσε, προφανώς, στη διασάλευση τής υπάρχουσας στον κόσμο τάξης [9].

           Αυτός ο ζηλόφθονος, ιδιαίτερα βίαιος και ειδεχθής χαρακτήρας τού Χάρου, όπως τον είδαμε παραπάνω, κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να μαλακώσει, ίσως, τη σκληρότητά του και να έρθει σε συμβιβαστικές διαπραγματεύσεις μαζί του, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στο: «Μοιρολόγιον Σφακιανής συζύγου προς σύζυγον»[10], στο οποίο η Σφακιανή σύζυγος συμβουλεύει τον άντρα της με εξαιρετικά ακραίες νουθεσίες, όπως, δηλαδή, να επιχειρήσει να κάμει τον Χάρο σύντεκνο και φίλο (σχήμα, προφανώς, και εδώ του αδυνάτου):


  «Εγούι μου! νιε κι αργυρονιέ!


 και χρυσοδιαμαντάρη πλουμιστέ,


 κάμε το Χάρο σύντεκνο, Ροδάρη,


 και τον Πορτάρη φίλο, κανακάρη,


 για να σ’ αφήσει να ’ρθεις σ’ τα ορφανά σου,


 και τα κανακάρικά σου!

  …………………………………»[11]      


            Β΄ Της Χαρόντισσας


 
    Η Χαρόντισσα, γενικά, είτε ως μάνα (προσωποποίηση τής κοινής μάνας γης) είτε ως σύζυγος- στα τραγούδια τού Χάρου- ως προς τον χαρακτήρα της εμφανίζεται ως στοργική μάνα όλων, προσηνής, φιλική και προστατευτική προς τον άνθρωπο, συμπεριφορά που, οπωσδήποτε, έρχεται σε καταφανή αντίθεση προς τη σκληρή και εξαιρετικά εχθρική και ειδεχθή στάση τού Χάρου, όπως την εξεικονίσαμε αμέσως παραπάνω. Πολλά, πάντως, στοιχεία τού χαρακτήρα τής Χαρόντισσας εξεικονίζονται και αμέσως παρακάτω (στα σημεία, κυρίως, όπου παρουσιάζουμε τον ανθρωπομορφισμό τής Χαρόντισσας), στα οποία, επίσης, παραπέμπουμε.                         
                                                  _____________________________________

[1]  Βλαστός 1850, 1251, αρ. 33.
[2] Μήπως, όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβη και στις αρχές τού 16ου αι. και με τον Ρεθύμνιο Ιωάννη Πικατόρο, ο οποίος (στο έργο του «Ρίμα θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην», 563 ομοιοκατάληκτοι στίχοι) ομολόγησε στον Χάρο ότι η περιέργειά του να δει πώς περνούν οι πεθαμένοι στον Άδη είναι που οδήγησε τα βήματά του μέχρις εκεί;

[3]      «Στον πύρινο τον ποταμό, τση Τρίχας το γεφύρι,


            εκειά μαζώνουντ’ οι ψυχές κι εκειά ξεκαθαρίζου»


[Δετοράκης 1976, 117, αρ. 91 και Λιουδάκη 1941, 215].Γεφύρι, δηλαδή, λεπτό σαν μια τρίχα, ανάμεσα ζωής και Άδη, που κουνιέται πολύ, ένα από τα πολλά εμπόδια που παρεμβαίνουν και καθιστούν αδύνατη την επιστροφή των νεκρών στη ζωή. Όποια ψυχή δεν μπορέσει να το περάσει πέφτει κάτω στον πύρινο ποταμό και χάνεται.

[4] Πβ. Α’ Πέτρου ε΄, 8 «ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινα καταπιείν».

[5] Βέβαια, στις δύο αυτές κτητικές αντωνυμίες παρατηρείται κάποια ασάφεια ως προς το πρόσωπο- από τα αναφερθέντα παραπάνω από τον νέο- στο οποίο αναφέρονται. Η εκφορά, πάντως, «κι εις τον ανθό τση νιότης του τσι χρόνους του τελειώνω» με κάνει να πιστεύω ότι την αναφορά της έχει «στσι νιους τσι δροσερούς».

[6]  Βλαστός 1850, 1248, αρ. 29.

[7] Στον Γ. Τσουδερό (Τσουδερός 1976, 189) το μοιρολόι αυτό ολοκληρώνεται στον στ. 7 (εχώρισα κι αντρόυνα συνοροπαντρεμένα). Επίσης, στον Αντών. Γιανναράκη το ίδιο τραγούδι καταλήγει ως εξής:


    «…..Χώρισα μάνες ‘πο παιδιά, παιδιά ‘πού τσι μανάδες,    εχώρισα κι αντρόυνα πούσαν αγαπημένα».


      Μόνος ο Π. Βλαστός αποθησαυρίζει και αυτούς τους δύο τελευταίους στίχους με την παντελώς άγνωστη και δυσκολοερμήνευτη λέξη «αργιόβρωτους» (άνδρες), που τη διορθώνουμε σε «αργειόβρωτους» (από κρητ. ρ. αργειώ= βραδύνω + "βρωτός"= "φαγώσιμος", ρηματ. επίθ.< θέμ. βρω, του ρ. βιβρώσκω) και θεωρούμε ότι έχει την έννοια «άνδρες που βράδυνε ο Χάρος να τους πάρει». Πβ. στον Μ. Πιτυκάκη (Πιτυκάκης 2001, ίδιο λήμμα) επίθ. «αργειομοίρης», που, όμως, δεν το εξηγεί, αλλά απλά το παραθέτει μέσα σε στίχο δημοτ. τραγουδιού από την ανατολική Κρήτη:«Ως κι αν ήμουν αργειομοίρης, ήμουνε σκιας καλομοίρης» (αργειομοίρης= που καθυστέρησε, δηλαδή, να τού έρθει η τύχη).
[8] Ενώ, τόσο ο Κριάρης όσο και ο Γιανναράκης παραθέτουν και παραλλαγή τού ίδιου αυτού μοιρολογιού τού Βλαστού, με τον ίδιο τίτλο («Το τραγούδι τού Χάρο») και με την ίδια θεματική αυτήν τής καυχήσεως.
[9] Η βεβαιότητά μας επ’ αυτού ερείδεται στη διδασκαλία τής ορθόδοξης θεολογίας, όπου, επίσης, είναι αδύνατον για το κράτος τού Σατανά, λόγω, ακριβώς, της αλαζονείας του, να μετανοήσει και να επιστρέψει ποτέ στον Θεό. Κατά τη Δευτέρα τού Κυρίου Παρουσία θα καταλυθεί και οι δαίμονες θα απέλθουν στην αιώνια Κόλαση (Ανδρούτσος 1907, 128).
[10] Βλαστός 1850, 1266, αρ. 44.
[11] Στο επόμενο μοιρολόγι ο Χάρος φέρεται να «διαλέγει» για να τον πάρει τον Ανωγειανό Γιώργη τον Χαιρέτη. Τον συναντά και τον παρατηρεί:


   «Γιώργη και δε με κάλεσες στο γάμο σου κουμπάρο»
   κι ο Γιώργης τού απαντά:   «- Χάροντα δεν το πρόσεξα κουμπάρο να σε βάλω,
    μακάρι να ’μαστε καλά σύντεκνο να σε κάμω.    -Δεν ήρθα, Γιώργη, εγώ ’πα σύντεκνος για κουμπάρος,     μόνο με πέμπει  ο Θεός τα νιάτα σου να πάρω».
  



* Συντομευμένα αποσπάσματα Ανακοίνωσης του Κωστή Ηλ. Παπαδάκη, που έγινε στο συνέδριο με θέμα: «Τα Κρητικά Μοιρολόγια», στα Ανώγεια, στις 13, 14 και 15 Νοεμβρίου 2015, από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και τον Δήμο Ανωγείων
 


Δεν υπάρχουν σχόλια: